Κώστας Βάρναλης:Οἱ μοιραίοι

 

 

Το ποίημα «Οι μοιραίοι» είναι απο τα δημοφιλέστερα του Βάρναλη και χαρακτηρίστηκε ως ένα από τα καλύτερα δείγματα του νεοελληνικού λυρισμού. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μαύρος Γάτος» το 1922, χρονιά σημαδιακή για την εξέλιξη του ποιητή. Τότε ο Βάρναλης εκδίδει τη συλλογή «Το Φως που Καίει», με την οποία στρέφεται αμετάκλητα πρός την αριστερή και κομμουνιστική ιδεολογία. Ο κοινωνικός στόχος του ποιήματος είναι σαφής: ν’ απεικονίσει με τα πιο σκληρά χρώματα τη δυστυχία των λαικών στρωμάτων. Το ποίημα είναι αφηγηματικό και ανήκει στην τεχνοτροπία του ρεαλισμού. Είναι γραμμένο σε ιαμβικό μέτρο και ξετυλίγεται σε έξι εξάστιχες στροφές. «Οι μοιραίοι» μελοποιήθηκαν αρκετές φορές, με την πιο γνωστή και καθιερωμένη εκτέλεση να ανήκει στον μουσικοσυνθέτη Μίκη Θεοδωράκη. Ο Θεοδωράκης το 1964 μελοποίησε τις τρεις πρώτες στροφές του ποιήματος, με ερμηνευτές τους Γρηγόρη Μπιθικώτση και Αντώνη Κλειδωνιάρη στις δεύτερες φωνές και τους Λάκη Καρνέζη και Κώστα Παπαδόπουλο στα μπουζούκια. Το τραγούδι εντάχθηκε στον κύκλο «Πολιτεία Β».

 

 

Οἱ μοιραῖοι

 

 

Μὲς στὴν ὑπόγεια τὴν ταβέρνα,

μὲς σὲ καπνοὺς καὶ σὲ βρισιές,

(ἀπάνου ἐστρίγγλιζε ἡ λατέρνα)

ὅλη ἡ παρέα πίναμε ἐψές,

ἐψές, σὰν ὅλα τὰ βραδάκια,

νὰ πᾶνε κάτου τὰ φαρμάκια.

 

Σφιγγόταν ὁ ἕνας πλάι στὸν ἄλλο

καὶ κάπου ἐφτυοῦσε καταγῆς,

ὤ! πόσο βάσανο μεγάλο

τὸ βάσανο εἶναι τῆς ζωῆς!

Ὅσο κι ὁ νοῦς ἂν τυραννιέται

ἄσπρην ἡμέρα δὲ θυμιέται!

 

(Ἥλιε καὶ θάλασσα γαλάζα

καὶ βάθος τοῦ ἄσωτου οὐρανοῦ,

ὤ! τῆς αὐγῆς κροκάτη γάζα

γαρούφαλλα τοῦ δειλινοῦ,

λάμπετε-σβήνετε μακριά μας,

χωρὶς νὰ μπεῖτε στὴν καρδιά μας!)

 

Τοῦ ἑνοῦ ὁ πατέρας χρόνια δέκα

παράλυτος – ἴδιο στοιχειὸ

τοῦ ἄλλου κοντόμερη ἡ γυναῖκα

στὸ σπίτι λιώνει ἀπὸ χτικιό,

στὸ Παλαμήδι ὁ γυιὸς τοῦ Μάζη

κ᾿ ἡ κόρη τοῦ γιαβῆ στὸ Γκάζι.

 

-Φταίει τὸ ζαβὸ τὸ ριζικό μας!

-Φταίει ὁ θεὸς ποὺ μᾶς μισεῖ!

-Φταίει τὸ κεφάλι τὸ κακό μας!

-Φταίει πρώτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὸ κρασί!

«Ποιὸς φταίει; Ποιὸς φταίει;… κανένα στόμα

δὲν τὅβρε καὶ δὲν τὄπε ἀκόμα.

 

Ἔτσι, στὴν σκοτεινὴ ταβέρνα

πίνουμε πάντα μας σκυφτοί,

σὰν τὰ σκουλήκια κάθε φτέρνα

ὅπου μᾶς εὕρει, μᾶς πατεῖ:

δειλοί, μοιραῖοι κι ἄβουλοι ἀντάμα!

προσμένουμε, ἴσως, κάποιο θάμα!

 

 

Πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/kwstas_barnalhs_poems.htm#%CE%9F%CE%99_%CE%9C%CE%9F%CE%99%CE%A1%CE%91%CE%99%CE%9F%CE%99

Το τμήμα του ποιήματος στην μελοποιήση του Θεοδωράκη (Απαγγελία: Μάνος Κατράκης)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *