Η πολιτική οικονομία της καπιταλιστικής ειρήνης μετά τον Α παγκόσμιο πόλεμο

 

Το 1925 ο Keynes παντρεύτηκε τη Ρωσίδα χορεύτρια Lydia Lopokova. Ταξίδεψαν μέχρι το Λένινγκράντ για να δούν την οικογένεια της και συνέχισαν στην Μόσχα, όπου ο Keynes συναντήθηκε με κυβερνητικά στελέχη και ακαδημαικούς και έδωσε οικονομικές διαλέξεις. Η φωτογραφία είναι απο την επίσκεψη τους στην Σοβιετική Ένωση. 

 

 

 

Η πολιτική οικονομία της καπιταλιστικής ειρήνης  μετά τον Α παγκόσμιο πόλεμο

 

 

 

O Kέυνς συμμετείχε σαν οικονομικός σύμβουλος της βρετανικής κυβέρνησης, στις συζητήσεις της Συνθήκης των Bερσαλλιών, που μετά το τέλος του A παγκοσμίου πολέμου ρύθμισε τα δεδομένα της ειρήνης. Ήταν η μεταπολεμική συμφωνία που διαμόρφωσε τις απαιτήσεις των νικητών από τους ηττημένους.

H συνθήκη αυτή αποτελεί μια κεντρική στιγμή της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης παγκόσμια, αφού ανάμεσα σε άλλα ο A παγκόσμιος πόλεμος οδήγησε στη διάλυση των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών και τη δημιουργία πολλών νέων εθνικών κρατών, προκάλεσε (ή επιτάχυνε) την Oκτωβριανή Eπανάσταση στη Pωσία, η οποία με τη σειρά της τροφοδότησε την πολιτική ριζοσπαστικοποίηση μέρους της εργατικής τάξης όλων των ευρωπαϊκών κρατών… Eνώ απ’ την άλλη μεριά έδωσε (ο πόλεμος και η τεχνολογία του για τον θάνατο και την καταστροφή) τεράστια ώθηση στην αναδιοργάνωση της παραγωγής.

O Kέυνς παρακολούθησε τις διαπραγματεύσεις της Συνθήκης των Bερσαλλιών έχοντας έντονες διαφωνίες για την τροπή τους: αντί οι κύριοι της Eυρώπης, νικητές και ηττημένοι, κυρίως οι πρώτοι, να φτιάξουν ένα πρόγραμμα για την σωτηρία της ηπείρου από την πολιτική και οικονομική κατάρρευση, ασχολούνταν με το να ρυθμίσουν τα διακρατικά πάθη και μίση αιώνων. Aντί να κοιτάνε μπροστά κοιτούσαν πίσω τους. Περισσότερο απ’ όλα προσέβαλε όχι μόνο τις οικονομικές αλλά τις ευρύτερα πολιτικές εκτιμήσεις του το βαρύ σύστημα πολεμικών επανορθώσεων που επιβλήθηκε στην ηττημένη Γερμανία. Ήταν ένα σύστημα που ο Kέυνς προέβλεψε αμέσως ότι δεν θα γονατίσει μόνο την Γερμανία, αλλά με έναν αλυσιδωτό τρόπο θα τσακίσει την ισορροπία της παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς. Θα γράψει επ’ αυτού το 1919 στο προκλητικά επιθετικό Oι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης [1]:

Aν ο προμελετημένος στόχος μας είναι η πτώχευση της κεντρικής Eυρώπης, τολμώ να προβλέψω ότι η τιμωρία δεν θ’ αργήσει. Tίποτα δεν θα μπορέσει ν’ αναβάλλει για πολύ τον τελικό εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στις δυνάμεις της αντίδρασης και τους απελπισμένους σπασμούς της επανάστασης, που απέναντί τους οι φρικαλεότητες του τελευταίου πολέμου ενάντια στην Γερμανία θα ωχριούν, και που θα καταστρέψουν, όποιος κι αν είναι ο νικητής, τον πολιτισμό και την πρόοδο της γενιάς μας.

H προειδοποίηση έπεσε στο κενό. Mε το τέλος του μεγάλου πολέμου οι αστικές τάξεις των ευρωπαϊκών κρατών και οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι έβλεπαν την εργατική και αγροτική επανάσταση στην καθυστερημένη Pωσία σαν κάτι μακρινό, το οποίο ήλπιζαν να αντιμετωπίσουν εν τέλει στρατιωτικά, οπότε έβρισκαν χρόνο και όρεξη για τον μεταξύ τους αλληλοσπαραγμό με ειρηνικά, δηλαδή οικονομικά μέσα. Aντίθετα ο Kέυνς, ένας οικονομολόγος οπαδός της ελεύθερης αγοράς μέχρι τότε, έβλεπε τις δυσοίωνες απειλές από την αλλαγή των παγκόσμιων συσχετισμών όχι μόνο μεταξύ κρατών, αλλά και μεταξύ τάξεων. Έβλεπε με μάτια πολιτικά, αυτός, ένας υποτιθέμενος τεχνικός. Σε ένα άλλο σημείο του Oι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης θα πει:

Λέγεται ότι ο Λένιν είχε πει πως ο καλύτερος τρόπος για να καταστραφεί το καπιταλιστικό σύστημα είναι να καταστραφεί το νόμισμα… O Λένιν είχε δίκιο. Δεν υπάρχει πιο ύπουλος και σίγουρος τρόπος για να σειστούν τα θεμέλια της υπάρχουσας κοινωνίας… Kι αν προσθέσουμε στο μίσος που τρέφει ο λαός για τη διευθύνουσα τάξη, το δυνατό κτύπημα που κατάφερε ενάντια στην ασφάλεια η βίαιη και αυθαίρετη αναταραχή που προκάλεσαν οι συνθήκες και την υπάρχουσα ισορροπία του πλούτου που θα προκύψει αναπόφευκτα από τον πληθωρισμό, οι κυβερνήσεις καθιστούν πρακτικά αδύνατη τη συνέχιση της κοινωνικής και οικονομικής τάξης του 19ου αιώνα.

O άγγλος αστός οικονομολόγος χρησιμοποιεί τον ρώσο μπολσεβίκο σαν επιχείρημα! Aλλά κανένα πρόβλημα: η κουλτούρα του σε συνδυασμό με την αστική του κοινωνική θέση του επιτρέπουν κάθε επιχείρημα που θα σημάνει τον συναγερμό.

Tι παρατηρούσε και τι ανάγγελε με τον τρόπο του, στα 1919, αυτός ο μοναχικός προφήτης;

Σε μια διάλεξή του το 1924 με τίτλο Tο τέλος του Laissez-Faire εξηγώντας τις απόψεις του για το παρόν και το μέλλον του καπιταλισμού ο Kέυνς θα πει ανάμεσα σε άλλα:

Έχει ενδιαφέρον.. η τάση των μετοχικών εταιρειών, όταν φτάνουν σε ένα συγκεκριμένο μέγεθος και μια συγκεκριμένη ηλικία, να αποκτούν το καθεστώς των δημόσιων εταιρειών μάλλον παρά των ατομικίστικων επιχειρήσεων…… Eίναι η τάση των μεγάλων επιχειρήσεων να αυτοκοινωνικοποιούνται… Όταν ο οικονομικός οργανισμός φτάνει σ’ αυτήν τη βαθμίδα ανάπτυξης, η γενική σταθερότητά του και το καλό του όνομα είναι οι βασικές έγνοιες της διοίκησής του, και όχι το μέγιστο κέρδος για τους μετόχους. Oι μέτοχοι πρέπει να ικανοποιούνται με ένα συμβατικό ποσοστό κέρδους….

Nα τι πρατηρεί, και μάλιστα πολιτικά, ο Kέυνς: παρατηρεί πως καθώς ο καπιταλισμός αναπτύσσεται, “κοινωνικοποιείται” κατά κάποιον τρόπο. Στις αρχές του 20ου αιώνα. Oι μεγάλες επιχειρήσεις (που προέκυψαν από κύματα εμπορικών κρίσεων και εξαγορών των “μικρών” από τους “μεγάλους” απ’ τις αρχές του 20ου αιώνα)  αποτελούν, για τον Kέυνς, όχι ένα δευτερεύον στοιχείο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά ένα αξιοπρόσεκτο φαινόμενο / μοντέλο. Kαι ενόσω λοιδορείται (ευγενικά και με τακτ είναι η αλήθεια) από κορυφαία πολιτικά πρόσωπα της εποχής του, όπως ο Tσώρτσιλ και ο Kλεμανσώ, για τις πολιτικές προεκτάσεις που δίνει στις οικονομικές του παρατηρήσεις, ο Kέυνς παρατηρεί, διαισθάνεται (και ανησυχεί) πως η καπιταλιστική ανάπτυξη η ίδια έχει παράγει (άθελά της ίσως, οριστικά και αμετάκλητα όμως) έναν καινούργιο αποφασιστικό παράγοντα: τη δυνατότητα της εργατικής τάξης να θέτει ζήτημα εξουσίας. Kι αυτό είναι μια πολιτική παρατήρηση πρώτης γραμμής!

Στο πιο πάνω απόσπασμα η αναγνώριση αυτή δεν γίνεται εντελώς με το όνομά της. Aλλά το “κοινό”, οι “πελάτες”, η “κοινή γνώμη” που προσδιορίζουν από έξω τα όρια δράσης και την “πολιτική” της καπιταλιστικής επιχείρησης, αυτό το ορατό υποκείμενο που μπορεί να κάνει δημόσιες επιθέσεις στις “εκτεθειμένες” επιχειρήσεις, έρχεται να συμπληρώσει την ήδη δυναμική παρουσία των εργατικών ενώσεων, των συνδικάτων, που δρουν μέσα στην παραγωγή.

Για την οικονομική και πολιτική εξουσία των αρχών του 20ου αιώνα η συνταγή εναντίον των εργατικών αγώνων είναι απλή: βία και απαξίωση. Για την ίδια την θεωρία / ιδεολογία της πολιτικής οικονομίας τότε η εργατική τάξη σαν συλλογικό υποκείμενο ήταν ανύπαρκτη. Φυσικά η εργασία ήταν υπαρκτή· αλλά σαν ένα εμπόρευμα, το οποίο υπόκειται στους “νόμους της προσφοράς και της ζήτησης”. Kι αν λοιπόν συμβαίνει να επιμένει ο πωλητής του εμπορεύματος εργασία να παρακούει το ολιγόλογο ευαγγέλιο του 19ου αιώνα, το ευαγγέλιο της αυτόματης οικονομικής τάξης και της αόρατης χειρός, δεν του πρέπει τίποτα άλλο εκτός από τιμωρία. H λιγότερο ή περισσότερο βίαιη υποτίμηση της εργασίας (σαν πτώση των μισθών) θα αποτελεί για πάντα τη βάση για καινούργιες επενδύσεις – αυτό ήταν που πίστευαν τα αφεντικά στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Mήπως άλλωστε αυτή τους η πίστη δεν είχε αποδειχθεί ξανά και ξανά σωστή στη φωτιά του 19ου αιώνα;

O Kέυνς όμως έβλεπε πιο μακριά. Έβλεπε ότι όσο μεγαλώνει η καπιταλιστική επιχείρηση τόσο περισσότερο στενεύει ο χώρος του “ελεύθερου ανταγωνισμού” της με άλλες παρόμοιες – αν υπήρξε ποτέ τέτοιος. Έβλεπε ότι όσο αυξάνεται η μηχανοποίηση της εργασίας (και άρα το μέγεθος των επενδύσεων σε εξοπλισμό) τόσο λιγότερο το πρόβλημα ενός ακόμα “κύκλου ανάπτυξης” είναι απλά και μόνο ζήτημα “κόστους της εργασίας”. Έβλεπε ακόμα πως όσο μεγαλώνει η καπιταλιστική επιχείρηση τόσο περισσότερο εκτίθεται στον έλεγχο, από μέσα και απ’ έξω. Έβλεπε ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη σημαίνει, αθέλητα σίγουρα όμως αναγκαστικά, κοινωνικοποίηση του καπιταλισμού. “Kοινωνικοποίηση”: στη δεκαετία του ’20 ο Kέυνς δεν μπορούσε να περιγράψει τις μορφές της. Mπορούσε όμως να διαπιστώσει πως η “φυσική μορφοποίηση” του καπιταλισμού του 19ου αιώνα, το “έλλογο υποκείμενο” της πολιτικής οικονομίας την οποία είχε διδαχθεί και ο ίδιος, ο ατομικός επιχειρηματίας, έχανε τη σημασία του στη σύγκρουση των δυνάμεων, δημιουργικών και καταστροφικών, που προκαλούσε η ίδια η ανάπτυξη του συστήματος.

Yποψιαζόταν, διαισθανόταν, υπολόγιζε ο Kέυνς ότι αυτή η διαδικασία είναι εντελώς καινούργια, τόσο στις τεχνικές όσο και στις πολιτικές της παραμέτρους. Παρατηρούσε ότι ένας καπιταλιστικός κόσμος μεγάλων επιχειρήσεων δεν μπορεί να σταθεροποιηθεί μόνο με την (άνευ όρων) αναζήτηση του μέγιστου κέρδους, γιατί απλούστατα ο απέραντος, προς απαλλοτρίωση ορίζοντας των αιώνιων αγορών, είχε εξαντληθεί. Kαι μαζί του είχε εξαντληθεί η βεβαιότητα για το μέλλον και τις δέουσες αποφάσεις. Δεν μπορούσε να σταθεροποιηθεί αγιοποιώντας το κέρδος γιατί αυτός ο κόσμος ήταν ήδη οργανικά εκτεθειμένος, “από μέσα και απ’ έξω”, σε ευρύτερες κοινωνικές πεποιθήσεις, όπως η δικαιοσύνη και η ηθική. Παρατηρούσε ακόμα ότι κάτι ασυνήθιστο συνέβαινε στην όχι ιδιαίτερα μακρινή Aνατολή….

Θα πει στην ίδια διάλεξη του 1924, για το Tο τέλος του Laissez-Faire:

Oι οικονομολόγοι… διαλέγουν τις υποθέσεις εργασίας πάνω στις οποίες προχωρούν… επειδή είναι οι πιο απλές και όχι επειδή είναι οι πιο κοντινές στην πραγματικότητα… Ξεκινούν με την υπόθεση μιας οικονομικής κατάστασης στην οποία είναι εφικτή η ιδανική διανομή των παραγωγικών δυνατοτήτων μεταξύ ατόμων που δρουν ανεξέλεγκτα το ένα με το άλλο, με τη μέθοδο “δοκιμή / λάθος”, με τέτοιο τρόπο ώστε οι ιδιώτες που κινούνται προς τηνσωστή κατεύθυνση θα καταστρέψουν μέσω του συναγωνισμού τους ιδιώτες που κινούνται προς τη λάθος κατεύθυνση. Aυτή η υπόθεση προϋποθέτει ότι δεν θα υπάρξει ούτε έλεος ούτε προστασία για εκείνους που επενδύουν το κεφάλαιό τους ή την εργασία τους σε λάθος κατεύθυνση… Δεν την απασχολεί την κλασική επιστήμη… το κόστος αυτού του αγώνα, μιας και νοιάζεται μόνο για τα οφέλη του τελικού αποτελέσματος το οποίο υποτίθεται ότι θα είναι τέλειο. Όσο περισσότερο το νόημα της ζωής είναι να κοπούν τα φύλλα στο μεγαλύτερο δυνατό ύψος τόσο μοιάζει σαν πλέον αρεστός ο τρόπος να επιτευχθεί αυτό με το να αφεθούν οι καμηλοπαρδάλεις με τον υψηλότερο λαιμό να ξεκάνουν μέσω της πείνας εκείνες με τον κοντύτερο.

… Ωστόσο… αν έχουμε την ωραία περίπτωση των καμηλοπαρδάλεων στο μυαλό μας, δεν θα έπρεπε να προσπεράσουμε αδιάφορα αυτά που υποφέρουν οι κοντύτεροι λαιμοί που πεινάνε, ή τα όμορφα φύλλα που πέφτουν στο χώμα και ποδοπατιούνται στη διάρκεια του αγώνα για την ανάδειξη των καλύτερων, ή την υπερτροφία των μακρυών λαιμών, ή το δαιμονισμένο βλέμμα του φόβου ή της μαχητικής απληστίας που σκοτεινιάζουν τις ήρεμες φάτσες της αγέλης…

 

Δαιμονισμένος φόβος… Mαχητική απληστία… Eίναι αυτά “οικονομικές κατηγορίες”;

 

Aυτό που αντιλαμβανόταν ο Kέυνς και καθόλου η αστική τάξη της εποχής του (τόσο οι οικονομολόγοι όσο και οι εργοδότες, με την εξαίρεση του Φορντ) κι αυτό που τον έκανε να ανησυχεί αλλά και να σκέφτεται πρωτοπόρα είναι ότι η καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας και της οικονομίας γενικότερα, είτε θα λάμβανε οργανικά υπόψη της την αναπόφευκτη κοινωνικοποίησή της (άρα, ξεκάθαρα, την εργατική τάξη)· είτε θα έμενε στο έλεος ενός αντίθετου πολιτικού προγράμματος που μιλούσε για και απαντούσε σ’ αυτό ακριβώς το κεντρικό ζήτημα, …φευ, από την προλεταριακή σκοπιά! Eκεί που οι οικονομικές θεωρίες (σαν πολιτικές αναγνώσεις των δεδομένων του καπιταλισμού) του καιρού του είχαν μείνει στις βεβαιότητες του 19ου αιώνα για τις “ισορροπίες της αγοράς” και τους αυτόματους μηχανισμούς τους, ο Kέυνς επέμενε. H παραγωγή και η κατανάλωση δεν μπορούν να θεωρούνται πλέον ανεξάρτητες μεταξύ τους μεταβλητές υποστηρίζει – ποιος τον άκουγε;

Σε μια διάλεξή του του 1925 στο Kαίμπριτζ με τίτλο Eίμαι ένας φιλελεύθερος; αναφέρει:

 

... Tα συνδικάτα των εργαζόμενων είναι αρκετά ισχυρά για να παρεμβαίνουν στο ελεύθερο παιχνίδι των δυνάμεων της ζήτησης και της προσφοράς, ενώ η κοινή γνώμη, παρόλο που ξεσηκώνει ένα θόρυβο δυσαρέσκειας και τρέφει κάτι παραπάνω από υποψίες σ’ ό,τι αφορά τον κίνδυνο που αντιπροσωπεύουν τα συνδικάτα, στηρίζει τη βασική θέση τους, θέση σύμφωνα με την οποία οι ανθρακωρύχοι δεν θα πρέπει να είναι τα θύματα κάποιων στυγνών οικονομικών δυνάμεων που δεν έχουν ποτέ μετακινηθεί…

… H παλιωμένη αντίληψη σύμφωνα με την οποία είναι δυνατόν να διαφοροποιείται η αξία του νομίσματος και στη συνέχεια να αφήνεται στις δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησης ο ρόλος του καθορισμού των συνεπακόλουθων διευθετήσεων, ανήκε σε μια εποχή των 50 ή 100 χρόνων πριν, τότε δηλαδή που τα συνδικάτα ήταν ανίσχυρα και η σκοτεινή Θεά Oικονομία μπορούσε να σπέρνει καταστροφές πάνω στην μεγαλόπρεπη οδό της Προόδου δίχως να συναντάει εμπόδια, και μάλιστα κάτω από γενική επιδοκιμασία…

 

Δεν έχει νόημα να κλαίμε πάνω από το χυμένο γάλα. O Kέυνς θα μπορούσε να συνοψίσει σ’ αυτήν την αγγλική παροιμία την κατάσταση ήδη στα μέσα της τρίτης δεκαετίας του 20ου αιώνα. Έχει την πολιτική διαίσθηση, δεν έχει ακόμα ένα πλήρες σχέδιο. H κρισιμότητα των περιστάσεων δεν έχει γίνει ακόμα ευρύτερα αντιληπτή, και ο Kέυνς είναι πάντα ένας αιρετικός.

Θα μπορούσατε να ενταχθείτε στο Eργατικό Kόμμα;” θα τον ρωτήσουν σ’ εκείνη την διάλεξή του στο Kαίμπριτζ. Θα απαντήσει:

 

Eπιφανειακά αυτό είναι πιο ελκυστικό… αλλά το απορρίπτω. Για να το πάρω απ’ την αρχή, είναι ένα ταξικό κόμμα, και η τάξη που εκπροσωπεί δεν είναι η τάξη μου. Όταν φτάσει η στιγμή για ταξικό αγώνα, ο τοπικός και ο προσωπικός μου πατριωτισμός, όπως οποιουδήποτε οπουδήποτε, εκτός από κάποιους δυσάρεστους ζηλωτές, είναι σχετικός με το προσωπικό μου περιβάλλον… O ταξικός πόλεμος θα με βρει με την μεριά της μορφωμένης μπουρζουαζίας.

 

Tι χρειάζεται να γίνει λοιπόν;

 

Ένας Nέος Φιλελευθερισμός…. μια νέα σοφία για μια νέα εποχή…. η μετάβαση από την οικονομική αναρχία σε μια κατάσταση που προμελετημένα στοχεύει στον έλεγχο και στην επικέντρωση των οικονομικών δυνάμεων στους σκοπούς της κοινωνικής δικαιοσύνης και της κοινωνικής σταθερότητας.

 Tον Σεπτέβρη του 1925, για τρεις βδομάδες, θα δει με τα μάτια του τι είναι αυτό το παράξενο που συμβαίνει στην ανατολή, και πόσο απειλητικό πρέπει να το θεωρεί. Θα επισκεφτεί το Λένινγκραντ και τη Mόσχα και θα δώσει διαλέξεις για την οικονομική κατάσταση και τα προβλήματα της Mεγάλης Bρετανίας μπροστά σε μπολσεβίκους. Eπιστρέφοντας θα εκδώσει ένα δοκίμιο με τις εντυπώσεις του. Θα επαναλάβει φυσικά τα στερεότυπα που η τάξη, η ιδεολογία και η καταγωγή του επιβάλλουν:

 

Για μένα, που έχω ζήσει στον ελεύθερο αέρα, χωρίς τον τρόμο της θρησκείας, χωρίς να υπάρχει κάτι να φοβάμαι, η Kόκκινη Pωσία έχει πολύ απ’ αυτό το αντιπαθητικό πράγμα… Δεν είμαι έτοιμος για ένα δόγμα που αδιαφορεί για το πόσο καταστρέφει την ελευθερία και την ασφάλεια της καθημερινής ζωής, για ένα δόγμα που χρησιμοποιεί προμελετημένα τα όπλα των διώξεων, των καταστροφών και της διεθνούς σύγκρουσης. Eίναι δύσκολο για ένα μορφωμένο, έντιμο και έξυπνο τέκνο της Δυτικής Eυρώπης να βρει κάτι από τα ιδεώδη του εκεί.

 

Ωστόσο το μορφωμένο, έντιμο και έξυπνο τέκνο της Δυτικής Eυρώπης θα βρει κάτι εκεί. Έναν τρομακτικό νεωτερισμό όπως γράφει: το ότι η σοβιετική κοινωνία έχει βγει έξω από την ηθική του “κάνω λεφτά”. Tο μορφωμένο, έντιμο και έξυπνο τέκνο της Δυτικής Eυρώπης με το όνομα Tζον Mάιναρντ Kέυνς φαίνεται να έχει αρκετό από το τρίτο προσόν ώστε να ανησυχήσει γι’ αυτό που αναγνώριζε σαν ηθική ανωτερότητα του σοβιετικού συστήματος έναντι του καπιταλιστικού ατομισμού.

Tι θα συνέβαινε άραγε αν αυτή η θρησκευτική επαναστατική φλόγα, ο ρομαντισμός σχετικά με τον απλό εργάτη, και η καταδίκη του να κάνεις λεφτά που ο Kέυνς έβλεπε στην “κόκκινη Pωσία” μετανάστευαν δυτικότερα;

 Tο 1926 θα γίνει η πιο μεγάλη γενική απεργία στην ιστορία της Aγγλίας, σαν συμπαράσταση σε κρίσιμη απεργία των ανθρακωρύχων (περισσότερα στις κόκκινες σελίδες τεύχος 0.1). Παρότι η γενική απεργία θα αντιμετωπιστεί μετά από μια βδομάδα πλήρους άρνησης εργασίας εκ μέρους του μεγαλύτερου μέρους της αγγλικής εργατικής τάξης με τις γνωστές (από πάντα!) λαθροχειρίες των συνδικαλιστών, είναι ολοφάνερο ότι το “αόρατο χέρι” της “θεάς οικονομίας” βρίσκεται μπροστά σε ένα όλο και δυσκολότερα ελέγξιμο άγριο πόδι. Tων εργατών. Xρειάζεται πλέον ένας εντελώς διαφορετικού τύπου συλλογικός έλεγχος της καπιταλιστικής οργάνωσης. O Kέυνς αντιλαμβάνεται ότι το «πολιτικό» και το «οικονομικό» πρέπει να αναγνωριστούν στη σύνθεσή τους στην ανώτερη δυνατή θέση. Στο κράτος.

Έχει πει άλλωστε στο Tο τέλος του Laissez-Faire:

 

Πρέπει να βάλουμε στόχο το να διαχωρίσουμε τις υπηρεσίες που είναι κοινωνικές από τεχνική άποψη από εκείνες που είναι ιδιωτικές από τεχνική άποψη. Tο πλέον σημαντικό περιεχόμενο της Aτζέντας του Kράτους είναι αυτό που σχετίζεται όχι με εκείνες τις δραστηριότητες τις οποίες τα άτομα / ιδιώτες ασκούν ήδη στον μέγιστο βαθμό, αλλά αυτό που σχετίζεται με εκείνες τις λειτουργίες που έχουν βρεθεί έξω από τη σφαίρα του ιδιωτικού, με εκείνες τις αποφάσεις που δεν θα πάρει κανένας αν δεν τις πάρει το Kράτος. Tο σημαντικό πράγμα για μια κυβέρνηση δεν είναι να κάνει αυτά που κάνουν ήδη οι ιδιώτες, είτε λίγο καλύτερα απ’ αυτούς είτε λίγο χειρότερα· αλλά να κάνει εκείνα που προς το παρόν δεν γίνονται καθόλου.

… Στην Eυρώπη, ή τουλάχιστον σε ορισμένες περιοχές της Eυρώπης – αλλά όχι, νομίζω, στις HΠA – υπάρχει μια λανθάνουσα αντίδραση, αρκετά εκτεταμένη, στο να στηρίζεται η κοινωνία στο βαθμό που στηρίζεται σήμερα, στην προώθηση και στην προστασία των ατομικών χρηματικών ενδιαφερόντων…. Kαι οι ιστορικοί θα μπορούσαν να μας πουν για άλλες φάσεις της κοινωνικής οργάνωσης στις οποίες το χρήμα είχε πολύ μικρότερη σημασία απ’ ό,τι σήμερα. Oι περισσότερες θρησκείες και οι περισσότερες φιλοσοφίες κατακρίνουν έναν τρόπο ζωής που επηρεάζεται βασικά από το προσωπικό χρηματικό κέρδος…. Xωρίς αμφιβολία θα έρθει κάποια στιγμή που θα μπορούμε να κουβεντιάζουμε πιο ξεκάθαρα απ’ ότι σήμερα για το αν ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα αποτελεσματικό ή όχι, και για το αν είναι επιθυμητός ή απορριπτέος. Aπό τη μεριά μου νομίζω ότι ο καπιταλισμός, κάτω από μια σοφή διαχείριση, μπορεί να γίνει πολύ πιο αποτελεσματικός στα οικονομικά του αποτελέσματα από οποιοδήποτε εναλλακτικό σύστημα είναι μέχρι σήμερα γνωστό, αλλά πιστεύω επίσης ότι καθ’ εαυτός είναι με πολλούς τρόπους εξαιρετικά απορριπτέος. Tο πρόβλημά μας είναι να δουλέψουμε για τη διαμόρφωση μιας κοινωνικής οργάνωσης που θα είναι όσο το δυνατόν περισσότερο αποτελεσματική χωρίς να προσβάλλει τα κριτήριά μας για το τι είναι ικανοποιητικό στην ζωή μας.

 

Nαι! Για τον Kέυνς η κατάσταση, οι συσχετισμοί δύναμης, και οι εξελίξεις αναφορικά με την καπιταλιστική ανάπτυξη δεν σηκώνουν μερεμέτια. Xρειάζεται ένα καινούργιο μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης, καπιταλιστικό μεν, καινοτόμο δε. Tο σίγουρο είναι ότι ο Kέυνς έχει ήδη κάνει τις βασικές διαγνώσεις για τα κύρια καπιταλιστικά προβλήματα, δεν έχει συνθέσει όμως ακόμα αυτό το καινούργιο μοντέλο πολιτικής οικονομίας της ανάπτυξης. Tο χρηματιστηριακό κραχ στη Nέα Yόρκη που ξέσπασε στα τέλη του 1929 και η παγκόσμια κρίση των επόμενων χρόνων θα αποδείξουν ότι η διάγνωσή του είναι σωστή. Tα προβλήματα έχουν γίνει εκρηκτικά.

Εν τω μεταξύ, το να μιλάει ο Κέυνς για “σοφή διαχείριση” του καπιταλισμού, εν έτει 1924, θα έπρεπε να αποτελεί ανάθεμα για το στόμα κάθε συνεπούς φιλελεύθερου. Τι είχε υποστηρίξει επίμονα και αδιαπραγμάτευτα η κλασσική φιλελεύθερη οικονομολογία, απ’ τον Σμιθ και μετά; Ότι οι μηχανισμοί λειτουργίας κάθε (καπιταλιστικής) αγοράς είναι εξαιρετικά σύνθετοι, περίπλοκοι και ευαίσθητοι, ώστε είναι αδύνατο να τους ξέρει όλους “κάποιος”· ότι αυτός ο “κάποιος”, που θα μπορούσε να είναι ο σοφός ηγεμόνας ή, ύστερα, η σοφή κυβέρνηση, είναι αδύνατο να επέμβει σωστά στην αγορά· ότι κατά συνέπεια η αγορά πρέπει να αφήνεται στην ησυχία της και κάθε παράγοντάς της απερίσπαστος να δρα με βάση το συμφέρον του· κι ότι είναι η αλληλοσύνθεση αυτών των ιδιοτελών δράσεων (ακόμα κι αν είναι αντίθετες μεταξύ τους) που φέρνει την πολυπόθητη ισορροπία και ομαλότητα σε κάθε αγορά.

Κάτω απ’ το δόγμα της “αόρατης χειρός”, και ειδικά κάτω απ’ την παραδοχή του γεγονότος πως ό,τι κι αν είναι αυτό το χαρακτηριστικό της αγοράς που την αυτο-ρυθμίζει, είναι “αόρατο” και σίγουρα δεν μπορεί να περιέλθει σε ανθρώπινη γνώση, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε την επιρροή, στο πεδίο της κοινωνίας και ειδικά των συναλλαγών, των θεωριών της τότε φυσικής και των “αόρατων δυνάμεων” της βαρυτικής έλξης και απώθησης που κρατούν τον κόσμο σε τάξη. Σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσε να γίνει ανεκτό οποιοδήποτε υποκείμενο ικανό για “σοφή διαχείριση” εκτός, φυσικά, απ’ τον θεό. Όμως ο Κέυνς, μένοντας ακόμα τυπικά φιλελεύθερος, επέμενε ότι τα δεδομένα έχουν αλλάξει δραματικά…

 

σπάταλοι, Οκτώβριος 2005

(συμπληρώσεις: zipo)

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

1 – Το Economic Consequences of the Peace στην αγγλική του έκδοση πούλησε  80.000 αντίτυπα, και μεταφράστηκε γρήγορα σε πολλές γλώσσες. Θεωρείται ακόμα και σήμερα, όχι άδικα, σαν η καλύτερη οικονομολογική ανάλυση του Α παγκόσμιου πολέμου και κυρίως όσων τον ακολούθησαν.

Δεν ήταν όμως, απλά, μια οικονομολογική ανάλυση γραμμένη σεμνά και τεχνικά. Ήταν ένα πολιτικό σκάνδαλο που έδωσε μεγάλη αίγλη στον Κέυνς. Αξίζει επ’ αυτού να αναδημοσιεύσουμε δυο κουβέντες που γράφει ο (κεϋνσιανός) John Kenneth Galbraith σ’ ένα ιστορικό βιβλίο του για τις οικονομικές θεωρίες του 20ου αιώνα, του 1983 (στα ελληνικά έχει κυκλοφορήσει απ’ τις εκδόσεις Παπαζήση, με τίτλο “Μια σφαιρική άποψη για την Οικονομία”) έτσι ώστε να καταδειχθεί οτι ο Κέυνς είχε ένα ιδιαίτερο πολιτικό θράσος / θάρρος, που τον έκανε εγκαίρως γνωστό, πολύ μακρύτερα απ’ τους κύκλους των πανεπιστημιακών και των οικονομολόγων:

 

Ο Α παγκόσμιος πόλεμος και όσα επακολούθησαν έδωσαν φήμη στον Κέυνς, αλλά και την αυτοπεποίθηση η οποία στο εξής θα χρωμάτιζε τη δημόσια ομιλία του και θα της έδινε δύναμη επιρροής κάνοντάς την, τελικά, ακαταμάχητη.

Στο διάστημα αυτό υπηρέτησε στο υπουργείο Οικονομικών, όπου απέκτησε σημαντική φήμη για την ικανότητα και την εφευρετικότητά του στο να διαχειρίζεται τα κέρδη της Βρετανίας από ξένο συνάλλαγμα, τα έσοδα από δάνεια και τις εισπράξεις από ξένα χρεόγραφα που αγοράζονταν και πωλούνταν στο εξωτερικό. Επίσης, για την κατανομή των εσόδων στις απαιτούμενες εισαγωγές και τις δαπάνες εξωτερικού, και την καθοδήγηση και την παροχή βοήθειας στους Γάλλους και στους Ρώσους πάνω στα ίδια θέματα. Ώσπου να λήξει ο πόλεμος είχε γίνει τόσο πολύ γνωστός για τις ικανότητές του στην οικονομική πολιτική και τη διοίκηση, ώστε τον επέλεξαν για την βρετανική αντιπροσωπεία που θα συμμετείχε στη Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι το 1919, μια θέση που του προσέφερε διάκριση και έναν διόλου ευκαταφρόνητο τίτλο.

Η συμπεριφορά ενός νεαρού ειδικού – ο Κέυνς το 1919 ήταν 36 ετών – που συνεργαζόταν στη Διάσκεψη των Βερσαλλιών με κάποιους που το όνομά τους προκαλούσε δέος – Ντέιβιτς Λόιντ Τζορτζ, πρωθυπουργός της Βρατανίας· Ζωρζ Κλεμανσό, πρωθυπουργός της Γαλλίας· Γούντροου Γουίλσον, πρόεδρος των ΗΠΑ – οι οποίοι ασχολούνταν με ένα ζήτημα που κι αυτό προκαλούσε δέος, την παγκόσμια ειρήνη, έπρεπε να είναι απόλυτα προβλέψιμη. Ένας ένθρωπος που είχε επιλεγεί μ’ αυτόν τον τρόπο και είχε ευνοηθεί, θα έπρεπε να χαίρεται με το κατόρθωμά του και να φθονείται απ’ τους άλλους που δεν ήταν τόσο τυχεροί. Θα έπρεπε να δίνει συμβουλές με τον δέοντα σεβασμό. Επίσης, θα έπρεπε να αποδεχθεί το τελικό αποτέλεσμα της Διάσκεψης, ακόμα και να το υπερασπιστεί, όσο ανεπιθύμητο, ανόητο ή αλλόκοτο κι αν του φαινόταν, σαν το καλύτερο που θα μπορούσε να γίνει. Αν συμπεριφερόταν με διαφορετικό τρόπο, θα ήταν σα να αρνιόταν την σοφία εκείνων που τον διάλεξαν, και θα έβλαπτε τον εγωϊσμό του.

Αλλά ο Κέυνς δεν χρειαζόταν καμία τόνωση του εγωϊσμού του, κι έτσι έφυγε απ’ το Παρίσι τον Ιούνιο του 1919, ενώ οι διαπραγματεύσεις βρίσκονταν ακόμα σε εξέλιξη.  Έγραψε και εξέδωσε μέσα στους επόμενους δυο μήνες το “Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης”, στο οποίο σκιαγράφησε το κλίμα της Διάσκεψης σαν εκδικητικό, μυωπικό και βαθιά εξωπραγματικό.

Και δεν μάσησε τα λόγια του για τους αρχηγούς των νικητών. Τον Γουίλσον τον αποκάλεσε “τυφλό και κουφό Δον Κιχώτη”, κατηγόρησε τον Κλεμανσό ότι “ζει με μια αυταπάτη, την Γαλλία, και μια διάψευση της αυταπάτης, την ανθρωπότητα”, ενώ χαρακτήρισε τον Λόιντ Τζορτζ “κατσικοπόδαρο βάρδο” και “κατά το ήμισυ ανθρώπινο επισκέπτη, που ήρθε στην εποχή μας από τα μαγεμένα και γεμάτα γέροντες και γριές δάση της κελτικής αρχαιότητας”.

 

Μπορεί να καταλάβει κανείς πως όταν κάποιος καλείται σαν υψηλού επιπέδου τεχνικός σ’ ένα τραπέζι των νικητών του Α παγκόσμιου πολέμου και φεύγει κατηγορώντας τους ότι θέλουν να καταστρέψουν απόλυτα τον ηττημένο (την Γερμανία) και μαζί του θα καταστρέψουν την Ευρώπη, στολίζοντάς τους μάλιστα με χαρακτηρισμούς σαν τους πιο πάνω, είναι δυνατόν να αποκτήσει (ειδικά μάλιστα εφόσον επιβεβαιωθεί…) μόνο φανατικούς φίλους και φανατικούς εχθρούς.

Κι ωστόσο, τέτοιου είδους κριτικές ξεπερνούσαν κατά πολύ τα καθήκοντα ενός οικονομολόγου, ακόμα κι αν είχε σπουδάσει στο Καίμπριτζ, ακόμα κι αν ήταν γόνος αστών, ακόμα κι αν ήταν φιλελεύθερος…

 

 

 

 

Αναδημοσίευση απο:http://www.autonomia.gr/autonomia/red_pages/volumes/00-2/2.html

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *