Για το έργο του Β.Ι Λένιν «Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός»

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ΚΟΜΕΠ : 2010 Τεύχος 3

 

 

ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Β. Ι. ΛΕΝΙΝ «ΥΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΟΚΡΙΤΙΚΙΣΜΟΣ»

 

του Νίκου Παπακωνσταντίνου

 

ΥΛΗ ΚΑΙ ΝΟΗΣΗ

 

 

Το βιβλίο του Λένιν «Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός» θα μπορούσε σήμερα, απόλυτα δικαιολογημένα, να έχει ένα κάπως διαφορετικό τίτλο, να λέγεται «Υλισμός και ιδεαλισμός». Και όχι μόνο έτσι, αλλά με την προσθήκη: «Στην εποχή μας».

Τι είναι ιδεαλισμός και τι είναι υλισμός; Πώς μπορεί να γίνει κατανοητή η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους;

Ποια από αυτές τις δυο αφετηριακές θέσεις θα καθορίσει την κατεύθυνση ολόκληρης της σκέψης μας, ανεξάρτητα από το αν σκέπτομαι μεγάλα ή μικρά πράγματα, τις τύχες του κόσμου ή τις τύχες της χώρας μου, τα γονίδια ή τα κουάρκς (quarks), την κβαντομηχανική ή τη θεμελίωση των μαθηματικών, το μυστικό της ανάπτυξης της προσωπικότητας ή το μυστικό της εμφάνισης της ζωής στη γη;

Να λοιπόν ποιο είναι το ερώτημα:

Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στη σκέψη μας, τη συνείδηση και την ύλη;

Αυτόν τον κόσμο τον πολύπλοκο, τον μπερδεμένο που ίσως φαίνεται απλός, τον κόσμο που βλέπουμε γύρω μας, που μέσα του ζούμε και δρούμε, κάνουμε τη δουλειά μας, ανεξάρτητα από το αν γράφουμε φιλοσοφικές πραγματείες ή δοκίμια φυσικής, αν φτιάχνουμε από την πέτρα σπίτια και αγάλματα ή λιώνουμε στην υψικάμινο το ατσάλι.

Εδώ είναι το σταυροδρόμι. Μεσαίος δρόμος δεν υπάρχει. Η προσπάθεια παράκαμψης του προβλήματος, όπως κάνει ο αγνωστικισμός, συσκοτίζει το σταυροδρόμι, μπερδεύει τις σαφείς και τις πιο γενικές έννοιες που αποτελούν τον πυρήνα του ζητήματος, οδηγεί αντικειμενικά στον ιδεαλισμό.

Τέτοιες έννοιες είναι η ύλη και η συνείδηση (ο ψυχισμός, το ιδεατό, η βούληση). Δίνοντας τον ορισμό της ύλης ο Λένιν έγραφε:

«Η ύλη είναι φιλοσοφική κατηγορία που χρησιμεύει για να υποδηλώσει την αντικειμενική πραγματικότητα, που έχει δοθεί στον άνθρωπο απ’ τα αισθήματά του και που αντιγράφεται, φωτογραφίζεται, αντανακλάται απ’ τα αισθήματά μας, ενώ υπάρχει ανεξάρτητα απ’ αυτά»1.

Ολο το άπειρο σύνολο των πραγμάτων, γεγονότων, διαδικασιών που υπάρχουν στη φύση και στην ιστορία, αποκαλείται στη φιλοσοφία αντικειμενική πραγματικότητα (που υπάρχει έξω από το υποκείμενο και ανεξάρτητα από αυτό) ή πιο σύντομα ύλη, υλικός κόσμος.

Η συνείδηση είναι η πιο γενική έννοια που μπορεί να προσδιοριστεί μόνο μέσα από τη σαφή αντιπαράθεσή της με την πιο γενική έννοια «ύλη» και μάλιστα σαν κάτι το δευτερεύον, το παράγωγο, το εξαγόμενο. Η διαλεκτική συνίσταται ακριβώς στο ότι δεν μπορεί να οριστεί η ύλη ως τέτοια, παρά μόνο μέσω του αντιθέτου της και μόνο αν το ένα από τα δύο αντίθετα καθοριστεί σαν πρωταρχικό, ενώ το άλλο ως εξαγόμενο, ως παράγωγο.

Ας διατυπώσουμε τη θέση του Λένιν με ακρίβεια. Η λενινιστική θέση δε συνίσταται απλά στην αναγνώριση της «ύπαρξης του εξωτερικού κόσμου και της γνωσιμότητάς του με τις αισθήσεις μας», αλλά σε κάτι άλλο:

Η ύλη, η αντικειμενική πραγματικότητα που μας δίνεται με τις αισθήσεις μας, τοποθετείται από τον υλισμό στη βάση της θεωρίας της γνώσης (γνωσιολογίας), τη στιγμή που ο κάθε είδους ιδεαλισμός θέτει στη βάση της γνωσιολογίας τη συνείδηση, με το ένα ή το άλλο της ψευδώνυμο (είτε ως «ψυχικό», «συνειδητό» ή «ασυνείδητο» είτε ως «σύστημα μορφών της συλλογικά οργανωμένης εμπειρίας» ή ως «αντικειμενικό πνεύμα», ως ατομικό ή συλλογικό ψυχισμό, ως ατομική ή κοινωνική συνείδηση).

Ομως η κοινωνική συνείδηση (οι θετικιστές παίρνουν αυτή ακριβώς ως «άμεσα δεδομένη», ως προϋπόθεση και βάση της δικής τους θεωρίας της γνώσης που δεν υπόκειται σε παραπέρα ανάλυση) σύμφωνα με το Μαρξ δεν είναι το «πρωτεύον», αλλά το δευτερεύον, το παράγωγο του κοινωνικού είναι, δηλαδή όλων των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων που υπάρχουν ανάμεσα στους ανθρώπους.

Η ανθρώπινη γνώση δεν αποκτάται μόνο μέσω των αισθήσεων, αλλά κυρίως με τη δραστηριότητα της σκέψης που επιστήμη της είναι η λογική (και λογική, σύμφωνα με το Λένιν, είναι η θεωρία της γνώσης του σύγχρονου υλισμού).

Η λογική ορίζεται από το Λένιν, μετά το Μαρξ και τον Ενγκελς, ως η επιστήμη εκείνων των γενικών (αναγκαίων, ανεξάρτητων από τη βούληση και συνείδηση του ανθρώπου) νομοτελειών, που σε αυτές υποτάσσεται αντικειμενικά η εξέλιξη της συνολικής γνώσης της ανθρωπότητας. Οι νομοτέλειες αυτές κατανοούνται σαν αντικειμενικοί νόμοι εξέλιξης του υλικού κόσμου, και του φυσικού και του κοινωνικοϊστορικού κόσμου, της αντικειμενικής πραγματικότητας γενικά, που αντανακλώνται στη συνείδηση της ανθρωπότητας και έχουν επαληθευτεί μέσα από χιλιάδες χρόνια ανθρώπινης πρακτικής.

Επομένως:

Η λογική ως επιστήμη συνορεύει και τείνει να ταυτίζεται με τη θεωρία της ανάπτυξης της ύλης, αλλά όχι με την άμεσα δοσμένη μορφή της.

Οι θετικιστές αντίθετα υιοθετούν την «τυπική λογική», η οποία είναι μια συλλογή τρόπων, μεθόδων, κανόνων που σε αυτήν υποτάσσεται συνειδητά και με πλήρη επίγνωση η νόηση του κάθε ανθρώπου. Στη βάση της τυπικής λογικής βρίσκονται όλες εκείνες οι παμπάλαιες αρχές της τυπικής λογικής που διδάσκουν και στα σχολεία, ο νόμος της ταυτότητας, ο νόμος της αντίφασης και η αρχή της τρίτου αποκλίσεως.

Τι είναι ωστόσο η νόηση;

Αν η σκέψη είναι απλά «λόγος πλην ήχος» (αυτός είναι ο κεντρικός άξονας της αντίληψης ολόκληρου του θετικισμού), «άφωνος λόγος» ή διαδικασία ανάπτυξης των γλωσσικών συστημάτων, τότε έχει δίκιο ο θετικισμός. Και εδώ ακριβώς αρχίζει η πορεία προς τον ιδεαλισμό.

Ο Σπινόζα εξέφραζε ένα στενό υλισμό της εποχής, που αντιλαμβανόταν τη σκέψη σαν μια έμφυτη ικανότητα που έχει το υλικό σώμα, όχι όμως το κάθε υλικό σώμα, αλλά μόνο το σκεπτόμενο και που με τη βοήθειά της μπορεί να τοποθετήσει τη δράση του στο συγκεκριμένο κόσμο ενός συγκεκριμένου χώρου, σύμφωνα με τη μορφή και τη διάταξη όλων των εξωτερικών προς αυτό σωμάτων, τόσο «των σκεπτόμενων» όσο και «των μη σκεπτόμενων».

Γι’ αυτό ο Σπινόζα συμπεριλαμβάνει τη νόηση στις κατηγορίες της ουσίας, όπως και την έκταση. Ετσι καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η νόηση υπάρχει ακόμη και στα ζώα. Κατά την αντίληψή του και τα ζώα «έχουν ψυχή». Η αντίληψη αυτή διακρίνει το Σπινόζα από τον Ντεκάρτ, που πίστευε ότι το ζώο είναι απλά ένα «αυτόματο», μια πολύπλοκη «μηχανή».

Η πραγματικότητα όμως είναι ότι η νόηση γεννιέται στην πορεία και στο εσωτερικό της υλικής κίνησης ως στοιχείο της, ως πτυχή της και μόνο αργότερα αποσπάται, σε ειδική ξεχωριστή μέσα στο χρόνο και στο χώρο δραστηριότητα, που μόνο στον άνθρωπο παίρνει τη μορφή «σήματος».

Μια εντελώς διαφορετική εικόνα έχουμε, όταν με γνώμονα την ατομική εμπειρία ο λεκτικά διαμορφωμένος κόσμος εκλαμβάνεται σαν αφετηριακό σημείο στη θεωρία της γνώσης. Είναι εύκολο να υποπέσει κανείς σε μια τέτοια αυταπάτη, πολύ περισσότερο που στην ατομική εμπειρία και στην πραγματικότητα οι λέξεις (τα σήματα γενικά) δίνονται κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο στην αισθητηριακή παρατήρηση, όπως ο ήλιος, τα ποτάμια και τα βουνά, τα αγάλματα και οι πίνακες κλπ.

Η αυθόρμητη αναγωγή της ατομικής εμπειρίας ως βάση για τη θεωρία της γνώσης μπορεί να οδηγήσει στον ιδεαλισμό, έτσι οι λέξεις αντιμετωπίζονται όχι ως αντανάκλαση εννοιών αλλά ως βολικά «σύμβολα»-σημεία που έχουν καθιερωθεί ως τέτοια με βάση την εμπειρία.

Ομως και η «συλλογική εμπειρία» μπορεί να ερμηνεύεται ως κάτι το ανεξάρτητο από το Είναι, ως αυθύπαρκτη, ως κάτι το πρωταρχικό.

 

 

ΥΛΗ ΚΑΙ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

 

 

Ο Φρ. Ενγκελς και ο Β. Ι. Λένιν αναφέρονται κυρίως στη σχέση συνείδησης – φύσης, συνείδησης – εξωτερικού κόσμου, συνείδησης αντικειμενικής πραγματικότητας, που δίνεται σε μας διαμέσου των αισθήσεων.

Το ζήτημα της σχέσης συνείδησης – εγκεφάλου είναι ζήτημα που λύνεται εντελώς συγκεκριμένα και επιστημονικά, όχι όμως στη φιλοσοφία, αλλά με τις κοινές προσπάθειες της ψυχοφυσιολογίας και της νευροφυσιολογίας του εγκεφάλου.

Ο,τι συμβαίνει μέσα στο ανθρώπινο σώμα, στον εγκέφαλο, στο νευρικό σύστημα και στα αισθητήρια όργανα, αποτελεί μονοπώλιο των φυσικών επιστημόνων. Μερικές φορές όμως αρχίζουν να νομίζουν πως η λύση του ζητήματος για τη σχέση συνείδησης – εγκεφάλου και ανθρώπινου σώματος αποτελεί και τη λύση του βασικού ζητήματος της φιλοσοφίας, του ζητήματος δηλαδή της σχέσης όλης της συνείδησης προς όλο τον εξωτερικό (σε σχέση με τη συνείδηση) κόσμο. Η φιλοσοφία είναι η επιστήμη που μελετάει αυτό το ζήτημα, στηριζόμενη στα συμπεράσματα άλλων επιστημών.

Η σχέση συνείδησης και υπάρχοντος έξω από το σκεπτόμενο εγκέφαλο υλικού, αντικειμενικού κόσμου των φυσικών και κοινωνικο-ιστορικών φαινομένων απασχολούσε, απασχολεί και θα απασχολεί τη φιλοσοφία. Σε αυτό ακριβώς το ζήτημα δεν είναι σε θέση να απαντήσει καμιά ψυχοφυσιολογία – νευροφυσιολογία, όσο εκλεπτυσμένη και αν είναι.

Δηλαδή η φιλοσοφία δεν ασχολείται μόνο (και μάλιστα όχι τόσο) με τη σχέση της ατομικής συνείδησης, κυρίως με όλα τα υπόλοιπα, αλλά κυρίως με τη σχέση της κοινωνικής συνείδησης (που πραγματοποιείται συλλογικά και με ιστορική συνέπεια από εκατομμύρια σκεπτόμενους εγκεφάλους) -της συνείδησης γενικά- με τον κόσμο που υπάρχει έξω από αυτή.

Ο υλικός κόσμος αντιπαρατίθεται τόσο στον ατομικό σκεπτόμενο εγκέφαλο, όσο και στο «συλλογικό σκεπτόμενο εγκέφαλο της ανθρωπότητας», δηλαδή στη νόηση γενικά, στη συνείδηση γενικά, στον ψυχισμό γενικά, στο πνεύμα γενικά. Στα πλαίσια της επίλυσης του βασικού ζητήματος της φιλοσοφίας ο ψυχισμός, η συνείδηση, η νόηση και το πνεύμα, είναι απλά συνώνυμα.

Η κοινωνική συνείδηση, που εξελίσσεται από γενιά σε γενιά, διαφέρει από την ατομική συνείδηση. Δεν μπορούμε να εξετάσουμε τη συλλογική συνείδηση των ανθρώπων (φιλοσοφικά συνείδηση) κατ’ εικόνα και ομοίωση ενός ξεχωριστού «μορίου» αυτής της συνείδησης, σαν μια πολλαπλά επαναλαμβανόμενη και επαυξημένη σε διαστάσεις «μοριακή μονάδα». Το ιστορικά εξελισσόμενο σύνολο, ολόκληρος ο πνευματικός πολιτισμός της ανθρωπότητας – είναι αυτό που ενδιαφέρει τη φιλοσοφία.

Την κοινωνική συνείδηση (και η επιστήμη έχει να κάνει ακριβώς με αυτήν) ο Μαχ και γενικότερα οι θετικιστές ούτε καν τη σκέπτονται. Επομένως, το ζήτημα της επιστήμης -τι είναι επιστήμη, από πού και γιατί δημιουργείται, σύμφωνα με ποιους νόμους εξελίσσεται- παραμένει γενικά έξω από το οπτικό τους πεδίο. Οπως ακριβώς και η τέχνη, η πολιτική, το δίκαιο, η ηθική ως γενικές μορφές συνείδησης.

Το μαχισμό, εμπειριοκριτικισμό, το μόνο που τον ενδιαφέρει στη φιλοσοφία είναι η σχέση ατομικής συνείδησης – εγκεφάλου – αισθητηρίων οργάνων. Γι’ αυτό και συνεχώς επικαλούνται αποκλειστικά την ψυχική εμπειρία του ξεχωριστού ατόμου. Από εδώ προέρχεται και η πλαστή «πειστικότητα» των επιχειρημάτων του.

Είναι αυτονόητο ότι η πραγματική σκέψη ενός επιστήμονα και οποιουδήποτε άλλου και μάλιστα μεγάλου επιστήμονα, και η αντίληψη που έχει για τη νόηση, διαφέρουν ουσιαστικά μεταξύ τους.

Γι’ αυτό και ο Λένιν είχε κάθε λόγο να αποκαλεί τον Μαχ μεγάλο επιστήμονα στον τομέα της Φυσικής, αλλά μικρό και αντιδραστικό φιλόσοφο, δηλαδή ψευτοειδικό στον τομέα που ερευνά τη συνείδηση και τους νόμους εμφάνισης και εξέλιξής της.

Ολα αυτά ο Λένιν τα αποδεικνύει. Το να σκέπτεσαι καλά στο δικό σου εξειδικευμένο τομέα -στη φυσική- δε σημαίνει ότι σκέπτεσαι το ίδιο καλά και στον τομέα της επιστήμης για τη νόηση, τη συνείδηση και τον ψυχισμό. Εδώ είναι απαραίτητο να γνωρίζεις τα γεγονότα όχι μόνο με βάση την προσωπική σου εμπειρία, αλλά με βάση τη γενίκευση της γνώσης της ανθρωπότητας.

Είναι επίσης αναγκαίο να γνωρίζεις και την ιστορία της διερεύνησής τους όχι μόνο με βάση την προσωπική εμπειρία, αλλά με βάση την ιστορία αυτής της επιστήμης.

Γι’ αυτό το λόγο ο Λένιν εξοργίστηκε όταν οι Μπογκντάνοφ, Μπαζάροφ, Λουνατσάρσκι, συμμαχώντας με τους μενσεβίκους Βαλεντίνοφ, Γιούσκεβιτς, κλπ., άρχισαν να κάνουν εκκλήσεις στη ρωσική σοσιαλδημοκρατία να μάθει να σκέπτεται από το Μαχ και σύμφωνα με το Μαχ και μάλιστα στον τομέα των κοινωνικών επιστημών, σε εκείνο ακριβώς τον τομέα, όπου η φιλοσοφία του Μαχ αποκάλυψε τη φανερή κενότητα και αντιδραστικότητά της.

Γινόταν λόγος για το μέλλον του νέου κύματος της επανάστασης στη Ρωσία. Το 1905 δεν είχε λύσει κανένα από τα θεμελιακά προβλήματα που αντιμετώπιζε η χώρα. Θα νικήσει η νέα επανάσταση ή θα πνιγεί στο αίμα; Αυτό ήταν το ερώτημα που προσδιόριζε την ουσία της διαμάχης.

Ο Λένιν αντιλαμβανόταν πολύ καλά ότι αν οι μπολσεβίκοι σκέπτονταν όπως και ο Μαρξ, δηλαδή υλιστικά και διαλεκτικά, θα μπορούσαν να οδηγήσουν το προλεταριάτο της Ρωσίας στην αποφασιστική νίκη, στην πραγματική λύση των βασικών αντιθέσεων της ανάπτυξης της χώρας.

Από εδώ γίνεται κατανοητό ότι δεν ήταν απλά ο φιλοσοφικός υλισμός που ο Λένιν υπερασπίζεται στο βιβλίο του. Υπερασπίζεται την υλιστική (επιστημονική) διαλεκτική. Τη διαλεκτική ως λογική και θεωρία της γνώσης.

Το βασικό ζήτημα που έθεσαν οι μαχιστές και οι εμπειριοκριτικιστές συνίσταται: Στη σχέση της υλιστικής διαλεκτικής με τα γεγονότα που είχαν συντελεστεί στις σύγχρονες φυσικές επιστήμες, με εκείνες τις αλλαγές δηλαδή που έγιναν στη λογική της σκέψης των φυσικών επιστημόνων.

Ο Λένιν αντιλήφθηκε ότι εδώ βρισκόταν η κύρια αιχμή του ζητήματος και όλη η σημασία του γεγονότος αυτού για τη φιλοσοφία του μαρξισμού. Και μόνο ο Λένιν μπόρεσε να δει αυτό το πολύπλοκο ζήτημα, σε ένα πραγματικά θεμελιακό πεδίο. Σε εκείνο το επίπεδο, το οποίο και σήμερα, εκατό χρόνια μετά (και τι χρόνια!) αποτελεί υπόδειγμα για κάθε μαχητή του σοσιαλισμού που τολμά να μελετήσει τα προβλήματα της σχέσης της υλιστικής διαλεκτικής με την εξελισσόμενη σκέψη στον τομέα των φυσικών επιστημών, με τις θεωρητικές φυσικές επιστήμες.

 

 

 

ΥΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ

 

 

 

Στο κεφάλαιο «Η νεότερη επανάσταση στις φυσικές επιστήμες και ο φιλοσοφικός ιδεαλισμός», στο βιβλίο του Λένιν, καταφέρνει ένα συντριπτικό πλήγμα στο μαχισμό, την πλέον τυπική παραλλαγή του θετικισμού γενικά, ο οποίος μέχρι σήμερα παρουσιάζεται σαν η μόνη φιλοσοφία που έχει τάχα το δικαίωμα να μιλάει εκ μέρους των φυσικών επιστημών του 20ού αιώνα, εξ ονόματος της σύγχρονης επιστήμης.

Οπως αποδείχτηκε, στον «Υλισμό και Εμπειριοκριτικισμό», η άγνοια της διαλεκτικής ήταν η ολέθρια αιτία για τον εκφυλισμό του αυθόρμητου υλισμού των φυσικών επιστημόνων -της «φυσικής» γνωσιολογικής τους τοποθέτησης- στις πιο χυδαίες και αντιδραστικές παραλλαγές του ιδεαλισμού και του κληρικαλισμού, πράγμα που επιμελώς ενθάρρυναν οι επαγγελματίες – καθηγητές φιλόσοφοι, οι συνειδητοί ή αυθόρμητοι σύμμαχοι του κληρικαλισμού. Τη βασική τους μέθοδο πάλης, παγιδεύοντας τους επιστήμονες ενάντια στον υλισμό, ο Λένιν τη διατύπωνε ως εξής: «Σας χαρίζουμε την επιστήμη κ.κ. φυσιοδίφες αφήστε μας την γνωσιολογία, την φιλοσοφία, αυτός είναι ο όρος συμβίωσης των θεολόγων με τους καθηγητές στις “πρωτοπόρες” καπιταλιστικές χώρες»2.

Και έως ότου οι περισσότεροι επιστήμονες δε θα γνωρίζουν και δε θα είναι σε θέση να εφαρμόζουν συνειδητά την υλιστική διαλεκτική ως μέθοδο και γνωσεοθεωρία στο δικό τους τομέα, ο ιδεαλισμός θα ξεφυτρώνει μέσα στις ίδιες τις φυσικές επιστήμες, ενώ θα κερδίζουν την πίστη και την εμπιστοσύνη των ανθρώπων οι πιο αντιδραστικές ιδεαλιστικές «σχολές».

Η δύναμη της θετικιστικής, ιδεαλιστικής φιλοσοφίας συνίσταται στη φιλοσοφική ανεπάρκεια ή την ιδεολογική στράτευση πολλών σύγχρονων φυσικών επιστημόνων. Και ο Λένιν βρήκε το θάρρος να τους πει τη δυσάρεστη αυτή αλήθεια ήδη από τις αρχές του αιώνα, όπου είχαν συσσωρευτεί μια σειρά νέες ανακαλύψεις στις φυσικές επιστήμες, να τους το πει ρητά, χωρίς διπλωματία, συνειδητοποιώντας περίφημα ότι αυτή η πικρή αλήθεια μπορεί να τους θίξει το φιλότιμο. Το να κάνεις δημόσια μια τέτοια διάγνωση ήταν κάτι που απαιτούσε ηθική τόλμη: να λες δηλαδή στους μεγαλύτερους παράγοντες της σύγχρονης επιστήμης, ότι δεν έμαθαν να σκέπτονται πραγματικά επιστημονικά στον τομέα της γνωσιοθεωρίας και της λογικής.

Το κύριο ζήτημα φυσικά δε βρισκόταν μόνο στην προσωπική ηθική τόλμη του Β. Ι. Λένιν, αλλά σε εκείνη τη διανοητική τόλμη που απαιτούν οι αρχές της φιλοσοφίας, που ο ίδιος υπερασπίζεται σε κάθε σελίδα του «Υλισμός και Εμπεριοκριτικισμός».

Το 1908 οι Ε. Μαχ και ο Α. Πουανκαρέ ήταν εξέχοντες εκπρόσωποι της θεωρητικής φυσικής εκείνης της εποχής. Γι’ αυτούς λοιπόν και όχι για τους ασήμαντους που τα είχαν μπερδέψει στην επιστήμη, ο Β. Ι. Λένιν θεώρησε αναγκαίο να πει:

«Οταν πρόκειται για φιλοσοφία, δεν πρέπει να πιστεύουμε ούτε λέξη κανενός από αυτούς τους καθηγητές, που είναι ικανοί να προσφέρουν τις πιο πολύτιμες εργασίες στους ειδικούς τομείς της χημείας, της ιστορίας ή της φυσικής. Γιατί; Για τον ίδιο λόγο που όταν πρόκειται για τη γενική θεωρία της πολιτικής οικονομίας, δεν πρέπει να πιστεύουμε ούτε λέξη κανενός καθηγητή της πολιτικής οικονομίας, ικανού να προσφέρει τις πιο πολύτιμες εργασίες στον τομέα των πραγματικών, των ειδικών ερευνών. Για το λόγο ότι στην σύγχρονη κοινωνία η γενική θεωρία της πολιτικής οικονομίας είναι το ίδιο κομματική επιστήμη όπως και η γνωσιολογία»3.

Πραγματικά ούτε λέξη από όσα λένε δεν πρέπει να πιστέψει κανείς, όταν αρχίζουν να μιλάνε για γνωσιοθεωρία, για τη λογική, για τη μέθοδο της επιστημονικής σκέψης, γιατί δε γνωρίζουν από φιλοσοφική άποψη αυτόν τον τομέα και γι’ αυτό ακριβώς μπερδεύονται, ταλαντεύονται σε κάθε τους βήμα, κάνοντας όλο και περισσότερες υποχωρήσεις στον ιδεαλισμό, λαμβάνοντας δηλαδή μια φιλοσοφική θέση, που είναι στην ουσία αντιεπιστημονική και εχθρική προς την επιστήμη γενικά, και προς τη δική τους επιστήμη ειδικά. Αλλά παρόλα αυτά συνεχίζουν να είναι διακεκριμένοι θεωρητικοί στο δικό τους, ειδικό, τομέα της σκέψης.

Παράδοξο; Ναι, είναι από εκείνα τα παράδοξα, που έχει πλήθος η ιστορία γενικά και η ιστορία της επιστημονικής σκέψης ειδικά:

Ο Λένιν, στη βάση της λεπτομερούς φιλοσοφικής και θεωρητικής ανάλυσης, δείχνει την ουσία αυτού του παράδοξου, δείχνει πως είναι δυνατός ένας τέτοιος αφύσικος συνδυασμός. Ο συνδυασμός της επιστημονικής σκέψης που υλοποιείται από τους φυσικούς επιστήμονες, με μια ανεπαρκή επίγνωση ή ψευδή γνώση της ουσίας του ίδιου τους του έργου, με μια αντιεπιστημονική (ψευδοεπιστημονική) ερμηνεία των πραγματικών νόμων της ίδιας τους της σκέψης, δηλαδή εκείνων των αντικειμενικών νόμων της γνώσης στους οποίους -είτε το θέλουν αυτό μερικοί φυσικοί επιστήμονες είτε όχι, είτε το συνειδητοποιούν αυτό είτε όχι- υποτάσσεται τελικά το ίδιο η πορεία, τόσο της γνώσης συνολικά όσο και της γνώσης σε κάθε ειδικό τομέα της. Και τίθεται αντικειμενικά το ζήτημα: Π.χ. μπορούμε να μελετάμε την κβαντική μηχανική, τη βιολογία, την κληρονομικότητα και πολλούς άλλους τομείς της ανθρώπινης γνώσης μόνο από τη σκοπιά των έτοιμων αληθειών;

Σε αυτές τις επιστήμες όλα βρίσκονται σε κατάσταση κίνησης, ερευνών, πλάι στους σπουδαίους κόκκους της απόλυτης γνώσης, εδώ κυριαρχούν οι σχετικές αλήθειες, που κατά την πορεία της γνώσης βαθαίνουν, τελειοποιούνται, ξεκαθαρίζονται χάρις στη βοήθεια πιο πλατιών και αληθινών εννοιών και θεωριών. Γεννιέται το ερώτημα: Υπάρχει άραγε, σε αυτή την κίνηση της γνώσης, από το σχετικό στο απόλυτο, από τη μη πλήρη και λιγότερο βαθιά προς την πλήρη και πιο βαθιά γνώση, κάποια λογική;

Αφού η τυπική λογική δεν μπορεί να υποδείξει τους νόμους της γνώσης που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στις αναπτυσσόμενες σχετικές αλήθειες, αυτό δείχνει τη στενότητα και τον περιορισμένο χαρακτήρα της.

Και όμως η θέση ότι η γνώση βρίσκεται σε κίνηση από τις σχετικές προς τις απόλυτες αλήθειες, δεν αφορά κάποιους ξεχωριστούς, καθυστερημένους τομείς της επιστήμης, αλλά το σύνολο των επιστημών, οποιαδήποτε επιστήμη.

Το συμπέρασμα του Λένιν είναι ακαταμάχητο: «Στη γνωσιοθεωρία καθώς και σε όλους τους άλλους τομείς της επιστήμης, πρέπει να σκεπτόμαστε διαλεκτικά, δηλαδή να μη θεωρούμε τις γνώσεις μας σαν κάτι το έτοιμο και το αμετάβλητο, αλλά να ξεδιαλύνουμε με τι τρόπο από την άγνοια προκύπτει η γνώση, με τι τρόπο η γνώση, η όχι πλήρης, η όχι ακριβής γίνεται πληρέστερη και ακριβέστερη»4.

Και ακόμη:

«Στην παλιά λογική δεν υπάρχει πέρασμα, εξέλιξη (εννοιών και νόησης)». Στη διαλεκτική λογική υπάρχει ανάπτυξη μιας εσωτερικής αναγκαίας σχέσης όλων των μερών και του περάσματος του ενός μέρους στο άλλο5.

Στη γνώση δηλαδή προσιδιάζουν ορισμένοι αντικειμενικοί νόμοι. Η γνώση μπορεί να κατανοηθεί μόνο ως ανάπτυξη, ως κίνηση της νόησης.

Στην πραγματικότητα οι φυσικοί επιστήμονες συχνά σκέπτονται σε κάθε τους βήμα αντίθετα με τη λογική και γνωσιοθεωρία που οι ίδιοι διακηρύσσουν συνειδητά, επειδή σε αυτό τους ωθεί η ασφυκτική πίεση του συνόλου των γεγονότων και η αδιαμφισβήτητη εγκυρότητα των πειραματικών δεδομένων, δηλαδή η δύναμη των καθ’ όλα υλικών προϋποθέσεων της σκέψης, των νόμων της.

Οι άνθρωποι που συμμετέχουν πραγματικά στην παραγωγή νέας γνώσης για τη φύση, αναγκάζονται σε κάθε τους βήμα να διανύουν τέτοιες διαδρομές με τη σκέψη τους, να κάνουν τέτοιες «πράξεις με τις έννοιες», οι οποίες, από την άποψη της λογικής και γνωσιοθεωρίας που οι ίδιοι συνειδητά διακηρύσσουν, δεν είναι απλά ακατανόητες, αλλά και εντελώς αθέμιτες και μάλιστα παράνομες.

Σύμφωνα με το διαλεκτικό υλισμό, δηλαδή τη σαφή και συνεπή διαλεκτική υλιστική γνωσιοθεωρία, τέτοιου είδους καταστάσεις δεν έχουν τίποτα το αινιγματικό: Απλά επιβεβαιώνουν ανάγλυφα ότι όλες χωρίς εξαίρεση οι αλλαγές, οι εξελίξεις και οι επαναστάσεις που γίνονται μέσα στη συνείδηση (στην κοινωνική συνείδηση) καθορίζονται και εξηγούνται από το γεγονός ότι η συνείδηση αυτή -παρ’ όλες τις αυταπάτες που μπορεί να δημιουργήσει σε σχέση με αυτό- αναγκάζεται στην ανάπτυξή της να υποταχθεί στη δύναμη των αντικειμενικών δεδομένων, όπως υποτάσσεται κανείς σε κάποια ανώτατη εξουσία. Ακριβέστερα, σε εκείνο το ανεξάρτητο από τη συνείδηση και το έξω από αυτήν υπάρχον συγκεκριμένο σύνολο γεγονότων που έχουμε ως υλικός κόσμος ή απλά ύλη.

Είναι βέβαια γεγονός ότι στην πορεία της πραγματικά συντελούμενης έρευνας, η σκέψη κάθε σοβαρού φυσικού επιστήμονα, έχει ακριβώς σαν πυξίδα αυτήν την γνωσιολογική θέση και παραμένει επιστημονική, ακριβώς στο βαθμό και στο μέτρο που εξακολουθεί να την έχει πραγματικά σαν πυξίδα. Γι’ αυτό και ο Λένιν έχει κάθε δικαίωμα να εμμένει στο ότι οι φυσικές επιστήμες αποδέχονταν πάντα και αποδέχονται την άποψη της υλιστικής γνωσιοθεωρίας.

Αλλο ζήτημα βέβαια είναι η ασυνέπεια που προκύπτει από τη μη γνώση της υλιστικής διαλεκτικής που αποτυπώνεται και στην απόδοση εννοιών που αξιοποιούν διάφοροι φυσικοί επιστήμονες στη διατύπωση θεμελιακών αρχών του φιλοσοφικού έργου τους. Ετσι οδηγούνται σε ανακρίβειες, ανεπάρκειες και λάθη, που αντικειμενικά ενισχύουν την ιδεαλιστική αντίληψη.

Ο διαλεκτικός υλισμός αναγνωρίζει τις αντιφάσεις ανάμεσα στα αποτελέσματα της εργασίας των φυσικών επιστημόνων και στο πώς τα ερμηνεύουν. Ετσι μπορεί να «διαχωρίσει» τα αποτελέσματα της εργασίας του φυσικού επιστήμονα, ασκώντας κριτική στις λαθεμένες θεωρίες ιδεαλιστικής, σχετικιστικής επεξήγησης που αυτός μπορεί να υιοθετεί. Ο θετικισμός αντίθετα ισχυρίζεται ότι αναγνωρίζει ως αφετηριακό δεδομένο ανάλυσης του δικού του φιλοσοφικού έργου μόνο τα λεγόμενα και τις κρίσεις των φυσικών ερευνητών.

Οι ιδεαλιστές μάλιστα, επικεντρώνουν την προσοχή τους σε εκείνες τις δηλώσεις και σε εκείνα τα σημεία που μπορούν να χρησιμοποιήσουν επωφελώς για να επιβεβαιώσουν τις ιδεαλιστικές ανασκευές της πραγματικής διαδικασίας της γνώσης της φύσης. Αποτέλεσμα είναι ότι οι ισχυρισμοί μιας ανακριβούς περιγραφής πραγματικών γεγονότων από το στόμα ενός ερευνητή, παρουσιάζονται σαν ακριβής έκφραση της ουσίας του, σαν πόρισμα των φυσικών επιστημών.

Οχι τυχαία αλλά μεθοδικά οι θετικιστές νουθετούν τους επιστήμονες με συγκεχυμένες αντιλήψεις και για την ύλη και για τη συνείδηση, ενώ τους απλούς, σαφείς, καλομελετημένους ορισμούς των θεμελιακών εννοιών της υλιστικής φιλοσοφίας προσπαθούν να τους δυσφημίσουν, χαρακτηρίζοντάς τους ως πρωτόγονους, απλοϊκούς, μη ευρηματικούς, απαρχαιωμένους. Ετσι οι θετικιστές του 20ού αιώνα κατόρθωσαν να σημειώσουν αρκετές επιτυχίες, αφού όλη η κατάσταση και οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, μέσα στις οποίες ζουν και εργάζονται προς το παρόν οι περισσότεροι φυσικοί ερευνητές, «τους απωθεί από το Μαρξ και τον Ενγκελς, και τους ρίχνει στην αγκαλιά της αγοραίας επίσημης φιλοσοφίας» και κατά συνέπεια «οι εξέχοντες θεωρητικοί δείχνουν και μια τέλεια άγνοια της διαλεκτικής»6.

Τα λόγια αυτά του Λένιν είναι απολύτως επίκαιρα και σήμερα. Στις μέρες μας η πίεση της αστικής ιδεολογίας στη σκέψη των φυσικών επιστημόνων έγινε ακόμα πιο επίμονη, εκλεπτυσμένη και με μεθοδολογία ιδεολογικής, διανοητικής αστυνόμευσης.

Ο σύγχρονος θετικισμός ανύψωσε την επινόηση όλο και νέων τεχνητών όρων σε μια τέτοια τεχνική, που ο εμπειριοκριτικισμός – μαχισμός του Μπογκντάνοφ το 1908 να φαίνεται πραγματικά σαν ερασιτεχνισμός.

Ο Λένιν είδε στην επινόηση τεχνητών όρων τη δημιουργία μιας ειδικής φρασεολογίας, με την οποία θα μπορούσε να εκφράζεται άνετα και εύκολα το καταφανές ιδεαλιστικό ψέμα με μια τέτοια λεκτική επένδυση, που θα είναι δυσδιάκριτο στην αναγνώρισή του, άμεσα.

Η ειδική αυτή φρασεολογία δημιουργήθηκε και τελειοποιήθηκε βαθμιαία με έναν πολύ απλό τρόπο: Με την επιμελημένη απομίμηση των ειδικών γλωσσών της μιας ή της άλλης φυσικής επιστήμης, πότε της φυσικής, πότε των μαθηματικών, πότε της βιολογίας, με την απομίμηση των εξωτερικών ιδιομορφιών της γλώσσας των επιστημόνων και συχνά με τη χρησιμοποίηση όχι μόνο απλά μεμονωμένων όρων από αυτές τις γλώσσες, αλλά και ολόκληρων λεκτικών συμπλεγμάτων, στα οποία έδιναν βαθμιαία διαφορετικό νόημα.

Οι γνωσιολογικές κατασκευές των θετικιστών δίνουν την εντύπωση ότι είναι κατανοητές στον επιστήμονα, αφού το βασικό υλικό σε αυτή την περίπτωση είναι οι υπάρχουσες αντιλήψεις των φυσικών επιστημόνων, οι εκφράσεις στις οποίες ήταν συνηθισμένος.

Ακριβώς με αυτόν τον τρόπο εμφανίστηκε η θλιβερά γνωστή έκφραση «η ύλη εξαφανίστηκε».

Ο πρώτος που πρόφερε αυτή τη φράση δεν ήταν φιλόσοφος, αλλά φυσικός. Γιατί; Με ποια λογική; Πολύ απλά. Η αντίληψη για την έννοια «ύλη», περιορίστηκε στην έννοια της μάζας, μιας δηλαδή ιδιότητας της ύλης. Ο φυσικός, κάνοντας ένα βήμα εμπρός, διαπιστώνοντας μεταβολές σ’ αυτή την ιδιότητα, εγκατέλειψε τις υπάρχουσες αντιλήψεις προς όφελος των νέων και σε αυτή τη γλώσσα που του έμαθε η λεγόμενη «φιλοσοφία των φυσικών επιστημών» (θετικισμός), οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι η ύλη εξαφανίζεται. Αν όμως στα χείλη του φυσικού επιστήμονα η φράση αυτή είναι πραγματικό γεγονός, δηλαδή του υπαρκτού βήματος προς τα εμπρός στην πορεία της γνώσης της φυσικής πραγματικότητας, στα χείλη του ιδεαλιστή φιλοσόφου η διαπίστωση αυτή αποκτά μια εντελώς αντίθετη έννοια. Μετατράπηκε από ανακριβής έκφραση του υπαρκτού γεγονότος σε ακριβή έκφραση της ανύπαρκτης και επινοημένης από τους ιδεαλιστές κατάστασης πραγμάτων.

Σε αυτή και σε κάθε παρόμοια περίπτωση το καθήκον των διαλεκτικών υλιστών συνίσταται στο να βγάζει τα αντικειμενικά φιλοσοφικά συμπεράσματα, γενικεύοντας στη βάση των πορισμάτων των διάφορων επιμέρους επιστημόνων, οπλίζοντάς τους με το αναγκαίο φιλοσοφικό υπόβαθρο. Να καταστήσουν αυτό το γεγονός καθαρό από φιλοσοφική άποψη στον ίδιο το φυσικό επιστήμονα, να τον βοηθήσουν να αποκτήσει επίγνωση γι’ αυτό το γεγονός σωστά.

Εντελώς διαφορετική είναι η στάση του Λένιν απέναντι σε εκείνον τον ειδικό-φιλόσοφο, ο οποίος συνειδητά καπηλεύεται την ευπιστία και την αφροντισιά του επιστήμονα που δεν έχει συγκροτημένες φιλοσοφικές απόψεις, την άγνοιά του ακόμη στον τομέα της γνωσιολογίας. Σε αυτήν ακριβώς την περίπτωση και το ύφος της συζήτησης είναι διαφορετικό.

Πολύ διδακτική και πολύτιμη είναι για εμάς σήμερα, η ικανότητα του Λένιν να θέτει σαφή όρια ανάμεσα στις λαθεμένες από φιλοσοφική άποψη εκτιμήσεις, που τις συναντάμε συχνά στους μεγάλους φυσικούς επιστήμονες, και τον τρόπο που χρησιμοποιούν τις εκτιμήσεις αυτές στα έργα τους οι θετικιστές.

Αν οι φυσικοί επιστήμονες δε διατύπωναν τέτοιες εκτιμήσεις με φιλοσοφική αμεριμνησία, θα ήταν πολύ δύσκολο στους ιδεαλιστές να παραπέμπουν και να επικαλούνται την επιστήμη. Οσο όμως κάτι τέτοιο δεν αποτελεί σπάνιο φαινόμενο, ο ιδεαλισμός έχει τα τυπικά λεκτικά ερείσματα να υποδύεται τη φιλοσοφία των σύγχρονων φυσικών επιστημών, να μασκαρεύεται ως η φιλοσοφία της σύγχρονης εποχής.

 

 

ΥΛΙΣΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΘΕΤΙΚΙΣΜΟΣ

 

 

Γράφει ο Λένιν: «Οι ιδεαλιστές φιλόσοφοι πιάνονται από το παραμικρότερο λάθος, την παραμικρή ασάφεια στην έκφραση των διάσημων φυσιοδιφών, για να δικαιολογήσουν την ανακαινισμένη υπεράσπιση από μέρους τους του φιντεϊσμού»7.

Ο Λένιν προσανατολίζεται να αναζητεί τον ορθολογικό πυρήνα, ακόμα και σε τέτοιες φράσεις των φυσικών επιστημόνων, όπως «η ύλη εξαφανίστηκε», δηλαδή να ανακαλύπτει τα υπαρκτά γεγονότα που υπάρχουν πίσω από αυτές, δεν συγχωρεί όμως τέτοιες εκτιμήσεις, όταν επαναλαμβάνονται από φιλοσοφική σκοπιά. Σε αυτή την περίπτωση δεν αναζητεί κανένα ορθολογικό πυρήνα, έστω και μικροσκοπικό. Αλλα πράγματα απαιτούσε από το Μαχ σαν φιλόσοφο και άλλα από το Μαχ σαν φυσικό επιστήμονα. Γι’ αυτό ακριβώς ο Λένιν δεν αναφέρει ούτε μια λέξη για τα πλεονεκτήματα και τις ελλείψεις των απόψεων του Μαχ πάνω στη φυσική. Αυτές θα τις κρίνουν η Φυσική και οι φυσικοί. Ομως τις φιλοσοφικές απόψεις του Μαχ και των θετικιστών υποστηρικτών του, τις αντιμετωπίζει με την πλέον αυστηρή εκτίμηση στη βάση των κριτηρίων της υλιστικής διαλεκτικής.

Δηλαδή ο θετικισμός, συνδέοντας μοιραία όλες τις φιλοσοφικές έννοιες με την επικρατούσα (και επομένως παροδική) κατάσταση της επιστημονικής γνώσης, μετατρέπει τις έννοιες αυτές σε εμπόδια, τα οποία έπρεπε αναγκαστικά να διώξει από το δρόμο της η ανάπτυξης της επιστήμης.

Αυτού του είδους η στάση προς τις φιλοσοφικές έννοιες συνδέεται οργανικά με τη θετικιστική αντίληψη για την ίδια τη φιλοσοφία, για το αντικείμενό της, το ρόλο και τις λειτουργίες της στον τομέα της επιστημονικής γνώσης. Με βάση αυτές τις αντιλήψεις η «σύγχρονη» φιλοσοφία (αστική) -σε αντίθεση με την προηγούμενη, τη «μεταφυσική»- δεν είναι τίποτα άλλο, παρά μία εκ των υστέρων πραγματοποιούμενη γενικευμένη άθροιση των όσων έχουν πετύχει με προσπάθεια οι άλλες επιστήμες, ένα σύνολο συναθροισμένων αποτελεσμάτων. Δεν είναι παρά η εκφρασμένη με αφηρημένο τρόπο επικρατούσα κατάσταση των επιστημονικών γνώσεων και τίποτα περισσότερο, είναι η «γενική θεωρία του Είναι».

Αυτή η θετικιστική αντίληψη για το ρόλο της φιλοσοφίας την καταδικάζει φυσικά σε ένα απλό άθροισμα των αποτελεσμάτων που πέτυχαν οι φυσικές επιστήμες.

Ο Λένιν θεωρούσε ότι είναι πολύ βασικό και αναγκαίο να διαφωτίζει τον αναγνώστη, σχετικά με τα τελευταία επιστημονικά δεδομένα της φυσικής και της χημείας για τη δομή της ύλης. Να του προτείνει μια γενικευμένη περίληψη για τις τελευταίες επιστημονικές γνώσεις, για όλα τα σύγχρονα επιτεύγματα των φυσικών επιστημών και της τεχνικής.

Ομως ο Λένιν δε θεωρούσε ούτε και ονόμαζε αυτή την ενασχόληση φιλοσοφία. Κάτι περισσότερο, αγανακτούσε όταν αυτή η ενασχόληση προτείνονταν στη θέση της φιλοσοφίας του μαρξισμού και μάλιστα σαν «νεότερη» φιλοσοφία.

Ο Λένιν θέτει κατηγορηματικά και με πλήρη σαφήνεια το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στη «μορφή» του υλισμού και την ουσία του, για το ανεπίτρεπτο της ταύτισης του πρώτου με το δεύτερο.

Τη μορφή του υλισμού συνθέτουν εκείνες οι συγκεκριμένες επιστημονικές αντιλήψεις για τη δομή της ύλης (για το φυσικό κόσμο, για τα άτομα, τα ηλεκτρόνια, τα υποσωματίδια) και εκείνες οι φυσικο-φιλοσοφικές γενικεύσεις αυτών των αντιλήψεων, που αναπόφευκτα καταλήγουν να είναι ιστορικά περιορισμένες και ευμετάβλητες και να αναθεωρούνται από τις ίδιες τις φυσικές επιστήμες.

Την ουσία όμως του υλισμού αποτελεί η αναγνώριση της αντικειμενικής πραγματικότητας, που υπάρχει ανεξάρτητα από την ανθρώπινη γνώση και απεικονίζεται από αυτή.

Ο Λένιν αντικρίζει τη δύναμη του διαλεκτικού υλισμού, την ανάπτυξή του, στο ότι τα φιλοσοφικά πορίσματα που προκύπτουν από τις τελευταίες ανακαλύψεις των φυσικών επιστημών, δε συνιστούν αναθεώρηση της ουσίας του, αλλά εμβάθυνση της κατανόησής μας για τη σχέση της γνώσης με το φυσικό κόσμο.

Η διαλεκτική κατανόηση για την αμοιβαία σχέση μορφής και ουσίας του υλισμού, οντολογίας και γνωσιολογίας αποτελεί την ψυχή του διαλεκτικού υλισμού.

Γράφει συμπερασματικά ο Λένιν: «Συνεπώς μια αναθεώρηση της “μορφής” του υλισμού του Ενγκελς, μια αναθεώρηση των φυσικοφιλοσοφικών του θέσεων, όχι μόνο δεν κλείνει μέσα της τίποτε το “αναθεωρητικό” με την καθιερωμένη έννοια της λέξης, μα, αντίθετα επιβάλλεται επιτακτικά από το μαρξισμό. Εμείς δεν κακίζουμε καθόλου τους μαχιστές για μια τέτοια αναθεώρηση, αλλά για την καθαρά αναθεωρητική μέθοδό τους, που συνίσταται στο ν’ αλλάζουν την ουσία του υλισμού με το πρόσχημα της κριτικής της μορφής του».

Ετσι ο Λένιν καυτηριάζει αμείλικτα την αντίληψη των Μπογκντάνοφ – Σουβόροφ για τη φιλοσοφία, αντιπαραθέτει σε αυτή με συνέπεια σε όλη τη γραμμή τη φιλοσοφική αντίληψη των Μαρξ – Ενγκελς, αναπτύσσοντάς την παραπέρα.

Η φιλοσοφία, στο σύστημα της μαρξιστικής (διαλεκτικο-υλιστικής) κοσμοθεωρίας, σε καμιά περίπτωση δεν υπάρχει και δεν αναπτύσσεται με στόχο την κατασκευή καθολικών – κοσμικών συστημάτων αφαιρέσεων, μέσα στα οποία χάνονται οι ποικίλες διαφορές και αντιθέσεις. Ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Υπάρχει και αναπτύσσεται με στόχο την επιστημονική, πραγματικά συγκεκριμένη έρευνα των προβλημάτων της ζωής και της επιστήμης, την ουσιαστική αύξηση των γνώσεών μας για την ιστορία και τη φύση.

Η φιλοσοφία των Μαρξ – Ενγκελς υπηρετεί ακριβώς τη συγκεκριμένη γνώση της φύσης και της ιστορίας.

Το γενικό και το συγκεκριμένο στη μαρξιστική αντίληψη δεν αποκλείουν αλλά προϋποθέτουν το ένα το άλλο.

Ο υλισμός της μαρξιστικής φιλοσοφίας συνίσταται στο ότι η ίδια προσανατολίζει την επιστημονική σκέψη προς μία όλο και πιο ακριβή κατανόηση των φαινομένων της φύσης και της ιστορίας, με ολόκληρο τον αντικειμενικό και συγκεκριμένο χαρακτήρα τους. Προσανατολίζει στην αξιολόγηση με όλες τις αντιθέσεις τους (δηλαδή με όλα τα διαλεκτικά τους γνωρίσματα), με όλη τους την ανεξαρτησία από τη βούληση και τη συνείδηση των ανθρώπων, την ιδιαίτερη κατασκευή του σώματός τους, του εγκεφάλου τους, των αισθητηρίων οργάνων τους, της γλώσσας τους και όλων των άλλων των υποκειμενικών ιδιομορφιών.

Η «φιλοσοφία» στην αντίληψη των μαχιστών, των θετικιστών, των εμπειριοκριτικιστών δίνει στην επιστημονική σκέψη ακριβώς τον αντίθετο προσανατολισμό. Προσανατολίζει τη σκέψη του ανθρώπου στη σύνθεση «ακραίων αφαιρέσεων», στους ουδέτερους κόλπους των οποίων χάνονται όλες οι διαφορές, όλες οι αντιθέσεις και αντιφάσεις των πραγμάτων και των φαινομένων. Αυτό είναι άμεση συνέπεια του ιδεαλισμού και των γνωσιολογικών του αξιωμάτων. Πράγματι όλα αυτά τα «στοιχεία του κόσμου», τα «λογικά πλαίσια», τα «αφηρημένα αντικείμενα», «ο Θεός», το «απόλυτο πνεύμα», τα «συστήματα γενικά» είναι απλώς διάφορα ψευδώνυμα που κρύβουν το ίδιο πράγμα: τη μυστικοποιημένη με ιδεαλιστικό τρόπο συνείδηση του ανθρώπου.

Ο κύριος πυρήνας της στρατηγικής των μαχιστών και όλων των παραλλαγών του σύγχρονου θετικισμού στην επίθεσή τους κατά της μαρξιστικής φιλοσοφίας είναι η προσπάθεια να τεμαχίσουν τη ζωντανή ενότητα της υλιστικής διαλεκτικής, σαν θεωρία της ανάπτυξης της ύλης και σαν θεωρία της γνώσης και της λογικής. Να αποσυνδέσουν αρχικά την «οντολογία» από τη «γνωσιολογία» και στη συνέχεια να τις αντιπαραθέσουν τη μία στην άλλη, κτυπώντας την ουσία της διαλεκτικής ως φιλοσοφικής επιστήμης.

Το επόμενο βήμα είναι να ταυτίσουν την υλιστική κοσμοαντίληψη με οποιαδήποτε συγκεκριμένη και ιστορικά περιορισμένη επιστημονική εικόνα του κόσμου, με το φυσικό κόσμο. Στη συνέχεια να αποδώσουν σε ολόκληρο τον υλισμό τα λάθη, τις ανεπάρκειες και τα ελαττώματα αυτής της «οντολογίας». Το ίδιο ακόμα να ταυτίσουν τη γνωσιολογία του υλισμού με κάποια τελευταία θεωρία για το ψυχικό κόσμο.

Η ταύτιση της φιλοσοφίας με τη γενικευμένη άθροιση επιστημονικών δεδομένων επιτρέπει τον ισχυρισμό ότι δήθεν οι φυσικές επιστήμες γεννούν από μόνες τους τον ιδεαλισμό. Το να εξαφανίζεις αυτό που διακρίνει τη φιλοσοφία, το δικό της σύστημα εννοιών και το δικό της τρόπο προσέγγισης των φαινομένων, σημαίνει ότι αποδίδεις τον ιδεαλισμό στην ανάπτυξη των φυσικών επιστημών. Ο Λένιν τα ξεσκεπάζει όλα αυτά και αναδεικνύει συγκεκριμένα σε τι συνίσταται το θεμελιακό υλιστικό πνεύμα των σύγχρονων φυσικών επιστημών που γεννά το διαλεκτικό υλισμό.

Σύμφωνα με το Λένιν δεν μπορούν να είναι αντικείμενο φιλοσοφικής γενίκευσης και συνεπώς δεν μπορούν να ενταχθούν στο σύστημα της φιλοσοφικής γνώσης τα τελευταία αποτελέσματα των φυσικών επιστημών από μόνα τους ή τα «θετικά» δεδομένα.

Αλλά αντικείμενο της φιλοσοφικής γενίκευσης είναι ακριβώς η ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης, η διαλεκτική διαδικασία της όλο και βαθύτερης, ολόπλευρης και συγκεκριμένης κατανόησης της ανάπτυξης του υλικού κόσμου. Η υλιστική γνωσιοθεωρία αποκαλύπτει τη διαλεκτική της αντικειμενικής, σχετικής και απόλυτης αλήθειας.

Η πραγματικά επιστημονική φιλοσοφική γενίκευση πρέπει να συνίσταται στη διαλεκτική επεξεργασία ολόκληρης της ιστορίας ανάπτυξης της γνώσης και της πρακτικής δράσης, στη μελέτη των επιστημονικών επιτευγμάτων μέσα στα πλαίσια όλης της ιστορικής ανάπτυξης.

Ετσι αντικρίζει ο Λένιν την αμοιβαία σχέση φιλοσοφίας και επιστήμης.

Αντίθετα ο στόχος όλων των παραλλαγών του θετικισμού συνίσταται στο να αντιπαραθέσει τη γνωσιολογία ως «αυστηρή και ακριβή» επιστήμη στην υλιστική διαλεκτική ως φιλοσοφική επιστήμη και να ασκήσει κριτική στη διαλεκτική μέσα από το πρίσμα μιας τέτοιας «γνωσιολογίας». Βέβαια στην ουσία δεν πρόκειται για καμιά θεωρία της γνώσης, αλλά και πάλι για ένα άθροισμα των «τελευταίων δεδομένων» των ερευνών στην ψυχολογία, την ψυχοφυσιολογία, τη φυσιολογία των αισθητηρίων οργάνων. Η μελέτη και η χρησιμοποίηση αυτών των δεδομένων ξεκομμένων από την οντολογία, από τους γενικούς νόμους ανάπτυξης της φύσης και της κοινωνίας τους οδηγεί στην αντιπαράθεση της γνωσιολογίας με τη διαλεκτική.

 

 

ΣΥΝΟΨΙΣΗ

 

 

Στο βιβλίο «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός» ο Λένιν αναδεικνύει με σαφήνεια ότι είναι ασυμβίβαστη η γνωσιολογία των μαχιστών – εμπειριοκριτικιστών με την επιστημονική γνωσιοθεωρία, τη θεωρία μελέτης του πραγματικού κόσμου από τον πραγματικό άνθρωπο και όχι από κάποιο επινοημένο γνωσιολογικό υποκείμενο. Είναι ασυμβίβαστη με την πραγματική λογική ανάπτυξης της επιστήμης.

Ο Λένιν αντιλήφθηκε και εκτίμησε ολοκληρωμένα όλη την τεράστια κοσμοθεωρητική σημασία της διαλεκτικής ως θεωρίας της γνώσης και της λογικής. Σημασία που δεν κατάλαβαν και δεν εκτίμησαν τότε -στις αρχές του 20ού αιώνα- ούτε άλλοι μαρξιστές της εποχής, όπως ο Κ. Κάουτσκι και ο Γ. Πλεχάνοφ.

Αρκετοί είναι οι μαρξιστές επιστήμονες που λόγω ασυνέπειας όσον αφορά το διαλεκτικό υλισμό, κατρακύλησαν στο θετικισμό, είτε όσον αφορά τις φυσικές επιστήμες είτε τις λεγόμενες κοινωνικές.

Η υλιστική διαλεκτική είτε κατανοείται και αναπτύσσεται ως μέθοδος και γνωσιοθεωρία του υλικού κόσμου από τον άνθρωπο, ως θεωρία της αντανάκλασης αυτού του κόσμου στην ιστορικά εξελισσόμενη συνείδηση της ανθρωπότητας είτε μετατρέπεται αναπόφευκτα η ίδια σε άθροισμα παραδειγμάτων που τα δανείζονται από τους πιο διαφορετικούς τομείς της γνώσης και που απλά επεξηγούν τους έτοιμους εκ των προτέρων γνωστούς γενικούς τύπους της διαλεκτικής γενικά.

Η διαδικασία αυτή δεν έχει κανένα όφελος ούτε για τη φιλοσοφία ούτε για τις φυσικές επιστήμες. Αντίθετα προξενεί κακό, αφού δημιουργεί και θρέφει την αυταπάτη για το ότι δήθεν η φιλοσοφία δεν είναι επιστήμη, αλλά όλο και όλο ένα αφηρημένο πλαίσιο με έτοιμα συγκεκριμένα δεδομένα των φυσικών επιστημών, που μεταφέρονται και επαναλαμβάνονται στην αφηρημένη φιλοσοφική γλώσσα.

Ετσι όμως διαστρεβλώνεται στην ουσία της και η ίδια η υλιστική διαλεκτική με θετικιστικό τρόπο. Αλλά μια τέτοια διαλεκτική δε χρειάζεται στο φυσικό επιστήμονα και μετατρέπεται για τον ίδιο σε κενή λογοκοπία, σε αφηρημένο αποκύημα της φαντασίας, σε τέχνη να εντάσσει οτιδήποτε σε αφηρημένα γενικά σχήματα. Αυτό δυσφημεί τη διαλεκτική στο φυσικό επιστήμονα, τον μαθαίνει να τη βλέπει αφ’ υψηλού, περιφρονητικά και έτσι υπονομεύεται η λενινιστική αντίληψη για τη συμμαχία της διαλεκτικής υλιστικής φιλοσοφίας με τις φυσικές επιστήμες.

Αυτή η συμμαχία σύμφωνα με το Λένιν μπορεί να είναι σταθερή και εθελοντική μόνο με την προϋπόθεση ότι είναι αμοιβαία γόνιμη και αλληλοαποκλείει κάθε προσπάθεια υπαγόρευσης και επιβολής έτοιμων συμπερασμάτων, τόσο από την πλευρά της φιλοσοφίας, όσο και από την πλευρά των φυσικών επιστημών.

Η συμμαχία αυτή στον τομέα της γνώσης του κόσμου είναι δυνατή μόνο στη βάση της λενινιστικής αντίληψης για τη φιλοσοφία. Ο θετικισμός αντίθετα ωθεί και την ίδια τη φιλοσοφία και τις φυσικές επιστήμες ακριβώς στην υπαγόρευση, στην αμοιβαία αναρμόδια διδαχή και στις κατηγορηματικές καταδίκες. Οταν η φιλοσοφία εννοείται σαν ένα σύστημα απόλυτα γενικών αληθειών, τότε η ίδια έχει όχι μόνο το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση να επιδοκιμάζει εκείνες τις θεωρίες των φυσικών επιστημών που τυπικά (δηλαδή σύμφωνα με τη λεκτική τους μορφή) εναρμονίζονται καλύτερα από άλλες με τους δογματικά καθορισμένους τύπους της. Από την άλλη πλευρά πρέπει να κατακεραυνώνει και να απαγορεύει εκείνες τις θεωρίες που δεν εναρμονίζονται με το γράμμα της, ακόμα και αν οι πρώτες έχουν βασιστεί σε επινοημένα γεγονότα, ενώ οι δεύτερες σε υπαρκτά γεγονότα που έχουν σωστά επικυρωθεί πειραματικά, αλλά έχουν εκφραστεί λαθεμένα από φιλοσοφική άποψη.

Η θεωρία της γνώσης στην αντίληψη των Μαρξ – Ενγκελς – Λένιν δεν είναι σε καμιά περίπτωση η «γνωσιολογία» των διάφορων παραλλαγών του θετικισμού, αλλά μια εντελώς διαφορετική επιστήμη, διαφορετική ως προς το αντικείμενό της.

Πραγματικό αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας είναι ολόκληρο το διαλεκτικά αναπτυσσόμενο προτσές της αντικειμενικής γνώσης του υλικού κόσμου (του κόσμου των φυσικών και κοινωνικο-ιστορικών φαινομένων). Γνώσης που πραγματοποιείται από τον κοινωνικό άνθρωπο, το προτσές της αντανάκλασης αυτού του κόσμου στη συνείδηση του ανθρώπου και της ανθρωπότητας.

Το προτσές, αποτέλεσμα και στόχος του οποίου είναι η αντικειμενική αλήθεια. Το προτσές που πραγματοποιείται από δισεκατομμύρια ανθρώπους, εκατοντάδων γενεών που διαδέχονται η μία την άλλη. Το προτσές που σε κάθε του βήμα επαληθεύεται από την πράξη, το πείραμα, τα γεγονότα, που υλοποιείται στα αποτελέσματα του συνόλου των ξεχωριστών επιστημών. Το προτσές που ενσαρκώνεται υλικά, όχι μόνο και όχι τόσο στους νευροφυσιολογικούς μηχανισμούς του εγκεφάλου, αλλά και με τη μορφή της τεχνολογίας, της βιομηχανίας, με τη μορφή των πραγματικών κοινωνικοπολιτικών κατακτήσεων που επιτυγχάνουν και διαμορφώνουν οι επαναστατικές δυνάμεις της εργατικής τάξης με την καθοδήγηση της πρωτοπορίας της, που είναι το Κόμμα.

Για τους παραπάνω λόγους ακριβώς και σήμερα ο «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός» εξακολουθεί να είναι ένα πολύ επίκαιρο έργο του μαρξισμού στον τομέα της φιλοσοφίας, στην πρώτη γραμμή της μάχης για την υλιστική διαλεκτική, για τη γνωσιοθεωρία και τη μέθοδο του μαχόμενου υλισμού.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

 

 

* Ο Νίκος Παπακωνσταντίνου είναι μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ και βουλευτής του ΚΚΕ.

  1. Β. Ι. Λένιν: «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός», «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 18, σελ. 134.
  2. Β. Ι. Λένιν: «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός», «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 18, σελ. 301.
  3. Β. Ι. Λένιν: «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός», «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 18, σελ. 370.
  4. Β. Ι. Λένιν: «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός», «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 18, σελ. 104.
  5. Β. Ι. Λένιν: «Φιλοσοφικά τετράδια», «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 29, σελ. 88.
  6. Β. Ι. Λένιν: «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός», «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 18, σελ. 283, 285.
  7. Β. Ι. Λένιν: «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός», «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 18, σελ. 305.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *