Αστικό κράτος και εργατικό κίνημα: Οι ρίζες των συντεχνιών των αστών

Το πρώτο, εισαγωγικό μέρος του κειμένου, που δημοσιεύεται στο ιστολόγιο σε συνέχειες, βρίσκεται εδώ

 

 

Αστικό κράτος και εργατικό κίνημα: Οι ρίζες της συντεχνίας των αστών

 

 

Εισαγωγικά:

 

 

Η αστική τάξη στην Ελλάδα, όπως και σε όλες τις άλλες χώρες, όταν ήρθε στην εξουσία δεν κατήργησε τις δομές και τους μηχανισμούς ταξικής εκμετάλλευσης (εκτός από εκείνες που απειλούσαν άμεσα τα δικά της  συμφέροντα) αλλά αξιοποίησε όλη την εμπειρία των προηγούμενων εκμεταλλευτικών κοινωνιών, πρώτα από όλα ενάντια στο εργατικό κίνημα και τις οργανώσεις του. Τροποποίησε παλιούς μηχανισμούς και έφτιαξε νέους με στόχο να ενισχύσει την εξουσία της και να αποτρέψει κάθε πιθανότητα αμφισβήτησης. Και εδώ το ζήτημα των επαγγελματικών οργανώσεων και της κρατικής παρέμβασης δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση.

Το σύστημα των επαγγελματικών ενώσεων το οποίο κληροδοτήθηκε στο νέο ελληνικό κράτος μετά την ανεξαρτησία έχει τις ρίζες του στην περίοδο του Βυζαντίου και στην Τουρκοκρατία. Οι πρώτες επαγγελματικές οργανώσεις που εμφανίστηκαν στον ελλαδικό χώρο, οι συντεχνίες της αστικής και προαστικής εμπορικής/βιοτεχνικής τάξης, είναι λοιπόν σημαντικές γιατί η ιστορική τους εξέλιξη επηρέασε διαχρονικά τις μετέπειτα συνθήκες της παρέμβασης του αστικού κράτους στο εργατικό κίνημα, το πλαίσιο μέσα στο οποίο αγωνίστηκε και αγωνίζεται η εργατική τάξη στην Ελλάδα. Πολύ περισσότερο που οι αναφορές στην-έτσι και αλλιώς περιορισμένη-βιβλιογραφία για το εργατικό κίνημα και τις κρατικές παρεμβάσεις είναι περιορισμένες.

Όμως η μελέτη αυτών των μορφών είναι σημαντική και για έναν άλλο λόγο: Στις μέρες μας είναι συνηθισμένο οι εργατικές διεκδικήσεις (και γενικότερα οι διεκδικήσεις των λαϊκών στρωμάτων) να ξεσηκώνουν την φοβερή και τρομερή κατηγορία της «συντεχνίας». Δεν υπάρχει στιγμή που να μην διεκδίκησαν οι εργάτες με κάποιο τρόπο το δίκιο τους και να μην πετάχτηκαν οι αστοί πολιτικάντηδες και οι «οργανικοί» τους διανοούμενοι  (δηλαδή η πλειοψηφία των πανεπιστημιακών, των καλλιτεχνών, των στελεχοδημοσιογράφων, οι παραθυράκηδες και οι  πανελίστες των ΜΜΕ, κ.α.) να μιλήσουν για τις «συντεχνίες», που υποτίθεται ότι αδιαφορούν για το «γενικό καλό» σε βάρος των υπολοίπων. Βέβαια το «γενικό καλό» στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα άλλο από το συμφέρον  των καπιταλιστών και του κράτους τους, το «γενικό καλό» των «ευλογημένων» για τους Έλληνες αστούς πολιτικών της ιμπεριαλιστικής Ευρωπαϊκής Ένωσης (άσχετα τα ονόματα και τα χρώματα που παίρνουν αυτές οι πολιτικές) ή το «γενικό καλό» της επιχείρησης, δηλαδή του εκάστοτε εργοδότη.

Όμως μια απλή ματιά στην  ιστορία δείχνει ότι, όσο και αν φωνάζουν οι αστοί και οι πολιτικοί και ιδεολογικοί τους υπάλληλοι, η ίδια η έννοια, η μορφή και το περιεχόμενο της «συντεχνίας» παρέμεινε πάντα μια αστική έννοια, βασικό γνώρισμα της αστικής τάξης και των στρωμάτων από τα οποία προήλθε. Και αυτό δεν έχει να κάνει με στενοκεφαλιά αλλά με την αντικειμενική θέση αυτής της τάξης στην παραγωγή και την κοινωνία, θέση μιας ισχνής μειοψηφίας που αναπαράγεται από την ταξική εκμετάλλευση των εργαζομένων που είναι η πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας. Δεν θα μπορούσε λοιπόν παρά να λειτουργεί «συντεχνιακά», τόσο στο παρελθόν όσο και στο παρόν και στο μέλλον. 

Και κυρίως η ίδια η ιστορία μας θυμίζει ότι οι μορφές και το περιεχόμενο των επαγγελματικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων δεν υπάρχουν ανεξάρτητα από την τάξη την οποία οργανώνουν και εκπροσωπούν αλλά προσδιορίζονται από αυτήν. Δεν υπάρχουν δηλαδή γενικά και αόριστα «επαγγελματικές ενώσεις», «συντεχνίες», «σωματεία» χωρίς τον ταξικό τους χαρακτήρα. Και ακόμα και όταν αυτός αποκρύπτεται, φαίνεται από την ίδια την πρακτική, τις διακηρύξεις και την εσωτερική τους λειτουργία.

 

 

Οι συντεχνίες των αστών

 

 

Οι εργαζόμενοι στις πόλεις της πρώιμης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ήταν οργανωμένοι σε συλλόγους (collegia) και σωματεία (corpora). Οι οργανώσεις αυτές υπήρχαν και λειτουργούσαν από την πρώιμη περίοδο του Βυζαντίου. Τα ίχνη τους χάνονται μετά το πρώτο τέταρτο του 7ου αιώνα, εποχή παρακμής των πόλεων (1). Εμφανίζονται ξανά στις αρχές του 10ου, την εποχή που εκδίδεται το Επαρχικόν Βιβλίον (σύνολο διατάξεων την εποχή της βασιλείας του Λέοντος Σοφού το 911-912) (2). Το έγγραφο αυτό, που περιγράφει την οργάνωση και τον έλεγχο ορισμένων επαγγελμάτων στην Κωνσταντινούπολη,  αποτελεί μέχρι σήμερα βασική πηγή για τις βυζαντινές συντεχνίες.

Οι οργανώσεις αυτές είχαν «συνεταιριστικό» χαρακτήρα και συνέχιζαν την ρωμαϊκή παράδοση (3). Λειτουργούσαν μέσα στο πλαίσιο της βυζαντινής οικονομίας. Η οικονομία αυτή, τόσο στο πρώιμο δουλοκτητικό της στάδιο όσο και στο μετέπειτα φεουδαρχικό, είχε αγροτικό χαρακτήρα Οι πόλεις λειτουργούσαν σαν κέντρα των περιορισμένων εμπορικών συναλλαγών και ήταν και η βάση για τους βιοτέχνες και τους εμπόρους και άρα και για τις οργανώσεις τους, τις συντεχνίες( κυρίως η Κωνσταντινούπολη).

Οι συντεχνίες τελούσαν γενικά υπό την εποπτεία του κράτους και ενεργούσαν ως νομικά πρόσωπα, ενώ είχαν και την δυνατότητα να δέχονται δωρεές, να διεξάγουν συνεστιάσεις και τελετές αλλά και «αγαθοεργίες» (4). Όμως οι κυριότεροι σκοποί τους ήταν η αναχαίτιση του ανταγωνισμού (από συντεχνίες άλλων επαγγελμάτων η από συντεχνίες ίδιων επαγγελμάτων σε άλλη γεωγραφική περιοχή), η εκπροσώπηση του επαγγέλματος στις κρατικές αρχές και η οργάνωση της «μαθητείας», δηλαδή της μεταβίβασης τεχνικών γνώσεων αποκλειστικά στα μέλη τους. Όπως ήταν αναμενόμενο, αυτές οι λειτουργίες μετέτρεψαν μερικές φορές τις συντεχνίες σε παραρτήματα της κρατικής εξουσίας ή σε μηχανισμούς πολιτικής πελατείας των κρατικών λειτουργών.

Οι βυζαντινές μορφές οργάνωσης των βιοτεχνών και των εμπόρων αναπαρήγαγαν τόσο τους ευρύτερους κοινωνικούς διαχωρισμούς αλλά και μια σειρά διαιρέσεις στο εσωτερικό των επαγγελματικών ομάδων. Οι αμειβόμενοι εργάτες (όπως και οι πλανόδιοι έμποροι) ήταν αποκλεισμένοι (5). Γίνονταν δεκτοί μόνο οι βιοτέχνες που ήταν μόνιμοι, εκμεταλλεύονταν τα εργαστήρια και είχαν την ευθύνη τους. Με αυτήν την ιδιότητα εξάλλου έπαιρναν και την άδεια άσκησης επαγγέλματος (που είχε σαν συνέπεια την διοικητική εξάρτηση).  Οι δούλοι σε ορισμένες περιπτώσεις (στα πιο προσοδοφόρα και «ευγενή» επαγγέλματα) μπορούσαν να γίνουν μέλη συντεχνιών με την «καθοδήγηση και έγκριση του κυρίου τους» ενώ δεν υπάρχουν στοιχεία για συμμετοχή γυναικών, που από ότι φαίνεται είχαν αποκλειστεί.  

Οι βυζαντινές συντεχνίες στην πραγματικότητα ήταν (από την δομή και την λειτουργία τους)  μια μορφή οργάνωσης της ελίτ των κύριων βιοτεχνικών κλάδων. Ήταν δηλαδή η οργάνωση μιας μειοψηφίας, που «εκπροσωπούσε» μια κοινωνική κατηγορία με χαμηλή συνοχή και ταξική συνείδηση. Αυτοί οι έμποροι και βιοτέχνες, που στις πηγές αναφέρονται ως «μέσοι» (6), αποτελούσαν τμήμα του μεσαίου στρώματος της πόλης που περιλάμβανε ευκατάστατους κτηματίες, δασκάλους και γιατρούς.

Οι συντεχνίες αναπαράγονταν μέσα από αυστηρότατους κανόνες που δεν επέτρεπαν την συμμετοχή σε άλλη συντεχνία  (η «παραίτηση» τιμωρούνταν με πυρωμένο σίδερο) και υποχρέωναν τα παιδιά των μελών της συντεχνίας να εντάσσονται σε αυτήν και να ακολουθούν την διαδικασία μαθητείας (7). Διέφεραν από την αριστοκρατία, τους «δυνατούς» (8) στο ότι δεν είχαν τίτλους ευγενείας ή αξιώματα (9). Και βέβαια διαχωρίζονταν από την κατώτερη τάξη των μη μόνιμων, μισθωμένων εργατών (που δούλευε και στα εργαστήρια τους) που μαζί με τους δούλους και γενικότερα τους «πένητες» (φτωχοί αγρότες αλλά και εξαθλιωμένα στρώματα της πόλης-πρώην στρατιώτες, ζητιάνοι κ.α) αποτελούσαν την κατώτερη τάξη της αυτοκρατορίας (10).

Αυτή η μειοψηφία συνδεόταν με επαγγέλματα που, λόγω του χαρακτήρα της Βυζαντινής οικονομίας, είχαν δευτερεύουσα θέση στην κοινωνική ιεραρχία (όπως το εμπόριο και η βιοτεχνία). Αυτό βέβαια δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι το Βυζάντιο περιφρονούσε το εμπόριο (11). Στην πραγματικότητα, εξαιτίας της ιστορικής εξέλιξης και παράδοσης του αρχαιοελληνικού και ρωμαϊκού πολιτισμού στην ανατολική μεσόγειο (πολυάριθμες πόλεις, θαλάσσιες μεταφορές, μακρά παράδοση εμπορικών κέντρων, γειτνίαση με κομβικούς εμπορικούς δρόμους της Μέσης Ανατολής και της Ασίας), ΄το εμπόριο ήταν πιο ανεπτυγμένο συγκριτικά με τον δυτικό φεουδαρχισμό εκείνης της περιόδου (12). Εξάλλου το εμπόριο είχε και έναν ευρύτερο ρόλο στο δίκτυο πόλεων-χωριών-μοναστηριών και άρα στην σύνδεση και την επικοινωνία του πολιτικού και του εκκλησιαστικού συστήματος(13). Όμως αυτές οι διαφορές δεν μπορούσαν να ανατρέψουν τους αντικειμενικούς περιορισμούς για το ρόλο του εμπορίου σε μια αγροτική οικονομία.

 

 

Η κρατική παρέμβαση

 

 

Πολύ γρήγορα, από τον 3ο αιώνα και μετά, το Βυζαντινό κράτος, μέσα από νομοθετικές παρεμβάσεις, θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει τις συντεχνίες σαν μέσο άσκηση οικονομικής πολιτικής, μετατρέποντας τες σε μηχανισμούς ελέγχου των τιμών και της επάρκειας των αγαθών (14) αλλά και εποπτείας των κλάδων αφού η κάθε συντεχνία είχε την δυνατότητα ελέγχου των όρων εργασίας, τα όρια των μισθών, τις τιμές πωλήσεων και τα νόμιμα κέρδη. Αυτό είναι σαφές π.χ. στο κέντρο των εξελίξεων, στην Κωνσταντινούπολη , όπου οι νόμοι δηλώνουν ρητά ότι  τα σωματεία βρίσκονταν υπό τον άμεσο έλεγχο του έπαρχου της Πόλεως (praefectus Urbi).  

Ο κρατικός έλεγχος στις συντεχνίες προωθούνταν με μια σειρά μέτρα που παρενέβαιναν όχι μόνο στο γενικό χαρακτήρα και την λειτουργία των συντεχνιών αλλά και στην εσωτερική δομή και λειτουργία τους. Παρά το γεγονός ότι το μοντέλο κρατικής παρέμβασης δεν ήταν ίδιο για όλους τους κλάδους, η κρατική παρέμβαση, με διάφορους τρόπους και σε διαφορετική κλίμακα, εμφανίζεται σχεδόν παντού. Χαράτσι για τα κρατικά ταμεία μέσα από τις συνδρομές η τις εγγραφές των μελών των συντεχνιών, «γνωμοδοτήσεις» ειδικών για την έγκριση εγγραφών και διαδικασιών, εγκρίσεις από τον έπαρχο κ.α.

Μάλιστα για ορισμένες κατηγορίες συντεχνιών (ανάλογα με την οικονομική και πολιτική-βαρύτητα που αποκτάει ο εκάστοτε κλάδος για τις κρατικές αρχές) η κρατική παρέμβαση θα προχωρήσει ακόμα πιο πέρα: Θεσμοθετείται η απευθείας «εκπροσώπηση» της συντεχνίας από διορισμένο κρατικό υπάλληλο, τον έξαρχο, που αντικαθιστά τους εκπροσώπους της συντεχνίας, όχι μόνο στις πολιτικές αλλά και στις οικονομικές λειτουργίες (π.χ. κατανομή παραγγελιών) για προφανής λόγους (όπως στον κλάδο του μεταξιού).

Όλα αυτά τα μέτρα δεν σημαίνουν ότι οι συντεχνίες στην πορεία κρατικοποιήθηκαν από την βυζαντινή εξουσία. Υπάρχουν ιστορικά παραδείγματα για διεκδικήσεις αιτημάτων, π.χ.  προς τον Ιουστινιανό για την φορολογία, ακόμα και μιας απεργίας των τεχνιτών οικοδόμων στις Σάρδεις το 495 που δείχνουν ότι οι βυζαντινές συντεχνίες δεν ήταν ποτέ απλά παραρτήματα της κρατικής μηχανής (15). Εξάλλου όπως είδαμε η κρατική εξουσία δεν παρενέβαινε με ενιαίο τρόπο στις συντεχνίες αλλά ανά κλάδο, ενώ η σύνδεση με τον κρατικό μηχανισμό μπορεί πολλές φορές να χαλάρωνε η και να ακύρωνε στην πράξη τα μέτρα. Ακόμα και σε αυτήν την πρώιμη φάση, οι μορφές οργάνωσης των εμπόρων και των βιοτεχνών ήταν κυρίως μορφώματα επικοινωνίας και συναλλαγής ορισμένων ελίτ των αντίστοιχων κλάδων με την κρατική εξουσία που από την πλευρά της τις χρησιμοποιούσε για τους δικούς της σκοπούς.

Ήταν ακριβώς αυτές οι λειτουργίες που προϋπέθεταν μια σχετική αυτοτέλεια αυτών των οργανώσεων.  Το επιχείρημα της «κρατικοποιημένης» βιοτεχνίας-συγκριτικά με την Δ. Ευρώπη- χρησιμοποιήθηκε όχι μόνο από διάφορους ιστορικούς αλλά και από μαρξιστές, όπως ο Γ.Κορδάτος (16). Ήταν βασικό για να υποστηριχθεί η απουσία υπολογίσιμης εμπορικής/βιοτεχνικής τάξης-συγκριτικά με τον δυτικό φεουδαρχισμό- και άρα η υποτιθέμενη «στρεβλή» μετάβαση προς τις αστικές/καπιταλιστικές σχέσεις (δηλαδή την  «καθυστέρηση» του ελληνικού καπιταλισμού).  Τα παραπάνω δεδομένα δείχνουν ότι αυτό το επιχείρημα βρίσκεται μακριά απο την πραγματικότητα. Πολύ περισσότερο που το Βυζάντιο, σε πείσμα των οπαδών της ψευτοθεωρίας του «Ανατολικού Δεσποτισμού», πέρασε, με τις τοπικές του ιδιομορφίες, από τον 10-11ο αιώνα και μετά στον φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής (17) με κύρια χαρακτηριστικά την συγκρότηση μιας αριστοκρατίας γαιοκτημόνων αλλά και την δημιουργία πρώιμων αστικών σχέσεων, με κέντρο την ανάπτυξη των πόλεων και την άνθηση του εμπορίου.

 

 

Ο μετασχηματισμός της βυζαντινής οικονομίας, οι συντεχνίες και η ταξική πάλη.

 

Από τον 11ο αιώνα και μετά η βυζαντινή οικονομία μπαίνει σε μια φάση σημαντικών μεταβολών (18). Όπως και στον δυτικό φεουδαρχισμό οι λόγοι είναι ταυτόχρονα εξωτερικοί και εσωτερικοί. Η παραδοσιακή κλειστή οικονομία του Βυζαντίου θα δεχτεί μεγάλο χτύπημα από τον άνοιγμα της αγοράς και την ανάπτυξη του εμπορίου, μέσα σε ένα περιβάλλον στρατιωτικών ηττών, απώλειας και γενικότερης παρακμής του κρατικού μηχανισμού.

Αυτή η ανάπτυξη τροφοδοτείται τόσο από το εξωτερικό (με τις εμπορικές δραστηριότητες της Βενετίας και της Γένοβας στις οποίες η αυτοκρατορία των Κομνηνών θα παραχωρήσει οικονομικά προνόμια) αλλά κυρίως από το εσωτερικό, με την οικονομική αναγέννηση των μεσογειακών πόλεων (19). Εδώ η παρακμή της κρατικής μηχανής θα δώσει μεγαλύτερα περιθώρια στην ανάπτυξη του εμπορίου, ενώ η χαλάρωση των κρατικών ελέγχων θα δημιουργήσει ρήγματα στον ορθόδοξο σκοταδισμό.

Αυτή η πρώιμη ανάπτυξη αστικών σχέσεων στην οικονομία (που θα ανακοπεί με το τέλος της αυτοκρατορίας) θα επηρεάσει αποφασιστικά και την κοινωνική δομή. Η ασήμαντη-μέχρι τότε-τάξη των βιοτεχνών και των εμπόρων θα αρχίσει να αναπτύσσεται σε διαφορετική βάση, να πληθαίνει και να αλλάζει την μορφή πολλών μεσογειακών πόλεων, που μετατρέπονται σε οικονομικά κέντρα και αποκτούν για πρώτη φορά κρίσιμο οικονομικό ρόλο, την ώρα που η οικονομία της αυτοκρατορίας γνωρίζει αλλεπάλληλες καταρρεύσεις.

Όλα τα παραπάνω σταδιακά μετασχηματίζουν και τον ρόλο των συντεχνιών. Καθώς αντικειμενικά περιορίζεται η δυνατότητα τους να έχουν βοηθητικό ρόλο στην κρατική οικονομική πολιτική (κάτι που προϋποθέτει το μοντέλο της κλειστής οικονομίας που παρακμάζει) σταδιακά χάνουν τις κρατικές οικονομικές αρμοδιότητες και υποχρεώσεις τους, που μεταφέρονται είτε στις κρατικές συμφωνίες με τους ξένους εμπόρους, είτε στην αριστοκρατία των γαιοκτημόνων. Αυτό οδηγεί τις συντεχνίες είτε σε διάλυση είτε σε μετασχηματισμό. Σε όσες συνεχίζουν να λειτουργούν η κοινωνική τους ιδιότητα έρχεται στο προσκήνιο (20). Συνδέονται πιά όχι με την εξουσία αλλά με τα φτωχότερα στρώματα που εξεγείρονται ενάντια στην  φτώχεια και την αθλιότητα του ύστερου Βυζαντίου. Αυτήν την περίοδο,  η ιστορική καταγραφή των συντεχνιών δεν βρίσκεται πια στα κρατικά αρχεία αλλά στις λαϊκές εξεγέρσεις.

Τον 14ο αιώνα, μέσα σε ένα κλίμα πολέμων, εμφυλίων ανάμεσα στις διάφορες κλίκες της βυζαντινής εξουσίας, κατάρρευσης του κρατικού μηχανισμού αλλά και ολοένα μεγαλύτερης οικονομικής εκμετάλλευσης από τους γαιοκτήμονες και τα μοναστήρια, ξεσπούν λαϊκά κινήματα, στα οποία οι συντεχνίες (οργανωμένες η όχι) έχουν ενεργό ρόλο. Στην Ανδριανούπολη το 1341 ξεσπάει εξέγερση ενάντια στην αριστοκρατία στην οποία πρωτοστατούν οι βιοτέχνες της πόλης μαζί με τους αγρότες (21). Το πιο τρανταχτό παράδειγμα όμως θα έρθει την επόμενη χρονιά, το 1342, στην Θεσσαλονίκη με την εξέγερση των Ζηλωτών (22). Η εξέγερση θα κρατήσει χρόνια και τελικά, το 1347, οι Ζηλωτές που έχουν επικρατήσει θα αρνηθούν να αναγνωρίσουν την κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης και θα ανακηρύξουν ανεξάρτητη δημοκρατία με αρχηγό τον πρόεδρο της συντεχνίας των ναυτικών Ανδρέα Παλαιολόγο.  Το κίνημα των Ζηλωτών ήταν η κορύφωση των ταξικών αγώνων ανάμεσα στους «δυνατούς» και τους «πένητες» που κάλυψε μεγάλο μέρος του 14ου αιώνα (23).

Η «κομμούνα της Θεσσαλονίκης» θα αντέξει για δύο χρόνια (1347-1349), πριν την καταστείλει ένας συνασπισμός του αυτοκράτορα με τους ευγενείς και τους Τούρκους (24). Θα εφαρμόσει ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα που απελευθέρωσε όλους τους δουλοπάροικους, δήμευσε όλη την γη των γαιοκτημόνων και των μοναστηριών και την μοίρασε στους φτωχούς αγρότες και διέγραψε όλα τα χρέη των λαϊκών στρωμάτων στους επίσημους και ανεπίσημους τοκογλύφους.  Το κίνημα των Ζηλωτών και το εφαρμοσμένο πρόγραμμα του, αξεπέραστο μέχρι σήμερα, αποτελεί μία από τις πιο λαμπερές σελίδες της ιστορίας αυτού του τόπου και μια από τις μεγαλύτερες εξεγέρσεις ολόκληρης της προκαπιταλιστικής περιόδου της Ευρώπης.

Το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (που συμβολικά θα σφραγισθεί με την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453) θα οδηγήσει και στην ολοκλήρωση του φεουδαρχικού σταδίου στον Ελλαδικό (και ευρύτερα στον Βαλκανικό) χώρο. Μαζί του θα σβήσουν και τα χαρακτηριστικά που είχαν πάρει οι συντεχνίες την τελευταία περίοδο της Αυτοκρατορίας. Όμως οι επαγγελματικές οργανώσεις των αστικών στρωμάτων της πόλης θα επιστρέψουν πολύ σύντομα, μέσα στο Οθωμανικό κράτος, στην αρχική τους μορφή: στην μορφή των επαγγελματικών οργανώσεων ως «συνεταιρισμών» που διαπλέκονται με την κρατική εξουσία και αναλαμβάνουν λειτουργίες της. Η μακρά παράδοση του συντεχνιασμού των αστών θα περάσει έτσι μέσα από την Βυζαντινή αυτοκρατορία (με εξαίρεση, όπως είδαμε, την τελευταία περίοδο) στην Τουρκοκρατία και θα διαμορφώσει, μέσα από αλλαγές και προσαρμογές, το πλαίσιο για τις επαγγελματικές οργανώσεις και τα σωματεία στο νέο Ελληνικό κράτος.

 

Βαγγέλης Ζέρβας.

 

 

(συνεχίζεται)

 

 

Σημειώσεις:

 

 

  1. CyrilMango, «Η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης», ΜΙΕΤ 1988 (1980), σελ 77-107.
  2. Ιωάννης Δημητρούκας, «Συντεχνίες στην Κωσταντινούπολη», Encyclopaedia of the Hellenic World, Constantinople, 2007. http://constantinople.ehw.gr/forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaID=1083
  3. Gilbert Dagron, “Η αστική οικονομία από τον 7ο έως τον 12Ο αιώνα”, Αγγελική Λαίου (γενική εποπτεία), « Η οικονομική ιστορία του Βυζαντίου από τον 7ο έως τον 15ο αιώνα», ΜΙΕΤ, σελ 60
  4. Gilbert Dagron, ο.π , σελ
  5. Gilbert Dagron, ο.π , σελ 75.
  6. Hans-GeorgBeck, «Η Βυζαντινή Χιλιετία», ΜΙΕΤ 2002 (1978), σελ 345.
  7. Τάκης Μαμάτσης, «Ιστορία του Βυζαντίου», Σύγχρονη Εποχή 1985 (Τρίτη έκδοση), σελ 25.
  8. A.A.Vasiliev, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1453», Πελεκάνος (2006) (1928)
  9. AlanHarvey, «Οικονομική ανάπτυξη στο Βυζάντιο 900-1200», ΜΙΕΤ 1997, σελ 332.
  10. R.J.HJenkins, «Η κοινωνική ζωή στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία», Πανεπιστήμιο του Cambridge, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τόμος Α», Μέλισσα 1979 (1967), σελ 681.
  11. PerryAnderson, “Από την αρχαιότητα στον φεουδαλισμό», Οδυσσέας 1980 (1974), σελ 305
  12. Gilbert Dagron, “Η αστική οικονομία από τον 7ο έως τον 12Ο αιώνα”, Αγγελική Λαίου (γενική εποπτεία), « Η οικονομική ιστορία του Βυζαντίου από τον 7ο έως τον 15ο αιώνα», ΜΙΕΤ, σελ 64.
  13. CliveFoss, « Η ζωή στην πόλη και την ύπαιθρο», Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, «Ιστορία του Βυζαντίου», Νεφέλη 2006 (2002), σελ 130.
  14. Gilbert Dagron, “Η αστική οικονομία από τον 7ο έως τον 12ο αιώνα”, Αγγελική Λαίου (γενική εποπτεία), « Η οικονομική ιστορία του Βυζαντίου από τον 7ο έως τον 15ο αιώνα», ΜΙΕΤ , σελ 61.
  15. Gilbert Dagron, ο.π , σελ 61.
  16. Γιάννης Κορδάτος, «Ακμή και Παρακμή του Βυζαντίου», Μπουκομάνης (Ε έκδοση) (1974) (1958), σελ 358-363
  17. Τηλέμαχου Κ.Λούγγη, «Επισκόπηση Βυζαντινής Ιστορίας, τόμος Α», Σύγχρονη Εποχή, 2011, 25-28
  18. Gilbert Dagron, “Η αστική οικονομία από τον 7ο έως τον 12Ο αιώνα”, Αγγελική Λαίου (γενική εποπτεία), « Η οικονομική ιστορία του Βυζαντίου από τον 7ο έως τον 15ο αιώνα», ΜΙΕΤ, σελ 54-56.
  19. Klaus-PeterMatchuke “Η οικονομία των πόλεων (13ος-15ος αιώνας), Αγγελική Λαίου (γενική εποπτεία), « Η οικονομική ιστορία του Βυζαντίου από τον 7ο έως τον 15ο αιώνα», ΜΙΕΤ, σελ 141-142
  20. Gilbert Dagron, “Η αστική οικονομία από τον 7ο έως τον 12Ο αιώνα”, Αγγελική Λαίου (γενική εποπτεία), « Η οικονομική ιστορία του Βυζαντίου από τον 7ο έως τον 15ο αιώνα», ΜΙΕΤ, σελ 77.
  21. Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ, «Παγκόσμια Ιστορία, τόμος τρίτος», Μέλισσα 1956 (1955), σελ 690.
  22. Georg Ostrogorsky, «Ιστορία του Βυζαντινού κράτους τόμος Γ», Πατάκη 2012 (1940), σελ 211.
  23. M.V.Levtchenko, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», Αναγνωστίδη, 1980 (1940) σελ 332.
  24. Γιάννης Κορδάτος, «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδος, τόμος Όγδοος», Εικοστός Αιώνας, 1974)(1958), σελ 255-277.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *