Η Λευκή Τρομοκρατία μετά την συμφωνία της Βάρκιζας

Τα «Αθηναικά Νέα» αναγγέλουν την συμφωνία της Βάρκιζας (12/2/1945)

 

Το κείμενο του Τ.Κωστόπουλου βρίσκεται στο συλλογικό έργο  Ιστορία των Νέων Ελλήνων, τόμος 17, σελ 76-116, εκδόσεις Δομή.

 

Η ΛΕΥΚΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

 

Η εξαπόλυση µιας πολύµορφης βίας εναντίον της εαµικής Αριστεράς υπήρξε, χωρίς αµφιβολία, ένα σταθερό (και αναµφισβήτητα το πιο καθοριστικό) χαρακτηριστικό του δωδεκάµηνου που κύλησε ανάµεσα στην παράδοση των όπλων από τον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (ΕΛΑΣ) και τις πρώτες µεταπολεµικές εκλογές. Η έκταση του φαινοµένου ήταν τέτοια, ώστε ολόκληρη η περίοδος αυτή –όπως και οι µήνες που ακολούθησαν µέχρι το δηµοψήφισµα του Σεπτεµβρίου του 1946 και τη συγκρότηση του Δηµοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ)– να µείνει στην ιστορία µε την ονοµασία λευκή τροµοκρατία.

Δεν επρόκειτο απλώς για ξεκαθάρισµα λογαριασµών ή ανταπόδοση βιαιοτήτων που είχαν διαπραχθεί από τις δυνάµεις της Αντίστασης στη διάρκεια της Κατοχής. Μια τέτοια πρακτική θα µπορούσε να θεωρηθεί ίσως αναµενόµενη σε περιοχές όπως η Πελοπόννησος ή η Μακεδονία, οι οποίες το διάστηµα 1943-1944 είχαν βιώσει πραγµατικούς µικρούς εµφυλίους πολέµους ανάµεσα στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και τους ένοπλους δωσιλογικούς σχηµατισµούς. Το ερµηνευτικό αυτό µοντέλο είναι όµως αδύνατο να εξηγήσει τη µεταπολεµική τροµοκρατία σε περιοχές όπως η Θεσσαλία ή µεγάλο µέρος της Ρούµελης, όπου η ηγεµονία του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) στις τοπικές κοινωνίες υπήρξε συντριπτική και οι ενδοελληνικές διαµάχες της Κατοχής δεν είχαν υπερβεί το επίπεδο των µεµονωµένων επεισοδίων.

Αντίθετα, καθοριστικός φαίνεται πως υπήρξε ο ρόλος του ανασυγκροτούµενου κρατικού µηχανισµού – και µάλιστα του σκληρού, κατασταλτικού πυρήνα του (στρατός, εθνοφυλακή, σώµατα ασφαλείας). Όπως αποδεικνύεται από εκθέσεις Βρετανών και Αµερικανών παρατηρητών της εποχής αλλά και από το αρχειακό υλικό που δηµοσίευσε το 1998 η Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, η λευκή τροµοκρατία ενορχηστρώθηκε από την ηγεµονική µερίδα του επίσηµου στρατιωτικού και αστυνοµικού µηχανισµού, προκειµένου να συντριβεί η οργανωµένη βάση της Αριστεράς. Αποκαλυπτικές γι’ αυτή τη στρατηγική είναι οι µηνιαίες εκθέσεις του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ) την άνοιξη του 1945. Σ’ αυτές οι οργανώσεις του ΕΑΜ, της Ενιαίας Πανελλαδικής Οργάνωσης Νέων (ΕΠΟΝ) και της Εθνικής Αλληλεγγύης χαρακτηρίζονται χωρίς περιστροφές «παράνοµες», οποιαδήποτε δραστηριότητά τους (ακόµη και η καθαρά πολιτιστική) θεωρείται «επαναστατική» και απαιτείται η επίσηµη «διάλυσίς» τους (ΔΙΣ, Αρχεία Εµφυλίου Πολέµου, τ. 1, σσ. 520, 548). Καθώς οφθαλµοφανείς νοµικοί και πολιτικοί καταναγκασµοί δεν επέτρεπαν το διάστηµα 1945-1946 τη λήψη ενός τέτοιου µέτρου de jure, ο στρατός –ο µόνος ενιαίος, ιεραρχικά οργανωµένος και πολιτικά συµπαγής κρατικός µηχανισµός της περιόδου– αναλαµβάνει να υλοποιήσει τη «διάλυση» του εαµικού κινήµατος de facto. Στην προσπάθεια αυτή χρησιµοποιήθηκαν τόσο οι παρακρατικές συµµορίες της ακροδεξιάς όσο και οι επίσηµες διωκτικές Αρχές.

 

 

Η διοικητική καταστολή

 

 

Παρότι η συµφωνία της Βάρκιζας εγγυόταν πλήρως την «ελευθέραν εκδήλωσιν πολιτικών φρονηµάτων» των πολιτών και την «απρόσκοπτον λειτουργίαν των ατοµικών ελευθερίων, ως του συνέρχεσθαι, του συνεταιρίζεσθαι και της δια του τύπου εκφράσεως των στοχασµών», στην πράξη η «αποκατάσταση» της κυβερνητικής εξουσίας στην επαρχία συνοδεύτηκε από κατασταλτικά µέτρα που στρέφονταν ευθέως κατά της Αριστεράς.

 

 

Ο χθεσινός φόνος οφείλεται εις αντεκδίκησιν

 

Κατ’ ανακοινώσεις του 9ου αστυνοµικού Τµήµατος, ο φόνος του Μιχ. Μήλιου εγένετο υπό τας εξής συνθήκας:

Την 3ην µ.µ. ώραν της χθες µετέβησαν εις το επί της οδού Λύσσης οινοµαγειρείον των αδελφών Μιχ. Και Ευστ. Μήλιου πέντε άτοµα, εκ των οποίων ο είς έφερε στολήν ανθυπολοχαγού, δύο στολήν εθνοφύλακος και δύο µε πολιτικά, ωπλισµένοι άπαντες µε βραχύκανα όπλα. Παραλαβόντες τους αδελφούς Μήλιου, τους ωδήγησαν εις τον λόφον του Αρείου Πάγου, όπου και τους εξυλοκόπησαν αγρίως. Ο Μιχ. Μήλιος κατώρθωσε να φύγη, τρέχων προς τους Αγίους Αποστόλους. Κατεδιώχθη όµως υπό τους ενός εκ των φερόντων στολήν εθνοφύλακος, όστις τον επυροβόλησε ρίπτων εναντίον του και χειροβοµβίδα.

Ο Μιχ. Μήλιος υπέκυψεν εις τα τραύµατά του. Ο αδελφός του Ευστάθιος ωδηγήθη εις το άλσος του Θησείου όπου εδάρη πάλιν αγρίως, αφεθείς κατόπιν ελεύθερος. Κατά τας πληροφορίας του 9ου αστυνοµικού τµήµατος, οι αδελφοί Μήλιου ήσαν αµφότεροι κοµµουνισταί, υπηρετήσαντες εις τον ΕΛΑΣ και αναµιχθέντες εις το κίνηµα. Συλληφθέντες, ως εκ τούτου, εκρατούντο ο µεν Ευστάθιος εις το στρατόπεδον του Γουδί, ο δε Μιχαήλ εις την Ελ Ντάµπα, αµνηστευθέντες αργότερον και αφεθέντες ελεύθεροι. Οι δράσται κατεδιώχθησαν από τον αστυνόµον κ. Α. Γιούλην, όστις έσπευσε µε δύναµιν ανδρών επί τόπου, µόλις ηκούσθησαν οι πυροβολισµοί. Δεν κατέστη όµως δυνατή η σύλληψίς των.

Τα αίτια του φόνου δεν εξηκριβώθησαν ακόµη, εικάζεται όµως ότι πρόκειται περί αντεκδικήσεως, λόγω της δράσεως των αδελφών Μήλιου κατά το κίνηµα. Το πτώµα του φονευθέντος µετεφέρθη εις το νεκροτοµείον, ο δε Ευστάθιος Μήλιος νοσηλεύεται εις τον Σταθµόν Πρώτων Βοηθειών.

Πηγή: «Έθνος» (Αθήνα), 12.4.1945.

 

 

«Απελευθερώνοντας» για παράδειγµα τη Σπάρτη και τα περίχωρά της «από τον εαµοκοµµουνισµόν», ο ταγµατάρχης της εθνοφρουράς, Γ. Κουρούκλης, θα επιβάλει ήδη από τις αρχές Μαρτίου 1945 µια σειρά δρακόντειων φραγµών στις δραστηριότητες του ΕΑΜ: απαγόρευση δηµοσίων συγκεντρώσεων «εν παντί τόπω και χρόνω» χωρίς προηγούµενη άδεια της εθνοφυλακής, «ήτις θα γνωµατεύη περί του σκοπίµου ή µη» της σχετικής εξουσιοδότησης· απαγόρευση διανοµής προκηρύξεων και «παντός είδους εντύπων»· απαγόρευση, τέλος, κάθε «ανακοινώσεως ειδήσεων, πληροφοριών, συνθηµάτων, προσκλήσεων, παρακλήσεων, κλπ.» µε τηλεβόα ή αναγραφή στους τοίχους.

Ταυτόχρονα, θα οργανώσει «µεγαλειώδη συγκέντρωσιν» στο κέντρο της πόλης, µε κεντρικό οµιλητή τον εαυτό του και σαφές πολιτικό περιεχόµενο: «ωµίλησα περί του απουσιάζοντος βασιλέως Γεωργίου», αναφέρει στους προϊσταµένους του, «και υπεσχέθην ότι συντόµως θα επεφυλακίζοντο οι κρατούµενοι» στις φυλακές της πόλης συνεργάτες των Γερµανών. Όταν ο νοµάρχης της κυβέρνησης Πλαστήρα διαφωνεί µε αυτό το τελευταίο µέτρο, ο διοικητής της εθνοφρουράς τον απειλεί µε σύλληψη και στη συνέχεια απελευθερώνει ο ίδιος τους φυλακισµένους ταγµατασφαλίτες (ΔΙΣ, όπ.π., τ. 1, σσ. 427-432).

Στη Βοιωτία, στην Εύβοια και άλλες περιοχές της Στερεάς, η εθνοφυλακή επιδίδεται αµέσως µετά την εγκατάστασή της σε ανθρωποκυνηγητό µε σκοπό την ανακάλυψη κρυµµένων όπλων, τη σύλληψη των «κρυπτοµένων αναρχικών» και την πάταξη του «εαµοκοµµουνιστικού στοιχείου» γενικότερα. Αποκαλυπτικές για τις διαθέσεις και την πρακτική του σώµατος είναι δύο εκθέσεις του Απριλίου του 1945 που υπογράφονται από τον επιτελάρχη της 6ης ταξιαρχίας, αντισυνταγµατάρχη Δηµ. Ζαφειρόπουλο (τον µετέπειτα ηµιεπίσηµο ιστοριογράφο του Εµφυλίου). Ακόµη και η απλή έκδοση εφηµερίδων ή η κυκλοφορία «προκηρύξεων πολιτικού περιεχοµένου» από τις οργανώσεις του ΕΑΜ θεωρείται «επαναστατική ενέργεια», η ανακάλυψη τυπογραφείων του ΚΚΕ καταγράφεται ως αστυνοµική επιτυχία ισοδύναµη µε την ανεύρεση όπλων, «οι πρώην οπαδοί του ΚΚΕ παρακολουθούνται συνεχώς» από όργανα της εθνοφυλακής µε τη βοήθεια «Εθνικοφρόνων πολιτών, οίτινες φιλοτίµως προσφέρουν τας συλλεγοµένας υπ’ αυτών πληροφορίας», ενώ αλλεπάλληλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην ύπαιθρο οδηγούν σε δεκάδες συλλήψεις «εγκληµατιών» (δηλαδή µελών του ΕΑΜ).

Σε µια τυπική περίπτωση, οκτώ κοµµουνιστικά στελέχη της Θήβας και των γύρω χωριών παραπέµφθηκαν στον εισαγγελέα και καταδικάστηκαν σε επτάµηνη φυλάκιση επειδή «συνελήφθησαν συνεδριάζοντα». Ενδιαφέρουσα είναι η αποτίµηση (και ταυτόχρονα αιτιολόγηση) αυτού του τροµοκρατικού διωγµού από τον συντάκτη των εκθέσεων: «Δια των συλλήψεων πολλών εγκληµατιών ικανοποιήθη το αίσθηµα της Δηµοσίας Γνώµης, διεσπάσθη η επαφή και η συνοχή της Εαµοκοµµουνιστικής Οργανώσεως και οι πλείστοι των οπαδών των, οι οποίοι τους ηκολούθουν υπό το κράτος της βίας ή και θεληµατικώς, τους εγκατέλειψαν» (ΔΙΣ, όπ.π., τ. 1, σσ. 521529). Τον Δεκέµβριο του 1945, ο διοικητής της χωροφυλακής θα απαγορεύσει επίσηµα τη λειτουργία της ΕΠΟΝ σε ολόκληρη τη Βοιωτία (ΕΛΙΑ, Αρχείο Στ. Μεταξά, φ.1.2).

Στη Λάρισα, η είσοδος της εθνοφυλακής εγκαινιάζεται µε πυρά εναντίον των συγκεντρωµένων εαµιτών, µε έναν νεκρό και οκτώ τραυµατίες (3.3.45). Ακολουθεί απαγόρευση της νυχτερινής κυκλοφορίας µεταξύ 8 µ.µ. και 6 π.µ. Στην Καρδίτσα, οι εθνοφύλακες απαγορεύουν ευθύς εξαρχής κάθε «συνάθροιση» άνω των 5 ατόµων και τις επόµενες ηµέρες καταστρέφουν τα γραφεία της Λέσχης Γυναικών και άλλων εαµικών πολιτιστικών συλλόγων. Στα Φάρσαλα, την εγκατάσταση των κυβερνητικών αρχών διαδέχεται δύο ηµέρες αργότερα η πανηγυρική είσοδος της παρακρατικής συµµορίας του Σούρλα στην πόλη (Λ. Αρσενίου, Γένεση του Εµφυλίου, σσ. 67, 58, 15). Με πραγµατικά πυρά αιµατοκυλιούνται επίσης ειρηνικές συγκεντρώσεις στη Λιβαδειά (27.2.45), στη Θεσσαλονίκη (6.3.45 και 6.5.45), στην Αλεξανδρούπολη (2.4.45), στην Ιεράπετρα (24.3.45) και στη Μυτιλήνη (8.5.45).

Στη Δυτική Κρήτη, το έργο της καταστολής του εαµικού κινήµατος αναλαµβάνει η Εθνική Ταξιαρχία Ανταρτών του (άρτι αφιχθέντος από τη Μέση Ανατολή) Παύλου Γύπαρη. Με αφορµή τη διανοµή «στασιαστικών φυλλαδίων», επιτίθεται στις 17.1.45 στο Ρέθυµνο, «καθαρίζοντας την πόλη και τη γύρω περιοχή» από την παρουσία του ΕΑΜ. Στη συνέχεια προελαύνει στον Αποκόρωνα, «κυνηγώντας σαν άγρια κατσίκια» τους ελασίτες – σε µια εποχή, ας σηµειωθεί, που ο γερµανικός στρατός εξακολουθεί να βρίσκεται στο νησί και ο ΕΛΑΣ αποτελεί τµήµα των συµµαχικών δυνάµεων που πολιορκούν την τελευταία «οχυρά Θέση» της Βέρµαχτ γύρω από τα Χανιά. Εαµικά χωριά βάλλονται µε όλµους από την Εθνική Ταξιαρχία, ο διοικητής της οποίας δηλώνει αποφασισµένος «να χαλάσει ορισµένα σπίτια προς παραδειγµατισµόν» αν οι κάτοικοι δεν παραδοθούν. Ο επίλογος αυτής της επίδειξης δύναµης θα έρθει µε τη γερµανική συνθηκολόγηση και την απελευθέρωση των Χανίων, όταν οι «αντάρτες» του Γύπαρη ανοίγουν –και εδώ– πυρ ενάντια στα συγκεντρωµένα εαµικά πλήθη, σκοτώνοντας µία γυναίκα και τραυµατίζοντας 17 άτοµα (23.5.45).

 

 

Τα «συνοµωτικά» πάρτι και το «παράνοµο» ΕΑΜ (Απρίλιος 1945)

 

Αι υπό µορφήν εκδροµών, «πάρτυ», αναγνώσεως θεατρικών έργων κλπ. γενόµεναι συγκεντρώσεις, σκοπόν και µόνον έχουσι την ανταλλαγήν απόψεων και γνωµών επί της ανασυγκροτήσεως και αναδιοργανώσεως των διαφόρων παρανόµων οργανώσεων και την συνοµωτικήν αντιµετώπισιν της εκάστοτε παρουσιαζοµένης καταστάσεως. Αι διάφοροι παράνοµοι οργανώσεις ΕΑΜ, ΕΠΟΝ, ΕΑ κλπ., εξακολουθούσι υφιστάµεναι µε αντικειµενικόν σκοπόν τον προσηλυτισµόν διαφόρων αφελών και ιδία της νεολαίας, προς την κατεύθυνσιν της οποίας σοβαρωτάτη καταβάλλεται προσπάθεια. […]

Προτεινόµενα µέτρα.

[…]

3.Ταχίστη εκκαθάρισις του διδασκαλικού κόσµου, δεδοµένου ότι µέγα ποσοστόν των εκπαιδευτικών λειτουργών είναι αναρχικοί και αποτελούσιν την βάσιν πάσης αναρχικής εκδηλώσεως εις την ύπαιθρον και τας πόλεις. Εις το Κιλκίς π.χ. επί 6 καθηγητών οι 4 είναι δεδηλωµένοι κοµµουνισταί και τα 2/3 των δηµοδιδασκάλων. Εις την Χαλκιδικήν η αυτή αναλογία. Εις την περιφέρειαν Αρδέας η εκπαίδευσις έχει εγκαταληφθεί εις χείρας ανθρώπων όντως επικινδύνων. Εις τα σχολεία της υπαίθρου της Μακεδονίας διδάσκεται το εκπαιδευτικόν «Αετόπουλα», καθαρώς σχεδόν κοµµουνιστικού περιεχοµένου. Αντί της Ελληνικής Ιστορίας διδάσκεται η ιστορία του ΕΛΑΣ και η στάσις των Αθηνών.

[…]

5.(α) Αποµάκρυνσις εκ των επαρχιακών πόλεων και χωρίων πάντων των ξένων προς τα κέντρα ταύτα, οίτινες ουδένα λόγον παραµονής έχουσι εις αυτά ει µη µόνον την αλλοίωσιν από απόψεως εθνικών φρονηµάτων της συνθέσεως των χωρίων, την δηµιουργίαν πυρήνος προς πρόκλησιν διαταραχών [sic], την διαφώτισιν αλλά και την τροµοκράτησιν των φιλονόµων πολιτών. […] (στ) Διάλυσις των υφισταµένων οργανώσεων. Το ζήτηµα τούτο φρονούµεν ότι είναι πρωταρχικής σπουδαιότητος και δέον να τύχη δεούσης προσοχής.

(ΓΕΣ–Διεύθυνσις Πληροφοριών, «Έκθεσις περιληπτική της εσωτερικής καταστάσεως

(Απρίλιος 1945)», Απόρρητος, Αθήναι 5.5.1945)

Πηγή: ΓΕΣ-ΔΙΣ, Αρχεία Εµφυλίου Πολέµου (1944-1949), Αθήνα 1998, τ. 1, σσ. 544, 547.

 

Η πολιτιστική δράση της ΕΠΟΝ εκτός νόµου

 

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

Αριθ. 10/855/1 Απόρρητος

Προς

Τας Ανωτέρας Διοικήσεις Χωροφυλακής

Κίνησις Οργανώσεως ΕΠΟΝ

Πέµποµεν προσηρτηµένως υπόδειγµα «έκθεση δράσης» της ΕΠΟΝ, κατασχεθέν παρά της Δ. Χ. Ρεθύµνης και «οργανωτ. έκθεση», προς ενηµέρωσίν σας και εκµετάλλευσιν παρά των Υπηρεσιών σας. Ιδιάζουσα προσοχή να καταβληθή εις τα νέα συνθήµατα των αντεθνικών τούτων Οργανώσεων και εις τας µεθόδους, άς χρησιµοποιεί, δια τον προσηλυτισµόν της νεολαίας εις το ΚΚΕ ήτοι δηµιουργία λεσχών, καλλιτεχνικών οµίλων, ορειβατικών ή κολυµβητικών τοιούτων κλπ. δι’ ό και προκαλεί έγκρισιν σχετικού καταστατικού παρά της δικαστικής αρχής. Εις τας εκδοθησοµένας διαταγάς σας να τονισθή η ανάγκη όπως αι υπηρεσίαι υµών προσέλθωσιν εις συνεννοήσεις µετά των κατά τόπους Προέδρων Πρωτοδικών και προλαµβάνεται η έγκρισις καταστατικού νεοϊδρυοµένων

Ενώσεων, αίτινες ως εκ της θέσεώς των και της ιδιότητος των ιδρυτών θα εθεωρούντο

ως δυνάµεναι να ασκήσωσι φθοροποιόν επίδρασιν επί των µελών των. Πάντως ενδείκνυται άγρυπνος παρακολούθησις πάσης οργανώσεως και δια τας τυχόν εκτρεποµένας του σκοπού των να εφαρµόζωνται αι διατάξεις των ισχυόντων νόµων.

Εντολή Υπουργού

Ο Γεν. Δ/της

ΠΑΠΑΡΓΥΡΗΣ ΑΡΓΥΡΙΟΣ

Πηγή: Πολιτικός Συνασπισµός των Κοµµάτων του ΕΑΜ, Λευκή Βίβλος. «Δηµοκρατικός» νεοφασισµός. Ιούλιος-Οκτώβριος 1945, Αθήνα, Οκτώβριος 1945, σ. 32.

 

Εθνοφυλακή: φόνοι για ψύλλου πήδηµα

 

ΙΙ. Επίσκεψις εις Πύργον Ματαράγκα.

Μετά το γνωστόν επεισόδιον εις Παλαµά, ότε ο Λόχος ο διαµένων εις Σοφάδες διετάχθη να µεταβή εκείσε προς ενίσχυσιν της Διµοιρίας, συνέβη το εξής δυσάρεστον: Κατά την διαδροµήν και παρά το χωρίον Πύργος Ματαράγκα, άσκοπος ενέργεια του Διοικητού του Λόχου όπως εξαφανίση την επιγραφήν ΚΚΕ επί τινος οικίας της οποίας ο ένοικος ετράπη εις φυγήν, εκ φόβου διατάξαντος πυρ µε αποτέλεσµα τον τραυµατισµόν του ενοίκου εις το πόδι, όν και συνέλαβε. Ο περί ού πρόκειται τραυµατισθείς είναι ως εξηκριβώθη κοµµουνιστής και σηµαίνον όργανον του ΚΚΕ.

Προ του θεάµατος τούτου, η αδελφή του ως άνω, επίσης φανατική οπαδός της Οργανώσεως ταύτης, ηλικίας περίπου 18 ετών, συγκεντρώσασα εικοσάδα περίπου ετέρων γυναικών εξεδήλωσε τάσεις επιθέσεως εναντίον του Εφεδ[ρου] Ανθ[υπολοχαγού] Ρολλάκη, όστις εκράτει αυτόµατον όπλον, και επεχείρησε να αφοπλίση τούτον. Ο έφεδρος ούτος Ανθ/γός υπάλληλος της Αγροτικής Τραπέζης αντί, ως ώφειλε, πράγµα όπερ και ο ίδιος ανεγνώρισεν ενώπιόν µου, να διατάξη την σύλληψιν της αόπλου γυναικός και των άλλων νεανίδων, επυροβόλησε και εφόνευσε ταύτην.

Η κινητοποίησις του Λόχου τούτου και τεσσάρων τεθωρακισµένων Αγγλικών αυτοκινήτων προς Παλαµά ως µοι εγνώρισεν Άγγλος Σύνδεσµος ήτο εντελώς άσκοπος.

(Ανώτερος Στρατιωτικός Διοικητής Θεσσαλίας [υποστράτηγος Χρ. Αβραµίδης], «Έκθεσις

επί της εν γένει καταστάσεως εν Θεσσαλία», Βόλος 25.4.1945).

Πηγή: ΓΕΣ-ΔΙΣ, «Αρχεία Εµφυλίου Πολέµου (1944-1949)», Αθήνα 1998, τ. 1, σσ. 531532.

Παρόµοιες σκηνές σηµειώθηκαν στο µεγαλύτερο µέρος της επικράτειας. Σε γενικές γραµµές, οι «πολιτικοί» εκπρόσωποι της κυβέρνησης των Αθηνών παραµένουν λίγοπολύ ανίσχυροι θεατές µιας κατάστασης, όπου η πραγµατική εξουσία βρίσκεται στα χέρια του στρατού και των κατά τόπους συνεργατών του. Πρώτο µέληµα αυτών των τελευταίων είναι η ανασυγκρότηση του αντίπαλου δέους απέναντι στο ΕΑΜ: «Ανάγκη όπως καταβληθή κάθε προσπάθεια από πάσης πλευράς», διαβάζουµε χαρακτηριστικά σε δελτίο πληροφοριών της Στρατιωτικής Διοικήσεως Πρεβέζης (21.9.45), «ίνα βελτιωθώσι αι εθνικιστικαί οργανώσεις και υποστηριχθώσιν, µε διαφόρους διαφωτίσεις και καθοδηγήσεις και να µη εγκαταλείπωνται εις µαρασµόν και αδράνειαν, εις βάρος της συνεχίσεως του εθνικιστικού αγώνος» (ΔΙΣ, όπ.π., τ. 2, σ. 209).

 

Ελευθερία της έκφρασης;

 

Θα παταχθούν οι ανησυχούντες το κοινόν µε χωνιά και προκηρύξεις

Κατόπιν της επανεµφανίσεως των χωνιών, διαφόρων τοιχοκολλήσεων και διανοµών προκηρύξεων, καθώς και συγκεντρώσεων της ΕΠΟΝ, µας εδηλώθη εξ εγκύρου κυβερνητικής πηγής ότι η δράσις αυτή δεν είναι δυνατόν να επιτραπή και τούτο διότι υπενθυµίζει την επαναστατικήν περίοδον, προκαλεί διατάραξιν της τάξεως και παρεµποδίζει την δηµιουργίαν ατµοσφαίρας ηρεµίας. Επίσης, θα απαγορευθή κάθε παροµοία εκδήλωσις και ενέργεια από κάθε πλευράν. […]

Σχετικώς, ο υφυπουργός των Εσωτερικών κ. Βλάχος εδήλωσε τα εξής:

«Πάντα ταύτα αποτελούν γεγονότα άνευ ιδιαιτέρας σηµασίας. Πρόκειται περί ελεεινοτήτων αι οποίαι προκαλούν αηδίαν. Ο κόσµος ας είνε βέβαιος ότι ουδίες δύναται να βλάψη πλέον. Βεβαίως δεν υπάρχουν ιδιαίτεραι απαγορεύσεις δια τας εκδηλώσεις αυτάς, αλλά επειδή διαταράσσεται η ησυχία, θ’ αντιµετωπισθή το ζήτηµα και θα παταχθούν οι συλλαµβανόµενοι».

Πηγή: «Έθνος» (Αθήνα), 24.2.1945.

 

 

Στο όριο µεταξύ κρατικής και παρακρατικής βίας θα κινηθεί µία από τις στρατηγικότερες πτυχές της λευκής τροµοκρατίας: το φίµωµα του εαµικού Τύπου, που στο µεγαλύτερο µέρος της επαρχίας όχι µόνο αποτελούσε τον µοναδικό εναποµείναντα µηχανισµό πολιτικής επικοινωνίας µεταξύ των αριστερών (µε δεδοµένη την ουσιαστική απαγόρευση κάθε άλλης πολιτικής δραστηριότητας) αλλά συχνά κυριαρχούσε κυκλοφοριακά, παρά τις συνθήκες ηµιπαρανοµίας υπό τις οποίες γινόταν η διακίνησή του.

Οι επιθέσεις εθνοφυλάκων και παρακρατικών «προσωπιδοφόρων» σε γραφεία και κυρίως σε τυπογραφεία των εαµικών (κατά τόπους, ακόµη και των φιλελεύθερων) εφηµερίδων θα πάρουν έτσι τη µορφή µιας συνηθισµένης δραστηριότητας σε όλη την επικράτεια: στην ίδια την πρωτεύουσα, η Βάρκιζα εγκαινιάζεται µε την καταστροφή των γραφείων της Ελεύθερης Ελλάδας και του Ριζοσπάστη (13-14.2.45)· τα τελευταία θα ξαναδεχθούν επίθεση από ένοπλους Χίτες την «ηµέρα της νίκης» (8.5.45), ενώ στο µεσοδιάστηµα χτυπούνται η Ελευθερία και η Λαϊκή Φωνή της Θεσσαλονίκης (6.3.45)· στην Καλαµάτα τα γραφεία της Ελεύθερης Μεσσηνίας τινάζονται στον αέρα (28.3.1945) και λίγο αργότερα ξανακαίγονται (10.5.45)· στην Πάτρα, οι εγκαταστάσεις της Ελεύθερης Αχαΐας δέχονται 11 επιθέσεις µέχρι τον Οκτώβριο του 1945, µε αποτέλεσµα όχι µόνο υλικές καταστροφές αλλά και έναν νεκρό τυπογράφο (17.10.45)· στα Γιάννενα καταστρέφονται τα γραφεία του Κήρυκα, του Αγωνιστή και της Φωνής της Ηπείρου (16.4.45)· η Φωνή του Λαού στο Αγρίνιο δέχεται δύο τουλάχιστον επιθέσεις (14.4.45 και 15.5.45), ενώ η Αναγέννηση του Βόλου χτυπιέται πέντε τουλάχιστον φορές µεταξύ Μαρτίου και Σεπτεµβρίου 1945· στη Λάρισα στόχος των εθνοφυλάκων γίνονται όχι µόνο η εαµική Αλήθεια αλλά και η φιλελεύθερη Ελευθερία (1.3.45, 2.4.45, 29.4.45, 11.6.45)· εθνοφύλακες είναι επίσης οι δράστες των επιδροµών κατά του Μαχητή στον Πύργο (31.5.45), των εαµικών τυπογραφείων στη Λευκάδα (13.9.45) κ.ο.κ. Την εικόνα συµπληρώνουν η προληπτική λογοκρισία του τοπικού Τύπου και οι επίσηµες απαγορεύσεις της κυκλοφορίας εαµικών εφηµερίδων στα χωριά, ώσπου το 1946-1947 οι Αρχές επιβάλουν σταδιακά το κλείσιµο όλων των αριστερών εντύπων.

 

Η «µάχη των τραγουδιών»

 

Συµπλοκή Χιτών και Κοµµουνιστών

Εις τας διαφόρους συνοικίας των Αθηνών κατά την προχθεσινήν Κυριακήν, ηµέραν εορτασµού της 28ης Οκτωβρίου, εσηµειώθησαν αιµατηραί συµπλοκαί µεταξύ Χιτών, κοµµουνιστών και αστυνοµικών. Εις το Δουργούτι την Κυριακήν το απόγευµα 10 κοµµουνισταί ψάλλοντες λαοκρατικά άσµατα υπέστησαν επίθεσιν από µέλη της οργανώσεως Χ.

Κατά την επακολουθήσασαν συµπλοκήν, οι µοναρχικοί επυροβόλησαν δια περιστρόφου, φονεύσαντες τον κοµµουνιστήν Χ. Λαζαρίδην, ετών 20, σπουδαστήν της Ανωτάτης Εµπορικής σχολής, και τραυµατίσαντες τον κοµµουνιστήν επίσης Χαρ. Κουτσόγλου, εργάτην. Συνελήφθησαν οι Δ. Μιχαλόπουλος, Δ. Ιωαννίδης, Δ. Μελάς, Καλιγέρης και Βασιλόπουλος. Ενεργούνται ανακρίσεις.

Πηγή: «Το Βήµα», 30.10.1945.

 

Νυκτεριναί σκηναί εις Καισαριανήν

 

Επίθεσις εναντίον αστυνοµικού τµήµατος

Την 8ην εσπερινήν της χθες, οµάς κοµµουνιστών ψάλλουσα λαοκρατικά άσµατα και διερχοµένη την οδόν Ταντάλου πλησίον του άλσους Κουπονίων της Καισαριανής, εδέχθη επίθεσιν αγνώστων οι οποίοι επυροβόλησαν εναντίον της δι’ αυτοµάτου όπλου.

Εκ των ριφθεισών πυροβολισµών ετραυµατίσθησαν σοβαρώς εκ της οµάδος των κοµµουνιστών οι καραµπέτ Μανουγκλιάν εις την ωµοπλάτην, Κ. Κέρογλου εις τον αριστερόν µηρόν και Δ. Παξεφάνας εις το γόνατον. Αστυνοµική δύναµις σπεύσασα επί τόπου ανεύρε τους τραυµατίας οίτινες µετεφέρθησαν αµέσως εις το νοσοκοµείον του Ερυθρού Σταυρού προς παροχήν των πρώτων βοηθειών. Εκ των δραστών ουδείς κατέστη δυνατόν να συλληφθή.

Εν τω µεταξύ ολίγον αργότερον εις διάφορα σηµεία της Καισαριανής ενεφανίσθησαν «χωνιά» τα οποία εκάλουν τον πληθυσµόν εις συναγερµόν διαµαρτυρίας δια την δολοφονικήν επίθεσιν. Οµάδες κοµµουνιστών συγχρόνως ήρχισαν να ενεργούν σωµατικάς ερεύνας επί διερχοµένων πολιτών, ενώ έτεραι οµάδες εις άλλα σηµεία συνεπλέκοντο µε Βασιλόφρονας. Κατά µίαν εκ των συµπλοκών αυτών ετραυµατίσθη σοβαρώς υπό των κοµµουνιστών ο Δηµ. Μουντίκας. Εν συνεχεία περί τους 100 κοµµουνισταί µε κραυγάς διαµαρτυρίας συγκεντρωθέντες εις την πλατείαν ήρχισαν να βαδίζουν κατά του αστυνοµικού τµήµατος.

Η πληροφορία αύτη µετεδόθη αµέσως εις την Γενικήν Ασφάλειαν, ήτις απέστειλεν εσπευσµένως ολόκληρον την δύναµιν του µηχανοκινήτου τµήµατος εις Καισαριανήν προς αποκατάστασιν της τάξεως. Πράγµατι το µηχανοκίνητον µετά της αστυνοµικής δυνάµεως της περιοχής επέτυχον ν’ αναχαιτίσουν τους κοµµουνιστάς ολίγον προ του αστυνοµικού τµήµατος, όπου και τους διέλυσαν.

 

Πηγή: «Το Βήµα», 1.11.1945.

 

Εξίσου συστηµατική αποδεικνύεται η καταστροφή των γραφείων του ΚΚΕ και των εαµικών οργανώσεων – όταν και όποτε οι κατά τόπους Αρχές επιτρέπουν τυπικά τη λειτουργία τους. Δύο ηµέρες µετά την άφιξή της στην Καλαµάτα, η εθνοφυλακή απαιτεί το κλείσιµο των γραφείων του ΕΑΜ, µε τον ισχυρισµό ότι οι εαµικές οργανώσεις έπαψαν να υφίστανται µετά τη Βάρκιζα (Ελ. Μεσσηνία, 7.3.45). Στη γειτονική Μεσσήνη, τα τοπικά γραφεία θα καταστραφούν µία εβδοµάδα αργότερα από εθνοφύλακες, πρώην ταγµατασφαλίτες (Ελ. Μεσσηνία, 16.3.45).

Στην Κατερίνη τα γραφεία όλων των εαµικών οργανώσεων κλείνουν µε διαταγή της εθνοφυλακής αµέσως µετά την είσοδο της τελευταίας στην πόλη· δεν θα ξανανοίξουν παρά τον Οκτώβριο του 1945, για να κλείσουν οριστικά τον Μάρτιο του 1946. Ευθύς εξαρχής απαγορεύτηκε η λειτουργία γραφείων των αριστερών οργανώσεων και στα Γρεβενά, ενώ στον νοµό Φλωρίνης θα προτιµηθεί η συστηµατική καταστροφή τους, σε πόλεις και χωριά, από την εθνοφυλακή (ΔΣΕ, Έτσι άρχισε ο Εµφύλιος, σσ. 91-2, 111, 180). Στη Χίο, «οµάς 10 ανδρών» καταστρέφει τα γραφεία του ΕΑΜ στις 9.6.45· τον Σεπτέµβριο, χωροφύλακες και εθνοφύλακες κάνουν το ίδιο σε Πρέβεζα, Άρτα και Λευκάδα. Στον Βόλο, τα γραφεία του ΕΑΜ γίνονται στόχος επιδροµής στις 24.3.45, ακολουθούν την επόµενη εβδοµάδα αυτά του ΚΚΕ (31.3.45), ενώ στις 12.9.45 η Ασφάλεια βάζει επίσηµα λουκέτο στα γραφεία της Εθνικής Αλληλεγγύης.

Στην υπόλοιπη Θεσσαλία, η εθνοφυλακή εξαπολύει µέσα σ’ ένα πενθήµερο επιθέσεις στα γραφεία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ στη Λάρισα (21.4.45), του ΚΚΕ στα Τρίκαλα (23.4.45), του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ στην Καρδίτσα (26.5.45) (Αρσενίου, όπ.π., σσ. 17, 20, 59, 70, 171). Μόνο στην πόλη της Λάρισας, το Υπόµνηµα του ΔΣΕ προς τον ΟΗΕ καταγράφει αναλυτικά 15 επιθέσεις εναντίον εαµικών γραφείων µέσα στο 1945 (οι 10 το δίµηνο Μαρτίου-Απριλίου) και άλλες 6 κατά το πρώτο εξάµηνο του 1946, συχνά µε συλλήψεις όσων βρίσκονταν εκεί (όπ.π., σσ. 339-40). Στα Χανιά, τα γραφεία του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ θα γίνουν τον Σεπτέµβριο του 1946 στόχος ένοπλων επιθέσεων από ακροδεξιούς µε τη βοήθεια της χωροφυλακής (Δηµοκρατία και Κήρυξ, 5.9.46).

 

Εκδροµές εκτός νόµου

 

Ο κ. Τσάτσος δια τας εαµικάς «εκδροµάς»

Ο υπουργός των Εσωτερικών κ. Τσάτσος, οµιλών δια τας οργανουµένας υπό του Κοµµουνιστικού Κόµµατος εκδροµάς εις διαφόρους έξω των Αθηνών εξοχάς, περί των οποίων έγραψε προ ηµερών το «Έθνος», εδήλωσεν ότι αι αρµόδιαι αρχαί είνε εν γνώσει αυτών καθώς και δια ποίον σκοπόν οργανούνται. Προσέθεσεν ότι διετάχθησαν ήδη αι κατά τόπους αρχαί όπως παρακολουθούν αυτάς και φροντίζουν ώστε να µη δίδουν αφορµάς διασαλεύσεως της τάξεως. Οπωσδήποτε, ετόνισεν ο κ. Υπουργός, εάν εξακριβωθή ότι αι εκδροµαί αύται έχουν πολιτικόν χαρακτήρα θα χαρακτηρισθούν ως παράνοµοι συγκεντρώσεις και θα προκαλέσουν την επέµβασιν της αστυνοµίας, εφόσον δεν έχει εκ των προτέρων ζητηθή η προς τούτο απαιτουµένη άδεια.

Πηγή: «Έθνος», (Αθήνα) 5.6.1945.

Όταν αυτά συνέβαιναν σε αστικά κέντρα µε αξιόλογη ή και πλειοψηφική εαµική παρουσία, τα οποία αποτελούσαν κατά κάποιον τρόπο τη «βιτρίνα» της έννοµης τάξης, εύκολα καταλαβαίνει κανείς τι γινόταν σε κωµοπόλεις και σε χωριά. Η έκθεση του Δηµοκρατικού Στρατού προς τον ΟΗΕ, τον Μάρτιο του 1947, είναι γεµάτη από χιλιάδες παραδείγµατα της διάχυτης βίας που σάρωσε την ενδοχώρα: φόνοι εαµιτών από όργανα της «τάξης», βασανισµοί κρατουµένων, φυλακίσεις µε κάθε πρόσχηµα και σε κάθε ευκαιρία. Μολονότι ένα µέρος αυτών των αγριοτήτων σηµειώθηκαν µετά το ξεκίνηµα του δεύτερου αντάρτικου, και ως εκ τούτου αποτελούν πεπραγµένα του καθεαυτό Εµφυλίου µάλλον παρά της λευκής τροµοκρατίας του 1945-1946, η συνέχεια της κρατικής πολιτικής ανάµεσα στις δύο φάσεις είναι κάτι παραπάνω από ευδιάκριτη.

 

Δοκιµές εθνοκάθαρσης

 

Ειδική περίπτωση αποτελούν οι περιοχές της ελληνικής Μακεδονίας µε σλαβοµακεδονικό πληθυσµό – τόσο αυτές όπου οι σλαβόφωνοι αποτελούσαν την πλειοψηφία (Φλώρινα, Πέλλα) όσο και εκείνες που συνιστούσαν απλώς µειονότητα (Καστοριά, Εορδαία, Νάουσα, Παιονία, περίχωρα Θεσσαλονίκης, Λαγκαδάς, Σέρρες, Δράµα). Εκεί η προσπάθεια βίαιης αποδιάρθρωσης του εαµικού µπλοκ θα συνδυαστεί µε την εξαπόλυση ενός πογκρόµ σε βάρος των ανεπιθύµητων «ξένων στοιχείων».

Στη διάρκεια της Κατοχής, οι δυνάµεις του Άξονα είχαν υποθάλψει µε σχετική επιτυχία τον ανταγωνισµό ανάµεσα στις διαφορετικές εθνοτικές οµάδες της περιοχής. Περίπου 3.000-4.000 Σλαβοµακεδόνες των νοµών Καστοριάς, Φλωρίνης και Πέλλης είχαν συµµετάσχει το διάστηµα 1943-1944 σε µονάδες του Αξονοµακεδονικού Κοµιτάτου ή των Εθελοντικών Ταγµάτων Ασφαλείας (Οχράνα), ενώ ακόµη περισσότεροι τουρκόφωνοι πρόσφυγες πολέµησαν στο πλευρό της Βέρµαχτ ως ταγµατασφαλίτες του Εθνικού Ελληνικού Στρατού (ΕΕΣ) και του Εθελοντικού Τάγµατος του Πούλου.Αρκετές χιλιάδες Σλαβοµακεδόνες εντάχθηκαν την ίδια εποχή στις γραµµές της Αντίστασης, ως µέλη του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και των µειονοτικών σχηµατισµών του (ΣΝΟΦ, Μακεδονικά Τάγµατα).

Οι συνέπειες αυτής της πολιτικής αποκαλύφθηκαν σε όλη τους τη διάσταση την επαύριον της Απελευθέρωσης. Μια πρώτη τάση του ελληνόφωνου γηγενούς αλλά και του προσφυγικού πληθυσµού για αντεκδικήσεις σε βάρος των σλαβοµακεδονικών χωριών, το φθινόπωρο του 1944, αποτράπηκε χάρη στις συµφιλιωτικές προσπάθειες της ηγεσίας του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Διαφορετική τροπή πήραν ωστόσο τα πράγµατα µετά τη Βάρκιζα, µε το πέρασµα της ουσιαστικής εξουσίας στην εθνοφυλακή και στις φιλοβασιλικές παρακρατικές συµµορίες, πολλές από τις οποίες είχαν επίσης συνεργαστεί µε τις κατοχικές δυνάµεις το προηγούµενο διάστηµα.

Με πρόσχηµα τη δίωξη των πρώην «οχρανιτών» και «κοµιτατζήδων», ένα εκτεταµένο κύµα βίας σάρωσε τις σλαβόφωνες περιοχές, βάζοντας στο στόχαστρο όλα ανεξαιρέτως τα µέλη της ανεπιθύµητης πληθυσµιακής οµάδας – ακόµη και εκείνα που όχι µόνο δεν βαρύνονταν µε δωσιλογισµό, αλλά είχαν να επιδείξουν συγκεκριµένη αντιστασιακή δράση. Τα περισσότερα χωριά υφίστανται αλλεπάλληλες επιδροµές «εθνικοφρόνων» παρακρατικών που λεηλατούν το βιος τους, κακοποιούν τους κατοίκους, καίνε σπίτια ή αποθήκες και προχωρούν σε επιλεκτικούς φόνους και απαγωγές.

Ακόµη και σε πόλεις όπως τα Γιαννιτσά, εθνικόφρονες παράγοντες της εποχής θα επισηµάνουν την εφαρµογή µιας τροµοκρατικής πολιτικής µε στόχο τα καταστήµατα και τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία των σλαβόφωνων ντόπιων. Σε άλλες περιοχές, όπως στο Κιλκίς ή στη Γουµένισσα, δηµόσιες επιγραφές καλούν τους «Βουλγάρους» να εγκαταλείψουν τη χώρα. Περίπου 25.000 Σλαβοµακεδόνες θα καταφύγουν έτσι µέσα στη διετία 1945-46 στη Βουλγαρία και κυρίως στην τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία.

Συµπληρωµατικοί προς τη διάχυτη βία υπήρξαν οι επιτελικοί σχεδιασµοί και οι δηµόσιες εκκλήσεις τοπικών παραγόντων για µια «οριστική λύση» του µειονοτικού ζητήµατος, µε τη µαζική εκδίωξη ενός µέρους ή και όλων των σλαβόφωνων Μακεδόνων εκτός ελληνικής επικράτειας. Συνηθισµένη ήταν η σύγκριση των Σλαβοµακεδόνων µε τους Σουδήτες, τη γερµανική µειονότητα της Τσεχοσλοβακίας που χρησιµοποιήθηκε το 1938-1939 ως πρόσχηµα για την κατάληψη της χώρας από το Γ’ Ράιχ και εκτοπίστηκε συλλογικά την επαύριον της απελευθέρωσης. Ένας από τους επιφανέστερους υποστηρικτές µιας τέτοιας εκκαθάρισης, ο πολιτευτής –µετέπειτα βουλευτής– Καστοριάς Περικλής Ηλιάδης, θα υποστηρίξει επανειληµµένα από τις στήλες της εφηµερίδας του, στην υπηρεσιακή του αλληλογραφία αλλά και από το βήµα της Βουλής την «ανάγκη να απαλλαγή πλέον ο τόπος από το µίασµα αυτό», που εκείνη την εποχή αριθµούσε γύρω στα 200.000 άτοµα σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα.

Παρόµοιο αίτηµα υποβάλλουν υπηρεσιακά την ίδια περίοδο οι αρχές του νοµού Πέλλης (νοµάρχης, διοικητής χωροφυλακής, εισαγγελέας), κατονοµάζοντας µάλιστα ένα προς ένα τα χωριά της δικαιοδοσίας τους που πρέπει να αποτελέσουν –ως «η κυρία αιτία του κακού»– αντικείµενο «ριζικής αντιµετωπίσεως».

Περισσότερο διακριτικές, οι κεντρικές υπηρεσίες θα επεξεργαστούν και αυτές διάφορα σχέδια µιας τέτοιας εθνοκάθαρσης µεταξύ 1945 και 1949, ξεκινώντας από τη λεπτοµερή ταξινόµηση των κατοίκων κάθε χωριού µε βάση τη µητρική γλώσσα και τα εικαζόµενα «εθνικά φρονήµατα» των κατοίκων του και υπολογίζοντας µεταξύ 60.000 και 120.000 όσους «ενδεικνυόταν» να εκδιωχθούν. Ο Εµφύλιος πόλεµος έδωσε βέβαια τελικά τη δική του λύση στο «πρόβληµα». Μια ενδιαφέρουσα πτυχή αυτής της ταξινόµησης αφορά, ωστόσο, την «επανερµηνεία» του φρονήµατος των Σλαβοµακεδόνων µε βάση όχι τη στάση τους επί Κατοχής αλλά τις νέες διαχωριστικές γραµµές της µεταπολεµικής περιόδου: προπύργια του Βουλγαροµακεδονικού Κοµιτάτου (όπως η Κορησός, το Καλοχώρι ή τα Λακκώµατα) καταγράφονται ως «ελληνόφρονα» ή έστω «ρευστοσυνείδητα», ενώ χωριά µε ενεργό συµµετοχή στην Αντίσταση (όπως το Δενδροχώρι, η Κρυσταλλοπηγή και η Βεύη) καταχωρούνται σαν «αναφανδόν βουλγαρίζοντα».

Την εικόνα συµπληρώνει η έννοµη καταστολή της σλαβοφωνίας σε µεγάλο µέρος της υπαίθρου. Η δηµόσια οµιλία της σλαβοµακεδονικής γλώσσας απαγορεύθηκε σε πολλά χωριά µε αποφάσεις των τοπικών διοικητών της εθνοφυλακής (βλ. Δηµοκρατικός νεοφασισµός, σ. 47), ενώ τοπικά στελέχη του ΕΑΜ που είχαν εκτεθεί το 19441945 µε το άνοιγµα σλαβοµακεδονικών σχολείων ή το ανέβασµα σλαβόγλωσσων θεατρικών παραστάσεων, διώχθηκαν µε την κατηγορία της «εθνικής αναξιότητας».

 

Εθνοκάθαρση επί χάρτου

 

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ

ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΣ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ

ΤΜΗΜΑ Β’ ΓΡΑΦ. ΙΙ

Αριθ. Πρωτ. 115/10/26/78

ΑΠΟΡΡΗΤΟΝ – ΕΠΕΙΓΟΝ – ΕΠΙ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙ

Εν Αθήναις τη 24 Ιουλίου 1946

Προς το Υπουργείον των Εξωτερικών

Διεύθυνσιν Πολιτικών Υποθέσεων

Ενταύθα

«Βουλγαρόφρονες και Ρουµανόφρονες Βορείου Ελλάδος

Έχοµεν την τιµήν, κατόπιν προφορικής υµών παρακλήσεως, να φέρωµεν εις γνώσιν σας ότι το έργον των Επιτροπών των συσταθεισών δια της υπ’ αριθ. 115/10/26/15 από 25-10-45 Κοινής Αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης, Εσωτερικών και Στρατιωτικών, ετελείωσεν ήδη και ότι, βάσει των δια της Αποφάσεως ταύτης τεθέντων ειδικών κριτηρίων δηλωτικών Βουλγαρικής ή Ρουµανιζούσης συνειδήσεως, κατεγράφησαν οι εν περιλήψει, κατά περιφερείας του Κράτους, ως κάτωθι:

  ΝΟΜΟΙ ΒΟΥΛΓΑΡΟΦΡΟΝΕΣ

Εν γένει άτομα

(ενήλικα και  ανήλικα άρρενα και θήλεα)

ΡΟΥΜΑΝΟΦΡΟΝΕΣ

Εν γένει άτομα

(ενήλικα και ανήλικα άρρενα και θήλεα)

ΠΙΝΑΚΕΣ ΠΙΝΑΚΕΣ
    ΠΙΝΑΞ Α’ ΠΙΝΑΞ Β’ ΠΙΝΑΞ  Α ΠΙΝΑΞ Β’
1 ΚΟΖΑΝΗΣ 9.197 43 469 359
2 ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ 11830   156  
3 ΦΛΩΡΙΝΗΣ 30.937 892 126  
4 ΕΔΕΣΣΗΣ 12.233  
5 ΒΕΡΡΟΙΑΣ 1.372   187 158
6 ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ 5.154   585
7 ΚΙΛΚΙΣ 233  
8 ΣΕΡΡΩΝ 18.552 3.882 167
9 ΔΡΑΜΑΣ 9.276 549
10 ΞΑΝΘΗΣ 776
11 ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ 1.450 2.531
12 ΚΑΒΑΛΑΣ 413 83
13 ΕΒΡΟΥ 3.266 701
14 ΛΑΡΙΣΣΗΣ 150
15 ΤΡΙΚΑΛΩΝ 21
16 ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ 143
17 ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ 219
ΣΥΝΟΛΟΝ 104.698 8.681 2.223 517

Επί τούτοις γνωρίζοµεν υµίν τα εξής:

α) Εις τον πίνακα Α’ συµπεριελήφθησαν οι κριθέντες επί τη βάσει των επιβαρυντικών κριτηρίων, εις δε τον πίνακα Β’ οι των ελαφρυντικών τοιούτων.

β) Δια την καταγραφήν των Βουλγαροφρόνων, αι περισσότεραι Επιτροπαί κατηνόησαν απολύτως το πνεύµα της ειρηµµένης Κοινής Αποφάσεως των τριών Υπουργών και κατέγραψαν, κατά τρόπον ανταποκρινόµενον εις την πραγµατικότητα, αυτούς. Αντιθέτως ένιαι εκ των Επιτροπών τούτων, παρηνόησαν το πνεύµα της εν λόγω Αποφάσεως και κατέγραψαν ως Βουλγαρόφρονας και άλλης κατηγορίας άτοµα, ως π.χ. Αρµενίους και Έλληνας εποικισθέντας εις τας περιφερείας αυτάς εξ Ασίας ή εκ Παλαιάς Ελλάδος, απλώς και µόνον επειδή τα άτοµα ταύτα συνειργάσθησαν µετά των Βουλγάρων (Δοσίλογοι).

Άλλα πάλιν Επιτροπαί, καταληφθείσαι υπό πνεύµατος επιεικείας και υπό της αντιλήψεως ότι θα έπρεπεν να αποφευχθή η δηµιουργία ενδεχοµένης ξένης Μειονότητος, περιωρίσθησαν εις την καταγραφήν των πλέον σοβαρών και των πλέον επικινδύνων εκ των Βουλγαροφρόνων και Ρουµανιζόντων. Η τελευταία αύτη περίπτωσις αφορά κυρίως τους Ρουµανίζοντας, οίτινες ανέρχονται εις πολύ µεγαλείτερον αριθµόν των καταγραφέντων, ιδίως εις τας περιοχάς Θεσσαλίας-Πίνδου.

Επί τη βάσει των ανωτέρω δεδοµένων, ο αριθµός των Βουλγαροφρόνων (Α’ και Β’ Πινάκων), όστις ανέρχεται, κατά τους ανωτέρω αριθµούς, εις εκατόν δέκα τρεις χιλιάδες τριακοσίους εβδοµήκοντα εννέα (113.379), θα πρέπει να µειωθή εις 100.000 περίπου άτοµα, δι’ ολόκληρον την περιοχήν Μακεδονίας-Θράκης.

Επί τη ευκαιρία ταύτη, θεωρούµεν αναγκαίον να τονίσωµεν υµίν:

α) Τους Εθνικούς κινδύνους, ούς περικλείει η ύπαρξις µιας τοιαύτης συµπαγούς µάζης Βουλγαροφρόνων, ιδίως εις τας περιοχάς της Δυτικής Μακεδονίας.

[…]

γ) Ανεξαρτήτως της υπό του Συνεδρίου της Ειρήνης αποδοχής ή µη της Εθνικής Διεκδικήσεως της Ελλάδος, περί Στρατηγικής διαρρυθµίσεως των προς την Βουλγαρίαν Συνόρων µας, έχοµεν την γνώµην ότι θα πρέπη να αντιµετωπισθή, υπό της προς τούτο αποσταλησοµένης εις το εν λόγω Συνέδριον Εθνικής ηµών Αντιπροσωπείας, και το ζήτηµα της αποµακρύνσεως (απελάσεως) των Βουλγαροφρόνων τούτων εκ του Ελληνικού Εδάφους. Περί του τελευταίου τούτου είναι σύµφωνος και η υπό την Προεδρίαν του Α’ Υπαρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού τελούσα Επιτροπή, ήτις, κατά την τελευταίαν αυτής συνεδρίασιν και εν τη επιθυµία της όπως συµβάλη εις την Ασφάλειαν του Κράτους, συνέταξε και υπέβαλεν εις την Κυβέρνησιν, ως πρώτον µέτρον, το γνωστόν σχέδιον Ψηφίσµατος, περί εκπτώσεως της Ελληνικής Ιθαγενείας από τους εν λόγω Βουλγαρόφρονας.

[…]

Η απέλασις όθεν των Βουλγαροφρόνων τούτων θα απετέλει έργον στοιχειώδους Εθνικής και Ιστορικής Δικαιοσύνης και επιβεβληµένης προασπίσεως της Ασφαλείας του Κράτους εις τα Βόρεια Σύνορά του, δι’ ό, κατά την γνώµην ηµών, θα πρέπει η απέλασίς των αύτη να λάβη την µορφήν Εθνικού αιτήµατος της Ελλάδος εις το Συνέδριον της Ειρήνης.

[…]

Μετά την πραγµατοποίησιν της προτεινοµένης απελάσεως των εν λόγω Βουλγαροφρόνων, κατεχόντων ήδη τας καλλιτέρας γαίας εν Μακεδονία-Θράκη, θα ήτο δυνατόν να επιτευχθή εις τα εδάφη ταύτα ο εποικισµός δεκάδων χιλιάδων ακτηµόνων Ελλήνων. Δια του εποικισµού τούτου θα επραγµατοποιείτο η πλήρης οµοιογένεια των πληθυσµών των ειρηµένων Επαρχιών και θα εδηµιουργείτο είς θετικός παράγων ασφαλείας του Κράτους εις το διηνεκές µέλλον.

Αντιθέτως, η παραµονή αυτών, ώς έχουν, εις το Ελληνικόν Έδαφος θα προκαλή, έπειτα µάλιστα από τας δηµιουργηθείσας συνθήκας του πολέµου, της Κατοχής, του Δεκεµβριανού Κινήµατος κλπ., συνεχώς πράγµατα (η Οργάνωσις ΝΟΦ, Οργάνωσις Βουλγαρικού Κοµιτάτου, Οχράνα κλπ. κλπ.), εις βάρος της Πατρίδος και των συµφερόντων αυτής.

Καθ’ όσον αφορά ήδη τους Ρουµανόφρονας, φρονούµεν ότι δια τους ιδίους λόγους Εθνικής Ασφαλείας ευκταίον θα ήτο όπως και τούτοι απηλαύνοντο εκ του Ελληνικού Εδάφους.

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ

ΣΠ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ

Κοινοποίησις

Γεν. Δ/σιν Χωρ/κής (Δ/νσιν Ασφαλείας) του Υπουργείου τούτου

Γενικόν Επιτελείον Στρατού, Δ/σιν Πληροφοριών και Υ.Π.Σ.

Αρχηγείον Βασ. Χωροφυλακής (Τµήµα Ασφαλείας)

Αγγλικήν Αστυνοµικήν Οργανωτικήν Αποστολήν, προς γνώσιν

Πηγή: Αρχείο Φίλιππου Δραγούµη (Γεννάδειος Βιβλιοθήκη), φ. 104, εγγρ. 134.

 

Κατευνασµός πολιτικών παθών

 

Αναγκαστικός Νόµος υπ’ αριθ. 942

Περί λήψεως µέτρων προς κατευνασµόν των πολιτικών παθών

Άρθρον 1

Με φυλάκισιν ενός µέχρι τριών µηνών και εν υποτροπή µε φυλάκισιν δύο µέχρι έξ µηνών τιµωρείται όστις:

α) Αναγράφει εις τους τοίχους οικιών ή περιµανδρωµένων χώρων, εις οδούς ή εις πεζοδρόµια ή οιονδήποτε άλλο µέρος προσιτόν εις το κοινόν, συνθήµατα ή λέξεις ή φράσεις ή παραστάσεις δηλωτικάς πολιτικών ιδεών.

β) Τοιχοκολλεί εις τα εν τω προηγουµένω εδαφίω αναφερόµενα µέρη έντυπα του αυτού περιεχοµένου.

γ) Μεταδίδει εις το κοινόν δια ζώσης φωνής ή τηλεβοών ή οιουδήποτε άλλου τεχνικού µέσου συνθήµατα ή εντολάς ή απειλάς ή αγγελίας ή ανακοινώσεις δυναµένας να εµβάλωσιν εις ανησυχίαν τους πολίτας ή να µειώσωσι το παρ’ αυτοίς αίσθηµα ασφαλείας και τάξεως.

δ) Φέρει δηµοσία στολήν, σήµα ή διακριτικόν οιονδήποτε δηλωτικόν του ότι ο φέρων αυτό ανήκει εις ωρισµένην πολιτικήν οργάνωσιν ή ιδεολογίαν.

Άρθρον 2

Η µετατροπή των συµφώνως τω προηγουµένω άρθρω επιβαλλοµένων ποινών εις χρηµατικάς, απαγορεύεται.

Πηγή: Βασίλειον της Ελλάδος – «Εφηµερίς της Κυβερνήσεως», ΦΕΚ 1946/Α/48 της 15.2.1946.

 

Το δικαστικό πογκρόµ

 

Σηµαντικότερη ίσως από τα στρατιωτικά ή διοικητικά µέτρα κατά της Αριστεράς, έµελλε να αποδειχθεί η αµείλικτη δικαστική καταστολή του εαµικού κινήµατος σε ολόκληρη τη χώρα. Ένα πραγµατικό δικαστικό πογκρόµ εξαπολύθηκε εναντίον χιλιάδων πολιτών που είχαν στρατευθεί στις γραµµές της εαµικής Αντίστασης και κατηγορούνταν για κάθε λογής «αδικήµατα» που διαπράχθηκαν στη διάρκεια της αναµέτρησης µε το κατοχικό καθεστώς και τους συνεργάτες του.

Σε ορισµένες περιπτώσεις, ο διωκτικός µηχανισµός είχε τεθεί σε λειτουργία ήδη πριν από τα Δεκεµβριανά. Τυπικό παράδείγµα αποτελεί η άσκηση δίωξης (και η προφυλάκιση) του «πολιτικού καθοδηγητού» του ΕΑΜ Καλαβρύτων, Αντώνη Ζαφειρόπουλου, για «ηθική αυτουργία» στη θανατική καταδίκη και στην εκτέλεση 42 χωροφυλάκων από τον ΕΛΑΣ το Πάσχα του 1944 (Ελευθερία, 3.12.44). Μετά τη Βάρκιζα, η «συνέχεια» της έννοµης τάξης µεταξύ των κατοχικών και των µετακατοχικών χρόνων θεωρήθηκε δεδοµένη, µε αποτέλεσµα δίκες αγροτών για αντίσταση στη συγκέντρωση της παραγωγής από την κυβέρνηση Τσολάκογλου (Αρσενίου, όπ.π., σ. 19) και δηµοσίων υπαλλήλων για απεργίες του 1943 (Π. Δελαπόρτας, Το ηµερολόγιο ενός Πιλάτου, σσ. 96-100). Μία από τις πιο χτυπητές περιπτώσεις «δικαίωσης» του κατοχικού καθεστώτος υπήρξε η µεταπολεµική δίωξη πρώην χωροφυλάκων, όπως ο υποµοίραρχος Θωµάς Βενετσανόπουλος, επειδή το 1943 είχαν «εγκαταλείψει την υπηρεσία» τους για να προσχωρήσουν στους αντάρτες.

Μια δεύτερη κατηγορία διώξεων στόχευε στη de facto ποινικοποίηση κάθε πολιτικής δραστηριότητας των οπαδών της Αριστεράς. Οι εαµικές Λευκές Βίβλοι καταγράφουν δικαστικές καταδίκες για τη διανοµή «προκηρύξεως επαναστατικού περιεχοµένου» που καλούσε σε «ειρηνικό αγώνα» υπέρ της εκκαθάρισης του κρατικού µηχανισµού από τους δωσιλόγους, για τη διακίνηση φυλλαδίου µε περιγραφή των κινητοποιήσεων της 25ης Μαρτίου στα χρόνια της Κατοχής, ακόµη και για πολιτικές συζητήσεις … κατ’ οίκον (Παραβιάσεις της Βάρκιζας, σ. 9). Τέλος, τα ΜΜΕ και οι υπηρεσιακές εκθέσεις της εποχής ξεχειλίζουν από πληροφορίες για συλλήψεις και καταδίκες πολιτών επειδή τραγούδησαν δηµόσια «εαµικά άσµατα» (ενδεικτικά: ΔΙΣ, όπ.π., τ. 2, σσ. 244-246).

Τον Φεβρουάριο του 1946 η σχετική µεταξική νοµοθεσία θα συµπληρωθεί από τον Α.Ν. 942 «Περί λήψεως µέτρων προς κατευνασµόν των πολιτικών παθών», µε τον οποίο απαγορεύεται πλήρως όχι µόνο η αφισοκόλληση, η αναγραφή ή η εκφώνηση πολιτικών συνθηµάτων ή πληροφοριών, αλλά ακόµη και οποιοδήποτε «σήµα ή διακριτικόν δηλωτικόν του ότι ο φέρων αυτό ανήκει εις ωρισµένην πολιτικήν οργάνωσιν ή ιδεολογίαν» (ΦΕΚ 1946/Α/48).

Η σοβαρότερη κατηγορία διώξεων αφορούσε ωστόσο στα (πραγµατικά ή φανταστικά) «εγκλήµατα» που διαπράχθηκαν από το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ είτε στη διάρκεια των Δεκεµβριανών είτε επί Κατοχής, στα πλαίσια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και των τοπικών εµφύλιων συγκρούσεων µεταξύ αντιµαχόµενων οργανώσεων. Μια καλά συντονισµένη επικοινωνιακή καµπάνια µε κεντρικό θέµα τις «αγριότητες» των ανταρτών, κατασκεύασε ένα πολιτικό κλίµα που ευνοούσε όχι µόνο την αναγωγή κάθε φόνου της προηγούµενης περιόδου στην ερυθρά τροµοκρατία αλλά και την παράκαµψη κάθε δικονοµικής εγγύησης για τους «σφάχτες» του ΕΛΑΣ και της Οργάνωσης Προστασίας Λαϊκού Αγώνα (ΟΠΛΑ).

Το πρώτο βήµα έγινε την επαύριον των Δεκεµβριανών, µε τη σκηνοθετηµένη έκθεση µερικών εκατοντάδων υποτιθέµενων «θυµάτων» του ΕΑΜ στο Περιστέρι (Richter, όπ.π., σσ. 28-30). Ακολούθησαν διαδοχικές εκταφές «σφαγιασθέντων» σε διάφορα σηµεία της υπαίθρου από το ίδιο συνεργείο (του ιατροδικαστή Καψάσκη) που οργάνωσε και τα «εκθέµατα» της πρωτεύουσας. Αν και συχνά τα «ευρήµατα» είχαν κάποιον πυρήνα αλήθειας (π.χ. την εκτέλεση µερικών δεκάδων ατόµων από τον ΕΛΑΣ στη διάρκεια της Κατοχής), η αναπαραγωγή των γεγονότων από την κρατική προπαγάνδα και τον Τύπο τους προσέδιδε εξωπραγµατικές διαστάσεις. Ούτως ή άλλως οριακή, η περίπτωση της Μεσσηνίας είναι αρκετά αποκαλυπτική. Τον Σεπτέµβριο του 1945 ξεθάφτηκαν συνολικά 765 πτώµατα στην περιοχή του Μελιγαλά και άλλα 750 (εκτελεσµένων τόσο από τον ΕΛΑΣ όσο και από τα κατοχικά στρατεύµατα) στην πόλη της Καλαµάτας· η επίσηµη αυτή καταµέτρηση επισκιάστηκε ωστόσο από τις ταυτόχρονες –και εντελώς ανυπόστατες– «εκτιµήσεις» της εισαγγελίας Καλαµών για 7.500 «εκτελεσθέντες εθνικόφρονες» σε όλο τον νοµό (Τα Νέα και Έθνος, 25.9.45).

Την εικόνα συµπληρώνει η συγκρότηση ενός ειδικευµένου ακροδεξιού λόµπι που, µε µπροστάρη τον πανελλήνιο σύλλογο θυµάτων και πληγέντων εκ της ελασιτοκοµµουνιστικής δράσεως Ο Άβελ, κινητοποιείται για να εµποδίσει όχι µόνο την αµνήστευση των κατοχικών «εγκληµάτων» αλλά και οποιαδήποτε αναγνώριση των «ανυπάρκτων και εικονικών πατριωτικών υπηρεσιών» της «σπείρας των δήθεν αγωνιστών» του ΕΑΜ/ ΕΛΑΣ (Έθνος, 7.11.45).

Παρόµοιοι µηχανισµοί επιστρατεύτηκαν για τη δικαστική εκκαθάριση αυτών των υποθέσεων. Για κάθε ανθρωποκτονία που είχε διαπραχθεί από το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ υποβάλλονταν συνήθως διαδοχικές πανοµοιότυπες µηνύσεις, µε δεκάδες κατηγορούµενους ως φυσικούς ή ηθικούς αυτουργούς. Οι σχετικές δικογραφίες, σηµειώνει χαρακτηριστικά στα αποµνηµονεύµατά του ένας εισαγγελέας της εποχής, «έµοιαζαν µε ρίξιµο διχτυών, που τα ρίχνουν οι ψαράδες κι όσα ψάρια πιάσουν» (Π. Δελαπόρτας, όπ.π., σ. 110).

Ο ίδιος περιγράφει µε εξαιρετική γλαφυρότητα την εχθρική αντιµετώπιση των αγωνιστών του ΕΑΜ από τον δικαστικό µηχανισµό: «Ύστερα από πρόχειρη µελέτη, αβασάνιστη και απρόσεκτη διαδικασία, µε τη δυσµενέστερη προδιάθεση και προκατάληψη, άδειαζαν πάνω στο κεφάλι τους µε αδυσώπητη αυστηρότητα όλους τους ασκούς του Αιόλου, καταδικάζοντας σε θάνατο τελείως αθώους ανθρώπους, κρατώντας επί µήνες στη φυλακή άνθρωπο που πρόκυπτε από την ίδια τη δικογραφία αυτόδηλα πως ήταν αθώος και λευκότατος ή καταδικάζοντας σε θάνατο ανθρώπους µε το πρωτάκουστο σε ασάφεια κατηγορητήριο, πως “εφόνευσαν µεγάλο αριθµό αγνώστων προσώπων, σε άγνωστο τόπο και σε άγνωστο χρόνο”! Εµέ του ιδίου µου έτυχε να επεξεργαστώ δυο δικογραφίες φόνων, µε προφυλακισµένους τους κατηγορουµένους, ενώ επρόκυπτε πως τα θύµατα των φόνων … ζούσαν! Στη µια µάλιστα δικογραφία, ο “φονευθείς” … είχε εξετασθεί και ως µάρτυς» (όπ.π., σ. 40 και αναλυτικότερα σσ. 87-92).

Εξίσου σαφής ήταν και ο υπουργός Δικαιοσύνης, Γεώργιος Μαύρος, σε συνοµιλία του µε Βρετανούς βουλευτές: «Ενενήντα τοις εκατό των δικαστών ανήκουν στην ακροδεξιά. Είναι τόσο φανατικοί ώστε, χωρίς να λάβουν υπόψη τα στοιχεία, αποφαίνονται πάντοτε υπέρ της Δεξιάς και εις βάρος της Αριστεράς. Σε κάποιες περιπτώσεις, ανακάλυψα ότι είκοσι ως τριάντα άνθρωποι έχουν κατηγορηθεί για τον ίδιο φόνο» (Richter, όπ.π., σ. 161). Τέλος, ενδιαφέρουσα από κάθε άποψη υπήρξε η άσκηση διώξεων ακόµη και για φόνους ανδρών των κατοχικών στρατευµάτων (Π. Δελαπόρτας, όπ.π., σ. 40· Έθνος 22.3.45· Γ. Ρουµελιώτης, Η Εθνική Αντίσταση στη Λακωνία, σ. 350).

Κάποιες επώνυµες περιπτώσεις είναι αποκαλυπτικές, τόσο για την έκταση όσο και για τα γενικότερα χαρακτηριστικά του φαινοµένου. Για παράδειγµα, ο υπερήλικας στρατηγός Ψιάρρης, προπολεµικός βουλευτής των Φιλελευθέρων και εθνοσύµβουλος Μαγνησίας της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), συνελήφθη τον Μάρτιο του 1945 και προφυλακίστηκε επί εννέα µήνες, έπειτα από καταγγελία εθνικόφρονος χωρικού ότι διέπραξε κάποιον απροσδιόριστο φόνο (Αρσενίου, όπ.π., σσ. 17, 22).

Στη Χαλκίδα, πάλι, ένας ταγµατάρχης του ΕΛΑΣ συνελήφθη µε την κατηγορία ότι «εξετέλεσεν 120 άνδρας και αξιωµατικούς των ταγµάτων ασφαλείας» (Έθνος, 6.6.45) – προφανώς στη διάρκεια της Κατοχής, αφού η συνθηκολόγηση του εκεί Τάγµατος κατά την Απελευθέρωση υπήρξε απολύτως αναίµακτη. Στα δηµοσιεύµατα της εποχής για τις συλλήψεις «εκτελεστών» του ΚΚΕ δεν είναι άλλωστε καθόλου σπάνιες οι διευκρινήσεις ότι τα «θύµατα» ήταν ταγµατασφαλίτες που σκοτώθηκαν από την Αντίσταση (ενδεικτικά: Έθνος, 5.3.45, 28.3.45, 4.4.45, 6.4.45, κ.ο.κ.). Αξίζει τέλος να αναφερθεί η έκδοση από τον εισαγγελέα Τριπόλεως ενταλµάτων σύλληψης του Άρη Βελουχιώτη, του Στέφανου Σαράφη και δύο ανώτερων αξιωµατικών του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου, για «ηθική αυτουργία» σε φόνους της κατοχικής περιόδου (Richter, όπ.π., σ. 160-1, 174-5).

Η δίωξη ηγετικών στελεχών της Αντίστασης για «δωσιλογισµό» αποτελεί την άλλη πλευρά του νοµίσµατος. Στην Ανατολική Μακεδονία έξι ηγετικά στελέχη του ΕΑΜ/ ΕΛΑΣ (Κωσταντάρας, Τσαρουχάς, Τσολάκης, Βαλιούλης, Αλεξανδρόπουλος και Ιορδάνογλου) προφυλακίστηκαν επί εννέα µήνες και τελικά οδηγήθηκαν στο Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων Καβάλας, µε την κατηγορία ότι υπήρξαν από το 1942 «συνειδητά όργανα του εχθρού», ότι εξοπλίστηκαν από τον βουλγαρικό στρατό κλπ. Η δίκη τους διακόπηκε από την πρώτη ηµέρα (22.12.45) επ’ αόριστον «δια κρείσσονας αποδείξεις», παρέµειναν όµως στη φυλακή καθώς εκκρεµούσαν σε βάρος τους και άλλες κατηγορίες – π.χ. για οπλοφορία χωρίς την άδεια των (βουλγαρικών) αρχών.

Αποτελεσµατικότερες αποδείχθηκαν οι διώξεις που αφορούσαν εµφύλιες συγκρούσεις της Κατοχής: από τη στιγµή που η εθνικόφρων «αντίσταση» ήταν επίσηµα αναγνωρισµένη, ενώ αυτή του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ όχι, ακόµη και ο αναίµακτος αφοπλισµός κάποιας ανταγωνιστικής ανταρτοοµάδας από ελασίτες µπορούσε να «ερµηνευθεί» δικαστικά ως συνεργασία µε τον κατακτητή. Η ηγεσία του ΕΛΑΣ Αχαΐας καταδικάστηκε έτσι τον Μάιο του 1946 σε βαριές ποινές επί «δωσιλογισµώ», για τη διάλυση εν έτει 1943 µιας ένοπλης οµάδας του «Ελληνικού Στρατού» που δεν είχε στο ενεργητικό της την παραµικρή αντιστασιακή ενέργεια (Β. Λάζαρης, Πολιτική ιστορία της Πάτρας, τ. Δ’, σσ. 6870). Εξίσου σοβαρή υπήρξε η δικανική επιστράτευση ενός άλλου «επιχειρήµατος», σύµφωνα µε το οποίο ο φόνος (οποιουδήποτε) Έλληνα από τον ΕΛΑΣ ισοδυναµούσε µε δωσιλογισµό, αφού λιγόστευε το «έµψυχο υλικό» του έθνους (Δελαπόρτας, όπ.π., σσ. 186-187).

Ο αριθµητικός απολογισµός αυτού του κατατρεγµού είναι εντυπωσιακός. Μέσα στο 1945 ασκήθηκαν συνολικά περίπου 80.000 ποινικές διώξεις σε βάρος εαµιτών, ενώ στα τέλη της χρονιάς ο αριθµός των φυλακισµένων έφτανε τις 19.000 (Ντ. Κλόουζ, Οι ρίζες του εµφυλίου πολέµου στην Ελλάδα, σ. 244). Η απόπειρα της κυβέρνησης Σοφούλη να «αποσυµφορήσει» την όλη διαδικασία, µε την αµνήστευση της «ηθικής αυτουργίας» και την κατάργηση της ποινικής δίωξης για όλα τα κατοχικά αδικήµατα πλην ανθρωποκτονιών (Ν. 753 της 21.12.1945), είχε περιορισµένα µόνο αποτελέσµατα. Σύµφωνα µε επίσηµες πηγές, µέχρι τα τέλη Οκτωβρίου 1946 απολύθηκαν βάσει αυτής της νοµοθεσίας συνολικά 5.535 άτοµα (Δ. Ζαφειρόπουλος, Ο αντισυµµοριακός αγών, σ. 169). Κάποιοι από τους απολυόµενους σκοτώθηκαν αµέσως από παρακρατικές συµµορίες, ενώ άλλοι ξαναπιάστηκαν και δικάστηκαν για τα ίδια αδικήµατα µε αλλαγή του κατηγορητηρίου – ως «φυσικοί» πλέον και όχι «ηθικοί» αυτουργοί (Β. Κλαδούχος, Αποµνηµονεύµατα, σσ. 96, 100· Γ. Θεοδώρου, Έτσι καταδικάστηκα, σ. 50-97)· κάποιες φορές, η «ηθική αυτουργία» µετατράπηκε εκ των υστέρων σε «δωσιλογισµό» (Α. Παπαδόπουλος, Το Ειδικό Δικαστήριο Σερρών απεφάσισε, σ. 23 κ. εξ).

Το ξέσπασµα του Εµφυλίου θα διευκολύνει ακόµη περισσότερο το γενικευµένο ξεκαθάρισµα των εκκρεµοτήτων. Οι θανατικές ποινές για γεγονότα της περιόδου 1943-1944 πολλαπλασιάζονται µετά το 1947, ενώ ευκολότερη θα καταστεί και η εκτέλεση των ποινών, ιδίως στις περιπτώσεις θανατοποινιτών αγωνιστών της Αντίστασης (Μονέδας, Αυγέρης κ.ά.) που οι πρώτες µεταπολεµικές κυβερνήσεις δυσκολεύονταν να στείλουν στο απόσπασµα.

 

«Δεν υπάρχουν» πολιτικοί κρατούµενοι

 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ

Η Διοίκησις Χωροφυλακής Μεσσηνίας εις απάντησιν του δηµοσιεύµατος της εφηµερίδος «Ελεύθερη Μεσσηνία» της 10/8/45 υπό τον τίτλον «Για τον κ. Εισαγγελέα και Διοικητήν Χωροφυλακής» περί ετοιµαζοµένης δήθεν µεταφοράς τεσσάρων πολιτικών κρατουµένων από το Αστυνοµικόν Τµήµα εις Κυπαρισσίαν κ.λ.π.

Ανακοινοί

ότι τόσον εις τα Κρατητήρια Καρέλια όσον και εις τα λοιπά Κρατητήρια των Υπηρεσιών Χωροφυλακής ουδείς πολιτικός κρατούµενος κρατείται, αλλά κρατούνται άτοµα δυνάµει σχετικών ενταλµάτων των αρµοδίων των αρµοδίων Αρχών δι’ εγκληµατικάς πράξεις. Ταύτα προς αποκατάστασιν των πραγµάτων.

(Εκ της Διοικήσεως)

Πηγή: «Θάρρος» (Καλαµάτα), 11.8.1945.

 

Η παρακρατική βία

 

Την έννοµη βία ήρθε να συµπληρώσει η (τυπικά παράνοµη) δραστηριότητα ένοπλων παρακρατικών συµµοριών της φιλοβασιλικής ακροδεξιάς. Το καλοκαίρι του 1945 τα µέλη αυτών των οµάδων υπολογίζονταν σε 18.000 σε όλη τη χώρα. Βασική δραστηριότητά τους ήταν η καταστροφή των γραφείων του ΕΑΜ, η παρεµπόδιση της έκδοσης και κυκλοφορίας των εαµικών εφηµερίδων (ενίοτε και των κεντρώων αντιµοναρχικών αθηναϊκών φύλλων), καθώς και απροκάλυπτες βιαιοπραγίες –ξυλοδαρµοί, βιασµοί και φόνοι– σε βάρος των εαµιτών ή των οικογενειών τους.

Για τη συνεργασία των συµµοριών αυτών µε τις επίσηµες αρχές ασφαλείας, δεν υπάρχει η παραµικρή αµφιβολία. Δεν είναι µόνο η βρετανική κοινοβουλευτική επιτροπή που επισκέφθηκε την Ελλάδα το καλοκαίρι του 1946 και διαπίστωσε ότι «σε ορισµένα µέρη της Θεσσαλίας, ιδιαίτερα στο τρίγωνο Λάρισας-Βόλου-Φαρσάλων, ένοπλες οµάδες της Δεξιάς δρουν µε πρωτοφανή θρασύτητα», καθώς «καµιά προσπάθεια δεν καταβάλλεται για την καταστολή τους». Στο διάβηµά τους προς τον πρωθυπουργό Βούλγαρη, τον Ιούνιο του 1945, οι πολιτικοί αρχηγοί της ευρύτερης κεντροδεξιάς θα επισηµάνουν, και αυτοί, ότι «αι τροµοκρατικαί οργανώσεις της άκρας δεξιάς, όχι µόνον δεν διώκονται αλλά αναφανδόν συµπράττουν µε τα όργανα της τάξεως, προς τελείαν κάθε δηµοκρατικής φωνής κατάπνιξιν».

Ένα τυπικό παράδειγµα τέτοιας συνεργασίας περιγράφεται αναλυτικά στα αποµνηµονεύµατα του επικεφαλής της Χ στην Ηλεία. Χρησιµοποιώντας ως αρχικό πυρήνα µια ήδη υφιστάµενη «οµάδα εθνικοφρόνων πολιτών» του Πύργου, µε επικεφαλής κάποιους πρώην «οµήρους των κοµµουνιστών», ο απόστρατος συνταγµατάρχης Γ. Φαρµάκης συγκροτεί στη συνέχεια παραρτήµατα της οργάνωσης σε όλο τον νοµό· «τους εξώπλισα κατά το δυνατόν», διευκρινίζει, «βοηθούµενος και υπό της Διοικήσεως Χωροφυλακής Ηλείας, ήτις µάλιστα µε εβοήθησε χορηγήσασα και µερικόν οπλισµόν». Μετά την επίσηµη διάλυση της Χ, ως πολιτικοστρατιωτικής οργάνωσης, το µεν πολιτικό της σκέλος θα µετατραπεί σε «Εθνικόν Κόµµα Χιτών», οι δε ένοπλες οµάδες της θα αξιοποιηθούν από τη χωροφυλακή «εις πάσας τας υπηρεσίας αυτής, τόσον των αποσπασµάτων υπαίθρου, όσον και [εις] τας φρουράς των πόλεων».

Τέλος, τον Σεπτέµβριο του 1946 ο ίδιος ακριβώς µηχανισµός θα χρησιµοποιηθεί για την επάνδρωση των επίσηµων παραστρατιωτικών Μονάδων Ασφαλείας Υπαίθρου (Γ. Φαρµάκης, Ο κοµµουνισµός εις την Ηλείαν, σσ. 33-35).

Ο εξοπλισµός του παρακράτους από τις επίσηµες υπηρεσίες ασφαλείας δεν έγινε στα κρυφά. Στις Λευκές Βίβλους του ΕΑΜ παρατίθεται για παράδειγµα έγγραφο της 6ης ταξιαρχίας εθνοφυλακής προς τις υφιστάµενές της µονάδες (22.3.45), µε την εντολή για την υποβολή καταλόγων «τριάντα τουλάχιστον εθνικοφρόνων κατοίκων δυναµένων να αναλάβωσιν όπλα κατά την κρίσιν υµών». Από λίγο µεταγενέστερη αλληλογραφία του 104ου ΤΕ (4.5.45) πληροφορούµαστε ότι στα Βάγια Βοιωτίας «πλείστοι οι κάτοικοι οπλοφορούν» µε αγγλικά όπλα τα οποία τους «παρεχωρήθησαν» από την παραπάνω µονάδα (Παραβιάσεις της Βάρκιζας, σσ. 58-59). Σύµφωνα µε βρετανικές εκτιµήσεις του 1946, περίπου 15.000 όπλα πέρασαν στα χέρια της ακροδεξιάς µε αυτό τον τρόπο µέσα σε ενάµιση χρόνο (Κλόουζ, όπ.π., σ. 240).

Τη συνεργασία υπηρεσιών ασφαλείας και ακροδεξιών συµµοριών παραδέχεται ακόµη και η ηµιεπίσηµη ιστοριογραφία του Ψυχρού Πολέµου, φροντίζοντας απλώς να απαλλάξει από κάθε ευθύνη τα ηγετικά κλιµάκια: «Τα κατώτερα στελέχη της Χωροφυλακής δεν ετήρησαν την αρµόζουσαν στάσιν έναντι των παρακρατικών τούτων οργανώσεων και δια της ανοχής των συνέτειναν εις την επιδείνωσιν της καταστάσεως», αποφαίνεται ο Ζαφειρόπουλος, εκτιµώντας ότι έτσι οι χωροφύλακες «υπήρξαν υπαίτιοι φόνων πολιτών και ληστειών, διαπραχθεισών υπό των παρακρατικών τούτων οργανώσεων» (όπ.π., σ. 84).

Χαρακτηριστικό δείγµα της πλήρους υποκατάστασης του κράτους σε ορισµένες περιοχές της χώρας είναι η επιβολή ακόµη και επίσηµων απαγορεύσεων κυκλοφορίας από τύποις ιδιωτικούς φορείς, όπως η Εθνική Οργάνωσις Βασιλοφρόνων στα Ψαχνά της Εύβοιας (Παραβιάσεις, σσ. 60-1), η Χ σε χωριά της Λακωνίας (Ρουµελιώτης, όπ.π., σ. 357), η Ένωσις Εθνικοφρόνων Κορινθίας (Ελευθερία, 16.5.45) ή µη κατονοµαζόµενα «ανεύθυνα πρόσωπα» και «ποικιλώνυµοι οργανώσεις» στην ύπαιθρο της Αχαΐας (ΔΙΣ, όπ.π., τ. 2, σσ. 57-9).

Ακόµη και στην ίδια την πρωτεύουσα, κατά τους πρώτους τουλάχιστον µήνες µετά τη Βάρκιζα, τα όρια µεταξύ κράτους και παρακράτους παραµένουν εξαιρετικά συγκεχυµένα. «Ότε κατ’ Απρίλιον ανελάβοµεν το Υπουργείον των Εσωτερικών», παραδέχεται στα τέλη του 1945 ο αρµόδιος υπουργός της κυβέρνησης Βούλγαρη, «ένοπλοι οργανώσεις, ως η Χ, ήσαν εν πλήρει δράσει. Όχι µόνον συνελάµβανον άτοµα, εν συνεργασία µετά των αρχών, όχι µόνον τα ανέκριναν µεταχειριζόµεναι µέσα βίας, αλλά και την νύκτα περιεπόλουν και ήσαν ούτως ειπείν µία σιωπηρώς καθιερωµένη κατάστασις» (Κ. Τσάτσος, Δια να γίνωµεν κράτος, σ. 29). Αποσυρόµενοι από τα ηµιεπίσηµα αστυνοµικά τους καθήκοντα, οι Χίτες θα επικεντρώσουν εφεξής τη δράση τους στην εκκαθάριση της εκπαίδευσης και του πολιτισµού από τους αριστερούς, µε καθηµερινές σχεδόν συµπλοκές στις ανώτερες σχολές και µια οργανωµένη εκστρατεία αποκλεισµού των εαµιτών ηθοποιών από τις θεατρικές σκηνές της πρωτεύουσας.

Το πιο προβεβληµένο επεισόδιο του είδους υπήρξε η οργανωµένη επιδροµή εκατοντάδων ακροδεξιών στα αθηναϊκά θέατρα Ερµής και Λυρικόν, µε αποτέλεσµα τον φόνο ενός ηθοποιού και την απόπειρα λιντσαρίσµατος αρκετών άλλων (20.6.45). Σχολιάζοντας το γεγονός, ο υπουργός Εσωτερικών Κων/νος Τσάτσος δεν δίστασε να επιρρίψει ένα µέρος της ευθύνης στην Αριστερά, ισχυριζόµενος ότι «η εµφάνισις προπαγανδιστικών έργων από της σκηνής ωρισµένων θεάτρων υπέρ της ιδέας µιας παρατάξεως δυσχεραίνει την προσπάθειαν δια την γαλήνευσιν της χώρας και τον κατευνασµόν των παθών» (Έθνος, 21.6.45). Στη συγκεκριµένη περίπτωση, τα «προπαγανδιστικά» έργα που δυσκόλεψαν «την γαλήνευσιν της χώρας» ήταν Ο έµπορος της Βενετίας και ο Ιούλιος Καίσαρ του Σαίξπηρ.

 

Οι επιδροµές των «προσωπιδοφόρων»

 

Α. Ο εαµικός Τύπος

ΟΙ ΧΙΤΕΣ ΟΡΓΙΑΖΟΥΝ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΑΣ

Και άλλη επιδροµή στη Δυτ. Παραλία

Έντονη διαµαρτυρία ΕΑΜ Καλαµάτας

Χθες το βράδυ στις 8 η ώρα µασκοφόροι χίτες έκαµαν επιδροµή στη Δυτική παραλία. Τη στιγµή που άρχισαν να δέρνουν δυο γυναίκες, οι γείτονες άρχισαν να καλούν το λαό σε βοήθεια. Στο µεταξύ χτύπησε η καµπάνα και σε λίγα λεπτά η συνοικία ολόκληρη ξεσηκώθηκε στο πόδι. Άντρες και γυναίκες, γέροι και παιδιά, µε ρόπαλα στα χέρια, ξεπετάχτηκαν απ’ τα σπίτια και κυνήγησαν τους τραµπούκους. Η αστυνοµία που ήρθε λίγο αργότερα και είδε τον κόσµο συγκεντρωµένο, διέταξε να διαλυθεί. Ο λαός αγανακτισµένος παρατήρησε ότι είναι αναγκασµένος να αµυνθεί κατά των τραµπούκων και χιτών που καθηµερινά µε τους ξυλοδαρµούς και τις συλλήψεις καθιστούν τη ζωή του αφόρητη. […]

ΤΗΛ/ΜΑ ΤΟΥ ΕΑΜ

Μακαριώτατον Αντιβασιλέα, Πρωθυπουργόν,. Πρεσβευτάς Αγγλίας, Αµερικής, Γαλλίας.

Αρχηγούς κοµµάτων Σοφούλην, Καφαντάρην, Ζαχαριάδην. Εφηµερίδες «Βήµα», «Ελευθερία», «Ριζοσπάστη», «Ελευθ. Ελλάδα».

Καταγγέλλοµεν έντασιν τροµοκρατίας τελευταίας ηµέρας. Προχθές, ευθύς µετά την άφιξίν των εις τον τόπον της εκδοµής των, συνελήφθησαν περίπου 50 εκδοµείς νέοι και κορίτσια και οι 18 εξ αυτών κατεδικάσθησαν εις το αυτόφωρον δια δήθεν παράνοµη συγκέντρωση. Εις ύπαιθρον συνεχίζεται η τροµοκρατική δράσις και αι δολοφονίαι πολιτών (Γρυπάρης, Τσιρούνης, Θεοδωρακόπουλος κ.ά.) από εξοπλισµένους τραµπούκους της οργανώσεως Χ. Τελευταίως και εντός της πόλεως Καλαµών επεξετάθη η δράσις των. Οµάδες 20, 30, 50 και 100 εξοπλισµένων µασκοφόρων και ποικίλως µεταµορφωµένων κάµνουν επιδροµάς εις οικίας και ολοκλήρους συνοικίας τας µεταµεσονυκτίους απαγορευµένας ώρας και δέρνουν, απειλούν και τροµοκρατούν. Αρχαί, αν δεν υποθάλπτουν, αδιαφορούν. Ακόµη εντείνουν και τροµοκρατικά µέτρα κατά κρατουµένων και φυλακισµένων οίτινες προκαλούνται, απειλούνται και δέρνονται (Γυναικείαι Φυλακαί).

Χθες νύκτα εδολοφονήθη κρατούµενος δικηγόρος Αγγελίδης έξω κρατηρίων του αστυνοµικού τµήµατος. Λαός που ζητεί τάξιν, ησυχίαν, δικαιοσύνην και ελευθερία είναι ανάστατος.

Διαµαρτυρόµεθα εντόνως

Νοµαρχιακή Επιτροπή Συνασπισµού Κοµµάτων ΕΑΜ

Πηγή: «Ελεύθερη Μεσσηνία» (Καλαµάτα), 25.9.1945.

Β. Ο εθνικόφρων Τύπος

ΤΕΧΝΑΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ

Τας νυκτερινάς ώρας χθες εις την συνοικίαν του Συντάγµατος άγνωστοι έκρουσαν τον κώδωνα της εκκλησίας καλούντες εις βοήθειαν. Προεκλήθη πανικός εις τους κατοίκους. Επί τόπου κατέφθασε δύναµις χωροφυλακής και εθνοφυλακής, η οποία απεκατέστησε την τάξιν, αφού προηγουµένως ερρίφθησαν πολλοί πυροβολισµοί.

Το επεισόδιον τούτο συνδυαζόµενον προς έτερον εις την Δυτ. Παραλίαν, όπου προεκλήθη παρόµοιος πανικός, αποδίδεται εις τεχνάσµατα των αναρχικών δια να δηµιουργηθούν “εντυπώσεις” εις τους  ατοίκους των συνοικιών και να τους κρατούν υπό την αγωνίαν αιφνιδιαστικών επιθέσεων, ξυλοκοπηµάτων κλπ.

Πηγή: «Θάρρος» (Καλαµάτα), 26.9.1945.

Περί τίνος πρόκειται;

Έν εκ των δύο συµβαίνει: Ή σηµειούται πράγµατι ανεύθυνος δράσις προσωπιδοφόρων εις βάρος πολιτών, ή όσα γράφονται σχετικώς από το εγχώριον κοµµουνιστικόν έντυπον είναι ασύστατα ψεύδη. Εάν συµβαίνη το πρώτον, η Αστυνοµία οφείλει να επέµβη δραστικώτατα και να κτυπήση το κακόν ανδρικώτατα και εις την ρίζαν του.

Εάν όµως συµβαίνη το δεύτερον, τότε οφείλει η Διοίκησις Χωροφυλακής να διαψεύση δηµοσία και µε υπεύθυνον ανακοίνωσιν τα θρυλλούµενα. Ήδη ο φιλήσυχος κόσµος ήρχισεν ν’ ανησυχή ζωηρώς µε τας κυκλοφορούσας φήµας περί προσωπιδοφόρων και γνωρίζοµεν ότι εσηµειώθησαν και µετακινήσεις οικογενειών από της µιας συνοικίας εις την άλλην συνεπεία του προκληθέντος πανικού.

Πηγή: «Θάρρος» (Καλαµάτα), 27.9.1945.

 

 

Απείρως µεγαλύτερα υπήρξαν τα περιθώρια δράσης των παρακρατικών σχηµατισµών στην επαρχία. Δεκάδες συµµορίες λυµαίνονται τη Θεσσαλία, µε επικεφαλής παλιούς δωσιλόγους του ΕΑΣΑΔ και της ΕΕΕ (Παπαναξαγόρας, Καλαµπαλίκης, Βελέντζας, Παπακόφας, Αρχιµανδρίτης, Τσαντούλας), παραδοσιακούς ληστοφυγόδικους (Μόκκας, Μεϊµάνης, Καραµπάς, Αληφτήρας), πρώην εδεσίτες (Βόιδαρος, Βουρλάκης), ακόµη και «µεταµεληθέντες» ελασίτες (Ταµπούρης).

Ο πιο διάσηµος παρακρατικός της περιοχής είναι ωστόσο ο Γρηγόρης Σούρλας, σαρακατσάνος οπλαρχηγός των Φαρσάλων που ξεκίνησε ως παραδοσιακός ληστής, πέρασε ένα διάστηµα από τον ΕΛΑΣ, µισθοδοτήθηκε ως «αυτοτελής» καπετάνιος της οργάνωσης του ταγµατάρχη Κωστόπουλου µε χρήµατα της αποστολής Τσιγάντε, συνεργάστηκε µε τον ΕΔΕΣ και κατέληξε επικεφαλής των ταγµατασφαλιτών του ΕΑΣΑΔ που προσπάθησαν να αναχαιτίσουν τον ΕΛΑΣ τον Σεπτέµβριο του 1944.

Τον Φεβρουάριο του 1945 επανεµφανίζεται στα Φάρσαλα επικεφαλής ενός ένοπλου τµήµατος συγκροτηµένου και εξοπλισµένου από τους Βρετανούς και την επόµενη διετία πρωταγωνιστεί στον κατατρεγµό της εαµικής Αριστεράς στο µεγαλύτερο µέρος της Θεσσαλίας. Τα γνωστότερα –αλλά κάθε άλλο παρά µοναδικά– κατορθώµατά του υπήρξαν η απαγωγή του εισαγγελέα πρωτοδικών Λαρίσης, Χρ. Πατακιά (26.4.45), και κυρίως η κτηνώδης δολοφονία του απεσταλµένου του Ριζοσπάστη στην περιοχή, Κώστα Βιδάλη (14.8.46). Τυπικά επικηρυγµένος, θα επωφεληθεί από το ΚΘ’ Ψήφισµα του 1947 για να «παρουσιαστεί αυθορµήτως» στις Αρχές, ανασυγκροτώντας τη συµµορία του ως «νόµιµο» πλέον τµήµα του κυβερνητικού στρατού.

Ιδιαίτερα άγρια ήταν τα πράγµατα στην Πελοπόννησο, όπου σύµφωνα µε τον ηµιεπίσηµο ιστοριογράφο του στρατού οι παρακρατικές οργανώσεις επιδίδονταν στην «κατατροµοκράτησιν του πληθυσµού» και «διέπραττον ανανδρίας και εγκλήµατα, άτινα δεν παρετηρήθησαν εις ουδεµίαν άλλην περιοχήν της επικρατείας, µηδέ εις την Όθρυν µε την παρακρατικήν οργάνωσιν του Σούρλα» (Ζαφειρόπουλος, όπ.π., σ. 491). Όπως άλλωστε διαπίστωσε το φθινόπωρο του 1945 ο εισαγγελέας Γυθείου, οι φυλακισµένοι εαµίτες φοβούνταν να απολυθούν, ενώ η προφυλάκιση αθώων αντιµετωπιζόταν συχνά από τους οικείους τους ως στοιχειώδες προστατευτικό µέτρο απέναντι στις δολοφονικές προθέσεις του παρακράτους (Δελαπόρτας, όπ.π., σσ. 114-115, 122-127).

Πρωταγωνιστές στο ανθρωποκυνηγητό ήταν κατά κανόνα πρώην ταγµατασφαλίτες, όπως ο Πάνος Κατσαρέας ή ο Βαγγέλης Μαγγανάς. Ο πρώτος υπηρέτησε στο τάγµα του Βρεττάκου, ενώ τον Μάιο του 1944 τον συναντάµε διοικητή του «λόχου ασφαλείας» της Καλαµάτας. Ο δεύτερος ξεκίνησε την καριέρα του ως συνεργάτης της Γκεστάπο κατά το µπλόκο της 4.2.1944 στην Καλαµάτα και συνέχισε ως ανθυπολοχαγός στο τοπικό τάγµα. Τον Νοέµβριο του 1945 καταδικάστηκε ερήµην σε θάνατο για συλλήψεις πολιτών σε γερµανικά µπλόκα (µε αποτέλεσµα τον θάνατό τους), αυτό όµως δεν τον εµπόδισε να κυκλοφορεί ελεύθερος ως οπλαρχηγός της Χ. Αποκορύφωµα της δράσης του θα είναι η διήµερη κατάληψη της Καλαµάτας (20-21.1.46) από µια χιλιάδα ενόπλων που απελευθερώνουν 32 κρατούµενους Χίτες, επιχειρούν να καταστρέψουν τις δικογραφίες των δωσιλόγων και εξαπολύουν αληθινό πογκρόµ κατά των αριστερών – µε επιδροµές σε σπίτια, καταστροφή των εαµικών γραφείων και καταστηµάτων, κακοποιήσεις, βιασµούς, 16 φόνους κι απαγωγή 150 οµήρων.

Επικηρυγµένος στο εξής από την κυβέρνηση Σοφούλη, ο Μαγγανάς θα επαναλάβει λίγο αργότερα το κατόρθωµά του, εισβάλλοντας στην Πύλο και δολοφονώντας 3 εαµίτες κρατούµενους στο εκεί αστυνοµικό τµήµα (15.5.46). Λίγες ηµέρες αργότερα θα συλληφθεί µάλλον τυχαία από τη συνοδεία του Βρετανού επιθεωρητή χωροφυλακής (23.5.46) και θα περάσει το µεγαλύτερο µέρος του Εµφυλίου ως έγκλειστος πολυτελείας στο αρχιφυλακείο της Ακροναυπλίας.

 

Το διάβηµα των πολιτικών αρχηγών προς τον πρωθυπουργό

 

Εν Αθήναις τη 5 Ιουνίου 1945

Κύριε Πρόεδρε

Ως είχοµεν την τιµήν να σας εκθέσωµεν προφορικώς, κατά την συνάντησίν µας της 3ης τρέχοντος, η εγκαθιδρυθείσα µετά το κίνηµα του Δεκεµβρίου εις ολόκληρον την χώραν τροµοκρατία της άκρας δεξιάς επεκτείνεται καθηµερινώς, έχει δε προσλάβει ήδη έκτασιν και βιαιότητα καθιστώσαν αφόρητον την ζωήν των µη βασιλοφρόνων πολιτών, και αποκλείουσαν οιανδήποτε σκέψιν διεξαγωγής ελευθέρου δηµοψηφίσµατος ή εκλογών.

Δεν αποτελεί ελαφρυντικόν η προβαλλοµένη συνήθως δικαιολογία, ότι εξακολουθούν να ταράσσουν την ησυχίαν της υπαίθρου σποραδικά τινα υπολείµµατα του ΕΑΜ, διότι η πάταξις των ατάκτων αυτών στοιχείων, η οποία αναµφιβόλως επιβάλλεται, είναι έργον ευκολώτατον δια την δηµοσίαν δύναµιν. Τελείως διάφοροι είναι οι όροι, προκειµένου περί της ωργανωµένης τροµοκρατικής κινήσεως της δεξιάς. […] Αι τροµοκρατικαί οργανώσεις της άκρας δεξιάς, των οποίων αι κυριώτεραι είχον οπλισθή εν µέρει υπό των Γερµανών και παντοιοτρόπως συνειργάσθησαν µετ’ αυτών, όχι µόνον δεν αφωπλίσθησαν, όχι µόνον δεν διώκονται, αλλά αναφανδόν συµπράττουν µε τα όργανα της τάξεως, προς τελείαν κάθε δηµοκρατικής πνοής κατάπνιξιν.

Έτσι ο µηχανισµός του κράτους ετέθη κατ’ ουσίαν εις την υπηρεσίαν της ωργανωµένης τροµοκρατίας τροµοκρατίας της δεξιάς, πολλαπλασιάζονται δε καθ’ εκάστην, ως είνε φυσικόν, τα εγκλήµατα τα διαπραττόµενα κατά των ελευθέρων πολιτών, κακοποιήσεις, συλλήψεις, φυλακίσεις, βιασµοί γυναικών, φόνοι κλπ εγκλήµατα κηλιδώνοντα τον πολιτισµόν µας. Σηµειώνοµεν εν παραρτήµατι έν µικρόν µικρόν πολοστηµόριον των εγκληµατικών πράξεων που περιήλθεν εις γνώσιν µας. Η διαπίστωσίς των είνε εύκολος, ως εύκολος και πρόχειρος είνε η εξακρίβωσις όλων των γεγονότων, των αναφεροµένων εις τον παρόν υπόµνηµα, δοθέντος ότι ταύτα λαµβάνουν χώραν κατά τρόπον προκλητικόν προς καταπτόησιν των πολιτών, και ουδεµία προσπάθεια καταβάλλεται προς συγκάλυψιν. […]

Θεµ. Σοφούλης, Γ. Καφαντάρης, Εµµ. Τσουδερός, Νικ. Πλαστήρας, Αλεξ. Μυλωνάς

Πηγή: «Πολιτικός Συνασπισµός των Κοµµάτων του ΕΑΜ, Λευκή Βίβλος. Παραβιάσεις της Βάρκιζας (Φλεβάρης – Ιούνης 1945)», Αθήνα, Ιούνης 1945, σσ. 81-82.

 

 

Παρόµοιες διαδροµές ακολούθησε η συγκρότηση των παρακρατικών συµµοριών και στην υπόλοιπη χώρα. Στη Βόρεια Πίνδο, οι ένοπλες οµάδες της ακροδεξιάς καθοδηγούνται κυρίως από πλούσιους τσελιγκάδες µε µακρόχρονη πρόσβαση στα κέντρα εξουσίας των αστικών κέντρων, που στρατολογούν ανάµεσα στους παραδοσιακούς υποτακτικούς τους (Ρ. Βαν Μπουσχότεν, Ανάποδα χρόνια, σσ. 144-153). Στην Ήπειρο αυτόν τον ρόλο αναλαµβάνουν πολέµαρχοι του ΕΔΕΣ, που έχουν όχι µόνο ανοιχτούς λογαριασµούς µε τον κόσµο του ΕΑΜ από την Κατοχή αλλά και πολιτικές φιλοδοξίες (Β. Τζούκας, Οι οπλαρχηγοί του ΕΔΕΣ, σσ. 117-121, 183-189, 207, 210, 212 και 264- 268). Η πολυσχιδής δραστηριότητά τους εξηγεί τόσο τη συντριπτική επικράτηση του Εθνικού Κόµµατος του Ζέρβα στην περιοχή κατά τις εκλογές του 1946 όσο και το γεγονός ότι «η Ήπειρος είναι µια από τις ελάχιστες περιφέρειες που αναφέρονται ρητά στην έκθεση της AMFOGE [Συµµαχική Αποστολή Παρατηρητών των Ελληνικών Εκλογών] ως περιοχές δεξιάς τροµοκρατίας» (Ηλ. Νικολακόπουλος, Κόµµατα και βουλευτικές εκλογές, σσ. 136-137). Στην Κρήτη, πάλι, επικεφαλής των δεξιών συµµοριών που ήδη από το καλοκαίρι του 1945 τροµοκρατούν την επαρχία Κισσάµου είναι οι Καµηλάκηδες, πρώην ταγµατασφαλίτες που µετά τη διάλυση του τάγµατος Παπαγιαννάκη προσχώρησαν στη φιλοβρετανική ΕΟΚ (Δηµοκρατία [Χανιά], 10.8.45).

Ο απολογισµός αυτού του κατατρεγµού, αποτυπωµένος στις Λευκές Βίβλους που εξέδιδε σε τακτά διαστήµατα το ΕΑΜ, είναι καταθλιπτικός. Σύµφωνα µε µια συγκεντρωτική εκτίµηση, στο διάστηµα ανάµεσα στη συµφωνία της Βάρκιζας και τις εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946 σκοτώθηκαν 1.289 µέλη ή οπαδοί της Αριστεράς (953 από συµµορίτες της ακροδεξιάς, 250 από την εθνοφυλακή, 82 από τη χωροφυλακή και 4 από Βρετανούς), ενώ σηµειώθηκαν 509 απόπειρες δολοφονίας, 165 βιασµοί (αριθµός χωρίς αµφιβολία πολύ µικρότερος από την πραγµατικότητα), 6.671 τραυµατισµοί, 31.632 βασανισµοί, 84.931 συλλήψεις, 677 καταστροφές γραφείων και 18.767 περιπτώσεις λεηλασίας ή καταστροφής περιουσιών (Γ. Μαυρογορδάτος, Οι εκλογές και το δηµοψήφισµα του 1946, σ. 330).

Τα όρια της «νόµιµης» αντίδρασης απέναντι στην παρακρατική βία αποτυπώνονται εύγλωττα σ’ ένα τυπικό επεισόδιο της εποχής, όπως αυτό έχει καταγραφεί σε επίσηµη έκθεση της Ανωτάτης Στρατιωτικής Διοικήσεως Θεσσαλίας: «Την 26.6.45», διαβάζουµε, «οµάς Εθνικιστών απήγαγε εκ του χωρίου Νίκαια ένα Κοµµουνιστήν. Το εσπέρας της εποµένης, επταµελής επιτροπή µετέβη εις το φυλάκιον ίνα διαµαρτυρηθή, ενώ άπαντες οι Κοµµουνισταί του χωρίου συνεκεντρώθησαν πέριξ του φυλακίου µε πρόθεσιν να αφοπλίσουν τους άνδρας τούτου. Διά εκφοβιστικών βολών κατορθώθη η διάλυσις της συγκεντρώσεως. Η επταµελής επιτροπή, σκοπόν έχουσα να παραπλανήση τους άνδρας του φυλακίου ίνα επιτύχη ο αφοπλισµός, συνελήφθη και παρεδόθη εις τον Εισαγγελέα, τα µέλη της οποίας [sic] κατεδικάσθησαν εις διαφόρους ποινάς» (ΔΙΣ, όπ.π., τ. 2, σ. 245). Αντί να πετύχουν την απόδοση δικαιοσύνης και τη σωτηρία του απαχθέντος συναγωνιστή τους, οι διαµαρτυρόµενοι εαµίτες βρέθηκαν έτσι καταδικασµένοι, στη βάση µιας εξόφθαλµα µεροληπτικής δίκης προθέσεων.

Μοναδική εναλλακτική λύση για πολλούς από τους διωκόµενους απέµεινε έτσι η εκ νέου έξοδος στο βουνό. Μπορεί να µην υποσχόταν την επιβίωσή τους, εξασφάλιζε όµως τουλάχιστον έναν αξιοπρεπή θάνατο.

 

Τάσος Κωστόπουλος

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *