Η Αγία Ελένη, ο Μέγας Κωσταντίνος και το σκήνωμα του Ευρωπαϊκού πολιτισμού (ολοκληρωμένο κείμενο)

Η Αγία Ελένη, ο Μέγας Κωσταντίνος και το σκήνωμα του Ευρωπαϊκού πολιτισμού

 

 

 

 

Εισαγωγή

 

 

Η εργασία με  τίτλο «Η Αγία Ελένη, ο Μέγας Κωσταντίνος και το σκήνωμα του Ευρωπαϊκού πολιτισμού» παρουσιάστηκε σε οκτώ σχέδια κειμένων  που αναρτήθηκαν  τμηματικά στο ιστολόγιο Praxisreview  από τις  αρχές του 2017 (12 Φεβρουαρίου -17 Μαΐου). Εδώ δημοσιεύεται στην τελική, ολοκληρωμένη μορφή με δύο νέα μέρη (το τέταρτο κεφάλαιο και ο επίλογος), μαζί με την εισαγωγή.  Έχουν γίνει διάφορες αλλαγές ώστε τα σχέδια να αποκτήσουν ενιαία μορφή (στους τίτλους, στην σειρά των Κεφαλαίων, σε μικρές  προσθήκες και αφαιρέσεις τμημάτων που αλληλεπικαλύπτονται). Επίσης, έχουν  γίνει ορισμένες  τροποποιήσεις,  με βάση και τις  παρατηρήσεις που έγιναν αυτούς τους μήνες που δημοσιεύονταν  τα σχέδια. Έτσι και αυτά παρουσιάζονται σε μια νέα εκδοχή  (κυρίως στην μορφή και όχι στο περιεχόμενο των θέσεων). Τέλος, έχει προστεθεί η βιβλιογραφία και οι πηγές του κειμένου σε ξεχωριστό τμήμα, μαζί με τις παραπομπές.  

Θα ήταν μεγάλη παράλειψη να μην αναφερθούν οι ευχαριστίες για όσους έκαναν  παρατηρήσεις στο κείμενο, ανεξάρτητα αν οι παρατηρήσεις είχαν σχέση με την μορφή ή το περιεχόμενο ή αν ενσωματώθηκαν ή όχι. Εννοείται πως για κάθε ενδεχόμενη παράλειψη του κειμένου την ευθύνη φέρει αποκλειστικά ο συγγραφέας.

Το κείμενο ξεκίνησε να γράφεται τις μέρες που ανακοινώθηκε η επίσκεψη του σκηνώματος  της  Ελένης στην Ελλάδα.  Αυτό το γεγονός (όπως και πολλά άλλα παρόμοια γεγονότα το τελευταίο διάστημα)  ήταν μόνο η αφορμή για να διατυπωθούν οι παρακάτω σκέψεις, σαν ελάχιστη συμβολή σε μια «απαγορευμένη» συζήτηση. Μια συζήτηση που συνεχίζει, με τον έναν η τον άλλο τρόπο, να επηρεάζει καθημερινά  εκατομμύρια ανθρώπους, οι περισσότεροι από τους οποίους ανήκουν  στα λαϊκά στρώματα. Μια συζήτηση που στο  παρελθόν έχει αποσιωπηθεί, ορισμένες φορές  ακόμα και στο εσωτερικό του Κομμουνιστικού κινήματος και του Μαρξισμού, με διάφορα  «δεξιά» η και «αριστερά» προσχήματα.

Η ιστορία του «Αγίου» Κωνσταντίνου και της εποχής του είναι ολοζώντανη σήμερα, όχι σαν  ιστορική ανάμνηση αλλά σαν  πραγματικότητα που προσδιορίζει αντιλήψεις, στάσεις και πολιτικές και όχι μόνο στα ζητήματα της θρησκευτικής  πίστης. Αυτή η ιστορία βέβαια δεν εξαντλείται στην προσωπικότητα του «Μέγα». Οι  προσωπικότητες έχουν τον δικό τους ιδιαίτερο ρόλο  μέσα-και όχι έξω- από την ιστορία. Ο Μαρξ υποστήριζε ότι  «Οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την  ιστορία, δεν την κάνουν όμως  κάτω  από  ελεύθερες συνθήκες, πού διάλεξαν μόνοι τους, μά  κάτω από συνθήκες πού βρέθηκαν άμεσα, πού δόθηκαν και κληρονομήθηκαν από το παρελθόν. Ή παράδοση από όλες τις πεθαμένες γενεές βαραίνει σαν εφιάλτης  πάνω στα μυαλά τον ζωντανών» (1). Οι άνθρωποι δεν είναι μαριονέτες αόρατων δυνάμεων («θεϊκών», «οικονομικών» η άλλων). Κάνουν οι ίδιοι την ιστορία τους και όχι κάποιος άλλος.  Όμως  την  κάνουν σε συνθήκες  που δεν έχουν διαλέξει οι ίδιοι  και οι οποίες  επηρεάζουν  τις  επιλογές  τους, θέτουν όρια, κάνουν  λιγότερο  πιθανές κάποιες  εξελίξεις  και περισσότερο άλλες, αποκλείουν  η δημιουργούν  νέες.

Έτσι τα ιστορικά γεγονότα μετατρέπονται σε έκφραση της ζωντανής κίνησης και σύγκρουσης των κοινωνικών δυνάμεων. Δηλαδή της  πραγματικής  ιστορίας και όχι της «ιστορίας» -νεκροταφείο ημερομηνιών και ονομάτων,  που ανασύρονται κάθε τόσο αποσπασμένα από τις κοινωνικές συνθήκες.   Μέσα σε αυτήν την κίνηση διαμορφώνεται  ο μοναδικός  ρόλος  των  προσωπικοτήτων και δίνει  πνοή σε  πιθανές  (η λιγότερο πιθανές) επιλογές. Aυτή είναι και η ιστορία της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, του «Μέγα» και της ανόδου του χριστιανικού ιερατείου στην εξουσία.

 

 

Βαγγέλης Ζέρβας,

 

21/5/ 2017, μέρα εορτασμού των «Αγίων» Κωνσταντίνου και Ελένης

 

 

 

1. Το Μανιφέστο ενός σκηνώματος

 

 

«Η Πολιτεία είναι σήμερα παρούσα σ’ αυτήν την κορυφαία ιερή τελετή και για έναν ακόμη λόγο, ο οποίος ξεπερνά τα όρια του θρησκευτικού προσκυνήματος και αναδεικνύει τις ρίζες αυτού τούτου του Πολιτισμού μας.

Κλείνοντας οριστικά την σκοτεινή περίοδο των Διωγμών και ανοίγοντας, μέσ’ από την διακήρυξη της ανεξιθρησκείας, τον δρόμο για την επί ίσοις όροις διάδοση της Χριστιανικής Διδασκαλίας, οι Ισαπόστολοι Κωνσταντίνος και Ελένη έθεσαν και τις βάσεις του τρίτου πυλώνα του Πολιτισμού μας, ήτοι του Ευρωπαϊκού και, γενικότερα, του Δυτικού Πολιτισμού. Στον οποίο κληροδότησαν, ύστερα από την πνευματική συνεισφορά της Αρχαίας Ελλάδας και την θεσμική συνεισφορά της Αρχαίας Ρώμης, τις βασικές αρχές και αξίες που προσδιορίζουν σήμερα τα ανθρωπιστικά χαρακτηριστικά του: Δηλαδή τις αρχές και τις αξίες της Ειρήνης, της Αλληλεγγύης και της Δικαιοσύνης, μ’ έμφαση στην πτυχή της Κοινωνικής Δικαιοσύνης.

Στους σημερινούς ταραγμένους και χαλεπούς καιρούς μας, ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος για να τιμούμε την μνήμη των Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης είναι να υπερασπιζόμαστε αυτές τις αρχές και αξίες της Χριστιανοσύνης και του Πολιτισμού μας. Δηλαδή, σε τελική ανάλυση, τον Άνθρωπο και τον Συνάνθρωπο» ανέφερε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας».

 

Προκόπης Παυλόπουλος, Πρόεδρος της Δημοκρατίας, στην ομιλία του στην υποδοχή του σκηνώματος (14/5/2017)

 

 

 

Μέσα στην ζοφερή καθημερινότητα της Ελλάδας της κρίσης, της φτώχειας και της ανέχειας, ήρθε να προστεθεί μια νέα είδηση. Εδώ και μια εβδομάδα, από τις 14 Μαΐου, το σκήνωμα της Αγίας (κατά την εκκλησία και την πολιτεία) Ελένης βρίσκεται στην Ελλάδα και θα μείνει έως τις 15 Ιουνίου. Το συγκεκριμένο λείψανο επισκέπτεται την χώρα μας για πρώτη φορά. Η επίσκεψη αποφασίστηκε μετά από ειδική συνεδρίαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και  γίνεται με τιμές αρχηγού κράτους (2). Σε όλη  τη διάρκεια της παραμονής του σκηνώματος στην Αθήνα  θα τελούνται πρωινές και απογευματινές ακολουθίες και αγρυπνίες. Όσο για  τον συμβολισμό αυτής της επίσκεψης, η ηγεσία της εκκλησίας τον  περιγράφει ως εξής:

 

«……όπως δήλωσε στην «Κ» ο γενικός διευθυντής της Αποστολικής Διακονίας, επίσκοπος Φαναρίου Αγαθάγγελος, και θεωρείται σημαντική επιτυχία για τον κ. Ιερώνυμο που τονίζει ότι με τον τρόπο αυτό αναδεικνύεται η πνευματική και πολιτιστική ταυτότητα της Ευρώπης. Και αυτό διότι τέσσερα μεγάλα γεγονότα στα οποία πρωταγωνίστησαν ο Μέγας Κωνσταντίνος και η Αγία Ελένη, σφράγισαν την ιστορία της Ευρώπης και διαμόρφωσαν την ιστορία του κόσμου γενικότερα.

Πρόκειται για την απόφαση του Διατάγματος των Μεδιολάνων, το 313, που κηρύσσει την ανεξιθρησκία και παύει τους διωγμούς κατά των Χριστιανών, την απόφαση για μεταφορά της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας από την Παλαιά στη Νέα Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη, για τη σύγκληση της Α΄ εν Νικαία Οικουμενικής Συνόδου το 325, η οποία καταδίκασε τον Αρειανισμό, και την εύρεση του Τιμίου Σταυρού στους Αγίους Τόπους.

Όπως λέει ο επίσκοπος Αγαθάγγελος «τα γεγονότα αυτά προσδιόρισαν το περιεχόμενο της παγκόσμιας ιστορίας κατά τρόπο μοναδικό. Χωρίς αυτά ούτε η Ευρώπη θα είχε συγκεκριμένη πνευματική κληρονομιά, ούτε ο κόσμος μια τόσο ακμαία ακτινοβολία του χριστιανικού μηνύματος για τον Θεό και τον άνθρωπο» (3).

 

Είναι φανερό λοιπόν ότι η συγκεκριμένη πρωτοβουλία δεν έχει σχέση μόνο (ή κυρίως) με κάποια θρησκευτική λειτουργία, με κάποιο ζήτημα που αφορά τους  πιστούς σε ένα θρησκευτικό δόγμα. Αποτελεί κίνηση με  ιδεολογικοπολιτικό χαρακτήρα. Κίνηση που θέλει να δώσει στην μεταφορά του σκηνώματος της Ελένης χαρακτήρα προβολής στο σήμερα της «πνευματικής κληρονομιάς» της Ευρώπης, όπως την διαμόρφωσαν τα  γεγονότα στα οποία  πρωταγωνίστησε η ίδια μαζί με τον  «Μέγα» Κωσταντίνο. Και είναι μια κίνηση που διοργανώνεται και προβάλλεται από τον αστικό κρατικό μηχανισμό (του οποίου η Εκκλησία, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα). Η αριστερή κυβέρνηση έχει αποκτήσει παράδοση σε αυτές τις πρακτικές, αφού είναι η δεύτερη φορά που υιοθετούνται παρόμοιες πρωτοβουλίες: είχε προηγηθεί η περιοδεία ενός άλλου σκηνώματος, αυτού της Αγίας Βαρβάρας, που εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα με κρατική αιγίδα και παρόμοιες διαδικασίες.

Καθώς η κρίση του καπιταλισμού βαθαίνει, όλο και συχνότερα βγαίνουν από τα σεντούκια τα παλιά αντιδραστικά ιδεολογικά όπλα, προσπαθώντας να καλύψουν τα  κενά που αφήνουν τα ερείπια της «κοινωνίας της αφθονίας» που υποσχέθηκε ο καπιταλισμός μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Η κρίση γίνεται ένα πεδίο ανάπτυξης και προβολής αυτών των μηχανισμών με πολιτικά, ιδεολογικά και οικονομικά οφέλη. Πολύ περισσότερο όταν  πρόκειται για μηχανισμούς όπως η Εκκλησία που έχουν μια μακρόχρονη  παράδοση σαν κατεστημένο στην Ελλάδα, από την προκαπιταλιστική εποχή (Βυζάντιο-Τουρκοκρατία).

Δεν πρέπει λοιπόν να προκαλεί έκπληξη που αυξάνονται οι διεθνείς περιοδείες των σκηνωμάτων και λειψάνων ή άλλες αντίστοιχες πρωτοβουλίες, ενώ σωπαίνουν οι «άνθρωποι των γραμμάτων», που έτρεξαν όμως  π.χ.  να υπογράψουν  για να διαγραφούν τα χρέη της εργοδοσίας του ΔΟΛ (4). Γιατί, τελικά, όλοι μαζί δουλεύουν, μέσα στο σύστημα που τους τροφοδοτεί και τους εξασφαλίζει το απαραίτητο κύρος και συνθήκες  ζωής.

Εξάλλου όλες αυτές οι θρησκόληπτες  προσεγγίσεις  που επανέρχονται με τον μανδύα του……. «νέου», πολλές  φορές και του δήθεν αντισυστημικού, προβάλλονται με την συνειδητή ανοχή αλλά και ενθάρρυνση των μηχανισμών του κεφαλαίου. Τα ίδια ισχύουν, με διαφορετικό  προφανώς τρόπο, και για τις διάφορες ακροδεξιές ιδεολογίες που ανεβαίνουν σε όλο τον ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο. Γιατί αυτές οι προσεγγίσεις, με όλες τις αποχρώσεις και τις διαφορές τους, αποτελούν βολική εναλλακτική και αναγκαίο συμπλήρωμα των φονταμενταλιστών της «ελεύθερης αγοράς» και των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» που έχουν γεμίσει την Μέση Ανατολή, την Β. Αφρική και τον  πάτο της Μεσογείου με αμέτρητα  πτώματα αμάχων και τον «δυτικό κόσμο» με λιτότητα ανεργία και φτώχεια. Βολικό συμπλήρωμα και χρήσιμο αμορτισέρ, που, παρά τις κραυγές ενάντια στην «παγκοσμιοποίηση» ακόμα και τον «ανήθικο» (!!!) καπιταλισμό που μας οδηγεί στην «παρακμή», αντικειμενικά λειτουργούν σαν «δόλιος φάρος» για το εργατικό κίνημα και τα λαϊκά στρώματα.

Έτσι π.χ.  η ηγεσία της  Εκκλησίας στην Ελλάδα παλαιότερα (θυμηθείτε την εποχή του Χριστόδουλου) αλλά και τώρα βγάζει οργισμένους λόγους ενάντια στην «παγκοσμιοποίηση» (βασικά  όταν  πρόκειται για «αλλόθρησκους», άλλα έθνη, πατριδοκαπηλεία κ.α.) αλλά την ίδια στιγμή  αποτελεί διαχρονικά  μια από τις μεγαλύτερες επιχειρηματικές ομάδες στη χώρα με επενδύσεις, μετοχές, διασυνδέσεις, μεγάλη περιουσία σε ακίνητα και αδιάκοπη κρατική επιχορήγηση (ανεξάρτητα από μνημόνια) (5).

Αυτός είναι και ο λόγος που εδώ και χρόνια ακούμε κηρύγματα  ότι η κρίση δεν είναι οικονομική αλλά…… πνευματική και ότι για τα ερωτήματα (και τις απαντήσεις) της κρίσης οι εργαζόμενοι θα πρέπει να στραφούν όχι σε αυτούς που την δημιούργησαν αλλά στον…… εαυτό τους (μια εκκλησιαστική εκδοχή του  «μαζί τα φάγαμε»): «η κρίση θα περάσει. Οι αγώνες που γίνονται θα φέρουν αυτόν τον καρπό. Ο κίνδυνος, όμως, για την Ελλάδα είναι η παρακμή. Έχουμε παρακμάσει. Και εκεί πρέπει να γίνει η κριτική μας και η προσπάθεια για να ξεφύγουμε από την παρακμή μας……ας στρέψουμε το ερώτημα και προς τον εαυτό μας, αν φταίμε οι ίδιοι, κατά πόσο έχουμε συντελέσει σε αυτήν την κατάσταση και τι καλούμαστε να κάνουμε» (6). Το ιστορικό μήνυμα που θα μεταφέρει το λείψανο της  Αγίας Ελένης δεν θα μπορούσε να είναι ανεξάρτητο από όλα τα παραπάνω, ούτε η επιλογή του είναι τυχαία.

Ποιοι ήταν  λοιπόν  πραγματικά αυτοί οι ήρωες της εκκλησίας, ο «Μέγας» Κωσταντίνος και η «Αγία» Ελένη; Και ποιό είναι το πραγματικό μήνυμα από τα  «τέσσερα μεγάλα γεγονότα στα οποία πρωταγωνίστησαν που»σφράγισαν την ιστορία της Ευρώπης και διαμόρφωσαν την ιστορία του κόσμου γενικότερα«;. Εδώ και 1700 χρόνια,  από την εποχή τους και μετά, ο «Άγιος» και η «Αγία» περιγράφονται από την εκκλησιαστική ιστοριογραφία σαν  πρότυπο και παράδειγμα. Σε γενικές γραμμές,  τρία είναι τα κυριότερα σημεία τα οποία τονίζουν αυτές οι περιγραφές του Κωνσταντίνου: Την «χριστιανική» ζωή και άσκηση της εξουσίας του, την θρησκευτική του πολιτική και το «μεταρρυθμιστικό» του έργο. Σε αυτά τα σημεία, όχι σαν αποκομμένα γεγονότα-όπως παρουσιάζονται- αλλά σαν αποτελέσματα  ιστορικών συνθηκών  και ταξικών συμφερόντων, θα χρειαστεί  λοιπόν  να επιστρέψουμε. Ακριβώς για να αναζητήσουμε την ουσία όλων αυτών των συμβολισμών  αλλά και στην  σημασία τους  για την σημερινή εποχή.

 

 

 

2.Η δολοφονική πορεία του «Μέγα» προς την εξουσία.

 

 

2.1 Η παρακμή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και η αλληλοεξόντωση των ηγεμόνων

 

 

«Από το τέλος ξεπηδούν καινούργιες αρχές»

Gaius Plinius Secundus

 

 

 

Η κρίση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας

 

 

Από το δεύτερο μισό του 2ου μ.Χ. αιώνα η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία δοκιμάζεται από πολέμους και στρατιωτικές ήττες, που αντανακλούν την κρίση και αποσύνθεση του τρόπου παραγωγής της, του δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής (7).  Τα όρια στην στρατιωτική επέκταση έχουν γίνει ξεκάθαρα μετά τις κατακτήσεις του Τραϊανού (53 – 117 μ.Χ.), όταν η αυτοκρατορία φτάνει στην κορυφή της εδαφικής της επέκτασης: Τα εδάφη της καλύπτουν 6,5 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα (2,5 εκατομμύρια τετραγωνικά μίλια).

Από εκείνη την περίοδο και μετά τα σύνορα  ουσιαστικά κλείνουν και ξεκινάει μια περίοδος στασιμότητας και παρακμής. Γιατί, αντίθετα με την φεουδαρχική οικονομία που τον διαδέχθηκε, ο δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής της αρχαιότητας δεν διέθετε κάποιο σταθερό εσωτερικό μηχανισμό αυτοαναπαραγωγής: η εργατική του δύναμη βασιζόταν στη δουλεία, η οποία ήταν βασικά εξαρτημένη από τις στρατιωτικές κατακτήσεις (8). Το τέλος της επέκτασης της αυτοκρατορίας περιόρισε σταδιακά την προμήθεια δούλων και εκτόξευσε τις τιμές τους. Η κρίση της έλλειψης δούλων αποτελούσε ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο για τον δουλοκτητικό τρόπο παραγωγής. Σταδιακά οδήγησε σε αναζήτηση νέων μορφών εξαρτημένης εργασίας που θα έδιναν μεγαλύτερες δυνατότητες συσσώρευσης στα ηγετικά στρώματα της αυτοκρατορίας. 

Τελικά οι ιδιοκτήτες, προσπαθώντας να μειώσουν το κόστος της συντήρησης των δούλων, τους εγκατέστησαν σε μικρούς κλήρους για να φροντίζουν οι ίδιοι τον εαυτό τους και άρπαζαν την πλεονάζουσα παραγωγή. Έτσι σχηματίστηκε σταδιακά η τάξη των coloni, μια τάξη εξαρτημένων αγροτικών παραγωγών που άρχισε να ξεχωρίζει και από τους δούλους και από τους μικροκτηματίες (9). Αυτές οι μορφές εργασίας, που υιοθετήθηκαν «από τα κάτω» για να αυξηθούν τα κέρδη, άρχισαν να υπονομεύουν δραστικά την δουλοκτητική οικονομία της αυτοκρατορίας που ήταν προϋπόθεση της λειτουργίας της. Επίσης, οδήγησαν στην μετατόπιση του κέντρου βάρους στην ύπαιθρο και στην ερήμωση των πόλεων. Οι γαιοκτήμονες άρχισαν να συγκεντρώνουν τεράστια δύναμη, αφού στους coloni άρχιζαν να εντάσσονται όχι μόνο δούλοι αλλά και κατεστραμμένοι μικροαργότες της αυτοκρατορίας.

Ταυτόχρονα, η αδυναμία εύρεσης εναλλακτικών επιλογών για την απώλεια εργατικής δύναμης (λόγω και των περιορισμών στην τεχνολογική πρόοδο) και ο συνδυασμός των συνεχιζόμενων εξωτερικών επιδρομών (9) με τις έντονες κοινωνικές αντιθέσεις οδήγησε σε απανωτές εξεγέρσεις των λαϊκών στρωμάτων  και του στρατού και εμφυλίους πολέμους (10).

Από τα τέλη του 3ου αιώνα η κρίση παίρνει την μορφή διαβρωτικής κατάρρευσης: Τμήματα της απέραντης αυτοκρατορίας αρχίζουν να διασπώνται, αναβιώνουν τοπικές παραδόσεις και θρησκευτικές αιρέσεις, πληθαίνουν τα στρατιωτικά πραξικοπήματα.  Την περίοδο αυτή αυξάνονται και οι λαϊκές εξεγέρσεις: Οι αφρικανοί θα φτάσουν μέχρι την Καρχηδόνα, οι βαυγάδες εξεγείρονται στην Γαλατία, ενώ και μέσα στην ίδια την Ρώμη, στα χρόνια του Αυρηλιανού (214 -275 μ.Χ.), θα γίνει μια αιματηρή εξέγερση των εργατών στα νομισματοκοπεία (11).

Οι διαμάχες στην κορυφή  παίρνουν  την μορφή μιας  ατελείωτης  αλληλοεξόντωσης. Από το 234 μέχρι το 284 μ.χ. κυβερνούν όχι λιγότερο από είκοσι αυτοκράτορες από τους οποίους οι δεκαοκτώ πέθαναν με βίαιο θάνατο και από τους άλλους δύο ο ένας πέθανε στην αιχμαλωσία και ο άλλος από πανούκλα (12).  Φυσικά το πολιτικό σύστημα δεν μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστο από όλα αυτά. Η αυτοκρατορία, αντιμετωπίζοντας εξωτερικές και εσωτερικές απειλές, προχώρησε σε  συνολική ανασυγκρότηση σε αντιδραστική βάση με όχημα το κράτος.

 

 

Το τέλος της αναρχίας και η dominatus  του Διοκλητιανού

 

 

Η περίοδος αυτή καταλήγει σε μια αντιδραστική αναμόρφωση του συστήματος της αυτοκρατορίας, που ξεκινάει με την βασιλεία του Διοκλητιανού (284-305 μ.Χ.). Ο Διοκλητιανός μοιράστηκε την εξουσία με άλλους στρατηγούς (το σύστημα της δυαρχίας και μετά της τετραρχίας) για να συντρίψει τις λαϊκές εξεγέρσεις και τους εξωτερικούς επιδρομείς (13). Καθιέρωσε ως πολίτευμα την δεσποτεία (dominatus) που αντικατέστησε την μοναρχία (principatus). Προχώρησε σε διοικητικές  (χώρισε την αυτοκρατορία σε τμήματα και επαρχίες για να αποτρέψει την διάλυση) και οικονομικές  (ανώτατο όριο τιμών κ.α.) μεταρρυθμίσεις. Όλα αυτά αποκατέστησαν -προσωρινά-την συνοχή του Ρωμαικού κράτους (14).

Στο σύστημα του Διοκλητιανού η επινόηση της δυαρχίας (και στη συνέχεια της τετραρχίας) ήταν ένα σημαντικό μέτρο αλλά όχι το πιο καίριο. Γιατί ο Διοκλητιανός δεν μοίρασε απλά την εξουσία, κρατώντας για τον εαυτό του την κυρίαρχη θέση. Στην προσπάθεια του να διασώσει την αυτοκρατορία, επιχείρησε (και σε μεγάλο βαθμό πέτυχε) να μεταρρυθμίσει το σύνολο του στρατιωτικού και διοικητικού μηχανισμού

Η κρατική μηχανή  γιγαντώθηκε, οι στρατιωτικοί ήρθαν στην εξουσία, περιορίστηκε η εξουσία της αριστοκρατίας των  γαιοκτημόνων και ενισχύθηκε η απόλυτη εξουσία του αυτοκράτορα (15).  Όλες οι ανώτερες διοικητικές θέσεις ανατέθηκαν σε άνδρες μονάχα από την τάξη των ιππέων. Η συγκλητική αριστοκρατία εκτοπίσθηκε και όλα τα κρίσιμα πόστα καταλήφθηκαν από αξιωματικούς του στρατού, αφού ο Διοκλητιανός απέκλεισε τους συγκλητικούς και από την πολιτική διοίκηση. Οι επαρχίες υπερδιπλασιάστηκαν και εισήχθησαν (για πρώτη φορά στην αρχαιότητα) κρατικοί  προϋπολογισμοί και νέο φορολογικό σύστημα.

Η χωρίς  προηγούμενο επέκταση της κρατικής μηχανής έριξε τα βάρη  πάνω στα λαϊκά στρώματα της αυτοκρατορίας. Την  χαριστική βολή έδωσαν τα μέτρα της αναδιοργάνωσης του στρατού, που ήταν απαραίτητη για να μην  υπάρχει επιστροφή στην προηγούμενη εποχή της «αναρχίας». Η αναδιοργάνωση είχε ξεκινήσει ήδη πριν από την εποχή του Διοκλητιανού. Η επανεισαγωγή της στρατολογίας και η συνεχιζόμενη ενσωμάτωση εθελοντών βαρβάρων στο στρατό έφτασε τελικά τον αριθμό του Ρωμαϊκού στρατού στο θηριώδες νούμερο του….. μισού εκατομμυρίου. Αυτή η τεράστια και οπλισμένη δολοφονική μηχανή των Ρωμαϊκών λεγεώνων επιχειρούσε και παρέμενε είτε στο εσωτερικό είτε λίγο έξω από τα σύνορα της απέραντης αυτοκρατορίας, με σοβαρές οικονομικές, πολιτικές και πολιτισμικές συνέπειες.

Η μετατόπιση της εξουσίας στους στρατιωτικούς και η αναβάθμιση του ρόλου του στρατού στη εσωτερική δομή της αυτοκρατορίας ενίσχυσε ακόμα περισσότερο την ανατροπή των συσχετισμών πόλεων-υπαίθρου (16) που άλλαζε λόγω της παρακμής της δουλείας και της εμφάνισης των coloni. Η Ρώμη έπαψε να είναι το κέντρο της αυτοκρατορίας και η εξουσία μεταφέρθηκε στους στρατιωτικούς καταυλισμούς των συνόρων. Εκεί, στρατιωτικοί-αυτοκράτορες από τον Δούναβη και τα Βαλκάνια, ενισχυμένοι μετά τις στρατιωτικές επιτυχίες, καθόριζαν τις εξελίξεις στην αυτοκρατορία. 

Όλα τα παραπάνω όμως συγκρότησαν μια καταστροφική διαλεκτική για την  ύστερη περίοδο του Ρωμαϊκού κράτους: Η επέκταση και ανασυγκρότηση της κρατικής μηχανής (με αυτά τα χαρακτηριστικά) δημιούργησε πρόσκαιρη σταθερότητα και ασφάλεια αλλά, αφού δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις αλλαγές στην οικονομία, γινόταν ταυτόχρονα και θανάσιμος κίνδυνος για το μέλλον.

Το πέρασμα από την σύγκλητο (στην οποία κυριαρχούσαν οι γαιοκτήμονες) στην «δεσποτεία» μοιραία άρχισε να ξηλώνει κάθε  περιορισμό  από την συγκλητική γνώμη και το εθιμικό δίκαιο προς όφελος των στρατιωτικών. Ένισχύθηκε σημαντικά η προσωπική εξουσία του ηγεμόνα και το αποτέλεσμα ήταν η διάλυση των μέχρι τότε πολιτισμικών «σταθερών»,  αφού το συγκλητικό κατεστημένο ήταν, σε μεγάλο βαθμό, και το προπύργιο της θρησκευτικής (ειδωλολατρικής) και πολιτισμικής παράδοσης της αυτοκρατορίας. Η συγκλητική αριστοκρατία των γαιοκτημόνων αποκλείστηκε πολιτικά επί Διοκλητιανού. Φυσικά αποζημιώθηκε με την τεράστια συσσώρευση πλούτου σε βάρος των εξαθλιωμένων coloni και των δούλων (εξάλλου σύντομα θα επιστρέψει και στην εξουσία).

Επίσης, καθώς το κέντρο βάρους της αυτοκρατορίας  μετατοπιζόταν  προς  την  πλουσιότερη ανατολή (δεν είναι τυχαίο ότι ο Διοκλητιανός όταν κάλεσε τον Μαξιμιανό για την διαρχία-μετέπειτα τετραρχία-κράτησε για τον εαυτό του το ανατολικό τμήμα), αυτή η μορφή εξουσίας άρχισε να παίρνει χαρακτηριστικά  της «δεσποτείας» των ανατολικών  αυτοκρατοριών (όπως της Περσικής αυτοκρατορίας): Άρχισαν να εμφανίζονται τα εθιμοτυπικά της υπόκλισης στον αυτοκράτορα, των ατελείωτων δαπανών για παλάτια, της αυτοκρατορικής χλιδής και της «ανατολικού τύπου» επίδειξης μεγαλείου, που θα γενικευτούν αργότερα στην περίοδο του «Μέγα». Όλα αυτά επιβάρυναν ακόμα παραπάνω την ήδη εξοντωτική φορολογία για τα λαϊκά στρώματα με αποτέλεσμα της μεγάλες εξεγέρσεις στα τέλη του 3ου αιώνα, εξεγέρσεις που στράφηκαν ενάντια στην δουλεία αλλά και στο σύστημα των coloni. Η στρατοκρατία του Διοκλητιανού, γεμάτη ανησυχία για επιστροφή στις μέρες της αποσύνθεσης, στράφηκε ενάντια και σε θρησκείες που βρισκόντουσαν έξω από το θεσμικό  πλαίσιο της αυτοκρατορίας, όπως ο Μανιχαισμός και αργότερα ο Χριστιανισμός (με τον «Μεγάλο Διωγμό»).

Η αυτοκρατορία ισορροπούσε σε τεντωμένο σκοινί.  Η πρόσκαιρη αντιστροφή της κατάστασης στη διάρκεια της τετραρχίας δείχνει ότι ενδεχομένως μια διαφορετική πορεία θα μπορούσε να έχει συμβεί. Όμως η αλήθεια είναι ότι η απουσία εναλλακτικών στο πεδίο της οικονομίας (ούτε η εμφάνιση των coloni  κατάφερε να αντιστρέψει την τεχνολογική στασιμότητα) αλλά και  η αντικειμενική αδυναμία (λόγω των ιστορικών συνθηκών) να υπάρξει οποιαδήποτε διαφορετική διέξοδος από την πλευρά του λαϊκού παράγοντα, περιόριζαν ασφυκτικά το πλαίσιο και την δυναμική διαφορετικών εξελίξεων.

Οι αλλαγές στο πολιτικό σύστημα και η κυριαρχία των στρατιωτικών είχαν δημιουργήσει ένα νέο στρώμα φιλόδοξων στρατηγών-ηγεμόνων (που συχνά είχαν ταπεινή καταγωγή). Αυτοί  περιστοιχίζονταν από στρατιές πραιτωριανών που συνδέονταν μαζί τους και αναπαρήγαγαν την θέση και την εξουσία τους  μέσα την «πολεμική» εγρήγορση της κρατικής μηχανής. Με δεδομένη τα ιστορικά όρια της αυτοκρατορίας, αυτή η εγρήγορση στρεφόταν ολοένα και περισσότερο και προς το εσωτερικό, σαν τρόπος διευθέτησης  των ανταγωνισμών στο εσωτερικό της κυρίαρχης τάξης. Μέσα από αυτό το στρώμα και τις κοινωνικές συνθήκες που το δημιούργησαν  βγήκε και ο «Μέγας» Κωσταντίνος.

Ο Διοκλητιανός, καθώς  πλησίαζε στο τέλος της ζωής του και συνειδητοποιούσε τους κινδύνους, προσπάθησε να διασφαλίσει μια ομαλή μετάβαση για την επιβίωση της αυτοκρατορίας. Όμως οι αδύναμες ισορροπίες του συστήματος της τετραρχίας (που βασιζόταν ουσιαστικά στην εύθραυστη συναίνεση πανίσχυρων και ανεξέλεγκτων ηγεμόνων) (17) οδήγησαν σε διαφορετικές εξελίξεις. Τελικά η ίδια η ταξική πάλη, οι ανταγωνισμοί στο εσωτερικών στρωμάτων της αυτοκρατορίας και οι επιλογές και η προσωπικότητα του «Μέγα» έδωσαν την μορφή στο (κυριολεκτικά) μακελειό που ακολούθησε την άνοδο του στην εξουσία.

 

 

2.2 Η σκοτεινή αυγή: Το άστρο του Κωσταντίνου και της Ελένης ανατέλλει

 

 

«Η Εκκλησία μας  συνεορτάζει την Ελένη με το παιδί της, τον Άγιο Κωνσταντίνο, την 21ην Μαΐου. Και οι Αγιογράφοι την εικονίζουν πάντοτε μαζί. Την ονόμασαν δε η Εκκλησία Ισαπόστολων. Και πράγματι ήταν.1ον Διότι ότι έκαμε ο Μέγας Κωνσταντίνος διά τον χριστιανισμό, οφείλεται στην Αγία Ελένη. Η προς τους Χριστιανούς συμπεριφορά του Κωνσταντίνου, η οποία τόσον ευεργετικά αποτελέσματα είχε για την Εκκλησία, προπαρασκευάσθηκε με τη διαπαιδαγώγηση, που του έδωσε η μητέρα του Ελένη.2ον Διότι η ίδια ήταν Αγία. Έζησε ζωή αγιασμένη. Δεν επηρεάστηκε από τις τιμές. Αυτή έβαλε σκοπό, πώς να σώσει την ψυχή της, να αρέσει στο Θεό και να μπει στον Παράδεισο. Και το πέτυχε».

 

Απόσπασμα από εκκλησιαστικό ιστολόγιο

 

 

Η  τετραρχία και ο Διοκλητιανός

 

 

Με τον Διοκλητιανό καθιερώθηκε το σύστημα της τετραρχίας  (αρχή των τεσσάρων).  Αρχικά διαίρεσε την αυτοκρατορία σε ανατολικό και δυτικό τομέα: ο ίδιος κράτησε την διοίκηση της (πλούσιας) Ανατολής και ο Μαξιμιανός ανέλαβε τη διοίκηση της Δύσης. Οκτώ χρόνια αργότερα, μετά από τις συνεχιζόμενες στρατιωτικές ανταρσίες (όπως η επανάσταση του Καραύσιου το 287 μ.Χ. που προκάλεσε την απόσχιση των επαρχιών της Βρετανίας και της βορειοδυτικής Γαλατίας) και με σκοπό την βελτίωση του συστήματος, επέκτεινε την διαίρεση της εξουσίας. Διόρισε από ένα «Υφιστάμενο Αυτοκράτορα» ή Καίσαρα κάτω από κάθε «Πρεσβύτερο Αυτοκράτορα» ή Αύγουστο.  Έτσι οι πρώτοι τετράρχες ήταν ο Διοκλητιανός, Αύγουστος της Ανατολής (Ανατολή). ο Γαλέριος, Καίσαρας της Ανατολής (Ιλλυρικό), ο Μαξιμιανός, Αύγουστος της Δύσης (Ιταλία) και ο Κωνστάντιος Χλωρός, Καίσαρας της Δύσης (Γαλατία) (18).

Το 305 μ.Χ. ο Διοκλητιανός, μετά από μια βαριά αρρώστια, αποφάσισε να παραιτηθεί οικειοθελώς από τον θρόνο και εξασφάλισε και την ταυτόχρονη παραίτηση του άλλου Αύγουστου, του Μαξιμιανού. Οι Καίσαρες Κωνστάντιος και Γαλέριος, έγιναν συναυτοκράτορες (Αύγουστοι) σε Δύση και Ανατολή αντίστοιχα. Οι νέοι Καίσαρες ήταν ο  Σεβήρος στη Δύση και ο Μαξιμίνος Β΄ στην Ανατολή.

 

 

Ο Κωστάντιος Χλωρός ανεβαίνει στην εξουσία

 

 

Ο ένας συναυτοκράτορας και  πρώην Καίσαρας  ήταν ο  Κωνστάντιος, γνωστός ως Κωνστάντιος Χλωρός χάρη στους βυζαντινούς ιστορικούς που του έδωσαν το προσωνύμιο «Χλωρός» (Chlorus) δηλαδή «Ο Χλωμός», λόγω του χλωμού του προσώπου. Ξεκίνησε σαν σωματοφύλακας του αυτοκράτορα (19) και αργότερα έγινε αρχηγός των πραιτωριανών. Πριν γίνει Καίσαρας ήταν κυβερνήτης της Δαλματίας. Σε μια από τις εκστρατείες του, ο Ιλλύριος (Ιλλυρία-δυτικά Βαλκάνια/΄σημερινή Αλβανία και χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας) αξιωματικός Κωνστάντιος ερωτεύτηκε μια σερβιτόρα σε ένα καπηλειό στο Δρέπανο Βιθυνίας. Το όνομα της ήταν Ελένη (η μετέπειτα «Αγία»).  Ο Αμβρόσιος Μεδιολάνων (De obit. Theod.,42) την αποκαλεί «stabularia», γυναίκα δηλαδή η οποία εργαζόταν σε πανδοχείο.  Ο Κωσταντίνος και κάποιες εκκλησιαστικές «πηγές» αργότερα προσπάθησαν να την παρουσιάσουν σαν…..Βρεττανή πριγκίπισσα. Μετά το γάμο της ακολούθησε το σύζυγό της στις εκστρατείες και το 274, στη σημερινή Νίσσα της Σερβίας, η Ελένη γέννησε το γιο τους, Κωνσταντίνο.

Την ίδια χρονιά που ο Χλωρός έγινε Καίσαρας στο δυτικό τμήμα, το 293 μ.Χ., χώρισε την Ελένη, αφού η ιδιότητα του Καίσαρα ήταν ασυμβίβαστη με μια stabularia. Με την παρότρυνση του Διοκλητιανού παντρεύτηκε την Θεοδώρα, αδερφή του Αυγούστου της δυτικής Αυτοκρατορίας, Μαξιμιανού. Με την Θεοδώρα ο Κωστάντιος έκανε έξι παιδιά.  Ο Διοκλητιανός  για να είναι σίγουρος ότι ο νέος Καίσαρας δεν θα στραφεί εναντίον του (ήταν γνωστό το παρελθόν των δολοφονιών και των συνομωσιών) κράτησε στην αυλή του όμηρους τον νεαρό Κωσταντίνο και την Ελένη. Όμως  η Ελένη, που είχε συναινέσει στον χωρισμό της με τον Κωστάντιο, με την ιδιότητα της ερωμένης, προωθούσε τον  γιό της για τον θρόνο. Ο νεαρός Κωσταντίνος υπηρετούσε στην Αυλή ως «δομέστικος» ενώ είχε διακριθεί στις….θηριομαχίες (20).

Στον Κωστάντιο δόθηκε ο έλεγχος των επαρχιών της Βρετανίας, της Γαλατίας και της Ισπανίας. Τότε νίκησε τις δυνάμεις του Καραύσιου που είχε αυτοανακηρυχθεί αυτοκράτορας στη Βρετανία. Το 296 μ.Χ. ο Ρωμαϊκός έλεγχος στην περιοχή αποκαταστάθηκε. Την ίδια χρονιά ο Χλωρός πολέμησε και νίκησε τους Αλεμάνους στην ανατολική Γαλατία. Έτσι κατάφερε να ενισχύσει την άμυνα στα εδάφη κοντά στον Ρήνο. Όπως και όλα τα μέλη της τετραρχίας, καθοδήγησε τις διώξεις του «Μεγάλου Διωγμού» απολύοντας χριστιανούς από το στρατό και καταστρέφοντας εκκλησίες (21).Ο Κωστάντιος ήταν ειδωλολάτρης, (όπως και όλοι οι Ρωμαίοι ηγεμόνες). Αργότερα  βέβαια ο Κωσταντίνος  προσπάθησε να τον παρουσιάσει-ανάλογα με την περίσταση-ως χριστιανό η φιλικό  προς τους χριστιανούς.

 

 

Το πραξικόπημα του «Μέγα» Κωνσταντίνου

 

 

Το 305 μ.Χ. , όταν ο Χλωρός έγινε Αύγουστος, ο Κωσταντίνος (με τις ευλογίες της Ελένης) κατάφερε να φύγει από την αυλή του Διοκλητιανού και να συναντήσει τον πατέρα του στις εκστρατείες στην Βρετανία και την Γαλατία. Το 306 μ.Χ. ο Χλωρός πεθαίνει επιστρέφοντας στο Eboracum (York) από μια εκστρατεία εναντίον των Πίκτων (Σκωτία). Η αυτοκρατορική φρουρά  παρακάμπτει με πραξικόπημα όχι μόνο τον Γαλέριο αλλά και  τους τρείς νόμιμους γιούς του Χλωρού και ανεβάζει στον θρόνο κάποιον Μάρκο. Λίγο αργότερα όμως θα τον θανατώσει και θα τον αντικαταστήσει με τον Γρατιανό. Θα μετανιώσει και θα τον σφάξει και αυτόν και τελικά, ύστερα από τέσσερεις μήνες, θα καταλήξει στον Κωσταντίνο (που είχε φτάσει στην Βρετανία λίγο πριν τον θάνατο του πατέρα του), κρίνοντας ότι είναι ο πιο κατάλληλος για νέα πλιάτσικα (22).

Το πραξικόπημα του Κωσταντίνου θα βρει αμέσως  μιμητές στην Ρώμη:  Η φρουρά της αυλής ανακηρύσσει με παρόμοιο πραξικόπημα, ηγεμόνα τον Μαξέντιο, γιό του πρώην αυτοκράτορα Μαξιμιανού. Το στρατιωτικό κατεστημένο της Ρώμης, δυσαρεστημένο από την απώλεια της πρωτοκαθεδρίας στην αυτοκρατορία και τα φορολογικά μέτρα του Γαλέριου (η πρωτεύουσα είχε μεταφερθεί στη Νικομήδεια) βρήκε ευκαιρία να εκδηλώσει την δυσαρέσκεια του. Ο Γαλέριος αναγνωρίζει τον Κωσταντίνο όχι ως Αύγουστο αλλά ως Καίσαρα και στέλνει τον νόμιμο διάδοχο ηγεμόνα της Ιταλίας Σεβήρο εναντίον του Μαξέντιου. Ο Σεβήρος φτάνει στη Ρώμη, όμως τα στρατεύματα του δωροδοκούνται από τον Μαξέντιο (ο οποίος κάλεσε και σε βοήθεια τον πατέρα του, πρώην αυτοκράτορα Μαξιμιανό) και τον εγκαταλείπουν, με αποτέλεσμα να καταφύγει στη Ραβέννα όπου συλλαμβάνεται και εκτελείται. Έτσι την εξουσία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας κατέχουν τώρα οι εξής ηγεμόνες: Ο Κωνσταντίνος τη χώρα των Κελτών, την Ιβηρική και την Βρετανία, ο Μαξέντιος και ο Μαξιμιανός την Ιταλία και την περιοχή ως τον Δούναβη, ο Γαλέριος, ο Λικίνιος και ο Μαξιμίνος  το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας (23).

Έτσι ξεκινάει η εποχή της εξουσίας του Κωνσταντίνου, μιας από τις πιο εγκληματικές  φυσιογνωμίες της ανθρώπινης ιστορίας. Το πραξικόπημα που έφερε τον Κωσταντίνο στην εξουσία οδήγησε σε αλυσιδωτές αντιδράσεις και σε ένα αιματηρό 18χρονο εμφύλιο πόλεμο, που άφησε πίσω του αμέτρητους νεκρούς. Για όλα αυτά ο «Μέγας» Κωσταντίνος φέρει την κύρια ευθύνη, όμως τα αίτια δεν μπορούν να περιοριστούν στα προσωπικά χαρακτηριστικά και τις έριδες, στον τρόπο δηλαδή που η αστική ιστοριογραφία αντιμετωπίζει συνήθως τα γεγονότα. Και αυτό γιατί το ίδιο το οικονομικό και πολιτικό σύστημα της αυτοκρατορίας, δημιουργούσε το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούσαν να υπάρξουν και να ενισχυθούν τέτοιες εξελίξεις.

 

 

2.3  Ο «Μέγας» σφαγέας

 

 

«Αυτό το τέρας ο Κωνσταντίνος….Αυτός ο ψυχρός, υποκριτής και σκληρός άνθρωπος έσφαξε το γιό του, στραγγάλισε τη γυναίκα του, δολοφόνησε τον  πεθερό του και το γαμπρό του και συντηρούσε στην Αυλή του μια ομάδα αιμοδιψών και θρησκόληπτων ιερέων, από τους οποίους ένας και μόνο θα αρκούσε για να στρέψει τη μισή ανθρωπότητα ενάντια στην  άλλη»

Percy Bysshe Shelley

 

«Και αν ακόμα διέπραξε και κάποια ανομήματα ο Κωνσταντίνος, αυτό δεν οφείλεται σε αγριότητα ψυχής, αλλά γιατί ο ίδιος γεννήθηκε και έζησε μέσα σε καθιερωμένες από αιώνες ολέθριες έξεις και παραδόσεις. Οι προκάτοχοι και οι συνάρχοντές του, κανένα δε σεβάσθησαν θείο ή ανθρώπινο νόμο. Είναι απορίας άξιο όμως και θαυμασμού, ότι κατανικώντας τόσο μεγάλους πειρασμούς, κατόρθωσε να κατανοήσει και να ομολογήσει τις αρχές του Ευαγγελίου.»

Κωνσταντίνος  Παπαρρηγόπουλος 

 

 

Ένα προσχεδιασμένο μακελειό

 

 

Το πραξικόπημα του Κωσταντίνου έδωσε καίριο πλήγμα στην τετραρχία, αφού οδήγησε σε νέο πραξικόπημα στην Ρώμη. Ο Γαλέριος, ο τελευταίος της πρώτης τετραρχίας, αναγνώρισε τον Κωσταντίνο και επιτέθηκε στον Μαξέντιο που διοικούσε την Ιταλία, δίπλα στο ανατολικό τμήμα. Ο Μαξέντιος πρόβαλε σαν απειλή για τον Γαλέριο γιατί είχε σύνορα με την επικράτεια του, ίσως και γιατί ο πρώην  αυτοκράτορας  Μαξιμιανός ήταν  πατέρας του και έβλεπε το ενδεχόμενο παλινόρθωσης μιας δυναστείας που θα έβαζε τέλος στο σύστημα της τετραρχίας (και στην δική του θέση). Όταν όμως ο απεσταλμένος του, Καίσαρας Σεβήρος, ηττήθηκε και θανατώθηκε, ο Γαλέριος αναγκαστικά υποχώρησε, διόρισε στη θέση του τον Λικίνιο (ο άλλος Καίσαρας ήταν ο Μαξιμίνος Β) και συνέχισε να διοικεί το ανατολικό τμήμα.

Η εγκαθίδρυση της νέας κατάστασης δεν ικανοποιεί  τον Κωσταντίνο που ξεκινάει αμέσως να προετοιμάζει την εξόντωση όλων των συμβασιλέων του. Εγκαινιάζει έτσι πρώτος την ρήξη χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα. Η στρατιωτική ιεραρχία της αυτοκρατορίας, διασπασμένη και διψασμένη για πρωτεία και λάφυρα  θα οδηγηθεί, από τον Κωσταντίνο και τους ανταγωνιστές του, σε μια  αλληλοεξόντωση  χωρίς όρια, με αμέτρητα θύματα.

 

 

Οι σφαγές των «βαρβάρων»

 

 

Ο Κωσταντίνος, εκτιμώντας ότι  οι κυριότεροι αντίπαλοι του είναι ο Μαξέντιος στη Δύση και ο Λικίνιος (που βρισκόταν πιο κοντά στον Γαλέριο από ότι ο άλλος Καίσαρας του ανατολικού τμήματος, ο Μαξιμίνος) στην Ανατολή, προσπαθεί να τους παραπλανήσει για να κερδίσει  χρόνο (24). Φιλοδοξεί να κερδίσει και την αποδοχή-η ανοχή- του Γαλέριου, που τον αναγνώρισε ως Καίσαρα αλλά όχι ως Αύγουστο. Το 307 μ.χ, έναν χρόνο  μετά την άνοδο του στην εξουσία, χωρίζει  τη γυναίκα του Μινερβίνη (κατά άλλους, παλλακίδα του) με την οποία είχε αποκτήσει ένα γιο, τον Κρίσπο, και παντρεύτηκε στους Τρεβήρους την κόρη του Μαξιμιανού και αδερφή του Μαξέντιου, την Φαύστα.

Ταυτόχρονα ο Κωσταντίνος αρχίζει μια σειρά εκστρατειών ενάντια σε φυλές «βαρβάρων». Ενώ ο πατέρας του ο Χλωρός είχε κάνει πολλούς πολέμους για την επανένωση των εδαφών της αυτοκρατορίας, ο Κωσταντίνος θα προχωρήσει παραπέρα και θα περάσει σε αλλεπάλληλες επιθέσεις στο έδαφος των «βαρβάρων». Προκαλεί επιθέσεις και στρατιωτικές συγκρούσεις. Τις χρησιμοποιεί και  σαν πεδίο «εκπαίδευσης» του στρατού για τα μελλοντικά σχέδια του, σκορπίζοντας παντού θάνατο και  καταστροφές.

Αμέσως μετά την ανακήρυξη του σε Καίσαρα, το 306 μ.χ, επιτίθεται στους Βρούκτερους, γερμανική φυλή που ζούσε στην περιοχή του Ρήνου.. Το 310 μ.χ επιτίθεται ξανά και ολοκληρώνει την εξολόθρευση τους. Ακολουθεί εξόντωση αιχμαλώτων και πυρπόληση χωριών. Κατά τους «εορτασμούς» της «νίκης» στους Τρεβήρους χιλιάδες «βάρβαροι», ρίχνονται στα άγρια θηρία. Ήταν τόσοι πολλοί που τα λιοντάρια δεν προλάβαιναν να τους κατασπαράξουν (25). Είναι τέτοια η τραγωδία που τα θύματα, σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, αυτοκτονούν μέσα στην αρένα η τρέχουν πάνω στα λιοντάρια για να συντομεύσουν το μαρτύριο.

Το 311 και 313 μ.χ επιτίθεται στους Αλαμάνους και τους Φράγκους και ακολουθούν νέες σφαγές. Τους βασιλείς των Φράγκων Ascaricus και Merogaisus δίνει εντολή να τους κατασπαράξουν πεινασμένες αρκούδες στην αρένα. Για την ιστορία, οι «βάρβαροι» Φράγκοι έδιναν χάρη στους αιχμαλώτους πολέμου και ο βασιλιάς των Αλαμάνων  Erocus είχε στηρίξει το 306 μ.χ την ανάδειξη του «Μέγα» σε αυτοκράτορα (26). Ο Κωσταντίνος, ενθουσιασμένος από αυτά τα «θεάματα», θεσπίζει τους «φραγκικούς αγώνες» σε ετήσια βάση (κάθε 14-20 Ιουλίου). Έτσι κάθε χρόνο στην αρένα των Τρεβήρων (ένα από τα μεγαλύτερα στάδια της αρχαιότητας, με χωρητικότητα 20.000 θέσεις) θα επαναλαμβάνονται τα ίδια εγκλήματα, τροφοδοτούμενα από τις «νίκες» του Κωσταντίνου.

Το 310 μ.Χ. ο Κωσταντίνος λεηλατεί την Ισπανία. Πέρα από την προσάρτηση της περιοχής, ο απώτερος στόχος είναι η διακοπή της τροφοδοσίας της Ιταλίας με σιτηρά. Το αποτέλεσμα είναι ο λιμός στην Ιταλία και ο θάνατος χιλιάδων. Η διακοπή του εφοδιασμού στοχεύει, φυσικά, στην δημιουργία κοινωνικής αναστάτωσης στην Ιταλία, όπου ο Μαξέντιος (ο άντρας της αδελφής του Κωσταντίνου, που ο «Μέγας» είχε «προσφέρει» τρία χρόνια πριν), είχε κερδίσει τον σεβασμό.

 

 

Η δολοφονία του Μαξιμιανού

 

 

Την ίδια χρονιά ο πεθερός του Κωσταντίνου και πατέρας του Μαξέντιου, πρώην αυτοκράτορας Μαξιμιανός δολοφονείται στην Μασσαλία. Η κατηγορία είναι ότι σχεδίαζε συνωμοσία εναντίον του Κωσταντίνου. Ο Κωσταντίνος επιβάλει την εξαφάνιση του ονόματος του πεθερού του και την απόσβεση της μνήμης του-η Ρωμαϊκή damnatio memoriae-. Όμως λίγα χρόνια αργότερα αλλάζει τελείως πολιτική και τοποθετεί άγαλμα του Μαξιμιανού στην αψίδα που έστησε η Σύγκλητος στη Ρώμη προς τιμή του αυτοκράτορα. Χρησιμοποιεί το όνομα του Μαξιμιανού, τον οποίο δολοφόνησε, για προπαγάνδα!(27).

 

 

Ο πόλεμος με τον Μαξέντιο

 

Το 311 μ.Χ. πεθαίνει ο Γαλέριος, Αύγουστος στην ανατολή, πιθανότατα από καρκίνο. Ένα μήνα πριν πεθάνει θα εκδώσει διάταγμα με το οποίο παύει οριστικά ο διωγμός των χριστιανών (28).  Πεθαίνοντας ο Γαλέριος ορίζει διάδοχο του στον θρόνο της Ανατολής τον Λικίνιο. Ο  Μαξιμίνος διεκδικεί και αυτός τον θρόνο. Ο Κωσταντίνος, έχοντας καλύψει τα νώτα από την ανατολή που σπαράζεται από τις αντιπαραθέσεις, αποφασίζει να επιτεθεί και  εναντίον του αδελφού της  γυναίκας  του Μαξέντιου, που θα χτυπηθεί πισώπλατα από τον «Μέγα».

Σχηματίζει έναν στρατό δεκάδων χιλιάδων ανδρών (οι μικρότερες εκτιμήσεις μιλούν για 30-40.000 και οι μεγαλύτερες για 90.000) από υποταγμένους στην Ρώμη λαούς, Γαλάτες, Βρετανούς κ.α. Το 312 μ.χ καταργεί την  παλιά πραιτωριανή φρουρά και την αντικαθιστά με μια προσωπική σωματοφυλακή από Γερμανούς μισθοφόρους (29). Την ίδια χρονιά οι ορδές του Κωσταντίνου εισβάλουν στην Ιταλία και κατευθύνονται προς την Ρώμη, καταστρέφοντας όσες πόλεις  τολμούν να αντισταθούν (30). Ακολουθούν μάχες κοντά στο Τορίνο και στη συνέχεια στη Βερόνα. Η τελική φονική αναμέτρηση θα δοθεί στα περίχωρα της Ρώμης και θα καταλήξει με θρίαμβο του Κωσταντίνου στη γέφυρα Μουλβία του Τίβερη. Ο Μαξέντιος θα πνιγεί μετά την κατάρρευση της  γέφυρας. Όμως ούτε αυτό είναι αρκετό για τον Κωσταντίνο. Το σώμα του νεκρού Μαξέντιου θα ανασυρθεί από τις λάσπες και την επόμενη μέρα ο «Μέγας» θα εισέλθει στην Ρώμη. Της πορείας θα προηγείται ένας στρατιώτης  με το κομμένο κεφάλι του αδελφού της γυναίκας του καρφωμένο σε κοντάρι (31).

 

 

Ο πόλεμος με τον Λικίνιο

 

 

Το 313 μ.χ ο Κωσταντίνος προχωράει στα ίδια κόλπα που έκανε με τον Μαξέντιο. Επιβεβαιώνει την συμμαχία του με τον Λικίνιο- ο οποίος την είχε και ανάγκη αφού συνυπήρχε με τον άλλο Καίσαρα στην ανατολή, τον Μαξιμίνο- και του προσφέρει και την αδελφή του Κωστάντια ως σύζυγο.

Την ίδια χρονιά ο Μαξιμίνος, βλέποντας τι τον περιμένει αποφασίζει να επιτεθεί πρώτος. Ξεσπάει νέος εμφύλιος και ακολουθούν νέες αιματοχυσίες. Οι χριστιανοί επίσκοποι, υποστηρίζουν (και οικονομικά) τον Λικίνιο αφού ο Μαξιμίνος, επί Διοκλητιανού, είχε συμμετάσχει και αυτός στις διώξεις εναντίον τους. Αυτό, όπως γράφτηκε πριν, ίσχυε για όλους τους ηγεμόνες, όπως  ίσχυε και το ότι όλοι (και ο Μαξιμίνος)  είχαν σταματήσει τις διώξεις, επικυρώνοντας το διάταγμα του Γαλέριου. Όμως το πραγματικό κριτήριο δεν ήταν οι διώξεις (αλλιώς θα έπρεπε να καταδικάζεται και ο πατέρας του «Μέγα» Χλωρός). Ούτε η μνήμη των εκτελεσμένων χριστιανών στους διωγμούς. Ήταν ο πολιτικός καιροσκοπισμός του χριστιανικού ιερατείου που πήγαινε όπου φυσάει ο άνεμος, με αποτέλεσμα, διάφοροι «άγιοι» να μετατρέπονται σε «διαβόλους» και «εχθρούς του θεού» όταν η στρατιωτική τους ήττα ολοκληρωνόταν. Έτσι προσεταιριζόταν κάθε φορά ο νέος νικητής.

Αυτή ήταν και η περίπτωση του Λικίνιου. Ο Λικίνιος  μάλιστα, στις μάχες του με τον Μαξιμίνο, είδε και στον ύπνο του «άγγελο του κυρίου» και αυτό το «όραμα» τον οδήγησε να διατάξει την επόμενη μέρα τους στρατιώτες του να προσευχηθούν, να φωνάξουν το όνομα του θεού και να ριχτούν στην μάχη, όπου νίκησαν τους άπιστους. Όλα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο από μια παραλλαγή του γνωστού «εν τούτω νίκα» του Κωσταντίνου. Πολύ απλά όταν ο Λικίνιος εξοντώθηκε και έγινε ξαφνικά από προστάτης της εκκλησίας «εχθρός του θεού», οι δημιουργοί και προπαγανδιστές του μύθου του «Μέγα» βρήκαν άλλο πελάτη για το περιφερόμενο όραμα τους και το απέδωσαν στον Κωσταντίνο! (32).

Ο Μαξιμίνος τελικά ηττήθηκε και κατέφυγε στην Σικελία, όπου πέθανε (η αυτοκτόνησε) όταν τα στρατεύματα του Λικίνιου πλησίαζαν στην πόλη. Απομένουν  πλέον δύο αυτοκράτορες, ο Κωσταντίνος και ο γαμπρός του Λικίνιος. Αμέσως ξεκινούν, με  τις ευλογίες της εκκλησίας (που ήθελε να εκδικηθεί τους «ειδωλολάτρες»), δολοφονίες όλων των συγγενών, γυναικών και παιδιών των άλλων αυτοκρατόρων που βρίσκονταν ακόμα στη ζωή. Μεταξύ άλλων θανατώθηκαν ο γιος του δολοφονημένου το 307 αυτοκράτορα Σεβήρου Σεβηριανός, ο γιός του αυτοκράτορα Γαλέριου Καντιντιανός (που ο Γαλέριος είχε εμπιστευτεί στον Λικίνιο), ακόμα και η Πρίσκα και η Βαλέρια, σύζυγος και κόρη του Διοκλητιανού και τα παιδιά τους, παρά τις εκκλήσεις του γέροντα αυτοκράτορα που είχε αποσυρθεί από τα κοινά. Ο Διοκλητιανός πέθανε τον ίδιο χρόνο. Δολοφονήθηκαν ακόμα η σύζυγος του Μαξιμίνου, όλα τα παιδιά του, ο οκτάχρονος γιός του και επτάχρονη κόρη του (33).

Το αίμα ρέει ασταμάτητα και ο Κωσταντίνος  συνεχίζει την πορεία του προς την εξουσία. Δεν σκοπεύει να αποδεχτεί ούτε την δυαρχία. Ξεκινάει σχέδιο εξόντωσης και του Λικίνιου, συζύγου της αδελφής του. Ένώ αρχικά συμφωνεί μαζί του σε συνύπαρξη και στον από κοινού διορισμό Καίσαρα, κάποιου Βασσιανού, φίλου του Λικίνιου, προσπαθεί μετά να προσεταιριστεί τον Βασσιανό, προσφέροντας σε γάμο την αδελφή του Αναστασία. Επειδή ο Βασσιανός δεν δείχνει την απαραίτητη αφοσίωση, τον δολοφονεί και αυτόν και ξεσπάει πόλεμος με τον Λικίνιο. Το 316 μ.χ γίνεται η πρώτη φονική μάχη κοντά στην Κίβαλη της Παιονίας. Ο στρατός του Κωσταντίνου εξοντώνει πάνω από 20.000. Λίγο αργότερα ακολουθεί μια πραγματική σφαγή (από τις χειρότερες της ιστορίας) στην Φιλιππούπολη. Η μάχη θα λήξει χωρίς νικητή και οι αντίπαλοι συμφωνούν σε ειρήνη και συμμαχία. Φυσικά ο Κωσταντίνος θα καταπατήσει και αυτή την συμφωνία-όπως και κάθε συμφωνία η όρκο που έκανε-και θα αρχίσει να προσαρτά εδάφη από το ανατολικό τμήμα.

Παράλληλα συνεχίζει και την φονική δράση του με τις εκστρατείες στα σύνορα: Το 314 μ.χ επιτίθεται στους Σαρμάτες, το 315 μ.χ σφαγιάζονται οι Γότθοι,το 320 μ.χ επιτίθεται ο γιός του Κρίσπος στους Αλαμαννούς, το 322 μ.χ ο Κωσταντίνος επιτίθεται ξανά στους Σαρμάτες.Το 323 μ.Χ γίνεται νέα σφαγή των Γότθων και νέα γενοκτονία: Ο Κωσταντίνος δίνει εντολή να καούν ζωντανοί όλοι οι «βάρβαροι» και οι σύμμαχοι τους. Όσοι καταφέρνουν να ζήσουν οδηγούνται  την αρένα που «εμπλουτίζεται» με τον νέο θεσμό του Κωσταντίνου, τους «γοτθικούς αγώνες» (μετά τους «φραγκικούς αγώνες») που «γιορτάζονται» επίσης σε ετήσια βάση (4-9 Ιουλίου)..

Ήδη από 317 μ.Χ οι δύο εναπομείναντες αυτοκράτορες διορίζουν τους γιούς τους Καίσαρες: Ο Κωσταντίνος τον 18χρονο (τότε) Κρίσπο και Λικίνιος τον μόλις 20 μηνών Λικινιανό. Συγκεντρώνονται τεράστιοι στρατοί και από τις δύο πλευρές: για την κινητοποίηση αυτή ουσιαστικά ερημώνει η αυτοκρατορία, ενώ όλο το βάρος για την υπέρογκη στρατιωτική μηχανή πέφτει πάνω στους δούλους και τους ήδη κατεστραμμένους μικροκτηματίες.

Το 324 μ.Χ ο Κωσταντίνος-και εδώ- παίρνει την ευθύνη και εισβάλει μέσα στο ανατολικό τμήμα, διαλύοντας και τυπικά την συμφωνία με τον Λικίνιο. Ο στρατός του έχει φτάσει τους 130.000 άντρες, τα 200 πολεμικά πλοία και 2000 μεταφορικά ενώ 165.000 άντρες και 350 πλοία είναι ο στρατός του Λικίνιου. Ακολουθεί μιά φονική μάχη στην Ανδριανούπολη που αφήνει στο πεδίο της μάχης 34.000 νεκρούς. Ο Λικίνιος έχει δεχτεί σοβαρό πλήγμα και υποχωρεί. Ακολουθεί  ναυμαχία (το ίδιο φονική) στον Ελλήσποντο. Τον στόλο του Κωσταντίνου διοικεί ο έφηβος γιός του Κρίσπος. Ο στόλος του Κωσταντίνου θριαμβεύει. Η τελευταία μάχη θα δοθεί στην Χρυσόπολη, όπου η γη θα σκεπαστεί με 40.000 πτώματα (34).

Ο Λικίνιος καταφεύγει στη Νικομήδεια, όπου πολιορκείται. Η Κωστάντια, αδελφή του Κωσταντίνου και σύζυγος του Λικίνιου, σπεύδει στο στρατόπεδο και εκλιπαρεί τον Κωσταντίνο να σώσει την ζωή του γαμπρού του. Ο Κωσταντίνος δίνει όρκο για την ασφάλεια του Λικίνιου και αυτός παραδίδεται. Δίνεται εντολή να εγκατασταθεί ο Λικίνιος στη Θεσσαλονίκη για «λόγους ασφαλείας». Λίγο μετά ο Κωσταντίνος θα καταπατήσει-όπως πάντα- τους όρκους του και θα τον δολοφονήσει και αυτόν. Μαζί με τον Λικίνιο ο Κωσταντίνος θα δολοφονήσει και τον άλλο Καίσαρα της ανατολής, τον Μαρτινιανό (35).

 

 

Η δολοφονία του γιού του Κωσταντίνου Κρίσπου και της γυναίκας του Φαύστας

 

 

Το τέλος του εμφυλίου και η εδραίωση της μονοκρατορίας του δεν θα δώσει τέλος στα εγκλήματα και τις αιματηρές εκστρατείες του Κωσταντίνου. Αντίθετα οι μέθοδοι που τον έφεραν στην εξουσία θα γίνουν τώρα τρόπος διατήρησης της. Το 328 μ.Χ πραγματοποιείται νέα εκστρατεία κατά των Γότθων και νέα φονική μάχη στο Banat. Το 329 μ.Χ ο γιός του Κωσταντίνος Β αποδεκατίζει έναν ολόκληρο στρατό Αλαμαννών. Το 332 μ.Χ  πατέρας και γιός επιτίθενται πάλι στους Γότθους, των οποίων οι νεκροί και τα θύματα από την πείνα και την παγωνιά (ανάμεσα τους πολλές γυναίκες και παιδιά), υπολογίζονται σε εκατοντάδες χιλιάδες(36). Σε κάθε τέτοια «νίκη» ο Κωσταντίνος φορτώνεται με τίτλους: «Ο Μέγας νικητής των Γότθων» (Gothicus Maximus), «o Μέγας νικητής των Σαρματών» (Sarmaticus Maximus) κ.α. Εκατομμύρια  ανθρώπινων ζωών χάθηκαν στις εκστρατείες του «Μέγα».

Ο γιός του Κρίσπος, που είχε διοριστεί από τον ίδιο σαν Καίσαρας, ήταν ο διοικητής και ήρωας της νικηφόρας ναυμαχίας της Καλλίπολης ενάντια στον Λικίνιο, γεγονός που τον έδωσε μεγάλη δημοφιλία στον στρατό. Το 326 μ.Χ. ο Κρίσπος συλλαμβάνεται και εκτελείται. Ταυτόχρονα ο Κωσταντίνος δολοφονεί και τον δεκατετράχρονο γιό του Λικίνιου (που είχε ορκιστεί και για αυτόν ότι δεν θα το πειράξει). Τον 14χρονο τον σκότωσαν κυριολεκτικά στο ξύλο οι εντολείς του Κωσταντίνου (εκτελέστηκε με ξυλοδαρμό), στην Καρχηδόνα. Ακολουθούν νέες δολοφονίες συγγενών και φίλων του Κρίσπου (37).

Ο Κωσταντίνος δεν σταματάει ούτε εκεί. Με στόχο να νομιμοποιηθεί η δυναστεία και να έρθουν οι τρείς γιοί του στον θρόνο δεν θα διστάσει να εξοντώσει ακόμα και την γυναίκα του Φαύστα, αφού είχε εξοντώσει πρώτα τον πατέρα και τον αδελφό της. Η Φαύστα ήταν αδελφή της Θεοδώρας, που είχε αντικαταστήσει την Ελένη σαν σύζυγος του Χλωρού. Οπότε η «Αγία» Ελένη την μισούσε βαθιά και η συμμετοχή της στην δολοφονία είναι δύσκολο να αποκλειστεί. Η Φαύστα κατηγορήθηκε για «άνομους δεσμούς» και βρήκε φριχτό θάνατο, αφού ο Κωσταντίνος διέταξε να την δολοφονήσουν. Εκτελέστηκε με στραγγαλισμό, ενώ άλλες πηγές υποστηρίζουν ότι ο «Μέγας» διέταξε να την ρίξουν σε ένα λουτρό με καυτό νερό, δηλαδή την έβρασε  ζωντανή (38). Εκείνη την περίοδο η Ελένη, που δρούσε τόσα χρόνια στα παρασκήνια, ανακηρύχτηκε Αυγούστα.

 

 

Αναζητώντας «εξαγνισμό»

 

 

Τα πολυάριθμα εγκλήματα του Κωσταντίνου προκάλεσαν μεγάλη κοινωνική αγανάκτηση. Ακόμα και η κοινωνία της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, που είχε γνωρίσει πολλές φορές την βία και τις σφαγές των ανταγωνισμών για την εξουσία, δεν μπορούσε να δεχθεί εύκολα τις δολοφονίες του Κωσταντίνου. Γράφτηκαν ακόμα και συνθήματα στους τοίχους του παλατιού του που τον παρομοίαζαν με τον Νέρωνα (39). Κάτω από τον φόβο κοινωνικής αναταραχής ο Κωσταντίνος εμφανίζεται να αναζητεί  «εξαγνισμό». Το πόσο πραγματική ήταν αυτή η διάθεση μεταμέλειας για τον Κωσταντίνο φαίνεται από το γεγονός ότι απαγόρευσε την αποκατάσταση της μνήμης του γιού του και της γυναίκας του και διέταξε μέχρι και να σβηστούν τα ονόματα τους με καλέμι από τις δημόσιες επιγραφές. Μόνο όταν πέθανε ο «Μέγας» εμφανίστηκαν πάλι αυτά τα ονόματα στα νομίσματα της αυτοκρατορίας.

Ο «Μέγας» απευθύνεται και στα δύο ιερατεία, το ειδωλολατρικό και το χριστιανικό για «συγχώρεση», δηλαδή για νομιμοποίηση της εξουσίας του.  Και ενώ το πρώτο θα απορρίψει την δυνατότητα εξαγνισμού λόγω των εγκλημάτων (παιδοκτονία κ.α.), το χριστιανικό ιερατείο θα του υποσχεθεί………. αυτόματη κάθαρση αν βαπτιστεί και ασπασθεί τον Χριστιανισμό. Φυσικά ο Κωσταντίνος θα αρνηθεί για να μπορεί να συνεχίζει την καιροσκοπική πολιτική του. Τελικά θα απευθυνθεί στον διαπρεπή (και φίλο του Κωσταντίνου) νεοπλατωνικό φιλόσοφο Σώπατρο και όταν και αυτός του δηλώσει ότι αυτά τα εγκλήματα δεν μπορούν να συγχωρεθούν, θα τον δολοφονήσει και αυτόν (40). Την ίδια περίοδο έχουν ξεκίνησει διώξεις κατά του Νεοπλατωνισμού, με τις ευλογίες του χριστιανικού ιερατείου.

 

 

Το τέλος

 

 

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του καλεί τους τρείς γιούς του και τους μοιράζει την αυτοκρατορία για να μην προκληθεί εσωδυναστική διαμάχη (μάταια όπως αποδείχθηκε).  Το 337 .μ.Χ. ετοιμάζεται για νέα εκστρατεία, αυτή τη φορά κατά των Περσών. Όμως αρρωσταίνει, μάλλον από λέπρα. Σπεύδει στα ιαματικά λουτρά της Ελενόπολης, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Συνειδητοποιεί ότι πλησιάζει το τέλος του. Σύμφωνα με τις εκκλησιαστικές πηγές τότε βαφτίστηκε χριστιανός. Είτε βαπτίστηκε είτε όχι, ένα είναι σίγουρο: ότι παρέμεινε πιστός στην αρχαία θρησκεία ως τον τελευταίο χρόνο της ζωής του και βαπτίστηκε-αν βαπτίστηκε- διατηρώντας εφ όρου ζωής το ειδωλολατρικό αξίωμα του Pontifex Maximus, του αρχιερέα της παλιάς θρησκείας (44). Άλλες Βυζαντινές και εκκλησιαστικές πηγές, όπως ο Φιλοστόργιος και ο Μιχαήλ Γλυκάς, αναφέρουν ότι ούτε ασθένησε, ούτε ασπάσθηκε ποτέ τον Χριστιανισμό αλλά δολοφονήθηκε από τους ετεροθαλείς αδελφούς του, επίδοξους διεκδικητές του θρόνου (41).

Ο Κωσταντίνος πέθανε το 337 μ.Χ. στην Νικομήδεια. Όπως και η ζωή του (κέρδισε επάξια τον τίτλο ενός από τους πιο διάσημους κατά συρροή δολοφόνους της ιστορίας), έτσι και ο ενταφιασμός του συνοδεύτηκε από αιματοχυσία. Αμέσως μετά τον θάνατο του θα ξεσπάσει μακελειό και θα φονευθούν, μέσα από τις αλληλοσφαγές, οι περισσότεροι συγγενείς του,  ετεροθαλείς αδελφοί, ανίψια αλλά και οι δύο από τους τρείς γιούς του. Η αυτοκρατορία θα περιέλθει τελικά στον Κωστάντιο, που θα επικρατήσει στους πολέμους για την διαδοχή.

Τα εγκλήματα και η πορεία του Κωσταντίνου τράβηξαν στα άκρα προυπάρχουσες παραδόσεις μέσα στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, όπου οι δολοφονίες και οι δολοπλοκίες ήταν συχνά (όχι πάντα όμως) τρόπος άσκησης πολιτικής. Η ύστερη περίοδος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας έκαναν δυνατή, όπως γράφτηκε σε προηγούμενα κεφάλαια, μια τέτοια εξέλιξη. Όμως ήταν οι ίδιες οι πράξεις του «Μέγα» που έδωσαν, με μοναδικό τρόπο, σάρκα και οστά στην ιστορία της εξουσίας του. Δεν μπορεί λοιπόν να εξετάζεται ο Κωσταντίνος  χωριστά από τα κοινωνικά συμφέροντα της εποχής του (όπως κάνουν συχνά αστοί και μικροαστοί- κυρίως αριστεροί- ιστορικοί, που περιορίζονται στην προσωπικότητα του), ούτε όμως να παρουσιάζεται ο «Μέγας» σαν μια μηχανιστική αντανάκλαση των ιστορικών συνθηκών, χωρίς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (και τις συνέπειες) των πράξεων του.

Η πορεία του Κωσταντίνου στην εξουσία (που τα χαρακτηριστικά της πέρασαν και στην μετέπειτα πορεία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας) διαστρεβλώθηκε η αποσιωπήθηκε από τους περισσότερους ιστορικούς. Για έναν συγκεκριμένο λόγο: την «αγιοποίηση» του-μαζί με την μητέρα του Ελένη- από το εκκλησιαστικό ιερατείο. Βέβαια επειδή όλες αυτές οι πράξεις του δεν μπορούν να κρυφτούν, δεν υπάρχει καμία (ούτε εκκλησιαστική)  ιστορική πηγή που να μην τις αναγνωρίζει. Όμως είτε αποδίδονται στο γεγονός ότι έκανε αυτά τα εγκλήματα όταν ήταν…..ειδωλολάτρης (και μετά βαπτίσθηκε και «εξαγνίσθηκε»), είτε δικαιολογούνται με βάση τις πράξεις των θυμάτων(!!!) (42), είτε (και αυτό αφορά κυρίως τις πιο κοσμικές πηγές) απλά δεν αναφέρονται (43) και η ιστορία του ξεκινάει με τα πολιτικά του «επιτεύγματα». Φυσικά η ανακήρυξη του Κωσταντίνου και της Ελένης σε Αγίους και η  αιώνια εξαφάνιση και παραποίηση της πραγματικής ιστορίας τους είχε να κάνει με την θρησκευτική πολιτική του «Μέγα» και τις συναλλαγές του με το εκκλησιαστικό ιερατείο. Πολιτική που έβαλε τα θεμέλια για τον ρόλο των εκκλησιαστικών μηχανισμών σε όλο τον «Ευρωπαϊκό  πολιτισμό». Αυτή η πολιτική θα εξεταστεί στο επόμενο κεφάλαιο.

 

 

3.Αρχαιότητα, Χριστιανισμός και η θρησκευτική πολιτική του Κωσταντίνου

 

 

3.1 Η λατρεία των θεών στον αρχαίο κόσμο

 

 

« Όλους τους διάφορους τύπους λατρείας που επικρατούσαν στο Ρωμαϊκό κόσμο, ο λαός τους θεωρούσε εξίσου αληθινούς. Οι φιλόσοφοι τους θεωρούσαν όλους εξίσου λάθος. Και οι ύπατοι, όλους εξίσου χρήσιμους».

Edward Gibbon, The Decline and Fall of the Roman Empire

 

 

 

Οι κοινωνικές βάσεις του Παγανισμού

 

 

Οι θρησκευτικές λειτουργίες του αρχαίου κόσμου περιγράφονται γενικά με τον όρο «Παγανισμός»  (από το λατινικό paganus που σημαίνει άνθρωπος της υπαίθρου, αγρότης) που αρχικά  χρησιμοποιήθηκε από τους χριστιανούς (τα πρώτα χρόνια με υποτιμητική χροιά για τις «άλλες» θρησκείες). Ο Παγανισμός ήταν, από την αρχαία Ελλάδα μέχρι και την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ένα σύνολο δοξασιών και τελετουργικών δρώμενων  που τελούνταν  με τη μορφή λατρευτικών παραδόσεων, πολύ διαφορετικών από τις μονοθεϊστικές θρησκείες που επικράτησαν αργότερα. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Ρωμαίοι, (όπως και οι Έλληνες), δεν είχαν καν  λέξη για τον όρο «θρησκεία», αφού ο όρος «religio»  σήμαινε αρχικά μόνο το δέος μπροστά σε κάτι υπερφυσικό και ανεξήγητο. Το γεγονός αυτό κάνει  πολλές φορές  δύσκολη την κατανόηση του χαρακτήρα  αυτών των τελετουργιών από εμάς, με αποτέλεσμα απίθανες αναγωγές και συγκρίσεις, μέσα στις οποίες ξεχωρίζουν διάφορα ιδεολογικά εκτρώματα (όπως αυτό του «ελληνοχριστιανικού» πολιτισμού).

Η βάση των  λατρευτικών  παραδόσεων του Ελληνικού και  Ρωμαϊκού κόσμου ήταν  το  κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο του  δουλοκτητικού  τρόπου  παραγωγής. Μέσα στο πλαίσιο αυτό οι λατρείες και η μυθολογία, τα διάφορα  φιλοσοφικά  και  ιδεολογικά  ρεύματα  και-κυρίως- οι πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις (μετανάστευση, κατακτήσεις, συγχώνευση πολιτισμών κ.α.) καθόρισαν την μορφή των τελετουργιών της αρχαιότητας.

Παρά το γεγονός ότι ο δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής  ήταν πιο ανεπτυγμένη κοινωνικά και οικονομικά μορφή οργάνωσης  της  κοινωνίας  σε σχέση με τις  προ αρχαϊκές κοινότητες,  οι άνθρωποι συνέχιζαν να είναι αντιμέτωποι με το φυσικό περιβάλλον, σε ένα σκληρό και άνισο αγώνα για επιβίωση. Κυριαρχούσε η εξάρτηση της  οικονομικής  ζωής από τα φυσικά  φαινόμενα, (π.χ. μια βροχή η μια ξηρασία μπορούσε να οδηγήσει στον αφανισμό ολόκληρων κοινοτήτων).  Καθώς η γνώση περνούσε μέσα από την μυθολογία,  οι λατρευτικές  παραδόσεις  πήραν  την  μορφή  επικοινωνίας  με τους θεούς, όπου οι άνθρωποι, όπως και με την φύση, προσπαθούσαν να τους εξευμενίσουν για να τους έχουν υποστηρικτές η για να αποτρέψουν κάποια καταστροφή.

 

 

Ηθική, περιεχόμενο και μορφές των λατρευτικών πράξεων του αρχαίου κόσμου

 

 

Τα παραπάνω είχαν σημαντικές επιπτώσεις στις τελετουργίες του αρχαίου κόσμου. Το βασικό χαρακτηριστικό του Ελληνικού και Ρωμαϊκού  Παγανισμού ήταν ότι τον κεντρικό ρόλο τον είχαν οι  λατρευτικές  πράξεις  και όχι οι  πεποιθήσεις (44). Δεν συνδεόταν (η συνδεόταν ελάχιστα) με την ηθική, ούτε είχε δυνατότητες  πνευματικής  εξέλιξης. Στην πραγματικότητα ο Παγανισμός ήταν (κυρίως στην μεταγενέστερη ρωμαϊκή μορφή) ένα συμβόλαιο, σύμφωνα με το οποίο οι θεοί σε προσέχουν με την προϋπόθεση εσύ να  τους  φροντίζεις, αποδίδοντας  την  οφειλόμενη λατρεία. Έτσι οι θεοί των Ρωμαίων, αλλά και των Ελλήνων, δεν ήταν ιδιαίτερα απαιτητικοί: δεν  περίμεναν  τίποτα  άλλο από την εκτέλεση των παραδοσιακών λατρευτικών πράξεων. Δεν απαιτούσαν υπακοή σε ζητήματα συμπεριφοράς, πέρα από τους όρκους και την αποχή από δόλιες πράξεις. Ούτε ανέμεναν κάποιου είδους  πίστη η αγάπη. Ο Αριστοτέλης μάλιστα  περιγελούσε ακόμα και την ιδέα ότι ένας  άνθρωπος θα  μπορούσε να  αισθανθεί  αγάπη η φιλία για έναν θεό όπως ο Δίας, αν όχι για άλλο λόγο, τουλάχιστον επειδή οι θεοί, όπως και τα άψυχα πράγματα, αδυνατούσαν να  ανταποδώσουν  τέτοια συναισθήματα (45).

Επειδή ακριβώς οι λατρευτικές πράξεις των Ελλήνων και των Ρωμαίων είχαν τα παραπάνω χαρακτηριστικά  δεν υπήρχαν περιορισμοί στον αριθμό των θεών (και άλλων αντικειμένων λατρείας, ημίθεων κ.α.) και άρα και των λατρευτικών πράξεων που τους αφορούσαν. Όπως τα φυσικά φαινόμενα (και οι συνέπειες και οι καταστάσεις που προκαλούν) ήταν αναρίθμητα έτσι ήταν και οι θεοί. Πολλές  θεότητες, πνεύματα, ημίθεοι, συνδεδεμένοι  με  τοπικές  παραδόσεις  και κοινότητες λατρεύτηκαν στην εποχή του αρχαίου κόσμου, μαζί με τους κυρίαρχους θεούς. Δεν  θα  μπορούσε λοιπόν να υπάρξει ποτέ κάποια ενιαία «θρησκεία» στην αρχαία Ελλάδα και την Ρώμη παρά μόνο πολλές και διαφορετικές «θρησκείες», μέσα στις οποίες  μικρές και μεγάλες  θεότητες, με τους  συγγενείς, τους απογόνους, τους συμμάχους και τους εχθρούς  τους  σχημάτιζαν έναν πραγματικό λαβύρινθο από  λατρείες  και  παραδόσεις.

Σχετικά με την μορφή των θεών, ο αρχαίος κόσμος  παρουσίασε μια διαφοροποίηση σε σχέση με τους προ αρχαϊκούς  πολιτισμούς  αλλά και τους άλλους πολιτισμούς της εποχής του. Στις  πρωτόγονες και προ αρχαϊκές  κοινότητες,  όπου η μυθολογία  περιστρεφόταν  γύρω  από το φυσικό περιβάλλον, κυριαρχούσε ο ανιμισμός, δηλαδή η ταύτιση των  θεών με τα στοιχεία της φύσης. Την εποχή της αρχαίας  Ελλάδας ο πολιτισμός  είχε φτάσει σε ένα επίπεδο ανάπτυξης όπου υπήρχε η ανάγκη να προσδιοριστούν  περισσότερο οι μορφές  των  θεών (46). Έτσι δημιουργήθηκε ο ανθρωπομορφισμός, όπου πια οι θεοί και οι θεότητες δεν ταυτίζονται με το φυσικό περιβάλλον (φυσικά φαινόμενα, ζώα κ.α.) αλλά παίρνουν την μορφή ανθρώπων. Οι παλαιότερες  παραδόσεις  του ανιμισμού διατηρούνται, τόσο με την μορφή των άπειρων  μεταμφιέσεων  που επιλέγουν σε ορισμένες περιστάσεις οι θεοί π.χ. σε ζώα η πουλιά αλλά και σαν υποδεέστερες μορφές που τις περισσότερες φορές  βρίσκονται κάτω από την εξουσία των ανθρωπόμορφων θεών: Η Άρτεμις είχε για ακολουθία της τις νύμφες των βουνών και των δασών, ο Ποσειδώνας τις Νηρίδες, ο Διόνυσος τους Σάτυρους κ.α.

Είναι γεγονός ότι ο ανθρωπομορφισμός του αρχαίου κόσμου είναι πιο συνεπής και «ορθολογικός» από  πολιτισμούς που διατήρησαν την αντίληψη θεών με τις μορφές ζώων η  άλλες ενδιάμεσες μορφές (όπως στην Αίγυπτο και την Ινδία). Η  ανάπτυξη του αρχαιοελληνικού κόσμου οδήγησε στην δημιουργία και λατρεία καθαρά ανθρωπόμορφων θεών. Αυτή η ιδιαιτερότητα επηρέασε και την ίδια την ουσία των μορφών των θεών: Οι θεοί του αρχαίου κόσμου έχουν παρόμοια οργάνωση με την άρχουσα τάξη (παλάτια στον Όλυμπο, συμβούλια παρόμοια με τα αριστοκρατικά συμβούλια της αρχαιότητας), έχουν παρόμοιες επιθυμίες και αδυναμίες με τους ανθρώπους, εξαπατώνται (μεταξύ τους η ακόμα και από θνητούς) και εξαπατούν, συμμετέχουν σε δολοπλοκίες και ερωτικές αντιζηλίες, παρεμβαίνουν σε πολέμους κ.α, χωρίς να χάνουν τίποτα από τον «θεϊκό» τους χαρακτήρα.

Σχετικά με την προέλευση των θεών του πανθέου, ο Ηρόδοτος μας γνωστοποιεί ότι ήταν από τους αρχαίους Αιγύπτιους, όπου ήταν οι πρώτοι που δημιούργησαν τα ονόματα των δώδεκα θεών, ίδρυσαν βωμούς, αγάλματα και ναούς  προς  τιμήν τους και  έπειτα  τα υιοθέτησαν οι  Έλληνες. Και  προσθέτει  παρακάτω ότι τα ονόματα όλων το θεοτήτων που προήλθαν ήταν γνωστά στους Αιγύπτιους από τα βάθη των αιώνων με μόνες εξαιρέσεις, από τα ονόματα του Ποσειδώνα  τον οποίο έμαθαν από τους Λίβυους και των Διόσκουρων και ότι η λατρεία τους εγκαθιδρύθηκε και καθορίστηκε με βάση τους Αιγυπτίους (47).

Ο εξευμενισμός των θεών και της φύσης σαν αντικείμενο της λατρείας, μαζί με τον ανθρωπομορφισμό, οδήγησε σε μια  αδιαφορία για οποιαδήποτε ηθικού χαρακτήρα κρίση των θεών (από την οποία θα έβγαιναν και ατομικοί ηθικοί κώδικες, όπως έγινε αργότερα στις μονοθεϊστικές  θρησκείες). Οι θεοί έχουν τις αδυναμίες και τα πάθη των ανθρώπων (γεγονός  που εξηγεί και τα απρόβλεπτα και  «άδικα» γεγονότα) και το θέμα, όπως αναφέρθηκε, δεν είναι να κριθούν «ηθικά» αλλά να φροντίζουμε να είναι ικανοποιημένοι σε ότι ζητούν για να έχουμε την εύνοια τους η να αποφύγουμε φυσικές  η κοινωνικές καταστροφές.

Στον αρχαίο κόσμο η ιδέα κάποιας  μεταθανάτιας  ζωής ήταν ανύπαρκτη η περιθωριακή και οι περισσότεροι δεν την αναγνώριζαν. Σύμφωνα με τον Όμηρο, τη στιγμή του θανάτου μια μαύρη σκιά, πιστό αλλά άυλο αντίγραφο του σώματος, εξέρχεται από την ανοιχτή πληγή ή από το στόμα του νεκρού και κατεβαίνει στον Άδη για να μείνει παντοτινά εκεί, δίχως αισθήσεις και τυφλή σαν νυχτερίδα. Στον αρχαίο κόσμο η ζωή μετά θάνατον γίνεται τόσο χλωμή και άδεια, ώστε δεν είναι μακριά από την ανυπαρξία (48). Παρά το γεγονός ότι είχαμε περάσει από την καύση στην ταφή των νεκρών (που μπορεί να ευνοούσε την μεταθανάτια λατρεία), η βασική αυτή πλευρά των αρχαίων λατρευτικών παραδόσεων δεν άλλαξε στην διάρκεια της αρχαιότητας. Η ταφή παρέμεινε μια ιερή πράξη, απαραίτητη για την είσοδο του νεκρού στο σκοτεινό βασίλειο των νεκρών, από το οποίο όμως δεν θα επέστρεφε ποτέ.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι οι λατρευτικές πράξεις της αρχαιότητας δεν είχαν τον χαρακτήρα «προσωπικής» υπόθεσης και για αυτό εξάλλου στην αρχαιότητα δεν υπάρχουν ατομικοί  ηθικοί κώδικες που να συνδέονται με κάποια θεότητα, όπως αργότερα έγινε με τις μονοθεϊστικές  θρησκείες. Η αναζήτηση της εύνοιας των θεών με τις λατρευτικές πράξεις  δεν ήταν ατομική  πράξη  αλλά  γινόταν στο όνομα της κοινότητας (49). Ο αρχαίος κόσμος μπορεί να ήταν  γεμάτος με ναούς και ιερά, (πολλά από τα οποία έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα) όμως οι λειτουργίες  τους  ήταν  βασικά απασχόληση κρατικών αξιωματούχων και ιερέων η πραγματοποιούνταν από τον αρχηγό της οικογένειας στο όνομα της και όχι στο όνομα του ενός η του άλλου ατόμου που βρισκόταν σε αυτήν.

Οι λατρευτικές τελετές και πράξεις στον αρχαίο κόσμο είχαν αποτυπωμένο το ταξικό πρόσημο του δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής. Στην αφετηρία του αρχαίου κόσμου εμφανίζονται σαν αποκλειστικό προνόμιο  της  αριστοκρατίας  η  οποία  όχι μόνο έχει την αποκλειστική πρόσβαση σε αυτές αλλά θεωρεί ότι τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα της κοινωνίας, επειδή δεν έχουν ιστορική γενεαλογία η κληρονομικές λατρείες,  δεν έχουν καν θεούς (50).  Σε μια εποχή που οι λατρεία των θεών δεν διαχωρίζεται από την μυθολογία, τις  παραδόσεις  και την γνώση της εποχής, οι λατρευτικές πράξεις  σημαίνουν δύναμη και συμβολισμούς  εξουσίας στα οποία τον πρώτο λόγο έχει η κυρίαρχη τάξη της κοινωνίας.

 

 

Μεταμορφώσεις και αντίρροπες τάσεις

 

 

Αυτό το γενικό περίγραμμα του πλαισίου των  λατρευτικών  πράξεων του αρχαίου κόσμου δεν  πρέπει να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα πώς αυτά τα χαρακτηριστικά παρέμειναν αναλλοίωτα στον χρόνο η ότι δεν συνυπήρχαν με αντίρροπες τάσεις. Το αντίθετο συνέβη: Οι κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές οδηγούσαν κάθε φορά σε σημαντικές διαφοροποιήσεις στις μορφές και τρόπους έκφρασης της λατρείας στους θεούς. Το πέρασμα από τις πρώιμες αριστοκρατίες στην δουλοκτητική δημοκρατία της κλασικής  εποχής  (στην αρχαία Αθήνα ιδιαίτερα) οδήγησε στην  πρόσβαση  μεγαλύτερων τμημάτων του πληθυσμού στις λατρευτικές πράξεις (51).

Στην ακμή της κλασικής εποχής εμφανίζονται φιλοσοφικές σχολές, όπως ο Πυθαγορισμός και ο Πλατωνισμός, που προσφέρουν ένα πλήρες μεταφυσικό και ηθικό σύστημα καλυμμένο με τους κατάλληλα προσαρμοσμένους μύθους της αρχαϊκής εποχής. Αυτά τα συστήματα ήταν αντιληπτά ως προαιρετικά, ιδιωτικά συμπληρώματα της κρατικής, κοινοτικής αστικής λατρείας. Δηλαδή εμφάνιζαν χαρακτηριστικά μιας «θρησκείας» που υπήρχε στον αντίποδα των κυρίαρχων αντιλήψεων της εποχής. Συνέχιζαν όμως να είναι στο περιθώριο και να αφορούν περιορισμένες ομάδες του πληθυσμού, προερχόμενες περισσότερο από τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις.

Η κατάρρευση της κλασικής εποχής και το πέρασμα στην κυριαρχία της Μακεδονικής Δυναστείας (όπου πρωταγωνίστησε ένας άλλος «Μέγας», ο Αλέξανδρος) οδήγησε, στην Ελληνιστική εποχή, σε μια εισβολή στο προσκήνιο πολλών τοπικών παραδόσεων της ανατολής-όπως η λατρεία του ηγεμόνα σαν Θεού, που δεν είχε κεντρικό ρόλο στον αρχαίο κόσμο. Αυτά τα ρεύματα αναμίχθηκαν με τις λατρείες του αρχαίου κόσμου και δημιούργησαν νέα θρησκευτικά ρεύματα και μυστικιστικές παραδόσεις. Επίσης, η Ελληνιστική εποχή δημιούργησε το έδαφος για την ανάπτυξη του συγκρητισμού, δηλαδή του συνδυασμού διαφορετικών πίστεων, που συνυπήρχαν με τις αστικές τελετουργίες και είχε σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση των θρησκευτικών και φιλοσοφικών σχολών.

Ακόμα και η πολυθρησκευτικότητα (και η ανεκτικότητα που έβγαινε από αυτήν) γνώρισε αντιπάλους όπως ο Πλάτωνας στους Νόμους και ο Κικέρωνας στην ιδανική πολιτεία του. Όμως οι απαγορεύσεις του Πλάτωνα και του Κικέρωνα δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική κατάσταση και τις κυρίαρχες ιδέες στην αρχαία Αθήνα και την Ρώμη αντίστοιχα (52).

Όμως όλες αυτές οι αλλαγές δεν επηρέασαν το γενικό πλαίσιο. Οι λατρευτικές πράξεις στον αρχαίο κόσμο παρέμειναν, στην κυρίαρχη εκδοχή τους, μέσα στα όρια του Παγανισμού, προσαρμοσμένες στα κοινωνικά πλαίσια του δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής, με τον κοινοτικό χαρακτήρα, (όπου τον κεντρικό ρόλο είχε η οικογένεια), τους πολλούς θεούς και λατρείες και την τυπολατρία των πράξεων σεβασμού και εξευγενισμού των θεών.

 

 

Η Ρωμαϊκή ενσωμάτωση του αρχαιοελληνικού Παγανισμού

 

 

Η κατάκτηση του αρχαιοελληνικού κόσμου από τους Ρωμαίους όχι μόνο δεν άλλαξε τίποτα από όλα τα παραπάνω αλλά τους έδωσε νέα ώθηση. Ότι χαρακτήριζε τις λατρευτικές πράξεις στα περιορισμένα πλαίσια των αρχαίων πόλεων η ακόμα και στα πολύ μεγαλύτερα κράτη των κληρονόμων του Αλέξανδρου έγινε τώρα βασική πλευρά πάνω στην οποία χτίστηκε η εξουσία στην απέραντη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Ο πολυθεϊσμός, η ανεκτικότητα, η συνύπαρξη διαφορετικών θεοτήτων, ο κρατικός συντονισμός της αναγνώρισης των θρησκειών έγιναν αποφασιστικοί παράγοντες για την συνοχή της αυτοκρατορίας, καθώς αποκτούσε νέα εδάφη και ενσωμάτωνε νέους πληθυσμούς (53). Οι Ρωμαίοι, αντιλήφθηκαν γρήγορα το πολύ πιο ανεπτυγμένο παγανιστικό πλαίσιο του αρχαίου ελληνικού κόσμου και το ενσωμάτωσαν ολόκληρο. Οι σκιώδης Ρωμαϊκές θεότητες απέκτησαν σταδιακά τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά των ελληνικών ομολόγων τους, με τις οποίες εύκολα ταυτίστηκαν: Ο Jupiter με τον Δία, ο Mercurius με τον Ερμή, η Minerva με την Αθηνά. κ.α. (54).

Η Ρωμαϊκή εξουσία αναγνώρισε και προστάτευσε τις διαφορετικές λατρείες και υιοθετούσε ακόμα και θεούς και τελετές των διαφορετικών λαών. Οι Ρωμαϊκή άρχουσα τάξη πίστευε γενικά ότι ήταν ορθό να διατηρηθούν μακραίωνες θρησκευτικές πρακτικές μέσα στην απέραντη αυτοκρατορία, σαν παράγοντας κοινωνικής συνοχής. Σε αυτά τα πλαίσια, η Ρωμαϊκή πολιτική αντιμετώπιζε τις διαφορετικές λατρείες (ακόμα και αυτές που δεν είχαν ενσωματώσει οι Ρωμαίοι ως δικές τους) με σεβασμό, καθώς αυτές συνδέονταν με την παράδοση και την λατρεία των προγόνων (και άρα με την συγγένεια και την οικογένεια), θέματα κομβικά για όλο τον αρχαίο κόσμο. Το  πλαίσιο του Παγανισμού έκανε δυνατή μια τέτοια ανοχή. Όμως ήταν η ουσία αυτής της ανοχής που προσδιόριζε και τα όρια της: δεν μπορούσαν να γίνουν ανεκτές «θρησκείες» που διεκδικούσαν την καταστροφή των άλλων θρησκειών η υποστήριζαν ότι είναι οι μόνες πραγματικές (μονοθεισμός)  γιατί θα οδηγούσαν σε διάλυση του κοινωνικού ιστού. Ούτε γινόντουσαν ανεκτές λατρείες που οδηγούσαν σε  πρακτικές  που θεωρούνταν σκανδαλώδης από την εξουσία (όπως η λατρεία του Βάκχου, που καταπνίγηκε στο αίμα το 186 π.χ.).

Μέσα στην αχανή αυτοκρατορία και την πολύπλοκη διοικητική ιεραρχία ήταν αναμενόμενο ο Παγανισμός  να αποκτήσει ακόμα περισσότερο τα χαρακτηριστικά ενός «συμβολαίου» με τους θεούς, Συμβόλαιο που τηρούνταν μέσα από τις λατρευτικές πράξεις που τελούσαν αποκλειστικά οι ιερείς, που ήταν όλοι κρατικοί αξιωματούχοι, ή από τον επικεφαλής  του «οίκου» τον αρχηγό της οικογένειας στην περίπτωση των οικογενειακών λατρειών.  Η Σύγκλητος  διατηρούσε τον έλεγχο στην εισαγωγή νέων λατρειών στη κρατική θρησκεία, οι οποίες είχαν και το προνόμιο να συντηρούνται με κρατικά έσοδα. Ακόμα όμως και οι λατρείες που δεν γίνονταν δεκτές μπορούσαν να ασκούνται ελεύθερα, στα όρια που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Ωστόσο αυτή η δύναμη του Παγανισμού και ο τρόπος ενσωμάτωσης του στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία εμπεριείχε ταυτόχρονα τον κίνδυνο και τις προϋποθέσεις της καταστροφής του. Γιατί αυτό το σύστημα, με τον πολυθεϊσμό, τον λαβύρινθο των θεοτήτων (που είχαν γίνει αμέτρητες μέσα από τις κατακτήσεις νέων περιοχών από τον Ρωμαϊκό στρατό), την απόμακρη τυπολατρία, τον χαρακτήρα του «συμβολαίου» (που διεκπεραιωνόταν από τους ειδικούς.) κ.α μπορούσε να λειτουργήσει προωθητικά σαν παράγοντας συνοχής σε περιόδους ακμής και σχετικής κοινωνικής ειρήνης και οικονομικής σταθερότητας. Όμως,  σε περιόδους  καταστροφών και κοινωνικών αναταραχών θα μπορούσε να μετατραπεί στο ακριβώς αντίθετο: Σε αιτία αποσταθεροποίησης και διάλυσης του κοινωνικού ιστού.

Αυτές οι συνθήκες κυριάρχησαν τελικά όταν ξεκίνησε η παρακμή της αυτοκρατορίας, αφού σταδιακά τα χαρακτηριστικά που μέχρι τότε έδιναν δύναμη στον Ρωμαϊκό Παγανισμό έγιναν δηλητηριώδη: Ο πολυθεϊσμός και η ανεκτικότητα άρχισαν να μετατρέπονται σε παράγοντα διάσπασης των κοινοτήτων και των εδαφικών περιοχών, ο λαβύρινθος των θεοτήτων και η διεκπεραίωση των λατρευτικών πράξεων από τους εκπροσώπους της αυτοκρατορίας και της κοινότητας σε παράγοντα αποξένωσης, ο χαρακτήρας του «συμβολαίου» (που δεν συμπεριλάμβανε κάποιο ηθικό, προσωπικό σύστημα πεποιθήσεων) σε παράγοντα αποσταθεροποίησης αξιών και συμπεριφορών. Με αυτόν τον τρόπο το οικοδόμημα των λατρευτικών πράξεων του αρχαίου κόσμου, ραγισμένο από τις κοινωνικές συνθήκες και αυτοπαγιδευμένο στα ανυπέρβλητα όρια του πλαισίου μέσα στο οποίο είχε γεννηθεί και αναπτυχθεί, θα ακολουθήσει την βαθιά  κρίση του Ρωμαϊκού κόσμου. Και θα δεχτεί την επίθεση διαφορετικών θρησκευτικών ρευμάτων, που είχαν δημιουργηθεί εδώ και καιρό στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας, τα οποία θα έβγαιναν από το περιθώριο για να του δώσουν τελικά το θανατηφόρο χτύπημα.

 

 

 

3.2 Η παρακμή της αυτοκρατορίας και η άνοδος του Χριστιανισμού

 

 

Μην νομίσετε ότι ήλθα να επιβάλω ειρήνη στην κόσμο. Δεν ήλθα να επιβάλω ειρήνη αλλά μαχαίρα. Ήλθα να χωρίσω πατέρα και γιό, μητέρα και κόρη, πεθερά και νύφη. Όποιος αγαπάει τον πατέρα και τη μητέρα περισσότερο από εμένα είναι ανάξιος. Το ίδιο όποιος αγαπάει γιό και θυγατέρα….

Κατά Λουκάν,ιβ, 51-53

 

«Ο Μέγας Κωνσταντίνος λοιπόν, που αντέγραψε τον Παύλο ,ο Χριστός που μας είπε, ότι η διακονία μας είναι να βοηθούμε τον άλλο τον άνθρωπο, ότι εξουσία θα υπάρχει πάντοτε και πρέπει να συνεργαζόμαστε με αγαθό τρόπο, για να βοηθήσουμε αυτόν τον λαό»

Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος

 

 

Η ελπίδα σβήνει στην αυτοκρατορία

 

 

Καθώς η αυτοκρατορία άρχισε να παρακμάζει, με την οικονομική στασιμότητα, το τέλος της στρατιωτικής επέκτασης και τους ασταμάτητους εμφυλίους πολέμους, το ιδεολογικό και πολιτιστικό οικοδόμημα άρχισε να τρίζει και, τελικά, να καταρρέει. Οι κοινωνικές συνθήκες χειροτέρευαν ραγδαία και κάθε ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον έσβηνε (55).

Για την συντριπτική πλειοψηφία των στρωμάτων της Ρωμαϊκής κοινωνίας τα αδιέξοδα ήταν όλο και πιο αισθητά. Η φιλοσοφία έτσι και αλλιώς ήταν πάντα προνόμιο των λίγων σε όλο τον αρχαίο κόσμο, και φιλοσοφικά ρεύματα όπως ο Πλατωνισμός είχαν απήχηση σε κλειστές ομάδες της ανώτερης τάξης. Επίσης, η αναζήτηση διεξόδου στις λατρευτικές τελετουργίες ήταν ανεπαρκής: Γιατί αυτές οι τελετουργίες ασκούνταν, όπως είδαμε, αποκλειστικά μέσω εκπροσώπων, που, σε συνθήκες κρίσης και αγανάκτησης απέναντι στην Ρωμαϊκή εξουσία (ιδιαίτερα στους κατακτημένους από τους Ρωμαίους λαούς), είχαν ταυτιστεί με το κατεστημένο.  Επιπλέον, ήταν φορτωμένες με περίπλοκες τελετές και έναν λαβύρινθο θεών που ο καθένας είχε την δική του τελετουργία και πιστούς που θα μπορούσαν να τον λατρεύουν.  Με άλλα λόγια, τόσο η μορφή όσο και το περιεχόμενο των λατρευτικών παραδόσεων, που φυλάσσονταν από την συντηρητική σύγκλητο και γενικότερα το Ρωμαϊκό κατεστημένο, αδυνατούσαν να μετασχηματιστούν στις νέες συνθήκες.

 

 

Η άνοδος του μεσσιανισμού και του μυστικισμού

 

 

Σταδιακά (και ιδιαίτερα από τον δεύτερο αιώνα και μετά) αρχίζει να εξαπλώνεται το θρησκευτικό-μυστικιστικό πνεύμα και δυναμώνουν οι μεσσιανικές προσδοκίες, δηλαδή η αναμονή του θεϊκού-σωτήρα μεσσία (56). Το ενδιαφέρον για την μεταθανάτια ζωή αρχίζει να γίνεται πιο ζωηρό και βγαίνει από το περιθώριο. Οι αλλαγές θα εμφανιστούν πιο έντονα στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας και αυτό δεν είναι τυχαίο: το τμήμα αυτό είναι και πιο πλούσιο, με  μεγάλα εμπορικά κέντρα και λιμάνια (που δεν υπάρχουν στο δυτικό τμήμα των συνεχών πολέμων με τις βαρβαρικές φυλές). Το γεγονός αυτό θα μετατρέψει όλη αυτήν την περιοχή σε πεδίο έντονων κοινωνικών αντιπαραθέσεων, που θα τροφοδοτήσουν και την ιδεολογική πάλη (που εκείνη την ιστορική περίοδο δεν ξεχώριζε από την θρησκεία).

Φυσικά, οι κοινωνικές και οικονομικές αντιθέσεις  είναι μόνο ο πρωταρχικός παράγοντας: Καθοριστικό ρόλο θα έχει το πολιτιστικό πλαίσιο, όπου επιβιώνουν (και πολλές φορές κυριαρχούν) παραδόσεις που βρίσκονται σε μεγαλύτερη απόσταση και ανεξαρτησία από τις λατρευτικές λειτουργίες του αρχαίου κόσμου. Αυτές οι παραδόσεις έχουν εισχωρήσει σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας από τον Ελληνιστικό κόσμο και μετά και ,μέσα από παραδόσεις όπως ο συγκρητισμός, θα αναμιχθούν με τις τοπικές τελετουργίες.

Ήδη από την εποχή του Αύγουστου και της Pax Romana η λατρεία του αυτοκράτορα (κληρονομιά της Ελληνιστικής περιόδου) είχε διαδοθεί στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας και οι αυτοκράτορες είχαν σπεύσει να την αξιοποιήσουν για την νομιμοποίηση της εξουσίας τους. Ο Αύγουστος και οι διάδοχοι του παράλληλα προσπάθησαν να περιορίσουν την πολιτική και οικονομική ανεξαρτησία των ιερέων των κατακτημένων λαών της ανατολής (57). Αλλά στην πραγματικότητα αυτές καθαυτές έμειναν άθικτες, ιδιαίτερα σε περιοχές όπως η Μ. Ασία, με βάση την πολιτική της θρησκευτικής ανοχής της αυτοκρατορίας (και στα όρια που προσδιόριζε, όπως είδαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο).

Σε αυτές τις συνθήκες οι ανατολικές λατρείες-οι αιγυπτιακές, οι συριακές κ.α.- αρχίζουν να γίνονται δημοφιλείς. Μέσα στις πολλές παραλλαγές τους, όλες αυτές οι λατρείες είχαν κοινό γνώρισμα την διδασκαλία για τον Θεό που πεθαίνει και ανασταίνεται, μέσα από απόκρυφα μυστήρια. Ξεχωριστή θέση έχει εδώ η λατρεία του περσικού Θεού του ήλιου Μίθρα που, σύμφωνα με τους πιστούς του, είχε χύσει το αίμα του για τους ανθρώπους, για να τους σώσει από τον κακό Θεό Αριμάν και να τους οδηγήσει στην αθανασία. Η λατρεία του Μίθρα ήταν η τελευταία από τις μυστηριακές λατρείες που καθιερώθηκαν στην Ρώμη και ποτέ δεν κινδύνευσε από κανέναν διωγμό αφού υπέθαλπε την αποδοχή του status quo.

Μέσα στην γενικότερη κοινωνική και πολιτιστική κρίση της αυτοκρατορίας αρχίζει να ανθίζει η αστρολογία και η μαντεία που εξαπλώθηκαν (και) στις ανώτερες τις βαθμίδες της Ρωμαϊκής κοινωνίας. Η Ρωμαϊκή εξουσία αντέδρασε με καταστολή. Οι αυτοκράτορες και το Ρωμαϊκό κατεστημένο μπορεί να χρησιμοποιούσαν την αστρολογία επειδή έτσι νόμιζαν ότι θα προβλέψουν γεγονότα και θα πάρουν καλύτερες αποφάσεις αλλά ταυτόχρονα φοβόντουσαν ότι το ίδιο θα κάνουν και υπήκοοι τους, θέτοντας σε κίνδυνο την δική τους εξουσία (58). Το ίδιο ίσχυε και για την μαγεία, δηλαδή τις θρησκευτικές πρακτικές που χρησιμοποιούνταν για να εξασφαλίσουν έναν προσωπικό στόχο (π.χ. τον έρωτα, ένα πετυχημένο στοίχημα στον ιππόδρομο, την εξόντωση κάποιου ανεπιθύμητου προσώπου) γιατί και εδώ υπήρχε ο φόβος ότι κάποιος από την ανώτερη Ρωμαϊκή τάξη θα τις χρησιμοποιούσε για να βλάψει τον εκάστοτε αυτοκράτορα. Έτσι η αστρολογία και η μαγεία προστέθηκαν στις εξαιρέσεις της γενικότερης θρησκευτικής ανοχής της αυτοκρατορίας.

 

 

Οι επικίνδυνες λατρείες

 

 

Μπροστά στην εμφάνιση όλων αυτών των  ρευμάτων, η Ρωμαϊκή εξουσία προσπάθησε να αντιδράσει κλιμακώνοντας την προσπάθεια ελέγχου των θρησκειών που αποτελούσαν κίνδυνο για την αυτοκρατορία και της καταστολής όπου ο έλεγχος δεν είχε αποτελέσματα.  Έτσι την παράδοση της λατρείας των Βακχών ακολούθησαν οι αιγυπτιακοί θεοί, ο Ιουδαϊσμός, ο Χριστιανισμός (ακόμα και ο Μιθραισμός που μπορεί να ήταν ακίνδυνος πολιτικά αλλά δημιουργούσε ένα διαφορετικό πλαίσιο λατρευτικών πράξεων) .

Στά μέσα του δεύτερου μ.χ, δηλαδή όταν πια η κρίση της αυτοκρατορίας έχει φτάσει σε καταστροφικά όρια, όλες αυτές οι λατρείες είχαν εδραιωθεί και ήταν ανατρεπτικές από δύο απόψεις (59).

Πρώτον ακύρωναν στην πράξη τον αποκλειστικό έλεγχο των θρησκευτικών δραστηριοτήτων από τις πολιτικές αρχές, αφού δημιουργούσαν αυτόνομες θρησκευτικές οργανώσεις, έξω από το πλαίσιο της Ρωμαϊκής εξουσίας, με δικούς τους κανόνες, οικονομική διαχείριση και ιεραρχία.

Δεύτερον αυτές οι λατρείες δεν επιδίωκαν να συνυπάρξουν η να συγχωνευτούν με τις λατρευτικές παραδόσεις του αρχαίου κόσμου αλλά να τις υπονομεύσουν. Ενώ οι θεοί του αρχαίου κόσμου δεν απαιτούσαν, όπως είδαμε, κάποια αφοσίωση από το άτομο και δεν υπόσχονταν τίποτα πέρα από την συμμετοχή σε μια κοινότητα και την προστασία της, οι μυστηριακές θρησκείες απαιτούσαν μύηση και τελετουργικό εξαγνισμό, προσέφεραν την εμπειρία της αποκάλυψης και υπόσχονταν λύτρωση και προοπτική ενός βαθύτερου θρησκευτικού βιώματος. Είναι λοιπόν κατανοητό γιατί η Ρωμαϊκή εξουσία δεν μπόρεσε να ενσωματώσει αυτές τις λατρείες.

Η συντηρητική σύγκλητος αλλά και οι αυτοκράτορες ακολούθησαν σε γενικές γραμμές την ίδια άκαμπτη πολιτική: Όταν εντόπιζαν τα «επικίνδυνα» στοιχεία κάποιας λατρείας κατέφευγαν αποκλειστικά σε «χειρουργικές» παρεμβάσεις κατασταλτικού τύπου που  ήταν επιλεκτικές, σποραδικές και για μικρά χρονικά διαστήματα και μετά επέστρεφαν στην «κανονικότητα».  Οι διαφοροποιήσεις ανάλογα με την συγκυρία η την πολιτική του εκάστοτε αυτοκράτορα είναι εξαιρέσεις που δεν αλλάζουν αυτόν τον γενικό κανόνα. Στις δεδομένες  κοινωνικές συνθήκες και την κρίση των λατρευτικών τελετουργιών του Ρωμαϊκού κόσμου (που ακολουθούσε την γενικότερη κρίση της αυτοκρατορίας), αυτές οι παρεμβάσεις ήταν καταδικασμένες να αποτύχουν η να έχουν πρόσκαιρα αποτελέσματα:. Η μία μυστηριακή θρησκεία αντικαθιστούσε την άλλη που υποχωρούσε, ενώ  η αστρολογία, η μαντεία, οι δεισιδαιμονίες, οι «μεσσίες» και οι «σωτήρες» γινόντουσαν πεποιθήσεις και πρακτικές για ολοένα και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού. Τελικά, μέσα στις πολλές τοπικές λατρείες και παραδόσεις θα ξεχωρίσει μια αίρεση του Ιουδαϊσμού, ο Χριστιανισμός.

 

 

Ο Ιουδαϊσμός

 

 

Ο Ιουδαϊσμός δημιουργήθηκε από τους Εβραίους, μια κοινότητα νομάδων κτηνοτρόφων που εγκαταστάθηκε στην περιοχή της Παλαιστίνης στο τέλος της δεύτερης χιλιετηρίδας π.χ. μέσα από τα μεγάλα μεταναστατευτικά κύματα της εποχής.

Η Παλαιστίνη είχε την ιδιομορφία να βρίσκεται σε μια παραμεθόρια περιοχή ανάμεσα στις μεγάλες αυτοκρατορίες, της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας, σταυροδρόμι ανάμεσα στον Νείλο και τον Ευφράτη. Ήταν κέντρο που το διέσχιζαν όλοι οι σημαντικοί εμπορικοί δρόμοι και συγκοινωνίες της εποχής.  Δηλαδή η Παλαιστίνη  βρισκόταν  σε ένα σημείο όπου διαφορετικοί πολιτισμοί, κοινωνίες και εξουσίες συγκρούονταν μέσα από αδιάκοπους πολέμους αλλά και εμφύλιες διαμάχες. Επιπλέον, η ίδια η Παλαιστίνη ήταν μια γόνιμη γη. Αυτή η γονιμότητα γενικά δεν παρουσίαζε κάτι ιδιαίτερο αλλά, σε μια περιοχή κυκλωμένη από ερήμους και πετρώδεις εκτάσεις, μετέτρεπε την περιοχή σε πολυπόθητο έπαθλο που όλες οι φυλές και κοινότητες της περιοχής ήθελαν να ελέγξουν (60) .

Έτσι η Παλαιστίνη γνώρισε από πολύ νωρίς τους πολέμους, με τους κυρίαρχους από τους οποίους ήταν εξαρτημένη να εναλλάσσονται από πόλεμο σε πόλεμο. Τελικά, μετά από διαδοχικές ήττες και καταστροφές από τους Ασσύριους και τους Βαβυλώνιους, ο βασιλιάς της Βαβυλώνας Ναβουχοδονόσωρ πολιόρκησε και κατέστρεψε την Ιερουσαλήμ., που, υποκινούμενη από τους Αιγύπτιους, είχε αρνηθεί να πληρώσει φόρους. Οι Βαβυλώνιοι για να οριστικοποιήσουν τον έλεγχο αυτού του σημαντικού κέντρου μετέφεραν χιλιάδες Εβραίους, ουσιαστικά όλη την ανώτερη τάξη, στην Βαβυλώνα. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί μια πολύ μεγάλη κοινότητα αιχμαλώτων Εβραίων στην πόλη, η οποία, αποκλεισμένη από κάθε διοικητική και στρατιωτική αρμοδιότητα, ήταν υποχρεωμένη να καταφύγει στην μικροβιοτεχνία και το εμπόριο και  αναπτύξει ένα δυνατό συναίσθημα συνοχής για να επιβιώσει. Ταυτόχρονα όμως η κοινότητα αυτή δέχτηκε όλες τις επιρροές από τις μυστηριακές λατρείες της Μεσοποταμίας.

Έτσι, όταν οι Πέρσες κατέκτησαν την Βαβυλώνα πενήντα χρόνια μετά, το 538 π.χ. και άφησαν τους Εβραίους να επιστρέψουν στην Παλαιστίνη,  η κυρίαρχη τάξη μετέφερε όλες τις θρησκευτικές παραδόσεις της αιχμαλωσίας. Αυτή είναι και η αιτία που ο Ιουδαϊσμός πέρασε κατευθείαν από τις  πρωτόγονες λατρείες στον μυστηριακό και μονοθεϊστικό χαρακτήρα, χωρίς να γνωρίσει τον ανθρωπομορφισμό και τον Παγανισμό του αρχαίου κόσμου (άλλο ένα ιστορικό παράδειγμα ότι η εξέλιξη των κοινωνιών δεν κινείται ούτε γραμμικά, ούτε «προγραμματισμένα»). Μέσα από αυτές τις ιστορικές εξελίξεις ο Ιουδαϊσμός διαμορφώθηκε με βάση την πίστη ότι υπάρχει ένας μοναδικός, παντογνώστης Θεός, ο οποίος δημιούργησε το σύμπαν και συνεχίζει να το κυβερνά Ένας Θεός που εγκαθίδρυσε μια διαθήκη με τον Εβραϊκό λαό, και τού αποκάλυψε τους νόμους του και τις εντολές του  («Μωσαϊκός Νόμος»). Το δόγμα αυτό συγκρότησε τον μονοθεϊστικό χαρακτήρα του Ιουδαϊσμού και την μεσσιανική πίστη των οπαδών του ότι αυτοί ήταν οι εκλεκτοί του Θεού.

Η κατάκτηση της Παλαιστίνης από τους Πέρσες και στη συνέχεια από τον Αλέξανδρο άλλαξε την σημασία των εμπορικών δρόμων και λιμανιών της. Οι κατακτήσεις των Μακεδόνων ενοποιήσαν ολόκληρη την ανατολή και έβαλαν τέλος στην δόξα των Φοινικικών πόλεων αλλά περιόρισαν και την σημασία της Παλαιστίνης σαν εμπορικό κέντρο (61). Το αποτέλεσμα ήταν η διασπορά Εβραϊκών κοινοτήτων (που διατηρούσαν την παραδοσιακή οργανωτική συνοχή και θρησκευτική ταυτότητα) στα μεγάλα εμπορικά κέντρα και λιμάνια της εποχής. Τα ανώτερα στρώματα αυτών των κοινοτήτων, λόγω της ενασχόλησης τους με το εμπόριο, γρήγορα απέκτησαν ισχυρή οικονομική δύναμη. Μέσα στην Παλαιστίνη, ήδη από την εποχή της Περσικής αυτοκρατορίας είχε διαμορφωθεί ένα πολύ ισχυρό θρησκευτικό κατεστημένο. Το αποτελούσε ένας πραγματικός στρατός από ιερείς που από καιρό είχαν συγκεντρώσει αμύθητα πλούτη από τις εισφορές των πιστών (και από το ένα εκατομμύριο Εβραίων της διασποράς) και τις συναλλαγές με την εκάστοτε εξουσία (62).

Την κατάκτηση της Παλαιστίνης από τον Αλέξανδρο διαδέχτηκε η δυναστεία των Πτολεμαίων (που ήταν ευνοϊκά διακείμενη προς τους Εβραίους, που  δημιούργησαν και μια ακμάζουσα κοινότητα στην Αλεξάνδρεια). Όταν όμως τους Πτολεμαίους διαδέχτηκαν οι Σελευκίδες, το 198 π.χ., οι συνθήκες άλλαξαν. Η εξουσία των Σελευκιδών προσπάθησε να σώσει το βασίλειο (που βρισκόταν σε άθλια οικονομική κατάσταση μετά τις ήττες στον πόλεμο με τους Ρωμαίους) με την δημιουργία μιας συγκρητιστικής θρησκείας που θα ενσωμάτωνε τους διαφορετικούς πολιτισμούς της περιοχής, σε βάρος θρησκειών όπως ο Ιουδαϊσμός. Ξέσπασαν εμφύλιες διαμάχες μέσα στην Εβραϊκή κοινότητα. Τελικά ο βασιλιάς των Σελευκιδών Αντίοχος Δ απάντησε με άγρια καταστολή. Ακολούθησε εξέγερση με ηγέτη τον πρώτο αρχηγό των Μακκαβαίων, Ματταθία. Το 168 π.χ. ο Ναός της Ιερουσαλήμ βεβηλώθηκε, η πόλη πυρπολήθηκε, η Ιουδαϊκή θρησκεία απαγορεύτηκε και λεηλατήθηκε ο θησαυρός του Ναού (άλλη μια αιτία για την πολιτική του Αντίοχου).

Μετά το θάνατο του Ματταθία, τον αγώνα ανάλαβε ο γιος του, Ιούδας Μακκαβαίος, από τον οποίο πήρε και το όνομά του το κίνημα αυτό, που κατάφερε να καταλάβει την Ιερουσαλήμ και να αποκαταστήσει την μονοθεϊστική λατρεία (164 π.Χ.) .Οι αγώνες των Μακκαβαίων έφεραν στην εξουσία μια νέα δυναστεία, την Ασμοναϊκή η οποία δημιούργησε με την πάροδο των ετών ένα εκτεταμένο βασίλειο (το οποίο εγκαθιδρύθηκε με συνεχιζόμενους πολέμους), το οποίο κυριάρχησε στην περιοχή έως την κατάλυση του από τους Ρωμαίους (63 π.Χ.).

Η Ρωμαϊκή κατάκτηση όχι μόνο δεν έβαλε τέλος στις διαμάχες αλλά εγκαινίασε μια νέα εποχή πολέμων και εξεγέρσεων. Κανένας λαός δεν αγωνίστηκε με τόσο σθένος εναντίον της Ρώμης όσο οι Ιουδαίοι. Το 66 μ.χ ξεκίνησε ο πρώτος Ιουδαϊκός πόλεμος στον οποίο ηγετική δύναμη ήταν οι Ζηλωτές που αντιστέκονταν στην εξουσία της Ρώμης. Ο πόλεμος τελείωσε το 70 μ.χ με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ η οποία μετατράπηκε σε ένα σωρό από ερείπια. Το 115 μ.χ, όταν εξαπλώθηκε η φήμη ότι ο αυτοκράτορας Τραϊανός θα ηττηθεί στον πόλεμο εναντίον των Πάρθων, οι Zηλωτές εξεγέρθηκαν ξανά (ο δεύτερος Ιουδαϊκός πόλεμος). Το 117 μ.χ ο Ρωμαϊκός στρατός κατέστειλε την εξέγερση. Το 131 μ.χ ακολούθησε νέα εξέγερση, ο τρίτος Ιουδαϊκός πόλεμος. Η Ιερουσαλήμ ανακαταλήφθηκε από τους Ζηλωτές μετά από φονικές μάχες. Η Ρωμαϊκή εξουσία τρόμαξε και έστειλε μεγάλο στρατό. Ο πόλεμος τελείωσε το 136 μ.χ με την ολοκληρωτική καταστροφή της Ιερουσαλήμ και το θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων Εβραίων. Από τότε, όποιος Ισραηλίτης πατούσε το πόδι εκεί καταδικαζόταν σε θάνατο.

Με το τέλος των πολέμων η Ρωμαϊκή εξουσία, πιστή στην πολιτική της στα θρησκευτικά ζητήματα, ακόμα και μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ, παραχώρησε στους Εβραίους το δικαίωμα άσκησης της λατρείας αλλά και την απαλλαγή τους από πολιτικές υποχρεώσεις που δεν συμβιβαζόταν με την πίστη τους. Σε όλη την υπόλοιπη αυτοκρατορία έτσι και αλλιώς υπήρχε ανεκτική (έως και ευνοϊκή) μεταχείριση των Εβραίων από την εξουσία, αφού εκεί δεν υπήρχαν ζητήματα κοινωνικής αντίστασης (αν και αντισημιτισμός ξέσπαγε σποραδικά από εκείνη την εποχή).

Έτσι η ήττα των εξεγέρσεων στην Παλαιστίνη έφερε στην εξουσία για ακόμα μια αφορά την αριστοκρατία του Εβραϊκού κλήρου. Όμως οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις και διαμάχες συνεχίστηκαν ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις της Παλαιστίνης. Οι Φαρισαίοι (που συσπείρωναν τα μεσαία και κατώτερα στρώματα), οι  Εσσαίοι αλλά και οι εναπομείναντες Ζηλωτές (που είχαν ένα πιο πληβειακό στίγμα) πρόβαλαν τις δικές τους εκδοχές για την σωτηρία των Εβραίων και ακολουθούσαν δικές τους πρακτικές οργάνωσης των κοινοτήτων. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες εμφανίστηκε μια νέα αίρεση, ο Χριστιανισμός.

 

 

Η αίρεση του Χριστιανισμού

 

 

Οι μαρτυρίες για την εμφάνιση του Χριστιανισμού και τις πρώτες χριστιανικές κοινότητες είναι ελάχιστες, αν όχι ανύπαρκτες, με αποτέλεσμα το κενό να καλύπτεται από υποθέσεις αμφίβολης ιστορικής αξίας. Ένα μεγάλο τμήμα της συζήτησης για τους πρώτους χριστιανούς είναι η θεωρία του υποτιθέμενου «κομμουνισμού» των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων. Αυτή η θεωρία διαδόθηκε πλατιά ήδη από τις αρχές του σοσιαλιστικού κινήματος. Ο Κ.Κάουτσκυ (που εκείνη την εποχή είχε μεγάλο κύρος και επιρροή και θεωρούνταν ο θεματοφύλακας της κληρονομιάς του Μάρξ και του Ένγκελς) με το βιβλίο του «Η καταγωγή του Χριστιανισμού» (1908) προσπάθησε να υποστηρίξει ότι οι πρώτες χριστιανικές κοινότητες είχαν κομμουνιστικό και προλεταριακό-πληβειακό χαρακτήρα στις ιδέες και την οργάνωση τους.

Η αλήθεια είναι ο «κομμουνισμός» της πρώτης αποστολικής κοινότητας εμφανίζεται μόνο παροδικά στα πρώτα κεφάλαια των Πράξεων (όταν ο Χριστιανισμός ήταν ακόμα μια μικρή σέχτα) και κατόπιν εξαφανίζεται τελείως για να επανεμφανιστεί μόνο σε ορισμένες μοναστικές κοινότητες, εκατοντάδες χρόνια μετά.  Ακόμα και οι σποραδικές καταγγελίες του πλούτου και των πλουσίων που εμφανίζονται σε ορισμένα χριστιανικά κείμενα (π.χ. στα πρώτα Ευαγγέλια) δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ηθική καταγγελία των κοινωνικών δεινών, τυπική για ένα εσχατολογικό εκκλησίασμα.

Αυτές οι καταγγελίες μπορεί να εξέφραζαν το ταξικό μίσος πληβειακών στρωμάτων που κατέφευγαν στην νέα αίρεση, όπως υποστήριζε ο Κάουτσκυ, όμως δεν θα μπορούσαν να έχουν κομμουνιστικό χαρακτήρα. Και αυτό γιατί δεν μπορούσε να υπάρχει κανένας κομμουνισμός σε ένα φανατικό δόγμα που προέβλεπε το επικείμενο τέλος του κόσμου και την δευτέρα παρουσία και άρα αδιαφορούσε η ήταν εχθρικό προς οποιαδήποτε κοινωνικό πρόγραμμα και οργανωμένη παραγωγή. Αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι ο Χριστιανισμός ποτέ δεν αμφισβήτησε πραγματικά ούτε την ιδιοκτησία (πέρα από τα κηρύγματα για φιλανθρωπία και μοιρασιά του πλούτου), ούτε την δουλεία (63).

Η θεωρία του Κάουτσκυ και όλες οι αντίστοιχες παραλλαγές που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια (όπως η θεωρία του Ιησού σαν του πρώτου….κομμουνιστή) αποτελούσαν μια οπορτουνιστική προσπάθεια διεύρυνσης της επιρροής του σοσιαλισμού και των μαρξιστικών ιδεών στα θρησκόληπτα ακροατήρια, που αναζητούσε κομμουνιστικές ρίζες στον χριστιανισμό και χριστιανικές ρίζες στον κομμουνισμό. Παρόμοιες απόψεις εμφανίζονται μέχρι σήμερα, ακόμα και στο εσωτερικό του Μαρξισμού. Οι απόψεις αυτές, όπως και ο Κάουτσκυ στην εποχή του, συγχέουν τα ριζοσπαστικά θρησκευτικά κηρύγματα (που πολλές φορές καταγγέλλουν με άγριο τρόπο την εξουσία, την παρακμή, την φτώχεια αλλά και τους «άπιστους») με τον κομμουνισμό.

Η αίρεση του Χριστιανισμού ενσωμάτωσε τα περισσότερα στοιχεία του Ιουδαϊσμού (φυσικά με τις απαραίτητες προσαρμογές). Ο Θεός, ο μονοθεισμός, η εκκλησιαστική λειτουργία, ο αποκλεισμός της γυναίκας, το Πάτερ Ημών μαζί με άλλες προσευχές, οι αφορισμοί του κλήρου (που παρά της εντολές της «αγάπης προς τον πλησίον» χρησιμοποιούνταν συχνά από πολύ νωρίς), το βάπτισμα, οι νηστείες, το Πάσχα και πολλά άλλα προέρχονται κατευθείαν από τον Ιουδαισμό. Ακόμα και η λέξη «Χριστός» αποτελεί μετάφραση του Εβραϊκού «Μεσσίας», ενώ το πρότυπο οργάνωσης της εκκλησιαστικής ιεραρχίας και το πρότυπο διαχείρισης των εσόδων της εκκλησίας έχουν σαν βάση την θρησκεία των Εβραίων. Το ίδιο ισχύει και για το μεγαλύτερο μέρος της χριστιανικής  ηθικής θεολογίας (64).

Ο Χριστιανισμός στηριζόταν και αυτός στην έλευση του μεσσία και συγκροτήθηκε γύρω από το θρυλικό πρόσωπο του Ιησού. Για την ίδια την ύπαρξη του προσώπου (όπως το παρουσιάζει ο Χριστιανισμός) δεν υπάρχουν ιστορικά στοιχεία αν και είναι σίγουρο ότι εκείνη την εποχή υπήρχαν πολλοί «μεσσίες» στην Παλαιστίνη με παρόμοια κηρύγματα. Μάλιστα ένας μη χριστιανός συγγραφέας, ο Ρωμαίος Τάκιτος αναφέρει ότι στην εποχή του Τιβέριου θανατώθηκε ένας προφήτης, από τον οποίο προέρχεται η αίρεση των χριστιανών. Όμως δεν δίνει άλλα στοιχεία για αυτόν που-σύμφωνα με τον Χριστιανισμό- έκανε τόσα συγκλονιστικά «θαύματα» στην εποχή του.  Όλες οι σχετικές πληροφορίες για τα ιστορικά χαρακτηριστικά του Ιησού προέρχονται από τα Ευαγγέλια, τα οποία όμως είναι γεμάτα από αντιφάσεις και οι περιγραφές τους δεν ανταποκρίνονται στα τεκμήρια εκείνης της  περιόδου. Έτσι μπορεί να είναι ιερά κείμενα για το χριστιανικό δόγμα, όμως, όπως γνωρίζουμε εδώ και πολλά χρόνια, έχουν αξία μόνο ως προπαγανδιστικό και όχι ως ιστορικό υλικό (65).

 

 

Η σέχτα γίνεται θρησκεία

 

 

Ποια ήταν τα αίτια της εξάπλωσης του Χριστιανισμού;. Αν και οι κοινωνικές συνθήκες της κρίσης της αυτοκρατορίας είναι, αναμφισβήτητα, η βάση για την  δημιουργία της θρησκείας των χριστιανών, δεν επαρκούν σαν εξήγηση για την κυριαρχία της. Γιατί ο Χριστιανισμός δεν ήταν η μόνη μυστηριακή λατρεία που είχε γνωρίσει η αυτοκρατορία. Το περιεχόμενο του δεν ήταν ιδιαίτερα πρωτότυπο, μια σύνθεση στοιχείων του Ιουδαϊσμού από τον οποίο προήλθε αλλά και στοιχείων από άλλες παρόμοιες λατρείες εκείνης της περιόδου (ακόμα και κατάλοιπα πολυθεισμού-π.χ οι στρατιές των αγγέλων με τους αρχάγγελους στην κορυφή-).

Υπήρχε όμως μια σημαντική διαφορά: ο Χριστιανισμός δεν είχε τους περιορισμούς άλλων θρησκειών που συνδέονταν αποκλειστικά με μια ιστορικά συγκροτημένη και φανατικά «κλειστή» κοινότητα (όπως ο Ιουδαϊσμός) η είχαν τοπικά χαρακτηριστικά (όπως άλλες λατρείες της ανατολής). Το γεγονός αυτό του έδωσε την δυνατότητα να κρατήσει πολλά βασικά στοιχεία που είχαν δώσει δημοφιλία στον Ιουδαϊσμό (αλλά και σε άλλες μυστηριακές λατρείες) και να τους δώσει «οικουμενικό» χαρακτήρα.Αυτό το χαρακτηριστικό, μαζί με την μετατροπή του Χριστιανισμού σε δόγμα που αναπτυσσόταν στα μεγάλα αστικά κέντρα της ανατολής, είχε καθοριστικό ρόλο στην εξάπλωση της νέας θρησκείας.

Αν σε όλα αυτά προσθέσει κανείς και τις παραδόσεις του Ιουδαϊσμού, (συλλογική μνήμη των διωγμών και αντίσταση, θρησκευτικό φανατισμό, κοινότητες της διασποράς σε όλη την επικράτεια της αυτοκρατορίας) τότε μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί η νέα αίρεση κατάφερε, ξεπερνώντας τις άλλες λατρείες, να γίνει ο βασικός αντίπαλος των κυρίαρχων λατρευτικών παραδόσεων της αυτοκρατορίας. Φυσικά τίποτα απο όλα αυτά δεν θα είχε γίνει (η δεν θα είχε γίνει με αυτόν τον τρόπο) χωρίς την δράση του υποκειμενικού παράγοντα: του Αποστόλου Παύλου και των υποστηρικτών του.

Απέναντι στην αποξένωση και την πολυπλοκότητα των λατρευτικών πράξεων και τελετών του Παγανισμού, ο Χριστιανισμός πρόσφερε μια θρησκευτική προσέγγιση απαλλαγμένη από λατρευτικές πράξεις. Απέναντι στην αποξένωση της τέλεσης των ιερών από τους κρατικούς αξιωματούχους η τους εκπροσώπους της κοινότητας, πρόσφερε την δυνατότητα μετατροπής της θρησκείας σε υπόθεση του καθένα. Το αντάλλαγμα ήταν μια ηθική κωδικοποίηση του ρόλου του πιστού από την οποία απέρρεαν υποχρεώσεις και συμπεριφορές. Όμως ήταν ακριβώς αυτή η κωδικοποίηση που έδινε συνοχή στις θρησκευτικές κοινότητες και τροφοδοτούσε τον φανατισμό και την δράση τους. Το ίδιο ισχύει-όπως και όλες τις μονοθεϊστικές θρησκείες- και για την απόρριψη κάθε άλλης θρησκείας ως «αμαρτωλής».

Ταυτόχρονα ο Χριστιανισμός, όπως και άλλες μυστηριακές λατρείες, έβαζε στο κέντρο τον «μεσσία» και έτσι, μαζί με την μεταθανάτια ζωή, έδινε προοπτική και δυνατότητα εξέλιξης. Όλα αυτά τα στοιχεία, μέσα από την μορφή και την δράση των χριστιανικών κοινοτήτων είχαν σημαντικό ρόλο στις δεδομένες κοινωνικές συνθήκες, όταν ευρύτατα στρώματα του πληθυσμού της αυτοκρατορίας βυθίζονταν στην απόγνωση. Πολύ περισσότερο που, στα πρώτα στάδια εμφάνισης του Χριστιανισμού, συχνά συνδυάζονταν με μια καταγγελία της Ρωμαϊκής εξουσίας (στο όνομα του «τέλους του κόσμου» και της «έλευσης της βασιλείας του Θεού»).

Ο Χριστιανισμός άρχισε να ξεφεύγει από τα όρια της θρησκευτικής σέχτας στο πέρασμα από τον 1ο στον 2ο μ.χ αιώνα (όταν δηλαδή εντείνεται και η κρίση της αυτοκρατορίας). Αποφασιστικό ρόλο εδώ θα έχει η δράση του πραγματικού ιδρυτή του Χριστιανισμού, του Αποστόλου Παύλου (και της ομάδας του), που θα βγάλει την περιθωριακή αίρεση από τα σύνορα της Παλαιστίνης και θα της δώσει συγκροτημένη θεωρητική βάση (ο Παύλος έγραψε πάνω από τα μισά βιβλία της Καινής Διαθήκης, πέρα από τις επιστολές) και ταυτότητα (με τον φανατισμό ενάντια σε άλλα θρησκευτικά δόγματα και ιδιαίτερα ενάντια στον Ιουδαϊσμό). Έτσι θα θεμελιωθεί και η ξεχωριστή οντότητα του Χριστιανισμού-όχι πια ως αίρεση αλλά ως ένα νέο θρησκευτικό δόγμα. Ο Παύλος τροποποίησε τα πρώτα εσχατολογικά χριστιανικά κηρύγματα και διαμόρφωσε νέα δίνοντας στον Χριστιανισμό την μορφή της θρησκείας που κηρύττει την υποταγή στην εξουσία (οι εξουσίες αυτού του κόσμου υπό Θεού τεταγμέναι εισίν) και της αναμονής της σωτηρίας στην μεταθανάτια ζωή (66).

Όταν ο Παύλος θα συλληφθεί για δεύτερη φορά και θα θανατωθεί στην Ρώμη, επί Νέρωνα, θα έχει ήδη πραγματοποιήσει πολλές μεγάλες περιοδείες, που κάλυψαν όλα τα βασικά αστικά εμπορικά κέντρα του ανατολικού τμήματος της αυτοκρατορίας. Ο Παύλος σε όλες αυτές τις περιοδείες απευθύνθηκε στις Εβραϊκές συναγωγές αλλά και στους ειδωλολάτρες, καταγγέλλοντας τις αντίπαλες θρησκείες. Στις πόλεις που επισκέφτηκε ιδρύθηκαν χριστιανικές κοινότητες, που έγιναν η βάση για την εξάπλωση του Χριστιανισμού.

Οι χριστιανικές εκκλησίες, με όπλο την συνοχή, τον φανατισμό, τις διάφορες αγαθοεργίες αλλά και την αντιπαράθεση με τις άλλες θρησκείες, άρχιζαν να εξαπλώνονται και να ενισχύονται οργανωτικά μέσα στην αυτοκρατορία. Στις πρώτες χριστιανικές κοινότητες συμμετείχαν κυρίως άνθρωποι από τις κατώτερες και μεσαίες τάξεις, μικροβιοτέχνες και δούλοι. Όσο όμως η νέα θρησκεία εξαπλωνόταν και στρατολογούσε και ανθρώπους από τα εύπορα κοινωνικά στρώματα τα χριστιανικά κηρύγματα προσαρμόζονταν και υιοθετούσαν ιδέες από το περιβάλλον των κυρίαρχων τάξεων. Ακόμα και αυτές οι ηθικές καταγγελίες των πρώτων Ευαγγελίων «διορθώνονταν»: Π.χ είναι γνωστή η ιστορία της μετατροπής της φράσης «Μακάριοι σείς οι πτωχοί» που υπήρχε στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο σε «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι¨στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, μόλις λίγες δεκαετίες μετά.

Αυτή η προσαρμογή ήταν απαραίτητη για την διάδοση της νέας θρησκείας και για την εξασφάλιση μεγαλύτερης πολιτικής και υλικής υποστήριξης που θα ενίσχυε την θέση του χριστιανικού ιερατείου. Έτσι η στωική ηθική της μη αντίστασης και της υποταγής ενσωματώθηκε από την χριστιανική ηθική. Η ηθική  διαμαρτυρία για τα κοινωνικά δεινά αντικαταστάθηκε από το κήρυγμα του σεβασμού προς την εξουσία για τους ελεύθερους και του σεβασμού του κυρίου για τους δούλους, την αναμονή της μεταθανάτιας ζωής,  την αναζήτηση κάθε προοπτικής στην ατομική ευθύνη της «ψυχής» και το κήρυγμα στους πλούσιους για περισσότερα λεφτά στις ελεημοσύνες (που τα διαχειριζόταν το ιερατείο).

Όσο μεγάλωνε η επιρροή και η οργανωτική δομή της χριστιανικής εκκλησίας, τόσο ξεχώριζαν τα ανώτερα κλιμάκια που έπαιρναν τις αποφάσεις και διαχειρίζονταν τις οικονομικές υποθέσεις, οι πρεσβύτεροι, οι επίσκοποι κ.α. Άρχιζε να σχηματίζεται η χριστιανική αριστοκρατία με αποτέλεσμα διασπάσεις και αιρέσεις που στρέφονταν εναντίον της επισκοπικής εκκλησίας, όπως οι μοντανιστές το 2ο αιώνα (67).

Ο Χριστιανισμός το 2ο αιώνα είχε αποκτήσει βάσεις στα μεγάλα αστικά κέντρα της ανατολής (όπου έδρασε ο απόστολος Παύλος), σε ορισμένες πόλεις στην Β. Αφρική αλλά και μέσα στην ίδια την Ρώμη. Στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας (που η οικονομική του σημασία και τα εμπορικά αστικά κέντρα πολύ λιγότερα) η επιρροή του ήταν πολύ μικρότερη. Οι αγροτικοί πληθυσμοί, που ήταν η πλειοψηφία στην αυτοκρατορία, έμειναν, στο μεγαλύτερο μέρος τους, μακριά από την νέα θρησκεία και πιστοί στις παραδόσεις των αρχαίων θεών. Ο Χριστιανισμός παρέμεινε μια θρησκεία που την καθόριζε η παρουσία των στρωμάτων των πόλεων, είτε στην πρώιμη πληβειακή μορφή (με τις μικροβιοτέχνες και τους δούλους), είτε στην μεταγενέστερη αριστοκρατική-ατομιστική εκδοχή. Έτσι είχε το χαρακτήρα μιας μειοψηφίας, που βρισκόταν όμως στα μεγάλα κέντρα των αποφάσεων και των εξελίξεων και εμφάνιζε σημαντικές προοπτικές εξέλιξης: Το 98 μ.χ  οι τοποθεσίες με οργανωμένες χριστιανικές κοινότητες είναι 42, το 180 μ.χ θα φτάσουν τις 74 και το 325 μ.χ (όταν η αυτοκρατορία βρίσκεται στο χείλος της διάλυσης) θα ξεπεράσουν τις 550 (68).

 

 

Οι διωγμοί: Από τον Νέρωνα στον Διοκλητιανό

 

 

Η ανάπτυξη της νέας θρησκείας άρχισε να προκαλεί την ανησυχία και το ενδιαφέρον της Ρωμαϊκής εξουσίας. Το Ρωμαϊκό ιερατείο και οι ειδωλολάτρες συγγραφείς, συνειδητοποιήσαν ότι ο Χριστιανισμός ήταν κάτι διαφορετικό από τον Ιουδαϊσμό (που έξω από την Παλαιστίνη, όπως είδαμε απολάμβανε την ανοχή της Ρωμαϊκής εξουσίας) και  άρχισαν να καταγγέλλουν τα δόγματα και της πρακτικές των χριστιανών. Οι χριστιανοί που  ανήκαν στις εύπορες τάξεις και είχαν προσηλυτιστεί ήταν βέβαια πρόθυμοι να συνεργαστούν με την εξουσία για να έχουν πρόσβαση σε αξιώματα. Όμως για την πλειοψηφία των πληβειακών στρωμάτων της αυτοκρατορίας που είχαν προσηλυτιστεί στον χριστιανισμό η αυτοκρατορία ήταν εχθρική: Πολλοί χριστιανοί αρνούνταν την στρατιωτική πειθαρχία, την κατάταξη στον στρατό, την αναγνώριση του αυτοκράτορα ως ισόθεου και τις θυσίες σε αυτόν, ενώ κήρυτταν πως ήταν αναπόφευκτο το τέλος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μπροστά στην επικείμενη έλευση της βασιλείας του Θεού.

Σε συνθήκες κοινωνικής κρίσης, η ανάπτυξη των χριστιανικών κοινοτήτων (παρόλο που ήταν ακόμα πολύ μειοψηφική) και ο φόβος για την δυναμική της μετέτρεψε τους χριστιανούς σε αποδιοπομπαίους τράγους: Όταν, το 64 μ.χ, μια μεγάλη πυρκαγιά έκαψε τα δύο τρίτα της Ρώμης, ο αυτοκράτορας Νέρων για να αντιμετωπίσει την ευρύτατα διαδεδομένη άποψη πως έβαλε την φωτιά ο ίδιος, κατηγόρησε τους χριστιανούς και ξεκίνησε ο πρώτος διωγμός τους στην αυτοκρατορία.

Όμως στη συνέχεια για μεγάλο χρονικό διάστημα οι διωγμοί, σαν κεντρική εντολή, σταμάτησαν. Μάλιστα ο αυτοκράτορας Τραϊανός που είχε την εξουσία από το 98 μ.χ μέχρι το θάνατο του το 117 μ.χ απαγόρευσε την αναζήτηση των χριστιανών από τις αρχές. Όμως οι διωγμοί συνεχίστηκαν στις επαρχίες, ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες και την πολιτική των εκάστοτε διοικητών. Η διοικητική και στρατιωτική ιεραρχία συνέχιζε να βλέπει τους χριστιανούς ως ύποπτους επειδή λάτρευαν έναν άνδρα ο οποίος είχε σταυρωθεί από τον διοικητή της Ιουδαίας και πίστευε ότι ήταν «βασιλεύς των Ιουδαίων», είχαν βιβλία που έδειχναν μίσος για την Ρώμη (προφητείες για το τέλος του κόσμου) και η μυστικότητα των τελετών τους έδειχνε πρόθεση πολιτικής συνομωσίας (69).

Το 250 μ.χ,  σε μια εποχή πολιτικού χάους και βαρβαρικών εισβολών, ο αυτοκράτορας Δέκιος, στην προσπάθεια του να αναζωπυρώσει την αίσθηση ενότητας της αυτοκρατορίας, έβγαλε ένα διάταγμα που υποχρέωνε όλους να πραγματοποιήσουν θυσίες στους θεούς μέχρι μια ορισμένη ημερομηνία και να αποκτήσουν ένα σχετικό πιστοποιητικό. Αυτό πρακτικά σήμαινε διωγμό των χριστιανών (αλλά και άλλων που θα αρνούνταν) αφού όσοι δεν θα είχαν αυτό το πιστοποιητικό θα αποκαλύπτονταν και θα τιμωρούνταν. Ο διωγμός οδήγησε στην φυλάκιση πολλών χριστιανών και στην εκτέλεση του Φαβιανού, επισκόπου της εκκλησίας στη Ρώμη. Σταμάτησε σύντομα, με το θάνατο του Δέκιου στα σύνορα του Δούναβη το 251 μ.χ.

Οι χριστιανικές εκκλησίες συνέχιζαν να αναπτύσσονται μέσα στην εντεινόμενη κρίση της αυτοκρατορίας και μετά από έξι χρόνια, μεταξύ 257 και 259 μ.χ, ξεκίνησε ο δεύτερος διωγμός. Το 257 μ.χ η Ρωμαϊκή διοίκηση, με διαταγή του αυτοκράτορα Βαλεριανού, επιχείρησε μια πολύ σκληρότερη παρέμβαση: Αντί για κάλεσμα για μια θυσία στους θεούς (που θα αποκάλυπτε τους χριστιανούς) τώρα ανακοινώθηκαν απαγορεύσεις στην τέλεση των χριστιανικών λειτουργιών, στέρηση αξιωμάτων για όσους τον πρέσβευαν, θανατική ποινή για όσους χριστιανούς ιερείς αρνούνταν να θυσιάσουν στους θεούς, καταναγκαστική εργασία για τους χριστιανούς μη στρατιωτικούς υπαλλήλους της διοίκησης που αρνούνταν να συμμορφωθούν κ.α. Έγιναν πολλές εκτελέσεις και τελικά ο διωγμός άρχισε να καταλαγιάζει το 259 μ.χ.

Το 260 μ.χ  ο Βαλεριανός αιχμαλωτίστηκε σε μάχη με τους Πέρσες (πέθανε αργότερα στην αιχμαλωσία). Ο γιός και διάδοχος του Γαλλιηνός αμέσως εξέδωσε διατάγματα που παρείχαν ανοχή στους χριστιανούς. Ο δεύτερος διωγμός είχε αποτύχει και αυτός, όπως και την εποχή του Δέκιου. Η άρνηση θυσίας εξακολουθούσε να αποτελεί αδίκημα και σε μια εκδίκαση μπορεί να οδηγούσε και σε θανατική ποινή. Όμως η σταδιακή εξάπλωση του Χριστιανισμού μέσα στην Ρωμαϊκή κοινωνία μείωνε όλο και περισσότερο τις πιθανότητες να κατηγορούνται οι χριστιανοί για κάθε κοινωνική κρίση η φυσική καταστροφή.

Η σχετική σταθεροποίηση της κατάστασης στην αυτοκρατορία υπό την ηγεσία του Διοκλητιανού και της τετραρχίας αργότερα, έφερε στο προσκήνιο νέα προβλήματα για την Ρωμαϊκή διοίκηση και την σχέση της με τον Χριστιανισμό. Παρά το γεγονός ότι η συνοχή της αυτοκρατορίας είχε αποκατασταθεί κάτω από τις αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού και το πέρασμα της εξουσίας στους στρατιωτικούς, ο φόβος για επιστροφή στην εποχή της κρίσης και της αποσύνθεσης παρέμενε ζωντανός. Επιπλέον, η αντοχή των χριστιανικών εκκλησιών στους διωγμούς και η συνεχιζόμενη εξάπλωση τους (ακόμα και η γυναίκα του Διοκλητιανού είχε επηρεαστεί απο τον Χριστιανισμό) δημιουργούσαν ανησυχία στον στρατό (στον οποίο πολλοί χριστιανοί αρνούνταν ακόμα να υπηρετήσουν).

Ο Διοκλητιανός, που μέχρι τότε έδειχνε θρησκευτική ανοχή, πείστηκε τελικά πως οι χριστιανοί αποτελούσαν κίνδυνο για τον στρατό και την εύθραυστη άμυνα της αυτοκρατορίας. Το 303 μ.χ  ξεκίνησε, από όλη την τετραρχία, ο τρίτος διωγμός η «Μεγάλος Διωγμός» των χριστιανών στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Ο «Μεγάλος Διωγμός» ήταν η σκληρότερη κινητοποίηση μέχρι τότε του Ρωμαϊκού κράτους ενάντια στους χριστιανούς και ξεκίνησε με αφορμή τον εμπρησμό των ανακτόρων στην Νικομήδεια. Τα διατάγματα περιλάμβαναν την καταστροφή όλων των χριστιανικών εκκλησιών και την δήμευση της περιουσίας τους, το κάψιμο των χριστιανικών βιβλίων, την απαγόρευση κάθε συνάθροισης για χριστιανική λατρεία, μαζί με τις ποινές για τις θυσίες που υπήρχαν και στους προηγούμενους διωγμούς.  Δηλαδή ο διωγμός του Διοκλητιανού εξελίχθηκε σε πραγματικό πογκρόμ ενάντια στις χριστιανικές κοινότητες, ιδιαίτερα στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας όπου είχε διάρκεια δέκα ολόκληρα χρόνια

Όμως αυτά τα μέτρα δεν κατάφεραν να εξαλείψουν την χριστιανική θρησκεία και δεν είχαν αποτελέσματα. Για μια ακόμα φορά αποδείχθηκε ότι τα θρησκευτικά ζητήματα δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με καταστολή. Ο διωγμός βρήκε σθεναρή αντίσταση από τις χριστιανικές κοινότητες, που ήταν πιο μαζικές και οργανωμένες από ποτέ και είχαν και την εμπειρία των προηγούμενων διωγμών. Πολύ γρήγορα άρχιζαν να εμφανίζονται και ρήγματα στην Ρωμαϊκή διοίκηση. Ο Χριστιανισμός είχε εισχωρήσει σε όλα τα στρώματα των αστικών κέντρων και ενισχύονταν οι πιέσεις για χαλάρωση των μέτρων, πέρα από τις δωροδοκίες και εξαγορές που χρησιμοποιήσαν πολλοί πλούσιοι χριστιανοί και  μέλη του ιερατείου για να γλιτώσουν. Τελικά ο διωγμός θα αρχίσει να αποδυναμώνεται. Στη δύση θα λήξει ουσιαστικά με την παραίτηση του Διοκλητιανού (και του Μαξιμιανού) δύο χρόνια μετά, το 305 μ.χ, ενώ στην ανατολή θα χρειαστεί το διάταγμα που υπέγραψε λίγο πριν το θάνατο του ο Γαλέριος, το 311 μ.χ για να τερματιστούν οι διώξεις.

Έτσι, στο τέλος της περιόδου της πρόσκαιρης σταθεροποίησης της αυτοκρατορίας από τον Διοκλητιανό, ο Χριστιανισμός θα βρεθεί σε μια ιδιαίτερη θέση, ενδυναμωμένος από την αντίσταση και αντοχή στους διωγμούς. Το ξέσπασμα των εμφυλίων πολέμων και των νέων αιματοχυσιών, με πρωτοβουλία του «Μέγα» Κωσταντίνου, θα δημιουργήσει νέες πολιτικές συνθήκες, αφού η διάσπαση της τετραρχίας θα οδηγήσει τους ηγεμόνες σε αναζήτηση πολιτικής και κοινωνικής υποστήριξης.  Το  χριστιανικό ιερατείο θα αντιληφθεί γρήγορα την πολιτική σημασία της υποστήριξης στους πολυάριθμους μνηστήρες που διεκδικούν την εξουσία στην αυτοκρατορία. Και θα σπεύσει, μέσα από μια συνεχιζόμενη πρακτική διαφθοράς και συναλλαγής, να εμπλακεί ενεργά στις αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της κυρίαρχης Ρωμαϊκής τάξης (και στις καταστροφές που θα προκαλέσουν) για να αυξήσει τα προνόμια του και να διευρύνει την οικονομική του δύναμη και την κοινωνική του επιρροή. Φυσικά, αυτοί οι στόχοι δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν χωρίς την συνδρομή αδίστακτων πρώην «άπιστων» ηγεμόνων όπως ο «Μέγας», που, για να επικρατήσουν στον αγώνα για την εξουσία, άλλαζαν θρησκευτικά πιστεύω ανάλογα με την συγκυρία.

 

 

3.3  Η θρησκευτική πολιτική του Κωσταντίνου

 

 

«Ο μόνος Ρωμαίος αυτοκράτορας, που τίμησε το Θεό, τον ύψιστο κύριο, με απίστευτη ευλάβεια, κήρυξε με παρρησία το δόγμα του Χριστού, δόξασε την εκκλησία του, όσο κανείς άλλος, εξάλειψε κάθε είδος ειδωλολατρικής πλάνης και καταδίωξε τον πολυθεϊσμό»

Επίσκοπος Καισαρείας Ευσέβιος

 

 

Η επιστροφή του «χριστιανικού μηνύματος»

 

 

Η πολιτεία (και συγκεκριμένα ο ανώτατος πολιτειακός παράγοντας, του προέδρου της δημοκρατίας) και η εκκλησία αποκαλούν την θρησκευτική πολιτική του «Μέγα» «πνευματική κληρονομιά» η οποία ανέδειξε την «πνευματική και πολιτιστική ταυτότητα της Ευρώπης». Για αυτές τις αντιλήψεις η ηγεσία της εκκλησίας προβάλει τέσσερα ιστορικά  γεγονότα (την απόφαση του Διατάγματος των Μεδιολάνων, το 313, την απόφαση για μεταφορά της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη, την σύγκληση της  Οικουμενικής Συνόδου το 325 μ.χ στην Νίκαια, και την εύρεση του Τίμιου Σταυρού στους Αγίους Τόπους). Χωρίς αυτά τα γεγονότα, ισχυρίζεται η εκκλησία, δεν θα είχε ο κόσμος «μια τόσο ακμαία ακτινοβολία του χριστιανικού μηνύματος για τον Θεό και τον άνθρωπο». Η θρησκευτική πολιτική του Κωνσταντίνου όσο και τα ιστορικά γεγονότα που την αναδεικνύουν μετατρέπονται, μέσα από την παράδοση, σε πρότυπα για το σήμερα. Ποια είναι όμως η πραγματική ιστορία (και κυρίως ουσία) αυτής της πολιτικής και αυτών των γεγονότων;

 

 

Τα πραγματικά κίνητρα της θρησκευτικής πολιτικής του Κωσταντίνου και των αντιπάλων του

 

 

Ο Κωσταντίνος έγινε «Άγιος» από την εκκλησία (μαζί με την μητέρα του Ελένη) για την υποτιθέμενη προσήλωση του στην «ανεξιθρησκεία» και, τελικά, στην υπεράσπιση του Χριστιανισμού. Στην πραγματικότητα όμως η θρησκευτική πολιτική του ίδιου και των ανταγωνιστών του για την εξουσία δεν είχε σχέση με θρησκευτικές αρχές.

Με την διάσπαση της τετραρχίας και το ξέσπασμα των νέων εμφυλίων πολέμων (που προκλήθηκαν, όπως είδαμε από το πραξικόπημα του «Μέγα» και στη συνέχεια του Μαξέντιου), η αυτοκρατορία βρέθηκε χωρισμένη σε διαφορετικά τμήματα. Οι Αύγουστοι και οι Καίσαρες (πραξικοπηματίες η όχι) της κάθε περιοχής ήταν κυρίαρχοι σε ένα μόνο από αυτά, περικυκλωμένοι από εχθρούς και «φίλους» με τους οποίους η σύγκρουση και η αλληλοεξόντωση έμοιαζε αναπόφευκτη. Η αυτοκρατορία  έτσι και αλλιώς αντιμετώπιζε μια βαθιά κρίση, που είχε απονομιμοποιήσει τους παραδοσιακούς θεσμούς (και τις επίσημες λατρείες). Διάφορα μυστικιστικά και μονοθεϊστικά ρεύματα προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν το πολιτιστικό κενό και την απόγνωση των εξαθλιωμένων στρωμάτων. Από όλα αυτά τα ρεύματα ο Χριστιανισμός κέρδιζε συνεχώς δύναμη, ενισχυμένος από την αντοχή του στους διωγμούς και την παρουσία του στα αστικά κέντρα της ανατολής.

Δεν υπήρχε λοιπόν άλλη επιλογή για τους επίδοξους αυτοκράτορες από το να προσπαθήσουν να αξιοποιήσουν τα θρησκευτικά ζητήματα είτε για να ενισχύσουν την θέση τους είτε για να δημιουργήσουν προβλήματα στα μετόπισθεν των αντιπάλων είτε για να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη συνοχή στις επισφαλείς επικράτειες τους. Έτσι επιδόθηκαν όλοι, χωρίς καμία εξαίρεση, σε μια καιροσκοπική πολιτική που χρησιμοποιούσε κάθε μέσο: Σταμάτημα των διωγμών, εξαγορά, παρεμβάσεις στο εσωτερικό των θρησκευτικών κοινοτήτων, πρόκληση θρησκευτικών αντιπαραθέσεων κ.α (70).

Οι συνθήκες βέβαια καθόριζαν και τις διαφορές στην τακτική: Για παράδειγμα όσοι είχαν ταυτιστεί με την περίοδο των διωγμών, όπως ο Μαξιμίνος στην ανατολή, περιόριζαν τις δυνατότητες του χριστιανικού ιερατείου να διαπραγματευτεί μαζί τους χωρίς να διακινδυνεύσει την αποδοχή του από τις κοινότητες. Από την άλλη πλευρά, η σημασία της διαπραγμάτευσης με το ιερατείο ήταν διαφορετική για όσους είχαν έρθει στην εξουσία με πραξικόπημα (όπως ο «Μέγας» και ο Μαξέντιος) και βρισκόντουσαν δυτικά του ανατολικού τμήματος της αυτοκρατορίας. Για αυτούς, ο προσεταιρισμός των χριστιανών, που ήταν υπαρκτή δύναμη στα ανατολικά (όπου ήταν συγκεντρωμένος ο μεγαλύτερος πλούτος), ήταν όρος για να μπορούν να ελπίζουν σε επέκταση της εξουσίας τους.

 

 

Το χριστιανικό ιερατείο  στήριγμα των ηγεμόνων

 

 

Σε όλα αυτά οι ηγεμόνες βρήκαν πρόθυμους συμμάχους όχι μόνο στο κατεστημένο ειδωλολατρικό ιερατείο αλλά και στο χριστιανικό. Μάλιστα το χριστιανικό ιερατείο, επειδή βρισκόταν έξω από το θεσμικό σύστημα της αυτοκρατορίας και αναζητούσε αναγνώριση και προνομιακή θέση στο τραπέζι της εξουσίας, πρωτοστάτησε στην εμπλοκή στα φονικά σχέδια των ηγεμόνων της αυτοκρατορίας.

Οι ηγέτες της χριστιανικής εκκλησίας, στηριγμένοι στο ίδιο το χριστιανικό δόγμα και την γενικότερη φιλοσοφία του (από την οποία εξαφάνισαν και τις τελευταίες «παραφωνίες») αντιλήφθηκαν πολύ γρήγορα τις ευκαιρίες και τις δυνατότητες της νέας εποχής της διάσπασης της τετραρχίας. Και έσπευσαν με ζήλο όχι μόνο να εμπλακούν αλλά και να τροφοδοτήσουν την συμμετοχή τους στους ανταγωνισμούς και τους πολέμους των Ρωμαίων ηγεμόνων, που στοίχισαν αμέτρητα θύματα και καταστροφές (71).

Η δίψα για τα προνόμια, την αναγνώριση και την μοιρασιά της εξουσίας δεν γνώρισε όρια, με αποτέλεσμα απίθανες καταστάσεις: Ηγεμόνες, όπως ο Λικίνιος, που λιβανίζονταν ως σωτήρες του Χριστιανισμού η είχαν προστατεύσει (για τους δικούς τους λόγους) την χριστιανική θρησκεία, μετά την ήττα τους (όταν άλλαζε ο «πελάτης»), μετατρέπονταν σε καταραμένους δαίμονες που καθυβρίζονται από τα εκκλησιαστικά κείμενα εδώ και εκατοντάδες χρόνια (72), «οράματα» (όπως το «εν τούτω νίκα») περιφέρονταν από τον έναν ηγεμόνα στον άλλον, ομάδες στην ηγεσία της εκκλησίας αλληλοεξοντώνονταν για τα προνόμια και τις θέσεις που πρόσφερε ο ένας η άλλος ηγεμόνας, θρησκευτικά κείμενα γράφονταν, ξαναγράφονταν η καταστρέφονταν ανάλογα με τις περιστάσεις. Μέσα από όλους τους εμφυλίους, ο «Μέγας», η πιο εγκληματική και αδίστακτη φυσιογνωμία, αναδείχθηκε σαν ο ιδανικός συνέταιρος σε αυτό το έργο. Έτσι η μετατροπή του σε «Άγιο» δεν έχει κάνει με κάποια «θρησκεία» η «ανεξιθρησκεία» αλλά πολύ απλά με το γεγονός ότι αυτός νίκησε και εξόντωσε όλους τους άλλους και με το ότι μετέτρεψε το ιερατείο σε θεσμικό τμήμα της κρατικής εξουσίας, ιδιότητα που διατηρείται ως τις μέρες μας.

 

 

Οι πολλές «θρησκείες»  του «Μέγα»

 

 

Όπως γνωρίζουμε από όλες τις ιστορικές πηγές ο Κωσταντίνος ήταν ειδωλολάτρης (73). Αυτό δεν μπόρεσε να το αρνηθεί ούτε ακόμα και αυτός ο προπαγανδιστικός μηχανισμός της εκκλησίας, που δικαιολόγησε την ανακήρυξη του σε «Άγιο» με βάση κάποια υποτιθέμενη μεταστροφή του στον χριστιανισμό, την βάπτιση του λίγο πριν πεθάνει και βέβαια διάφορα «οράματα» που φυτεύτηκαν από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς (η και τον ίδιο) στην ιστορία του.

Η αλήθεια είναι ότι ο χαρακτηρισμός του ειδωλολάτρη δεν επαρκεί για να αποτυπώσει την σχέση του «Μέγα» με την θρησκεία. Η πιο αντικειμενική διατύπωση θα ήταν ότι δεν πίστευε σε τίποτα, αφού για αυτόν η θρησκεία (για την ακρίβεια οι θρησκείες) δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα καιροσκοπικό μέσο, το οποίο χρησιμοποίησε στην αιματηρή πορεία του προς την εξουσία. Για αυτό και προσάρμοζε τα πιστεύω και τις τελετές ανάλογα με τις περιστάσεις και όπου αυτό δεν ήταν δυνατόν, υιοθετούσε αφηρημένα η διφορούμενα σύμβολα, ώστε να μπορούν και οι χριστιανοί και οι ειδωλολάτρες ιερείς να τα «σερβίρουν» στους πιστούς ανάλογα με την δική τους εκδοχή. Έτσι έγραφε το «χριστιανικό¨» μονόγραμμα στα όπλα και τις σημαίες, μετά έβαζε το όνομα του Δία στην αψίδα της Ρώμης και γέμιζε τα νομίσματα με μορφές αρχαίων θεών (74).  Προσπαθούσε να ελέγχει σε μόνιμη βάση και τα δύο ιερατεία (το ειδωλολατρικό και το χριστιανικό) μοιράζοντας προνόμια που έπεφταν στην πλάτη των εξαθλιωμένων πληθυσμών της αυτοκρατορίας. Πολλές φορές υποδαύλιζε τις συγκρούσεις στο εσωτερικό των θρησκειών για να στρατολογήσει νέους αυλικούς με θρησκευτική επιρροή.

Ο Κωνσταντίνος ξεκίνησε το πραξικόπημα του από το δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας. Δηλαδή την περιοχή που ο Χριστιανισμός δεν είχε κάποιο σημαντικό ρόλο και οι τοπικές ειδωλολατρικές παραδόσεις ήταν ακόμα ισχυρές (75). Σε μια αυτοκρατορία που βυθιζόταν στην διάσπαση και την απόγνωση, οι λατρευτικές παραδόσεις ήταν βασικό εργαλείο για την προσέλκυση οπαδών και αναλώσιμων στρατιωτών για τα πεδία των μαχών. Για αυτό και ο «Μέγας», στην αρχή της πορείας του, έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην υποστήριξη των ειδωλολατρικών ρευμάτων και υποστήριζε όχι μια αλλά διαφορετικές λατρείες, καλύπτοντας τα ειδωλολατρικά ρεύματα που είχαν επηρεαστεί και από τον μονοθεισμό όσο και από τον Δωδεκάθεο.

Ο ίδιος αναγνώριζε ως προστάτιδα του επουράνια δύναμη τον Ήλιο, θεότητα που λάτρευε και ο πατέρας του Χλωρός και είχε τις ρίζες της στην Ζωροαστρική Περσία. Στην Γαλατία αυτή η λατρεία, σαν επιρροή του μονοθεισμού και ανάμιξη του με τα ειδωλολατρικά έθιμα, συνδυαζόταν με την λατρεία του Απόλλωνα. Ως το 300 μ.χ λάτρευε τον Ηρακλή. Μετά αφοσιώνεται στον γαλατικό Απόλλωνα. Ταυτόχρονα συνεχίζει να λατρεύει και το Δωδεκάθεο. Το 311 μ.χ θα επισκεφθεί και θα προσκυνήσει τους ναούς όλων των αρχαίων θεοτήτων. Σε νομίσματα και μετάλλια της εποχής απεικονίζεται ο Θεός  Ήλιος και ο Ηρακλής δίπλα στον…..ίδιο. Οι ειδωλολατρικές τελετές συνεχίστηκαν ακόμα και όταν οι κατακτήσεις του προχωρούσαν και προέκυψε η ανάγκη προσεταιρισμού και του χριστιανικού ιερατείου (προσεταιρισμός απαραίτητος για την διεκδίκηση του στρατηγικού σημείου της ανατολής). Το 325 μ.χ (δέκα-και παραπάνω- χρόνια μετά το υποτιθέμενο όραμα του «εν τούτω νίκα») θα αφιερώσει ένα ναό στον….Μίθρα ενώ ένα χρόνο αργότερα, το 326 μ.χ θα δώσει εντολή στο νομισματοκοπείο στην Ρώμη να κυκλοφορήσει νόμισμα με την μορφή της Ίσιδος (76).

Το πιο σημαντικό όμως είναι διατήρησε εφ όρου ζωής το ειδωλολατρικό αξίωμα του Pontifex Maximus (77), του αρχιερέα της παλιάς θρησκείας, ανώτατο αξίωμα νομοθέτη, που του έδινε μοναδική επιρροή στους ειδωλολατρικούς πληθυσμούς. Αυτό το αξίωμα δεν το αποποιήθηκε ποτέ, αφού οι ειδωλολάτρες παρέμειναν σημαντική δύναμη (ιδιαίτερα στη δύση) και σε πολλές περιοχές εξακολουθούσαν να είναι η πλειοψηφία. Ούτε η χριστιανική βάπτιση του (αν δεχτούμε ότι έγινε) άλλαξε αυτήν την ιδιότητα: Ο «Άγιος» βαπτίστηκε σαν ανώτατος αρχηγός των…ειδωλολατρών.

Οι θρησκευτικές επιλογές του «Μέγα» δεν είχαν σχέση με κάποια πίστη αλλά με τις πολιτικές και στρατιωτικές σκοπιμότητες της στιγμής. Στην Γαλατία παρίστανε τον ειδωλολάτρη. Όταν εισέβαλε στην Ιταλία, όπου είχε διαδοθεί ο Χριστιανισμός, άρχισε να υιοθετεί διφορούμενα σύμβολα για να κινητοποιεί, με την βοήθεια των ιερατείων που ανταγωνίζονταν για τα προνόμια της εύνοιας του, τα ετερόκλητα -θρησκευτικά- στρατεύματα.  Όταν κατέκτησε την Ρώμη, που είχε μια ισχυρή χριστιανική κοινότητα (που είχε ευνοηθεί και από τον Μαξέντιο, ο οποίος προσπαθώντας να τους προσεταιριστεί είχε ξεκινήσει και την ανοικοδόμηση της βασιλικής).Η βασιλική θα μετονομαστεί σε basilica constantia και ο Κωσταντίνος θα πρωτοστατήσει στην ανέγερση εκκλησιών.

Ουσιαστικά από την κατάκτηση της Ρώμης και μετά (312 μ.χ) και με δεδομένο το στόχο της κατάκτησης της ανατολής (78), ο Κωσταντίνος θα εντείνει τις παροχές και την εξαγορά του χριστιανικού ιερατείου, χωρίς ποτέ να αλλάξει την υποστήριξη του και στο ειδωλολατρικό ιερατείο (στη Ρώμη, μαζί με τις εκκλησίες, θα χτιστεί και ένα μεγάλο άγαλμα του με ειδωλολατρικά σύμβολα). Τελικά ο Pontifex Maximus θα ανακηρυχθεί ταυτόχρονα και…..»επίσκοπος» με αυτοχειροτονία και θα χριστεί από το χριστιανικό ιερατείο και πρόεδρος όλων των χριστιανικών Συνόδων!. Από τότε θα πληθύνουν και οι γενικόλογες αναφορές στον «υπέρτατο Θεό» στην «θεϊκή συμπαράσταση» και άλλα παρόμοια που χωράνε και τον Ήλιο και τον Χριστό και μπορούν να ερμηνευτούν (και να χρησιμοποιηθούν) ανάλογα με την περίσταση.

Οι ίσες αποστάσεις και το διπλό παιχνίδι τροποποιείται και προσαρμόζεται ανάλογα με τον τυχοδιωκτισμό του «Μέγα». Π.χ με διάταγμα του 319 μ.χ απαγορεύει τις οικιακές θυσίες και ιεροτελεστίες. Το μέτρο αυτό προβλήθηκε σαν φιλοχριστιανικό, στην πραγματικότητα όμως είχε αστυνομικό χαρακτήρα και απέβλεπε στον μεγαλύτερο έλεγχο και απαγόρευση των συγκεντρώσεων που γίνονταν στην επικράτεια με πρόσχημα και αυτές τις τελετές.

Αντίστοιχα στην τελετή εγκαινίων της Κωνσταντινούπολης (όταν δηλαδή είχε γίνει αυτοκράτορας, μετά τα «οράματα» και τις «μεταστροφές»), ο «Μέγας» έστησε στον Ιππόδρομο μια μεγαλειώδη ειδωλολατρική τελετή, με πομπές που ακολουθούσαν ένα μεγάλο χάλκινο άγαλμα του (79). Οι ειδωλολάτρες πρόβαλαν το μέτρο σαν ευνοϊκό για αυτούς, όμως ο Κωσταντίνος απλά το χρησιμοποίησε για να δώσει την εικόνα της αναβίωσης του αυτοκρατορικού μεγαλείου της Ρώμης στην νέα πόλη και να την συνδέσει με την εξουσία του. Επίσης άρχισε και τις δωρέες σε εκπαιδευτικά ιδρύματα του αρχαίου κόσμου για να αντισταθμίσει την υποστήριξη στους χριστιανούς. Το εκπληκτικό είναι ότι αυτές οι δωρέες χρησιμοποιούνται συχνά απο την εκκλησιαστική (και όχι μόνο) ιστορία σαν επιχείρημα για να παρουσιαστεί ο «Μέγας» σαν …..άνθρωπος των γραμμάτων και των τεχνών.

Ίσως το πιο τρανταχτό παράδειγμα της «θρησκείας» του Κωνσταντίνου ήταν η καταστροφή των μνημείων της αρχαιότητας (80). Ενώ συνέχιζε να δίνει άδειες ακόμα και για την ανέγερση ιερών για τον Δωδεκάθεο, ξεκίνησε μια εκστρατεία υφαρπαγής και μεταφοράς μνημείων στην Κωνσταντινούπολη ώστε η νέα πόλη να αποκτήσει «Ρωμαϊκό πνεύμα». Το αποτέλεσμα ήταν να καταστραφούν αναρίθμητα μνημεία κατά την διαδικασία της «διακόσμησης». Η Κωνσταντινούπολη γέμισε αρχαία αγάλματα και επιγραφές.

Την ίδια στιγμή ο «Μέγας», για να ανταποκριθεί στις υπέρογκες σπατάλες για τα έργα του και την αυλή του, ήρθε σε συνεννόηση με το χριστιανικό ιερατείο. Το σχέδιο ήταν απλό: Τους έδωσε το πράσινο φως για την καταστροφή αρχαίων ναών με όρο την μοιρασιά των θησαυρών τους.  Ο Κωσταντίνος, που μόνος του δεν θα μπορούσε να υλοποιήσει ένα τέτοιο σχέδιο γιατί θα αναιρούσε τα ειδωλολατρικά του αξιώματα, έβαλε μπροστά τις ορδές των φανατικών χριστιανών που πρόθυμα έστειλε η εκκλησία. Αυτό που ακολούθησε ούτε ο Νέρωνας (που είχε λεηλατήσει τους ελληνικούς ναούς) θα μπορούσε να φανταστεί. Αφιονισμένα πλήθη με ηγέτες κληρικούς και στρατιωτικούς επιτέθηκαν στους αρχαίους ναούς για να εκδικηθούν τους «ειδωλολάτρες» (δηλαδή για πλιάτσικο). Το αποτέλεσμα ήταν η χωρίς προηγούμενο λεηλασία και καταστροφή των Ελληνικών και Ρωμαϊκών αρχαιοτήτων. Πολλά έργα και μνημεία χάθηκαν για πάντα.

Το διπλό παιχνίδι του Κωσταντίνου με τα ιερατεία συνεχίστηκε, χωρίς διακοπή, μέχρι το τέλος της ζωής του, όταν πέθανε σαν Αρχιεπίσκοπος και Pontifex Maximus. Οι ηγεσίες της χριστιανικής εκκλησίας (αλλά και των ειδωλολατρών) γνώριζαν βέβαια πολύ καλά τις πρακτικές του «Μέγα». Όμως δεν αντέδρασαν γιατί ο Κωνσταντίνος ήταν «δικός» τους. Με τις απαλλαγές, τους τίτλους και την γενικότερη διαφθορά τους είχε μετατρέψει σε οργανικό τμήμα του κατεστημένου, που όχι μόνο υπερασπιζόταν την κοινωνική θέση που είχε αποκτήσει αλλά διψούσε και για άλλα προνόμια. Έτσι όχι μόνο απέκρυψαν όλες τις απάτες του «συνεταίρου» «Μέγα» αλλά συνειδητά έδιναν «ερμηνείες» σε πράξεις και λόγια της εξουσίας του ώστε να εξυπηρετούν και τον ίδιο και τους εαυτούς τους. Στην περίπτωση που τέτοιες ερμηνείες δεν ήταν δυνατές, το λόγο είχε η βιομηχανία κατασκευής «οραμάτων», όπως το «όραμα» που είδε και έφτιαξε την Κωνσταντινούπολη (την οποία όμως γέμισε και με αρχαίους Ναούς) η τα «οράματα» που έβλεπε πριν τις μάχες.

 

 

Το διάταγμα των Μεδιολάνων

 

 

Το 311 μ.Χ. πεθαίνει ο Γαλέριος, Αύγουστος στην ανατολή, πιθανότατα από καρκίνο. Ένα μήνα πριν πεθάνει θα εκδώσει διάταγμα με το οποίο παύει οριστικά ο διωγμός των χριστιανών.  Τα δύο διατάγματα περί ανεξιθρησκείας, της Ρώμης και των Μεδιολάνων (312-313 μ.Χ.) που θα υπογράψουν αργότερα ο Κωσταντίνος, ο Λικίνιος και ο Μαξιμίνος ήταν απλή επικύρωση του διατάγματος του Γαλέριου (81)-κάτι που φυσικά απουσιάζει από την μυθοπλασία του «Μέγα» και «Αγίου» Κωνσταντίνου.

Ακόμα και σήμερα, όπως στην πρόσφατη ανακοίνωση της εκκλησίας για τα «μεγάλα ιστορικά γεγονότα» που συνδέονται με τον Κωσταντίνο, το διάταγμα των Μεδιολάνων αναφέρεται αποκομμένο την ιστορική πραγματικότητα. Και αυτό γίνεται για πολύ συγκεκριμένους λόγους: Ο Γαλέριος ήταν μέλος της τετραρχίας που καθοδήγησε τον διωγμό. Η έκδοση του διατάγματος ήταν μια πολιτική κίνηση μετά την αποτυχία των διώξεων και τα πραξικοπήματα του Κωνσταντίνου και του Μαξέντιου. Ο στόχος ήταν  να αποφευχθεί η μεγαλύτερη διάσπαση της αυτοκρατορίας και οι κοινωνικές αναταραχές. Το διάταγμα του λοιπόν δεν είχε σχέση με κάποια «πνευματική κληρονομιά». Αν όμως γίνει αναφορά σε αυτό ακυρώνεται και το διάταγμα των Μεδιολάνων γιατί ήταν μια απλή επανάληψη του και με παρόμοιο περιεχόμενο.

Στα επόμενα από τον Γαλέριο διατάγματα ο στόχος ήταν η καιροσκοπική εκμετάλλευση της θρησκείας για την οποία συναγωνίζονταν οι ηγεμόνες. Για αυτό άλλωστε το διάταγμα των Μεδιολάνων συνυπέγραψαν και ο Κωνσταντίνος και ο Λικίνιος. Όμως η εκκλησιαστική ιστορία χαρακτηρίζει εδώ και αιώνες τον Λικίνιο ……. εχθρό του Χριστιανισμού. Με άλλα λόγια μέχρι σήμερα, όπως κάνουν και οι πρόσφατες ανακοινώσεις, η εκκλησία εξαφανίζει από την ιστορία τόσο το διάταγμα του Γαλέριου όσο και όλους όσους το υπέγραψαν πέρα από τον «Μέγα». Με προφανή σκοπό να μείνει μόνος ο Κωσταντίνος και να δικαιολογηθεί η ανακήρυξη του σε «Άγιο».

 

 

Η μεταφορά της πρωτεύουσας στην Κωνσταντινούπολη

 

 

Η εκκλησία παρουσιάζει την μεταφορά της πρωτεύουσας στην ανατολή σαν γεγονός που μεταφέρει το…χριστιανικό μήνυμα (82). Όμως η Ρώμη, παρά το γεγονός ότι διατηρούσε το συμβολισμό της, είχε χάσει την σημασία της (καθώς ήταν ευάλωτη σε επιδρομές) και οι αυτοκράτορες είχαν αρχίσει να την εγκαταλείπουν πριν τον Κωνσταντίνο. Ο Διοκλητιανός μάλιστα είχε μεταφέρει την πρωτεύουσα στη Νικομήδεια. Στις ανατολή οι συνθήκες ήταν πιο ασφαλείς και ο πλούτος μεγαλύτερος. Έτσι και ο Κωνσταντίνος μετέφερε την πρωτεύουσα εκεί, στο στρατηγικό σημείο του Βυζαντίου. Και την διαμόρφωσε, όπως είδαμε, σαν μια Ρωμαϊκή πόλη για να εμφανιστεί και ο ίδιος ως αρχηγός όλης της αυτοκρατορίας. Μύθος λοιπόν και το δεύτερο «ιστορικό γεγονός» (μετά το διάταγμα των Μεδιολάνων)

 

 

Η σύνοδος της Νίκαιας και η καταδίκη του Αρειανισμού

 

 

Ο «Μέγας», αφού εξασφάλισε την εξάρτηση του ιερατείου, παρενέβαινε χωρίς προσχήματα και όρια στα εσωτερικά της εκκλησίας και χρησιμοποιούσε τις διαμάχες για τις αιρέσεις ανάλογα με τα πολιτικά του σχέδια. Η Σύνοδος της Νίκαιας το 325 μ.χ (το τρίτο μεγάλο «ιστορικό γεγονός» κατά την εκκλησία) ήταν η πρώτη μεγάλη ευκαιρία για την ανάμιξη του στα εσωτερικά της εκκλησίας.  Για την ιστορία, ο θεσμός της Συνόδου καθιερώθηκε με αφορμή την δίωξη της αίρεσης των μοντανιστών που ασκούσαν κριτική στην αριστοκρατία του κλήρου.

Πέρα από το ζήτημα των δονατιστών για το οποίο θα μιλήσουμε παρακάτω, το κυριότερο σημείο αντιπαράθεσης στη Νίκαια ήταν το ζήτημα της αίρεσης του Αρειανισμού (83).Ο Αρειανισμός (που πήρε το όνομα του από τον Άρειο στην Αλεξάνδρεια) υποστήριζε ότι ο Χριστός είναι δημιούργημα του Θεού και όχι ο ίδιος Θεός και άρα δεν μπορεί να τιμάται ως τέτοιος. Κατά συνέπεια αμφισβητούσε την Αγία Τριάδα και υποστήριζε ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να θεοποιηθεί αλλά μονάχα να βελτιώνεται πνευματικά και ηθικά. Ήταν δηλαδή ένα φιλοσοφικό ρεύμα, που απομακρυνόταν από τις μυστηριακές ανατολικές παραδόσεις της κυρίαρχης εκδοχής του Χριστιανισμού, επηρεασμένο απο την αρχαιοελληνική φιλοσοφία στην ύστερη της εκδοχή. Για αυτό και ξεκίνησε από την Αλεξάνδρεια, όπου υπήρχαν  ισχυρές παραδόσεις από ρεύματα του αρχαίου κόσμου όπως ο Νεοπλατωνισμός. Απέκτησε πολύ γρήγορα πολυάριθμους οπαδούς όχι μόνο στην Αλεξάνδρεια αλλά στο κεντρικό και δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας (Γότθους, Φράγκους κ.α). Πολύ γρήγορα εξελίχθηκε σε διαμάχη για την ηγεσία στην εκκλησία. Ο Αρειανισμός προσέλκυσε και  εξελληνισμένα ανώτερα στρώματα της ανατολής, που ήθελαν να διατηρήσουν τα προνόμια τους και έβλεπαν με αντιπάθεια την μυστηριακή εκδοχή του Χριστιανισμού που ανέβαινε γρήγορα στην εξουσία.

Ο Κωνσταντίνος δεν ενδιαφερόταν για το περιεχόμενο των αντιπαραθέσεων. Τον ένοιαζε η πολιτική σκοπιμότητα και η ενότητα της αυτοκρατορίας του. Προσπάθησε με συνεχείς παρεμβάσεις να σταματήσει τις διαμάχες. Τελικά η Σύνοδος της Νίκαιας καταδίκασε ομόφωνα τον Αρειανισμό και καθαίρεσε τους υποστηρικτές του. Όμως, όταν ο Άρειος απευθύνθηκε ο ίδιος στον Κωνσταντίνο και δήλωσε υποταγή, ο «Μέγας», που δεν ήθελε να ανοίξει νέα μέτωπα στην αυτοκρατορία, δεν δίστασε να τον αποκαταστήσει (κάτι που «ξέχασε»-και «ξεχνάει» πάντα- η εκκλησία στις ανακοινώσεις της). Άμεσα ακολούθησε, υπό την ηγεσία του αυτοκράτορα, επαναληπτική σύνοδος και οι «αιρετικοί» αποκαταστάθηκαν (μετά από «ομολογία πίστεως»). Όσοι αντέδρασαν για τις αποφάσεις, ιδίως στην Αλεξάνδρεια, ήρθαν αντιμέτωποι με κατασταλτικά μέτρα (εξορίες, δημεύσεις περιουσιών κ.α) που διέταξε ο ίδιος ο Κωνσταντίνος ενώ επίσκοποι που είχαν καταδικάσει τον Αρειανισμό καθαιρέθηκαν. Ο Κωνσταντίνος συνέχιζε να ασκεί τυχοδιωκτική πολιτική προς όλες τις πλευρές-όπως έκανε για όλα τα ζητήματα-.

Ο Αρειανισμός συνέχισε να έχει σημαντική δύναμη και μετά το θάνατο του και οι διαμάχες συνεχίστηκαν. Το πόσο επιτυχημένη ήταν η Σύνοδος της Νίκαιας στην «καταδίκη του Αρειανισμού» φαίνεται όχι μόνο από την αλλαγή στάσης του «Άγιου» αλλά και από το γεγονός ότι τον 4ο αιώνα έγιναν συνολικά 17 σύνοδοι, από τις οποίες στις οκτώ επικράτησαν οι αρειανικοί. Ο ίδιος ο γιός και διάδοχος του «Μέγα», ο Κωνστάντιος, υποστήριζε ανοιχτά τον Αρειανισμό, όπως και άλλοι αυτοκράτορες (84). Χρειάστηκε να φτάσουμε στο 381 μ.χ, στην Πρώτη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης, για να καταδικαστεί οριστικά. Αυτά ήταν τα πραγματικά αποτελέσματα που είχε το τρίτο «ιστορικό γεγονός».

 

 

Ο «Τίμιος» Σταυρός

 

 

Από τα «ιστορικά γεγονότα» που επικαλείται η εκκλησία για την σημασία του συμβολισμού του λειψάνου της Ελένης και της δράσης του Κωνσταντίνου, η υπόθεση του Τίμιου Σταυρού έχει το δικό της, ιδιαίτερο, χαρακτήρα. Γιατί αν στα προηγούμενα τρία περιστατικά έχουμε γεγονότα που πραγματικά συνέβησαν (το διάταγμα, η μεταφορά της πρωτεύουσας, η Σύνοδος) και διαστρεβλώνονται, στην περίπτωση του «Τίμιου Σταυρού» έχουμε και το ίδιο το γεγονός να μην υφίσταται, ακόμα και για φανατικούς προπαγανδιστές του Κωσταντίνου, όπως ο Ευσέβιος. Αυτός μάλιστα περιγράφει το ταξίδι της Ελένης στα Ιεροσόλυμα χωρίς να αναφέρει τίποτα για τίμιους σταυρούς και ανακαλύψεις. Δεκαετίες μετά το θάνατο της Ελένης, στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα αρχίζει να χτίζεται και να διαδίδεται η σχετική ιστορία. Φυσικά και η Ορθόδοξη και η Καθολική εκκλησία δεν είχαν κανένα πρόβλημα να την υιοθετήσουν και να την (ξανά) προβάλλουν σαν αιτία για την επιστροφή του σκηνώματος της Ελένης στην Ελλάδα.

Η Φλαβία Ιουλία Ελένη (αυτό ήταν το πραγματικό της όνομα), ήταν, όπως είδαμε,  σύζυγος του Χλωρού και γέννησε τον Κωνσταντίνο. Όταν ο γιός της ανέβηκε στην εξουσία την πήρε στην αυλή του και ζούσε (και δρούσε) στο παρασκήνιο. Την περίοδο που ο «Μέγας» πραγματοποιεί τα πιο φρικώδη εγκλήματα, με την άγρια δολοφονία του γιού του και μετά της γυναίκας του, η Ελένη ανακηρύσσεται Αυγούστα.

Ξεσπάει γενική κατακραυγή, αφού ακόμα και για τα δεδομένα εκείνης της εποχής, τέτοια εγκλήματα δεν μπορούσαν να δικαιολογηθούν. Η Ελένη βρισκόταν στην αυλή του Κωνσταντίνου και η εμπλοκή της στα εγκλήματα δεν φάνταζε απίθανη. Την ίδια εποχή υπάρχει έντονη αναταραχή στους ανατολικούς πληθυσμούς, που έχουν χτυπηθεί από τις εκστρατείες και τους πολέμους του «Μέγα» και των ανταγωνιστών του αλλά και την βαριά φορολογία, με την οποία ο Κωνσταντίνος εξαγόραζε τα ιερατεία και συντηρούσε την αυλή του.

Τότε, ξαφνικά, αποφασίζει να πραγματοποιήσει ταξίδι στα Ιεροσόλυμα, όπου, σύμφωνα με τον μύθο, ανακάλυψε τον «τίμιο σταυρό» και μετέφερε τμήμα του στην αυτοκρατορία. Δεν έχει νόημα να ασχοληθεί κανείς με την ίδια την ιστορία (τρείς σταυροί που βρέθηκαν τριακόσια χρόνια μετά και από αυτούς αναγνωρίστηκε κιόλας ο σταυρός πάνω στον οποίο σταυρώθηκε ο Ιησούς). Το πιο σημαντικό είναι ότι με την διάδοση της ιστορίας του «Τίμιου Σταυρού» (που δημιουργήθηκε και για να ενισχύσει το χαρακτηρισμό της Ελένης ως «Αγίας») υιοθετήθηκε σε ανώτατο, κρατικό επίπεδο, η βιομηχανία της αγυρτείας των περιπλανώμενων σκελετών, λειψάνων, ρούχων κ.α που υποτίθεται ότι ανήκουν σε Αγίους (η και ανήκουν πράγματι σε αυτούς) μαζί με τα «τίμια» ξύλα η άλλα αντικείμενα. Και συνεχίζει να υπάρχει και σήμερα.

Η ίδια η παράδοση της λατρείας των λειψάνων (υπαρκτή και σε άλλες μονοθεϊστικές θρησκείες με τα δόντια του Βούδα, τις τρίχες του Μωάμεθ κ.α) είναι κατάλοιπο της ειδωλολατρικής περιόδου-είναι χαρακτηριστικό ότι δεν υπάρχει στον Ιουδαισμό-. Και στον αρχαίο Ελληνικό κόσμο υπήρχε λατρεία των λειψάνων των ηρώων. Βέβαια υπάρχει μια μικρή διαφορά: Εκεί η λατρεία ήταν ταφική (85), δηλαδή υπήρχε μόνο στον τάφο και πουθενά αλλού και οι σκελετοί δεν ταξίδευαν, δεν έκαναν στρατιωτικές παρελάσεις και δεν συμμετείχαν σε εκδηλώσεις που έφτιαχναν προς τιμήν τους αρχηγοί κρατών. Αυτά ήταν «καινοτομίες» του «μηνύματος» της Ελένης, που έφτασε ίδιο μέχρι τις μέρες μας.

 

 

Η διαφθορά του χριστιανικού ιερατείου

 

 

 

Αν η χρησιμοποίηση της θρησκείας για χειραγώγηση ώστε να εξυπηρετηθούν τα πολιτικά/στρατιωτικά σχέδια του Κωσταντίνου ήταν η αιτία της πολιτικής του, η εκτεταμένη διαφθορά και η συναλλαγή ήταν το βασικό μέσο. Ο «Μέγας», μαζί με την εκκλησιαστική ιεραρχία, διαμόρφωσαν ένα διαπλεκόμενο μηχανισμό από θρησκευτικούς λειτουργούς που στην πραγματικότητα λειτουργούσαν σαν πράκτορες του Κωσταντίνου, με αντάλλαγμα οικονομικά οφέλη και εξουσία (86).

Ο Κωσταντίνος, όπως είδαμε, καθώς προχωρούσε προς τα ανατολικά, προσάρμοζε τα θρησκευτικά του πιστεύω για να στρατολογήσει νέους οπαδούς και να εδραιώσει την εξουσία του. Διέκρινε ότι οι χριστιανικές κοινότητες ήταν οργανωμένες και δυναμικές εξαιτίας των διωγμών και ,το κυριότερο, είχαν επιρροή στα αστικά κέντρα της ανατολής, στα μετόπισθεν των αντιπάλων του. Ήταν λοιπόν σημαντικό να τις αξιοποιήσει.

Όταν πέτυχε την κατάκτηση της Ιταλίας και της Ρώμης και άρχισε τα σχέδια για το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας ξεκίνησε την επιχείρηση σύμπραξης (και) με το χριστιανικό ιερατείο, με όχημα την διαφθορά. Χρήματα, κτήματα, παροχές, εξουσιαστικά δικαιώματα.  Το 313 μ.χ (δηλαδή ένα χρόνο μετά την εξόντωση του Μαξέντιου) επεκτείνει στο χριστιανικό ιερατείο την απαλλαγή από τους φόρους (που ίσχυε ήδη για το ειδωλολατρικό). Την ίδια χρονιά η Σύνοδος της Ρώμης συνεδριάζει μέσα στο ανάκτορο του (87). Το χριστιανικό ιερατείο αναγνωρίζεται ως «συντεχνία» και γίνεται θεσμός της αυτοκρατορίας.

 Ακολουθούν και άλλα παρόμοια μέτρα (απαλλαγές από δημόσιες υποχρεώσεις, εισφορές κ.α). Όμως η διαφθορά δεν θα σταματήσει εκεί. Ξεκινάει σειρά «δωρεών» προς το ιερατείο και προσφέρονται μεγάλες περιουσίες στη Ρώμη, στην Σικελία αλλά και σε άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας. Οι παροχές γίνονται σε χρήμα, αξιώματα, τιμές ακόμα και σε εμπορεύσιμα αγαθά. Παρόμοιες παροχές θα κάνει και ο Λικίνιος στην ανατολή, όμως όταν ηττηθεί και εξοντωθεί από τον Κωνσταντίνο το ιερατείο θα αλλάξει γραμμή. Οι δοξολογίες (είχαν κυκλοφορήσει και νομίσματα με τον ίδιο με…φωτοστέφανο) θα μετατραπούν σε κατάρες και ο ίδιος θα μείνει στην εκκλησιαστική ιστοριογραφία ως «θεομίσητος» και «μισάνθρωπος»

Ο Κωνσταντίνος, σε συνεννόηση με το ιερατείο, βγάζει το 321 μ.χ διάταγμα και καλεί όλους τους χριστιανούς να κληροδοτούν την περιουσία τους στην εκκλησία για την σωτηρία της ψυχής τους. (88).Έτσι η εκκλησία σε λίγα χρόνια θα μετατραπεί σε μια μεγάλη οικονομική δύναμη, με αμύθητη περιουσία (89). Τελικά, αυτό το μέτρο θα καταργηθεί το 370 μ.χ όταν ο κρατικός μηχανισμός θα διαπιστώσει ότι ένα τμήμα του (το ιερατείο δηλαδή) ελέγχει περίπου ίση περιουσία με όλη την κρατική. Δεν χρειάζονται πολλά λόγια για να περιγράψει κανείς τις οικονομικές συνέπειες που είχαν αυτά τα μέτρα για τα εξαθλιωμένα λαϊκά στρώματα της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Αυτή η πολιτική θα δημιουργήσει μια νέα αριστοκρατία του κλήρου. Οι επίσκοποι θα γίνουν μέτοχοι της εξουσίας και θα απολαμβάνουν παρόμοιες διακρίσεις με τους αυτοκράτορες. Θα υιοθετήσουν και παρόμοιο τρόπο ζωής: Κάθονται σε θρόνο, φορούν ρούχα γεμάτα από πολύτιμους λίθους, απαιτούν και αυτοί (όπως και αυτοκράτορες) γονυκλισίες, την ώρα που καλούν τους πιστούς σε «νηστεία και προσευχή». Όλα αυτά θα διαιωνισθούν μέσα από το Βυζάντιο και υπάρχουν (τα περισσότερα και στην ίδια μορφή) μέχρι σήμερα. Είναι τέτοιος ο συνωστισμός για τις επισκοπικές θέσεις που, μερικές δεκαετίες αργότερα, θα βγει αυτοκρατορικό διάταγμα που θα απαγορεύσει στους πλούσιους να χειροτονούνται επίσκοποι.

Όμως η διαφθορά δεν είναι μόνο οικονομική. Ο Κωνσταντίνος για να ενσωματώσει το ιερατείο στον κρατικό μηχανισμό (και να τον ενισχύσει με περισσότερους φανατικούς υποστηρικτές του) θα του δώσει και δικαστική εξουσία. Λίγα χρόνια μετά την κατάκτηση της Ιταλίας, το 318 μ.χ, θα παραχωρήσει το δικαίωμα στους επισκόπους να συγκροτούν επισκοπικά δικαστήρια. Τα δικαστήρια αυτά είναι ισοδύναμα με τα κρατικά και έχουν το δικαίωμα να δικάζουν ανεξέλεγκτα οποιαδήποτε υπόθεση, χωρίς περιορισμούς. Οι αποφάσεις τους είναι αμετάκλητες. Φυσικά η κατάθεση κάποιου επισκόπου στο δικαστήριο δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί. Έτσι το ιερατείο απέκτησε τεράστια δύναμη αστυνόμευσης του πληθυσμού για λογαριασμό του αυτοκράτορα.

Ο Κωνσταντίνος για να κρατήσει τις ισορροπίες (και) στο ζήτημα της διαφθοράς, έξυπνα ακολούθησε την εξής τακτική: Κράτησε για τους ειδωλολάτρες τους διορισμούς (πέρα από την διατήρηση όλων των παλιών προνομίων) στον παραδοσιακό διοικητικό μηχανισμό για να δίνεται και η εντύπωση της «συνέχειας του κράτους» (και όχι ανατροπών), να εμφανίζεται ο ίδιος ως ο συνεχιστής της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αλλά και γιατί το ειδωλολατρικό προσωπικό είχε την εμπειρία της μεγαλύτερης (τότε) διοικητικής μηχανής του κόσμου. Για τους νεοφώτιστους του χριστιανικού ιερατείου προχώρησε στα μέτρα που αναφέραμε και στο, παράλληλο με το επίσημο κράτος, σύστημα των επισκοπικών δικαστηρίων.

Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής είναι προφανή: Η αυτοκρατορία γέμισε με στρατούς κληρικών που ανταπέδιδαν τις παροχές του «Μέγα»: Κηρύγματα, εγκώμια, τελετουργίες, δώρα, κολακείες, ύμνοι, κατάρες και αφορισμοί στους αντιπάλους του η σε όσους στιγμάτιζε ο ίδιος, απόκρυψη των εγκλημάτων του. Το αντάλλαγμα της πολιτικής του Κωνσταντίνου ήταν φυσικά η πλήρης εξάρτηση της εκκλησίας (90).  Μόνο ο ίδιος είχε την εξουσία να συγκαλεί οικουμενικές συνόδους. Εξόριζε επισκόπους, καθαιρούσε όσους διαφωνούσαν και τοποθετούσε δικούς του αυλοκόλακες. Το χριστιανικό ιερατείο όχι μόνο δεν αντιστάθηκε αλλά έσπευσε να ενταχθεί στις παραδόσεις της διαφθοράς και της χλιδής, που ήταν χαρακτηριστικό του Ρωμαϊκού κόσμου, ιδίως της ύστερης περιόδου της κρίσης. Σε αυτό δεν παρέκλινε απο κάποιες άρχες (όπως υποστηρίζει ο Κάουτσκυ και άλλοι οπορτουνιστές) αλλά ακριβώς το αντίθετο: ακολούθησε με συνέπεια τις αρχές του Χριστιανισμού, αρχές που είχε θεμελιώσει ο Απόστολος Παύλος (οι εξουσίες αυτού του κόσμου υπό Θεού τεταγμέναι εισίν). Πολύ σύντομα οι χριστιανοί που θα άρχιζαν να αμφισβητούν αυτές τις αρχές θα γίνονταν οι ίδιοι θύματα διωγμών, αυτή τη φορά όχι απο τους ειδωλολάτρες αλλά απο τους ομόθρησκους τους….

 

 

Οι πολεμιστές του Θεού

 

 

Η χριστιανική θρησκεία ήταν, όπως είδαμε και στο προηγούμενο κεφάλαιο, μια θρησκεία υποταγής στην εξουσία και προσμονής της σωτηρίας στον άλλο κόσμο (91). Δεν είχε χαρακτηριστικά πραγματικού κινήματος ενάντια στην Ρωμαϊκή εξουσία, την οποία δεν επιδίωξε ποτέ να ανατρέψει. Προέβλεπε βέβαια το τέλος της αλλά αυτό γινόταν στο όνομα του τέλους κάθε «επίγειας» κοινωνικής δομής και της έλευσης της βασιλείας του Θεού.  Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο Χριστιανισμός δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε μετά την  ήττα των κοινωνικών επαναστάσεων στην Παλαιστίνη. Στην πορεία ακόμα και τα αρχικά ηθικά κηρύγματα του ενάντια στα κοινωνικά δεινά είχαν ξεχαστεί η αλλοιωθεί. Το χριστιανικό ιερατείο είχε συγκροτηθεί σε μια αριστοκρατία του κλήρου και μαζί με τους πλούσιους χριστιανούς διαμόρφωναν την στάση των κοινοτήτων (92). Όλοι αυτοί, που είχαν ήδη προνομιακή θέση μέσα στις κοινότητες, διεκδικούσαν θρησκευτική ελευθερία για να διατηρήσουν (και να ενισχύσουν) τα προνόμια και την κοινωνική τους θέση. Δηλαδή δεν ζητούσαν ανατροπή αλλά αναγνώριση (και εξοβελισμό των «αλλόθρησκων»).

Ο Χριστιανισμός παρέμενε μια θρησκεία που βρισκόταν εκτός του επίσημου συστήματος εξουσίας (πέρα από τα πολλά μεμονωμένα μέλη των κυρίαρχων τάξεων που είχαν εκχριστιανισθεί).  Αυτό είχε ενισχύσει στο εσωτερικό των κοινοτήτων μια κουλτούρα αποχής από τους θεσμούς και τις διοικητικές και στρατιωτικές υποθέσεις (όπως την στρατολογία) και παθητικής αναμονής της σωτηρίας μέσα από τις προσευχές και τα μυστήρια. Αυτές οι αντιλήψεις είχαν ενσωματωθεί στον Χριστιανισμό από την γέννηση του, την εποχή του Παύλου.

Πλευρές αυτής της κουλτούρας-που πήρε την μορφή των κηρυγμάτων της «μη βίας»- ήταν και η γενικότερη αρνητική στάση απέναντι στους πολέμους και τον στρατό. Υπάρχουν ιστορικά παραδείγματα εκχριστιανισμένων αξιωματικών και στρατιωτών του Ρωμαϊκού στρατού που πλήρωσαν με την ζωή τους την άρνηση να πολεμήσουν στο όνομα της θρησκείας τους(93).  Αυτό το αντιμιλιταριστικό στοιχείο μετέτρεπε τους χριστιανούς σε μόνιμους στόχους του στρατοκρατούμενου καθεστώτος της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, παρά το γεγονός ότι οι  ίδιοι ήταν, σε γενικές γραμμές, «ευυπόληπτοι» πολίτες: Πλήρωναν όλους τους φόρους, δεν ενοχλούσαν τις αρχές και απέφευγαν να παραβιάσουν τους νόμους. Και ήταν από τα πρώτα «εμπόδια» που το χριστιανικό ιερατείο θα σπεύσει να καταργήσει, στα παζάρια και τις συνεννοήσεις με τον «Μέγα».

Ο Κωσταντίνος έβλεπε την χριστιανική θρησκεία (και κάθε θρησκεία) σαν ένα μέσο για να ενισχύσει την εξουσία του δηλαδή να κάνει πολιτική. Επειδή ο κυριότερος τρόπος με τον οποίο ασκούσε πολιτική ήταν οι αδιάκοποι πόλεμοι και η εξόντωση κάθε εσωτερικού και εξωτερικού εχθρού δεν θα μπορούσε ποτέ να δεχτεί κανένα αντιμιλιταριστικό στοιχείο σε κάποια θρησκεία η λατρεία. Το χριστιανικό ιερατείο, ενθουσιασμένο από τις παροχές και τα αξιώματα θα ανταποκριθεί αμέσως: Στη Σύνοδο της Απελάτης (314 μ.χ) καταργείται, με ποινή αφορισμού κάθε ειρηνιστική και αντιμιλιταριστική διακήρυξη (94). Σε αντάλλαγμα η ίδια σύνοδος καταργεί τον αφορισμό των κληρικών, που έχουν απεριόριστο δικαίωμα σε κάθε αμαρτωλή (σύμφωνα με το χριστιανικό δόγμα) και εγκληματική πράξη.

Αυτή η στροφή του ιερατείου δεν θα μείνει χωρίς αντιδράσεις. Θα υπάρξουν πολλοί, που, απογοητευμένοι από τα κηρύγματα της ηγεσίας της εκκλησίας και την μετατροπή της σε προπαγανδιστή του «Μέγα» θα επιλέξουν τον αναχωρητισμό. Η πρακτική αυτή, δηλαδή η εγκατάλειψη κάθε δραστηριότητας και η φυγή στην έρημο, θα πάρει τέτοιες διαστάσεις τον 4ο αιώνα, που θα ανησυχήσει και την εξουσία και το ιερατείο, αφού αυτοί οι διασκορπισμένοι και ανεξέλεγκτοι ερημίτες είναι κίνδυνος για το κύρος του κράτους και της εκκλησίας. Έτσι το ιερατείο θα τους «μαντρώσει» στα μοναστήρια, επιβάλλοντας κανόνες μοναστικής ζωής πολλοί από τους οποίους ισχύουν μέχρι σήμερα.

Το ιερατείο αναθέτει σε προπαγανδιστές να «διορθώσουν» τα κείμενα της εκκλησίας που αρχίζουν να υμνούν τον πόλεμο και τον αυτοκράτορα. Ο Ρωμαϊκός μιλιταρισμός-η πιο άγρια μορφή μιλιταρισμού της εποχής-ενσωματώνεται στην χριστιανική διδασκαλία. Κατασκευάζονται διάφορες δικαιολογίες για να νομιμοποιήσουν τον πόλεμο είτε με την «θεοποίηση» των σκοπών, είτε με τον αφορισμό των αντιπάλων. Οι επίσκοποι, με εντολή του ιερατείου, συμμετέχουν στις εκστρατείες για να «ενθαρρύνουν» τους στρατιώτες στο «θεάρεστο» έργο των εκστρατειών του «Μέγα». Για κάθε 100 στρατιώτες αντιστοιχεί ένας ιερέας για κάθε 1000 ένας επίσκοπος (95). Φυσικά και εδώ με το αζημίωτο: Το ιερατείο και οι απεσταλμένοι του συμμετέχουν στην μοιρασιά για τα λάφυρα από τις καταστροφές και τις σφαγές των αντιπάλων. Οι πόλεμοι γίνονται «θέλημα Θεού» και ο θρησκευτικός φανατισμός ενώνεται με το στρατοκρατικό, μιλιταριστικό πνεύμα της αυτοκρατορίας.

Ο Κωνσταντίνος, χρησιμοποιώντας όλο αυτό το μηχανισμό, θα παρουσιάσει τους πολέμους του σαν θρησκευτικούς, φανατίζοντας, με την βοήθεια του ιερατείου, τα στρατεύματα στο πεδίο της μάχης, στις καταστροφές περιοχών και τις σφαγές των αιχμαλώτων και των αμάχων. Και έτσι η χριστιανική εκκλησία, από τις πρώτες στιγμές που θα γίνει αναγνωρίσιμος θεσμός, θα γίνει όχι μόνο ο υπερασπιστής της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης αλλά και ο κήρυκας της πιο άγριας μορφής τους, του πολέμου, ανοίγοντας το δρόμο για όσα θα ακολουθήσουν τους επόμενους αιώνες. Σε όλα  αυτά βέβαια δεν θα πρωτοτυπήσει, αφού και άλλες θρησκείες, πριν και μετά τον Χριστιανισμό, θα ακολουθήσουν παρόμοιους δρόμους. Όμως το ειδικό βάρος του Χριστιανισμού, που επικράτησε στις κοινωνίες με την μεγαλύτερη δύναμη στον κόσμο, είναι προφανώς διαφορετικό. Γιατί εδώ οι συνέπειες ήταν καταστροφικές, πιο καταστροφικές από οποιαδήποτε άλλη θρησκεία. Αυτό είναι που διαφοροποιεί την ευθύνη της χριστιανικής εκκλησίας από π.χ. τους μάγους-πολεμιστές των πρωτόγονων φυλών η τους ιερείς των θρησκειών της ανατολής.

 

 

Η γέννηση των ιεροεξεταστών

 

 

Η θρησκευτική πολιτική του «Μέγα» και του χριστιανικού ιερατείου δημιούργησαν και ένα άλλο σημαντικό «πνευματικό μήνυμα» που μεταφέρθηκε και επηρεάζει μέχρι σήμερα τον «Ευρωπαϊκό πολιτισμό». Είναι το μήνυμα της μισαλλοδοξίας, της μηδενικής ανοχής απέναντι στις «αιρέσεις», των διώξεων και της βίας (96). Όλα αυτά ήταν αποτέλεσμα της παρεμβατικής πολιτικής του Κωνσταντίνου σε όλα τα εσωτερικά ζητήματα της εκκλησίας και της ένωσης του Χριστιανισμού με τον μιλιταρισμό. Αλλά και της μετατροπής της θρησκευτικής θέσης και πρακτικής σε πολύτιμο και μοναδικό προνόμιο για το οποίο αλληλοεξοντώνονταν διάφορες ομάδες μέσα στην εκκλησία. 

Ο Κωνσταντίνος είχε υπογράψει, μαζί με τον Λικίνιο, το διάταγμα περί ανεξιθρησκείας των Μεδιολάνων το 313 μ.χ. Λίγο μετά όμως, σε συνεννόηση με το ιερατείο, άρχισε το κυνήγι των Εβραίων. Οι αντισημιτικοί του νόμοι κορυφώθηκαν μετά τη σύνοδο της Νίκαιας, όταν ο «Άγιος» έστειλε επιστολή σε όλες τις εκκλησίες με την οποία αποκαλούσε τους Εβραίους «άθεους» και «εκ γενετής τρελούς» (97). Στην Ιερουσαλήμ, που την γέμισε αυτός και η μητέρα του με εκκλησίες, επέτρεψε στους Εβραίους να την επισκέπτονται μια μέρα το χρόνο. Έφτασε στο σημείο να ανασύρει έναν νόμο 200 χρόνων που τιμωρούσε με θάνατο στην πυρά όποιον προσηλύτιζέ ειδωλολάτρη στον Ιουδαισμό. Η αντισημιτική παράδοση του πρώην ραβίνου απόστολου Παύλου, που χρησιμοποιήθηκε για να αποκτήσει ταυτότητα ο Χριστιανισμός και να γίνει από αίρεση θρησκεία, απέκτησε νέες διαστάσεις στην εποχή του «Μέγα».

Όμως δεν ήταν μόνο οι Εβραίοι. Ακόμα μεγαλύτερος εχθρός του Κωνσταντίνου ήταν οι «αιρετικοί». Κυνήγησε την αίρεση του Δονατισμού που προσπαθούσε να επαναφέρει την ηθική καταγγελία των κοινωνικών δεινών γιατί οι αντιπρόσωποι της στην σύνοδο ήταν οι μόνοι που αρνήθηκαν να προσυπογράψουν την απόλυτη εξουσία του στα θρησκευτικά ζητήματα. Οι δονατικοί (ο Δονάτος, επίσκοπος της Καρχηδόνας, ήταν ο ηγέτης τους) είχαν μαζική απήχηση στην Β. Αφρική. Διεκδικούσαν την επιστροφή στην περίοδο πριν την σύμπραξη του Κωνσταντίνου με το ιερατείο (98). Διαφωνούσαν με την ένωση εκκλησιαστικής και κοσμικής εξουσίας, απέρριπταν κάθε σχέση με το Ρωμαϊκό κράτος, δεν αναγνώριζαν ως χριστιανούς όσους είχαν συνθηκολογήσει την περίοδο των διωγμών, επέμεναν στον χριστιανικό αντιμιλιταρισμό.

Ο «Μέγας» ο οποίος έβλεπε σε κάθε «αίρεση» κίνδυνο διάσπασης της αυτοκρατορίας, επιτέθηκε στους δονατικούς και ο διωγμός του Δονατισμού είναι ο πρώτος ιστορικά διωγμός χριστιανών με τις ευλογίες της χριστιανικής εκκλησίας. Οι δονατιστές, παρά τις δολοφονίες, τα βασανιστήρια και τις δημεύσεις περιουσιών που επέβαλλε ο «Άγιος,» άντεξαν και ενώθηκαν με τους σκλάβους της Β.Αφρικής. Ο Κωνσταντίνος, που τότε βρισκόταν σε πόλεμο με τον Λικίνιο, ομολόγησε το 321 μ.χ την ήττα του και τους επέστρεψε τις εκκλησίες τους. Οι διώξεις τους συνεχίστηκαν τα επόμενα χρόνια. Παρόμοιες πρακτικές ακολούθησε και με την εκκλησία του Μαρκίωνα.

Μετά την Σύνοδο της Νίκαιας ο «Μέγας» προχώρησε σε διάταγμα που καταδίκαζε, καθύβριζε και απειλούσε όλους γενικά τους «αιρετικούς» (δηλαδή όποιον διαφωνούσε με το ιερατείο και τον ίδιο) και τους αποκαλούσε «επιδημία», απαγορεύοντας λειτουργίες και παραχωρώντας όλους τους ναούς τους στο χριστιανικό ιερατείο (99). Το 330 μ.χ ακολούθησε η δίωξη του Νεοπλατωνισμού και η δολοφονία του φιλοσόφου Σώπατρου, που ήταν επικεφαλής της σχολής. Ακόμα και λίγο πριν πεθάνει, το 337 μ.χ, ετοίμαζε εκστρατεία κατά των Περσών για την οποία προετοίμαζε και όλο τον εκκλησιαστικό μηχανισμό για να της δώσει θρησκευτικό χαρακτήρα. Όμως αρρώστησε ξαφνικά και πέθανε τον Μάιο του ίδιου χρόνου. Έτσι ο «Μέγας», που είχε πρωτοπορήσει και θεμελιώσει τόσα πολλά χαρακτηριστικά που επηρέασαν τον  «Ευρωπαϊκού πολιτισμό», δεν πρόλαβε να είναι και ο οργανωτής της πρώτης σταυροφορίας.

Το κυνήγι των αιρετικών που ακολουθούσε ο Κωνσταντίνος είχε πολιτικά κίνητρα, την διατήρηση της ενότητας της αυτοκρατορίας και την επιβολή της εξουσίας του με κάθε μέσο. Δεν τον ενδιέφερε τόσο η ολοκληρωτική καταστροφή των «αιρετικών» αλλά η πολιτική ήττα τους. Όμως οι πρακτικές του θεμελίωσαν μια ολόκληρη παράδοση, πάνω στην οποία μεταγενέστεροι αυτοκράτορες και ιερατεία θα έχτιζαν με ζήλο. Από την εποχή της ίδρυσης τους οι Σύνοδοι (που όπως είδαμε ιδρύθηκαν ακριβώς για να κυνηγήσουν τις «αιρέσεις») μετέτρεψαν φιλοσοφικά ζητήματα και θρησκευτικές διαφορές (που ήταν έκφραση και κοινωνικών αντιθέσεων η/και «εμφυλίων» για τα προνόμια μέσα στην ιεραρχία) σε αιτίες καταγγελιών, διώξεων ακόμα και πολέμων, διχάζοντας τους πληθυσμούς. Ο δρόμος που άνοιξε η πολιτική του «Μέγα» και του χριστιανικού ιερατείου δεν θα μπορούσε παρά να οδηγεί στην ιερά εξέταση.

 

 

4) Ο «Μέγας» ως «μεταρρυθμιστής»

 

 

4.1 Δίκαιο, έγκλημα και τιμωρία στον Ρωμαϊκό κόσμο

 

 

Κανένας νόμος δε συμφέρει τους πάντες (Nullum crimen, nulla poena sine lege).

Λατινική παροιμία

 

 

Η εξέλιξη του Ρωμαϊκού δικαίου

 

 

Το Ρωμαϊκό δίκαιο  γνώρισε πολλές μεταβολές στις φάσεις εξέλιξης της αυτοκρατορίας. Στην αυτοκρατορία, όπως και σε όλες τις κοινωνίες, το δίκαιο  ήταν η έκφραση της εξουσίας της κυρίαρχης τάξης αλλά και των συμβιβασμών και μεταβολών που τροφοδοτούσαν οι κοινωνικές αντιθέσεις. Στις αρχές τις Ρώμης το δίκαιο δεν ήταν τίποτα άλλο παρά εντολές από τις παλαιότερες μορφές κοινωνικής οργάνωσης (τα γένη). Αναπτύχθηκε την περίοδο από τον 2ο μέχρι τον 1ο αιώνα π.χ  (δηλαδή την τελευταία περίοδο της ολιγαρχίας-res publica). Αυτή την περίοδο, κάτω από την επίδραση του αρχαιοελληνικού κόσμου οι πραίτωρες, σαν εκπρόσωποι της ανώτερης Ρωμαϊκής τάξης, καθορίζουν το πλαίσιο δημιουργίας των θεσμών και των κανόνων.

Το πέρασμα στην κλασική εποχή της αυτοκρατορίας, μετά τον 1ο αιώνα π.χ., έδωσε τον πρώτο ρόλο στην Σύγκλητο και τον Αυτοκράτορα και δημιούργησε την ανάγκη και τους όρους για νέους θεσμούς για να συγκροτήσει την εξουσία της πάνω στους λαούς στην απέραντη αυτοκρατορία. Είναι η εποχή της δημιουργίας του θεσμού των νομικών (100), που διατηρείται μέχρι σήμερα, των αυτοκρατορικών διατάξεων και των Συγκλητικών δογμάτων.

Καθώς επεκτεινόταν η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ήταν πολύ σημαντικό να δημιουργηθούν νομικοί όροι και κώδικες  για να ανταποκριθούν στην ποικιλομορφία της αυτοκρατορίας. Έτσι γεννήθηκε η διάκριση μεταξύ των κανόνων και των νόμων για τους πολίτες της Ρώμης και του ευρύτερου νομικού κώδικα για όλη την αυτοκρατορία. Ο Ρωμαίος πολίτης –ο πολίτης της Ρώμης, της πρωτεύουσας της Αυτοκρατορίας- ήταν υπό τη δικαιοδοσία του jus civile, του «δικαίου της πόλης».  Βέβαια, κάθε μέρος της αυτοκρατορίας είχε το δικό του «δίκαιο της πόλης», το οποίο έπρεπε να υπακούουν  οι κάτοικοι της επαρχίας ή της περιοχής για να προστατέψουν τα δικαιώματά τους σε τοπικές νομικές υποθέσεις, και έπρεπε να σέβονται οι Ρωμαϊκές αρχές.

Σε αντιδιαστολή με το «δίκαιο της πόλης», υπάρχει το «γενικό δίκαιο» (jus gentium). Αυτός ο κώδικας ήταν φτιαγμένος για να εφαρμοστεί σε όλα τα μέλη της αυτοκρατορίας, ανεξάρτητα από τους τοπικούς νόμους και τα ήθη. Καθώς το «γενικό δίκαιο» έπρεπε να υπερβαίνει τις τοπικές παραδόσεις των υπηκόων, ήταν αναγκαίο να βασιστεί σε έννοιες δικαίου και «δικαιωμάτων» που ήταν ευρύτερες από οποιαδήποτε ήθη, ακόμα και της Ρώμης.

Φυσικά η πραγματικότητα της δουλοκτητικής κοινωνίας έδειχνε την αληθινή ουσία αυτών των διατάξεων. Το Ρωμαϊκό δίκαιο, όπως και όλα τα αντίστοιχα συστήματα των ταξικών κοινωνιών, παρουσίαζε σαν κανόνες τα συμφέροντα των κυρίαρχων, ρυθμίζοντας, κάτω από αυτό το πρίσμα, δημόσιες και ιδιωτικές στάσεις και συμπεριφορές, με συμβιβασμούς και αντιθέσεις. Όλες αυτές οι αντιλήψεις, που εμφανίστηκαν για πρώτη φορά σε τόσο συγκροτημένη μορφή, είχαν καθοριστική επίδραση στους στους μεταγενέστερους τρόπους παραγωγής και τις ταξικές εξουσίες τους.

 

 

Το Ρωμαϊκό δίκαιο των προσώπων

 

 

Το Ρωμαϊκό δίκαιο ήταν το δίκαιο του δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής. Οι πηγές του δικαίου εμπλουτίζονταν από την ανάπτυξη της αυτοκρατορίας και της Ρωμαϊκής κρατικής μηχανής. Υπήρχαν βασικά πέντε πηγές δικαίου: Οι νόμοι (leges) και οι αποφάσεις του λαού (plebiscta) από τις συνελέυσεις, η αποφάσεις της Συγκλήτου, τα edicta των πραιτώρων, οι διατάξεις των ηγεμόνων και οι γνωματεύσεις των νομικών (με όρο την άδεια από τον αυτοκράτορα) (101). Ο ιστορικός χρόνος εμφάνισης κάθε θεσμού καθορίστηκε από την εξέλιξη της αυτοκρατορίας και οι συσχετισμοί μεταξύ των θεσμών από την ταξική πάλη και τους  ανταγωνισμούς στην ανώτερη τάξη.

Τα βασικά πρόσωπα στο Ρωμαϊκό δίκαιο των προσώπων ήταν δύο: Το πρώτο σε σημασία ήταν ο πολίτης, Οι διαβαθμίσεις στην έννοια του πολίτη ήταν έκφραση της ταξικής δομής της κοινωνίας. Οι πολίτες με τα πλήρη δικαιώματα (ψήφου, εκλέγεσθε, γάμου, εμπορικών συμβολαίων) ήταν η ανώτερη Ρωμαϊκή τάξη. Ακολουθούσαν αυτοί που δεν είχαν το δικαίωμα της ψήφου και του εκλέγεσθε και οι απελεύθεροι, που δεν είχαν το δικαίωμα του εκλέγεσθε και του γάμου. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι ο πλήρης πολίτης είχε επιπλέον ορισμένα πολύ σημαντικά για την Ρωμαϊκή κοινωνία δικαιώματα ιδιωτικού δικαίου: Την πατρική εξουσία, την εξουσία επί της συζύγου, την εξουσία επί της περιουσίας του, την εξουσία επί των δούλων.  Έτσι στην κορυφή βρισκόταν μια μειοψηφία που μόνο αυτή είχε πραγματική πρόσβαση σε όλα τα δικαιώματα, ενώ στην βάση οι μεγάλοι πληθυσμοί των δούλων βρισκόντουσαν αποκλεισμένοι από κάθε δικαίωμα. Το ίδιο ίσχυε και για τις γυναίκες, αν και εδώ υπήρξαν αλλαγές, βασικά για τις γυναίκες της ανώτερης τάξης.

Το δεύτερο σημαντικό πρόσωπο ήταν ο πατέρας, ο αρχηγός της οικογένειας. Στις αρχές της Ρώμης, πολύ πριν γίνει αυτοκρατορία, η κύρια παράδοση ήταν η οργάνωση της κοινωνίας σε γένη και ο ρόλος του επικεφαλής ουσιαστικά ήταν ο ρόλος που απέκτησε η κρατική εξουσία στις επόμενες ιστορικές περιόδους. Όσο μεγάλωνε και εξελισσόταν η αυτοκρατορία, τόσο μεγάλωνε η ανάγκη να περιοριστεί η εξουσία και αυτονομία των οικογενειακών μονάδων, ώστε να δοθεί μεγαλύτερη συνοχή και νομιμοποίηση στην Ρωμαϊκή κρατική μηχανή (που πια περιλάμβανε μεγάλες εκτάσεις και πολλούς διαφορετικούς πολιτισμούς και παραδόσεις).

Έτσι η πορεία ήταν αντίστροφη: ΄Όσο η κρατική εξουσία γινόταν πιο αυταρχική και συγκεντρωτική, τόσο προχωρούσε ο «εκδημοκρατισμός» της οικογένειας, καθώς διάφορα δικαιώματα του πατέρα είτε καταργούνταν, είτε μεταφέρονταν στα δικαστήρια (όπως το δικαίωμα ζωής και θανάτου για τα μέλη της οικογένειας) (102).

 

 

Γάμοι, σύζυγοι και παλλακίδες

 

 

Οι γυναίκες (βασικά οι γυναίκες της ανώτερης τάξης) που βρισκόντουσαν σε πλήρη κηδεμονία μέσα στην οικογένεια, άρχιζαν να αποκτούν ελευθερίες, καθώς οι αυτοκράτορες προχωρούσαν σε νομοθετικές παρεμβάσεις. Ο Αύγουστος απάλλαξε από την κηδεμονία όποια γυναίκα είχε γεννήσει τρία νόμιμα παιδιά, ο Ανδριανός έδωσε το δικαίωμα στις γυναίκες να διαχειρίζονται την περιουσία τους (με την συγκατάθεση όμως των «κηδεμόνων») και τελικά, στο τέλος του 2ου μ.χ αιώνα καταργήθηκε με νόμο κάθε κηδεμονία για τις γυναίκες μετά τα εικοσιπέντε έτη.

Ανάλογα μέτρα θεσπίστηκαν και για το γάμο: Οι ιεροί γάμοι η οι γάμοι μέσω αγοράς περιορίστηκαν σε ορισμένες ομάδες της ανώτερης τάξης (π.χ. οι ιεροί γάμοι στους συγκλητικούς) και η πλειοψηφία των γάμων ίσχυε μέσω απλής συγκατοίκησης. Υπήρχε νομοθετικά θεσπισμένη άδεια (τρείς μέρες τον χρόνο) για να μπορεί η σύζυγος να διαχειρίζεται την περιουσία της και να μην πέφτει ξανά σε κηδεμονία. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι αυτοί οι γάμοι μπορούσαν να λυθούν με την απλή βούληση των συζύγων ενώ στους άλλους τύπους γάμου, μόνο ο σύζυγος μπορούσε να πάρει μια τέτοια απόφαση.

Η μοιχεία για τον άνδρα ήταν δευτερεύον αδίκημα, για την γυναίκα βαρύ έγκλημα .Η σχέση με παλλακίδες ήταν επίσημα αναγνωρισμένη από το κράτος, σαν υποκατάστατο του γάμου. Απαγορευόταν να υπάρχει σχέση γάμου και παράλληλα σχέση με παλλακίδα. Τα παιδιά από τις σχέσεις εκτός γάμου δεν είχαν δικαιώματα και δεν επιτρεπόταν να έχει κανείς δύο η παραπάνω παλλακίδες (μια ξεκάθαρη κρατική παρέμβαση για να αποτραπεί η διάλυση της πατριαρχικής οικογένειας μέσω της πολυγαμίας).

Η Ρωμαϊκή εξουσία τιμωρούσε οποιαδήποτε στέρηση ζωής η έκτρωση μέσα στην οικογένεια. Η πατροκτονία απαγορευόταν, όχι όμως για την περίπτωση παραμορφωμένων παιδιών η παιδιών με ανίατη ασθένεια. Ο υπεύθυνος έκτρωσης τιμωρούνταν με εξορία και απώλεια περιουσίας και μάλιστα αν η γυναίκα ήθελε μπορούσε να ζητήσει την θανάτωση του.

Η «προοδευτική» διάσταση ορισμένων μέτρων π.χ. για τον γάμο (τα οποία ακόμα και αυτά καταργήθηκαν με την συμβολή του «Μέγα» και του χριστιανικού ιερατείου) δεν σημαίνει ότι  άλλαξαν τις παλιές διαιρέσεις. Οι διαχωρισμοί τις προηγούμενης περιόδου ενσωματώθηκαν, σε διαφορετική μορφή-και ιεραρχία- στις νέες ανάγκες που είχαν εμφανιστεί. Ιδιαίτερα σε μια ταξική κοινωνία όπως η Ρωμαϊκή, που στηριζόταν σε άγριες μορφές βίας και επιβολής, η εφαρμογή των θεσμοθετημένων νόμων στην πράξη απείχε πολύ από την θεωρία. Τότε, όπως και τώρα, η καταστρατήγηση τους ήταν ο κανόνας, κυρίως όταν αφορούσαν μέλη η συμφέροντα τις κυρίαρχης τάξης.

 

 

Η δουλεία και το κράτος του τρόμου

 

 

Η ταξική πραγματικότητα της Ρωμαϊκής κοινωνίας δεν διακρίνεται μόνο από τις εξουσίες της μειοψηφίας των πολιτών με πλήρη δικαιώματα αλλά κυρίως από την στάση απέναντι στους δούλους, που ήταν ουσιαστικά το εργατικό δυναμικό της αυτοκρατορίας. Το Ρωμαϊκό δίκαιο από νωρίς συγκρότησε μια νομική και κατασταλτική μηχανή για να εξασφαλίσει την υποταγή και διαιώνιση της θέσης των δούλων, που ήταν όρος για την λειτουργία και συνοχή της Ρωμαϊκής κοινωνίας.

Οι δούλοι, όπως είναι γνωστό, δεν είχαν νομική υπόσταση ως πρόσωπα αλλά ως πράγματα. Δεν είχαν κανένα δικαίωμα ιδιοκτησίας ούτε κληρονομιάς (ούτε να κληροδοτούν ούτε να κληρονομούν) Δεν μπορούσαν να παντρευτούν και όλα τα παιδιά τους ήταν παράνομα, ακόμα και αν ο πατέρας ήταν ελεύθερος. Δεν υπήρχε καμία προστασία από βασανιστήρια και βιασμούς. Δεν είχαν δικαίωμα προσφυγής στα δικαστήρια παρά μόνο μέσω των κυρίων τους. Ο δούλος θα μπορούσε να χτυπηθεί, να φυλακιστεί, να πεθάνει από την πείνα, να καταλήξει να πολεμήσει με τα θηρία στην αρένα η και να θανατωθεί, για κάποια αιτία η και χωρίς λόγο, αρκεί (όπως θέσπισε η εξουσία την περίοδο της δημοκρατίας) να μην έφερνε αντιρρήσεις η «κοινή γνώμη», δηλαδή οι……άλλοι κάτοχοι δούλων (103) .

Η απόπειρα δραπέτευσης σήμαινε θάνατο (συνήθως σταύρωση). Ο φόνος ενός ιδιοκτήτη από δούλο ενεργοποιούσε μέτρα συλλογικής ευθύνης. Καταδικάζονταν σε θάνατο όλοι οι δούλοι του και όχι μόνο αυτός που διέπραξε το φόνο. Π.χ όταν ένας πραίτωρας δολοφονήθηκε το 61 μ.χ εκτελέστηκαν και οι 400 δούλοι του, παρά το γεγονός ότι μια μειοψηφία της Συγκλήτου ζήτησε χάρη και οι δρόμοι είχαν γεμίσει από διαμαρτυρίες.

Καθώς η αυτοκρατορία περνούσε στο τέλος της κλασικής εποχής και άρχισαν να γίνονται πιο διακριτά τα κοινωνικά προβλήματα (και να πληθαίνουν και οι αντιδράσεις και εξεγέρσεις των δούλων), η Ρωμαϊκή εξουσία προσπάθησε να περιορίσει την ιδιωτική ασυδοσία των δουλοκτητών και να αποκτήσει περισσότερα δικαιώματα πάνω στους δούλους. Ο Νέρωνας έφτιαξε μέχρι και δικαστήρια στα οποία (για πρώτη φορά) οι δούλοι μπορούσαν να παραπονεθούν, ενώ άλλοι αυτοκράτορες προσπάθησαν να περιορίσουν τα βασανιστήρια η να βάλουν φραγμούς στην θανάτωση δούλων  χωρίς δικαστική επικύρωση. Στην πράξη βέβαια, οι δούλοι δεν είχαν καμία τύχη μπροστά σε αυτούς τους μηχανισμούς και συνέχιζαν να βρίσκονται στο έλεος των ιδιοκτητών τους.

Όταν η αυτοκρατορία βρέθηκε σε κρίση τον 3ο αιώνα και οι δούλοι έγιναν λιγότεροι (και άρα ακριβότεροι για αγορά και συντήρηση), εμφανίστηκαν μέτρα «απελευθέρωσης»  τα όποια όμως είχαν αποκλειστικό κίνητρο την οικονομική ελάφρυνση για τους δουλοκτήτες και καταστροφικές συνέπειες για τους δούλους. Και αυτό γιατί η «απελευθέρωση», σύμφωνα με τα Ρωμαϊκά έθιμα είχε σαν συνέπεια ο «απελευθερωμένος» να είναι υποχρεωμένος να υπηρετεί τον «απελευθερωτή» όποτε αυτός το έχει ανάγκη και να τον ψηφίζει σε κάθε περίπτωση. Αν ο απελεύθερος πέθαινε χωρίς διαθήκη, ότι είχε πέρναγε στον πρώην ιδιοκτήτη, ενώ αν είχε αφήσει διαθήκη υποχρεωτικά έδινε ένα μέρος της περιουσίας του. Με αυτόν τον τρόπο πολλοί δουλοκτήτες απελευθέρωναν (χωρίς μάρτυρες και νομική διαδικασία για να μην υπάρχουν κυρώσεις) τους δούλους τους για να γλιτώσουν κάθε κόστος συντήρησης (με τις υπηρεσίες να συνεχίζουν να είναι εξασφαλισμένες). Αλλά και για να αποκτήσουν και άλλα εισοδήματα από τις διαθήκες η το θάνατο των απελεύθερων (οι οποίοι αν είχαν την τύχη να αποκτήσουν κάποια στοιχειώδη περιουσία, ήταν ευάλωτοι σε «ατυχήματα»)

 

 

Οι εγκληματίες.

 

 

Το Ρωμαϊκό δίκαιο δημιούργησε, σαν υποδιαίρεση του δικαίου των προσώπων, τον ποινικό νόμο. Ο νόμος αυτός αναγνώριζε εγκλήματα κατά του κράτους, του ατόμου και των κοινωνικών και εμπορικών ομάδων που ήταν νομικά πρόσωπα. Τα κυριότερα εγκλήματα κατά του κράτους ήταν η προδοσία, η ιεροσυλία, η στάση,  η δωροδοκία και διαφθορά απέναντι στη διοίκηση και τους δικαστές. Για το άτομο τα κυριότερα ήταν οι τραυματισμοί, η απάτη, η ασέλγεια και ο φόνος (αργότερα και η παιδεραστία). Η αυτοκτονία όχι μόνο δεν ήταν έγκλημα αλλά τρόπος να διασφαλιστεί η εγκυρότητα της διαθήκης και η μεταβίβαση της περιουσίας. Σαν αιτία θανάτου που ο συνειδητός της χαρακτήρας δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί, λειτουργούσε απαγορευτικά για τις φιλονικίες ανάμεσα στους ενδεχόμενους μνηστήρες της διαθήκης η στην αρπαγή της κληρονομιάς από τους άλλους.  Ο Παγανισμός, όπως είδαμε, δεν συγκροτούσε κάποια προσωπική ηθική δέσμευση σύμφωνα με κάποια «θεία» δύναμη και αυτό έδινε την δυνατότητα σε τέτοιες προσεγγίσεις στο χαρακτήρα του δικαίου..

 

 

Η ιδιοκτησία

 

 

 

Το μεγαλύτερο (και πιο ανεπτυγμένο) μέρος του Ρωμαϊκού δικαίου ήταν το δίκαιο της κυριότητας των ανταλλαγών, των υποχρεώσεων, των συμβολαίων και των χρεών. Δηλαδή το δίκαιο των πρακτικών με τις οποίες οι κυρίαρχες τάξεις συσσώρευαν πλούτο, που είχε πολύ μεγάλη σημασία και ισχυρούς συμβολισμούς στην Ρωμαϊκή κοινωνία. Υπήρχαν πολλές διατάξεις για τους περιορισμούς, τις κυρώσεις, τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορούσαν (η όχι) να πραγματοποιηθούν αυτές οι πρακτικές, από τις εμπορικές συναλλαγές μέχρι τις διαθήκες και από την ρύθμιση των χρεών μέχρι τα κληρονομικά δικαιώματα. Το Ρωμαϊκό δίκαιο, μέσα από αυτές τις διατάξεις, καθόρισε όλο τον μεταγενέστερο νομικό πολιτισμό, ιδιαίτερα μετά την κωδικοποίηση του από τον Ιουστιανό το 529 μ.χ.

 

 

 

Τα χρόνια της κρίσης και η περίοδος του Διοκλητιανού

 

 

 

Στα τέλη του 3ου αιώνα η γενικότερη κρίση της αυτοκρατορίας συμπαρασύρει και την διοικητική δικαστική μηχανή. Ο «κλασικός» χαρακτήρας του δικαίου αρχίζει να αλλοιώνεται και η αυταρχική εξουσία συγκεντρώνεται στην σύγκλητο, τον αυτοκράτορα και γενικότερα την κεντρική διοίκηση, σαν απάντηση στα ρήγματα στην κοινωνική συνοχή. Ταυτόχρονα αναβιώνουν και ενισχύονται τοπικές παραδόσεις (έθιμα κ.α) τα οποία εισχωρούν στο νομικό και διοικητικό οικοδόμημα περιοχών της αυτοκρατορίας και επηρεάζουν και την πρακτική εφαρμογή του δικαίου. Οι μυστηριακές θρησκείες, όπως ο Χριστιανισμός, είναι ενεργό μέρος αυτής της διαδικασίας.

Το τέλος της αστάθειας, που θα έλθει με την βασιλεία του Διοκλητιανού, θα αντιστρέψει προσωρινά την κρίση της αυτοκρατορίας. Η στρατοκρατία του Διοκλητιανού θα προχωρήσει σε πολλές μεταρρυθμίσεις, κυρίως στην διοικητική και στρατιωτική μηχανή και, σε μεγάλο βαθμό, θα επαναφέρει την ισχύ του Ρωμαϊκού δικαίου και των διατάξεων του στην επικράτεια.

Ταυτόχρονα θα προσπαθήσει με νόμους να ελέγξει τις τιμές (χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία). Η περίοδος της αναρχίας είχε κληροδοτήσει μια μεγάλη επιδημία φοροδιαφυγής. Ο Διοκλητιανός κατέφυγε σε άγρια φοροεπιδρομή: Συγκροτήθηκε φορολογική αστυνομία η οποία είχε εντολές για βασανισμούς (χωρίς περιορισμούς) στους παραβάτες για να αποκαλύπτουν που έχουν κρύψει τα χρωστούμενα. Η φορολογία εκτοξεύτηκε στα ύψη και για να αποφευχθεί ο κίνδυνος να εκπέσει το νόμισμα, ο Διοκλητιανός, προσδοκώντας μεγαλύτερη συσσώρευση (και στα κρατικά ταμεία), θέσπισε την συλλογή των φόρων σε είδος.

Το αποτέλεσμα ήταν οι κατεστραμμένοι μικροκτηματίες να εγκαταλείπουν τα κτήματα τους και να προσπαθούν να δραπετεύσουν πέρα απο τα σύνορα για να γλιτώσουν. Ολόκληρες περιοχές, ακόμα και πόλεις ερημώθηκαν. Η απάντηση του αυτοκράτορα ήταν η θέσπιση νόμου με την οποία απαγόρευε στον καλλιεργητή να εγκαταλείψει την γη αν δεν έχουν πληρωθεί όλα τα χρέη και οι φορολογικές υποχρεώσεις. Ουσιαστικά δηλαδή καθιέρωσε και θέσπισε την δουλοπαροικία. Τα ίδια ακριβώς μέτρα επέβαλλε και στις πόλεις απαγορεύοντας στους εργάτες να μετακινηθούν χωρίς κυβερνητική έγκριση, έτσι ώστε να μπορεί να ελέγχει την φορολογική βάση. Σε αυτήν την διαδικασία χρησιμοποίησε τους αυστηρούς κανόνες των συντεχνιών, τις οποίες ουσιαστικά «κρατικοποίησε» για να χρησιμοποιούνται σαν κατώτερος ιμάντας μεταβίβασης των κρατικών εντολών. Όταν κάποιος ήθελε να μετακινηθεί η να αλλάξει δουλειά, μάθαινε ότι η  Ιταλία είναι σε πολιορκία από τους βαρβάρους και ότι θα παρέμενε στη θέση του (104).

Το τέλος της περιόδου του Διοκλητιανού θα βρει την αυτοκρατορία σε σταθερή κατάσταση (μετά από περίπου πενήντα χρόνια), με αντίτιμο όμως μια υπέρογκη φορολογία (που κατέστρεψε τα λαϊκά στρώματα) και ένα στρατοκρατικό καθεστώς που έχει απλωθεί σε όλες τις πλευρές του διοικητικού μηχανισμού. Όλο αυτό το σύστημα θα αποδειχθεί, όπως είδαμε,  θανάσιμο εργαλείο την περίοδο των εμφυλίων που θα ακολουθήσουν την διάσπαση της τετραρχίας. Από όλους της κληροδότες του, ο Κωνσταντίνος θα αποδειχθεί τελικά αυτός που θα καταφέρει να το αξιοποιήσει στο έπακρο, διατηρώντας όλες τις βασικές του πλευρές, μαζί με ορισμένες «μεταρρυθμίσεις» που θα προκύψουν από τον συνεταιρισμό του με το χριστιανικό ιερατείο. Όπως και με τον  Ρωμαϊκό μιλιταρισμού, η ένωση του Χριστιανισμού με το Ρωμαϊκό νομικό και διοικητικό σύστημα (με τις απαραίτητες προσαρμογές) θα καθορίσει για αιώνες το πλαίσιο των ταξικών κοινωνιών και θα συνεχίσει να το επηρεάζει, ακόμα και μέχρι τις μέρες μας.

 

 

4.2 Ο «Μέγας» ως «μεταρρυθμιστής»

 

 

Ο Μέγας Κωνσταντίνος  ανέτρεψε τὴν πορεία τής ιστορίας, με τίς θρησκευτικές καί άστικές αλλαγές τις ποιες απέφερε. Μιά από αυτές ήταν η απελευθέρωση, η δυνατότητα στους δούλους να γίνουν απελεύθεροι. Δεν καταργεί τή δουλεία, δηλαδή δέν ήταν δυνατόν νά καταργηθεί, άλλά όπως ο απόστολος Παύλος με την πρός Φιλήμονα επιστολή, αλλάζει το περιεχόμενο τής δουλείας. Γίνεται ξάδελφός ο δούλος. Γίνεται δηλαδή συνεργάτης και όπως εμείς οί δημόσιοι υπάλληλοι -κύριε πρόεδρε δέν είμαστε δούλοι κανενός – όποια στιγμή θέλουμε λέμε  βροντάω καί φεύγω – κατά τον ίδιο τρόπο, όταν ο δούλος αναγνωρίζεται ός άνθρωπος, ώς ανθρώπινόν πρόσωπο, δέν ήταν πλέον δούλος άλλά συνεργάτης προς τούς πρώην κυρίους του.

 

π. Γ. Μεταλληνός, Κωνσταντίνος ὁ Μέγας καί ἡ ιστορική αλήθεια

 

 

Ο «ευεργέτης της ανθρωπότητας»

 

 

Πέρα το συμβολισμό της «χριστιανικής ζωής» του αυτοκράτορα αλλά και του υπερασπιστή του Χριστιανισμού, οι ιστορικές βιογραφίες που αφιερώνονται στον Κωνσταντίνο από την εκκλησιαστική (και γενικότερα την αστική) ιστοριογραφία συχνά αφορούν και μια τρίτη πλευρά: Αυτή του μεγάλου «μεταρρυθμιστή».

Ενδεικτικά, σε ένα βιβλίο του Κ.Καραστάση με τίτλο «Μέγας Κωνσταντίνος-Κατηγορίες και αλήθεια-Ιστορική Μελέτη», στο κεφάλαιο με τίτλο «Μέγας από την ιστορία» διαβάζουμε:

 

 

 

«Από τα κείμενα των αρχαίων ιστορικών συγγραφέων, παγανιστών καί χριστιανών, συντίθεται το πορτρέτο τού Μεγάλου Κωνσταντίνου ως εξής: ……Ανθρωπιά, ανεκτικότητα, καλοκαγαθία, γενναιοδωρία, εγκράτεια σ’ ολόκληρη τή ζωή του, μετριοπάθεια στη διαχείριση της απόλυτης δυνάμεώς του. Και ο συγγραφέας, συμπληρώνοντας κάπως το μακρύ καί ανεξάντλητο κατάλογο των αρετών τού Κωνσταντίνου, συνεχίζει: «… Σοφός νομοθέτης, πού κατέλειψε μέγα νομοθετικό έργο…… βαθύτατα πιστός χριστιανός,

……. τα νομοθετήματα καί τα μέτρα πού εφάρμοσε ήταν πρωτόγνωρα. Ή όλη νομοθεσία του έχει δεχτεί εμφανώς την επίδραση των χριστιανικών άρχων καί της χριστιανικής διδασκαλίας: Με νόμους καί διατάγματά του κατάργησε την ποινή τού σταυρικού……. τή θανάτωση δούλων με λιθοβολισμό η σφαγή η απαγχονισμό η δηλητηρίαση η ρίψη στά θηρία η το κάψιμο των μελών τους σ’ αναμμένα κάρβουνα, συνηθισμένους δηλαδή τρόπους θανάτωσης……ενστερνιζόμενος τή χριστιανική διδασκαλία απαγόρευσε με νόμο τή βρεφοκτονία, πού είχε γίνει αποδεκτή από τούς Ρωμαίους για τα προβληματικά παιδιά…….

……….Προστάτευσε το απαραβίαστο τού ανθρώπινου προσώπου…..απαγόρευσε το μαρκάρισμα τού εγκληματία στο πρόσωπο, παρά μονάχα στά πόδια (!!!!), Προστάτεψε τούς μικροκτηματίες από την απληστία των μεγάλων. Κατέστειλε τίς συκοφαντικές καταδόσεις. ………με νόμους προστάτεψε καί ενίσχυσε το θεσμό της οικογένειας καί την ενότητα των οικογενειών των σκλάβων. Καταδίκασε τή μοιχεία, ανύψωσε τή θέση της μητέρας, προστάτεψε τα παιδιά από την κατάχρηση της πατρικής εξουσίας, τα κορίτσια από την απαγωγή. Ρύθμισε ζητήματα διαζυγίου …..(105)

 

 

Παρόμοιες αντιλήψεις επαναλαμβάνονται όλους τους αιώνες, από την εποχή του «Μέγα» και μετά, στην εκκλησιαστική και (γενικότερα αστική) ιστοριογραφία, σε διάφορες παραλλαγές. Όπως και η χριστιανική ζωή και η θρησκευτική πολιτική του Κωνσταντίνου, έτσι και το νομοθετικό του έργο προβάλλεται στο σήμερα για την «ευεργετική» επίδραση που είχε στον «Ευρωπαϊκό πολιτισμό» και την ανθρωπότητα γενικότερα.

 

 

 

Ο «προστάτης της οικογένειας»

 

 

Το νομοθετικό έργο του Κωσταντίνου για τις οικογένειες, ήδη από την εποχή του, προβλήθηκε σαν έργο ανθρωπισμού που, κάτω από την επίδραση της εκκλησίας, προστάτευσε την οικογένεια και την τοποθέτησε στο δρόμο των «χριστιανικών αξιών». Και, όπως είδαμε και παραπάνω, οι απόψεις αυτές διαδίδονται μέχρι σήμερα.

Εδώ δεν πρόκειται να αναλυθεί το μέτρο της «κατάργησης της βρεφοκτονίας» από τον  «Άγιο» που δολοφόνησε σχεδόν όλη την οικογένεια του (πέρα από τα ανήλικα μέλη των οικογενειών των αντιπάλων του) ,μεταξύ αυτών το γιό του και την γυναίκα του, μητέρα. δύο αγοριών και τεσσάρων κοριτσιών (και μετά έλαβε και όλη της την περιουσία). Ούτε το γεγονός ότι ο ίδιος άνθρωπος επανάφερε σε ισχύ έναν παλαιότερο νόμο που προέβλεπε την φρικτή ποινή του πνιγμού στο σακί για δολοφόνους συγγενών, όπως ο ίδιος. Εξάλλου ο Κωνσταντίνος έχει και  το προνόμιο της επαναφοράς νόμου που είχε απαγορέψει ο Διοκλητιανός και επέτρεπε στον πατέρα να πουλήσει σκλάβους τα παιδιά του, δίνοντας βέβαια το δικαίωμα της…..εκ νέου εξαγοράς του παιδιού αν ο πατέρας άλλαζε γνώμη.

Η ένωση Ρωμαϊκού δικαίου και χριστιανικής ηθικής (όπως την πρόβαλε το ιερατείο) είχε σαν αποτέλεσμα διάφορα ζητήματα να βγαίνουν από την σφαίρα των ιδιωτικών σχέσεων και να γίνονται αντικείμενο του ποινικού δικαίου. Σε περίπτωση απαγωγής της νύφης δεν πεθαίνει με φρικτό τρόπο μόνο ο απαγωγέας και το θύμα (εάν «αποδειχθεί» ότι είχε συναινέσει) αλλά και όλο το προσωπικό του σπιτιού από το οποίο είχε γίνει η απαγωγή και είχε βοηθήσει. Η εκτέλεση γίνεται με υγρό μολύβι στο στόμα η στην  πυρά (106).

Εγκαινιάζονται  πιο βάναυσα βασανιστήρια για την μοιχεία (η οποία  τιμωρούνταν απο τον δεύτερο αιώνα).Οι σεξουαλικές σχέσεις κάθε κυρίας με δούλο τιμωρούνταν με αποκεφαλισμό της γυναίκας και καύση του δούλου. Για τους άντρες φυσικά, ο «Άγιος» κράτησε το ειδωλολατρικό δίκαιο-η γνωστή του μέθοδος_ και εκεί ο κάθε κύριος μπορούσε να εκμεταλλεύεται όπως ήθελε τις σκλάβες του. Ο Κωνσταντίνος θέσπισε νόμους που δυσκόλευαν πολύ το διαζύγιο και ουσιαστικά κατήργησε όλα τα μέτρα για τις παλλακίδες, ποινικοποιώντας, με τις ευλογίες της εκκλησίας, κάθε σχέση εκτός γάμου.

 

 

Ο «ανθρωπισμός» για τους δούλους.

 

 

Στο κρίσιμο θέμα της δουλείας, το «μεταρρυθμιστικό» έργο του Κωνσταντίνου συχνά αποσπά τιμητικά σχόλια, εξαιτίας ορισμένων μέτρων για τα βασανιστήρια των δούλων.  Η πραγματικότητα όμως είναι ότι και στο θέμα της δουλείας, η νομοθεσία (όπως και σε όλα τα ζητήματα) έγινε ακόμα πιο σκληρή, στην προσπάθεια του Κωνσταντίνου να διατηρήσει την υποταγή των δούλων, που του χρειαζόταν για να νικήσει στους εμφύλιους. Εδώ θα πρέπει να τονισθεί ότι η υποταγή των δούλων ήταν κοινό συμφέρον και του «Μέγα» και του χριστιανικού ιερατείου γιατί οι δούλοι ήταν το εργατικό δυναμικό που εκμεταλλευόταν «χριστιανικά»  η εκκλησία στα κτήματα της. Έτσι όχι μόνο διατήρησαν τον θεσμό αλλά και επέβαλαν αυστηρότερες ποινές και εφαρμογή των νόμων. Ο σκλάβος που δραπέτευε και συλλαμβανόταν, έχανε ένα πόδι η/και κατέληγε στα υπόγεια των μεταλλείων αν και συχνά εφαρμοζόταν και η θανατική ποινή.

Για να περιορίσει κάθε δυνατότητα καταγγελίας θέσπισε έναν απίθανο νόμο, όπου ο σκλάβος (και ο υπηρέτης) που κατήγγειλε τον κύριο του τιμωρούνταν με θάνατο,  χωρίς περαιτέρω έρευνα η εξέταση μαρτύρων. Βρισκόμαστε πια πολύ μακριά από τα δικαστήρια των σκλάβων που είχε θεσπίσει ο Νέρωνας. Ταυτόχρονα για να αποκλειστεί και οποιαδήποτε κριτική γενικά προς τον αυτοκράτορα θεσπίστηκε άλλο ένα «χριστιανικό» μέτρο,  η ποινή για τους «καταδότες» η αυτούς που γράφουν «ανώνυμους λίβελλους» η οποία ήταν το κόψιμο της γλώσσας. Στους παραδοσιακούς νόμους για τους δούλους (που διατηρήθηκαν) ο αυτοκράτορας έδινε συχνά «ερμηνείες» που δικαιολογούσαν κάθε αυθαιρεσία, ακόμα και την θανάτωση των δούλων.

Όσο για τα «ανθρωπιστικά» μέτρα που προβάλλονται ακόμα και σήμερα σαν απόδειξη του «μεγαλείου» του Κωσταντίνου και των «χριστιανικών επιρροών του» αυτά είναι βασικά δύο: Η κατάργηση ορισμένων τρόπων εκτέλεσης των δούλων και η διατήρηση κάποιων άλλων (πέρα από τους νέους νόμους) και το σημάδεμα με καυτηριασμό στο πρόσωπο (γιατί «ο άνθρωπος φτιάχτηκε κατ εικόνα και ομοίωση του Θεού) το οποίο επιτρεπόταν όμως στα χέρια και στα πόδια! (107).

Η εκκλησία, ακολουθώντας τις παραδοσιακές αρχές του Χριστιανισμού του Αποστόλου Παύλου, προσάρμοσε την αποδοχή της δουλείας (και της εκμετάλλευσης γενικότερα). Όχι μόνο δεν πρόδωσε τις αρχές του Χριστιανισμού αλλά τις εφάρμοσε με συνέπεια:

 

 

«21 Ήσουν δούλος όταν προσκλήθηκες; Μη σε στενοχωρεί αυτό. Αλλά κι αν έχεις τη δυνατότητα ν’ αποκτήσεις την ελευθερία σου, προτίμησε να επιλέξεις εκείνο που είναι χρησιμότερο.
22 Γιατί εκείνος που ήταν δούλος, όταν προσκλήθηκε από το Θεό, και τώρα ανήκει στον Κύριο, έχει απελευθερωθεί από τον Κύριο. Παρόμοια, κι εκείνος που ήταν ελεύθερος, όταν προσκλήθηκε, τώρα πια είναι δούλος του Xριστού.
23 Πληρώθηκε ακριβά η εξαγορά σας. Μην υποδουλώνεστε σε ανθρώπους.
24 Αδελφοί, ο καθένας στη θέση που βρισκόταν, όταν προσκλήθηκε από το Θεό, σ’ αυτήν ας μένει κοντά στο Θεό.»

 

Απόστολος Παύλος,Α’ Κορινθ., ζ’, 23

 

 

 

Η «Αγία» πολιτική οικονομία.

 

 

Η πολιτική του Κωνσταντίνου στα οικονομικά είχε λιγότερες καινοτομίες. Είχε παραλάβει-αυτός και οι άλλοι ανταγωνιστές- έτοιμο έναν διοικητικό και στρατιωτικό μηχανισμό από την εποχή του Διοκλητιανού. Η συντήρηση του είχε ήδη οδηγήσει σε εξοντωτική φορολογία και η ένταση της ήταν μονόδρομος για την διεξαγωγή των νέων πολέμων που ετοίμαζε ο Κωνσταντίνος (και όλοι οι άλλοι ηγεμόνες). 

Διατηρήθηκαν όλα τα παλιά φοροληστρικά μέτρα και προστέθηκαν και νέα. Καθώς ο «Μέγας» προχωρούσε και οι στρατιωτικές ανάγκες (αλλά και οι ανάγκες για την συντήρηση της αυλής του και την εξαγορά των ιερατείων) μεγάλωναν, οι φοροληστεία επεκτάθηκε παντού. Ο διάσημος «χρυσάργυρος» φόρος , το αερικόν (φόρος οικοδομής), το «καπνικόν» (κεφαλικός) και πολλοί άλλοι (108) . Δημιουργήθηκε νέο κύμα εγκατάλειψης περιοχών, όπως επί Διοκλητιανού, και εφαρμόστηκαν σκληρότερα οι απαγορεύσεις για αλλαγή επαγγέλματος και εγκατάλειψη της γης. Μάλιστα ο Κωνσταντίνος το 332 μ.χ επικύρωσε ο ίδιος το διάταγμα του Διοκλητιανού  για την δουλοπαροικία…και έτσι σφράγισε οριστικά την….»προστασία των μικροκτηματιών».

 

 

Ο στρατός και η διοίκηση

 

 

Ο Κωνσταντίνος διατήρησε το στρατιωτικό σύστημα άμυνας του Διοκλητιανού (που είχε γεμίσει την ύπαιθρο με μικρά στρατιωτικά αποσπάσματα για να ελέγχουν τις κινήσεις των «βαρβάρων» στα σύνορα αλλά και για να αστυνομεύει τον πληθυσμό). Στην προσπάθεια του να ενισχύσει ακόμα περισσότερο το μιλιταριστικό πνεύμα και να θέσει το στρατό υπό τον απόλυτο έλεγχο του, πρωτοστάτησε στην ένταξη των Γερμανών στον Ρωμαϊκό στρατό (109). Τελικά άλλαξε ακόμα και την προσωπική του φρουρά με Γερμανούς μισθοφόρους. Τα μισθοφορικά τμήματα του Κωνσταντίνου (από διάφορους λαούς «βαρβάρων») ήταν η αιχμή του δόρατος του στρατού του, ενδεικτική και για τον χαρακτήρα του πολέμου που διεξήγαγε. Προσπάθησε, όπως και ο Διοκλητιανός, να «στρατιωτικοποιήσει» την διοικητική μηχανή και περιόρισε την εξουσία που είχαν οι κυβερνήτες των επαρχιών (που τους έδινε και αρμοδιότητες για τις συνοριακές φρουρές). Η προσωπική του αυλή διογκώθηκε με βάση το ανατολικό (το Περσικό ιδιαίτερα) πρότυπο, με τους πολυάριθμους ακόλουθους και αξιωματικούς που συγκροτούσαν το αυτοκρατορικό συμβούλιο, μέσα από το οποίο έδινε πολιτικές και στρατιωτικές εντολές.

 

 

Η σημασία των «μεταρρυθμίσεων».

 

Οι «μεταρρυθμίσεις» του Κωνσταντίνου κινήθηκαν προς δύο κατευθύνσεις: Στην δημόσια σφαίρα (διοίκηση, πολιτική, στρατός, οικονομία) προσπάθησαν να ενισχύσουν ότι είχε δημιουργηθεί την εποχή της στρατοκρατίας του Διοκλητιανού (και σε ένα βαθμό το πέτυχαν). Η μεγάλη πολιτική καινοτομία στην δημόσια σφαίρα είναι, προφανώς, η θρησκευτική πολιτική για την οποία μιλήσαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο. Η μονοθεϊστική εκδοχή του Χριστιανισμού, οπλισμένη με το αυταρχικό Ρωμαϊκό δίκαιο της δουλοκτητικής κοινωνίας έδωσε σάρκα και οστά στους αμέτρητους κανόνες που συγκροτούσαν την  ένταξη και συμμετοχή των πιστών στην κοινότητα αλλά και στις ποινές που προβλέπονταν. Με αυτόν τον τρόπο άνοιξε η πόρτα στις μακρόχρονες «ηθικές» θρησκευτικές παραδόσεις των ταξικών κοινωνιών. Παραδόσεις που έχουν δείξει αξιοσημείωτη αντοχή στο χρόνο.

 

 

5) Επίλογος: Η κληρονομιά του «Μέγα»

 

 

Όταν ο αρχαίος κόσμος βρισκόταν στη δύση του, οι παλιές θρησκείες νικήθηκαν από τη χριστιανική θρησκεία. Όταν το 18ο αιώνα οι χριστιανικές ιδέες υπέκυψαν στις ιδέες του διαφωτισμού, η φεουδαρχική κοινωνία πάλευε για ζωή και θάνατο με την αστική τάξη που ήταν τότε επαναστατική. Οι ιδέες της ελευθερίας της συνείδησης και της θρησκείας εκφράζανε μονάχα την κυριαρχία του ελεύθερου συναγωνισμού στο πεδίο της γνώσης.

«Αλλά», θα μας πουν, «οι θρησκευτικές, ηθικές, φιλοσοφικές, πολιτικές, νομικές ιδέες κλπ. έχουν βέβαια αλλάζει μέσα στην πορεία της ιστορικής εξέλιξης. Όμως, η θρησκεία, η ηθική, η φιλοσοφία, η πολιτική, το δίκαιο διατηρούνται πάντα μέσα σ’ αυτή την αλλαγή.

Υπάρχουν ακόμα αιώνιες αλήθειες, όπως η ελευθερία, η δικαιοσύνη κλπ., που είναι κοινές σ’ όλες τις κοινωνικές καταστάσεις. Ο κομμουνισμός όμως καταργεί τις αιώνιες αλήθειες, καταργεί τη θρησκεία, την ηθική, αντί να ανανεώσει τη μορφή τους, αντιφάσκει επομένως με όλες τις προηγούμενες ιστορικές εξελίξεις.»

Σε τι συνοψίζεται αυτή η κατηγορία; Η ιστορία όλης της ως τώρα κοινωνίας κινήθηκε μέσα σε ταξικές αντιθέσεις, που στις διάφορες εποχές διαμορφώνονταν διαφορετικά.

Όμως, οποιαδήποτε μορφή κι αν πήραν, η εκμετάλλευση του ενός μέρους της κοινωνίας από το άλλο είναι ένα γεγονός κοινό σ’ όλους τους προηγούμενους αιώνες. Γι’ αυτό δεν είναι καθόλου περίεργο ότι η κοινωνική συνείδηση όλων των αιώνων, σε πείσμα κάθε διαφοράς και ποικιλομορφίας, κινείται μέσα σε ορισμένες κοινές μορφές, σε μορφές συνείδησης, που θα διαλυθούν ολοκληρωτικά μονάχα με την πλήρη εξαφάνιση της ταξικής αντίθεσης.

Η κομμουνιστική επανάσταση αποτελεί την πιο ριζική ρήξη με τις πατροπαράδοτες σχέσεις ιδιοκτησίας. Δεν είναι καθόλου περίεργο που στην πορεία της ανάπτυξής της ξεκόβει με τον πιο ριζικό τρόπο με τις πατροπαράδοτες ιδέες.

 

K.Marx/F.Engels, Κομμουνιστικό Μανιφέστο

 

 

 

Αρκεί μια σύντομη ματιά στην ιστορία των τελευταίων αιώνων της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (και της εποχής του Κωνσταντίνου ιδιαίτερα) για να διαπιστωθεί ότι τότε καθορίστηκαν οι περισσότερες, αν όχι όλες, βασικές πλευρές του Χριστιανισμού ως κρατικού θεσμού. Και οι οποίες, με τις απαραίτητες προσαρμογές, συνεχίζουν να υπάρχουν μέχρι και τις μέρες μας. Σε αυτή τη διαδικασία πράγματι ο ρόλος του Κωσταντίνου ήταν καθοριστικός.

Από τα τρία σημεία που αναφέρθηκαν στην αρχή του κειμένου σαν τις βάσεις της ιστορικής του εικόνας (όπως παρουσιάζεται από την πολιτεία και την εκκλησία) θα προσπεράσουμε το πρώτο, αυτό της «χριστιανικής» ζωής και άσκησης εξουσίας του «Αγίου» που προάγει «τις αρχές και αξίες της Χριστιανοσύνης και του Πολιτισμού μας. Δηλαδή, σε τελική ανάλυση, τον Άνθρωπο και τον Συνάνθρωπο».  Μετά και την ιστορία της  πορείας  του δεν υπάρχει κάτι άλλο να ειπωθεί, πέρα από το γεγονός όλα τα ταξικά καθεστώτα τα οποία ενσωμάτωσαν το χριστιανικό ιερατείο στη διάρκεια των αιώνων,  προσάρμοσαν το μήνυμα της υποκρισίας στην δική τους κοσμοθεωρία και ιδεολογία. Σε τελευταία ανάλυση η υποκρισία της «χριστιανικής» ηθικής του  ιερατείου δεν είναι τίποτα άλλο από μια συγκεκριμένη μορφή της υποκρισίας κάθε μηχανισμού της  ταξικής και εκμεταλλευτικής κοινωνίας, που είναι αναγκασμένη να παρουσιάζει τα συμφέροντα και τις ιδέες της κυρίαρχης τάξης σαν συμφέροντα όλων.  Είτε αυτό γίνεται με «θρησκευτικό», είτε με «επιστημονικό», είτε με «νομικό» είτε με «ενημερωτικό» τρόπο.

Για την δεύτερη πλευρά, της θρησκευτικής πολιτικής,   η διαχρονικότητα είναι πράγματι εντυπωσιακή. Οι θεσμοί και οι πολιτικές που δημιουργήθηκαν  στην  περίοδο του Κωνσταντίνου αναπτύχθηκαν ακόμα περισσότερο μετά τον θάνατο του και σύντομα  έγιναν παντοδύναμο καθεστώς.

Ήταν τέτοια η επιτυχία της σύμπραξης του χριστιανικού ιερατείου με τον «Μέγα», που, ακόμα και οι μεταγενέστερες από την ύστερη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ταξικές κοινωνίες και τρόποι παραγωγής, υπερασπίστηκαν αυτές τις πολιτικές. Ο δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής του τέλους του Ρωμαϊκού κόσμου, ο φεουδαρχικός τρόπος παραγωγής της δυτικής Ευρώπης και του Βυζαντίου, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής της σημερινής ιστορικής εποχής, όλοι  ενσωμάτωσαν  το  Χριστιανισμό  ως κρατικό κατεστημένο, με όλες τις επιμέρους παραλλαγές και ιδιομορφίες κάθε περιόδου και συγκυρίας. Υπήρξαν περιπτώσεις που ακόμα και ο ασιατικός τρόπος παραγωγής και μάλιστα με κυρίαρχη μια διαφορετική από τον Χριστιανισμό θρησκεία,  διατήρησαν αυτές τις δομές και της αξιοποιήσαν για την διατήρηση της εξουσίας τους (όπως έγινε με την  Οθωμανική αυτοκρατορία).Ο «Ευρωπαϊκός πολιτισμός», όπως τον γνώρισαν σε πολλές ιστορικές εποχές οι λαοί της Ευρώπης αλλά και οι λαοί του υπόλοιπου κόσμου,  πράγματι χρωστάει πολλά στον «Μέγα» και τους συνεργάτες του. Ακόμα και η ίδια η λέξη «εκκλησία» γεννήθηκε στην δική του εποχή.

Αυτή η αντοχή των θρησκευτικών «καινοτομιών» του Κωσταντίνου και των συνεταίρων του στο χριστιανικό ιερατείο θα πρέπει να αποδοθεί κυρίως σε δύο αιτίες: Πρώτον, στην ίδια την εξέλιξη των ταξικών κοινωνιών, η οποία άλλαζε τους τρόπους παραγωγής αλλά όχι τον ταξικό χαρακτήρα. Έτσι, καθώς η μια κυρίαρχη τάξη αντικαθιστά την προηγούμενη, όχι μόνο δεν καταργεί αλλά ενσωματώνει και προσαρμόζει όλους τους αντιδραστικούς (κατασταλτικούς και ιδεολογικούς) μηχανισμούς της προηγούμενης περιόδου, τους οποίους έχει και ανάγκη για να διαιωνίσει και την δική της εξουσία. Οι πολιτικές του Κωνσταντίνου και ότι δημιούργησαν (ένας θρησκευτικός μηχανισμός εξάρτημα και υπηρέτης της εξουσίας)  θα ήταν μεγάλο λάθος να μην χρησιμοποιηθούν από κάθε τάξη εκμεταλλευτών, τόσο για το εσωτερικό όσο και για το εξωτερικό. Και πράγματι κανένας (ούτε καν οι Οθωμανοί) δεν τους άφησε αναξιοποίητους, όταν τους παραλάμβανε έτοιμους από την προηγούμενη περίοδο.

Δεύτερον, στην διαχρονική πολιτική της αριστοκρατίας του κλήρου και της ηγεσίας του χριστιανικού ιερατείου, που, όπως και στην εποχή του «Μέγα», γνώριζαν πολύ καλά τι έπρεπε να κάνουν για να διασφαλίσουν τα προνόμια και την κοινωνική τους θέση. Έτσι προσαρμοζόταν πολύ γρήγορα στην κάθε εξουσία, παραμερίζοντας κάθε σχέση και πρακτική που μπορεί να είχε αυτή η εξουσία (στρατοκρατία, δουλοκτησία, δικτατορία, φασισμός κ.α) με τα θρησκευτικά «μηνύματα», όπως η εκκλησία ήθελε να τα παρουσιάζει.

Βέβαια δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ιστορία έχει αρκετά ηρωικά παραδείγματα μεμονωμένων κληρικών (τις περισσότερες φορές από τα μεσαία και χαμηλότερα στρώματα της εκκλησιαστικής ιεραρχίας) η και συλλογικών οργάνων της εκκλησίας και εκκλησιών που ακολούθησαν διαφορετικές πρακτικές και στάθηκαν στο πλευρό των εκμεταλλευομένων. Η ιστορία (και) του Ελλαδικού χώρου έχει πολλές τέτοιες περιπτώσεις, μέχρι την  πρόσφατη Ελληνική ιστορία.  Και σίγουρα θα υπάρξουν και άλλες στο μέλλον, αφού κάθε κοινωνική αντιπαράθεση επηρεάζει και αυτούς τους μηχανισμούς και όσους βρίσκονται σε αυτούς. Όμως ταυτόχρονα δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στα περίπου 1700 χρόνια που μεσολάβησαν από την εποχή του Κωνσταντίνου και σε ότι συνέβη, τα παραδείγματα αυτά είναι οι φωτεινές εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Και αυτός ο κανόνας είναι η  θρησκευτική πολιτική, που συνέχισε (και συνεχίζει) τις παραδόσεις του «Μέγα». Είναι λοιπόν αυταπάτη να χρησιμοποιούνται αυτές οι εξαιρέσεις σαν επιχείρημα η δικαιολογία για να αποκρύπτεται ο κανόνας και η ιστορική αλήθεια.

Όσο για την «μεταρρυθμιστική» κληρονομιά, στα θέματα των κοινωνικών σχέσεων και της ιδιωτικής ζωής η πολιτική του «Μέγα» είχε ένα σημαντικό αποτέλεσμα.: Μέσα και από την συνεργασία του με το ιερατείο καθιέρωσε για πρώτη φορά το αποκρουστικό μείγμα της σκληρότητας του Ρωμαϊκού δικαίου με την καταστολή της «ηθικής» που εισήγαγε ο Χριστιανισμός. Όπως είδαμε στα προηγούμενα κεφάλαια, οι παραδοσιακές λατρείες του Παγανισμού δεν είχαν ούτε ζητούσαν ατομικούς κανόνες συμπεριφοράς ούτε θεωρούσαν ότι η οποιαδήποτε προσωπική, ηθική, στάση μπορούσε να έχει κάποια «θεϊκή» ανταμοιβή, τιμωρία η ποινή. Αυτό έδινε την μια σχετική δυνατότητα στην σφαίρα των ιδιωτικών σχέσεων να διατηρούν απόσταση από τον κρατικό έλεγχο. Είδαμε την προσπάθεια του Ρωμαϊκού κράτους να περιορίσει την εξουσία και την αυτονομία των αρχηγών των οικογενειακών μονάδων, παραχωρώντας κάποια στοιχειώδη δικαιώματα, έστω και αν αυτά στην πραγματικότητα αφορούσαν ορισμένες ομάδες του πληθυσμού.

Όμως η άνοδος μια μονοθεϊστικής θρησκείας όπως ο Χριστιανισμός και η πολιτική επιλογή της σύμπραξης Κωνσταντίνου και χριστιανικού ιερατείου διαμόρφωσε νέες συνθήκες. Όλος ο στρατοκρατικός και αυταρχικός χαρακτήρας του Ρωμαϊκού δικαίου διατηρήθηκε άθικτος, με την εκκλησία να αναθεωρεί και να αρχίσει να ευλογεί τον αυτοκράτορα και τους πολέμους του. Τώρα όμως και  η σφαίρα της ιδιωτικής ζωής άρχισε να αλλάζει με βάση τις «μεταρρυθμίσεις'» του «Μέγα». Το πεδίο αυτό όχι μόνο ήταν ακίνδυνο πολιτικά για τον αυτοκράτορα αλλά ήταν και ωφέλιμο, αφού τροφοδοτούσε τον μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στους υπηκόους του. Η δημιουργία ενός μεγάλου στρατοκρατούμενου κράτους με ηγέτη έναν απόλυτο μονάρχη τροφοδοτήθηκε από την «αστυνόμευση των ηθών»  του «Μέγα» και του χριστιανικού ιερατείου. Ταυτόχρονα είχε και προπαγανδιστικό χαρακτήρα σαν μέτρο προσεταιρισμού του χριστιανικού ιερατείου, που ακόμα και σήμερα προβάλει αυτά τα μέτρα, σαν μέτρα που έγιναν κάτω από χριστιανικές επιρροές.

Με βάση όλα τα παραπάνω, δύσκολα θα διαφωνήσει κανείς με το ότι η εκκλησία έχει δίκιο. Πράγματι, η πολιτική του «Μέγα» (και της «Αγίας») έβαλε τα θεμέλια για ότι ακολούθησε και  γνωρίζουμε μέχρι σήμερα σαν θρησκευτική πολιτική του Χριστιανισμού. Το εκκλησιαστικό κατεστημένο σαν τμήμα και υπηρέτης της εξουσίας, η διαφθορά, τα κηρύγματα υπέρ της βίας, του πολέμου και της εκμετάλλευσης, οι διώξεις και οι διακρίσεις, οι θρησκευτικοί πόλεμοι με όχημα τον Χριστιανισμό, η κρατική υιοθέτηση της απάτης των λειψάνων, η αστυνόμευση των «ηθών»,  όλα αυτά και πολλά άλλα, συνεχίζονται μέχρι τις μέρες μας, στον ένα η τον άλλο βαθμό, με την μια η την άλλη μορφή.

Μόνο που αυτά τα θεμέλια είναι πολύ διαφορετικά από το πλαστογραφημένο περιεχόμενο των «ιστορικών γεγονότων» που παρουσιάζει η ηγεσία της εκκλησίας. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς αφού το χριστιανικό ιερατείο, σαν τμήμα της εξουσίας, δεν έχει την δυνατότητα να προβάλλει την αλήθεια για τα «χριστιανικά μηνύματα». Γιατί τότε θα πρότεινε την αυτοκατάργηση του. Φυσικά το ίδιο ισχύει και για τα αστικό πολιτικό κόσμο και τους αστούς και μικροαστούς ιδεολόγους κάθε απόχρωσης, που νομιμοποιούν η αποσιωπούν τον χαρακτήρα  αυτών των αντιλήψεων και πρακτικών. Η, όπως οι φιλελεύθεροι υποστηρικτές της αθεΐας, ασκούν αποπροσανατολιστική κριτική στο χριστιανικό ιερατείο (πολλές φορές μόνο σε πρόσωπα η μόνο για το θέμα της διαφθοράς), υπερασπιζόμενοι ταυτόχρονα την ουσία του συστήματος το οποίο τροφοδοτεί και χρησιμοποιεί όλες αυτές τις αντιλήψεις: Την ταξική εκμετάλλευση, το αστικό κράτος, τον πόλεμο, τον ιμπεριαλισμό. Έτσι και η θρησκευτική και η «αντιθρησκευτική» κριτική ακολουθούν διαφορετικούς δρόμους με τον ίδιο προορισμό. Την «δευτέρα παρουσία» του «χριστιανικού» η «φιλελεύθερου» καπιταλισμού.

 

 

 

 

Σημειώσεις

 

 

 

1)K.Marx, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, σελ. 15, εκδόσεις Θεμέλιο.

 2)Στην Αθήνα το λείψανο της Αγίας Ελένης«, Καθημερινή 9/2/17)

3) Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος: Μανιφέστο σκοταδισμού και αντικομμουνισμού

4)«Ένα ίδρυμα που όλους μας ενώνει»: Για τους 370+ διανοούμενους που υποστηρίζουν τον ΔΟΛ

5)Η μάστιγα του θεού: Το άβατο της εκκλησιαστικής περιουσίας

6)Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος: Η κρίση θα περάσει αλλά…

7) Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τόμος Β2, σελ. 1123, εκδόσεις Μέλισσα.

8) Perry Anderson, Από την αρχαιότητα στον φεουδαλισμό, σελ. 86-94, εκδόσεις Οδυσσέας.

9) Μ.Κάρυ, Ρωμαϊκή Ιστορία, τόμος Β, σελ.  450, εκδόσεις Μίνωας

10) W.Durant, Παγκόσμιος ιστορία του πολιτισμού, τόμος Γ, σελ. 722-729, εκδόσεις Συρόπουλος

11) Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τόμος Β2, σελ. 1146, εκδόσεις Μέλισσα.

13) A.Ward/F.M Heichelheim/C.A Yeo, Οι Ρωμαίοι, σελ. 556, εκδόσεις Οδυσσέας

14) M.Rostovtzeff, Ρωμαϊκή Ιστορία, σελ. 315, εκδόσεις Παπαζήση

15) M.Rostovtzeff, Ρωμαϊκή Ιστορία, σελ. 280, εκδόσεις Παπαζήση

16) Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τόμος Β2, σελ. 1148, εκδόσεις Μέλισσα.

17) Max Cary, Ρωμαϊκή Ιστορία, τόμος Β, σελ.  461, εκδόσεις Μίνωας

18) Francesco Bertolini, Ρωμαϊκή Ιστορία, τόμος Β, σελ. 421-427, εκδόσεις Πελεκάνος.

19) Karlheinz Deschner. Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού, τόμος πρώτος (πρώιμα χρόνια), σελ. 276, εκδόσεις Κάκτος.

20) Κυριάκος Σιμόπουλος, Ο μύθος των «μεγάλων» της ιστορίας, σελ. 225, εκδόσεις Πιρόγα.

21) Karlheinz Deschner. Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού, τόμος πρώτος (πρώιμα χρόνια), σελ. 276, εκδόσεις Κάκτος

22)Κυριάκος Σιμόπουλος, Ο μύθος των «μεγάλων» της ιστορίας, σελ. 226, εκδόσεις Πιρόγα.

23) Francesco Bertolini, Ρωμαϊκή Ιστορία, τόμος Β, σελ. 446, εκδόσεις Πελεκάνος

24) Κυριάκος Σιμόπουλος, Ο μύθος των «μεγάλων» της ιστορίας, σελ. 226, εκδόσεις Πιρόγα.

25) Karlheinz Deschner. Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού, τόμος πρώτος (πρώιμα χρόνια), σελ. 279-281, εκδόσεις Κάκτος.

26) Ο.π

27) Κυριάκος Σιμόπουλος, Ο μύθος των «μεγάλων» της ιστορίας, σελ. 227, εκδόσεις Πιρόγα.

28) Francesco Bertolini, Ρωμαϊκή Ιστορία, τόμος Β, σελ. 458, εκδόσεις Πελεκάνος, Ρωμαϊκή Ιστορία, τόμος Β, σελ. 446, εκδόσεις Πελεκάνος

29) A.Ward/F.M Heichelheim/C.A Yeo, Οι Ρωμαίοι, σελ. 556, εκδόσεις Οδυσσέας

30) Κυριάκος Σιμόπουλος, Ο μύθος των «μεγάλων» της ιστορίας, σελ. 225, εκδόσεις Πιρόγα.

31) A.Ward/F.M Heichelheim/C.A Yeo, Οι Ρωμαίοι, σελ. 571, εκδόσεις Οδυσσέας

32) Κυριάκος Σιμόπουλος, Ο μύθος των «μεγάλων» της ιστορίας, σελ. 227, εκδόσεις Πιρόγα.

33) Karlheinz Deschner. Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού, τόμος πρώτος (πρώιμα χρόνια), σελ. 297-298, εκδόσεις Κάκτος.

34) Ο.π σελ. 300

35) Francesco Bertolini, Ρωμαϊκή Ιστορία, τόμος Β, σελ. 458, εκδόσεις Πελεκάνος

36) Karlheinz Deschner. Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού, τόμος πρώτος (πρώιμα χρόνια), σελ. 321, εκδόσεις Κάκτος

37) Κυριάκος Σιμόπουλος, Ο μύθος των «μεγάλων» της ιστορίας, σελ. 263, εκδόσεις Πιρόγα.

38) A.Ward/F.M Heichelheim/C.A Yeo, Οι Ρωμαίοι, σελ. 581, εκδόσεις Οδυσσέας

39)  Κυριάκος Σιμόπουλος, Ο μύθος των «μεγάλων» της ιστορίας, σελ. 265, εκδόσεις Πιρόγα.

40) Κυριάκος Σιμόπουλος, Ο.π σελ. 267

41) A.A Vasiliev, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας,  σελ. 70, εκδόσεις Πελεκάνος.

42) Π. Γ. Δ. Μεταλληνός, Κωσταντίνος ο Μέγας και η ιστορική αλήθεια http://www.impantokratoros.gr/megas_konstantinos_sykofanties.el.aspx

43)  J.J Norwich, Σύντομη ιστορία του Βυζαντίου, σελ. 50-71, εκδόσεις Γκοβόστη. Ακόμα και σε μια πιο σύγχρονη εκδοχή όπως το έργο υπό την διεύθυνση της C.Morisson O Βυζαντινός κόσμος, τόμος Α, σελ. 78, εκδόσεις Πόλις, αναφέρεται μόνο μια φράση, ότι για την «αγιότητα μετά θάνατον, που θεωρείται πολύ σχετική στα μάτια των νεότερων, αφού το 326, υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, ο Κωσταντίνος βάζει να δολοφονήσουν το γιό του από τον πρώτο γάμο Κρίσπο και στη συνέχεια τη δεύτερη γυναίκα του Φαύστα». Εκεί τελειώνει οποιαδήποτε αναφορά στο θέμα. Την ίδια μεθοδολογία ακολουθεί και ο W.Treadgold στην Επίτομη ιστορία του Βυζαντίου, όπου στο κεφάλαιο για τον Κωσταντίνο δεν αναφέρει σχεδόν τίποτα, πέρα από φράσεις όπως «Ο Κωσταντίνος είχε τέσσερις γιούς: τον Κρίσπο από τη πρώτη σύζυγο που είχε πεθάνει (!!!!) και τρείς ακόμη από την δεύτερη»: W.Treadgold, Επίτομη ιστορία του Βυζαντίου, σελ. 33-43, εκδόσεις Θύραθεν.

44) G.E.M D.S Croix, Ο χριστιανισμός και η Ρώμη, σελ. 1, εκδόσεις ΜΙΕΤ

45) G.E.M D.S Croix, Ο.π, σελ. 138-147.

46) M.P Nilsson, Ιστορία της αρχαίας θρησκείας, σελ. 155, εκδόσεις Παπαδήμα

47) Herodotus Hist., Historiae Book 2, section 4, line 11

48)M.P Nilsson, Ιστορία της αρχαίας θρησκείας, σελ. 150, εκδόσεις Παπαδήμα

49) G.E.M D.S Croix, Ο χριστιανισμός και η Ρώμη, σελ. 6, εκδόσεις ΜΙΕΤ

50)M.P Nilsson, Ιστορία της αρχαίας θρησκείας, σελ. 258, εκδόσεις Παπαδήμα

51) Ο.π, σελ. 259

52)G.E.M D.S Croix, Ο χριστιανισμός και η Ρώμη, σελ. 14, εκδόσεις ΜΙΕΤ

53) Ο.π, σελ. 13

54), Ο.π, σελ. 10

55) Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τόμος Β2, σελ. 1030, εκδόσεις Μέλισσα.

56) Ο.π

57) Peter Garnsey/ Richard Saller, Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, οικονομία, κοινωνία και πολιτισμός, σελ. 233, εκδόσεις ΠΕΚ.

58) Ο.π, σελ. 241-242

59) Ο.π, σελ. 238

60) Karl Kautsky, Η καταγωγή του χριστιανισμού, σελ., 211, εκδόσεις Αναγνωστίδη

61) Ο.π, σελ. 272

62) Karlheinz Deschner. Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού, τόμος πρώτος (πρώιμα χρόνια), σελ. 129, εκδόσεις Κάκτος.

63) G.E.M D.S Croix, Ο χριστιανισμός και η Ρώμη, σελ. 237-317, εκδόσεις ΜΙΕΤ

64) Karlheinz Deschner. Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού, τόμος πρώτος (πρώιμα χρόνια), σελ. 160, εκδόσεις Κάκτος.

65) Karl Kautsky, Η καταγωγή του χριστιανισμού, σελ. 29, εκδόσεις Αναγνωστίδη

66) G.E.M D.S Croix, Ο χριστιανισμός και η Ρώμη, σελ. 69, εκδόσεις ΜΙΕΤ

67) Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τόμος Β2, σελ. 1036, εκδόσεις Μέλισσα

68) Karl Kautsky, Η καταγωγή του χριστιανισμού, σελ., 357, εκδόσεις Αναγνωστίδη

69) G.E.M D.S Croix, Ο χριστιανισμός και η Ρώμη, σελ. 60, εκδόσεις ΜΙΕΤ

70) Κυριάκος Σιμόπουλος, Ο μύθος των «μεγάλων» της ιστορίας, σελ. …., εκδόσεις Πιρόγα.

71)  Karlheinz Deschner. Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού, τόμος πρώτος (πρώιμα χρόνια),σελ. 304, εκδόσεις Κάκτος

72) Κυριάκος Σιμόπουλος, Ο μύθος των «μεγάλων» της ιστορίας, σελ. 251-252, εκδόσεις Πιρόγα.

73) A.A Vasiliev, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας,  σελ. 71, εκδόσεις Πελεκάνος.

74) Κυριάκος Σιμόπουλος, Ο μύθος των «μεγάλων» της ιστορίας, σελ.  258, εκδόσεις Πιρόγα.

75) Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τόμος Β2, σελ. 1244, εκδόσεις Μέλισσα.

76) Κυριάκος Σιμόπουλος, Ο μύθος των «μεγάλων» της ιστορίας, σελ. 257, εκδόσεις Πιρόγα.

77) A.Ward/F.M Heichelheim/C.A Yeo, Οι Ρωμαίοι, σελ. 572, εκδόσεις Οδυσσέας

78) Georg Ostrogorsky, Ίστορία του Βυζαντινού κράτους, Α τόμος, σελ. 106, εκδόσεις Πατάκη

79)Κυριάκος Σιμόπουλος, Ο μύθος των «μεγάλων» της ιστορίας, σελ. 272, εκδόσεις Πιρόγα.

80) Ο.π, 273

81) Ο.π 235

82) M.V Levtchenko, Ιστορία της  Βυζαντινής αυτοκρατορίας, σελ. 24, εκδόσεις Αναγνωστίδη.

83)Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τόμος Β2, σελ. 1244-1245, εκδόσεις Μέλισσα.

84) Τηλέμαχος Λουγγής, Επίτομη Ιστορία του Βυζαντίου, τόμος Α, σελ. 49, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

85)  Karlheinz Deschner. Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού, τόμος τρίτος (Αρχαία Χριστιανική Εκκλησία),σελ. 345, εκδόσεις Κάκτος

86) Τηλέμαχος Λουγγής, Επίτομη Ιστορία του Βυζαντίου, τόμος Α, σελ. 47, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

87)  Karlheinz Deschner. Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού, τόμος πρώτος (πρώιμα χρόνια),σελ. 291, εκδόσεις Κάκτος

88) Κυριάκος Σιμόπουλος, Ο μύθος των «μεγάλων» της ιστορίας, σελ. 283, εκδόσεις Πιρόγα.

89) Karlheinz Deschner. Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού, τόμος πρώτος (πρώιμα χρόνια),σελ. 312, εκδόσεις Κάκτος

90) M.V Levtchenko, Ιστορία της  Βυζαντινής αυτοκρατορίας, σελ. 40, εκδόσεις Αναγνωστίδη.

91) G.E.M D.S Croix, Ο χριστιανισμός και η Ρώμη, σελ. 266, εκδόσεις ΜΙΕΤ

92) M.V Levtchenko, Ιστορία της  Βυζαντινής αυτοκρατορίας, σελ. 41, εκδόσεις Αναγνωστίδη

93) Κυριάκος Σιμόπουλος, Ο μύθος των «μεγάλων» της ιστορίας, σελ. 301, εκδόσεις Πιρόγα.

94) Karlheinz Deschner. Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού, τόμος πρώτος (πρώιμα χρόνια),σελ. 335, εκδόσεις Κάκτος

95) Ο.π, 339

96) Κυριάκος Σιμόπουλος, Ο μύθος των «μεγάλων» της ιστορίας, σελ. 309, εκδόσεις Πιρόγα.

97) Karlheinz Deschner. Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού, τόμος πρώτος (πρώιμα χρόνια),σελ. 354, εκδόσεις Κάκτος

98) Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τόμος Β2, σελ. 1244-1245, εκδόσεις Μέλισσα

99) Karlheinz Deschner. Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού, τόμος πρώτος (πρώιμα χρόνια),σελ. 359, εκδόσεις Κάκτος

100) Γιάννης Κορδάτος, Εισαγωγή εις την Νομικήν  Επιστήμην, σελ. 119, εκδόσεις Μπουκομάνη

101) W.Durant, Παγκόσμιος ιστορία του πολιτισμού, τόμος Γ, σελ. 461, εκδόσεις Συρόπουλος

102) Ο.π, σελ. 461

103)  Ο.π, σελ. 466

104)  Ο.π, σελ. 741

105) Κώστας Καραστάθης, Μέγας Κωνσταντίνος-κατηγορίες και αλήθεια, σελ. 176-180, εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος

106) Karlheinz Deschner. Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού, τόμος πρώτος (πρώιμα χρόνια),σελ. 347, εκδόσεις Κάκτος

107) Ο.π , σελ. 346

108) Κυριάκος Σιμόπουλος, Ο μύθος των «μεγάλων» της ιστορίας, σελ. 269, εκδόσεις Πιρόγα.

109) A.Ward/F.M Heichelheim/C.A Yeo, Οι Ρωμαίοι, σελ. 576-577, εκδόσεις Οδυσσέας

 

 

Βιβλιογραφία

 

 

Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τόμος Β2, εκδόσεις Μέλισσα

Perry Anderson, Από την αρχαιότητα στον φεουδαλισμό, εκδόσεις Οδυσσέας.

Francesco Bertolini, Ρωμαϊκή Ιστορία, τόμος Β, εκδόσεις Πελεκάνος

Max Cary, Ρωμαϊκή Ιστορία, τόμος Β, εκδόσεις Μίνωας

G.E.M D.S Croix, Ο χριστιανισμός και η Ρώμη, εκδόσεις ΜΙΕΤ

Karlheinz Deschner. Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού, τόμος πρώτος (πρώιμα χρόνια), εκδόσεις Κάκτος

W.Durant, Παγκόσμιος ιστορία του πολιτισμού, τόμος Γ, εκδόσεις Συρόπουλος

Peter Garnsey/ Richard Saller, Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, οικονομία, κοινωνία και πολιτισμός, εκδόσεις ΠΕΚ.

Karl Kautsky, Η καταγωγή του χριστιανισμού, εκδόσεις Αναγνωστίδη

M.V Levtchenko, Ιστορία της  Βυζαντινής αυτοκρατορίας, εκδόσεις Αναγνωστίδη

K.Marx, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, εκδόσεις Θεμέλιο.

M.P Nilsson, Ιστορία της αρχαίας θρησκείας, εκδόσεις Παπαδήμα

J.J Norwich, Σύντομη ιστορία του Βυζαντίου, εκδόσεις Γκοβόστη.

Georg Ostrogorsky, Ίστορία του Βυζαντινού κράτους, Α τόμος, εκδόσεις Πατάκη

A.A Vasiliev, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας,  εκδόσεις Πελεκάνος.

A.Ward/F.M Heichelheim/C.A Yeo, Οι Ρωμαίοι, εκδόσεις Οδυσσέας

Κώστας Καραστάθης, Μέγας Κωνσταντίνος-κατηγορίες και αλήθεια, εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος

Γιάννης Κορδάτος, Εισαγωγή εις την Νομικήν  Επιστήμην, εκδόσεις Μπουκομάνη

Τηλέμαχος Λουγγής, Επίτομη Ιστορία του Βυζαντίου, τόμος Α, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

Κυριάκος Σιμόπουλος, Ο μύθος των «μεγάλων» της ιστορίας, εκδόσεις Πιρόγα.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *