Ελεύθεροι Σκοπευτές του ΔΣΕ

 

Ελεύθεροι Σκοπευτές του ΔΣΕ

 

 

Στα τμήματα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας υπήρχαν ομάδες ελευθέρων σκοπευτών που συνήθως υπάγονταν στις ανώτερες διοικήσεις – ταξιαρχίες, τάγματα – και που δρούσαν ως ανεξάρτητα τμήματα.

Στην περιοχή Πηλίου – Μαυροβουνίου οι ομάδες Ελεύθερων Σκοπευτών ανήκαν στο Τάγμα Πηλίου που και αυτό ανήκε στην 123 Ταξιαρχία του ΔΣΕ.

Οι μαχητές και οι μαχήτριες που ανήκαν στους Ελεύθερους Σκοπευτές ήταν συνήθως νέοι στην ηλικία, αλλά έμπειροι και αποφασισμένοι, με ξεχωριστές, θα μπορούσε να πει κανένας ικανότητες και εκπαίδευση, σκληραγωγημένοι και ικανοί να αντιμετωπίσουν τις πιο αντίξοες και απρόβλεπτες καιρικές ή φυσικές συνθήκες, με σιδερένια νεύρα, με καλή γνώση της περιοχής στην οποία δρούσαν και ζούσαν και βέβαια με πίστη στο ΚΚΕ και στον Αγώνα.

Συχνά έμπαιναν στις στρατοκρατούμενες πόλεις για διάφορες επικίνδυνες αποστολές, παίζοντας τη ζωή τους «κορώνα-γράμματα», για να χτυπήσουν κάποιο στρατιωτικό στόχο, να αιχμαλωτίσουν κάποιο πρόσωπο, «γλώσσα», και να το μεταφέρουν στην έδρα τους για πληροφορίες, να έρθουν σε επαφή με κάποιο Κλιμάκιο του παράνομου ΚΚΕ ή της ΕΠΟΝ ή άλλης Οργάνωσης, να μεταφέρουν στο βουνό φάρμακα ή ιατρικά εργαλεία και άλλα υλικά, να κάνουν κάποιο σαμποτάζ, για να τιμωρήσουν κάποιον για εγκλήματα σε βάρος του Λαού ή οικογενειών Αγωνιστών, να συλλέξουν πληροφορίες ή να πραγματοποιήσουν άλλες αποστολές. Συνήθως δρούσαν δυο μαζί, πιο σπάνια ένας και πιο σπάνια τρεις.

Ερχόμαστε στο Μάη του 1949, τον όπως πάντα μυρωμένο Μάη του Πηλίου. Με διαταγή της διοίκησής τους, δυο Ελεύθεροι Σκοπευτές, που ανήκαν στην Ανεξάρτητη Ομάδα Πηλίου, Βολιώτες και οι δυο, από τη Νέα Ιωνία, Επονίτες, 20-21 χρονών, ο Παναγιώτης Πανακάκης και ο Παναγιώτης Καλούμενος, φοιτητές, στις 7 του Μάη, το σούρουπο, κατεβαίνουν από το βουνό, περνούν απαρατήρητοι τα εξωτερικά φυλάκια του Στρατού που υπήρχαν περιφερειακά γύρω από την πόλη και που για τους Ελεύθερους σκοπευτές ήταν «παιγνίδι» να τα περάσουν χωρίς να γίνουν αντιληπτοί και πηγαίνουν στο σπίτι του Καλούμενου στη Ν. Ιωνία όπου και διανυκτέρευσαν.

Λογικά ήταν μια καλή «γιάφκα» για την όποια αποστολή τους, για να αφήσουν τα στρατιωτικά ρούχα, να τα αλλάξουν με πολιτικά. Ισως ο Καλούμενος να είχε ξαναχρησιμοποιήσει το σπίτι του πατέρα του. Από την πλευρά του ο πατέρας Καλούμενος πρέπει να αιφνιδιάστηκε με την άφιξη του γιου του και του συντρόφου του, βλέποντας και τα πολλά πυρομαχικά που κουβαλούσαν και την άλλη μέρα πρωί – πρωί πήγε στη Χωροφυλακή και «δήλωσε» την άφιξη των δυο ανταρτών, πράγμα που δύσκολα εξηγείται και συγχωρείται και τότε και σήμερα.

Ομως πρέπει να λάβει κανένας υπόψη του την τότε κατάσταση, το κράτος του ζόφου, του τρόμου, των εκτελέσεων, δολοφονιών, βασανιστηρίων που είχε στήσει το βασιλομοναρχικό, το σε μεγάλη έκταση δωσιλογικό καθεστώς, όπου σε πολλές περιπτώσεις βασανιστές ήταν οι ίδιοι άνθρωποι που βασάνιζαν τους Αγωνιστές στη διάρκεια της Κατοχής από τη μια και το γεγονός ότι η φιλοξενία οιουδήποτε, έστω και για λίγες ώρες έπρεπε να δηλώνεται στις «αρχές» και από την άλλη το γεγονός ότι ο πατέρας του νεαρού Επονίτη Καλούμενου μάλλον τα «είχε καλά» με τη Χωροφυλακή, γιατί και η συμπεριφορά του στη διάρκεια της Κατοχής δεν ήταν «καθαρή». Και όπως συνάγεται από τη συνέχεια, ο γιος Καλούμενος μάλλον δε φαντάστηκε ότι ο πατέρας του θα τους πρόδιδε.

Ετσι, είτε γιατί φοβόταν για το «τομαράκι» του είτε γιατί δε συμφωνούσε με τις επιλογές του γιου του, πήγε και τους πρόδωσε στη Χωροφυλακή.

Από τα ψεύτικα στοιχεία που διέδωσαν τις επόμενες μέρες οι «αρχές», υποτίθεται ότι ο στόχος των δυο Επονιτών ήταν το Υδραγωγείο της Νέας Ιωνίας που βρισκόταν κοντά στο σπίτι του Καλούμενου.

Ομως τίποτα δεν το αποδείχνει αυτό. Και ναι μεν τα Υδραγωγεία των μεγάλων πόλεων ήταν στρατιωτικοί στόχοι για τον Δημοκρατικό Στρατό, παράδειγμα το Υδραγωγείο Ιωαννίνων που το τίναξε μια ομάδα του Μηχανικού του ΔΣΕ, αλλά για τη συγκεκριμένη περίπτωση, τα όσα στοιχεία υπάρχουν δε συνηγορούν ότι το Υδραγωγείο της Νέας Ιωνίας ήταν στόχος.

Η Νέα Ιωνία ήταν εργατούπολη – προσφυγούπολη και δεν υπήρχε κανένας λόγος να ταλαιπωρηθεί ο κόσμος της με την έλλειψη νερού έστω και για λίγες μέρες. Αλλωστε στα υλικά που βρέθηκαν μετά τη μάχη που έδωσαν οι δυο Επονίτες, δεν αναφέρθηκαν γραπτά, στις ελεγχόμενες και λογοκρινόμενες εφημερίδες ή έστω προφορικά, δυναμίτες και άλλο ανάλογο υλικό ούτε και χρησιμοποιήθηκε τέτοιο υλικό.

Η αποστολή των δυο Επονιτών μάλλον ήταν να μεταφέρουν φάρμακα για το Αναρρωτήριο του ΔΣΕ στο Πήλιο και ίσως και άλλα υλικά και ενδεχόμενα να πάρουν επαφή με κάποια Οργάνωση.

Ο πατέρας λοιπόν του Καλούμενου πήγε και ενημέρωσε τη Χωροφυλακή νωρίς το πρωί στις 8 του Μάη. Την ίδια ώρα, ανέβαινε προς το σπίτι η Επονίτισα, αρραβωνιαστικιά του Καλούμενου να τον συναντήσει. Αγνωστο από ποιον και πώς ενημερώθηκε η κοπέλα. Αυτή προχωρώντας προς το σπίτι, βλέπει μεγάλη δύναμη Χωροφυλακής να κατευθύνεται προς τα εκεί.

Τρέχει γρήγορα, φτάνει πριν τους χωροφύλακες και ενημερώνει τους δυο μαχητές οι οποίοι φυσικά καταλαβαίνουν ότι έχουν προδοθεί και ότι πρέπει να ακυρώσουν την αποστολή τους. Περνούν σε ένα διπλανό συγγενικό σπίτι με πρόθεση να διαφύγουν από εκεί, από την αντίθετη πλευρά. Διαπιστώνουν όμως ότι και από εκεί είναι κλεισμένος ο δρόμος, ότι είναι περικυκλωμένοι, δεν υπάρχει διέξοδος, παντού χωροφύλακες.

Δυο λύσεις υπήρχαν. Να παραδοθούν, κάτι αδιανόητο για Ελεύθερο Σκοπευτή ή να πολεμήσουν ως το τέλος. Αποφάσισαν να πολεμήσουν ως το θάνατο και σίγουρα χαιρετήθηκαν μεταξύ τους με τη γνωστή «ευχή» στους μαχητές και μαχήτριες του ΔΣΕ σε τέτοιες περιπτώσεις, «άντε καλό βόλι», αφού έκρυψαν σε απυρόβλητο σημείο του σπιτιού τις δυο γυναίκες που ήταν εκεί και οι οποίες επέζησαν και αφού κατέστρεψαν ότι έγγραφα είχαν μαζί τους.

Οι Ελεύθεροι Σκοπευτές ανάλογα με την αποστολή τους, ήταν συνήθως οπλισμένοι, με οπλοπολυβόλο «Μπρεντ», όχι πάντα, με αυτόματο «Στάγιερ» ή «Τόμσον», πιστόλια ή περίστροφα και μαχαίρια ή τα όμορφα σπαθάκια του ΔΣΕ.

Τους προτάθηκε να παραδοθούν, αρνήθηκαν και γύρω στις εφτά το πρωί η μάχη άρχισε. Μπορεί να συμπεράνει κανένας ότι η πρόταση αυτή τους έγινε πολλές φορές, με διάφορες υποσχέσεις, αλλά είναι επίσης σίγουρο και από άλλες παρόμοιες περιπτώσεις ότι η απάντηση ήταν η γνωστή των μαχητών και μαχητριών του ΔΣΕ:

 

 

«Οι αντάρτες δεν παραδίνονται, πολεμούν και πεθαίνουν».

 

 

Γύρω από το σπίτι έχει συγκεντρωθεί μεγάλη δύναμη χωροφυλάκων που αδυνατεί να τα βγάλει πέρα με τους δυο Επονίτες που αλλάζουν συνέχεια θέσεις και χτυπούν στο «ψαχνό», ενώ στις γύρω γειτονιές οι άνθρωποι προσπαθούν να μάθουν τι συμβαίνει. Αλλωστε, τότε ψιθυριζόταν ότι η 1η Μεραρχία του ΔΣΕ ετοιμαζόταν να επιτεθεί στο Βόλο και ίσως η αποστολή των να είχε κάποια σχέση με αυτό.

Οσο οι χωροφύλακες αδυνατούσαν να τους εξοντώσουν και που από την αντίστασή τους καταλάβαιναν ότι έχουν να κάνουν με αποφασισμένους και έμπειρους μαχητές του ΔΣΕ, εφοδιασμένους με αρκετά πυρομαχικά και χειροβομβίδες, τόσο αυξάνονταν οι προτάσεις παράδοσής τους.

Ετσι, ύστερα από ώρες μάχης, αργά το μεσημέρι η Χωροφυλακή «κάνει την ανάγκη φιλοτιμία» και ζητά τη βοήθεια του Στρατού. Καταφτάνει μεγάλη δύναμη Στρατού, συνοδευόμενη από ένα άρμα μάχης. Αρχίζουν πάλι οι υποσχέσεις εναλλασσόμενες από βρισιές, αλλά η μάχη συνεχίζεται, ενώ το άρμα μάχης χτυπά με τα πολυβόλα και το κανόνι γκρεμίζοντας τοίχους.

Προς το απόγευμα σκοτώνεται ο Πανακάκης ενώ συνεχίζει να πολεμά μόνος ο Καλούμενος που είναι αποφασισμένος να τηρήσει τον Ορκο του στο ΔΣΕ όπως τον τήρησε πριν λίγο ο Πανακάκης που ήδη είχε περάσει στο Πάνθεο των Λαϊκών Αγωνιστών.

Αργά το απόγευμα, ύστερα από πολλές ώρες μάχης, τα πυρομαχικά του Καλούμενου τελειώνουν και δίνει τέλος στη ζωή του αυτοκτονώντας για να μη συλληφθεί, έχοντας κάνει με το σύντροφό του το σπιτάκι εκεί στη Δορυλαίου και Ικονίου ένα από τα «Κάστρα» του Αγώνα, ενώ:


«Εδώ σωπαίνουν τα πουλιά σωπαίνουν κι οι καμπάνες, σωπαίνει κι ο πικρός

λαός μαζί με τους νεκρούς του»

και στο μικρό σπιτάκι – Κάστρο,

«απ΄ το φεγγίτη η Λευτεριά κοιτάει κι αναστενάζει».


Πέρασε πολλή ώρα όσο να τολμήσουν οι χωροφύλακες και οι στρατιώτες να μπουν στο σπίτι και να αντικρίσουν τα δυο άψυχα σώματα, έχοντας δυσκολία να πιστέψουν ότι μόνο δυο μαχητές του ΔΣΕ κράτησαν όλη μέρα ένα λόχο χωροφυλάκων και ένα λόχο στρατού.

Από εκεί και πέρα, τα ελάχιστα «επίσημα» στοιχεία που υπάρχουν, στις εφημερίδες του Βόλου που λογοκρίνονταν, είναι ψεύτικα, διαστρεβλωμένα, συκοφαντικά. Ισως τα μόνα αληθινά να είναι ότι τα πτώματα των δυο Επονιτών μεταφέρθηκαν με ένα κάρο και «εκτέθηκαν» για ώρες μπροστά στη Διοίκηση της Χωροφυλακής Βόλου, ραντίζοντας με το αίμα τους την τελευταία τους διαδρομή και ότι φρόντισαν να θαφτούν «ανεπίσημα» ο πατέρας ή η μητριά του Καλούμενου.

Φυσικά με την ολοήμερη μάχη που όλος ο Βόλος την άκουγε και ιδιαίτερα η Νέα Ιωνία, οι άνθρωποι αναρωτιόνταν ποιοι να είναι αυτοί που πολεμούσαν όλη μέρα, ενώ χαροκαμένες μανάδες που οι δικοί τους, άντρες και γυναίκες είχαν περάσει από το «Καζανάκι», τον τόπο εκτελέσεων στο Βόλο, σκούπιζαν κρυφά τα δάκρυά τους.


Σημείωση: Οφείλω ευχαριστίες στον δημοσιογράφο – συγγραφέα του Βόλου Θανάση Βογιατζή για τις πληροφορίες και στοιχεία που μου έδωσε προφορικά, πέρα από τα πάμπολλα στοιχεία που υπάρχουν στο βιβλίο του.


Βιβλιογραφία:

— Βογιατζής Θανάσης: «Οταν τους ίδωμεν υπό το πέλμα μας…». Εκδόσεις «Επικοινωνία». Βόλος 2008.

— Αρσενίου Λάζαρος: «Γένεση του Εμφυλίου και συνέπειες αυτού». Λάρισα 2001.

— Πάρνη Αλέξη: Τα χελιδόνια. Περιοδικό «Εθνική Αντίσταση», τεύχος 143/2009.

 

Τριαντάφυλλος Γεροζήσης

(Δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη της 7 Φλεβάρη 2010)

 

 

Πηγή: http://e-oikodomos.blogspot.gr/2017/03/blog-post_43.html

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *