Νέα στοιχεία για τη σχέση γερμανικών αρχών κατοχής και ταγμάτων ασφαλείας

Το άρθρο του Hagen Fleischer δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μνήμων , τομ 8, 1982 και απο τότε έγινε βασική βιβλιογραφική πηγή για το θέμα. Στον σύνδεσμο του περιοδικού εδώ, υπάρχουν και μια σειρά έγγραφα που παραθέτει ο Fleischer.  Aναδημοσιεύουμε το κείμενο με τον ίδιο τίτλο, όχι μόνο για την ακρίβεια της αναδημοσίευσης αλλά και γιατί πολλά απο αυτά που διατύπωσε ο H. Fleischer το 1982 (ο οποίος δεν είναι Κομμουνιστής) φαντάζουν ακόμα «Νέα» για τους αναθεωρητές της ιστορίας και απολογητές των Τ.Α τύπου Καλύβα-Μαραντζίδη…

 

 

ΝΕΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΧΕΣΗ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΚΑΤΟΧΗΣ ΚΑΙ ΤΑΓΜΑΤΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

 

 

 

Τελευταία παρατηρείται μια αυξανόμενη τάση για πιο αντικειμενικές και απομυθοποιημένες εκτιμήσεις των κυριότερων αντιπάλων επί Κατοχής— δηλ. αντιστασιακών οργανώσεων και κατακτητών. Ωστόσο λείπουν ακόμα ανάλογες προσπάθειες για μια νηφάλια αντιμετώπιση του προβλήματος του δοσιλογισμού1.

Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την πιο επίμαχη κατηγορία, δηλαδή τα τμήματα των ένοπλων συνεργατών. είτε χαρακτηρίζονταν και χαρακτηρίζονται ακόμα συλλήβδην σαν «ταγματαλήτες» και (Ελληνόφωνα Χιτλερικά απορρίμματα»2 είτε σαν εθνοσωτήριοι σχηματισμοί», για την συγκρότηση των οποίων «ό καλός θεός της Ελλάδας εφώτισε τους τότε αρμοδίους», για να εξασφαλίσουν, χάρις σ’ αυτόν τον «πραγματικό κυματοθραύστη κατά της κομμουνιστικής θηριωδίας», την ((επιβίωση της Ελληνικής φυλής»3.

Δεν είναι εδώ ό χώρος να καταπιαστώ μ’ όλες τις πτυχές της σχετικής μεταπολεμικής «παραϊστοριογραφίας». Θεωρώ όμως αναγκαία, στα πλαίσια αυτού του μελετήματος, μια σύντομη αντιπαράθεση των δυο απόψεων. οι συλλογισμοί της Αριστεράς ανάγονται όλοι στην απλή εξίσωση που ταυτίζει με εθνική προδοσία την κάθε σύμπραξη με τον ξένο επιδρομέα (και ιδίως, φυσικά, την ένοπλη και έμμισθη υπηρεσία) σκοπεύοντας να κτυπηθεί από κοινού ό ενδο-ελληνικός αντίπαλος.

Πιο περίπλοκη είναι η επιχειρηματολογία του άλλου στρατοπέδου. οι εκπρόσωποι του αποκρούουν «μετ’ αγανακτήσεως» κάθε κατηγορία κατά των Ταγμάτων Ασφαλείας (Τ.Α.)4 σαν «εντελώς άδικο και απαράδεκτο…, σαθρό και αβάσιμο», αφού εκείνα δεν έμάχοντο ποτέ κατά συμμαχικών η ελληνικών δυνάμεων, αλλά αποκλειστικά «εν τη προασπίσει της Ελληνικής Πατρίδος» κατά των κομμουνιστών πρακτόρων των σλάβων, που μόνον «τυχαίως» έφεραν ελληνικά ονόματα…5

Μ’ αυτήν την συλλογιστική δεν ήταν μεμπτό ούτε το ότι δέχτηκαν τα Τ.Α. οπλισμό άπ’ τους Γερμανούς, επειδή «τα όπλα μόνον ήσαν ξένα : οι αμυνόμενοι, η ψυχή των, η καρδιά των, ο σκοπός, όλα ήσαν ελληνικά…

Εις τα Τ.Α. ύπήρξεν εθνικός παλμός και εθνική συνείδησής της αποστολής των»6. το συμπέρασμα βγαίνει μόνο του: «Όποιος πολεμάει το ΚΚΕ, υπερασπίζει την Ελλάδα.»’7

Όποιος δεν στηρίζεται όμως αποκλειστικά σ’ αυτήν την βολική ταύτιση του ΕΑΜ— ΕΛΑΣ σαν «αντεθνικού σχηματισμού», με την οποία ό αντικομμουνιστικός αγώνας των Τ.Α. μετατρέπεται ipso facto σε «εθνικό», έχει ανάγκη από αλλά κριτήρια για μια διαφοροποιημένη εκτίμηση των μονάδων αυτών: η προέλευση και οι παρορμήσεις όσων εντάχθηκαν καθώς και η εξέλιξη της κατοπινής σχέσης μεταξύ κατακτητών και αυτών των συνεργατών τους.

Όσον άφορα τα προσωπικά κίνητρα των ταγματασφαλιτών, δεν αποσκοπώ για μια σε βάθος ανάλυση, που οπωσδήποτε θα προϋπέθετε την αξιολόγηση πλούσιων στατιστικών στοιχείων στα όποια προς το παρόν δεν έχουμε πρόσβαση. ως προς αυτό το σημείο θα αρκεστώ λοιπόν αναγκαστικά σε μερικές γενικότερες παρατηρήσεις που βασίζονται σε προσιτές πηγές, δημοσιευμένες η μη.

Κατ’ αρχήν, φυσικά, δεν υπήρχε ό «ενιαίος» τύπος του ταγματασφαλίτη σε σχέση με καταγωγή, ελατήρια, πεποιθήσεις και δράση. Από τους βαθμοφόρους άλλοι είχαν επιστρατευθεί, άλλοι εκβιάστηκαν για να γλυτώσουν την φυλακή η το απόσπασμα, άλλοι — πιθανώς οι περισσότεροι — προσήλθαν σαν πραγματικοί εθελοντές. Ανάμεσα τους αρχικά υπερίσχυαν οι απότακτοι του 1935 και άλλοι οπαδοί της αβασίλευτης δημοκρατίας8, αργότερα όμως προσχώρησαν όλο και περισσότεροι μοναρχικοί, που τελικά επικράτησαν.

Μερικοί είχαν το δικαιολογητικό ότι ήθελαν να πάρουν εκδίκηση για κάποιο «ανοιχτό λογαριασμό», αφού προέρχονταν από τίς μη εαμικές (αντιστασιακές) ομάδες που είχαν συγκρουστεί με τον ΕΛΑΣ. «Άλλοι πάλι προσχώρησαν, επειδή τους είχαν κοινοποιηθεί σχετικά διατάγματα της κατοχικής κυβέρνησης του Ί . Ράλλη9 και από μακροχρόνια συνήθεια υπάκουαν σε (οποιεσδήποτε) διαταγές… Αρκετοί προσήλθαν από καθαρή καιροσκοπία η για διάφορα προσωπικά οφέλη. Μερικοί ήταν βετεράνοι του Görlitz10 η άπ’ άλλες αιτίες Γερμανόφιλοι. Τέλος, σχετικά λίγοι εντάχθηκαν λόγω «ιδεολογικών συγγενειών», συμπεριλαμβανομένου και ενός θολού αντικομμουνισμού.

Στους «αφανείς» ταγματασφαλίτες το ποσοστό εκείνων που μπήκαν στην υπηρεσία των κατακτητών από συμπάθεια (για τους ίδιους τους Γερμανούς η για την κοσμοθεωρία τους) ήταν ακόμα μικρότερο. Περισσότεροι ήταν εκείνοι που ανήκαν στο λούμπεν-προλεταριάτο των πόλεων. Αλλά δεν έλειπαν ούτε οι «νοικοκυραίοι» της αγροτιάς, της εργατιάς και ορισμένοι των λεγομένων μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων. Ακόμα και μερικές εαμικές πηγές παραδέχονται ότι ο κύριος όγκος «αποτελούνταν από απλούς ανθρώπους τον μόχθου και της στέρησης που εκβιάστηκαν, στρατεύθηκαν υποχρεωτικά.,., εξαγοράστηκαν, παρασύρθηκαν, η υπέκυψαν στην αδυσώπητη πίεση της πείνας». η ίδια πηγή αναγνωρίζει μάλιστα μια «δόση αληθείας» στον ισχυρισμό ότι μερικοί «εντάχθηκαν στα προδοτικά τμήματα γιατί μόνο σ’ αυτά μπορούσαν να βρουν όπλα για να ‘φυλαχτούν’ από τις εαμικες ‘πιέσεις’ και ‘αυθαιρεσίες’, η να ‘εκδικηθούν’ για κάποια ζημιά η ταπείνωση που δοκίμασαν οι Ιδιοι, ή κάποιοι από τους δικούς τους…»11.

Ωστόσο, τα διάφορα κίνητρα των μεμονωμένων ταγματασφαλιτών επισκιάζονται αναπόφευκτα από τον όλο χαρακτήρα και τη μετέπειτα «ενιαία» δράση των ταγμάτων. Κάτω άπ’ αυτήν την κοινή ετικέτα όλες οι διαφοροποιήσεις γρήγορα έχαναν την σημασία τους: Όσα μέλη των Τ.Α. δεν συμμορφώνονται με τις εκκλήσεις και προειδοποιήσεις των συμμαχικών αρχών (συμπεριλαμβανομένων της κυβέρνησης Καΐρου και ιδίως των αντιστασιακών οργανώσεων) να αυτομολήσουν, χάνουν την ευκαιρία ν’ απαγκιστρωθούν έγκαιρα. Αυτή η αποκοπή του δρόμου επιστροφής, η εξάλειψη κάθε ίχνους διαφοροποίησης ήταν και η δεδηλωμένη πρόθεση των άρχων κατοχής.

Πράγματι, ο Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδας Alexander Löhr διευκρινίζει απέναντι στον (ανήσυχο) Βούλγαρο συνάδελφο του ότι οι Γερμανοί θεωρούσαν την συγκρότηση των Τ.Α. κυρίως πολιτικό μέτρο, δηλαδή ως μέρος της εκστρατείας «καταπολέμησης του Κομμουνισμού, για την οποία η αντικομουνιστική μερίδα του  ελληνικού πληθυσμού πρέπει να χρησιμοποιηθεί πλήρως, για να εκδηλωθεί φανερά και για να εξαναγκαστεί σε μια απροκάλυπτη εχθρότητα κατά της κομμουνιστικής μερίδας12″.

Δεν χωράει αμφιβολία ότι σε γενικές γραμμές η ναζιστική στρατηγική πέτυχε τον σκοπό της. Στα μάτια του πληθυσμού (βέβαια όχι μόνον της «κομμουνιστικής μερίδας» τα Τ.Α. γρήγορα ταυτίζονται με τους πάτρωνες τους. Και πάτρωνες δεν είναι τόσο οι τακτικές στρατιωτικές αρχές της Wehrmacht, αλλά κυρίως οι «νεκροκεφαλές» των SS, ονομαζόμενοι έτσι όχι μόνο λόγω των σχετικών διακριτικών σημάτων στο πηλήκιο… Παρόλο που τα συχνά ανακοινωθέντα του «Ανωτάτου Αρχηγού των Ταγμάτων Ασφαλείας και της Αστυνομίας Ελλάδος» δεν έφεραν άλλη υπογραφή, ήταν γνωστό ότι επρόκειτο αρχικά για τον ταξίαρχο των SS Jürgen Stroop13 (δήμιο τον γκέτο της Βαρσοβίας») και μετά για τον στρατηγό Walter Schimana (Σιμάνα), που και οι δυο μέσα στο περίπλοκο ναζιστικό ιεραρχικό σύστημα κατείχαν το αξίωμα του «Ανωτέρου Αρχηγού των SS και της Αστυνομίας εις την Ελλάδα» (=ΑΑ SSA).

Σαν απόρροια του μίσους και της περιφρόνησης της πλειοψηφίας του λαού και ιδίως των αντιστασιακών οργανώσεων14, γίνονται και οι αντιδράσεις των Τ. Α. ολοένα πιο έντονες. Προβαίνουν και με δική τους πρωτοβουλία σε εκτελέσεις ομήρων15 και επικρίνουν φιλικά τους Γερμανούς πώς δεν είναι αρκετά αυστηροί απέναντι στους αιχμαλώτους «κομμουνιστές ». Γι’ αυτό προθυμοποιούνται ν’ αναλάβουν οι ίδιοι «αποτελεσματικότερα» την ανάκριση18.

Στο ίδιο πνεύμα ό αρχηγός των Τ. Α. στην Πελοπόννησο, συνταγματάρχης Δίον. Παπαδόγγονας, παρακαλεί επίμονα την γερμανική στρατιωτική ηγεσία «να μην αφήνουν πλέον ελεύθερα οι κομμαντατούρες εκείνα τα υποκείμενα που είχαν συλληφθεί απ τους άνδρες του». Ό ίδιος καταγγέλλει τους αντιπροσώπους του Διεθνούς Ερυθρού Σταύρου (ΔΕΣ), ότι τροφοδοτούν λαθραία τους «συμμορίτες»1, και εν γένει τα Τ.Α. κωλυσιεργούν σοβαρά το φιλανθρωπικό έργο του ΔΕΣ, που συνήθως το σέβεται ακόμα ό ίδιος ό Settimana18! με βάση τέτοια συμβάντα οι επικριτές των Τ. Α. τα θεωρούν βασιλικότερα του βασιλέως, η —στην γλώσσα του ΕΑΜ — «κτήνη, χειρότερα από τους δασκάλους τους»19.

Αντίθετα, οι υποστηρικτές επιμένουν ότι ό «εθνικός αγών» των Ταγμάτων μόνον φαινομενικά συνέπιπτε με τις αντίστοιχες γερμανικές επιχειρήσεις, ενώ στην ουσία είχε οργάνωση και κατεύθυνση ανεξάρτητη, με ιδιαίτερους πατριωτικούς στόχους, οι όποιοι μακροπρόθεσμα συγκρούονταν με τις προθέσεις των κατακτητών. Κατά την εκδοχή αυτήν τα Τ.Α. δεν σκόπευαν απλώς να διασφαλίσουν εν ονόματι των «νομίμων» άρχων «ησυχία και τάξη» κατά την αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής, αλλά μ’ έμφαση αναφέρεται μάλιστα και η ύπαρξη συγκεκριμένων σχεδίων ώστε να στρέψουν τα γερμανικά όπλα εναντίον των προμηθευτών τους σε περίπτωση συμμαχικής απόβασης20!

Ωστόσο, οι πηγές δεν αφήνουν αμφιβολία, ότι τέτοια μεταστροφή «εν τη κατάλληλω στιγμή» δεν έγινε πουθενά και ποτέ, και δεν λήφθηκε σοβαρά υπόψη ούτε καν κατά την γερμανική αποχώρηση. Αλλά και προηγουμένως η διατυμπανιζόμενη «ανεξαρτησία δράσεως» συνήθως περιοριζόταν στην ένταση (δηλαδή κατά περίπτωση σκληρότερης η —κάποτε — και ηπιότερης διεξαγωγής) του «αντισυμμοριακού αγώνα». Απόδειξη του αντίθετου δεν είναι ούτε οι συχνά αναφερόμενες «φιλοβρετανικές εκδηλώσεις» των Τ.Α., παρόλο που είναι γεγονός ότι οι «αντικομμουνιστές εθελοντές» απεγνωσμένα προσπαθούσαν να πείσουν τον δυσκολόπιστο πληθυσμό ότι η «σταυροφορία» τους έχαιρε και της—τουλάχιστον — σιωπηλής υποστήριξης των Αγγλοαμερικάνων21.

Στην πραγματικότητα, οι επανειλημμένες προσπάθειες στελεχών των Ταγμάτων να γίνει αληθινός αυτός ό ισχυρισμός δεν είχαν παρά ελάχιστες πρακτικές επιπτώσεις22, και έτσι ελάχιστα ενοχλούσαν τους κατακτητές23. ‘Εκείνο που κυρίως ενδιέφερε τους Γερμανούς ήταν η ικανοποιητική εκπλήρωση της μοναδικής αποστολής που είχαν αναθέσει στους δοσίλογους σχηματισμούς, δηλαδή η αποφασιστική καταπολέμηση εκείνων των συμπατριωτών τους που κατά κάποιο τρόπο έδειχναν «κομμουνιστική» δράση.

Προς αυτή την κατεύθυνση η περίφημη «ένοπλη αδελφοσύνη» κατακτητών και συνεργατών φαινόταν πράγματι ζηλευτή. Μια άπ’ τις πιο προφανείς ενδείξεις ήταν εκείνο το περίφημο ανακοινωθέν του συν/χη Χαρ. Παπαθανασοπουλου, ανώτατου στελέχους του ΕΔΕΣ και μετέπειτα αρχηγού Τ.Α. Χαλκίδας, καταγράφοντας τις απώλειες του μετά από σύγκρουση με τον ΕΛΑΣ: «…εκ των ημέτερων εις Γερμανός»21.-

Επειδή λοιπόν η ίδια η εξέλιξη των γεγονότων δύσκολα προσφέρει αποδεικτικά στοιχεία υπέρ των παραπάνω απολογητικών ισχυρισμών περί «ανεξαρτησίας», πρέπει ν’ αναζητηθεί άλλου πρόσβαση στο αποφασιστικό ερώτημα, ποιανών συμφέροντα υπηρετούσαν εκείνοι οι εθελοντές σαν σύνολο: του κατατρεγμένου ελληνικού λαού η των ξένων δυναστών του. Το 1943/44 αντικειμενικά μόνο ένα άπ’ τα δύο ήταν ταυτόχρονα δυνατό.

Μια ταύτιση των συμφερόντων μονάχα οι πιο φανατικοί προπαγανδιστές της «Νέας Τάξης πραγμάτων» μπορούσαν να την διακηρύσσουν… οι ίδιοι οι Γερμανοί στην μεταξύ τους εμπιστευτική αλληλογραφία έκαναν πάντοτε διάκριση ανάμεσα στα διαφορετικά συμφέροντα. Αναφέραμε πριν σε τί αποσκοπούσε η πρωτοβουλία της συγκρότησης των Τ.Α.: στην διαίρεση των Ελλήνων (σε «καλούς» και «κακούς»), ώστε ν’ αντιμετωπιστεί κάτω άπ’ την ετικέτα του άντικομμουνισμού αποτελεσματικότερα, δηλ. αιματηρά, η πιο ανήσυχη μερίδα του ελληνικού λαού, και έτσι va διασωθεί γερμανικό αίμα».25

Αυτή η ως τώρα άγνωστη ομολογία—άγνωστη τουλάχιστον σ’ αύτη τη δεδηλωμένη μορφή — αποτελεί αναμφίβολα σημαντικό στοιχείο για την εκτίμηση του ρόλου των Τ. Α., δεν επαρκεί όμως. Βασικό κριτήριο πρέπει να είναι, αν η σε ποιο βαθμό οι ίδιοι οι κατακτητές μετά από συνεχή άγρυπνη παρακολούθηση διαπίστωναν μια επιτυχία στις προθέσεις τους.

‘Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει φυσικά η εκτίμηση των εθελοντών από τις άμεσα προϊστάμενες αρχές (SS, SD) — και αυτό μάλιστα προς το τέλος της κατοχής καθώς και μετά, όταν οι Γερμανοί ήταν ήδη σε θέση να κρίνουν πιο νηφάλια και συνοπτικά τον όλο δεσμό με τους (πρώην) συνεργάτες τους……

 

 

 

Σημειώσεις:

 

 

1.Ό γράφων επιχείρησε μια σύντομη διερεύνηση της προβληματικής των ποικίλων μορφών της συνεργασίας με τον κατακτητή στα σχετικά κεφάλαια του ύπό έκδοση βιβλίου του για την «Ελλάδα 1941-44» (Αθήνα: Παπαζήσης και Frankfurt: Lang).Ειδικά με τά πολυσυζητημένα φαινόμενα του δοσιλογισμού μέσα στο αντιστασιακό κίνημα βλ.: Η. F., «Contacts between German Occupation Authorities and the Major Greek Resistance Organizations: Sound Tactics or Collaboration»?, στο John O. Latrides (έκδ.), Greece in the 1940s, Hanover (NH) and London 1981, σ. 48-60, 347-353.

2.Μπροσούρα (έκδ. Ριζοσπάστη, άρ. 7): Τρία χρόνια Νέας Τάξης και τα χιτλερικά σώματα Τσολιάδων Χωροφυλάκων Χαφιέδων ΕΕΕ κ.λπ. (Απρίλης 1944), σ. 2. Πληθώρα παρόμοιων χαρακτηρισμών ανευρίσκει κανείς και στις νεώτερες έαμικές πηγές.

3.Βασίλειος Σταυρογιαννόπουλος, η ζωή της κατοχής και τα τάγματα ασφαλείας, Αθήνα [1966], σ. 8, 120. Θ. Πετζόπουλος, 1941-1950. Τραγική πορεία/Αθήνα 1953, σ. 33. Γεώργιος Καραγιάννης, 19401952. Το δράμα της Ελλάδος — έπη και αθλιότητα, [Αθήνα 1964], σ. 59· και άλλοι πολλοί στο ίδιο πνεύμα.

4.Σ’ αυτό το μελέτημα χρησιμοποιήθηκε γενικά ο όρος «Τάγματα Ασφαλείας» (Τ. Α.) που επικράτησε και στην καθομιλουμένη καθώς και στά δημοσιεύματα, παρόλο που πολλά τμήματα εθελοντών δρούσαν κάτω από άλλες ονομασίες: «Εύζωνοι», «Εθνοφυλακή» (Heimatwehr), «Β’ Αρχηγείο Χωροφυλακής» κτλ.

Έκτος από την ονομασία υπήρχαν και κάποιες φαινομενικές διαφορές στην καθοδήγηση.Π.χ. οι «Εύζωνοι» ελέγχονταν τυπικά από την κυβέρνηση Ράλλη, ενώ τά καθαυτό Τ.Α. είχαν άμεση εξάρτηση από τους Γερμανούς. η ουσιαστική διαφορά ήταν όμως ελάχιστη και «περιοριζόταν μάλλον στις φουστανέλλ.ες» (συνέντευξη G. von Lenthe, διευθυντή Β’ Γραφείου Δυτικής Ελλάδας). δεν συμπεριλαμβάνονται εδώ οι ένοπλες συμμορίες των ανοιχτά φασιστικών η — μάλλον — φασιστοειδών μικροοργανώσεων — ΕΕΕ (« Εθνική Ένωσις Ελλάδος»), ΕΑΣΑΔ («Εθνικός Αγροτικός Σύνδεσμος Αντικομμουνιστικής Δράσεως»), ΕΣΑΟ («Εθνικός Συνασπισμός Αντικομμουνιστικών Οργανώσεων»), οι όποιες ασκούσαν ανοιχτή τρομοκρατία χωρίς ίχνος στρατιωτικής πειθαρχίας.

5.Νίκος Άντωνακέας, Φώς εις το σκότος της κατοχής, Αθήνα 1947, σ. 105-106.

6.Κοσμάς Αντωνόπουλος, Εθνική Αντίστασις 1941-1945, τόμος Γ’, Αθήνα 1964, σ. 1487.

7.Γιάννης Καραμούζης, Πατριώτες και προδότες στο Μωρηά, Τρίπολη 1950, σ. 55. Ωστόσο, υπήρχαν παράπονα ότι έλειπε ακόμα η θεσμοθέτηση αυτού του ορισμού, δηλαδή η επίσημη δικαίωση των Τ. Α.: (…Kai äv τώρα σιωπηρώς αναγνωρίζονται ai προσφερθείσαι υπό των ανδρών των Ταγμάτων και Σωμάτων Ασφαλείας εθνικοί υπηρεσίαι ευχόμεθα όπως έλθη η ήμερα και της επισήμου αναγνωρίσεως της…» (Σταυρογιαννόπουλος, σ. 120).

Επί χούντας τελικά εκπληρώθηκε και αυτή η απαίτηση. Ειδικός νόμος «Περί Εθνικής Αντιστάσεως» όρισε σαν αντιστασιακούς όσους αγωνίστηκαν «επί εδαφών τελούντων υπό εχθρικήν κατοχήν και αποσκοπούντες εις την απευλευθέρωσιν τούτων και αποκατάστασιν του Ελληνικού Κράτους. Έν τη έννοια εχθρός περιλαμβάνονται εν προκειμένω και εν γένει Οργανώσεις αντεθνικώς δράσασαι και αποσκοπούσαι εις την επιβολήν εν τη Χώρα. καθεστώτος διαφόρου του νομίμου τοιούτου η και την υποδούλωσιν και προσάρτησιν Εθνικών εδαφών εις όμορους Χώρας»… (Κώδιξ Νομικού Βήματος XVII (1969), σ. 628-638: Ν. Δ. 179 της 25/26.4.1969).

8.η αρχική «ρεπουμπλικανική» φάση των Τ. Α. — κάτω απ’ την επίδραση των Θ. Πάγκαλου και Στ. Γονατά—είναι αρκετά άγνωστη. Βλέπε ομως: Γεώργιος Σεφέρης, Πολιτικό Ημερολόγιο, Α’, ‘Αθήνα 1979, σ. 141 (14.1.44): «Τάγματα Ασφαλείας: άνθρωποι του ’35». Επίσης: NARS ( = National Archives and Records Service, Washington), Rg 226: 83476. Γεώργιος Ράλλης (έκδ.), Ό Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου, Αθήνα 1947, σ. 117.

Άλλωστε, απότακτος του ’35 ήταν και ο «αρχαιότερος» ταγματασφαλίτης, ο συντ/χης Γεώργιος Πούλος (που ακολούθησε στο φθινόπωρο ’44 τους αποχωρούντες Γερμανούς και έτσι ηγήθηκε έπί δύο ολόκληρα χρόνια — Απρίλης 1943 μέχρι Απρίλη 1945! — ενός «τάγματος εθελοντών»).

9.Κείμενα στο: NARS, Rg 226: 83476.__

10.Άνδρες του (μακεδόνικου) Δ’ Σώματος Στράτου που παραδόθηκαν το 1916 αμαχητί στους Γερμανούς και μεταφέρθηκαν στο Γκαίρλιτς κάτω από καθεστώς «ευμενούς αιχμαλωσίας».

11.Θανάσης Χατζής, η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε (1941—1945), τόμος Γ’, Αθήνα 1979, σ. 97. Σχετικά με την ομολογία του Θ. Χ. για τις έαμικές «αυθαιρεσίες» κ.τ.λ. σε βάρος αντιφρονούντων, πρέπΐι έδω να υπογραμμιστεί ότι πράγματι εκείνες οι περιοχές δπου αυτή η πίεση εκδηλωνόταν περισσότερο —π.χ. Πελοπόννησος — ήταν οι ίδιες όπου και τα Τ.Α. είχαν κάποια «λαϊκή βάση». (Σ’ αυτό το σημείο συμφωνούν γερμανικές, βρετανικές και αμερικάνικες πηγές — καθώς και ελληνικές μη – εαμικές, όπως π.χ. ό Γ. Παπανδρέου στην Διάσκεψη του Λιβάνου). να μην ξεχαστούν και οι πάνω από 100 αντάρτες του 5)42 Συντάγματος της ΕΚΚΑ που μετά την αιματηρή διάλυση της μονάδας τους (συμπεριλαμβανομένης και της απρόκλητης εκτέλεσης του Δημ. Ψαρρού και άλλων) προσχώρησαν χωρίς ιδιαίτερο ενθουσιασμό στα Τ. Α., για να εκδικηθούν και να «πολεμήσουν τον Κομμουνισμό» ( ΜΑ [Militärarchiv Freiburg = Γερμ. Στρατιωτικό Αρχείο], φακ. 54961/2: LXVIII. A.K., Ic. Tagesmeldungen 20/23.4.44 κ.α.).

Τελικά, έχει ίσως ενδιαφέρον ότι και ταγματασφαλίτες (π.χ. Σταυρογιαννόπουλος,m σ. 28) παραδέχονται κάποια ανομοιογένεια των τμημάτων τους—αν και αντίθετης προέλευσης. · (...επέτυχαν να διεισδύσουν στοιχεία επικίνδυνα και τινε; κομμουνισται (κατ’ εντολήν ασφαλώς των αρχηγών των)»…__

12.ΜΑ, φακ. 65027/4 (Πολεμικό Ημερολόγιο Τμήματος Στρατιάς «Ε»): καταχώριση 23.1.44.

13.Έφ. ‘Ακρόπολις 17.10.43. Σχετικά με το Stroop, βλ. Kazimierz Moczarski, Gespräche mit dem Henker, Düsseldorf 1978.

14.Ή δ η πριν από την μαζική συγκρότηση των Τ. Α. π.χ. ό Άρης Βελουχιώτης είχε διακηρύξει δημόσια: (…Δυστυχώς υπάρχουν και κακοί Έλληνες οι όποιοι θα προτιμούσαν να μείνουμε στην υποδούλωση…Εναντίον αυτών πρέπει να βάλουμε με χίλιεςφορές μεγαλύτερη λ.ύσσα απ’ όση έχουμε εναντίον των κατακτητών.» [Μπροσούρα: η Α’ Πανθεσσαλική Συνδιάσκεψη των Ανταρτών του Ε.Α.Α.Σ.: Για τη Λευτεριά, την Λαοκρατία. Έκδ. Ελεύθερης Ελλάδας, [1943], σ. 11].

15.έφ. Καθημερινή 30.4.44. NARS, Rg 226: 83476.

16.ΜΑ, φακ. 54960/2, φύλλο 81. φακ. 54960/5: Führungsstab Fröch, έκθεση 23.6.44 Erich von Stering, γράμμα 7.6.70. κ.α.

17.ΜΑ, φακ. RH 19 ΧΙ/10: WB 2326.

18.UDS (Utrikesdepartementet Stockholm = ύπ. έξ/κών Σουηδίας), φακ. Grek-landshjlpen,
Allmänt VI:ΈκθεσηSandstróm, 22.11.44.

19.Χατζής, Γ’, σ. 97.

20.NARS, Rg 226: 64332. Σταυρογιαννόπουλος, σ. 28-29, 66-67. Χατζής, Γ’, σ. 37.Διονύσιος Μπενετάτος,Το Χρονικό της κατοχής 1941—1944,Αθήνα 1963, σ. 203-204,σ. 269-270. Παρόμοιες θέσεις συναντάει κανείς και στον σημερινό πολιτικό διάλογο

21.NARS, Rg 226: 72935, 83476, 92920. Κώστας Κουβαράς, O.S.S. με την Κεντρική του Ε.Α.Μ, Αθήνα 1976, σ. 43, 97, 103 (=ήμερολόγιο 15.5, 14.7., 21.7.44).

22.Π.χ. μερικές φορές προειδοποιήθηκαν Βρετανοί άξ/κοί για επικείμενες γερμανικές επιθέσεις. Ας σημειωθεί επίσης ότι ακόμα ô ίδιος ό Δ. Παπαδόγγονας έστειλε τον Μάρτη του 1944 απολογητική έκθεση στην Μέση Ανατολή (PRO [=Public Record Office, London], φακ. F. Ο. 371/43689: R 10713). οι Βρετανοί βέβαια υπογράμμιζαν συχνά πώς οι άνδρες των Τ. Α. δεν θα μπορούσαν να τοχουν «δίπορτο» και θάπρεπε να διαλέξουν. από την άλλη πλευρά τουλάχιστον στα έγγραφα συναντάει κανείς αρκετά συχνά κάποια αγγλική «κατανόηση» για τά μέλη των Ταγμάτων. και ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο, όπου οι σχέσεις των τοπικών βρετ. αξιωματούχων με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ήταν σχεδόν πάντοτε τεταμένες, παρατηρήθηκαν και οι πιο πολλές «δοσοληψίες» με τά Τ.Α. Το αν η πόσο το αναφερόμενο πνεύμα ανεκτικότητας συνέβαλε γενικότερα στην διαμόρφωση και εφαρμογή της βρετανικής πολιτικής, αποτελεί ένα επίμαχο ζήτημα που χρειάζεται περαιτέρω διελεύκανση. θα αποτέλεσε1όμως θέμα άλλης μελέτης.

23.Ας σημειωθεί ότι ό Δ. Παπαδόγγονας συχνά εκφράζει (προς τον Αυστριακό σύνδεσμο ταγματάρχη Poys) την «μεγάλη λύπη» του, ότι Άγγλοι και Γερμανοί δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν. Συμμερίζεται δηλαδή το όνειρο της άγγλο – γερμανικής προσέγγισης που το κάνουν σχεδόν όλοι οι δοσίλογοι. Αφού αυτό όμως δεν ήταν εφικτό, ό Παπαδόγγονας πράγματι — όπως επιβεβαιώνει ô Poys — ενημερώνει τους Γερμανούς ότι τά τμήματα του — σαν «ουδέτερα» — δεν θα εμάχοντο κατά τυχόν βρετανικών αποβατικών δυνάμεων. Αλλά «γι αυτό έτσι κι’ αλλιώς δεν υπήρχε ανάγκη», όπως σχολιάζει πάλιν ό σύνδεσμος (J. Poys, γράμμα 20.10.71).

Πραγματικά ό ίδιος ό Χίτλερ ενέκρινε από το 1943 την συγκρότηση των Τ.Α.,μετην προύπόθεση μόνο ότι «δεν θα εχρησιμοποιούντο κατά των Αγγλοσαξόνων» (ΜΑ>φακ. 44058/1: φύλλο 55. φακ. 65027/3Γ φύλλο 384 [12.11.43]). Αργότερα οι συστηματικά διαδιδόμενες φήμες περί βρετανικής επιδοκιμασίας των Τ. Α. συνέπιπταν και με ορισμένες ενέργειες των Γερμανών, που επίσης αποσκοπούσαν στην πλήρη ρήξη μεταξύ Ε AM και Καΐρου, καθώς και στο γενικό αποπροσανατολισμό του έλληνικού πληθυσμού (συνέντευξη ν. Lenthe. Arthur Edmonds, With Greek Guerillas,αδημοσίευτες αναμνήσεις, σ. 176, 196. κ.ά.).

 Μόνον, όταν μερικά ανώτατα στελέχη, σαν το Βασ. Ντερτιλή, Διοικητή των Ευζώνων, παρατράβηξαν το σχοινί των αγγλικών επαφών, αντέδρασαν οι κατακτητές  χολερικά και τους έθεσαν »προληπτικά» ύπό κράτηση (ΜΑ, φακ. 54961/2: LXVIII, Α.Κ. lc, ημερήσια αναφορά 19.5.44. φακ. 54961/1: LXVIII. A.K., le, Nr. 3500/44g 10.6.44).__

24.Μπενετατος, σ. 270. κ.α. Φυσικά δεν επρόκειτο έδω για ξεχωριστή περίπτωση, άλλωστε η ίδια ορολογία χρησιμοποιήθηκε και στις γερμανικές πηγές (βλ. έγγραφο3, κεφ. 5).

25.ΜΑ, φακ. 65027/3: ημερολογιακή καταχώρηση 5.11.43. Moczarski, σ. 294. βλ. και υποσημείωση

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *