Η «κάλπικη» δημοκρατία

 

 

 

Η «κάλπικη» δημοκρατία

 

 

Αφετηριακή θέση για την «δημοκρατία» και «δικτατορία» είναι η Μαρξιστική τοποθέτηση για τον χαρακτήρα της πολιτικής εξουσίας τόσο στον καπιταλισμό, όσο και γενικά στις ταξικές κοινωνίες. Θέση που διατυπώθηκε με γενικό τρόπο από τον Μαρξ και αναπτύχθηκε ιδιαίτερα από τον Λένιν και τα επαναστατικά Μαρξιστικά ρεύματα. Σύμφωνα με αυτή την θέση, στις κοινωνίες που χωρίζονται σε τάξεις, η πολιτική εξουσία είναι η εξουσία της κυρίαρχης τάξης, εξουσία με την οποία διασφαλίζει την κυριαρχία και την ηγεμονία της πάνω στις υπόλοιπες.

Η επιστροφή σε αυτή τη θέση του Μαρξ, του Λένιν και των άλλων Μαρξιστών που την υποστήριξαν, είναι σήμερα περισσότερο από αναγκαία γιατί τονίζει τον ταξικό χαρακτήρα της πολιτικής εξουσίας και δεν την αντιλαμβάνεται σαν μια «μορφή διακυβέρνησης». Έχει επίσης πολύ περισσότερη σχέση με την πραγματικότητα, σαν μέθοδος και πλαίσιο ανάλυσης, (ακόμα και με τα κριτήρια της κατεστημένης «επιστήμης») από αντιλήψεις που βλέπουν το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας κυρίως σαν ζήτημα διαπάλης δημοκρατίας/δικτατορίας, αστικής δημοκρατίας/άμεσης δημοκρατίας κλπ. Αντιλήψεις, που παρά τα διάφορα ονόματα και νεολογισμούς που κάθε φορά παίρνουν, έχουν τις ρίζες τους σε προ-μαρξιστικά ρεύματα στην πολιτική φιλοσοφία και θεωρία. Με βάση την παραπάνω τοποθέτηση, η εξουσία στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής είναι εξουσία μιας μειοψηφίας που κατέχει τα μέσα παραγωγής  και προσδιορίζει τις κυρίαρχες κοινωνικές ιδέες και στρατηγικές.

Η πολιτική κοινωνία η οποία οργανώνεται γύρω από την πολιτική εξουσία στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής έχει ένα χαρακτηριστικό που την διαφοροποιεί από προ-καπιταλιστικές εποχές: την διάσπαση «δημόσιου» και «ιδιωτικού» χώρου, «κοινωνίας των πολιτών» και «ατομικών δικαιωμάτων». Με άλλα λόγια, την διάσπαση ανάμεσα στην πολιτική κοινωνία όπου όλοι εμφανίζονται τυπικά ίσοι, αφού ο καθένας έχει από μία ψήφο η (ακόμα και εκεί που δεν υπάρχουν εκλογές) την ιδιότητα του «πολίτη» και στην κοινωνική πραγματικότητα όπου δεν έχει ο καθένας τα  μέσα παραγωγής, την ίδια ιδιοκτησία και επομένως τον ίδιο ελεύθερο χρόνο, την ίδια παιδεία, κα.

Η πολιτική εξουσία στον καπιταλισμό, κάτω από όλες τις διάφορες μορφές που παίρνει ιστορικά, είναι η έκφραση στο πεδίο της «πολιτικής κοινωνίας» των ταξικών ανισοτήτων. Είναι η ενσωμάτωση και καταστολή των ταξικών ανταγωνισμών έτσι ώστε να διασφαλίζεται η διαιώνιση της εξουσίας της κυρίαρχης αστικής τάξης συνολικά και όχι μόνο των «προνομίων» που απολαμβάνει ένα τμήμα της (πχ τράπεζες). Αυτός είναι και ο λόγος που όλες οι «δημοκρατίες», οι «δικτατορίες», οι «βοναπαρτισμοί» κλπ στις αστικές κοινωνίες είναι εγχειρήματα νομιμοποίησης της ταξικής εκμετάλλευσης στην «ιδιωτική κοινωνία» όπου η ικανότητα για εργασία (και κάθε άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα) έχει γίνει εμπόρευμα που πουλιέται κάθε μέρα στην αγορά.

Οι δύο προηγούμενες θέσεις (η πολιτική εξουσία ως ταξική εξουσία και η πολιτική εξουσία στην αστική κοινωνία ως σισύφεια απόπειρα άρσης της διάσπασης «δημόσιου» και «ιδιωτικού») αναβαθμίζουν (και όχι το αντίθετο όπως υποστηρίζουν διάφορα αναρχικά η αριστερίστικα ρεύματα) την ανάγκη της εκτίμησης για τις συγκεκριμένες μορφές που παίρνει κάθε φορά η πολιτική εξουσία. Αυτές οι μορφές είναι αποτέλεσμα μιας πολυσύνθετης διαδικασίας που είναι συνάρτηση της ταξικής πάλης, της φάσης του καπιταλιστικού οικονομικού κύκλου (κρίση-ύφεση-ανάπτυξη), των διεθνικών και εθνικών ενδοαστικών ανταγωνισμών, των ιδεολογικών και ευρύτερα των πολιτισμικών ρευμάτων, της ιστορικής παράδοσης και συλλογικής μνήμης γύρω από τις τομές που διαμορφώνουν τα πολιτικά ρεύματα κ.α.

Η σημασία που έχει το ένα η το άλλο καθεστώς της πολιτικής εξουσίας της αστικής τάξης βρίσκεται, μεταξύ άλλων, στο ότι περιγράφει και διαμορφώνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξάγονται οι ταξικοί αγώνες και άρα δρα η μπορεί να δράσει και το εργατικό κίνημα. Η Μαρξιστική θεωρία παρέχει το πλαίσιο που μπορεί να αναπτυχθεί και αποτυπωθεί η συζήτηση για αυτές τις μορφές που κάθε φορά στην ιστορία διαμορφώνουν τα πολιτικά καθεστώτα. Πλαίσιο όμως που χρειάζεται κάθε φορά ανάπτυξη και την συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης.

Η αστική δημοκρατία θεωρείται σήμερα το επικρατέστερο μοντέλο πολιτικού καθεστώτος στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες λόγω της αντοχής του στο χρόνο και την ικανότητα του να εξουδετερώνει τις εναλλακτικές επιλογές μέσα από τη «νομιμοποίηση» των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Αυτό έχει οδηγήσει πολλούς να περιγράφουν αυτό το μοντέλο με έναν καθαρά μεταφυσικό τρόπο: αναλλοίωτο, χωρίς επιδράσεις από την ταξική πάλη και αποσπασμένο από την οικονομία. Ταυτόχρονα αυτή η δημοκρατία αντιπαραβάλλεται πάντα με έναν Βεμπεριανό ιδεότυπο της στρατιωτικής δικτατορίας (που στην Ελλάδα παραπέμπει στην επταετία των συνταγματαρχών) με αποτέλεσμα τελικά να καταλήγουμε σε μια απολογητική θεωρία όχι μόνο γενικά της αστικής δημοκρατίας αλλά και του υπάρχοντος καθεστώτος ως το «μη χείρον βέλτιστον».

Αυτή όμως η απολογητική θεωρία της αστικής δημοκρατίας αποκρύπτει ότι στις διάφορες ιστορικές περιόδους όλα τα παραπάνω αυταρχικά μέτρα εφαρμόστηκαν πρώτα από «δημοκρατικά καθεστώτα» τα οποία προετοίμασαν και νομιμοποίησαν το έδαφος για πιο αυταρχικές λύσεις και στα οποία ίσχυαν, τυπικά, οι εκλογές και οι συνταγματικές ελευθερίες.

Το ιδιώνυμο και τα ξερονήσια δεν ήταν εφεύρεση ούτε του Μεταξά ούτε του Παπαδόπουλου αλλά του «φιλελεύθερου» Βενιζέλου, τον οποίο σήμερα νοσταλγούν οι αστοί θεωρητικοί ως ηγέτη απέναντι στο υπάρχον πολιτικό προσωπικό. Η χρήση του στρατού στην πολιτική στην Ελλάδα έγινε πάντα με τη συνεργασία και έκκληση κοινοβουλευτικών και «δημοκρατικών» κομμάτων. Ο «Γέρος της Δημοκρατίας»  ηγήθηκε της λειτουργίας του κοινοβουλίου στη μετακατοχική περίοδο (ως διορισμένος απο τους ιμπεριαλιστές «πρωθυπουργός» των Δεκεμβριανών του 44 και μετά ως υπουργός και βουλευτής)  όπου οι συνεδριάσεις γίνονταν κανονικά την ώρα που αλώνιζαν οι παρακρατικές συμμορίες και εκτελούνταν οι πολιτικοί αντίπαλοι. Όσο για την μετεμφυλιακή δημοκρατική περίοδο ενός άλλου μεγάλου ηγέτη που νοσταλγούν σήμερα οι αστοί, του Κ.Καραμανλή, θα αρκούσε και μόνο η αναφορά στην υπόθεση Λαμπράκη.

Καθώς οι αστοί και οι ενσωματωμένοι στο σύστημα αριστεροί θεωρητικοί αντιλαμβάνονται αυτές τις αντιφάσεις της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, που δεν γίνεται να σβήσουν εύκολα από την συλλογική μνήμη ούτε να αναιρεθούν με επιστημονικά επιχειρήματα, καταλήγουν στην θεωρία της εκτροπής. Αμέτρητες είναι οι δημοσιογραφικές και θεωρητικές προσπάθειες να ενισχυθεί αυτό το ρεύμα της «ανάπηρης δημοκρατίας» που υποστηρίζουν ότι  η πτώση της δικτατορίας και η μεταπολίτευση κατέστησαν δυνατή την απρόσκοπτη λειτουργία των κοινοβουλευτικών θεσμών.

Όμως το πολιτικό μοντέλο της μεταπολίτευσης δεν είχε σχέση με κάποια πίστη στις αρχές της δημοκρατίας αλλά με την ανάγκη δημιουργίας ενός νέου πλαισίου συναίνεσης των κατώτερων τάξεων μετά τους αγώνες και την εμπειρία της δικτατορίας (η οποία ήδη είχε προσπαθήσει να αποκαταστήσει με το πείραμα Μαρκεζίνη ακόμα και τυπικές κοινοβουλευτικές ελευθερίες). Αυτή η προσπάθεια, μέσα από τους ενδοαστικούς ανταγωνισμούς σε εθνικό και διεθνές επίπεδο και την θεσμική ενσωμάτωση της κομμουνιστικής αριστεράς πήρε τελικά τη μορφή της «αβασίλευτης δημοκρατίας». Αυτή η στρατηγική ενσωμάτωσης και ηγεμονίας της αστικής τάξης στην Ελλάδα έγινε δυνατή αρχικά στο πλαίσιο των μεταπολιτευτικών ρυθμών καπιταλιστικής ανάπτυξης στη χώρα και, κυρίως μετά την ένταξη στην Ε.Ε, με την συμμαχία με τα μικροαστικά στρώματα που κορυφώθηκε με την «αλλαγή».

Σε αυτά τα πλαίσια, έγινε δυνατή και η επέκταση, σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο, των πολιτικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών. Όσα δικαιώματα είχαν οι εργάτες τα επέβαλαν με τους δικούς τους αγώνες και ήταν μονίμως υπό αμφισβήτηση. Και η μεταπολίτευση λοιπόν, με βάση και τις παραπάνω θεωρητικές κατευθύνσεις, ήταν μια μορφή ταξικής εξουσίας και δικτατορίας και μάλιστα τυπικού χαρακτήρα αφού ήδη είχε εφαρμοστεί σε όλο τον καπιταλιστικό δυτικό κόσμο από την ψυχροπολεμική περίοδο. Η σημερινή μαγική εικόνα της «δημοκρατίας» η οποία «αλλοιώνεται», που διάφοροι περιφέρουν σε κείμενα και παρεμβάσεις, ξεχνάει ότι αυτή η «δημοκρατία» μας έφερε ως εδώ, αυτή η δημοκρατία έχει κηρύξει λιτότητα από το 1985, αυτή η «δημοκρατία» μας έβαλε στην Ε.Ε, αυτή η δημοκρατία μας έβαλε στο Ευρώ αυτή η δημοκρατία έφτιαξε τα ΜΑΤ, αυτή η δημοκρατία διατήρησε και «εκσυγχρόνισε»όλους τους παρακρατικούς μηχανισμούς, και τόσα άλλα.

Το ξέσπασμα της Ελληνικής κρίσης οδήγησε (όπως και σε όλη την Ευρώπη) στην «εξέγερση» της αστικής τάξης, δηλαδή στην διαδικασία «εσωτερικής υποτίμησης» και συντριβής των κατώτερων τάξεων σαν απόπειρα λύσης των εγγενών προβλημάτων του καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης. Η κοινωνικό-οικονομική βάση του προηγούμενου «κοινωνικού συμβολαίου» δεν υπάρχει πια. Είναι φανερό λοιπό ότι το καθεστώς πολιτικής εξουσίας δεν αντιστοιχεί πια στις συνθήκες που το δημιούργησαν και του έδιναν την νομιμοποίηση να αναπαράγει την αστική κυριαρχία. Όλη αυτή η εικόνα που παρουσιάζει σήμερα το αστικό πολιτικό προσωπικό και οι μέχρι πρότινος «ιεροί» θεσμοί του δεν είναι παρά έκφραση αυτής της αναντιστοιχίας. Και καθώς η κρίση δεν αφήνει περιθώρια για μια στρατηγική ανασυγκρότηση πάνω σε νέες κοινωνικές συμμαχίες μεταπολιτευτικού τύπου οδηγούμαστε σε αναβάθμιση του ρόλου της βίας.

Ο Πέρυ Άντερσον το διατύπωνε καθαρά σε ένα προφητικό απόσπασμα της κριτικής του στον Γκράμσι :

«…. Ένα νομισματικό σύστημα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής αποτελείται από δύο διαφορετικά μέσα ανταλλαγής: χαρτί και χρυσό…..μόνο το χαρτί και όχι ο χρυσός, εμφανίζεται στην κυκλοφορία, και όμως το χαρτί σε τελευταία ανάλυση καθορίζεται από τον χρυσό, χωρίς τον οποίο θα έπαυε να αποτελεί νόμισμα. Συνθήκες κρίσης, εξ άλλου, θα αποτελέσουν αναγκαστικά το έναυσμα μιας απότομης μεταστροφής όλου του συστήματος προς το μέταλλο που πάντα βρίσκεται αόρατα από πίσω του: μια πιστωτική κατάρρευση σίγουρα προκαλεί μια απότομη στροφή προς τον χρυσό…..στο πολιτικό σύστημα, επικρατεί μια παρόμοια δομική σχέση (μη-προσθετική και μη μεταθετική), μεταξύ ιδεολογίας και καταστολής, συναίνεσης και καταναγκασμού….οι ίδιες οι κανονικές συνθήκες ιδεολογικής υποταγής των μαζών-η καθημερινή ρουτίνα μιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας-συγκροτούνται από μια σιωπηρή, απούσα δύναμη που τις κάνει γενικά αποδεκτές: το μονοπώλιο νόμιμης βίας του κράτους. Χωρίς αυτό, το σύστημα πολιτιστικού ελέγχου θα γινόταν αμέσως εύθραυστο……..……η καπιταλιστική εξουσία μπορεί να θεωρηθεί σαν σύστημα με ένα «κινητό» κέντρο: σε οποιαδήποτε κρίση, έχουμε μια αντικειμενική μετακίνηση, και το κεφάλαιο ανασυντάσσεται από τους αντιπροσωπευτικούς στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του……».

Σήμερα στην Ελλάδα βρισκόμαστε σε μια τέτοια περίπτωση. Δεν πρόκειται λοιπόν για κάποια «εκτροπή» όπως υποστηρίζουν οι απολογητές της καπιταλιστικής δημοκρατίας αλλά για την προσπάθεια  να διασφαλιστεί η αναπαραγωγή του συστήματος την επόμενη-τουλάχιστον-δεκαετία (όπως προβλέπεται για την «έξοδο από την κρίση») σε συνθήκες περιορισμένης –η και ανύπαρκτης-δυνατότητας οικοδόμησης κοινωνικών συμμαχιών. Το κράτος «έκτακτης ανάγκης» των σοσιαλδημοκρατών, ευρωκομμουνιστών και ελευθεριακών θεωρητικών δεν υπάρχει γιατί δεν πρόκειται για «έκτακτη» ανάγκη αλλά για μια ανάδειξη μηχανισμών που υπήρχαν, λειτουργούσαν και αξιοποιούνταν και στην προηγούμενη περίοδο της «ομαλότητας».

Η κλιμάκωση της αντεργατικής επίθεσης, τα απανωτά δεξιά και αριστερά μνημόνια (προσυμφωνημένα όπως και το τελευταίο στο κοινοβούλιο, παρά τους θεατρινισμούς για την αξιολόγηση και την διαπραγμάτευση), η άμεση παρέμβαση των κρατικών μηχανισμών στο εργατικό κίνημα, όπως π.χ με το διορισμένο απο τα…δικαστήρια συνέδριο-μαιμού του ΕΚΑ που γίνεται αυτές τις μέρες για να νομιμοποιήσει εργοδοτικά και ναζιστικά «σωματεία» είναι μόνο πλευρές αυτής της διαδικασίας.Ακόμα και στα θέματα εξωτερικής πολιτικής τα πολεμικά σενάρια είναι πιο κοντά απο ποτέ τα τελευταία χρόνια και ένα θερμό επεισόδιο στο αιγαίο, με απρόβλεπτες συνέπειες, δεν μπορεί να αποκλειστεί σαν ενδεχόμενο

Όλα αυτά δεν είναι μόνο Ελληνική ιδιαιτερότητα, αφού η ένταση των ανταγωνισμών και η ανάγκη να προχωρήσει πιο γρήγορα η καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων (και η κορυφαία παραγωγική δύναμη είναι ο εργαζόμενος άνθρωπος, η εργατική τάξη)  φέρνουν στο προσκήνιο το χαρτί του φασισμού σε όλο τον ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο, με διάφορες μορφές και εκδηλώσεις. Και όπως οι υποσχέσεις και η πολιτική Ομπάμα οδήγησαν στον Τράμπ, έτσι και οι σοσιαλδημοκρατικές απάτες της «κοινωνικής Ε.Ε» προετοίμασαν το έδαφος για τους ακροδεξιούς και τους ναζί που έχουν γεμίσει σήμερα τα Ευρωπαικά κοινοβούλια.  Και όσο το εργατικό κίνημα (η ότι υπάρχει απο αυτό σήμερα) δεν καταφέρνει έμπρακτα να διαχωριστεί απο αυτές τις επιλογές και να προτείνει το δικό του σχέδιο, μιας άλλης εξουσίας και οικονομίας, οι νύχτες που θα ξημερώσουν θα είναι ακόμα πολλές…………..

 

 

Κατερίνα Μαργαρίτη

 

 

 

Μέρος του κειμένου είχε δημοσιευτεί στην πρώτη μορφή του ιστολογίου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *