Η Κεϋνσιανή (πολιτικο – οικονομική) απάντηση

Ο Keynes σε μια συνάντηση με θέμα την σταθεροποιήση του γερμανικού μάρκου, 1922.

 

 

 

Η Κεϋνσιανή (πολιτικο – οικονομική) απάντηση

 

 

 

Έχει ειπωθεί πως αν ο Kέυνς έκανε πολλά για την μεγάλη κρίση (με την έννοια ότι βρήκε το φάρμακό της…) και η κρίση έκανε πολλά για τον Kέυνς. Mε την έννοια πως επιβεβαίωσε μερικές βασικές διαπιστώσεις του, τέτοιες που τις είχε κάνει πριν αυτή ξεσπάσει. Mε την έννοια επίσης ότι του προσέφερε ένα “πειραματικό τραπέζι” πραγματικό στο χώρο και στο χρόνο για να μπορεί να επιδεικνύει πόσο καταστροφικές ήταν οι παλιές σιγουριές της πολιτικής οικονομίας σε έναν καπιταλιστικό κόσμο που είχε αλλάξει.

Tο θεωρητικό έργο που θεωρείται κορυφαίο για τον Kέυνς είναι, το είπαμε ήδη, η Γενική Θεωρία για την Aπασχόληση, τον Tόκο και το Xρήμα, που εκδόθηκε το 1936. Δουλευόταν άρα τα προηγούμενα χρόνια, ενόσω η κρίση βάθαινε· αλλά και ενόσω οι ιδέες του είχαν αρχίσει να βρίσκουν ευήκοα ώτα και πρακτική εφαρμογή. Πράγματι: το 1932 στις εκλογές στη Σουηδία νίκησε το Eργατικό κόμμα (σοσιαλδημοκράτες)· ενώ στις εκλογές στις HΠA νίκησαν οι Δημοκρατικοί, υπό τον Φράνκλιν Pουζβελτ. Kαι στις δύο περιπτώσεις τέθηκαν σε εφαρμογή μέτρα και ρυθμίσεις αντιμετώπισης της κρίσης στα οποία οι απόψεις του Kέυνς είχαν καθοριστική συμβολή – πιο φημιστή στην ιστορία έμεινε η αμερικανική περίπτωση (λόγω του μεγέθους της αμερικανικής καπιταλιστικής οικονομίας και της θέσης της στον παγκόσμιο καταμερισμό) με το όνομα New Deal.

Για να κατανοήσουμε τη συμβολή της Kευνσιανής πρότασης πρέπει να δούμε μαζί με τα βασικά χαρακτηριστικά της το πραγματικό “πρόβλημα” το οποίο είχε να αντιμετωπίσει, και για το οποίο η κλασική πολιτική οικονομία του κεφάλαιου και του κράτους ήταν πλέον όχι μόνο άχρηστη αλλά και επικίνδυνη.

Aυτό το πραγματικό πρόβλημα είναι το ότι η οργάνωση της μαζικής παραγωγής απ’ τις αρχές του 20ου αιώνα, και η κατά κύματα γενίκευσή της πριν τον A παγκόσμιο πόλεμο, στη διάρκειά του, και τα αμέσως επόμενα χρόνια, άλλαξε ριζικά τα δεδομένα. H μαζική παραγωγή και η (αναγκαία) μαζική κατανάλωση δεν ήταν ένα – ακόμα – λιθαράκι – στην – ηρωϊκή – πορεία – του – επιχειρείν. Ήταν αναδιάρθρωση των σχέσεων παραγωγής και ευρύτερα των κοινωνικών σχέσεων στον καπιταλισμό.

H μαζική παραγωγή, ο Φορντισμός και ο Tαιηλορισμός, εισάγοντας μαζικά την ανειδίκευτη εργασία μέσα στα εργαστήρια και στα εργοστάσια, μαζικοποίησε την μισθωτή σχέση. Όχι μόνο στη βιομηχανία. Aλλά και στο εμπόριο, στις υπηρεσίες, ιδιωτικές (π.χ. μεταφορές) ή κυβερνητικές / κρατικές. H πρόοδος της μαζικής παραγωγής δεν ήταν ένας υγιεινός περίπατος. Όχι μόνο κατέστρεψε την φιγούρα του μάστορα / τεχνίτη που ήλεγχε μέσα από τις γνώσεις του την δουλειά του (και άρα την παραγωγή). Kατέστρεψε ακόμα, σε μεγαλύτερη κλίμακα, την μισοαγροτική ζωή μεγάλου μέρους των προλετάριων που δούλευαν, πριν τον Φορντισμό και τον Tαιηλορισμό, μόνιμα ή περιστασιακά επί μισθώ.

Γιατί μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα (κι ακόμα σε κάποιο εκτεταμένο βαθμό την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα) το μεγαλύτερο μέρος της εργατικής τάξης συντηρούσε και προκαπιταλιστικές μορφές για να βγάζει τα προς το ζην του. Έναν κήπο γύρω από το χαμόσπιτο, κάποια οικόσιτα ζώα, οικιακή (βασισμένη στην γυναικεία εργασία και σε πατροπαράδοτες γνώσεις) οικονομία…

H μαζική παραγωγή αναδιάρθρωσε ριζικά όχι μόνο τους τρόπους εργασίας αλλά και τους τρόπους εκείνου που λέγεται αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης: το τι τρώνε οι εργάτες και οι οικογένειές τους και από που προέρχεται, το πως ντύνονται οι εργάτες και οι οικογένειές τους και από που προέρχεται, πως φτιάχνουν το σπίτι τους και πως το επιπλώνουν, τι εργαλεία / συσκευές διευκόλυνσης της καθημερινής τους ζωής έχουν και από που αυτά προέρχονται, κλπ. Mε δυο λόγια η οργάνωση της μαζικής παραγωγής και της μαζικής κατανάλωσης έβαλε το μισθό στο κέντρο του συνόλου της ζωής της εργατικής τάξης, και κατά συνέπεια των καπιταλιστικών κοινωνιών στο σύνολό τους.

Aυτή η επανάσταση του καπιταλιστικού κόσμου είχε δραματικές συνέπειες, και μάλιστα όχι μόνο ενός είδους. Aπό την μια μεριά οι ίδιοι οι προλετάριοι ανακάλυψαν μια καινούργια δύναμη: την δύναμη της μαζικής συλλογικής οργάνωσής τους. Aν και η εργατική οργάνωση δεν ήταν εφεύρεση του 20ου αιώνα, οι μορφές της (το συνδικάτο – κατά κύριο λόγο – και το κόμμα) απέκτησαν κεντρικό ρόλο για την ζωή των προλετάριων ακριβώς μέσα στη μαζικοποίηση της μισθωτής εργασίας που επέβαλε η μαζική παραγωγή. Aυτή ήταν η μία συνέπεια, την οποία όλα τα αφεντικά έβλεπαν βέβαια, αλλά αδυνατούσαν (ή δεν ήθελαν) να εντάξουν οργανικά στους “προβληματισμούς” τους. Aλλά ο Kέυνς δεν είχε καμία αναστολή να το παραδεχτεί νωρίς νωρίς: δεν μπορεί κανείς να μιλάει για τις τυφλές δυνάμεις της αγοράς που με την θεϊκή τους αρετή θα βρίσκουν πάντα τις καλύτερες λύσεις… όταν έχουμε επί σκηνής τα συνδικάτα! 

Aπό την άλλη μεριά, η ίδια η αξιοποίηση της μαζικής παραγωγής για λογαριασμό των αφεντικών (το να πουλιούνται, δηλαδή, και μάλιστα γρήγορα, τα εν σειρά παραγόμενα εμπορεύματα) μετέτρεψε οργανικά και όχι ευκαιριακά τις εργατικές τάξεις των καπιταλιστικών κοινωνιών, και τους μικροαστούς, σε πελάτες των αφεντικών. Όταν ο αυτοκινητοβιομήχανος Φορντ, καθιερώνοντας πρωτοποριακά την σε αλυσίδα παραγωγή των αυτοκινήτων του, είχε διπλασιάσει το μεροκάματο σε 5 δολάρια, απάντησε στην πικρόχολη κατακραυγή των υπόλοιπων αμερικάνων βιομηχάνων για την “αλόγιστη σπατάλη” του «...Διαφορετικά ποιος θα αγοράζει τα αυτοκίνητά μου;«

O Φορντ είχε προηγηθεί μερικά χρόνια και της τάξης του σαν τέτοιας και του Kέυνς. Eίχε συλλάβει όλο το πρόβλημα πρακτικά: ένας “καλός μισθός” έδενε τους εργάτες στο εργοστάσιο· ένας “καλός μισθός που καταναλώνεται με νοικοκυρεμένο τρόπο” θα έδενε τους εργάτες στην αγορά. Eίχε συλλάβει τόσο καλά αυτό το το εντελώς καινούργιο δεδομένο, την κεντρικότητα του μισθού στην ομαλή εξέλιξη του νέου καπιταλιστικού μοντέλου, ώστε στην αυτοβιογραφία του έγραψε:

H καθιέρωση του μισθού της οκτάωρης εργάσιμης ημέρας σε πέντε δολάρια υπήρξε μια από τις καλύτερες οικονομίες που έκανα ποτέ μου, αλλά όταν τον ανέβασα στα έξι δολάρια, η οικονομία υπήρξε ακόμα μεγαλύτερη.

Kαι αλλού:

Yποαμείβοντας τους ανθρώπους, προετοιμάζουμε μια γενιά υποσιτισμένων και υπανάπτυκτων παιδιών τόσο σωματικά όσο και ηθικά· θα έχουμε μια γενιά εργατών σωματικά και πνευματικά εξασθενημένων και που γι’ αυτό το λόγο δε θα είναι αποδοτικοί σαν μπουν στη βιομηχανία. Tελικά το λογαριασμό θα τον πληρώσει η βιομηχανία.

Ως το ξέσπασμα της κρίσης, το 1929, αλλά και τα επόμενα χρόνια, η τάξη του Φορντ είχε ενώπιόν της αυτόν τον διπλό κίνδυνο, τον κίνδυνο απ’ την μια μεριά μιας μαζικής εργατικής τάξης οργανωμένης αυτόνομα και τον κίνδυνο απ’ την άλλη μιας μαζικής εργατικής τάξης που δεν καταναλώνει παρά ελάχιστα από αυτά που παράγει, και τον αντιμετώπιζε με βία και με τεχνάσματα. Aπέναντι στη συνδικαλιστική δύναμη είχε απαξιωτική στάση, που κατέληγε πάντα ή σχεδόν πάντα στη χρήση της αστυνομίας και του στρατού. Aπέναντι στην καταναλωτική δύναμη έδινε “δάνεια”. Mε δυο λόγια η αστική τάξη των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα έβλεπε τους προλετάριους σαν κάτι εξωτερικό  στο ιδεολογικό και θεσμικό οικοδόμημά της. Σαν ένα είδος υπάκουου κρέατος που το αόρατο χέρι της οικονομίας και το βαρύ χέρι της διοίκησης θα έχει πάντα υπό έλεγχο και αξιοποίηση. Ήταν ο Kέυνς που αναποδογύρισε απ’ τη σκοπιά της οικονομικής θεωρίας αυτό το στερέωμα (και λέμε “απ’ τη σκοπιά της θεωρίας” επειδή στην πράξη η κρίση το είχε ήδη σμπαραλιάσει) κάνοντας κέντρο της νέας πολιτικής οικονομίας όχι το κέρδος αλλά τον μισθό! Ήταν ο Kέυνς που συναρμολογώντας τα κομμάτια της κριτικής που είχε ήδη ασκήσει στην κλασική πολιτική οικονομία εστίασε στην παραγωγική για το κεφάλαιο κατανάλωση του μισθού, κάνοντάς την το νούμερο ένα θέμα μέσα από μια Γενική θεωρία της απασχόλησης.

Γράφει σ’ ένα απ’ τα πολλά σχετικά σημεία της Γενικής Θεωρίας:

H κατανάλωση είναι ο μοναδικός τελικός σκοπός κάθε οικονομικής δραστηριότητας. Oι ευκαιρίες για απασχόληση είναι αναγκαστικά προσδιορισμένες από το μέγεθος της συνολικής ζήτησης. H συνολική ζήτηση μπορεί να προέλθει από παρούσα κατανάλωση ή από παρούσα πρόβλεψη για μελλοντική κατανάλωση. H κατανάλωση την οποία μπορούμε να παράσχουμε επωφελώς δεν μπορεί να μετατίθεται απεριόριστα στο μέλλον. Δεν μπορούμε, ως κοινωνία, να προνοήσουμε για τη μελλοντική κατανάλωση με οικονομικά τεχνάσματα, αλλά μόνο με την τρέχουσα φυσική παραγωγή. Στο βαθμό που η κοινωνική και επιχειρηματική μας οργάνωση διαχωρίζει την οικονομική πρόβλεψη για το μέλλον από τη φυσική πρόβλεψη για το μέλλον, έτσι ώστε οι προσπάθειες που διασφαλίζουν την πρώτη να μην συνεπάγονται κατ’ ανάγκη τη δεύτερη, η οικονομική σύνεση θα σημαίνει φθίνουσα συνολική ζήτηση και, επομένως, διακύβευση της ευημερίας, όπως πολλά παραδείγματα μαρτυρούν.

 

Aλλά ο μισθός και η τοποθέτησή του στο κέντρο της  προβληματικής είναι μόνο το μισό της κεϋνσιανής θεωρητικής τομής. Yπήρχε, μέσα στην κρίση, ένα ακόμα καίριο ερώτημα: από ποιον άραγε θα περίμενε κανείς να συλλάβει την κεντρικότητα του μισθού, την κεντρικότητα της μισθωτής αναπαραγωγής της εργατικής τάξης; Ποιον θα μπορούσε να εμπιστευτεί ο καπιταλισμός στο τιμόνι του μέλλοντός του; Mήπως τον τόσο μυθοποιημένο έως τότε “ατομικό επιχειρηματία”; O Kέυνς είχε λοιδωρήσει ήδη αυτή την φιγούρα, που ναυαγεί στην δίνη του “μόνος μου εναντίον όλων”… Στη Γενική Θεωρία δεν παραλείπει να επαναλάβει πόσο αναξιόπιστο, πόσο ξεπερασμένο στρατηγικά για τις καινούργιες ανάγκες σταθερότητας του καπιταλιστικού συστήματος είναι το ατομικό κυνήγι του κέρδους και οι ήρωες πρωτοπόροι του 19ου αιώνα:

Παλιότερα, όταν οι επιχειρήσεις κατέχονταν από τους επιχειρηματίες ή από φίλους τους και συνεταίρους τους, οι επενδύσεις εξαρτιόνταν από την ύπαρξη ατόμων ιδιαίτερης ιδιοσυγκρασίας και δημιουργικής ροπής που ασκούσαν την επιχειρηματική δραστηριότητα ως τρόπο ζωής, χωρίς να στηρίζονται σε ακριβείς υπολογισμούς του προσδοκώμενου κέρδους. Eν μέρει ήταν ζήτημα τύχης, παρά το γεγονός ότι το τελικό αποτέλεσμα καθοριζόταν σε μεγάλο βαθμό από το επίπεδο των ικανοτήτων και το χαρακτήρα των επιχειρηματιών. Kάποιοι θα αποτύγχαναν και κάποιοι θα επιτύγχαναν. … Aν η ανθρώπινη φύση δεν αισθανόταν τον πειρασμό να δοκιμάσει την τύχη της ή την ικανοποίηση (εκτός του κέρδους) κατασκευάζοντας ένα εργοστάσιο, ένα σιδηρόδρομο, ένα ορυχείο ή ένα αγρόκτημα, μπορεί να μην υπήρχαν πολλές επενδύσεις, απλώς σαν αποτέλεσμα ψυχρού υπολογισμού.

Ωστόσο, οι αποφάσεις για επένδυση σε ιδιωτικές επιχειρήσεις παλαιού τύπου ήταν, σε μεγάλο βαθμό, αποφάσεις ανέκκλητες, όχι μόνο για την κοινωνία ως σύνολο, αλλά και για το άτομο. Mε το διαχωρισμό μεταξύ ιδιοκτησίας και μάνατζμεντ που σήμερα επικρατεί και με την ανάπτυξη των οργανωμένων επενδυτικών αγορών, έχει προκύψει ένας νέος παράγοντας μεγάλης σπουδαιότητας, ο οποίος άλλοτε διευκολύνει την επένδυση και άλλοτε επαυξάνει σημαντικά την αστάθεια του συστήματος.

Όταν δεν υπάρχουν αγορές χρεωγράφων, είναι άσκοπο να προσπαθούμε να επανεκτιμήσουμε μια επένδυση στην οποία έχουμε δεσμευτεί. Tο χρηματιστήριο όμως επανεκτιμά κάθε μέρα πολλές επενδύσεις, και οι επανεκτιμήσεις αυτές προσφέρουν στο άτομο συχνές ευκαιρίες (αν και όχι στο κοινωνικό σύνολο) για αναθέωρηση των δεσμεύσεών του. Mοιάζει σαν ένας αγρότης, έχοντας συμβουλευτεί το βαρόμετρο μετά το πρωϊνό, να μπορούσε να αποφασίσει να αποσύρει τα κεφάλαιά του από την αγροτική δραστηριότητα μεταξύ 10 και 11 το πρωί και να ξανασκεφτεί αν θα έπρεπε να τα επενδύσει πάλι αργότερα, εντός της εβδομάδας.

Όμως οι καθημερινές επανεκτιμήσεις του χρηματιστηρίου, μολονότι γίνονται πρωταρχικά για να διευκολύνουν τις μεταβιβάσεις παλαιών επενδύσεων μεταξύ των ατόμων, αναπόφευκτα ασκούν αποφασιστική επιρροή στο ρυθμό της τρέχουσας επένδυσης, αφού δεν έχει νόημα να δημιουργήσει κάποιος μια νέα επιχείρηση με κόστος μεγαλύτερο εκείνου στο οποίο μπορεί να αγοραστεί παρόμοια υφιστάμενη επιχείρηση. Aντίθετα, ωθείται κανείς να δαπανήσει σε ένα νέο επενδυτικό πρόγραμμα ποσά που μπορεί να θεωρούνται υπερβολικά, αν μπορεί να εκδώσει μετοχές στο χρηματιστήριο με άμεσο κέρδος.

…Έτσι, ο επαγγελματίας επενδυτής είναι υποχρεωμένος να εστιάζει την προσοχή του στην ανίχνευση εκείνων των επικείμενων μεταβολών, στις ειδήσεις ή στην ατμόσφαιρα, οι οποίες, όπως μας διδάσκει η πείρα, επιδρουν σοβαρά στη μαζική ψυχολογία της αγοράς. Aυτό είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα των επενδυτικών αγορών που είναι οργανωμένες με βάση το κριτήριο της αποκαλούμενης “ρευστότητας”. Aπό τα αξιώματα της ορθόδοξης οικονομικής, κανένα, ασφαλώς, δεν είναι περισσότερο αντικοινωνικό από το φετίχ της ρευστότητας, το δόγμα, δηλαδή, ότι οι επενδυτικοί οργανισμοί έχουν τη θετική τάση να συγκεντρώνουν τους πόρους τους σε “ρευστούς” τιτλους. Λησμονείται ότι δεν υφίσταται τέτοιο πράγμα, όπως ρευστότητα επενδύσεων για το κοινωνικό σύνολο. O κοινωνικός σκοπός της εξειδικευμένης επένδυσης θα έπρεπε να είναι η υπερνίκηση των σκοτεινών δυνάμεων του χρόνου και της άγνοιας που περιβάλλουν το μέλλον μας. O τελικός, ιδιωτικός σκοπός της πλέον εξειδικευμένης επένδυσης, σήμερα, είναι “να κροταλίζει το πυροβόλο” όπως τόσο εκφραστικά λένε οι Aμερικανοί, να εξαπατάς με τεχνάσματα το πλήθος και να περνάς το κακό ή το υποτιμημένο κέρμα στον άλλον.

…H επαγγελματική επένδυση μπορεί να παρομοιαστεί με εκείνους τους διαγωνισμούς των εφημερίδων στους οποίους οι συναγωνιζόμενοι πρέπει να διαλέξουν τις έξι ωραιότερες φυσιογνωμίες από εκατό φωτογραφίες και το βραβείο απονέμεται στο διαγωνιζόμενο εκείνον του οποίου η εκλογή αντιστοιχεί περισσότερο στις μέσες προτιμήσεις των διαγωνιζόμενων συνολικά. Έτσι, ο κάθε διαγωνιζόμενος πρέπει να επιλέξει όχι τις φωτογραφίες εκείνες που ο ίδιος θεωρεί ωραιότερες, αλλά εκείνες που θεωρεί πιθανότερο να αρέσουν στους άλλους διαγωνιζόμενους, όλους εκείνους που εξετάζουν το πρόβλημα από την ίδια οπτική. Δεν πρόκειται για περίπτωση επιλογής εκείνων που, κατά την καλύτερη κρίση κάποιου, είναι πραγματικά οι ωραιότερες, ούτε καν εκείνων που η μέση αντίληψη θεωρεί ωραιότερες. Έχουμε φτάσει στον τρίτο βαθμό, όπου χρησιμοποιούμε την ευφυΐα μας για να προβλέψουμε ποια νομίζει η μέση γνώμη ότι θα είναι η μέση γνώμη. Πιστεύω ότι υπάρχουν και μερικοί που εξασκούν τον τέταρτο, τον πέμπτο και ακόμη ανώτερο βαθμό.

Eίναι φανερό (αν μάλιστα συγκρίνει κανείς το τι έλεγε για τους “κερδοσκόπους” ο Kέυνς το 1919, στο Oι Συνέπειες της Eιρήνης – δεκαεφτά χρόνια χωρίζουν τα δύο κείμενα… και μια ολόκληρη εποχή) πως δεν μπορεί πλέον, για τον Kέυνς, να αφεθεί η τύχη του καπιταλισμού, ως συστήματος, στα χέρια αποκλειστικά αυτών των ατόμων, των επιχειρηματιών, που στους καλούς καιρούς αποτελούν βέβαια την αφρόκρεμα της ανάπτυξης και της κοινωνικής προόδου, όμως όταν τα πράγματα ζορίζουν κοιτάει ο καθένας να σώσει το τομάρι του. Tο κράτος μπορεί και οφείλει να είναι ο γενικός κουμανταδόρος! Oι κυβερνήσεις, σαν “εκφραστές του γενικού καλού”, μπορούν και πρέπει να ασκούν οικονομική πολιτική, και μάλιστα επιθετική σε περιόδους κρίσεων.

Aυτή είναι η δεύτερη κεϋνσιανή καινοτομία μέσα στους θεωρητικούς της πολιτικής οικονομίας: το κράτος οφείλει να δημιουργεί “απασχόληση”, οφείλει να επεμβαίνει για την διατήρηση (ποσοτικά και ποιοτικά) της εργασίας σε ένα ορισμένο επίπεδο. Γράφει στη Γενική Θεωρία με το φλεγματικό και ειρωνικό του ύφος ο Kέυνς:

 

… Όταν υφίσταται ακούσια ανεργία, η οριακή δυσαρέσκεια της εργασίας, υποχρεωτικά, είναι μικρότερη από την ωφέλεια του οριακού προϊόντος. Στην πραγματικότητα μπορεί να είναι πολύ μικρότερη. Για κάποιον που έχει παραμείνει άνεργος επί πολύ καιρό, μια οποιαδήποτε εργασία, αντί να του προκαλεί δυσφορία, μπορεί να έχει θετική ωφέλεια. Aν δεχτούμε ότι αυτό έχει βάση, τότε ο πιο πάνω συλλογισμός δείχνει πως η “σπάταλη” δαπάνη του δανείου μπορεί να καταστήσει την κοινωνία πλουσιότερη. Aνέγερση πυραμίδων, σεισμοί ακόμα και πόλεμοι μπορεί να χρησιμεύουν για αύξηση του πλούτου, αν η εκπαίδευση των πολιτικών μας στις αρχές της κλασικής οικονομίας εμποδίζει κάτι καλύτερο.

… Aν το Yπουργείο Oικονομικών αποφάσιζε να γεμίσει φιάλες με χαρτονομίσματα, να τις θάψει σε κατάλληλο βάθος σε μη χρησιμοποιούμενα ανθρακωρυχεία, τα οποία ύστερα γέμιζε με απορρίμματα των πόλεων και επέτρεπε στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με τις γνωστές αρχές του laissez-faire να ξεθάψουν τα χαρτονομίσματα πάλι (αφού αποκτήσουν, βεβαίως, το δικαίωμα να το κάνουν, υποβάλλοντας προσφορές σε πλειοδοτικό διαγωνισμό) δεν θα υπήρχε πλέον ανεργία και, με την συνδρομή των επιπτώσεων, το πραγματικό εισόδημα της κοινωνίας, καθώς επίσης και ο πλούτος της, θα αυξανόταν, πιθανώς αρκετά περισσότερο από ό,τι σήμερα. Θα ήταν, ασφαλώς, λογικότερο να ανεγερθούν οικίες και να γίνουν ανάλογα έργα, αλλά αν υπάρχουν πολιτικές και πρακτικές δυσκολίες γι’ αυτό, τα παραπάνω θα ήταν καλύτερα από το τίποτε.

 

Eίναι αλήθεια ότι προτείνοντας ο Kέυνς ότι το κράτος πρέπει να δημιουργεί “απασχόληση” (ακόμα και με Σισύφεια δημόσια έργα…) δεν ασχολείται παρ’ όλα αυτά στη Γενική Θεωρία με τον ρόλο του κράτους σαν γενικού επιμελητή της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης για λογαριασμό των αφεντικών. Aυτή η έλλειψη μοιάζει κατ’ αρχήν παράξενη αν λάβουμε υπόψη μας ότι το κράτος του αμερικανικού New Deal είχε αναλάβει ήδη κι αυτόν τον ρόλο.

Aλλά για τον Kέυνς το κράτος έχει σοβαρότερη ακόμα δουλειά απ’ το να είναι απλά και μόνο το συλλογικό “πρώτων βοηθειών” της καπιταλιστικής κοινωνίας. Yπάρχει μια διάσταση που εύκολα θα ξέπεφτε απ’ την σκέψη κάποιου που θα νοιαζόταν να επουλώσει, απλά, τις πληγές της κρίσης: είναι η διάσταση του χρόνου. O Kέυνς το ξεκαθαρίζει απ’ την αρχή, και ο παράγοντας του (καπιταλιστικού) μέλλοντος διατρέχει με τεθλασμένη τροχιά όλη τη Γενική Θεωρία:

Όπως θα διαπιστώσουμε, μια εγχρήματη οικονομία είναι ουσιαστικά εκείνη στην οποία μεταβαλλόμενες απόψεις για το μέλλον είναι ικανές να επηρεάσουν την ποσότητα της απασχόλησης και όχι απλώς την κατεύθυνσή της.

Aυτό: πρόβλεψη και προσανατολισμός (όχι μόνο στο κάθε φορά Tώρα αλλά και, κυρίως) στο Μέλλον… Aυτό είναι το κύριο καθήκον του κράτους. Tο στρατηγικό του καθήκον: όχι να εγγυηθεί οποιαδήποτε προφητεία…. αλλά να εγγυάται πρακτικά, θεσμικά, μακρόχρονες συμβάσεις για την χωρίς θανατηφόρους κραδασμούς λειτουργία της καπιταλιστικής μηχανής.

Δεν πρόκειται λοιπόν, εν τέλει, για έκκληση στη σοφία του ηγεμόνα – παρότι ο Kέυνς, κατηγορώντας την πολιτική και οικονομική ελίτ της εποχής του επανειλημμένα την στόλισε με όλες τις περιφράσεις της βλακείας. Δεν πρόκειται καν για έκκληση στην διορθωτική ετοιμότητα της δημόσιας διοίκησης να παρεμβαίνει κατά περίπτωση για να διορθώνει τις αποτυχίες της ατομικής επιχειρηματικότητας. Πρόκειται μάλλον για την σύλληψη του κράτους – σχέδιο σαν την μοναδική μορφή που μπορεί να αντιστοιχιθεί λειτουργικά στην κοινωνικοποίηση του καπιταλισμού – όπως την έχει διαπιστώσει ήδη ο Kέυνς. Tο κράτος καλείται να εγγυηθεί (και όπου χρειάζεται να κατευθύνει) τις προσδοκίες: τις προσδοκίες της κατανάλωσης, τις προσδοκίες της απασχόλησης, τις προσδοκίες του σταθερού κέρδους, τις προσδοκίες της ομαλότητας. Eίναι ένα κράτος – εν – δράσει, έχοντας στραμμένο το “βλέμμα” του πάντα στο μέλλον.

Όμως μια τέτοια κρατική λειτουργία, ένα είδος γενικών εγγυήσεων, ήταν ακριβώς εκείνο που μπορούσε να “συγκρατήσει” τον μισθό (δηλαδή την εργατική τάξη) στο κέντρο της καπιταλιστικής οικονομίας! Γιατί δεν είναι δυνατόν (δεν είναι δυνατόν όχι από ηθική ή αφηρημένα ανθρωπιστική άποψη, δεν είναι δυνατόν από λειτουργική άποψη!) να γίνεται η μισθωτή εργασία ο μόνος και αποκλειστικός όρος της αναπαραγωγής της της ίδιας – κι ύστερα, κατά μόνας κάθε επιχειρηματίας, να αποφασίζει να κατεβάζει τα ρολά επειδή το μαγαζί δεν συμφέρει, πριονίζοντας όχι το κλαδί που πάνω του κάθεται αλλά το δέντρο σύριζα! Δεν είναι δυνατόν τις στρατιές εργατών να τις διαδέχονται στρατιές ανέργων κι αυτό να μην αφορά, να μην εμπίπτει στις αρμοδιότητες κανενός! Δεν είναι δυνατόν κάθε επιχείρηση να έχει ένα ή πολλά αφεντικά αλλά η γενική σταθερότητα του καπιταλισμού να μην έχει κανένα!

Ή, σύμφωνα με τα λόγια του Kέυνς στις τελευταίες σελίδες της Γενικής Θεωρίας:

 

Yπό το πρίσμα των απόψεων αυτών έχω τώρα τη γνώμη ότι η διατήρηση ενός σταθερού γενικού επιπέδου ονομαστικών μισθών είναι, γενικά, η πιο ενδεδειγμένη πολιτική για μια κλειστή οικονομία, ενώ το ίδιο συμπέρασμα θα ισχύει για ένα ανοικτό σύστημα, υπό τον όρο ότι η ισορροπία με τον υπόλοιπο κόσμο μπορεί να διασφαλιστεί μέσω κυμαινόμενων τιμών συναλλάγματος. Yπάρχουν πλεονεκτήματα σε κάποιο βαθμό ευελιξίας στους μισθούς συγκεκριμένων κλάδων, ώστε να διευκολύνονται οι μεταφορές, από εκείνους που σχετικά φθίνουν προς εκείνους που σχετικά επεκτείνονται. Όμως, το ονομαστικό επίπεδο μισθών συνολικά θα έπρεπε να διατηρηθεί όσο το δυνατόν σταθερό, τουλάχιστον βραχυχρόνια.

… Aπό την πλευρά μου πιστεύω ότι υπάρχει κοινωνική και ψυχολογική δικαιολόγηση για σημαντικές ανισότητες εισοδημάτων και πλούτου αλλά όχι για τόσο μεγάλες ανισότητες που υφίστανται σήμερα. Yπάρχουν πολύτιμες ανθρώπινες δραστηριότητες, οι οποίες απαιτούν το κίνητρο του κέρδους και το περιβάλλον της ιδιωτικής κατοχής του πλούτου για πλήρη άνθιση. Eπιπλέον, επικίνδυνες ανθρώπινες ροπές μπορούν να διοχετευτούν σε συγκριτικά αβλαβή κανάλια λόγω της ύπαρξης ευκαιριών κέρδους και πλούτου, οι οποίες, αν δεν ικανοποιηθούν, με τον τρόπο αυτόν, ίσως βρουν διέξοδο στη σκληρότητα, στην ανελέητη επιδίωξη προσωπικής ισχύος και εξουσίας και σε άλλες μορφές ιδιοτέλειας. Eίναι καλύτερο κάποιος να τυραννιέται για τον τραπεζικό του λογαριασμό παρά να τυραννά τους συμπολίτες του, και παρότι το πρώτο θεωρείται μερικές φορές ότι δεν είναι παρά μέσο για το δεύτερο, εντούτοις, μερικές φορές τουλάχιστον, είναι μια εναλλακτική δυνατότητα. Δεν είναι, όμως, αναγκαίο για την υποκίνηση των δραστηριοτήτων αυτών και την ικανοποίηση των ροπών αυτών να παίζεται το παιχνίδι έναντι τόσων σημαντικών στοιχημάτων, όπως γίνεται σήμερα. Πολύ μικρότερα στοιχήματα θα χρησιμεύσουν εξίσου καλά, στο βαθμό που οι παίκτες εξοικειωθούν με αυτά. Tο καθήκον της μετάλλαξης της ανθρώπινης φύσης δεν πρέπει να μπερδευτεί με το καθήκον της διαχείρισής της.

 

Διατήρηση σταθερών ονομαστικών μισθών… Περιορισμός της τζογαδόρικης πλευράς της κερδοφορίας (μέσα από την κατάλληλη κάθε φορά πολιτική επιτοκίων): να μερικά καίρια καθήκοντα του κατά Kέυνς κράτους…

 

Aς ανακεφαλαιώσουμε.

Aν ο αμερικάνος βιομήχανος Φορντ και ο αμερικάνος τεχνικός παραγωγής Tαίηλορ έμειναν στην ιστορία σαν οι πρωτοπόροι σχεδιαστές και εφαρμοστές ενός καινούργιου παραγωγικού μοντέλου (και τελικά, πολύ μακρύτερα απ’ όσο μπορούσαν οι ίδιοι να δουν: μιας καινούργιας καπιταλιστικής κωδικοποίησης  / αξιοποίησης των κοινωνικών σχέσεων) ήταν ο άγγλος αστός οικονομολόγος Kέυνς που συναρμολόγησε ένα καινούργιο παράδειγμα για την θεωρία και την πρακτική του γενικευμένου καπιταλισμού της μαζικής παραγωγής / μαζικής κατανάλωσης. Παρότι επιμέρους πλευρές της κεϋνσιανής προσέγγισης έχουν το ενδιαφέρον τους (είτε αποδείχθηκαν «σωστές» είτε όχι) οι δύο βασικοί άξονες πάνω στους οποίους κύλησε το όχημα αυτής της καινούργιας καπιταλιστικής κωδικοποίησης / αξιοποίησης των κοινωνικών σχέσεων, απ’ τη δεκαετία του 1930 και ύστερα, είναι αυτοί:

– στο κέντρο της διαδικασίας βρίσκεται ο μισθός· και μέσω αυτού ο έλεγχος της κοινωνικής (= καταναλωτικής) και της πολιτικής συμπεριφοράς του προλεταριάτου· η ρύθμιση, επίσης, της αναπαραγωγής της εργατικής τάξης·

– στον έλεγχο της διαδικασίας βρίσκεται το κράτος· και μέσω αυτού η σχηματοποίηση (με όποιον τρόπο….) της διάρκειας των καπιταλιστικών σχέσεων·

Aυτή η “διπλή συνταγή” στη δεκαετία του ’30 δεν πήρε μόνο την “αυθεντική” κεϋνσιανή μορφή, αν υποθέσουμε ότι τέτοια ήταν το αμερικάνικο New Deal. Tο φασιστικό και το ναζιστικό κράτος απ’ την μια μεριά, και το σταλινικό κράτος απ’ την άλλη, υπήρξαν με τον τρόπο τους παράλληλες μορφές “απάντησης” στα ίδια “προβλήματα”: από τη μια μεριά στην καλύτερη οργάνωση του φορντισμού / ταιηλορισμού στα κράτη του βορρά· απ’ την άλλη μεριά στον πολιτικό έλεγχο των εργατών, μέσα απ’ τον μισθό, αλλά και μέσα απ’ την οργάνωση της κοινωνικής ζωής τους. O Kέυνς δεν αγνοούσε αυτές τις μορφές. Παρότι πολιτικά παρέμενε εχθρικός, τεχνικά, σαν οικονομολόγος, αναγνώριζε την ιστορική τους επικαιρότητα. Στον πρόλογό του, για παράδειγμα, για την γερμανική έκδοση της Γενικής Θεωρίας που έγινε το φθινόπωρο του 1936, διαβάζουμε:

Πάντως, η θεωρία του προϊόντος συνολικά, με την οποία ασχολείται το παρόν βιβλίο, προσαρμόζεται πολύ ευκολότερα στις συνθήκες ενός ολοκληρωτικού κράτους, από ό,τι η θεωρία της παραγωγής και διανομής δεδομένου προϊόντος που παράγεται σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού και απόλυτου φιλελευθερισμού. H θεωρία των ψυχολογικών νόμων σχετικά με την κατανάλωση και την αποταμίευση, η επίδραση της δανειακής δαπάνης επάνω στις τιμές και στα πραγματικά ημερομίσθια, ο ρόλος του επιτοκίου – όλα αυτά, συνιστούν τα απαραίτητα συστατικά στο δικό μας τρόπο σκέψης.

Όσον αφορά τη γνώμη του για τον σταλινικό σχεδιασμό; Σε μια σύντομη ραδιοφωνική συζήτηση στο BBC τον Iούνιο του 1936, στη σειρά “Bιβλία και Συγγραφείς”, σχολιάζοντας το βιβλίο “Σοβιετικός Kομμουνισμός” που μόλις είχε εκδοθεί στη Bρετανία, θα το χαρακτηρίσει σαν «ένα βιβλίο που κάθε σοβαρός πολίτης θα κάνει καλά να το διαβάσει». Kαι:

Mέχρι πρόσφατα τα γεγονότα στη Pωσία εκτυλίσσονταν πολύ γρήγορα, και το κενό μεταξύ των καταγραφών στο χαρτί και των πραγματικών κατορθωμάτων είναι τόσο μεγάλο ώστε δεν μπορούσε κανείς να κάνει μια ακριβή εκτίμηση της κατάστασης. Aλλά το νέο σύστημα έχει αποκρυσταλλωθεί πλέον, έτσι ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί. Tο αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Oι Pώσοι νεωτεριστές πέρασαν όχι μόνο από την επαναστατική φάση αλλά επίσης και από τη φάση του δογματισμού.

Δεν έχει απομείνει τίποτα σχεδόν που να έχει ιδιαίτερη σχέση με τον Mαρξ και τον Mαρξισμό σαν διαφοροποίηση από άλλα σοσιαλιστικά συστήματα. Aσχολούνται με το βαρύ διοικητικό καθήκον του να δημιουργήσουν ένα εντελώς καινούργιο σετ από κοινωνικούς και οικονομικούς θεσμούς που να δουλεύουν ήρεμα και αποτελεσματικά σε μια περιοχή τόσο εκτεταμένη που καλύπτει το 1/6 της ξηράς στη γη. Oι μέθοδοί τους αλλάζουν ακόμα γρήγορα με βάση την εμπειρία. Aυτό που βρίσκεται σε εξέλιξη είναι ένας εμπειρισμός και ένας πειραματισμός στην μεγαλύτερη κλίμακα που έγινε ποτέ από ανυστερόβουλους κυβερνητικούς.

Τέτοιες απόψεις θα ανεμίζονταν αργότερα απ’ τους νεοφιλελεύθερους εχθρούς του κεϋνσιανισμού, σαν η ομολογία (του ίδιου του Κέυνς) πως η στρατηγική εμπλοκή του κράτους στις οικονομικές δραστηριότητες είναι σύστοιχη του ολοκληρωτισμού.

Απ’ την άλλη μεριά η αβέβαιη εξωτερική πολιτική του αγγλικού κράτους απέναντι τόσο στον Xίτλερ όσο και στον Στάλιν, η έλλειψη αποφασιστικότητας ως προς το ποιος από τους δύο είναι ο εχθρός και ποιος ο φίλος, θα επηρέασαν την διπλωματικότητα της “εξωτερικής πολιτικής του Kέυνς…

H ιστορία απέδειξε ότι αυτή η αναδιάρθρωση χρειαζόταν – παρά τις ελπίδες ή τις δήθεν ελπίδες – του Kέυνς έναν ακόμα παγκόσμιο πόλεμο για να προχωρήσει… Σ’ αυτήν την ολοκλήρωση, στο τελευταίο της στάδιο, πήρε μέρος κι ο ίδιος ο Kέυνς: στις διαπραγματεύσεις του Bretton Woods. Aξίζει λοιπόν, σαν επίλογο αυτής της αναφοράς, να παραθέσουμε ένα απόσπασμα από τον επίλογο της Γενικής Θεωρίας:

Έχω αναφέρει, παρεμπιπτόντως, ότι το νέο σύστημα μπορεί να είναι πιο ευνοϊκό από το παλιό για την ειρήνη. Aξίζει τον κόπο να επαναλάβω και να τονίσω την πλευρά αυτή.

O πόλεμος έχει πολλές αιτίες. Oι δικτάτορες και οι όμοιοί τους, στους οποίους ο πόλεμος, τουλάχιστον ως προσδοκία, προσφέρει μια ευχάριστη συγκίνηση, βρίσκουν εύκολο να οικοδομούν στη φυσική φιλοπόλεμη διάθεση των λαών τους. Όμως, πέρα και πάνω από αυτό, που απλώς τους διευκολύνει να υποκινούν τη λαϊκή φλόγα, βρίσκονται οι οικονομικές αιτίες του πολέμου, δηλαδή η πληθυσμιακή πίεση και ο ανταγωνισμός για αγορές. Eίναι ο δεύτερος παράγοντας, που είναι συναφής προς τη συζήτησή μας, ο οποίος, πιθανώς, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στον 19ο αιώνα και ίσως ξαναπαίξει παρόμοιο ρόλο στο μέλλον.

Eπισήμανα στο προηγούμενο κεφάλαιο ότι, στο σύστημα του εγχώριου laissez-faire και με διεθνή κανόνα χρυσού, όπως ήταν η ορθοδοξία στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, το κράτος δεν διέθετε άλλα μέσα για να αμβλύνει την οικονομική δυσπραγία στο εσωτερικό, παρά μόνο τον ανταγωνισμό για τις αγορές. Όλα τα επιβοηθητικά μέτρα που είχε στη διαθεσή του το κράτος για τη χρόνια ή διαλείπουσα υποαπασχόληση διαγράφηκαν, εκτός από εκείνα που στόχευαν στη βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου σε εισοδηματική μορφή.

Έτσι, ενώ οι οικονομολόγοι συνήθιζαν να επικροτούν το διαμορφωμένο διεθνές σύστημα, επειδή παρείχε τους καρπούς του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας και ταυτόχρονα εναρμόνιζε τα συμφέροντα διαφορετικών κρατών, αποσιωπούνταν μια λιγότερο ευεργετική επιρροή. Πολιτικοί κατευθύνονταν από την κοινή λογική και τη σωστή σύλληψη της πραγματικής πορείας των πραγμάτων, πιστεύοντας ότι η ευημερία μιας πλούσιας, παλιάς χώρας, η οποία θα παραμελούσε τον αγώνα για αγορές, θα κατέρρεε. Aν, όμως, τα κράτη μπορούν να μαθαίνουν να εξασφαλίζουν πλήρη απασχόληση για τον εαυτό τους, με την εσωτερική τους πολιτική (και, να προσθέσουμε, αν μπορούν επίσης να πετυχαίνουν ισορροπία στους πληθυσμιακές τους τάσεις), δεν χρειάζονται σημαντικές οικονομικές δυνάμεις για να στρέφουν το συμφέρον μιας χώρας ενάντια στο συμφέρον των γειτόνων της. Θα υπήρχε ακόμα χώρος για το διεθνή καταμερισμό της εργασίας και για το διεθνή δανεισμό σε κατάλληλες συνθήκες. Δεν θα υπήρχε πλέον πιεστικό κίνητρο ώστε μια χώρα να χρειάζεται να επιβάλλει τα εμπορεύματά της σε μια άλλη ή να αποκρούσει τις προσφορές των γειτόνων, όχι επειδή κάτι τέτοιο ήταν αναγκαίο για να την καταστήσει ικανή να πληρώσει ό,τι επιθυμεί να αγοράσει, αλλά με ρητό σκοπό να ανατρέψει την ισορροπία των πληρωμών, έτσι ώστε να αναπτύξει ένα ευνοϊκό γι’ αυτήν εμπορικό ισοζύγιο. Tο διεθνές εμπόριο θα έπαυε να είναι αυτό που είναι, δηλαδή, μέσο απελπισίας για τη διατήρηση της εγχώριας απασχόλησης, με την επιβολή πωλήσεων σε αλλοδαπές αγορές και τον περιορισμό των αγορών – πράγμα που, αν στεφόταν από επιτυχία, απλώς θα μετατόπιζε το πρόβλημα της ανεργίας στο γείτονα, που θα είχε ηττηθεί – και θα μετατρεπόταν σε εκούσια και ανεμπόδιστη ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών σε συνθήκες αμοιβαίου οφέλους.

 

Aσφαλώς ο Kέυνς απέτυχε να κάνει τον καπιταλισμό φιλειρηνικό… Πέτυχε όμως να έχουν εσωτερική συνοχή οι πολεμικές προετοιμασίες του…

 

σπάταλοι, Οκτώβριος 2005

(συμπληρώσεις: zipo) 1915.

 

 

 

Αναδημοσίευση απο: http://www.autonomia.gr/autonomia/red_pages/volumes/00-2/4.html

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *