Κάτω απο ξένες σημαίες: συμβολή σε μια Μαρξιστική κριτική του Ιμπεριαλισμού

 

 

 

Κάτω από ξένες σημαίες: συμβολή σε μια μαρξιστική κριτική του ιμπεριαλισμού

 

1. Η μαρξιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού

 

Η συζήτηση για τη μαρξιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού προϋποθέτει την επιστροφή στην κλασική συζήτηση, που πραγματοποιήθηκε στο σοσιαλιστικό κίνημα στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου. Εκεί βρίσκεται και η αφετηρία της προσπάθειας για μια σύγχρονη θεωρία του ιμπεριαλισμού. Ο Μαρξ δεν είχε χρησιμοποιήσει τον όρο  «ιμπεριαλισμός». Όμως στο Κεφάλαιο περιγράφεται ήδη η τάση του καπιταλισμού προς το μονοπώλιο, αλλά και φαινόμενα που τότε έκαναν την εμφάνισή τους (όπως οι μετοχικές εταιρίες), που αργότερα βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης για τον ιμπεριαλισμό(1).

Το κεφάλαιο, για τον Μαρξ, έχει από τη γέννησή του την τάση να επεκτείνεται, μέσα στους κλάδους της οικονομίας, σε νέες αγορές, τόσο «εσωτερικές» όσο και «εξωτερικές», για να αναζητήσει καλύτερες τιμές για τα προϊόντα και φρέσκια εργατική δύναμη. Το κυνήγι του κέρδους μπορεί να οδηγεί στην αναζήτηση αγορών και τον επεκτατισμό, μπορεί και να οδηγεί, ανάλογα με τις συνθήκες, στην αναζήτηση πρόσθετης κερδοφορίας στην εσωτερική αγορά. Έτσι ο καπιταλισμός θα χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε «περιφέρεια» για παραπάνω κέρδη, αν και η ύπαρξή της δεν αποτελεί όρο για την επιβίωση και την αναπαραγωγή του (2).

Τα παραπάνω βέβαια δεν σημαίνουν ότι ο Μαρξ αγνοούσε το ζήτημα της αποικιοκρατίας ή τις συνέπειες των ανταγωνισμών ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη. Σε κείμενά του υποστήριξε την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας και κατήγγειλε τον ρόλο του αγγλικού κεφαλαίου . Στα άρθρα του για την Ινδία (3) στην New York Herald Tribune (1853) αναγνώριζε τα οφέλη που αποκόμιζε η Αγγλία (και οι άλλες αποικιοκρατικές δυνάμεις) από τις αποικίες και τα πολιτικά και στρατιωτικά μέσα με τα οποία τα διατηρούσε.

Όμως αυτήν τη διαδικασία την έβλεπε κυρίως σαν το αποτέλεσμα των διαφορετικών ρυθμών και δρόμων επέκτασης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε όλο τον κόσμο, διαδικασία που είχε ήδη περιγράψει στο Κομμουνιστικό μανιφέστο (4). Οι θέσεις αυτές ήταν πολύ διαφορετικές από αυτές που διατύπωσαν αργότερα οι θεωρίες της «υπανάπτυξης» που υποστήριξαν ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη στο «κέντρο» οδηγεί σε «στρεβλούς» καπιταλισμούς, ή ακόμα και σε προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής στην «περιφέρεια».

Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ευρώπη το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και η μεγάλη κρίση-ύφεση του 1873-1896 έδωσαν νέα ώθηση στις συζητήσεις για την επέκταση του κεφαλαίου και τους ανταγωνισμούς, τη βιομηχανική πολιτική, τον μιλιταρισμό, την αποικιοκρατία.

Ήδη από αυτήν την περίοδο η έννοια του ιμπεριαλισμού προβάλλεται από αστούς πολιτικούς και διανοούμενους, συχνά με θετικό περιεχόμενο, σαν ανάγκη εκπολιτισμού των «αγρίων» και σωτηρίας του έθνους (δηλαδή της αποτροπής της σοσιαλιστικής επανάστασης). Έτσι δικαιολογούσαν τις κούρσες των εξοπλισμών και την αποικιοκρατική πολιτική.

Βέβαια από τότε δεν έλειψαν και φωνές όπως του Μαξ Βέμπερ, που υποστήριξε το 1897 έναν «φιλελεύθερο ιμπεριαλισμό» (5) (παρόμοια επιχειρήματα θα επαναλάβει δεκαετίες αργότερα ο Γ.Σουμπέτερ). Το σοσιαλιστικό κίνημα δεν αγνόησε αυτήν τη συζήτηση: Ο Καρλ Κάουτσκι χρησιμοποίησε τον όρο «ιμπεριαλισμό», πριν ακόμα και από το διάσημο βιβλίο του Χόμπσον που καθιέρωσε τον όρο, μέσα από άρθρα του στη θεωρητική επιθεώρηση Neue Zeit (Νέοι Καιροί) το 1900 (6), περιγράφοντας την αποικιακή πολιτική των καπιταλιστικών χωρών.

Η συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό ουσιαστικά άνοιξε με το βιβλίο Ο Ιμπεριαλισμός του Χόμπσον, ενός αστού δημοκράτη, που εκδόθηκε το 1902 (7). Στη θεωρία του Χόμπσον ο ιμπεριαλισμός ήταν μια πολιτική επιλογή, αποτέλεσμα της ανάπτυξης των μονοπωλίων που συγκεντρώνοντας την παραγωγή σε λιγότερους καπιταλιστές και αυξάνοντας το μερίδιό τους στα κέρδη οδηγούν σε πληθώρα κεφαλαίων που δεν αξιοποιούνται στο εσωτερικό της χώρας. Ο Χόμπσον άσκησε κριτική στην πολιτική της βρετανικής αυτοκρατορίας την περίοδο μετά το 1870, την οποία κατήγγειλε ως «ασύμφορη». Πρότεινε έναν καπιταλισμό χωρίς ιμπεριαλισμό μέσα από πολιτικές τόνωσης της εσωτερικής αγοράς που θα βελτίωναν την κατανάλωση και θα απέτρεπαν την εξαγωγή κεφαλαίων.

Το 1910 εκδόθηκε το έργο του Ρούντολφ Χίλφερντιγκ το Χρηματιστικό κεφάλαιο που αποτελεί και την αφετηρία της μαρξιστικής κριτικής του ιμπεριαλισμού (8).

Τα κεντρικά σημεία της θεωρίας του Χίλφερντιγκ ήταν τα εξής: Οι τάσεις συγκέντρωσης της παραγωγής οδηγούν στη δημιουργία μονοπωλίων τα οποία επιβάλλονται σε όλη την κοινωνία. Ο ελεύθερος  ανταγωνισμός ουσιαστικά καταργείται. Η κυριαρχία των μονοπωλίων εκφράζεται με την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου. Το αστικό κράτος γίνεται μοχλός προώθησης των μονοπωλιακών συμφερόντων. Ο προστατευτισμός αλλάζει χαρακτήρα: από μέσο προστασίας των εθνικών κεφαλαίων από την είσοδο ξένων, γίνεται επιθετικό όπλο κατάκτησης ξένων αγορών στις οποίες τα κεφάλαια θα πετύχουν μεγαλύτερα κέρδη. Το αποτέλεσμα είναι συγκρούσεις για νέα εδάφη και οι πόλεμοι.

Οι αναλύσεις του Χίλφερντιγκ, όπως και του Κάουτσκι, θα ενταχθούν στη γενικότερη πολιτική στρατηγική των κομμάτων της Β΄ Διεθνούς, που μέχρι τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο θα προβάλλουν σοσιαλιστικές διακηρύξεις.

To 1913 εκδόθηκε το έργο της Ρόζας Λούξεμπουργκ H συσσώρευση του κεφαλαίου (9). Η Λούξεμπουργκ υποστήριξε ότι ο καπιταλισμός μπορούσε να αναπαράγεται μόνο μέσα από την εκμετάλλευση μη καπιταλιστικών περιοχών (εσωτερικών αλλά και εξωτερικών σε σχέση με το έθνος-κράτος), οι οποίες όταν εξαντλούνταν το σύστημα θα κατέρρεε. Σε αυτήν την εκτίμηση πίστευε ότι έπρεπε να θεμελιωθεί η επαναστατική γραμμή του εργατικού κινήματος.

Η έκδοση του βιβλίου προκάλεσε αντιπαράθεση ανάμεσα στους μαρξιστές γύρω από τα ζητήματα της δυνατότητας αναπαραγωγής του καπιταλισμού (που είχε εξετάσει ο Μαρξ στον δεύτερο τόμο του κεφαλαίου), η οποία συνεχίστηκε μέχρι τη δεκαετία του 1920 (10). Στα τέλη του 19ου αιώνα στη Ρωσία, ο Λένιν είχε εμπλακεί σε μια αντίστοιχη αντιπαράθεση με τους Ναρόντνικους που υποστήριζαν ότι στη Ρωσία ο καπιταλισμός δεν πρόκειται να αναπτυχθεί γιατί δεν έχει τις απαιτούμενες αγορές (11).

Το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου τον Αύγουστο του 1914 οδήγησε στην κατάρρευση της Β΄ Διεθνούς. Το ζήτημα της ανάλυσης του ιμπεριαλισμού και του χαρακτήρα του πολέμου έγινε κεντρικό σημείο αντιπαράθεσης για τις λίγες δυνάμεις του σοσιαλιστικού κινήματος που δεν ακολούθησαν τον δρόμο της υποστήριξης στην ιμπεριαλιστική σφαγή. Δεν ήταν λοιπόν τυχαίο ότι μέσα σε λίγους μήνες δύο βιβλία για το ζήτημα του ιμπεριαλισμού ήρθαν από την πλευρά του μόνου κόμματος που αρνήθηκε τη συμμετοχή στη σφαγή, των μπολσεβίκων. Το 1915 εκδόθηκε το βιβλίο του Μπουχάριν Ο ιμπεριαλισμός και η παγκόσμια οικονομία.(12)  Το βιβλίο συνέδεε την ιμπεριαλιστική πολιτική με την αναπαραγωγή του καπιταλιστικού ανταγωνισμού σε μεγαλύτερη κλίμακα και όχι απλά με τον επεκτατισμό.

Όμως η ριζοσπαστική παρέμβαση στις μέχρι τότε θεωρίες του ιμπεριαλισμού ήταν έργο του Λένιν. Το 1916 εκδόθηκε το βιβλίο του Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού.(13)  Το βιβλίο ήταν η συμπύκνωση της αδιάκοπης αντιπαράθεσης που διεξήγαγε ο Λένιν, από την αρχή του πολέμου, για το ζήτημα του ιμπεριαλισμού απέναντι στους Σοσιαλδημοκράτες της Β΄ Διεθνούς: Η χρεοκοπία της δεύτερης διεθνούς (1915), Για την ήττα της κυβέρνησης της χώρας σου στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο (1915), που είναι μια πολεμική ενάντια στον Τρότσκι που διαφώνησε με το σύνθημα, Ο ιμπεριαλισμός και ο σοσιαλισμός στη Γαλλία (1915), Κάτω από ξένη σημαία (1915), Η σοσιαλιστική επανάσταση και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών (1916), όλες συνολικά οι εργασίες του Λένιν την περίοδο 1914-1917 έχουν διατυπωμένες, άλλες φορές πιο συνοπτικά και άλλες πιο αναλυτικά, βασικές θέσεις που εκφράστηκαν και στο βιβλίο του.(14) Και αξίζει πραγματικά να διαβαστούν, σε σχέση και με τις ερμηνείες που σήμερα αποδίδονται στη θεωρία του.

Το βιβλίο του Λένιν δανείζεται πολλές περιγραφές για την εποχή του ιμπεριαλισμού από τα κείμενα του Χόμπσον και του Χίλφερντιγκ (μονοπώλια, αγορές, χρηματιστικό κεφάλαιο κλπ). Όμως, η τοποθέτηση του Λένιν δεν είναι απλά η επανάληψη αυτών των αντιλήψεων. Γιατί εισάγει ορισμένα στοιχεία καθοριστικής σημασίας:

Α) Με την προσέγγιση του ιμπεριαλισμού ως σταδίου υποστηρίζεται, για πρώτη φορά, μια θεωρία περιοδολόγησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ο Μαρξ είχε δώσει στοιχεία μιας θεωρίας περιοδολόγησης μελετώντας τη φεουδαρχία (15), ο Χίλφερντιγκ είχε περιγράψει με διστακτικό τρόπο μια νέα «φάση» του καπιταλισμού, όμως είναι η ριζοσπαστική θέση του Λένιν που φέρνει στο κέντρο αυτό το ζήτημα. Ο Λένιν αναδεικνύει τη θέση ότι η περιοδολόγηση πρέπει να διεξαχθεί στο επίπεδο του κοινωνικού τρόπου παραγωγής.

H αντίληψή του είναι λοιπόν διαμετρικά αντίθετη με τη θέση που αργότερα πρόβαλε ο Αλτουσέρ και οι επίγονοί του (Μπαλιμπάρ, Πουλαντζάς), η οποία στην Ελλάδα εκφράζεται από το περιοδικό Θέσεις.(16)  Σύμφωνα με αυτές τις απόψεις, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής μετασχηματίζεται μόνο στο χαμηλότερο επίπεδο αφαίρεσης του ιστορικά συγκεκριμένου, δηλαδή μόνο στο έδαφος των εθνικών κοινωνικών σχηματισμών. Η άποψη αυτή καταλήγει να κατανοεί τον τρόπο παραγωγής τελικά ως ένα διανοητικό δημιούργημα, ως ιδεότυπο, που δεν έχει πραγματική ιστορική υπόσταση. Όμως, η μαρξιστική διαλεκτική θεωρεί ότι όχι μόνο η μορφή αλλά και η ουσία του τρόπου παραγωγής είναι μια δυναμική οντότητα που παρουσιάζει εσωτερικούς μετασχηματισμούς και επιπλέον υπάρχει πραγματικά στον ιστορικό χρόνο (17)  και όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο.

Β) Ο Λένιν ορίζει τον ιμπεριαλισμό ως μονοπωλιακό καπιταλισμό. Δίνει τέτοια βαρύτητα σε αυτήν τη θέση, που την τοποθετεί στον τίτλο του βιβλίου. Με αυτήν την προσέγγιση τα χαρακτηριστικά του ιμπεριαλισμού συνδέονται όχι απλά με τις διακρατικές σχέσεις, τις στρατιωτικές επεμβάσεις ή μια πολιτική διαχείρισης, αλλά με τον ίδιο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Μάλιστα για το ζήτημα του ορισμού του ιμπεριαλισμού ως επεκτατισμού, ο Λένιν επιτίθεται στον Κάουτσκι που ερμηνεύει τον ιμπεριαλισμό ως «τάση για προσαρτήσεις».(18) Ο ιμπεριαλισμός ορίζεται ως μονοπωλιακός καπιταλισμός. Και η έννοια του «μονοπωλιακού καπιταλισμού» χρησιμοποιείται για πρώτη φορά με τέτοιο τρόπο.(19)Οι ιμπεριαλιστικές χώρες δεν είναι λοιπόν άλλες από τις καπιταλιστικές χώρες που βρίσκονται στην εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού.

Τα κυριότερα χαρακτηριστικά αυτής της εποχής είναι για τον Λένιν η συγκέντρωσητης παραγωγής και του κεφαλαίου (σε βαθμό που να δημιουργεί μονοπώλια που κυριαρχούν στην παραγωγή), η συγχώνευση του τραπεζικού κεφαλαίου με το βιομηχανικό και η δημιουργία μιας χρηματιστικής ολιγαρχίας, η σημασία που αποκτά η εξαγωγή κεφαλαίου, σε διάκριση από την εξαγωγή εμπορευμάτων, η συγκρότηση διεθνών μονοπωλιακών ενώσεων και το εδαφικό μοίρασμα τηςγης ανάμεσα στις μεγαλύτερες καπιταλιστικές δυνάμεις.(20) Τα κριτήρια δηλαδή που εντοπίζει για την περιοδολόγηση (αν και δεν διατυπώνει κάποια γενική θεωρία για αυτήν) βρίσκονται στο πεδίο της συγκέντρωσης κεφαλαίου.

Γ) Μέσα από την κριτική στη θεωρία του «υπεριμπεριαλισμού» στο βιβλίο αλλά και σε άλλα κείμενα του Λένιν την ίδια περίοδο (π.χ. ο πρόλογός του στο βιβλίο του Μπουχάριν) (21) διατυπώνεται η θεωρία του ιμπεριαλισμού ως διεθνούς συστήματος που έχει τη βάση του στα έθνη κράτη. Εδώ η θεωρία του Λένιν διαφοροποιείται και από τις θεωρίες του Μπουχάριν (ο οποίος αργότερα τροποποίησε τις αρχικές θέσεις του για το ζήτημα) (22), και από αυτές των τροτσκιστών και άλλων ρευμάτων που υπερτόνιζαν την «παγκόσμια» πλευρά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά και από τις προσεγγίσεις που ουσιαστικά εντοπίζουν την πραγματικότητα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής μόνο σε εθνικό επίπεδο (όπως οι αλτουσεριανές προσεγγίσεις).

Η αντίληψη του Λένιν οδηγεί σε μια διαλεκτική σύλληψη της σχέσης εθνικού-διεθνικού στον ιμπεριαλισμό. Ο ιμπεριαλισμός είναι ένα διεθνές σύστημα, μια ιμπεριαλιστική αλυσίδα, στο εσωτερικό όμως του οποίου κυριαρχεί η ανισόμετρη ανάπτυξη μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών-κρίκων. Αυτός είναι και ο λόγος που ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο μπορεί να τείνει προς την οικονομική ενοποίηση, αυτή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί λόγω των αντιθέσεων που δημιουργούνται από την ανισόμετρη ανάπτυξη των καπιταλιστικών χωρών (23).

Η ιμπεριαλιστική αλυσίδα και ο παροξυσμός των ανταγωνισμών στο εσωτερικό της και τα γενικότερα χαρακτηριστικά της συγκέντρωσης του κεφαλαίου στον ιμπεριαλισμό οδηγούν και σε αύξηση των ανισοτήτων μεταξύ των χωρών με αποτέλεσμα στην κορυφή της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας να βρίσκονται λίγα ιμπεριαλιστικά κράτη, χωρίς αυτό προφανώς να αποκλείει τον καπιταλιστικό ή και ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα των υπολοίπων.

Μάλιστα ο Λένιν θα εντάξει στα «μεγάλα έθνη», σε κείμενο που γράφτηκε λίγους μήνες πριν την έκδοση του Ιμπεριαλισμού, το σύνολο της δυτικής Ευρώπης και τις ΗΠΑ (24) . Λίγο αργότερα, στον Ιμπεριαλισμό, θα περιγράψει, πέρα από τις αποικίες, και χώρες που ενώ είναι πολιτικά ανεξάρτητες βρίσκονται σε καθεστώς πολλών οικονομικών και διπλωματικών εξαρτήσεων (25).

Η έννοια λοιπόν της εξάρτησης σε αυτήν την ανάλυση περιγράφει την αντικειμενική πραγματικότητα της ανισόμετρης ανάπτυξης στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα (στη συγκεκριμένη μορφή που παίρνει εκείνη την περίοδο) και δεν έχει το χαρακτήρα αμφισβήτησης του καπιταλιστικού χαρακτήρα των χώρων αυτών (ο Λένιν αναφέρει χαρακτηριστικά το παράδειγμα της Πορτογαλίας). Ούτε για τον Λένιν αυτές οι εξαρτήσεις τροποποιούν σε οτιδήποτε την προτεινόμενη στρατηγικήκαι τακτική του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος για την ανατροπή του ιμπεριαλισμού και τη σοσιαλιστική επανάσταση, όπως υποστήριξαν αργότερα εκδοχές του κομμουνιστικού κινήματος που μετέτρεψαν την έννοια της «εξάρτησης» σε ακρογωνιαίο λίθο μιας τακτικής αστικοδημοκρατικών μετώπων.

Με βάση αυτά τα στοιχεία, ο Λένιν αναλύει τον συσχετισμό δύναμης και τον ρόλο των ιμπεριαλιστικών χωρών σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες και τις αποικίες/μισοαποικίες στη συγκεκριμένη συγκυρία του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Φυσικά, αν υιοθετούσαμε σήμερα τη συγκεκριμένη διάταξη των εθνών-κρατών της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας του 1916 και όχι τα γενικά κριτήρια της θεωρίας του Λένιν (υποστηρικτή της «συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης»), θα βρισκόμασταν πολύ μακριά από τη μέθοδό του. Γιατί είναι προφανές ότι σήμερα π.χ. οι ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες της εποχής (Τσαρική Ρωσία, Αυστροουγγαρία, Οθωμανική Αυτοκρατορία) δεν υπάρχουν και το επίπεδο ανάπτυξης του Καπιταλισμού έχει προχωρήσει ιστορικά.

Δ) Στη θεωρία του Λένιν, ο ιμπεριαλισμός δεν παρουσιάζεται σαν ένα σύστημα υπό κατάρρευση (όπως υποστήριζε η Λούξεμπουργκ και αργότερα τα τροτσκιστικά ρεύματα) ούτε όμως ικανός να λύσει τις αντιφάσεις του μέσα από υπεριμπεριαλιστικές συμφωνίες, όπως υποστήριζε ο Κάουτσκι. Ο ιμπεριαλισμός, ο μονοπωλιακός καπιταλισμός, είναι ταυτόχρονα ένα σύστημα αντιδραστικό που σαπίζει μέσα από την εκμετάλλευση, τη βία και τους πολέμους και ταυτόχρονα αυτή η εκμετάλλευση του δίνει τη δυνατότητα να αναπτύσσεται σε βάρος της εργατικής τάξης

:« […] θα ήταν λάθος να νομίζει κανείς ότι αυτή η τάση προς το σάπισμα αποκλείει τη γρήγορη ανάπτυξη του καπιταλισμού. Όχι, ορισμένοι κλάδοι της βιομηχανίας, ορισμένα στρώματα της αστικής τάξης, ορισμένες χώρες εκδηλώνουν στην εποχή του ιμπεριαλισμού, με μεγαλύτερη ή μικρότερη δύναμη πότε τη μία και πότε την άλλη από αυτές τις τάσεις. Σαν σύνολο ο καπιταλισμός αναπτύσσεται ασύγκριταπιο γρήγορα από προηγούμενα» (26) .Η διαλεκτική της κρίσης και της αντιδραστικής ανάπτυξης του ιμπεριαλισμού έρχεται έτσι σε ρήξη με τον μηχανιστικό μαρξισμό της Β΄ Διεθνούς τόσο στη δεξιά όσο και στην αριστερή του εκδοχή (όπως διατυπώνονται από τον Κάουτσκι και την Λούξεμπουργκ αντίστοιχα).

Ε) Αναδεικνύεται η μαρξιστική θέση για τα εθνικά δημοκρατικά ζητήματα. Ο ιμπεριαλισμός όχι μόνο κληρονόμησε και αξιοποίησε τα ζητήματα αυτά, αλλάτα μετασχημάτισε συνδέοντας τα με τις αντιθέσεις και τους ανταγωνισμούς του καπιταλιστικού συστήματος. Στο κείμενό του Η σοσιαλιστική επανάσταση και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών, ο Λένιν τόνιζε ότι στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού είναι ανάγκη να υποταχθεί η πάλη για την εθνική αυτοδιάθεση και ανεξαρτησία, όπως και όλες οι βασικές διεκδικήσεις της πολιτικής δημοκρατίας, στην πάλη για την ανατροπή της αστικής τάξης. (27) 

Αξίζει εδώ να τονιστεί ότι ο Λένιν είχε πρωτοστατήσει, από τις παραμονές του πολέμου (άνοιξη του 1914), στην υπεράσπιση του δικαιώματος των εθνών28 για την αυτοδιάθεσή τους στην αντιπαράθεση με τη Λούξεμπουργκ (η οποία υποστήριζε ότι το αίτημα ήταν γενικά αντιδραστικό) και παρέμεινε, χωρίς ταλαντεύσεις, ο πιο μαχητικός υπερασπιστής αυτού του συνθήματος όλη εκείνη την εποχή, λόγω και της ιδιαίτερης σημασίας που είχε και για τη Ρωσία αλλά και γενικότερα λόγω των μεγάλων αυτοκρατοριών σε Ευρώπη και ανατολή που καταπίεζαν ολόκληρα έθνη στο εσωτερικό τους (Αυστροουγγαρία, Οθωμανική Αυτοκρατορία).

O Λένιν υπεράσπιζε το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών που αφορούσε βασικά τις εθνότητες στο εσωτερικό αυτών των αυτοκρατοριών, σαν ένα προοδευτικό σύνθημα που θα άνοιγε τον δρόμο στις εργατικές και κομμουνιστικές διεκδικήσεις και θα δημιουργούσε εθνικά και διεθνή ρήγματα στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες. Κυρίως όμως θα συνέδεε το εθνικό ζήτημα με το ζήτημα της προλεταριακής επανάστασης, πρώτα από όλα στην τσαρική Ρωσία. Η ανατροπή του τσαρισμού από την εργατική εξουσία θα έπρεπε να γίνει με δέσμευση για την «εθνική αυτοδιάθεση» των εθνοτήτων. Έτσι η επανάσταση θα μπορούσε να δώσει λύση και στο «εθνικό» ζήτημα, συσπειρώνοντας ευρύτερες μάζες, κάτι που ήταν κρίσιμο για την επιβίωσή της.

ΣΤ) Στη θεωρία του για τον ιμπεριαλισμό αλλά και σε άλλα κείμενα της περιόδου (Η χρεοκοπία της Β΄ Διεθνούς), ο Λένιν αναδεικνύει τον ρόλο της εργατικής αριστοκρατίας, προϊόν της ιμπεριαλιστικής περιόδου του καπιταλισμού και της προσπάθειας ενσωμάτωσης –μαζί με την καταστολή– του εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος.

Με βάση λοιπόν τους κρατικούς θεσμούς (κοινοβούλιο, θέσεις στον κρατικό τομέα, συνδικαλιστικές ηγεσίες κλπ), διαμορφώνεται ένα πολυπλόκαμο δίκτυο διαπλοκής και διαφθοράς (που βασίζεται και στα ιμπεριαλιστικά υπερκέρδη) που στοχεύει στην εξαγορά και τον έλεγχο του συνδικαλιστικού κινήματος και των εργατικών κομμάτων. Εμφανίζεται έτσι το φαινόμενο της εργατικής αριστοκρατίας σε όλες τις ιμπεριαλιστικές χώρες. Αυτό το φαινόμενο, που σε μια πιο πρώιμη μορφή είχε περιγράψει και ο Χόμπσον, ο Λένιν θα το μετατρέψει σε βασικό στοιχείο της θεωρίας του για τον ιμπεριαλισμό.

Ζ) Όλη η λενινιστική θεωρία για τον ιμπεριαλισμό είναι η υπεράσπιση της αναγκαιότητας της προλεταριακής επανάστασης. Ο ιμπεριαλισμός, σαν ιστορική μορφή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, περιγράφεται σαν σύστημα που έχει δομικό του στοιχείο την χωρίς προηγούμενο εκμετάλλευση και την ταξική βία, ανώτερη μορφή της οποίας είναι η σφαγή του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Η εποχή του ιμπεριαλισμού είναι η εποχή των ιμπεριαλιστικών σφαγών, της εκμετάλλευσης, της καταστολής, της διαφθοράς, σε ακραία, «ανώτατη», μορφή.

Δεν υπάρχει λοιπόν άλλος δρόμος από την ανατροπή του, από τη σοσιαλιστική επανάσταση. Για αυτό ο ιμπεριαλισμός, για τον Λένιν, είναι το πέρασμα στην εποχή των προλεταριακών επαναστάσεων και όχι της «παγκόσμιας ειρήνης» που υποστήριζε ο Κάουτσκι. Η θεωρία του Ιμπεριαλισμού είναι μια θεωρία που δεν αφήνει εναλλακτικές. Με αυτό τον τρόπο η λενινιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού γίνεται αναπόσπαστο μέρος της γραμμής των επαναστατικών ρευμάτων που δεν συνυπέγραψαν τη συνθηκολόγηση της σοσιαλδημοκρατίαςκαι αγωνίστηκαν ενάντια στον πόλεμο (και τις δικές τους αστικές τάξεις), προβάλλοντας την πάλη για την εργατική εξουσία.

Η προσπάθεια του Λένιν να δοθεί μια ερμηνεία του καπιταλισμού της εποχής του και να αναπτυχθεί η μαρξιστική θεωρία για να συμβάλει στον αγώνα των εργατών παραμένει σημείο αναφοράς μέχρι σήμερα. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι στη θεωρία του δεν υπάρχουν ανοιχτά ζητήματα, όπως η έλλειψη μιας ολοκληρωμένης θεωρίας κριτηρίων για την περιοδολόγηση του καπιταλισμού (κάτι που εξάλλου δεν ήταν το αντικείμενο του βιβλίου), ή οι πολύ περιορισμένες αναφορές στην πλευρά της καπιταλιστικής παραγωγής που αφορά την εκμετάλλευση της εργασιακής δύναμης (η οποία μάλιστα εκείνητην εποχή γνώριζε σημαντικούς μετασχηματισμούς).

Πολλές φορές έχουν γίνει συζητήσεις και για πλευρές της οικονομικής θεωρίας του ιμπεριαλισμού, όπως για την ενσωμάτωση στο βιβλίο προσεγγίσεων που παραπέμπουν περισσότερο στις υποκαταναλωτικές θεωρίες του Χόμπσον (τα «λιμνάζοντα» κεφάλαια στο εσωτερικό μιας χώρας που βγαίνουν έξω από τα σύνορα προκαλώντας τον επεκτατισμό) παρά στις απόψεις του Μαρξ.

Τέτοιες διατυπώσεις στον Ιμπεριαλισμό πράγματι υπάρχουν και φαίνεται ότι ο Λένιν, έχοντας το κύριο μέτωπο απέναντι στον Κάουτσκι, προσπάθησε να παρέμβει στο εσωτερικό της μέχρι τότε κυρίαρχης μαρξιστικής συζήτησης (που έπαιρνε σαν δεδομένες τέτοιες προσεγγίσεις). Το ίδιο ισχύει και για τη λανθασμένη εκτίμησή του περί «κατάργησης» του ελεύθερου ανταγωνισμού (29) από τον μονοπωλιακό καπιταλισμό, θέση που μεταφέρεται αυτούσια από τον Χίλφερντιγκ, θα τροποποιηθεί όμως σε μεταγενέστερες τοποθετήσεις (30).

Όμως τα ζητήματα αυτά όχι μόνο δεν αλλάζουν την ουσία των παραπάνω καινοτομιών της θεωρίας του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό, αλλά δείχνουν και την ανάγκη για την παραπέρα ανάπτυξή της (και όχι αναίρεσή της) στις σημερινές συνθήκες. Εξάλλου, ακόμα και αντιλήψεις που απορρίπτουν τη λενινιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού, αναγνωρίζουν ότι μόνο στο ζήτημα των εξαγωγών κεφαλαίου μπορεί να βρει κανείς μια θεωρία της υποκατανάλωσης (31). Το βιβλίο του Λένιν δεν ήταν ούτε προκήρυξη (που κάποιοι προσπάθησαν να υποστηρίξουν επειδή είχε τον υπότιτλο «εκλαϊκευτική μελέτη»), ούτε όμως και το τέλος κάθε συζήτησης για τον ιμπεριαλισμό. Εξάλλου και ο ίδιος τόνιζε την ανάγκη να αναπτυχθεί η θεωρία του ιμπεριαλισμού, με βάση τα πιο ουσιαστικά στοιχεία που και ο ίδιος είχε περιγράψει(32) .

Μετά τον θάνατο του Λένιν, η συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό συνεχίστηκε μέσα στα κομμουνιστικά κόμματα και στην Γ΄ Διεθνή. Η ήττα όμως των επαναστάσεων στην Ευρώπη, την οποία ακολούθησε η άνοδος του φασισμού, ο πόλεμος και η ένταση των ταξικών αγώνων μέσα στη Σοβιετική Ένωση, δεν άφησε ανεπηρέαστη τη μαρξιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού. Όταν ο ανεπτυγμένος καπιταλισμός γνώρισε τη μεταπολεμική άνθηση, το κομμουνιστικό κίνημα προσχωρούσε στον «ειρηνικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό» και ο «δυτικός μαρξισμός» έπαιρνε διαζύγιο από την πολιτική και την κριτική της πολιτικήςοικονομίας, η κλασική συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό και η ριζοσπαστική παρέμβαση του Λένιν τέθηκαν ουσιαστικά στο περιθώριο, πέρα από την τυπική αναπαραγωγή των κειμένων και των ορισμών.

Από την άλλη πλευρά, οι τροτσκιστές συχνά κινήθηκαν μακριά από τη θεωρία του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό, προβάλλοντας μια εκδοχή της αριστεράς της Β΄ Διεθνούς (και συγκεκριμένα της Λούξεμπουργκ), η οποία, ασκώντας κριτική στην υπαρκτή υποτίμηση του ταξικού από το εθνικό, συχνά κατέληγε να απορρίπτει στην πράξη και την ίδια την προσέγγιση της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, υποτιμώντας το έθνος-κράτος ως την αφετηρία της ταξικής πάλης και υπερτονίζοντας τον παγκόσμιο χαρακτήρα του καπιταλισμού και της κρίσης του.

Αυτές οι αντιλήψεις ήδη από τις παραμονές του πολέμου υποβάθμιζαν τις ιδιομορφίες και τις επαναστατικές δυνατότητες του αντιφασιστικού δημοκρατικού και στη συνέχεια απελευθερωτικού αγώνα των κινημάτων αντίστασης στις κατεχόμενες χώρες που ανήκαν στο ιμπεριαλιστικό πλέγμα. Ταύτιζαν λαθεμένα το ζήτημα της εθνικής αντίστασης από τη μεριά του εργατικού κινήματος με την υπεράσπιση της πατρίδας προς όφελος της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης.

Έτσι η «αναπόφευκτη κατάρρευση» της Λούξεμπουργκ και των άλλων αριστερών ρευμάτων των αρχών του 20ου αιώνα, πέρασε, με διαφορετική μορφή, μέσα στην τροτσκιστική παράδοση και χρησίμευσε σαν θεωρητική βάση για την πολιτική της στρατηγική. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας από τους πιο σημαντικούς θεωρητικούς αυτού του ρεύματος, ο κομμουνιστής Δημήτρης Πουλιόπουλος, στο σημαντικό έργο του Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα (από τις λίγες απόπειρες μαρξιστικής μελέτης του ελληνικού καπιταλισμού εκείνη την εποχή) περιέγραφε τη θεωρία του Λένιν σαν μια θεωρία που «στηρίζεται στις παλιές θεωρητικές αναλύσεις του Χίλφερντιγκ και δεν μας δίνει με μια πρώτη ματιά σχεδόν τίποτα καινούργιο από οικονομική άποψη, ωστόσο αποτελεί μια ασύγκριτη θεωρητική συμβολή στο μαρξισμό» γιατί «συνθέτει τη γενική οικονομική θεωρία του ιμπεριαλισμού», ενώ «μια συνθετική θεωρητική επεξεργασία πάνω στο συνολικό σύμπλεγμα των φαινομένων έδωσε ίσαμε τώρα μόνο η Ρόζα Λούξεμπουργκ»(33).

Τελικά, λόγω και των αντιπαραθέσεων στο κομμουνιστικό κίνημα και την οικειοποίηση του όρου από άλλα ρεύματα, ακόμα και όρος ιμπεριαλισμός, στις τροτσκιστικές αναλύσεις, συνδέθηκε τις περισσότερες φορές με το θέμα του πολέμου και όχι με μια συνολική προσέγγιση του καπιταλισμού. Υπήρξαν βέβαια προσπάθειες και από αυτό το ρεύμα να μελετηθούν τα χαρακτηριστικά του καπιταλισμού μετά τον πόλεμο, όπως το έργο του Έρνεστ Μαντέλ Ο ύστερος καπιταλισμός (αυτός ο όρος είχε χρησιμοποιηθεί από τον αστό θεωρητικό Βέρνερ Σόμπαρτ τo 1902) (34).

Από την άλλη πλευρά, η εμφάνιση εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων  και επαναστάσεων (στις οποίες οι κομμουνιστές τις περισσότερες φορές πρωτοστάτησαν) σε μια σειρά χώρες που δεν είχαν τα χαρακτηριστικά του μονοπωλιακού καπιταλισμού, ενίσχυσε την περιγραφή του ιμπεριαλισμού με κριτήριο την «εξάρτηση» ορισμένων χωρών από κάποιες άλλες (κριτήριο που είχε ήδη εδραιωθεί στο κομμουνιστικό κίνημα). Έτσι το εγχείρημα της ανάπτυξης της θεωρίας του Λένιν, που θα μπορούσε να ενσωματώσει την εμπειρία από τις εθνικοαπελευθερωτικές επαναστάσεις στην Ασία και την Αφρική, δεν ολοκληρώθηκε.

Παράλληλα, τις πρώτες δεκαετίες μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, εμφανίστηκαν οι θεωρίες ανάπτυξης/υπανάπτυξης, μητρόπολης-περιφέρειας κλπ., που μετατόπισαν τη συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό σε τελείως διαφορετική βάση. Οι θεωρίες αυτές είχαν διάφορες παραλλαγές, στα γενικά τους χαρακτηριστικά όμως υιοθέτησαν προβληματικές ξένες προς τη μαρξιστική θεωρία(35). Yποστήριζαν ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη στην «περιφέρεια» δεν μπορούσε να προχωρήσει (ή και θα γύριζε σε προ-καπιταλιστικές μορφές) λόγω της «εξάρτησης» από το «κέντρο». Αντιμετώπιζαν τον καπιταλισμό σαν ένα (παγκόσμιο) σύστημα όπου στο εσωτερικό του δεν είχε πια τον κύριο ρόλο η αντίθεση κεφάλαιο-εργασία αλλά η αντίθεση ανάμεσα στο «κέντρο» (που ορισμένες φορές περιλάμβανε και την εργατική τάξη του ανεπτυγμένου καπιταλισμού) και τις χώρες της «περιφέρειας».

Οι θεωρίες αυτές άρχισαν να υποχωρούν από τη δεκαετία του ’70 και μετά, όταν η επιστροφή της κρίσης στο καπιταλιστικό «κέντρο» και οι εξελίξεις στις ίδιες τις «περιφερειακές» χώρες, σε συνδυασμό και με τη θεωρητική κριτική που δέχτηκαν, διέψευσαν τις περισσότερες από τις κυριότερες προβλέψεις τους, με αποτέλεσμα ακόμα και οι κυριότεροί τους εκπρόσωποι να τροποποιήσουν αρκετές από τις αρχικές τους θέσεις.

Τελικά η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης στα τέλη της δεκαετίας του ’80 συμπαρέσυρε και τη γενικότερη συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό, χωρίς όμως να τη σταματήσει. Πολύ γρήγορα όμως, και παρά τους πανηγυρισμούς των νικητών του ψυχρού πολέμου και τη σύντομη ευφορία του «τέλους της ιστορίας», ο καπιταλισμός μπήκε σε μια νέα περίοδο ύφεσης, όξυνσης των ανταγωνισμών, πολέμων και επίθεσης στα εργατικά δικαιώματα, τροφοδοτώντας ξανά τη συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό και την κριτική του. Ενδεικτική είναι η συζήτηση για το έργο του Ντέιβιντ Χάρβεϊ Ο νέος Ιμπεριαλισμός (36).

Μετά από αλλεπάλληλες χρηματιστηριακές κρίσεις ακολούθησε η μεγάλη κρίση του 2008 που συντάραξε τον καπιταλιστικό κόσμο. Ωστόσο, λόγω της γενικότερης κατάστασης του εργατικού κινήματος (που μετά την κατάρρευση έδωσε μάχες επιβίωσης), το ξέσπασμα της κρίσης το 2008 δεν οδήγησε σε μια γενικότερη στροφή στη μαρξιστική συζήτηση αλλά στη νεκρανάσταση διάφορων αστικών και μικροαστικών ρευμάτων, συχνά με μαρξιστικό μανδύα.

Η θεωρία του Λένιν είναι φανερό ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να χωρέσει σε μια συζήτηση για το «επαχθές χρέος», τη «διαπραγμάτευση» των αντεργατικών πολιτικών, ή π.χ. τις θεωρίες περί «οικονομικής κατοχής» της Ελλάδας από τους «ξένους». Εδώ βρίσκεται και η σημασία της σημερινής συμβολής του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, που είναι και οι μόνοι φορείς που έχουν πραγματικό συμφέρον να αναπτυχθεί η επαναστατική θεωρία, για να αναπτυχθεί η συζήτηση και η δράση για την πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό, μέσα και έξω από τη χώρα. Πολύ περισσότερο σήμερα που, ενώ η κρίση έχει μετατρέψει την Ευρώπη και την Ελλάδα σε σφαγείο των εργατικών δικαιωμάτων, οι ανταγωνισμοί στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής μεσογείου προαναγγέλλουν αιματηρές συγκρούσεις και «πατριωτικά προσκλητήρια» σε ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς.

2. Η γέννηση και εξέλιξη του ιμπεριαλισμού

 

 

 

2.1 Κριτήρια περιοδολόγησης

 

 

 

Με βάση και τη μαρξιστική συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό και την ιστορική εμπειρία του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, ποια θα πρέπει να είναι τα κριτήρια περιοδολόγησης της μετάβασης στο ιμπεριαλιστικό στάδιο και γενικότερα των σταδίων στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής;

Είδαμε ότι η κλασική μαρξιστική ανάλυση εστίασε στο ζήτημα της συγκέντρωσης του κεφαλαίου και στις διάφορες εκφράσεις του (μονοπώλια, χρηματιστικό κεφάλαιο κλπ). Με επίκεντρο αυτό το ζήτημα, προσέγγισε και τον ρόλο του αστικού κράτους, τους ανταγωνισμούς και τους πολέμους. Το ζήτημα αυτό διατηρεί και σήμερα την επικαιρότητά του και μάλιστα σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από την εποχή του Χίλφερντιγκ και του Λένιν. Γιατί η ιστορική πορεία του ιμπεριαλισμού και κυρίως οι σημερινές συνθήκες της καπιταλιστικής παραγωγής και διεθνοποίησης έχουν αναπτύξει το χρηματιστικό κεφάλαιο και τα μονοπώλια (που έχουν γίνει πολυεθνικά και πολυκλαδικά) σε βαθμό που ήταν άγνωστος στην περίοδο του πρώτου παγκοσμίου πολέμου.

Ταυτόχρονα, η λενινιστική προσέγγιση του ιμπεριαλισμού ως καπιταλισμού δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να αναπτύξουμε τη μελέτη του ιμπεριαλισμού και σε ό,τι αφορά τις αλλαγές στην ίδια τη σφαίρα της καπιταλιστικής παραγωγής. Πρόκειται για ένα ζήτημα που παρέμεινε περιθωριακό στην κλασική συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό (και πολύ περισσότερο μετά από αυτήν). Μάλιστα ο Χίλφερντιγκ, που το κείμενο του ήταν η πρώτη συγκροτημένη απόπειρα μαρξιστικής ερμηνείας του ιμπεριαλισμού (παρόλο που δεν χρησιμοποίησε τον όρο), υποστήριξε τη λαθεμένη άποψη ότι το μονοπώλιο καταργεί τον νόμο της αξίας (37). Ο ρόλος του αστικού κράτους, οι μορφές πολιτικής διαχείρισης, οι συνθήκες μέσα στις οποίες δρα το εργατικό κίνημα, τα κυρίαρχα ιδεολογικά ρεύματα, οι αλλαγές στο διεθνές επίπεδο, έχουν επίσης μεγάλη σημασία για μια σύγχρονη θεωρία του ιμπεριαλισμού.

 

 

2.3  Από τον ελεύθερο ανταγωνισμό στον ιμπεριαλισμό

 

 

Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ευρώπη πέρασε μέσα από τη βαρβαρότητα της «πρωταρχικής συσσώρευσης», τη λεηλασία της αποικιοκρατίας και τον μερκαντιλισμό τον 16ο και 17ο αιώνα, στις μεγάλες αστικές επαναστάσεις, την επέκταση της καπιταλιστικής παραγωγής και τελικά την εμφάνιση του βιομηχανικού καπιταλισμού τον 19ο αιώνα (38). Εκείνη την περίοδο θα αρχίσουν να διαμορφώνονται τα χαρακτηριστικά της νέας εποχής του καπιταλισμού: συγκέντρωση κεφαλαίου, σύνδεση βιομηχανικού και τραπεζικού κεφαλαίου, νέος ρόλος του κράτους (που από κράτος-νυχτοφύλακα της «ελεύθερης» αγοράς ενοποιείται με τους μονοπωλιακούς ομίλους και αναβαθμίζει το ρόλο του), μεγάλα έργα, μιλιταρισμός (39).

Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά που σηματοδοτούν τη διαμόρφωση του ιμπεριαλιστικού σταδίου και το διαφοροποιούν από την προηγούμενη εποχή του ελεύθερου ανταγωνισμού; Χωρίς να φιλοδοξούμε να εξαντλήσουμε εδώ το ζήτημα, μπορούμε καταρχήν να τα εντοπίσουμε στις παρακάτω πλευρές:

Οι πρώτες μεγάλες αλλαγές βρίσκονται στην ίδια τη σφαίρα της παραγωγής. Στην εποχή του ιμπεριαλισμού βαθαίνει η ουσιαστική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο και αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία οι διαδικασίες άντλησης σχετικής υπεραξίας, με αποτέλεσμα να αλλάζει ακόμη περισσότερο η ισορροπία μεταξύ απόλυτης και σχετικής υπεραξίας προς όφελος της δεύτερης. Αυξάνει η τάση εκτόπισης της ζωντανής εργασίας από μηχανές και παρουσιάζονται πιο σύνθετες μορφές ελέγχου της εργασίας μέσα στην παραγωγή (όχι μόνον επιστάτες αλλά και γραφεία μελέτης, χρονομέτρησης και οργάνωσης της παραγωγής κλπ.). Η εποχή του ιμπεριαλισμού είναι η εποχή του τεϊλορισμού- φορντισμού (το βιβλίο του Τέιλορ Principles of scientific management θα εκδοθεί το 1911, ενώ μετά το 1910 η αυτοκινητοβιομηχανία του Χένρυ Φορντ θα μετατραπεί σε διεθνές «πρότυπο» οργάνωσης της εργασίας).

Στη σφαίρα του ανταγωνισμού κυριαρχεί η ένταση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου που εκφράζεται με τον αυξανόμενο ρόλο του χρηματοπιστωτικού συστήματος (και άρα των τόκων σε σχέση με το κέρδος) και με την κυριαρχία της μορφής της πολυμετοχικής επιχείρησης στα πιο δυναμικά τμήματα της καπιταλιστικής παραγωγής.

Το διεθνές σύστημα αποκτά ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα, με ένταση των πολιτικο-οικονομικών ανταγωνισμών και αναβάθμιση του ρόλου του χρηματικού-δανειακού και εμπορευματικού κεφαλαίου (που διεθνοποιούνται στην ιμπεριαλιστική εποχή).

Tο κράτος επεμβαίνει πια άμεσα στην οικονομία μέσα από τις κρατικέςεπιχειρήσεις, τη μαζική φορολογία (που γίνεται βασικό μέσο αναδιανομής του εισοδήματος), τον έλεγχο του πιστωτικού συστήματος κλπ.

Η πολιτική παύει να είναι υπόθεση των αστικών λεσχών προσωπικοτήτων και σταδιακά οργανώνονται μαζικά αστικά κόμματα, μετά και τη συγκρότηση των σοσιαλιστικών κομμάτων (40). Το γενικό εκλογικό δικαίωμα που θα κατακτηθεί σε όλη την Ευρώπη μετά από σκληρούς ταξικούς αγώνες θα οδηγήσει στη δημιουργία ενός πλέγματος αστικών κρατικών θεσμών (όπως το κοινοβούλιο, που μετασχηματίζεται από «κλειστό κλαμπ» σε πεδίο αντιπαράθεσης στο οποίο συμμετέχουν και τα εργατικά κόμματα) που θα δημιουργήσουν το έδαφος γιατην εμφάνιση και ανάπτυξη της εργατικής αριστοκρατίας.

Φυσικά όλα τα παραπάνω δεν θα εφαρμοστούν ταυτόχρονα, ούτε με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες. Αντίθετα θα κινηθούν με πολύ διαφορετικούς ρυθμούς, με βάση την ανάπτυξη του ιμπεριαλισμού στη συγκεκριμένη χώρα, τον ταξικό συσχετισμό, την ανισόμετρη ανάπτυξη, τα ιδιαίτερα ζητήματα που παραμένουν ανοιχτά για μεγάλες περιοχές της ευρωπαϊκής ηπείρου (εθνικό, αγροτικό κλπ). Όμως σαν γενικές τάσεις θα χαρακτηρίσουν όλη αυτή την περίοδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης στο διάστημα από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι και τις τρεις πρώτες δεκαετίες του 20ου. Μέσα στο διάστημα αυτό όλες οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες θα μετατραπούν σε ιμπεριαλιστικές – με όλες προφανώς τις διαβαθμίσεις και τις διαφορές ανάμεσα τους.

Μετά τον πόλεμο, το σύνολο των καπιταλιστικών χωρών γνωρίζει μια ανάπτυξη χωρίς προηγούμενο. Το «μεγάλο άλμα προς τα εμπρός» του ιμπεριαλισμού θα συνεχιστεί μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ’60. Τότε, η σταδιακή κάμψη της κερδοφορίας, η άνοδος των ανταγωνιστών των ΗΠΑ, οι εργατικές διεκδικήσεις, θα οδηγήσουν σε παρατεταμένη κρίση και ύφεση τη δεκαετία του 1970. Η κρίση του διεθνούς νομισματικού συστήματος και οι πετρελαϊκές κρίσεις θα είναι η έκφραση αυτής της διαδικασίας, που στα τέλη της δεκαετίας του 1970 (σοκ Βόλκερ κ.ά.) θα οδηγήσει σε σημαντικές αλλαγές και μετασχηματισμούς στο μοντέλο της ιμπεριαλιστικής συσσώρευσης (41).

Η εισαγωγή νέων τεχνολογιών στην οργάνωση της εργασίας (με άξονα την πληροφορική), ο μετασχηματισμός των μονοπωλίων σε πολυεθνικά- πολυκλαδικά, η εμφάνιση νέων μορφών χρήματος (ηλεκτρονικό-πλαστικό), η αλλαγή του ρόλου του χρηματοπιστωτικού συστήματος, των τραπεζών και του αστικού κράτους, που μετατρέπεται σε γενικό επιτελείο της καπιταλιστικής συσσώρευσης εγκαταλείποντας παραγωγικές δραστηριότητες στα ιδιωτικά κεφάλαια ώστε να αυξήσει την εκμετάλλευση –άμεση και έμμεση– της εργατικής τάξης, η συνεχιζόμενη συμπίεση της εργατικής δύναμης ακόμα και κάτω από την ιστορική της αξία, οι χρηματιστηριακές κρίσεις, η ενίσχυση των περιφερειακών ολοκληρώσεων (ΕΕ), όλα αυτά είναι βασικές πλευρές της άγριας επίθεσης που δέχονται οι εργατικές τάξεις σε όλο τον κόσμο εδώ και δεκαετίες.

Ουσιαστικά λοιπόν από το 1970 και μετά έχουμε σε εξέλιξη μια νέα φάση του ιμπεριαλισμού, η οποία επηρεάζει βασικές πλευρές του ιμπεριαλιστικού σταδίου, υπονομεύοντας τα οικονομικά και κοινωνικά θεμέλια της περιόδου του ιμπεριαλισμού μετά τον πόλεμο, σε βαθμό που μαρξιστικές αναλύσεις να περιγράφουν μια διαδικασία μετάβασης σε ένα νέο στάδιο καπιταλιστικής εκμετάλλευσης (42). Η κρίση του 2008 δεν θα τροποποιήσει αλλά θα επιτείνει όλα τα παραπάνω, αποδεικνύοντας τον δομικό τους χαρακτήρα και τη σημασία τους για την επιβίωση και ανάπτυξη του συστήματος. Ο «νεοφιλελευθερισμός» θα μετατραπεί σε αναπόσπαστο στοιχείο της ύστερης φάσης του ιμπεριαλισμού, ανεξάρτητα από τα ονόματα και τις αποχρώσεις που παίρνει. Θα αρκούσε κανείς να δει τις «εναλλακτικές» σε αυτόν προτάσεις, τόσο στη θεωρία αλλά κυρίως στην πράξη, που έχουν τεθεί από διάφορα αστικά και σοσιαλδημοκρατικά ρεύματα από την αρχή της κρίσης.

 

 

2.3  Το ιμπεριαλιστικό σύστημα και οι καπιταλιστικές χώρες σήμερα

 

 

Ποια είναι σήμερα η κατάσταση του ιμπεριαλιστικού πλέγματος διεθνών σχέσεων, ποια τα κριτήρια ένταξης μιας χώρας σε αυτό και ποια είναι η θέση του ελληνικού καπιταλισμού; Στη συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό και σήμερα και στο παρελθόν πολλές φορές κυριαρχούν αποσπασματικά κριτήρια, μακριά από την κλασική μαρξιστική συζήτηση, τα οποία υποτίθεται ότι αποδεικνύουν τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα ή όχι της μίας ή της άλλης χώρας: οι στρατιωτικές βάσεις και ο επεκτατισμός, το δημόσιο χρέος, ο αριθμός των μονοπωλιακών επιχειρήσεων, η αποβιομηχάνιση και η έλλειψη «παραγωγικής βάσης», το αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο (εισαγωγές-εξαγωγές), ο ερχομός του ΔΝΤ, η πολιτική συμπεριφορά του αστικού πολιτικού προσωπικού απέναντι στους «ξένους» κλπ.

Αυτή η αποσπασματική προσέγγιση του ιμπεριαλισμού, η αντίθεση με τη μέθοδο του Λένιν, ο οποίος ήδη από τον πρόλογο του Ιμπεριαλισμού τόνιζε ότι «Για να περιγράψει κανείς αυτή την αντικειμενική κατάσταση, δεν πρέπει να πάρει παραδείγματα και ξεχωριστά στοιχεία (μια και τα φαινόμενα της κοινωνικής ζωής είναι εξαιρετικά περίπλοκα, μπορεί πάντα να βρεθεί οποιοσδήποτε αριθμός παραδειγμάτων ή ξεχωριστών στοιχείων, για να υποστηριχτεί οποιαδήποτε θέση» (43), έγινε στην πράξη η αιτία της αδυναμίας να οδηγηθούμε σε μια ανάλυση του ιμπεριαλισμού, του μονοπωλιακού καπιταλισμού.

Γιατί τα παραπάνω –υπαρκτά προφανώς– ζητήματα (βάσεις κλπ.), αν αντιμετωπιστούν όχι σαν αποτελέσματα αλλά σαν αιτίες και κριτήριο για τη μαρξιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού, αποκλείουν οποιαδήποτε ανάλυση της πραγματικότητας.

Στο θέμα των βάσεων π.χ. η Δυτική Γερμανία είχε, από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και μετά, πολλές αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στο εσωτερικό της και αυστηρούς περιορισμούς στο σύνταγμά της για τη χρήση ενόπλων δυνάμεων. Όμως ποτέ δεν διανοήθηκε κανείς –και σωστά– να την περιγράψει ως εξαρτημένη.

Το δημόσιο χρέος της Ιαπωνίας είναι, συγκριτικά με το ελληνικό, πολύ μεγαλύτερο ως ποσοστό του ΑΕΠ (230%), το εμπορικό ισοζύγιο είναι αρνητικό και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες κλπ (44).

Η εισβολή του ΔΝΤ (που έχει προβληθεί σαν κριτήριο «υποτέλειας»), δεν μπορεί να θεωρηθεί από μόνη της κριτήριο, γιατί το ΔΝΤ «εισέβαλε» και στη Μεγάλη Βρετανία το 1976, επιβάλλοντας μνημόνια σε μισθούς και συντάξεις και ανοίγοντας το δρόμο για τον θατσερισμό του 1980.

Οι αυξομειώσεις της βιομηχανικής παραγωγής δεν είναι, από μόνες τους,δείκτης για τον καπιταλιστικό ή μη χαρακτήρα μιας χώρας, πολύ περισσότερο  στις χώρες που έχουν ιστορικό υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο από τον 19ο αιώνα. Η αποβιομηχάνιση εξάλλου είναι τυπικό χαρακτηριστικό για πολλές ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες μετά το 1970, λόγω της καπιταλιστικής διεθνοποίησης και των αλλαγών που έφερε στον καταμερισμό εργασίας και παραγωγής και σε διεθνές επίπεδο.

Η ιδεολογία του «παραγωγικού» και «παρασιτικού» καπιταλισμού έχει περισσότερο σχέση με την αστική ιδεολογία παρά με τον μαρξισμό. Από μαρξιστική άποψη, παραγωγική στον καπιταλισμό είναι η εργασία κάθε εργαζόμενου ο οποίος είναι υπαγμένος, και μη παραγωγική η εργασία κάθε εργαζόμενου ο οποίος δεν είναι υπαγμένος στο κεφάλαιο. Μη παραγωγική είναι π.χ. η εργασία της νοικοκυράς, της οικιακής βοηθού, του αυτοαπασχολούμενουγεωργού ή του όποιου άλλου αυτοαπασχολούμενου, του δημοσίου υπαλλήλου, του υπαλλήλου δημοσίου οργανισμού και του υπαλλήλου ιδιωτικού οργανισμού μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

Το είδος της αξίας χρήσης που παράγει η εκάστοτε συγκεκριμένη χρήσιμη εργασία δεν παίζει κανέναν ρόλο για τον χαρακτηρισμό της ως παραγωγικής ή μη παραγωγικής εργασίας. Συνεπώς παραγωγική ή, αντιστοίχως, μη παραγωγική εργασία δεν είναι ένα συγκεκριμένο είδος χρήσιμης εργασίας, δηλ. ένα είδος συγκεκριμένης χρήσιμης εργασίας. Ο προσδιορισμός «παραγωγική» ή «μη παραγωγική» δεν αφορά την αξία χρήσης που παράγει η εργασία στην οποία προσδίδεται αυτός ο προσδιορισμός, κι επομένως ούτε το συγκεκριμένο είδος αξίας χρήσης που παράγει αυτή η εργασία και, τέλος, κατά συνέπεια ούτε το συγκεκριμένο είδος εργασίας, τη συγκεκριμένη δηλ. εργασία, η οποία παράγει αυτό το συγκεκριμένο είδος αξίας χρήσης (45).

Άρα το κριτήριο, στη μαρξιστική θεωρία, για τον «παραγωγικό» ή όχι χαρακτήρα δεν είναι απλά η υλική παραγωγή, αλλά ο χαρακτήρας των κοινωνικών σχέσεων στην παραγωγή. Το ιδεολόγημα περί «παρασιτικού» κεφαλαίου έχει την καταγωγή του στις αστικές ρεφορμιστικές θεωρίες και κυρίως στη θεωρία του Κάουτσκι ο οποίος από το 1910, χτίζοντας τη θεωρία του «υπεριμπεριαλισμού», περιέγραφε το χρηματιστικό κεφάλαιο ως «παρασιτικό» και το βιομηχανικό ως «παραγωγικό», και πρότεινε μια απατηλή συμμαχία του εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος με τους βιομήχανους ενάντια στουςχρηματιστές.Αυτές οι ιδεολογίες επανεμφανίστηκαν, με άλλη μορφή, στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος τα επόμενα χρόνια. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα πήραν τη μορφή της φιλολογίας της «κομπραδόρικης», «μεταπρατικής» κλπ. αστικής τάξης και καπιταλισμού.

Αυτές οι θεωρίες, που ουσιαστικά κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι δεν έχουμε καπιταλισμό στην Ελλάδα ή ότι έχουμε κάποιον άλλο, δήθεν στρεβλό καπιταλισμό, τροφοδότησαν στη μεταπολίτευση ένα ευρύτατο ρεύμα αριστερής διανόησης που, με μαρξιστικό μανδύα, υποστήριζε το αίτημα του αστικού-καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού. Το ρεύμα αυτό αξιοποιήθηκε από το ΠΑΣΟΚ και στην «σοσιαλιστική» φάση του ’81 αλλά και αργότερα στην «εκσυγχρονιστική» περίοδο της πρωθυπουργίας Σημίτη.

Τα μονοπώλια, στη μαρξιστική θεωρία, δεν είναι μόνο ζήτημα της στατιστικής των επιχειρήσεων. Γιατί όπως το κεφάλαιο δεν είναι ένα πράγμα αλλά μια κοινωνική-ταξική σχέση που διαμορφώνεται μέσα στην καπιταλιστική παραγωγή, έτσι και το μονοπώλιο, σαν ιστορική μορφή συγκρότησης του ατομικού κεφαλαίου, έχει εγγεγραμμένες τις κοινωνικές-εκμεταλλευτικές αστικές σχέσεις. Η ύπαρξή του αφορά τον συνολικό του ρόλο στην καπιταλιστική παραγωγή, τη συγκέντρωση κεφαλαίου και τους δυναμικούς και πρωτοπόρους κλάδους της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Τα μονοπώλια, ιδιαίτερα στη σημερινή πολυεθνική και πολυκλαδική τoυς μορφή, είναι αναπόσπαστο τμήμα μιας ολόκληρης πυραμίδας καπιταλιστικών σχέσεων, στην κορυφή της οποίας βρίσκονται τα ίδια.

Δεν μπορούμε λοιπόν να στηρίξουμε την περιοδολόγηση των καπιταλιστικών χωρών σε αποσπασματικά κριτήρια που μπορεί να περιγράφουν σημαντικές συνέπειες των ανταγωνισμών και της ανισόμετρης ανάπτυξης, αλλά δεν μας οδηγούν σε αξιόπιστα συμπεράσματα για τις αιτίες τις ανάπτυξης του ιμπεριαλισμού στις καπιταλιστικές χώρες.

Είναι φανερό ότι σε ό,τι αφορά την κατάταξη των χωρών στο ιμπεριαλιστικόσύστημα θα πρέπει να ακολουθήσουμε διαφορετικό δρόμο. To κριτήριο, με βάση την κλασική μαρξιστική συζήτηση και όσα περιγράψαμε και πριν για τα γενικότερα κριτήρια περιοδολόγησης, δεν μπορεί παρά να βασίζεται στο συνολικό επίπεδο ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων σε σχέση με το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, την παραγωγικότητα της εργασίας, τη διάθρωση των μορφών οργάνωσης του κεφαλαίου αλλά και τον ρόλο και τη συμμετοχή του κάθε αστικού κράτους στις διεθνείς ιμπεριαλιστικές σχέσεις και ανταγωνισμούς.

 

Σε αυτή τη βάση μπορούμε, σχηματικά, να περιγράψουμε τρείς βασικές κλίμακες χωρών στο ιμπεριαλιστικό σύστημα:

 

Στην πρώτη, στην ανώτερη κλίμακα του ιμπεριαλιστικού πλέγματος, ανήκουν, με όλες τις μεγάλες διαφορές τους, οι ιμπεριαλιστικές χώρες με το υψηλότερο επίπεδο ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων και συγκέντρωσης του κεφαλαίου.

 

Στη μεσαία κλίμακα ανήκουν εκείνες οι ιμπεριαλιστικές χώρες (ανεξάρτητα από την περιφερειακή τους θέση και τις διαβαθμίσεις τους) με ιστορικό, υψηλό επίπεδο κυριαρχίας των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και με ηγεμονική θέση των νέων μορφών συγκέντρωσής του κεφαλάιου, αλλά με περισσότερο ή λιγότερο μεσαίο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, της παραγωγικότητας της εργασίας και της απόδοσης του κεφαλαίου (Ισπανία, Ελλάδα, Πορτογαλία, Τουρκία, Αργεντινή κ.ά.).

Στην κατώτερη κλίμακα βρίσκονται εκείνες οι χώρες όπου είναι σχετικά πρόσφατη η κυριαρχία των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στους βασικούς τομείς, αλλά διατηρείται η χαμηλή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, της παραγωγικότητας της εργασίας αλλά και των μορφών συγκέντρωσης κεφαλαίου (χρηματοπιστωτικό σύστημα, μονοπώλια).

Πρόκειται κατά κανόνα για χώρες που λόγω της ανισόμετρης ανάπτυξης ξεπέρασαν σχετικά πρόσφατα την πολύ χαμηλή ανάπτυξη των παραγωγικών σχέσεων και την επιβίωση εκτεταμένων περιοχών προκαπιταλιστικών σχέσεων (χώρες στη Μέση Ανατολή και την Αφρική). Οι χώρες αυτές αποτελούν ασταθείς κρίκους στην κατώτερη βαθμίδα του ιμπεριαλιστικού συστήματος και για αυτό δεν μπορούν να θεωρηθούν ιμπεριαλιστικές.

Αυτές οι κλίμακες δεν βρίσκονται ούτε στη «σειρά», ούτε η μια δίπλα στην άλλη. Ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή της ανεπτυγμένης καπιταλιστικής διεθνοποίησης, η αλληλεξάρτησή τους εντείνεται, χωρίς να καταργούνται οι διαφορές. Στα γενικότερα χαρακτηριστικά του ιμπεριαλιστικού συστήματος κυριαρχεί η λογική της μίας υπερδύναμης (ΗΠΑ, η Γερμανία στην Ευρώπη) σε συνδυασμό με ένα δίκτυο πολλαπλών κέντρων και πόλων επιρροής σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Το δίκτυο αυτό παίρνει περισσότερο τη μορφή πλέγματος (παρά μιας κάθετης δομής), που αναπαράγει την ανισόμετρη ανάπτυξη και μέσα από την όξυνση των ανταγωνισμών, τόσο ανάμεσα στις διαφορετικές κλίμακες καπιταλιστικών χωρών, όσο και στο εσωτερικό τους.

 

2.4  Ο ελληνικός ιμπεριαλισμός

 

Η συγκρότηση του καπιταλιστικού συστήματος στον ελλαδικό χώρο παρουσίασε σημαντικές διαφοροποιήσεις συγκριτικά με το δυτικό-ευρωπαϊκό μοντέλο εγκαθίδρυσης του καπιταλισμού:

α) Σε αντίθεση με την αριστερή ιστοριογραφία, που παρουσίαζε την επανάσταση του 1821 σαν αποτέλεσμα εσωτερικής σύγκρουσης ανάμεσα σε φεουδάρχες –που δήθεν υπονόμευσαν/ματαίωσαν τον αστικό χαρακτήρα της– καιδουλοπάροικους (46), η μετάβαση δεν έγινε από τη φεουδαρχία σε έναν «μισο-καπιταλισμό». Έγινε από έναν τρόπο παραγωγής διαφορετικό από τον φεουδαρχικό (47) –ο Μαρξ είχε γράψει για τον «ασιατικό τρόπο παραγωγής» (48)– στον πρώτο καπιταλισμό που εμφανίστηκε στην περιοχή της ανατολικής μεσογείου. Το 1821 ήταν μια αστική επανάσταση, με πρωτοπορία τα τμήματα εκείνα της ελληνικής αστικής τάξης –όπως το εμπορικό κεφάλαιο– τα οποία, όπως σημείωνε και ο Ένγκελς, δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν βασικούς όρους καπιταλιστικής συσσώρευσης μέσα στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (49).

β) Η ελληνική αστική τάξη –η πρώτη που εμφανίστηκε ιστορικά στα Βαλκάνια– είχε, από τη δημιουργία της, εξαιρετικά διεθνοποιημένα χαρακτηριστικά (50), τα οποία παραμένουν και μετά την απελευθέρωση, αφού η ολοκλήρωση του αστικού εθνικού κράτους θα πραγματοποιηθεί σχεδόν έναν αιώνα αργότερα από την ίδρυσή του. Αυτός ο διεθνικός χαρακτήρας της ελληνικής αστικής τάξης θα έχει σημαντικές συνέπειες για την εξέλιξη του ελληνικού καπιταλισμού, αφού θα τροφοδοτήσει τον επεκτατισμό («Μεγάλη Ιδέα»), ενώ ταυτόχρονα θα οδηγήσει σε αργούς ρυθμούς καπιταλιστικής ανάπτυξης στην εσωτερική αγορά μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα. Δεν είναι τυχαίο ότι καθοριστικό ρόλο στην καπιταλιστική ανάπτυξη της πρώτης περιόδου παίζουν δανειακά κεφάλαια από το εξωτερικό (τόσο από ξένουςκεφαλαιούχους όσο και από παροικιακά κεφάλαια).

γ) Η άμεση σύνδεση του ελληνικού καπιταλισμού με τις διεθνείς συγκρούσεις, λόγω της γεωπολιτικής του θέσης και της ιστορικής εποχής στην οποία εμφανίστηκε (51). Το αποτέλεσμα θα είναι ο ελληνικός καπιταλισμός να βρίσκεται, από τη γέννησή του, στο κέντρο των αστικών ανταγωνισμών στην ανατολική μεσόγειο, γεγονός που του δίνει μεγάλες δυνατότητες για αξιοποίηση αυτών των ανταγωνισμών (λόγω και της ιστορικής υπεροχής του στα Βαλκάνια) αλλά και τον συνδέει, υποχρεωτικά, με τις άμεσες παρεμβάσεις των ισχυρότερων καπιταλιστικών κρατών, της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, λόγω της υποδεέστερης θέσης του (52).

 

Ο συνδυασμός αστικής επανάστασης, αστικής τάξης που σε μεγάλο βαθμό δραστηριοποιείται εκτός των συνόρων του πρώτου ελληνικού κράτους και ιστορικής θέσης και σημασίας του ελληνικού καπιταλισμού στην ανατολική μεσόγειο, θα οδηγήσει στο ιδιαίτερο στοιχείο της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα: της «πρόωρης γήρανσης» (53). Η εξέλιξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στην Ελλάδα θα ενσωματώσει, από τα τέλη του 19ου αιώνα και κυρίως από το 1909 και μετά, χαρακτηριστικά και του σταδίου του ελεύθερου ανταγωνισμού και του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Όταν η ελληνική αστική τάξη εξαγγέλλει τη δική της «μεγάλη αφήγηση» το 1875-1909, ο καπιταλισμός βρίσκεται ήδη σε διαδικασία μετάβασης στο ιμπεριαλιστικό στάδιο, στην εποχή της «αντίδρασης σε όλη τη γραμμή». Η απουσία «προοδευτικής» περιόδου του ελληνικού καπιταλισμού θα γίνει από τότε δομικό, μη αντιστρέψιμο στοιχείο της ιστορικής του ανάπτυξης.

Έτσι το πρόγραμμα των φιλελεύθερων (του πιο ριζοσπαστικού αστικού κόμματος στην ανατολική Ευρώπη στις αρχές του 20ου αιώνα) θα εμφανιστεί ταυτόχρονα με την άγρια καταστολή του εργατικού κινήματος και τις ιμπεριαλιστικές εκστρατείες· η βιομηχανία με το τραπεζικό σύστημα· οι πρώτες μορφές απόσπασης απόλυτης υπεραξίας με το εργατικό δίκαιο· η εθνική ενοποίηση με την άμεση επέμβαση των «συμμάχων»· οι καπιταλιστικές σχέσεις στη γεωργία με την καθυστέρηση της αγροτικής μεταρρύθμισης· και τέλος, οι μονοπωλιακοί όμιλοι με την προβιομηχανική λειτουργία μεγάλου μέρους τωνμικρών καπιταλιστικών επιχειρήσεων.

Τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση, η ανάγκη για εσωτερική καπιταλιστική συσσώρευση αλλά και η ανάγκη δημιουργίας των αναγκαίων όρων για την προστασία και τον επαναπατρισμό του ελληνικού «κοσμοπολίτικου κεφαλαίου», (που αντιμετωπίζει πια τους αναδυόμενους εθνικισμούς στα Βαλκάνια) θα οδηγήσει στην περίοδο Τρικούπη.

Αυτή η περίοδος θα είναι η αρχή μιας διαδικασίας (1875-1909) που θα σηματοδοτήσει την οριστική επικράτηση των καπιταλιστικών σχέσεων στην Ελλάδα και τη νίκη της αστικής τάξης, τόσο στο πεδίο μεταβολής των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων, όσο και στην αναμέτρηση με τις παλιές ολιγαρχικές κάστες (54). Είναι η περίοδος που ο ελληνικός καπιταλισμός αρχίζει να αποκτά την πρώτη βιομηχανική βάση ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσεται και ο χρηματοπιστωτικός τομέας (55). Παράλληλα αρχίζει να ενισχύεται και η εργατική τάξη και εκδηλώνονται οι πρώτες πολιτικο- συνδικαλιστικές δραστηριότητές της (56). Το 1909 θα είναι η αφετηρία όχι μόνομιας νέας περιόδου ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων αλλά και της δημιουργίας αντίστοιχων δομών ενός αστικού κράτους (57).

Οι βαλκανικοί πόλεμοι και ο παγκόσμιος πόλεμος που ακολούθησε θα διευρύνουν την εσωτερική αγορά και θα επιταχύνουν τον επαναπατρισμό των κεφαλαίων. Η μικρασιατική καταστροφή θα προμηθεύσει την εσωτερική αγορά με άφθονα και φτηνά εργατικά χέρια και θα οδηγήσει στην ολοκλήρωση της αγροτικής μεταρρύθμισης (58) αλλά και στην άνοδο του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Μετά την μικρασιατική καταστροφή, οι καπιταλιστικές σχέσεις θα αναπτυχθούν με έμφαση στη βιομηχανία αλλά και με διατήρηση του μεγάλου ποσοστού των μικρών καπιταλιστικών επιχειρήσεων και της αγροτικής παραγωγής (ενταγμένης όμως στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής). Η κρίση του 1929 θα έχει σαν αποτέλεσμα τη στροφή προς την εσωτερική αγορά, την ενίσχυση του προστατευτισμού στη βιομηχανία και τη γεωργία αλλά και την ανάληψη παραγωγικών δραστηριοτήτων από το κράτος και την ίδρυση κρατικών οργανισμών.

Η δεκαετία του 1920-1930, η περίοδος στην οποία ηεκβιομηχάνιση αυξάνεται με ποσοστό 7% κάθε χρόνο και δημιουργούνται μονοπωλιακές δομές στην οικονομία (59), είναι η δεκαετία της εδραίωσης του μονοπωλιακού καπιταλισμού στην Ελλάδα, του ελληνικού ιμπεριαλισμού. Από τότε ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας του ελληνικού καπιταλισμού θα έχει δύο όψεις, που θα τον ακολουθούν σε όλη την ιστορική του πορεία: την υπεροχή του στα Βαλκάνια (μαζί με τον τουρκικό ιμπεριαλισμό) σε σχέση με τους άλλουςκαπιταλισμούς αλλά και την απόσταση από τους ιστορικά πιο ανεπτυγμένους (με κριτήριο την επικράτηση και ανάπτυξη των καπιταλιστικών παραγωγικώνσχέσεων και δυνάμεων) καπιταλισμούς της δυτικής Ευρώπης.

Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος αποδιοργάνωσε την παραγωγική υποδομή αλλά κυρίως τις θεμελιακές κοινωνικές σχέσεις αναπαραγωγής του καπιταλιστικού συστήματος στην Ελλάδα. Η πρώτη μεταπολεμική φάση (1944-53) ήταν το διάστημα του εμφυλίου πολέμου και της προσπάθειας ανασυγκρότησης των καπιταλιστικών σχέσεων. Ο ξένος παράγοντας συμμετείχε όχι μόνο στην πολιτικοστρατιωτική αλλά επίσης στην οικονομική ανασυγκρότηση των εγχώριων καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έπαιξαν ρόλο και τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης (60) . Εξάλλου η μεταπολεμική περίοδος, με την ενεργή και σχεδιασμένη παρέμβαση του αστικού κράτους (με ατμομηχανή τη συντριβή του εργατικού κινήματος και την αντικομμουνιστική τρομοκρατία) ήταν αυτή που προετοίμασε την ανάπτυξη που ακολούθησε.

Η επόμενη περίοδος, ιδιαίτερα μετά το 1960, θα είναι η «χρυσή εποχή» του ελληνικού καπιταλισμού. Το διάστημα 1965-1973 οι μέσοι ετήσιοι ρυθμοί παραγωγικότητας της εργασίας είναι οι μεγαλύτεροι σε όλη την Ευρώπη. Μεταξύ 1950 και 1970 το ποσοστό της βιομηχανίας στην κλαδική διάρθρωση του ΑΕΠ θα γίνει 31% από 20% και της γεωργίας 18% από 28%. Συνολικά το ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 5,7 % στο διάστημα 1950-1960 και 7,1% στο διάστημα 1961-1970 (61) . Οι ρυθμοί ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού βρίσκονταν στην κορυφή της κατάταξης των χωρών του ΟΟΣΑ. Οι επιδόσεις αυτές προσέλκυσαν σημαντικές μάζες ξένων κεφαλαίων, που –αντίθετα με τους ισχυρισμούς των θεωριών της εξάρτησης– συνέβαλαν στην εγχώρια καπιταλιστική συσσώρευση και ανάπτυξη.

Η πετρελαϊκή κρίση του 1973 και η εξάντληση των πολιτικών τόνωσης της ζήτησης που είχε ακολουθήσει η δικτατορία οδήγησαν στην καθίζηση όλων των βασικών δεικτών. Μετά την πτώση της δικτατορίας, η ελληνική αστική τάξη,που αναζητούσε και τη μεταπολιτευτική σταθερότητα, απάντησε στην κρίση με τις εκτεταμένες κρατικοποιήσεις του «προγράμματος Καραμανλή» (Ολυμπιακή, συγκοινωνίες κλπ.), ενώ λόγω των ελληνοτουρκικών (Κύπρος) τροφοδοτήθηκε και η αμυντική βιομηχανία. Την ίδια περίοδο ξεκίνησε, όπως και σε πολλές χώρες του ΟΟΣΑ, η αντίστροφη πορεία για το μερίδιο της βιομηχανίας στο ΑΕΠ (62)  και ο ελληνικός καπιταλισμός ακολούθησε την πορεία της γενικότερης κρίσης στην οποία βρίσκονταν οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες.

 Στη μεταπολίτευση θα εδραιωθεί και το κοινωνικό συμβόλαιο με το οποίο η ελληνική αστική τάξη θα αναγκαστεί να παραχωρήσει ορισμένες πολιτικές και συνδικαλιστικές ελευθερίες, για να εξασφαλίσει την πολιτική σταθερότητα για τις επόμενες δεκαετίες. Το εγχείρημα θα έχει επιτυχία, ιδιαίτερα σε κρίσιμες ιστορικές καμπές (1974,1981,1989). Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 η ελληνική αστική τάξη θα πετύχει την ένταξη στην ΕΟΚ.

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ που θα έρθει στην εξουσία το 1981, μετά από μια σύντομη και αποτυχημένη απόπειρα να εφαρμόσει ορισμένα μέτρα «κεϋνσιανικού» τύπου σε συνθήκες διεθνούς ύφεσης, (ΑΤΑ, κρατικοποιήσεις κλπ.) θα ξεκινήσει, κάτω από το βάρος των ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους, την περίοδο λιτότητας (1985) που ουσιαστικά διαρκείμέχρι σήμερα. Οι ρυθμοί ανάπτυξης του ελληνικού ιμπεριαλισμού θα μείνουν χαμηλοί σε όλη τη δεκαετία του ’80. Η παραγωγικότητα της εργασίας θα βρίσκεται σε όλη τη δεκαετία σε διακυμάνσεις, ενώ η πολιτική της σκληρής δραχμής μετά το 1985 θα οδηγήσει τελικά σε συνολική ανατίμηση της δραχμής κατά 27% την περίοδο 1988-1996, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί ακόμα περισσότερο –μετά και την ένταξη στην ΕΕ– η ανταγωνιστικότητα του ελληνικού καπιταλισμού.

Μετά το 1990, ο ελληνικός καπιταλισμός, λόγω της ένταξής του στην ΕΟΚ και των πλεονεκτημάτων της ιστορικής του εξέλιξης στα Βαλκάνια, θα προχωρήσει στην κλιμάκωση των αντεργατικών πολιτικών με τις κυβερνήσεις ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, σε συνθήκες επέλασης του καπιταλισμού σε όλη την Ευρώπη (Μάαστριχτ) και στην επέκτασή του στο βαλκανικό «Ελντοράντο» των χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ. Την περίοδο εκείνη θα εμφανιστεί για άλλη μια φορά το στοιχείο της «πρόωρης γήρανσης» που αναφέρθηκε πριν: ενώ οι δυτικές καπιταλιστικές χώρες θα προχωρήσουν μέσα από «μονεταριστικά» μέτρα (κλειστός φιλελευθερισμός) και μετά μέσα από νεοφιλελεύθερα μέτρα δεύτερης γενιάς (προσανατολισμένα προς την καπιταλιστική διεθνοποίηση), στην Ελλάδα, λόγω της χρονικής υστέρησης, η αστική τάξη θα προχωρήσει κατευθείαν στα δεύτερα, μετά και την εμπειρία της κυβέρνησης Μητσοτάκη(που είχε ένα πρόγραμμα θατσερικού τύπου).

Η δεκαετία του 1990-2000 είναι η δεκαετία που επιστρέφουν σχετικά υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης που ξεπερνούν το 3,5%. Η παρατεταμένη λιτότητα δεν θα οδηγήσει σε ύφεση, λόγω της διεύρυνσης των δυνατοτήτων εξωτερικού δανεισμού εξαιτίας της απελευθέρωσης των κεφαλαίων, της υποχώρησης των επιτοκίων και της διαρθρωτικής βοήθειας της ΕΕ, που αυτήν τη δεκαετία ξεπερνάει και το σχέδιο Μάρσαλ. Όπως και με εκείνο το σχέδιο, η «βοήθεια» αυτή θα προσανατολιστεί προς εγχώριες επενδύσεις που έχουν σημασία τόσο για το ευρωπαϊκό όσο και για το ελληνικό κεφάλαιο. Αυτή τη φορά, η μορφήθα είναι κυρίως η χρηματοδότηση μεγάλων έργων, που θα διευκολύνουν τη διακίνηση κεφαλαίων και εμπορευμάτων και θα αποτελέσουν και τα ίδια πεδίο κερδοφορίας για τα ευρωπαϊκά και ελληνικά μονοπώλια (63) .

Η συγκρότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως ενιαίας αγοράς με ένα ενιαίο νόμισμα (ευρώ) και η συμμετοχή της Ελλάδας έθεσε το θεσμικό-οικονομικό πλαίσιο για τη διεύρυνση του χώρου κερδοφορίας του εθνικού-ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Φυσικά, ταξική προϋπόθεση του εγχειρήματος ήταν η πλήρης κυριαρχία του κεφαλαίου επί της εργασίας – εκφραζόμενη τις τελευταίες δεκαετίες ως ηγεμονία των νεοφιλελεύθερων πολιτικών (64).

Η ενιαία αγορά και το ενιαίο νόμισμα ενίσχυσαν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (και ιδίως εντός της Οικονομικής Νομισματικής Ένωσης) τις τάσεις συγκέντρωσηςκαι συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, οι οποίες έπονται των παραγωγικών αναδιαρθρώσεων που πολλαπλασιάζουν την ένταση της εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο. Ταυτόχρονα όμως η αναβαθμισμένη διεθνοποίησητων ευρωπαϊκών καπιταλισμών, υπό την ηγεμονία των μεγαλύτερων χωρών (καιιδιαίτερα της Γερμανίας), όξυνε, ήδη από τη δεκαετία του 1980, την ανισόμετρη ανάπτυξη, με αποτέλεσμα τα δομικά προβλήματα ανταγωνιστικότητας του ευρωπαϊκού νότου και της Ελλάδας ειδικότερα.

Τη δεκαετία του 2000 και μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης, ο ελληνικός καπιταλισμός γνώρισε, όπως και άλλες ευρωπαϊκές χώρες (Ισπανία, Ιρλανδία κ.ά.), πολύ υψηλούς ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ. Η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό αυτήν την περίοδο στην άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας, δηλαδή στην εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης: «Η αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ στα έτη 1995-2008 οφειλόταν κυρίως στις επενδύσεις και τη μεγάλη άνοδο της απασχόλησης και της παραγωγικότητας, και όχι στην κρατική κατανάλωση» (65). Τα υψηλά ποσοστά κέρδους δημιούργησαν ελκυστικές συνθήκες για τα καπιταλιστικά κεφάλαια με αποτέλεσμα την επέκταση των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών. Την ίδια περίοδο, η πτωτική τάση των επιτοκίων στην Ευρωζώνη (όπως και στη διεθνή αγορά) εκτόξευσαν τον ιδιωτικό και δημόσιο εγχώριο δανεισμό και ενίσχυσαν την εσωτερική ζήτηση.

Το ξέσπασμα της κρίσης του 2008 έδωσε τέλος σε αυτήν την περίοδο ευφορίας. Από τη μία πλευρά η κρίση υπερσυσσώρευσης και από την άλλη τα δομικά προβλήματα ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, τα διαρθρωτικά προβλήματα των «δίδυμων ελλειμμάτων» (δημόσιο έλλειμμα και εξωτερικό χρέος) (66), αποτέλεσμα της ανισόμετρης ανάπτυξης και της ένταξης στην ΕΕ, ήρθαν με εκρηκτικό τρόπο στην επιφάνεια.

Η κρίση, λόγω των συνθηκών που επικράτησαν στην Ευρώπη αλλά και παγκόσμια (παρέμβαση αστικών κρατών για να στηριχθούν τα ιδιωτικά κεφάλαια) γρήγορα μετατράπηκε σε δημοσιονομική κρίση, σε κρίση των οικονομικών του αστικού κράτους.Σε συνθήκες απαγόρευσης του εσωτερικού δανεισμού λόγω ΟΝΕ και απόστασης στην ανταγωνιστικότητα από τα άλλα ευρωπαϊκά κεφάλαια, τα ελλείμματα και το χρέος εκτινάχθηκαν στα ύψη.

Η ελληνική αστική τάξη απέρριψε, χωρίς καμία ταλάντευση, τη σύγκρουση με τους Ευρωπαίους συμμάχους, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα διακινδύνευε τη θέση της στο ιμπεριαλιστικό πλέγμα, αφού σε συνθήκες οικονομικής ύφεσης-κρίσης δεν υπάρχει άλλος δρόμος για τους αστούς από την αναβάθμιση της ένταξης στο πλαίσιο της καπιταλιστικής διεθνοποίησης.

Η κανιβαλική εσωτερική υποτίμηση, δηλαδή η συντριβή των εργατικών δικαιωμάτων έγινε μονόδρομος. Η ελληνική αστική τάξη επέλεξε έτσι τη φυγή προς τα εμπρός, μέσα από τους αναγκαίους συμβιβασμούς και παραχωρήσεις προς τους ισχυρότερους ιμπεριαλισμούς (και κυρίως τον γερμανικό), διαλύοντας ακόμα και τις κοινωνικές συμμαχίες με τα μικροαστικά στρώματα που είχε συγκροτήσει τις προηγούμενες δεκαετίες (γύρω από το «δημόσιο»). Προσανατολισμένη, όπως και τις δεκαετίες του ’30 και του ’40, προς τον «εσωτερικό εχθρό», δηλαδή την εργατική τάξη, αξιοποίησε την κρίση για να επιταχύνει όλες τις αντεργατικές τομές που είχε εξαγγείλει τα προηγούμενα χρόνια και να διαμορφώσει συνθήκες κερδοφορίας. Τα «μνημόνια» δεν ήταν τίποτα άλλο από τις συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις επιδιώξεις του αστικού πολιτικού κόσμου και των οργανικών του διανοούμενων με άλλο όνομα. Φυσικά, οι όροι στη λεία καθορίστηκαν και καθορίζονται από τον συσχετισμό δυνάμεων στο ιμπεριαλιστικό πλέγμα.

Όμως, παρά το γεγονός ότι η ελληνική αστική τάξη κατάφερε συντριπτικές νίκες απέναντι στο εργατικό κίνημα και προώθησε αντεργατικές τομές που και οι πιο ακραίοι νεοφιλελεύθεροι αναλυτές δεν έβλεπαν ούτε στα πιο τρελά όνειρά τους, δεν θα μπορέσει να λύσει τα δομικά προβλήματα του ελληνικού καπιταλισμού. Γιατί σε συνθήκες ύφεσης, ο μονόδρομος της ένταξης στο  ιμπεριαλιστικό πλέγμα έχει σαν αποτέλεσμα τη διαρκή ένταση της ανισόμετρης ανάπτυξης, που οδηγεί σε έναν λαβύρινθο χωρίς διέξοδο.

Το αποτέλεσμα θα είναι η διαρκής «λατινοαμερικανοποίηση» (67) της Ελλάδας και του ευρωπαϊκού νότου, δηλαδή μια καπιταλιστική ανάπτυξη που θα βασίζεται στην ισοπέδωση της αξίας της εργασιακής δύναμης και της καταστολής κάθε αντίστασης, σε μια σισύφεια προσπάθεια να αντιστραφούν ή να μετριαστούν οι δομικοί όροι καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Την ίδια στιγμή, η αστική τάξη αναζητά καλύτερες συνθήκες ανταγωνισμού για την εγχώρια καπιταλιστική συσσώρευση και την προστασία των δικών της συμφερόντων, αφού η κρίση και η απώλεια των όρων που είχαν συμβάλει στην ανάπτυξη της προηγούμενης περιόδου (Βαλκάνια, χρηματοπιστωτικός τομέας) σε συνθήκεςκρίσης περιορίζει το πεδίο δράσης και ανάπτυξης των ελληνικών κεφαλαίωνσε σχέση με τα ευρωπαϊκά.Είναι φανερό ότι αυτή η στρατηγική έχει σοβαρές συνέπειες για τον ίδιο τον ρόλο του αστικού κράτους. Για να εξασφαλιστούν οι όροι της εξουσίας της αστικής τάξης και της αναπαραγωγής του καπιταλιστικού συστήματος στην Ελλάδα σε αυτές τις συνθήκες, το αστικό κράτος αναβαθμίζει τον ρόλο της καταστολής, η οποία συμπληρώνεται από την άνοδο του φασισμού, ενώ το κοινοβουλευτικό σύστημα μετατρέπεται απροκάλυπτα σε πρόσοψη επικύρωσης διεθνών και εγχώριων συμφωνιών μέσα από την απόσπαση αριθμητικών πλειοψηφιών.

Ο ελληνικός ιμπεριαλισμός γίνεται πιο επιθετικός, τόσο μέσα όσο και έξω από τη χώρα, με την προσπάθειά του να αντιστρέψει τις συνέπειες της κρίσης μέσα και από την εμπλοκή του στους ανταγωνισμούς στην ανατολική μεσόγειο. Παρά την κρίση, παραμένει, μαζί με τον τουρκικό, ο πιο ισχυρός στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, χωρίς να αμφισβητείται η θέση του στη μεσαία βαθμίδα του ιμπεριαλιστικού συστήματος, λόγω και της ιστορικής ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στην Ελλάδα, της ένταξής του στην ΕΕ και γενικότερα στους διεθνείς ανταγωνισμούς και τη γεωστρατηγική του θέση. Έτσι η καπιταλιστική κρίση μπορεί να αποκαλύπτει τον αντιδραστικό του ρόλο, ταυτόχρονα όμως τον κάνει πολύ πιο επικίνδυνο για τα εργατικά συμφέροντα.

Δεν υπάρχει, κατά συνέπεια, δυνατότητα εναλλακτικής αστικής στρατηγικής στην Ελλάδα, σαν αυτή που προσπαθεί να αναστήσει η αριστερά. Οι κοινωνικο-οικονομικές προϋποθέσεις του αντιμνημονιακού κεϋνσιανισμού δεν υφίστανται. Η στρατηγική αυτή είναι προορισμένη να εκφυλιστεί σε ένα εγχείρημα ενσωμάτωσης των λαϊκών αντιδράσεων, κατοχύρωσης των μέχρι τώρα αντεργατικών τομών και ενδεχόμενο διαπραγματευτικό χαρτί στηνόξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Αυτός είναι και ο λόγος που η έξοδος από την ΕΕ με όρους ανατροπής της αστικής πολιτικής εξουσίας και των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής αποτελεί τη μόνη έξοδο στην κρίση από την πλευρά των εργαζομένων.

3. Κάτω από ξένες σημαίες

 

3.1

Μια εκτίμηση για την ιστορική πορεία της πάλης του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος ενάντια στον ιμπεριαλισμό

 

Από τις αρχές συγκρότησής του το κομμουνιστικό και το εργατικό επαναστατικό κίνημα έδωσε πολλές μάχες για την ταξική σύνδεση της εργατικής πάλης και της αυτοδιάθεσης των εθνών με την πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Όμως ήδη από την περίοδο πριν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο υπερτιμήθηκαν, σε ένα βαθμό αναπόφευκτα (λόγω συνθηκών παγκοσμίου πολέμου και γιγαντιαίων ανακατατάξεων στην επέκταση της διεθνούς ιμπεριαλιστικής καταπίεσης των εθνών και των λαών), τα «εξωτερικά», τα διεθνή χαρακτηριστικά του ιμπεριαλισμού.

Αντίστοιχα, υποτιμήθηκε ο «εσωτερικός», ο ταξικός πυρήνας του, σαν ανώτερο στάδιο του καπιταλισμού που συνδυάζει το πιο ανεβασμένο επίπεδο απόσπασης υπεραξίας από τη δική του εργατική τάξη, με την επέκταση της τυπικής και ουσιαστικής εκμετάλλευσης στους εργαζόμενους όλων των εθνών. Στα πλαίσια αυτά ευδοκίμησαν, ήδη από τον μεσοπόλεμο, αντιλήψεις και πρακτικές που υπότασσαν την πάλη της εργατικής τάξης για την ανατροπή της αστικής κυριαρχίας στην πάλη για τον περιορισμό της μονοπωλιακής ασυδοσίας (π.χ. ισπανική επανάσταση-λαϊκά μέτωπα, χαρακτηρισμός του φασισμού σαν το σύστημα των πιο «αντιδραστικών» μονοπωλίων και όχι σαν καπιταλιστική μορφή διακυβέρνησης απέναντι στον κίνδυνο της εργατικής επανάστασης).

Μετά τη ναζιστική επίθεση στην ΕΣΣΔ, στη βάση της συμμαχίας της ΕΣΣΔ με τα καπιταλιστικά κράτη (ΗΠΑ και Μ. Βρετανία) ενάντια στον  Άξονα, υποχώρησε ολοκληρωτικά η γραμμή αντιμετώπισης του πολέμου ως ιμπεριαλιστικού από τη μεριά των καπιταλιστικών κρατών, ανεξάρτητα αν ήταν επιτιθέμενα ή αποδέκτες της επίθεσης. Εκτιμήθηκε ότι άλλαξε ο χαρακτήρας του πολέμου, έγινε αντιφασιστικός και κυριάρχησε η γραμμή συμμαχίας των ΚΚ με αστικές αντικατοχικές δυνάμεις σε εθνικοαπελευθερωτικά, αντιφασιστικά μέτωπα. Η γραμμή του αντιφασιστικού δημοκρατικού μετώπου συγκροτήθηκε σαν ευρύτερη συμμαχία με τις δημοκρατικές δυνάμεις της αστικής τάξης.

Στο διεθνές πεδίο προωθήθηκε τελικά η συμμαχία των δημοκρατικών εθνών με τη Σοβιετική Ένωση ενάντια στον άξονα, όχι σαν συμμαχία έκτακτης ανάγκης για την επιβίωση της Σοβιετικής Ένωσης (όπως στο Μπρεστ- Λιτόφσκ) αλλά σαν ο ακρογωνιαίος λίθος της πολιτικής στρατηγικής του παγκόσμιου εργατικού κινήματος, που οδήγησε ως τη διάλυση της Διεθνούς και την πλήρη παραίτηση από τον στόχο για τη μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε επαναστατικό πόλεμο.

Έτσι, το κομμουνιστικό κίνημα είτε ταύτιζε τον χαρακτήρα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα στις χώρες του ιμπεριαλιστικού πλέγματος (Γαλλία, Ιταλία και Ελλάδα) με τον εθνικοδημοκρατικό αγώνα στις χώρες της περιφέρειας είτε (στην τροτσκιστική εκδοχή) πρόβαλλε μόνο τα ζητήματα της κοινωνικής επανάστασης στις χώρες του ιμπεριαλιστικού πλέγματος, έξω από τις συγκεκριμένες συνθήκες των οξύτατων εθνικών και δημοκρατικών προβλημάτων που είχαν διαμορφωθεί. Όμως το υπαρκτό εθνικοδημοκρατικό ζήτημα στις χώρες του ιμπεριαλιστικού πλέγματος αποτελούσε προέκταση και μορφή του συνεχιζόμενου ιμπεριαλιστικού πολέμου του κεφαλαίου, όλων των πλευρών, σε βάρος των εργαζομένων.

Το αποτέλεσμα ήταν οι κομμουνιστές, που πρωτοστάτησαν στην αντικατοχική πάλη συσπειρώνοντας γύρω τους ευρύτερες εργατικές και λαϊκές μάζες, να μην μπορέσουν τελικά να αξιοποιήσουν τις συνθήκες επαναστατικής κατάστασης που διαμορφώθηκαν σε ορισμένα καπιταλιστικά κράτη της Δυτικής Ευρώπης και να οδηγήσουν την πάλη στην κατεύθυνση ανατροπής της αστικής εξουσίας (68) .

Στο εσωτερικό των εθνικών καπιταλιστικών κρατών, το μονοπώλιο και το κρατικό μονοπώλιο συχνά δεν αντιμετωπίστηκε από το εργατικό κίνημα σαν η κορυφή της πυραμίδας του κεφαλαίου, σαν το εποικοδόμημα στα πλαίσια της συνολικής ανάπτυξης του κεφαλαίου και των νέων τρόπων απόσπασης υπεραξίας αλλά σαν ένας, απόλυτα σχεδόν, αυτονομημένος έως και αποκλειστικός φορέας της νέας επιθετικότητας του κεφαλαίου, σαν ο ουσιαστικός ποιοτικός παράγοντας της έντασης της καταπίεσης, της αντιδημοκρατικής επίθεσης και του πολεμικού τυχοδιωκτισμού σε βάρος της κοινωνικής πλειονότητας.

Αντίστοιχα, οι μεταπολεμικές συμμαχίες του εργατικού κινήματος των καπιταλιστικών χωρών με τα εργατικά αντιιμπεριαλιστικά και λαϊκά κινήματα του λεγόμενου τρίτου κόσμου δεν αντιμετωπίσθηκαν σαν ταξικές συμμαχίες με στόχο την ανατροπή του καπιταλισμού, αλλά σαν συμμαχίες μεταξύ εθνών και κρατών (κύρια ανάμεσα στη Σοβιετική Ένωση και τα αναπτυσσόμενα έθνη) ή σαν συμμαχίες του εργατικού κινήματος με τις αστικές τάξεις των μεσαίων ή των υποανάπτυκτων καπιταλιστικών χωρών.

Αυτό το γεγονός υπότασσε την κοινωνική επανάσταση στην πάλη για τη δημοκρατία και την εθνική ανεξαρτησία και το εργατικό κίνημα συνολικά στην πάλη για τον εκδημοκρατισμό του εθνικού και διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος.Στη μεταπολεμική περίοδο, το ζήτημα του πολέμου και της ειρήνης αντιμετωπίσθηκε κυρίως σαν πάλη ανάμεσα στις φιλειρηνικές δυνάμεις του σοσιαλισμού, της δημοκρατίας και της «σύνεσης» ενάντια στο ΝΑΤΟ και τους εκφραστές των πιο πολεμοχαρών μονοπωλίων του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος.

Στις εξωτερικές σχέσεις και στις σχέσεις της ειρήνης και του πολέμου ανάμεσα στα έθνη, ο ρόλος των μονοπωλίων και των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων δεν αντιμετωπίστηκε σαν ο ηγετικός κρίκος στην πυραμίδα της εξάπλωσης και της ανάπτυξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Έτσι, ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων και ταυτόχρονα η επιθετικότητά τους απέναντι στους λαούς και τα καταπιεζόμενα έθνη προέκυπταν όχι σαν η ανώτερη μορφή εκδήλωσης της κοινωνικής βαρβαρότητας και των αντιθέσεων του κεφαλαίου συνολικά, αλλά σαν ο αποκλειστικός σχεδόν φορέας κάθε κακού επί της γης.

Η ουσιαστικά ηθικολογική ανάλυση για τον δαιμονικό ρόλο των «μεγάλων» και των «ξένων» δυνάμεων αντικατέστησε την υλιστική ανάλυση για τον αντιδραστικό χαρακτήρα του καπιταλισμού και την ανάγκη ανατροπής του από τις εργατικές επαναστάσεις.Σαν αποτέλεσμα όλων αυτών δεν σφυρηλατήθηκε ούτε ένα «εθνικό» μέτωπο των εργαζομένων και των καταπιεσμένων για την ανατροπή της αστικής κυριαρχίας ούτε και ένα διεθνές μέτωπο των εργαζομένων των μεγάλων και μεσαίων καπιταλιστικών χωρών με το εργατικό κίνημα και τις αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις των υπανάπτυκτων και αναπτυσσόμενων καπιταλιστικών χωρών.

Στην Ελλάδα τα παραπάνω εκφράστηκαν μέσα από τις συνθήκες ανάπτυξης του κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα και τις συνθήκες του ελληνικού καπιταλισμού. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα (ΣΕΚΕ), που μετονομάστηκε αργότερα σε Κομμουνιστικό, βρέθηκε, στην ίδια την εποχή της δημιουργίας του, μπροστά στους ανταγωνισμούς του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και την ιμπεριαλιστική εκστρατεία στη Μέση Ανατολή. Παρά το γεγονός ότι είχε να αντιμετωπίσει πρωτόγνωρη καταστολή και οι δυνάμεις του ήταν αναλογικά μικρές, αντιτάχθηκε ξεκάθαρα στον πόλεμο τον οποίο χαρακτήρισε ιμπεριαλιστικό (69).

Οι εξελίξεις όμως στην Κομμουνιστική Διεθνή αλλά και μέσα στην ίδια την Ελλάδα οδήγησαν σε μια περίοδο όπου με αντιφατικό τρόπο συνυπήρχαν οι λενινιστικές θέσεις για τον ιμπεριαλισμό με θέσεις περί καθυστέρησης του ελληνικού καπιταλισμού. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 το ΚΚΕ υιοθετεί τη θέση της «καθυστερημένης» Ελλάδας, η οποία αποδίδεται στον υποδεέστερο ρόλο του βιομηχανικού κεφαλαίου (70). Από τότε θα αρχίσουν να κυριαρχούν παρόμοιοι όροι για τα χαρακτηριστικά του ελληνικού καπιταλισμού (χώρα αγροτική, ημιαποικιακή κλπ.) που θα συνυπάρχουν όμως με τοποθετήσεις για τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του ελληνικού αστικού κράτους. Ουσιαστικά, από τα μέσα της δεκαετίας του ’30 και μετά, κυριαρχεί η αντίληψη της «αστικοτσιφλικάδικης» Ελλάδας, η οποία περιγράφεται ως χώρα με φεουδαρχικά υπολείμματα. Σαν βασικό επιχείρημα για αυτά τα χαρακτηριστικά προβάλλεται το εξωτερικό χρέος της χώρας (6η ολομέλεια-1934) (71).

Ωστόσο, ακόμα και αυτήν την περίοδο η πολιτική του κομμουνιστικού κινήματος δεν θα φτάσει τα μεταπολεμικά σχήματα της κατάργησης των ταξικών αντιθέσεων στο όνομα της «εθνικής» ενότητας. Ο λόγος είναι ότι όλα τα ρεύματα του κομμουνιστικού κινήματος που αντιπαρατέθηκαν πριν από τον πόλεμο είχαν την καταγωγή τους στο επαναστατικό ρήγμα των εργατικών επαναστάσεων των προηγούμενων δεκαετιών. Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα για τα κομμουνιστικά ρεύματα στη Ρωσία που είχαν αναφορά στον μπολσεβικισμό και την οκτωβριανή επανάσταση. Όσο και αν είναι αλήθεια ότι οι επιλογές αυτής της περιόδου άνοιξαν τον δρόμο σε ό,τι ακολούθησε (η «αποσταλινοποίηση» καλλιεργήθηκε στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κινήματος) δεν θα πρέπει να ταυτίζονται με τις μετέπειτα αστικορεφορμιστικές απόψεις που κυριάρχησαν μεταπολεμικά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι τοποθετήσεις, μέσα από τα τρία γράμματα, του Γραμματέα του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη που θα πρωτοστατήσει, ως γραμματέας του κόμματος, στην υπεράσπιση αυτών των θέσεων της 6ης ολομέλειας. Στο πρώτο του γράμμα που θα καλέσει τους Έλληνες κομμουνιστές να συμμετέχουν στον πόλεμο που διευθύνει η κυβέρνηση Μεταξά (με έπαθλο όμως μια «καινούργια Ελλάδα της δουλιάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική εξάρτηση και από κάθε εκμετάλλευση, μ’ ένα πραγματικά παλλαϊκό πολιτισμό»). Αργότερα θα χαρακτηρίσει την ελληνική εισβολή στην Αλβανία στη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου ιμπεριαλιστική και θα καλέσει στην ανατροπή του Μεταξά, σαν το πρώτο και βασικό καθήκον του εργατικού κινήματος και στον διεθνιστικό, κοινό αγώνα των Ελλήνων και Ιταλών φαντάρων που «δεν είναι εχθροί, μα αδέρφια και η συναδέλφωσή τους στο μέτωπο θα σταματήσει τον πόλεμο που κάνουν οι εκμεταλλευτές κεφαλαιοκράτες τους». Ο Ζαχαριάδης κατήγγειλε την «Προσωρινή Διοίκηση» που αρνήθηκε να δημοσιεύσει αυτές τις θέσεις του:

Όλες τις απόψεις μου αυτές τις ανέπτυξα σ’ ένα ανοιχτό γράμμα κι ένα σχέδιο απόφασης που στις 22-11-1940 έστειλα στην «Προσωρινή Διοίκηση». Αυτή αρνήθηκε να δεχτεί και να δημοσιεύσει αναπτύσσοντας μια καθαρή σοσιαλπατριωτική επιχειρηματολογία που έχει αυτή τη βάση: Ο πόλεμος της Ελλάδας εναντίον της Ιταλίας στην Αλβανία είναι παρόμοιος με τον πόλεμο της ΕΣΣΔ – Φιλανδίας και ότι ο Μεταξάς είναι ο πρωτεργάτης στον παγκόσμιο αντιφασιστικό αγώνα. Η «Προσωρινή Διοίκηση» θέλει να υποδουλώσει ολοκληρωτικά το ΚΚΕ στη μοναρχοφασιστική διχτατορία αντί να οργανώσει την ανατροπή της (72).

Στην κατοχή το ΚΚΕ θα πρωτοστατήσει στην οργάνωση του αγώνα ενάντια στους κατακτητές, ενώ οι τροτσκιστές δεν θα διευρύνουν την περιορισμένη κοινωνική τους απέυθυνση, λόγω και της πολιτικής γραμμής η οποία αντί να συνδέει τον ταξικό με τον εθνικό απελευθερωτικό χαρακτήρα του αντικατοχικού αγώνα, υποβάθμιζε (η και καταργούσε) το εθνικό ζήτημα στο όνομα της επανάστασης. Όμως η στρατηγική που είχε κυριαρχήσει στο κομμουνιστικό κίνημα και πρόβαλε τη συνεργασία με αντιφασιστικές δυνάμεις σε έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο θα περάσει και στο ΕΑΜ (με την μορφή του αντιφατικού σχήματος της «Λαοκρατίας») και οδήγησε τελικά σε συγχύσεις και στο επαναστατικό κίνημα στην Ελλάδα, π.χ. για τον ρόλο της Αγγλίας και των αστικών δυνάμεων που αντιτίθονταν στη γερμανική κατοχή.

Αυτή η πολιτική γραμμή (και όχι απλά οι ηγεσίες) οδήγησε στην ένταξη του ΕΛΑΣ στο Στρατηγείο των Συμμαχικών δυνάμεων της Μ. Ανατολής (1943), στις απαράδεκτες συμφωνίες της Καζέρτας και του Λιβάνου (1944) και αργότερα της Βάρκιζας (1945). Το τέλος του πολέμου συσπείρωσε αμέσως όλα τα τμήματα της αστικής τάξης ενάντια στο ΕΑΜ (ενώ το 7ο συνέδριο του ΚΚΕ το 1945 επανέλαβε –με επιμέρους διαφορές– τη γραμμή της 6ης ολομέλειας) και οι αστικές δυνάμεις που είχαν συμμαχήσει με τους κομμουνιστές οδηγήθηκαν σε παλινωδίες και αντιφάσεις. Ο «εθνικός» χαρακτήρας του Μετώπου κατέρρευσε χωρίς να γίνει δυνατή η άμεση μετεξέλιξή του σε εργατικό-επαναστατικό μέτωπο, με αποτέλεσμα τη συντριβή που ακολούθησε. Η αυταπάτη μιας αστικής ή μισοαστικής επανάστασης σε μια ιμπεριαλιστική χώρα (που θα «εξελισσόταν» σε σοσιαλιστική) αποδείχθηκε την κρίσιμη στιγμή, στο τέλος του πολέμου.

Η ελληνική αστική τάξη, συνεχίζοντας με συνέπεια τη γραμμή που ακολούθησε από τη δεκαετία του ’30, δεν συνδέθηκε με αστικοδημοκρατικά εθνικοαπελευθερωτικά καθήκοντα (τα οποία είχαν ολοκλήρωθεί). Πιά το κριτήριό της ήταν πάντα η διάσωση του αστικού καθεστώτος, ο φόβος της προλεταριακής επανάστασης. Έτσι, τις παραμονές του πολέμου (1936) κήρυξε στρατιωτική δικτατορία. Στον πόλεμο επέλεξε τη συνθηκολόγηση για να σώσει το καπιταλιστικό καθεστώς ή τη φυγή μέχρι να διαμορφωθούν οι όροι για να ανακτήσει τη διαχείριση της εξουσίας.

Για αυτό και στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες κατεχόμενες χώρες της Ευρώπης, το αστικό καθεστώς μοιράστηκε ανάμεσα στη συνεργασία με τον εχθρό, τον καιροσκοπισμό και στη συμβολική συνέχιση του πολέμου στο πλευρό του σύμμαχου ιμπεριαλιστικού μπλοκ, περιορίζοντας την αντίσταση σε στρατιωτικούς στόχους χωρίς ουσιαστικό μαζικό εθνικοαπελευθερωτικό κοινωνικό περιεχόμενο.

Μόνο έτσι μπορούμε να εξηγήσουμε την αντιδραστική στάση της αστικής τάξης στην προετοιμασία και διεξαγωγή του πολέμου και την ταξική της αντίδραση μετά την απελευθέρωση και τον σαφή προσανατολισμό της στον εμφύλιο, σε συνεργασία με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στην περιοχή και ιδιαίτερα τους Αμερικανούς.

Μετά τον πόλεμο, η ολοκληρωτική επαναφορά στο κομμουνιστικό κίνημα της μεθόδου της Β΄ Διεθνούς (ορθοδοξία στους σκοπούς/ υποταγή στη «δική μας» αστική τάξη στην πράξη) που τελικά κυριάρχησε και με προκάλυμμα την «αποσταλινοποίηση» του ’56, επηρέασε όλα τα Κομμουνιστικά Κόμματα στην Ευρώπη και φυσικά και το ελληνικό. Τα αποτελέσματα του «ειρηνικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό» έγιναν φανερά στο 8ο συνέδριο του ΚΚΕ το 1961, το οποίο ανέδειξε ως κυρίαρχη την αντίθεση ανάμεσα στην εθνική αστική τάξη, την εργατική τάξη, την αγροτιά, τα μεσαία στρώματα και τον «ιμπεριαλισμό και την ντόπια πλουτοκρατική ολιγαρχία» (73).

Αυτή η θεωρητική κατασκευή, που καθόρισε και τη στρατηγική και πολιτική γραμμή του κομμουνιστικού κινήματος μέχρι το 1974, δηλαδή σε μια πολύ κρίσιμη περίοδο για την ελληνική ιστορία (μετεμφυλιακή τρομοκρατία, καπιταλιστική ανάπτυξη, επανεμφάνιση του εργατικού κινήματος, κρίση στο αστικό πολιτικό σύστημα, δικτατορία), νομιμοποιούσε θεωρητικά τη γραμμή της αστικής ρεφορμιστικής αντιπολίτευσης που υλοποιήθηκε με όχημα την ΕΔΑ. Δεν είναι τυχαίο ότι οι δυνάμεις που πρωτοστάτησαν στην υπεράσπισή της ακολούθησαν, λίγο αργότερα, τον δρόμο του ευρωκομμουνισμού, δηλαδή του αστικού μεταρρυθμισμού (ΚΚΕ εσωτερικού).

Όμως ακόμα και μετά το 1974, η βασική επιχειρηματολογία της 6ης ολομέλειας (εξαρτημένη/υπανάπτυκτη Ελλάδα, αστικοδημοκρατικό μέτωπο, που παίρνει διάφορα ονόματα, και επανάσταση είτε σαν ξεχωριστό στάδιο είτε σε ενότητα με το αστικοδημοκρατικό μέτωπο) θα κυριαρχήσει στα βασικά της σημεία στο κομμουνιστικό κίνημα. Βέβαια και εδώ θα υπάρξουν σημαντικές διαφοροποιήσεις, ποικίλες ερμηνείες και αντιπαραθέσεις. Όμως το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα διεξάγονται θα είναι λίγο-πολύ το ίδιο. Αντίστοιχη μορφή θα πάρει και η συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό, τον ρόλο της Ελλάδας αλλά και την τακτική των μετώπων που προτείνονται

Τελικά οι μεταπολιτευτικές συνθήκες στην Ελλάδα και η στάση της αριστεράς δεν θα αποτρέψουν την απόσπαση του ιμπεριαλισμού από την οικονομία και τον περιορισμό του αντιιμπεριαλισμού στον «αντιαμερικανισμό». Η συγκρότηση ενός αριστερού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος (ΠΑΣΟΚ) το οποίο με δημαγωγικό τρόπο θα ενσωματώσει όλη τη φρασεολογία περί «εξάρτησης», «υπανάπτυξης» και «εθνικής ανεξαρτησίας-λαϊκής κυριαρχίας» (ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν ένας θεωρητικός αυτών των ρευμάτων) θα οδηγήσει τελικά στη λεηλασία και ενσωμάτωση του ριζοσπαστισμού της μεταπολίτευσης.

Ούτε το ΚΚΕ, το οποίο θα ακολουθήσει τη γραμμή της «πραγματικής αλλαγής», ούτε οι κομμουνιστικές οργανώσεις της (σχετικά μαζικής μεταπολιτευτικά) εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, που χρησιμοποιούσαν –προφανώς με διαφορετικό τρόπο– την έννοια της «εξάρτησης» (Μ-Λ χώρος) θα καταφέρουν να αντιστρέψουν αυτήν την ενσωμάτωση από το κυρίαρχο σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα.

Στην Ελλάδα, από τη δεκαετία του ’80, αναπτύχθηκε μια κριτική στα ρεύματα της εξάρτησης και της υπανάπτυξης μέσα από το περιοδικό Θέσεις. Αυτή η κριτική, ενώ έστρεψε το ενδιαφέρον στην κλασική μαρξιστική συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό, στην πραγματικότητα δεν είχε στόχο τα ρεύματα αυτά αλλά την ίδια τη λενινιστική θεωρία. Γιατί μέσα από την απόρριψη των θεωριών της εξάρτησης, η προσέγγιση των Θέσεων κατέληγε και σε απόρριψη όλης της κλασικής μαρξιστικής συζήτησης για τον ιμπεριαλισμό και των θέσεων του Λένιν.

O ιμπεριαλισμός, σύμφωνα με αυτήν την προσέγγιση, αποτελεί γενικά –και όχι σε μια ερμηνεία του– ένα λανθασμένο θεωρητικό σχήμα το οποίο απομακρύνεται από τις θεωρίες του Μαρξ. Άρα ο καπιταλισμός, για αυτήν την αντίληψη, δεν μπορεί να περιοδολογηθεί. Έτσι η εξέλιξη του καπιταλισμού καταλήγει να είναι απλά η ποσοτική μεγέθυνση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στη διάρκεια της ιστορίας. Η προσέγγιση του Λένιν απορρίπτεται ουσιαστικά και αυτή μέσα από μια εκλεπτυσμένη ανάδειξη των «αντιφάσεων» και ταυτίζεται με τις υπόλοιπες μαρξιστικές προσεγγίσεις της κλασικής συζήτησης που και αυτές απορρίπτονται συλλήβδην ως «υποκαταναλωτικές». Έτσι, η αποκοπή του έργου του Μαρξ από όλη τη μαρξιστική συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό που ακολούθησε, και ιδιαίτερα από τα επαναστατικά μαρξιστικά ρεύματα, θα οδηγήσει τελικά στην ενσωμάτωση σημαντικού μέρους της ανάλυσης των Θέσεων στα think tank της ενσωματωμένης στον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό εγχώριας σοσιαλδημοκρατίας.

Μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, το κομμουνιστικό κίνημα θα δώσει και στην Ελλάδα μάχη επιβίωσης, σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Σε γενικές γραμμές, τα πολιτικά ρεύματα της αριστεράς δεν θα αποπειραθούν να συζητήσουν για το ζήτημα του ιμπεριαλισμού με διαφορετικό τρόπο από ό,τι πριν το ’90, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Αντίθετα, η επανεμφάνιση των ιμπεριαλιστικών πολέμων στα Βαλκάνια (πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία) θα τροφοδοτήσει ξανά αυταπάτες για τα «προοδευτικά» στοιχεία του ελληνικού αστικού εθνικισμού και τον «αντιμπεριαλισμό» ως καταγγελία των «ξένων». Την περίοδο αυτή, μέσα από τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία και την υπόθεση Οτσαλάν, θα εμφανιστούν και εθνικιστικές κινήσεις όπως το Δίκτυο 21, που αργότερα (όπως φαίνεται και σήμερα) θα γίνουν κρίσιμες εφεδρείες για την αστική πολιτική.

Μετά το 1990, η πρώτη προσπάθεια μαρξιστικής κριτικής του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού με βάση και την κλασική μαρξιστική συζήτηση και την παρέμβαση του Λένιν θα είναι η προσπάθεια δυνάμεων του ΝΑΡ στα τέλη της  δεκαετίας του 1990, όταν θα γίνει προσπάθεια να ανοίξει συνολικά η συζήτηση για τα ζητήματα της περιοδολόγησης, της μαρξιστικής θεωρίας, των σταδίων του καπιταλισμού. Η συζήτηση αυτή δεν θα ολοκληρωθεί λόγω δομικών αντιφάσεων του χώρου αυτού αλλά και του γενικότερου κλίματος τότε στην κοινωνία και την αριστερά. Τελικά, μέσα στην κρίση, αυτές οι προσεγγίσεις θα εγκαταλειφθούν τελείως, όταν ο χώρος αυτός θα μεταλλαχθεί σε «αριστερό πεζοδρόμιο» της σοσιαλδημοκρατίας.

Η δεύτερη προσπάθεια θα γίνει, με διαφορετικό τρόπο, με τις θέσεις που θα διατυπώσει το ΚΚΕ μέσα στην καπιταλιστική κρίση και που αποτελούν και τη βάση για το 19ο συνέδριο του. Πρόκειται για θέσεις που επιχειρούν μια επιστροφή στην προσέγγιση του Λένιν και της πρώτης περιόδου της Τρίτης Διεθνούς, προσπαθώντας να πιάσουν το νήμα από τα τελευταία επαναστατικά μαρξιστικά ρεύματα που εμφανίστηκαν με μαζικό τρόπο στην Ευρώπη. Το γεγονός αυτό, ιδιαίτερα σήμερα, έχει μεγάλη σημασία γιατί συνδέεται και με εκτιμήσεις για τον ελληνικό καπιταλισμό και την ιστορική πορεία του κομμουνιστικού κινήματος. Αποτελούν έτσι σημαντική παρακαταθήκη, ανεξάρτητα από διαφωνίες ή διαφορετικές προσεγγίσεις με το ΚΚΕ.

Οι θέσεις αυτές δέχθηκαν και δέχονται επιθέσεις από το σύνολο σχεδόν της αριστεράς για έλλειψη τακτικής, αριστερισμό και πολλά άλλα, στο όνομα μάλιστα του Λένιν, του Μαρξ και των άλλων κλασικών. Στην πραγματικότητα, μεγάλο μέρος αυτής της κριτικής αποτελείται από συγκαλυμμένες προτάσεις ενσωμάτωσης του ΚΚΕ και συνολικά του κομμουνιστικού κινήματος σε σοσιαλδημοκρατικά μέτωπα και όχι από προτάσεις πραγματικής δράσης στο εργατικό κίνημα ή συμβολής σε ένα επαναστατικό ταξικό ρεύμα.

Ιδιαίτερα η συζήτηση για την έλλειψη τακτικής ήταν σε μεγάλο βαθμό μια προσπάθεια όχι εντοπισμού της αναγκαίας επαναστατικής τακτικής, αλλά διάσπασης της στρατηγικής από την τακτική και συκοφάντησης της ανάγκης υπέρβασης του καπιταλισμού ως «δευτέρα παρουσία». Δεν είναι τυχαίο ότι κανείς από όσους πρόβαλαν την έλλειψη τακτικής δεν πρότεινε σαν τακτική π.χ. την έξοδο από την ΕΕ ή τη δημιουργία ανεξάρτητων από τη αστική πολιτική οργάνων στο εργατικό κίνημα που θα βασίζονταν στα συνδικάτα.

Αντίθετα, συνήθως αυτές οι προτάσεις συνοδεύονταν από εκκλήσεις για «ενότητα» και «κοινή δράση» βασικά γύρω από προεκλογικές εκστρατείες και παναριστερά ψηφοδέλτια. Οι σημερινές συνθήκες θέτουν σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι το κομμουνιστικό κίνημα: ή διάχυση στο όνομα της ευκαιριακής παρέμβασης και του εισοδισμού στη σοσιαλδημοκρατία και κοινοβουλευτική διαχείριση ή βάθεμα της πολιτικής του πρότασης με την πρωτοβουλία για κοινωνικό μέτωπο που θα θέσει στην πράξη το ζήτημα της εργατικής εξουσίας, της κοινωνικής επανάστασης.

Όσοι αρνούνται σήμερα να συνυπογράψουν τη νέα «αλλαγή» καλούνται να παλέψουν για τη δημιουργία όχι απλά ενός αριστερού αναχώματος, αλλά για ένα κοινωνικό ρεύμα στο εργατικό κίνημα και την επαναστατική θεωρία που θα κάνει αποφασιστικά βήματα στο να τεθεί στην ταξική πάλη το ζήτημα της εξόδου από την ΕΕ και η κατάκτηση μιας άλλης εξουσίας. Οι δυνάμεις του κομμουνιστικού κινήματος που αρνήθηκαν τις καρέκλες των αριστερών κυβερνήσεων και δεν έγιναν εξωκοινοβουλευτικοί μαϊντανοί των σοσιαλδημοκρατικών προεκλογικών εκστρατειών, βρίσκονται, αντικειμενικά, στην πρώτη γραμμή αυτής της προσπάθειας.

3.2 Η επικαιρότητα της μαρξιστικής κριτικής και της πάλης ενάντια στον ιμπεριαλισμό

 

Σήμερα, στην καρδιά της μεγαλύτερης καπιταλιστικής κρίσης τα τελευταία 80 χρόνια, η οποία συμβαίνει όχι σε κάποια μακρινή «περιφέρεια» αλλά στο κέντρο του καπιταλιστικού κόσμου (αρκεί να δει κανείς την ύφεση στις ΗΠΑ), η μαρξιστική κριτική του ιμπεριαλισμού είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Όχι απλά σαν μια θεωρητική συζήτηση, αλλά σαν κριτήριο και οδηγός για την πολιτική πρακτική του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο στην Ελλάδα των μνημονίων και της εξαθλίωσης, όπου το εργατικό κίνημα δέχεται ολομέτωπη επίθεση ακόμα και στα στοιχειώδη δικαιώματα στη δουλειά και τη ζωή. Και είναι κριτήριο και οδηγός γιατί:

 

– Δείχνει ότι ο ιμπεριαλισμός, ως σύστημα εκμετάλλευσης και ιστορικό στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού, που αφορά δομικά χαρακτηριστικά του συστήματος, δεν μπορεί να διαχωριστεί από το ζήτημα της εργατικής εξουσίας. Δεν υπάρχει αντιιμπεριαλισμός χωρίς σοσιαλιστική επανάσταση, χωρίς προσπάθεια για μια διαφορετική οργάνωση της παραγωγής και της κοινωνίας προς όφελος των εργαζομένων. Η εναλλακτική έξοδος από την εργατική εξουσία στις κρίσεις του ιμπεριαλισμού είναι η βία, η εκμετάλλευση, οι πολεμικές σφαγές. Δηλαδή η μαζική καταστροφή της κορυφαίας παραγωγικής δύναμης, του εργαζόμενου ανθρώπου. Άρα και η οποιαδήποτε τακτική δεν έχει νόημα αν δεν προσπαθεί να συνδεθεί, στη θεωρία και την πράξη, με αυτήν τη στρατηγική. Το ερώτημα δηλαδή δεν είναι η επιλογή ανάμεσα σε μια επαναστατική στρατηγική και σε μια ρεαλιστική τακτική. Ούτε, σε συνθήκες μη επαναστατικές όπως σήμερα, η κούφια επαναστατική ρητορική ή οι τυχοδιωκτισμοί.

Το ζητούμενο είναι η πολιτική πρακτική και η αναγκαία επανεξόρμηση των κομμουνιστικών ιδεών που, μέσα και από την ολόπλευρη προσπάθεια αντίστασης και ανάσχεσης των σημερινών αντεργατικών πολιτικών, θα συμβάλουν έμπρακτα στη δημιουργία των όρων και των προϋποθέσεων για να τεθεί ξανά σε πανκοινωνική κλίμακα το ζήτημα της εργατικής εξουσίας. Και αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη συζήτηση και δράση για το εργατικό κίνημα που έχει ανάγκη η εποχή μας, χωρίς τη δημιουργία ενός μαρξιστικού ρεύματος μέσα στις γραμμές της εργατικής τάξης, χωρίς την ολόπλευρη κριτική της αστικής ιδεολογίας, χωρίς την ενίσχυση των κομμουνιστικών δυνάμεων που παλεύουν, έστω από διαφορετικές αφετηρίες, σε μια τέτοια κατεύθυνση.

Και κυρίως δεν μπορεί να γίνει χωρίς την απάντηση του εργατικού κινήματος στην αντιδραστική σύνδεση διεθνικού-εθνικού που πραγματοποιεί σήμερα ο ιμπεριαλισμός. Δηλαδή χωρίς την προσπάθεια για τη δημιουργία μιας νέας Κομμουνιστικής Διεθνούς, που θα παλέψει για την εργατική εξουσία και σε διεθνές επίπεδο με βάση τη λενινιστική θέση ότι, εξαιτίας της ανισόμετρης ανάπτυξης, το πέρασμα σε έναν άλλο τρόπο παραγωγής υπέρ των εργαζομένων θα ξεκινήσει πρώτα σε μια χώρα ή χώρες και δεν μπορεί να γίνει «ταυτόχρονα».

Το πέρασμα αυτό δεν έχει ανάγκη από αυταπάτες για τον ψεύτικο διεθνισμό του κεφαλαίου (και της ΕΕ) σαν δήθεν πεδίο ταξικής πάλης. Ούτε φυσικά πρέπει το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα να υποτιμά τη σημασία της υπεράσπισης του δικαιώματος της εθνικής αυτοδιάθεσης των λαών που αγωνίζονται για την ανεξαρτησία τους, όπως στην Παλαιστίνη. Αντίθετα, όπου υπάρχουν τέτοια ζητήματα θα πρέπει να αναδεικνύονται από τους κομμουνιστές, όπως άλλωστε έκανε και ο Λένιν στην εποχή του.

Σε μια περίοδο που η αριστερά στην Ελλάδα μάταια ψάχνει τη σωτηρία των αστικών κυβερνήσεων, τα απατηλά σχέδια Β και τις ανύπαρκτες «καμπές» προς τον σοσιαλισμό, μαζί με τα αντίστοιχα «μέτωπα», κάποια στιγμή θα πρέπει να ειπωθεί καθαρά ότι ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και την εργατική εξουσία δεν υπάρχει ούτε τρίτος δρόμος, ούτε μεταβατικό στάδιο (ή όπως αλλιώς το πει κανείς). Εξάλλου, η ίδια η ιστορία του ιμπεριαλισμού, στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο, είναι ένα μεγάλο νεκροταφείο τέτοιων δρόμων και σταδίων. Άρα οποιοδήποτε πολιτικό πρόγραμμα, μέτωπο, συμμαχία κλπ. δεν τοποθετείται πάνω σε αυτό το ζήτημα, είναι προορισμένο να εκφυλιστεί σε μια (αυτ)απάτη. Είναι πολύ διδακτική η πορεία της «ριζοσπαστικής αριστεράς» (και όχι μόνο σε μία εκδοχή) στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.

Αντίθετα, η κοινή δράση και συμπόρευση –όπου αυτό είναι δυνατό– με τα άλλα ρεύματα του εργατικού κινήματος (ακόμα και τα ρεφορμιστικά), χωρίς εκπτώσεις στην αυτοτέλεια, όχι μόνο δεν είναι αντιπαραθετική στην προσπάθεια για την εργατική εξουσία αλλά αποτελεί σε μεγάλο βαθμό και προϋπόθεση για μετατροπή της από κομματική διακήρυξη σε κοινωνικό καιεπίδικο της πάλης και της πολιτικής αντιπαράθεσης.

– Δείχνει επίσης ότι ο ιμπεριαλισμός έχει σαν αναπόσπαστες πλευρές του τόσο τον κοσμοπολιτισμό όσο και τον εθνικισμό. Ο Λένιν ανέλυσε τον οικονομικό «διεθνισμό» του κεφαλαίου και το πώς αυτός τροφοδοτούσε τους εθνικισμούς, τον μιλιταρισμό, τις πολεμικές σφαγές. Στη σημερινή εποχή τα φαινόμενα αυτά έχουν αναπτυχθεί σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από την εποχή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Η καπιταλιστική διεθνοποίηση και απελευθέρωση των κεφαλαίων στην Ευρώπη έχει σκεπάσει την ήπειρο με νεοφιλελεύθερες πολιτικές (που τις εφαρμόζουν δεξιοί και αριστεροί στις αστικές κυβερνήσεις), κρατικό αυταρχισμό, φτώχεια και εξαθλίωση που τροφοδοτούν παντού τα φασιστικά και ακροδεξιά κόμματα.

Στην ιμπεριαλιστική Ελλάδα, όπου οι αντεργατικές πολιτικές εφαρμόστηκαν με τη μεγαλύτερη ένταση στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια, οι θυσίες για την «Ευρώπη» πηγαίνουν χέρι-χέρι με τη μετατροπή της χώρας σε ένα Γκουαντανάμο των εργατικών δικαιωμάτων, όπου αλωνίζουν ακροδεξιές παρακρατικές συμμορίες, μέσα σε περιφραγμένα σύνορα και στρατόπεδα μεταναστών. Και στο έδαφος της κοινωνικής εξαθλίωσης, η ελληνική αστική τάξη συμμετέχει ενεργά και υποδαυλίζει, από κοινού με όλες τις αστικές τάξεις στην περιοχή, τους ανταγωνισμούς, τα «θερμά επεισόδια» και τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις.

Ο «πατριωτισμός» της ελληνικής αστικής τάξης στην εποχή του ιμπεριαλισμού δεν υπερασπίζεται μειονότητες και δημοκρατικά δικαιώματα, αλλά παζάρια για πλουτοπαραγωγικές πηγές και συμφωνίες που θα βοηθήσουν τους έλληνες καπιταλιστές και το πολιτικό τους προσωπικό στην καλύτερη αξιοποίηση της λείας από τα τσακισμένα εργατικά δικαιώματα και στους ανταγωνισμούς τους με τους ομολόγους τους στην ανατολική μεσόγειο. Έρχεται λοιπόν ξανά στο προσκήνιο η λενινιστική θέση για τη στάση του εργατικού κινήματος απέναντι στον σοσιαλσωβινισμό και τον ιμπεριαλισμό μέσα και έξω από τη χώρα.

Η εργατική πολιτική στο ζήτημα του πολέμου έχει χρέος να αναδείξει τις βαθύτερες ταξικές αιτίες των ανταγωνισμών και της πολεμικής απειλής, να ξεκαθαρίσει τον αντιδραστικό, ιμπεριαλιστικό και άδικο χαρακτήρα τους καθώς και τις ευθύνες, πάνω από όλα, της δικής της αστικής τάξης και κυβέρνησης. Ειδικότερα για τον ανταγωνισμό με την Τουρκία, έχει χρέος να ξεκαθαρίσει την κοινή επιθετική πολεμική στρατηγική των δύο ολιγαρχιών, ανεξάρτητα από τις σημαντικές διαφορές που χαρακτηρίζουν τον μεταξύ τους συσχετισμό και την τακτική τους, και τον αντιδραστικό ρόλο των μεγάλων ιμπεριαλιστικών  δυνάμεων και όλων των επιπέδων του ιμπεριαλιστικού πλέγματος.

Δεν πρέπει να υποτιμάται η σημασία της παρέμβασης και του ανταγωνισμού των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στα πλαίσια της προσπάθειάς τους για διαμόρφωση, προς όφελός τους, συμμαχικών αλλά και ανταγωνιζόμενων μπλοκ στην περιοχή. Αλλά ταυτόχρονα, η εργατική πολιτική δεν πρέπει να αποδίδει την κύρια ή πολύ περισσότερο την αποκλειστική ευθύνη για την ενδεχόμενη πολεμική αναμέτρηση ανάμεσα στις δύο χώρες, στους «ξένους», παρακάμπτοντας το γεγονός ότι τη βασική ευθύνη, τον βασικό ρόλο των σχέσεων ανάμεσα στις τάξεις ή τα έθνη δεν την έχουν στον καπιταλισμό τόσο οι εξωτερικοί, όσο οι εσωτερικοί παράγοντες.

Οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί στην περιοχή δεν γίνονται για το Αιγαίο, την ανεξαρτησία της Κύπρου, ή αντίστοιχα για την Ανατολική Θράκη, την προστασία της τουρκικής μειονότητας κλπ. Δεν γίνονται για την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας και κυριαρχίας των δύο χωρών, ανάμεσα σε αυτούς που παραβιάζουν και αυτούς που υπερασπίζονται το διεθνές δίκαιο. Και ενδεχόμενη κλιμάκωση (αν το εργατικό κίνημα δεν καταφέρει να τη ματαιώσει) δεν θα γίνει για την υπεράσπιση της πατρίδας ή για την επίλυση μιας σειράς δευτερευόντων εθνικοδημοκρατικών ζητημάτων, που εμφανίζονται στα πλαίσια όλων των ιμπεριαλιστικού τύπου αντιπαραθέσεων. Θα γίνει κυρίως για τα συμφέροντα της ελληνικής και τουρκικής αστικής τάξης.

Το αντιπολεμικό κίνημα ασφαλώς θα πρέπει να καταγγείλει κάθε προσπάθεια από τις δύο πλευρές για παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας, της κυριαρχίας και των δημοκρατικών ελευθεριών σε βάρος των λαών. Θα ταχθεί ενάντια σε κάθε είδους κατοχή εδάφους, κάθε είδους προσαρτήσεις και θα παλέψει για την άμεση ειρήνη χωρίς όρους. Πάνω από όλα όμως θα καταγγείλει τον κοινωνικό, οικονομικό και εκμεταλλευτικό και αντιδραστικό χαρακτήρα του πολέμου, σε βάρος των εργαζομένων των δύο χωρών και γενικότερα της περιοχής. Θα αναδείξει και θα αντιπαλέψει, ιδιαίτερα, τις ευθύνες της δικής του αστικής τάξης, θα τον θεωρήσει κυρίως ταξικό αντεθνικό πόλεμο, σε βάρος του λαού της χώρας και των λαών της περιοχής.

Το εργατικό κίνημα θα πρέπει να βρίσκεται σε ετοιμότητα, για να υποδείξει και την ειρηνική διέξοδο από την όποια ενδεχόμενη πολεμική εμπλοκή. Και μια τέτοια ειρηνική διέξοδος, χωρίς όρους, χωρίς προσαρτήσεις και αποζημιώσεις, χωρίς βαθιές, αθεράπευτες πληγές, που θα διαιωνίζουν και θα εντείνουν την πολεμική κλιμάκωση και ανθρωποσφαγή, δεν βρίσκεται στην πολεμική νίκη της δικής τους χώρας, δεν βρίσκεται ούτε στην επιδιαιτησία του δήθεν «Διεθνούς Δικαίου» και του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος, δεν βρίσκεται ούτε στη συνέχιση του πολέμου με «άλλα μέσα» διαπραγματεύσεων και συνεννοήσεων ανάμεσα στις δύο ολιγαρχίες.

Μια τέτοια, μακρόχρονη και σταθερή, ειρηνική διέξοδος προς όφελος των λαών βρίσκεται στην ανατροπή όλου του εκμεταλλευτικού συστήματος που γεννά και διαιωνίζει την αντεργατική πολεμική αθλιότητα, στην κατάκτηση μιας νέας εργατικής δημοκρατίας. Αυτή είναι η μόνη πραγματική πατριωτική στάση του εργατικού κινήματος σε μια ιμπεριαλιστική χώρα: η υπεράσπιση της ειρήνης και του οριστικού τέλους των άδικων πολέμων και των ανταγωνισμών.

Αυτοί οι στόχοι επιβάλλουν και την αντίστοιχη τακτική, ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες, τη συγκεκριμένη κατάσταση και τους συσχετισμούς. Η τακτική αυτή όμως θα πρέπει να απευθύνεται στη μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων: όχι για να υποκλιθεί στο επίσημα «κυρίαρχο» αίσθημα της υπεράσπισης της πατρίδας, αλλά για να το αντιπαλέψει και να προετοιμάσει την ανάπτυξη της συλλογικής πάλης κατά του πολέμου, για την ανατροπή των αστικών κυβερνήσεων και του συστήματος εκμετάλλευσης.

 

– Δείχνει, τέλος, ότι η ριζοσπαστική κριτική του ιμπεριαλισμού δεν μπορεί σήμερα να πραγματοποιηθεί από τα κάθε λογής αστικά ρεύματα αλλά μόνο από το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα. Η λενινιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού αναμετρήθηκε με τα κυρίαρχα αστικά και αριστερά ρεύματα της εποχής της, υπερασπίστηκε τις μαρξιστικές βάσεις της υπάρχουσας συζήτησης αλλά αγωνίστηκε και να τις αναπτύξει στις τότε συνθήκες, μην διστάζοντας να τις προχωρήσει και παραπέρα όπου έκρινε ότι ήταν απαραίτητο.

Αυτή η αντίληψη είναι παρακαταθήκη για τη σημερινή επανεξόρμηση των κομμουνιστικών ιδεών που τόσο ανάγκη έχει η εποχή μας, σήμερα που και ο ίδιος ο όρος «αντιμπεριαλισμός» έχει εκφυλιστεί σε καταγγελία των «ξένων», αντί να ισοδυναμεί με κριτική του καπιταλιστικού συστήματος εκμετάλλευσης, σήμερα που κυριαρχούν, σαν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, ο αγνωστικισμός και ο δογματισμός. Είναι όμως πολύτιμη και σαν δείκτης για τη γενικότερη μεθοδολογία της μελέτης του ιμπεριαλισμού και της προσπάθειας να συνδεθεί αυτή η μελέτη με τα πολιτικά καθήκοντα του εργατικού κινήματος.

Σήμερα, στην καρδιά του πιο άκαρδου κόσμου, φαίνεται η ανάγκη και δυνατότητα της ενοποίησης των διεκδικήσεων για την εργασία, την εκπαίδευση, τις πολεμικές συγκρούσεις. Γιατί η πάλη των λαών κατά της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης και των πολέμων είναι πάλη κατά του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, άμεσα συνδεδεμένη με την πάλη κατά των καπιταλιστικών σχέσεων. Ο ιμπεριαλισμός δεν βρίσκεται μόνο κάπου «έξω» αλλά και δίπλα μας, στις αντεργατικές πολιτικές, που μας καταστρέφουν το δικαίωμα σε μια αξιοπρεπή ζωή.

Η κρίση και τα αποτελέσματα της ανεργίας, της φτώχειας, της καταστολής, της περιθωριοποίησης, της οικολογικής καταστροφής, δείχνουν το πραγματικό πρόσωπο της ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας. Τα όνειρα όσων πίστεψαν πως η επέλαση της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης θα έφερνε δημοκρατία, ευημερία και ειρήνη, αποδείχτηκαν απατηλά. Γι’ αυτό και η ανάγκη ενός νέου μαζικού κινήματος ενάντια στον ιμπεριαλισμό, με την εργατική τάξη μπροστά, γίνεται επιτακτική. Η επιλογή της ανατροπής της καπιταλιστικής βαρβαρότητας είναι αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε. Ήρθε λοιπόν η ιστορική στιγμή το εργατικό και το κομμουνιστικό κίνημα να εγκαταλείψουν τις «ξένες σημαίες» του σοσιαλσωβινισμού και του αστικού κοσμοπολιτισμού που σήμερα οδηγούν, από κοινού, στη σφαγή των εργατικών δικαιωμάτων και τους πολέμους. Η πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό ή θα είναι πάλη ενάντια στον καπιταλισμό ή δεν θα υπάρξει καν.

 

 

 

 

 

Σημειώσεις:

 

1 Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, μτφρ. Παναγιώτης Μαυρομάτης (Αθήνα: Σύγχρονη εποχή, 1978), τ. 3, σ. 550-551. Επίσης στον πρώτο τόμο, σ. 786-787.

2 «Εάν στέλνεται κεφάλαιο στο εξωτερικό, αυτό γίνεται όχι γιατί ήταν αδύνατο να απασχοληθεί στο εσωτερικό. Συμβαίνει διότι μπορεί να απασχοληθεί στο εξωτερικό με μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους». Ο.π., σ. 300-301, 324.

3 Καρλ Μαρξ, «Οι μελλοντικές συνέπειες της βρετανικής κυριαρχίας στην Ινδία», στο Καρλ Μαρξ-Φρήντριχ Ένγκελς, Η Αποικιοκρατία στην Ασία, μτφρ. Σάββας Μιχαήλ (Αθήνα:Άγρα 2003), σ. 51-62.

4 Καρλ Μαρξ, Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο (Αθήνα: Σύγχρονη εποχή, 1994), σ. 29.

5 Βόλφγκανγκ Γ. Μόμμζεν, Ιμπεριαλισμός, οι πνευματικές, πολιτικές και οικονομικές ρίζες του, μτφρ. Χριστίνα Ζουμπέρη (Αθήνα: Πολύτροπον, 2007), σ. 191- 193

6 D ick Geary, Karl Kautsky Lives of the Left (Manchester University Press, 1985), σ. 46.

7 J.A Hobson, Imperialism: a Study (Spokesman Books, 2011).

8 Rudolf Hilferding, Financial Capitalism: A Study of the Latest Phase of Capitalist Development, μτφρ. Morris Watnick, Sam Gordon (Routledge, 2006).

9 Rosa Luxemburg, The Accumulation of Capital, μτφρ. W.Stark (Monthly Review Press, 1968).

10 Rosa Luxemburg and Nikolai Bukharin, Imperialism and the Accumulation of Capital, μτφρ. Rudolf Wichmann (Allen Lane the Penguin Press, 1972).

11 Β.Ι Λένιν, «Με αφορμή το λεγόμενο πρόβλημα των αγορών», στο Άπαντα, μτφρ. Ομάδα Ελλήνων Επιστημόνων Μαρξιστών (Αθήνα: Σύγχρονη εποχή, 1971), τ.1, σ. 69-124.

12 Νικολάι Μπουχάριν, Ο Ιμπεριαλισμός και η παγκόσμια οικονομία, μτφρ. Δημήτρης Ξύδης (Αθήνα: Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο, 2004).

13 Β.Ι Λένιν, «Ο Ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» στο Άπαντα, μτφρ. Ομάδα Ελλήνων Επιστημόνων Μαρξιστών (Αθήνα: Σύγχρονη εποχή, 1977), τ. 27, σ. 305-433.

14 Β.Ι Λένιν, Άπαντα, μτφρ. Ομάδα Ελλήνων Επιστημόνων Μαρξιστών (Αθήνα: Σύγχρονη εποχή, 1977), τ. 25, 26, 27, 28.

15 Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. 3, σ. 961-986.

16 Γιάννης Μηλιός/Δημήτρης Σωτηρόπουλος, Ιμπεριαλισμός, χρηματοπιστωτικές αγορές, κρίση (Αθήνα: Νήσος, 2011), σ. 217-220.

17 Σταύρος Μαυρουδέας, «Στάδια της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα. Είναι εν εξελίξει ένα νέο στάδιό της σήμερα;», Δομές και σχέσεις εξουσίας στη σημερινή Ελλάδα: Πρακτικά του 7ου συνεδρίου του Ιδρύματος Σάκη Καράγιωργα (Αθήνα: 2000), σ. 633-665.

18 Β.Ι Λένιν, «Ιμπεριαλισμός», σ. 395.

19 Michael Blaney, Undercomsumption Theories: A History and Critical Analysis (Lawrence and Wishhart, London 1976), σ. 181-183.

20 Β.Ι Λένιν, «Ιμπεριαλισμός», σ. 392-393.

21 Β.Ι Λένιν, «Πρόλογος στην μπροσούρα του N.Buckharin ‘Η παγκόσμια οικονομία και ο ιμπεριαλισμός», στο Άπαντα (Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 1977), τ. 27, σ. 99.

22 Rosa Luxemburg-Nikolai Bukharin, Imperialism and the Accumulation of Capital, μτφρ. Rudolf Wichmann (Allen Lane the Penguin Press, 1972), σ.153-269.

23 Β.Ι Λένιν, «Ιμπεριαλισμός», σ. 424.

24 Β.Ι Λένιν, «Η σοσιαλιστική επανάσταση και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών», στο Άπαντα, μτφρ. Ομάδα Ελλήνων Επιστημόνων Μαρξιστών (Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 1977), τ. 27, σ. 256-271.

25 Β.Ι Λένιν, «Ιμπεριαλισμός», σ. 389.

26 Ό.π., σ. 429-430.

27 Β.Ι Λένιν, «Η σοσιαλιστική επανάσταση και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών», σ. 263.

28 Β.Ι Λένιν, «Για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών», στο Άπαντα, μτφρ. Ομάδα Ελλήνων Επιστημόνων Μαρξιστών (Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 1977), τ. 25, σ.257-321.

29 Β.Ι Λένιν, «Ιμπεριαλισμός», σ. 327.

30 Β.Ι Λένιν, «Το VIII συνέδριο του ΚΚΡ», στο Άπαντα, μτφρ. Ομάδα Ελλήνων Επιστημόνων Μαρξιστών (Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 1977), τ. 38, σ. 151-154.

31 Γιάννης Μηλιός/Δημήτρης Σωτηρόπουλος, Ιμπεριαλισμός, σ. 53.

32 Β.Ι Λένιν, «Ιμπεριαλισμός», σ. 316.

33 Παντελής Πουλιόπουλος, Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα (Αθήνα: Εργατική Δημοκρατία, 1992), σ. 78-81.

34 Έρνεστ Μαντέλ, Ο ύστερος καπιταλισμός, μτφρ. Κ. Χατζηαργύρης (Αθήνα: Gutenberg, 1975).

35 Anthony Brewer, Imperialism: A Critical Survey (Routledge, 1990), σ.198.

36 Ντέιβιντ Χάρβεϊ, Ο νέος Ιμπεριαλισμός (Αθήνα: Καστανιώτης 2006). Υπήρξε εκτεταμένη συζήτηση γύρω από το έργο στο περιοδικό Historical Materialism, 14:4- 15, 2006-2007.

37. Rudolf Hilferding, Financial Capitalism: A Study of the Latest Phase of Capitalist Development, μτφρ. Morris Watnick, Sam Gordon (Routledge 2006), σ.228.

38 Έρικ Χομπσμπάουμ, Η εποχή του κεφαλαίου, μτφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ (Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1996).

39 Michel Baud, Η ιστορία του καπιταλισμού, μτφρ. Σπύρος Δάμτσας, Μαρία Αλεβίζου (Αθήνα: Ηλέκτρα, 2008), σ. 198-241.

40 Ντόναλντ Σασούν, Εκατό χρόνια σοσιαλισμού, μτφρ. Ελένη Αστερίου(Αθήνα: Καστανιώτης, 1998), τ. Α, σ. 81.

41 D .H Aldcroft, Η ευρωπαϊκή οικονομία 1914-2000, μτφρ. ΝικηφόροςΣταματάκης (Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2007), σ. 287-319.

42 George Liodakis, Totalitarian Capitalism and Beyond (MPG Books, 2010).

43 Β.Ι Λένιν, «Ιμπεριαλισμός» σ. 310.

44 Eurostat, newsrelease euroindicators,http://epp.eurostat.ec.europa.eu/cache/ITY_PUBLIC/6-16112012-AP/EN/6-16112012-AP-EN.PDF

45 Γιώργος Σταμάτης, «Αγροτικό πλεόνασμα, παραγωγική και μη παραγωγικήεργασία, άνιση ανταλλαγή και παραοικονομία: Η θαυμαστή καριέρα ορισμένωνεννοιών της μαρξικής πολιτικής οικονομίας στις σημερινές κοινωνικές επιστήμεςστη χώρα μας», στο Κείμενα οικονομικής θεωρίας και πολιτικής, τ. Α (Αθήνα: Κριτική1991), σ. 133-1833.

46 Γιάννης Κορδάτος, Η Κοινωνική σημασία της επαναστάσεως του 1821(Αθήνα: Επικαιρότητα, 1991), σ. 93-94· Τάσος Βουρνάς, Ιστορία της νεοελληνικήςκαι σύγχρονης Ελλάδας, τ. Α (Αθήνα: Πατάκης, 1997), σ. 9-20.

47 Πέρυ Άντερσον, Το απολυταρχικό κράτος, μτφρ. Ελένη Αστερίου (Αθήνα:Οδυσσέας, 1986), σ. 410-413.

48 Καρλ Μαρξ, Προκαπιταλιστικοί σχηματισμοί, μτφρ. Θ.Καλοπίσης (Αθήνα:Κάλβος,1964), σ. 89-165.

49 Φρίντριχ Ένγκελς, «Το Τουρκικό Ζήτημα», στο Μαρξ-Ένγκελς, Η Ελλάδα, η Τουρκία και το ανατολικό ζήτημα, μτφρ. Παναγιώτης Κονδύλης (Αθήνα: Γνώση, 1985), σ. 118.

50 Γ.Β Δερτιλής, Ιστορία του νεοελληνικού κράτους, (Αθήνα: Εστία, 2005), τ. Α, σ. 49-56.

51 Νικηφόρος Διαμαντούρος, Οι απαρχές της συγκρότησης του ελληνικού κράτους (Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2006), σ. 105. 142

52 Νικόλαος Σβορώνος, Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας (Αθήνα: Θεμέλιο, 1999), σ. 78-79.

53 Παντελής Πουλιόπουλος, Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση, σ. 36.

54 Νικόλαος Σβορώνος, Επισκόπηση, σ. 100-111.

55 Χρήστος Χατζηωσήφ, Η γηραιά σελήνη: Η ελληνική βιομηχανία στη διεθνή αγορά (Αθήνα: Θεμέλιο 1993), σ. 203-212.

56 Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία του εργατικού κινήματος (Αθήνα: Μπουκομάνη, 1972), σ. 27-43.

57 Συλλογικό έργο, Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός (Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, 1988).

58 Κώστας Βεργόπουλος, Το αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα (Αθήνα: Εξάντας, 1975), σ. 173.

59 Mark Mazower, Η Ελλάδα και η οικονομική κρίση του μεσοπολέμου, μτφρ. Σπύρος Μαρκέτος (Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2002).

60 Ναπολέων Μαραβέγιας, «Η διαμόρφωση της ελληνικής αναπτυξιακής στρατηγικής στη φάση της ανασυγκρότησης (1946-1952)» στο Οικονομία και πολιτική στη σύγχρονη Ελλάδα (Αθήνα: Διόνικος, 2005), τ. Α, σ. 34-44.

61 Κωστής Βαίτσος, Τάσος Γιαννίτσης, «Η μεταπολεμική οικονομική μεγέθυνση», στο Οικονομία και πολιτική στη σύγχρονη Ελλάδα (Αθήνα: Διόνικος, 2004), τ. Α, σ. 56-79.

62 Μιχάλης Ζουμπουλάκης, «Θεσμοί και μεταβολές στην ελληνική οικονομία», στο Σύγχρονες προσεγγίσεις της ελληνικής οικονομίας (Αθήνα: Πατάκη, 2005), σ. 37.

63 Πάνος Καζάκος, «Ανάμεσα σε κράτος και αγορά», στο Οικονομία και οικονομική πολιτική στη νεότερη Ελλάδα 1944-2000 (Αθήνα: Πατάκη, 2001), σ. 487.

64 Γιώργος Οικονομάκης, Κρίση και ελληνική οικονομία, http://www.inclusivedemocracy.org/pd/is22/issue_22_oikonomakis_krisi_elliniki_oikonomia.htm

65 Alpha Bank (2010α), Greece and Southeastern Europe, Economic and Financial Outlook 74, σ. 5.

66 Θεόδωρος Μαριόλης, «’Δίδυμα ελλείμματα’ και διεθνής ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας», στο Ελλάδα, Ευρωπαϊκή Ένωση και οικονομική κρίση (Αθήνα: matura, 2011), σ. 163-177.

67 Τάκης Φωτόπουλος, Η λατινοαμερικανοποίηση του ευρωπαϊκού νότου, http://www.inclusivedemocracy.org/pd/is22/issue_22_takis_latinoamerikanopoiisi_evropaikou_notou.htm

68 Π.Γ της Κ.Ε του ΚΚΕ, «Ο Λένιν για τον πόλεμο και τη στάση των Κομμουνιστών», ΚΟΜΕΠ, 2012, τεύχος 6, http://www.komep.gr/arxeio/2012/123-2012-6/572-2013-01-30-12-02-44

69 «Η μικρασιατική καταστροφή», Ριζοσπάστης, 19/8/2012, http://www2. rizospastis.gr/story.do?id=6991325&publDate=19/8/2012

70 Το ΚΚΕ, Επίσημα κείμενα, 1925-1928, τ.2, σ. 204-207.

71 Το ΚΚΕ, Επίσημα κείμενα, 1934-1940 (Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 1974), τ.4, σ. 19-20.

72 «Τα τρία γράμματα του Νίκου Ζαχαριάδη», Ριζοσπάστης, 29/10/2011, http:// www.rizospastis.gr/wwwengine/story.do?id=6512265

73 Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, Προγραμματικά ντοκουμέντα (Αθήνα:  Σύγχρονη Εποχή, 2008), σ. 309-310.

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *