Εργατικά «ατυχήματα» ή «ανθρωποκτονίες»;

 

Εργατικά «ατυχήματα» ή «ανθρωποκτονίες»;

 

 

 

  Γράφει ο Θανάσης Αλεξίου*

 

 

Ο θάνατος μιας εργαζόμενης στο κέντρο της Αθήνας θέτει εκ νέου το ζήτημα των συνθηκών εργασίας. Φαίνεται όμως, όπως και σε πληθώρα άλλων περιπτώσεων (εργατικών «ατυχημάτων»), πως πρόκειται, -ανεξάρτητα από τις «τεχνικές» λεπτομέρειες του συγκεκριμένου περιστατικού-, για επικίνδυνες εργασιακές πρακτικές. Μάλιστα τις περισσότερες φορές οι εργοδότες γνωρίζουν ότι οι συνθήκες εργασίας μπορεί να είναι επικίνδυνες για την υγεία των εργαζομένων. Εντούτοις αυτοί τις διατηρούν, καθώς έτσι αυξάνονται τα κέρδη τους. Οι εργοδότες ιδιοποιούνται, εκτός της απλήρωτης εργασίας (υπερεργασία), και τα ποσά που όφειλαν να διαθέσουν για την ασφάλεια των χώρων εργασίας.

Αυτή η διαπίστωση μας υποχρεώνει να θέσουμε το ερώτημα αν και κατά πόσον ο τραυματισμός και ο θάνατος εργαζομένων στη δουλειά τους συνιστά «ατύχημα» ή «ανθρωποκτονία»; Σε μεγάλο βαθμό το πώς θα χαρακτηριστεί ένα τέτοιο περιστατικό (ως ατύχημα ή ως ανθρωποκτονία) εξαρτάται από το ποιος έχει τη δύναμη να ορίσει τα πράγματα και βεβαίως από το «νόμο». Ωστόσο στις κοινωνίες της μισθωτής εργασίας, δηλαδή στις καπιταλιστικές κοινωνίες, στις οποίες η εργασία έχει γίνει εμπόρευμα, η ανάλωση και η φθορά της εργατικής δύναμης (ψυχική και φυσική) είναι, -εκτός της αλλοτρίωσης και της έκπτωσης που προκαλεί («δυσφορία» σύμφωνα με τον S. Freud)- μια καθόλα νόμιμη και ηθική πράξη. Έχοντας τα αστικά στρώματα στα χέρια τους τα οικονομικά μέσα αλλά και το συμβολικό κεφάλαιο (κύρος, αναγνώριση κ.λπ.), έχουν ως εκ τούτου και τη δύναμη ορισμού και χαρακτηρισμού της πραγματικότητας ελέγχοντας ή επηρεάζοντας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το νομικό και ποινικό σύστημα.

Καλό είναι να υπενθυμίσουμε εδώ ότι εγκλήματα που διαπράττονται από ανώτερα κοινωνικά στρώματα και από πρόσωπα που χαίρουν γενικής εκτίμησης (τραπεζίτες, βιομήχανοι, εκδότες, εφοπλιστές, κρατικά στελέχη κ.λπ.) αλλά δεν επισημαίνονται ή, δεν εισάγονται στο ποινικό σύστημα, έχουν οριστεί από τον E. Sutherland (1949) ως ‘‘εγκλήματα του λευκού κολάρου’’ (Whithe Collar Crime) (φοροδιαφυγή, ρύπανση περιβάλλοντος, επικίνδυνες εργασιακές πρακτικές, υπεξαίρεση δημόσιου χρήματος, παραγωγή επικίνδυνων προϊόντων, ασφαλιστικές απάτες, θαλασσοδάνεια κ.ά.). Από τις πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις «εγκλημάτων» που δεν επισημαίνονται, τόσο επειδή η επίσημη κοινωνική αντίδραση (ποινικό σύστημα) δεν τα «καταγράφει» και δεν τα αναδεικνύει, όσο και επειδή η άτυπη κοινωνική αντίδραση (κοινή γνώμη κ.ά.) διαμορφώνεται από τα κυρίαρχα στρώματα που διαθέτουν και τη δύναμη ορισμού των πραγμάτων (ΜΜΕ κ.λπ.), είναι εκείνα που περιγράφονται ως εργατικά ατυχήματα.

Πάνω από το 40% των τραυματισμών στις ΗΠΑ από εργατικά ατυχήματα, οφείλεται σύμφωνα με τον A. Giddens, σε παράνομες συνθήκες εργασίας. Άλλο ένα τέταρτο (24%) οφείλεται σε νόμιμες αλλά μη ασφαλείς συνθήκες και μόνο το ένα τρίτο των συνολικών τραυματισμών οφείλεται στην «απροσεξία», η οποία όμως μπορεί να οφείλεται και στην περιορισμένη κατάρτιση, των εργαζομένων. Η μεταφορά, λόγου χάρη, της πυρασφάλειας σε υπεργολαβίες με ανεκπαίδευτους και υποπληρωμένους εργαζόμενους, έχει επώδυνες επιπτώσεις στην ασφάλεια των χώρων εργασίας. Με βάση τα στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας 1, 1 εκατ. εργαζόμενοι χάνουν κάθε χρόνο τη ζωή τους από προβλήματα που συνδυάζονται με την εργασία τους.

Στην Ελλάδα σύμφωνα με στοιχεία του ΣΕΠΕ (Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας), τα μισά εργοτάξια (κατασκευαστικά έργα, χημική-πετρελαϊκή βιομηχανία, ορυχεία κ.ά.) έχουν προβλήματα ασφαλείας. Παρά τις υποδείξεις του ΣΕΠΕ οι εργοδότες δεν συμμορφώνονται. Εν γνώσει τους αυτοί εισάγουν και διατηρούν επικίνδυνες πρακτικές αγνοώντας την κείμενη νομοθεσία και μ’ αυτήν την έννοια τα εργατικά ατυχήματα ανεξάρτητα του χαρακτηρισμού τους, θα μπορούσαν να θεωρηθούν, -στο βαθμό που η δύναμη χαρακτηρισμού δεν μονοπωλούντο από τα αστικά στρώματα-, και ως ανθρωποκτονίες. Συχνά μάλιστα μια πράξη ενώ εισάγεται λόγω του μεγέθους (θάνατος πολλών ατόμων) στο ποινικό σύστημα ως εγκληματική με τον χαρακτηρισμό ανθρωποκτονία από πρόθεση ή δόλο, στη συνέχεια και αφού κοπάσει η κοινωνική αντίδραση ο χαρακτηρισμός αυτός αναθεωρείται (Ρικομέξ, Σάμινα Εξπρές, Πέραμα, ΕΛΠΕ κ.ά.).

Με βάση αυτή τη συλλογιστική γίνεται σαφές πως ο ορισμός μιας πράξης, ως εγκληματικής ή μη, είναι σχετικός, καθώς αυτό εξαρτάται από το ποιος έχει τη δύναμη ορισμού της πραγματικότητας. Αυτό αφορά πολύ περισσότερο τα «ατυχήματα» στους χώρους εργασίας. Μάλιστα σε συνθήκες μαζικής ανεργίας και γενίκευσης της εργασιακής επισφάλειας εξασθενίζει και η θέση των εργαζομένων να επηρεάσουν τα πράγματα. Ένα δεύτερο συμπέρασμα αφορά στον ταξικό χαρακτήρα του ποινικού συστήματος με την αστική τάξη και τις μερίδες της να απολαμβάνουν εξαιτίας της ταξικής τους θέσης ευνοϊκή μεταχείριση (οιονεί ασυλία), παρόλο που οι πράξεις τους προσβάλλουν την υγεία και τη ζωή μεγάλων στρωμάτων του πληθυσμού, επιφέροντας ακόμη και το θάνατο.

 

 

 

* Καθηγητής Κοινωνιολογίας/Πανεπιστήμιο Αιγαίου

 

 

 

Πηγή: http://atexnos.gr/%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%ce%b1%cf%84%cf%85%cf%87%ce%ae%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1-%ce%ae-%ce%b1%ce%bd%ce%b8%cf%81%cf%89%cf%80%ce%bf%ce%ba%cf%84%ce%bf%ce%bd/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *