Οι (αυτ)απάτες της «μεταβιομηχανικής» κοινωνίας

 

 

 

 

 

Η  ορολογία του «μεταβιομηχανικού» καπιταλισμού δεν είναι καινούργια. Έχει την καταγωγή της πολλές  δεκαετίες πίσω, στη δεκαετία του 60. Τότε εμφανίστηκαν οι θεωρίες της «μεταβιομηχανικής» κοινωνίας που υποτίθεται ότι εξηγούσαν την πραγματικότητα σε αντίθεση με τον «ξεπερασμένο» μαρξισμό.

Η «μεταβιομηχανική κοινωνία», που συνοδεύτηκε από την εκτίμηση για το «τέλος των ιδεολογιών», αναγγέλθηκε από τον Daniel Bell το 1966 στο βιβλίο του End of Ideology. Μόλις δύο χρόνια αργότερα ξέσπασαν εξεγέρσεις σε όλο τον ανεπτυγμένο καπιταλισμό, ενώ τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα (όπως στο Βιετνάμ) αναμετρήθηκαν με τον ιμπεριαλισμό στις χώρες του «τρίτου» κόσμου. Ακολούθησε η κρίση και η νεοφιλελεύθερη επέλαση που αναβίωσε την πιο άγρια εκδοχή της αστικής ιδεολογίας. Το προβεβλημένο «τέλος των ιδεολογιών» αποδείχτηκε φιάσκο (το σκηνικό, σε μια διαφορετική συγκυρία, θα επαναλαμβανόταν εικοσιπέντε χρόνια αργότερα με τον F.Fukuyama και το «τέλος της ιστορίας»).

Πέρα από τις πολλές διαφορές ανάμεσα στις προσεγγίσεις του «μεταβιομηχανικού» καπιταλισμού υπήρχε πάντα μια κοινή συνισταμένη: η ανάδειξη μια τάσης -περισσότερο η λιγότερο πραγματικής- της καπιταλιστικής παραγωγής σε αιτία δημιουργίας ενός υποτιθέμενου νέου κοινωνικού συστήματος -μέσα στον καπιταλισμό- που άλλαζε ριζικά η και καταργούσε τις ταξικές αντιθέσεις. Έτσι, παρά τα εύσημα που απέδιδαν οι περισσότερες από αυτές τις θεωρίες στο έργο του Marx, ήταν εγχειρήματα αντιπαραθετικά στον μαρξισμό και σαν τέτοια αξιοποιήθηκαν και αξιοποιούνται ενάντια στο εργατικό κίνημα. Για αυτό άλλωστε έβρισκαν πάντα και την αντίστοιχη προβολή και αναγνώριση από τα ΜΜΕ και τους οργανικούς διανοούμενους της αστικής τάξης. Μάλιστα το γεγονός ότι αποτελούν, στις διάφορες παραλλαγές τους, μόνιμο χαρακτηριστικό της αστικής ιδεολογίας που οι ρίζες του φτάνουν μέχρι τις απαρχές της, ενισχύει την εκτίμηση ότι η «τεχνοκρατική μεταφυσική» θα συνεχίσει να εμφανίζεται (πάντα με τον μανδύα του «καινούργιου») για όσο αυτή η ιδεολογία και οι κοινωνικές σχέσεις που την αναπαράγουν παραμένουν κυρίαρχες.

Για αυτές τις θεωρίες (που βρέθηκαν σε έξαρση μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και την υποχώρηση της μαρξιστικής θεωρίας), η «κοινωνία της πληροφορίας» και ο «νέος εργαζόμενος της γνώσης» ουσιαστικά μετέτρεπαν την γνώση και την πληροφορία σε έναν αυτόνομο παράγοντα που όχι μόνο υπερισχύει έναντι του κεφαλαίου και της εργασίας αλλά έχει και την δυνατότητα από μόνος του να διαλύει τις κοινωνικές σχέσεις και να δημιουργεί νέες «μη-καπιταλιστικές». Έτσι ο δρόμος προς την αταξική κοινωνία δεν βρισκόταν στην αμφισβήτηση του καπιταλισμού αλλά π.χ. στην έλευση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, στην εξάπλωση του διαδικτύου κ.α. Και είναι ενδεικτικό ότι όσοι τις υποστήριξαν είτε κατέληξαν σε ανοιχτή απολογία και υπεράσπιση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, είτε στράφηκαν στην αναζήτηση των υποτιθέμενων «μετά-βιομηχανικών» υποκειμένων που συχνά τα αποσπούσαν τεχνητά από το υπόλοιπο σώμα της εργατικής τάξης με διάφορες θεωρητικές ακροβασίες.

Για παράδειγμα ο Alvin Toffler διακήρυξε το 1982 τον ερχομό της «κοινωνίας της πληροφορίας» η οποία υποτίθεται ότι θα συνέτριβε την κοινωνική πυραμίδα Ο Andre Gorz (που βασίστηκε σε αυτές τις θεωρίες) αποχαιρέτησε το προλεταριάτο το 1986 στο βιβλίο του Αντίο Προλεταριάτο, βέβαιος ότι ο Μαρξισμός και οι τάξεις δεν είχαν πια λόγο ύπαρξης. Ο Jeremy Rifkin στο βιβλίο του Tο τέλος της εργασίας διαβεβαίωσε το 1996 ότι «ο κόσμος χωρίς καθόλου, σχεδόν, εργαζόμενους πλησιάζει με μεγάλη ταχύτητα». Παρόμοιες θεωρίες υποστήριξαν την δεκαετία του 2000 οι Negri-Hardt άλλα και διάφοροι παλιάτσοι τύπου Zizek, ακόμα και μέσα στην κρίση που ζούμε σήμερα (1).

Τίποτα από όλα αυτά δεν συνέβη. Η τεχνολογία των υπολογιστών π.χ., που είναι το αγαπημένο θέμα πολλών από τους παραπάνω θεωρητικούς, δεν οδήγησε στην αναβάθμιση του γνωστικού περιεχομένου της εργασίας αλλά στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα, με αποκλειστικό σκοπό το καπιταλιστικό κέρδος. Η επανάσταση της πληροφορικής αναδιοργάνωσε με αντιδραστικό τρόπο όλη την παραγωγική διαδικασία και είναι η βασική παραγωγική δύναμη και τεχνολογικό υπόβαθρο για την διεθνοποίηση του κεφαλαίου τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτή η διεθνοποίηση δεν θα μπορούσε ποτέ να πραγματοποιηθεί έξω από την οργάνωση της εργασίας και για αυτό τροποποιεί συνεχώς τις ιεραρχικές δομές, τους στόχους και τις κατευθύνσεις και στο εσωτερικό των καπιταλιστικών πολυεθνικών, εντείνοντας και όχι αμβλύνοντας την ταξική εκμετάλλευση της εργατικής τάξης που δουλεύει σε αυτές.

Καταρχήν ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής υπήρξε πολύ πριν την κυριαρχία της βιομηχανίας όπως την γνωρίζουμε σήμερα. Δύσκολα θα ισχυριστεί κανείς ότι όταν έγραφε ο Adam Smith τον «Πλούτο των εθνών» το 1776 (εγκαινιάζοντας την αστική πολιτική οικονομία, κάτι που προϋπέθετε την εμφάνιση πρωτόλειων έστω καπιταλιστικών σχέσεων) υπήρχε βιομηχανική παραγωγή. Ο Marx εντόπισε την ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και μαζί με αυτόν της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο σαν αναγκαία προϋπόθεση, ακόμα και τεχνολογικά, για την πραγματοποίηση της καπιταλιστικής παραγωγής με βάση την εκμετάλλευση της απλήρωτης εργασίας.

Ο Lenin δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολίας ως προς αυτό το ζήτημα. Στην πολεμική του στους «φίλους του λαού» έδειξε ότι το κεφάλαιο δεν είναι ένα πράγμα (π.χ. χρήμα) ούτε απλά μια τεχνική παραγωγής (π.χ εργοστάσιο) αλλά μια κοινωνική σχέση εκμετάλλευσης και κυριαρχίας. Επομένως η ύπαρξη του καπιταλισμού (η αντίστοιχα η υπέρβαση του) δεν μπορεί να κρίνεται αποκλειστικά με βάση το μέγεθος της βιομηχανικήσ παραγωγής (που και αυτή οι αστοί θεωρητικοί την ορίζουν όπως τους βολεύει). Αυτός ο ισχυρισμός ήταν αναπόσπαστο στοιχείο της μαρξιστικής κριτικής του Lenin στους Ναρόντνικους, στις απαρχές του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος στη Ρωσία, που προσπαθούσαν με διάφορους τρόπους (έλλειψη βιομηχανίας, αδύναμη εσωτερική αγορά κα) να αποδείξουν το αδύνατο της ανάπτυξης του καπιταλισμού.

 

 

Ενδεικτικά:

 

 

…..Αν οι «φίλοι του λαού» αντιπαρέρχονται τόσο αυθαίρετα παρόμοια γεγονότα, αυτό οφείλεται ακόμα και στο γεγονός ότι οι αντιλήψεις τους για τον καπιταλισμό δεν έχουν προχωρήσει πέρα από τις συνηθισμένες αγοραίες αντιλήψεις, ότι καπιταλιστής = πλούσιος και μορφωμένος επιχειρηματίας που έχει μεγάλες μηχανικές εγκαταστάσεις στο νοικοκυριό του, και δε θέλουν να ξέρουν το επιστημονικό περιεχόμενο αυτής της έννοιας. Στο προηγούμενο κεφάλαιο είδαμε πώς ο κ. Γιουζακόφ τοποθετούσε την αρχή του καπιταλισμού κατευθείαν στη μηχανική βιομηχανία, παρακάμπτοντας την απλή συνεργασία και τη μανιφακτούρα. Αυτό είναι ένα πολύ συνηθισμένο λάθος, που ανάμεσα στα άλλα έχει σαν επακόλουθο το ότι αγνοούν την κεφαλαιοκρατική οργάνωση της βιοτεχνικής μας παραγωγής (σελ 211)

….Τώρα μπορεί να εξηγηθεί και ο τρόπος σκέψης των παλιών σοσιαλιστών μας. Σχετικά με τη βιοτεχνία, οι παλιοί σοσιαλιστές μας ανάγουν την αιτία της εκμετάλλευσης σε φαινόμενα που βρίσκονται έξω από τις σχέσεις παραγωγής σχετικά με το μεγάλο, τον εργοστασιακό καπιταλισμό δεν μπορούσαν να μη δουν ότι στην περίπτωση αυτή η αιτία της εκμετάλλευσης βρίσκεται ακριβώς στις σχέσεις παραγωγής. Απ’ εδώ προέκυψε μια άλυτη αντίφαση, μια ασυμφωνία• δεν ήταν δυνατό να εξηγηθεί από πού μπορούσε να προέλθει αυτός ο μεγάλος καπιταλισμός, μια και στις σχέσεις παραγωγής της βιοτεχνίας (που δεν τις εξέταζαν!) δεν υπάρχει τίποτε το κεφαλαιοκρατικό. Και βγαίνει φυσιολογικά το συμπέρασμα: μια και δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στη βιοτεχνική και στην κεφαλαιοκρατική παραγωγή, αντιπαράθεσαν την πρώτη στη δεύτερη, σα βιομηχανία «λαϊκή» απέναντι σε βιομηχανία «τεχνητή». (σελ 216)

Οι «φίλοι του λαού», άλλωστε, δε θα μπορέσουν ποτέ να καταλάβουν πως στην αγροτική βιομηχανία, παρόλη τη γενική αθλιότητά της, παρά το σχετικά πολύ μικρό μέγεθος των εργαστηρίων και την εξαιρετικά χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας, παρά την πρωτόγονη τεχνική και το μικρό αριθμό των μισθωτών εργατών, υπάρχει καπιταλισμός. Δεν είναι καθόλου σε θέση να καταλάβουν ότι το κεφάλαιο είναι ορισμένη σχέση ανάμεσα σε ανθρώπους, σχέση που παραμένει η ίδια τόσο στις συνθήκες του μεγαλύτερου, όσο και στις συνθήκες του μικρότερου βαθμού ανάπτυξης των κατηγοριών που συγκρίνονται. Οι αστοί οικονομολόγοι ποτέ δεν μπόρεσαν να καταλάβουν αυτό το πράγμα: πάντα πρόβαλλαν αντιρρήσεις ενάντια σ’ αυτό τον ορισμό του κεφαλαίου. Θυμάμαι ότι στη Ρούσκαγια Μισλ ένας απ’ αυτούς, μιλώντας για το βιβλίο του Ζίμπερ (για τη θεωρία του Μαρξ), ανέφερε αυτό τον ορισμό (το κεφάλαιο είναι μια σχέση), έβαλε θαυμαστικά και αγανακτούσε. (σελ 219)

Το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα των αστών φιλοσόφων είναι ότι θεωρούν τις κατηγορίες του αστικού καθεστώτος αιώνιες και φυσικές και για το κεφάλαιο, συνεπώς, καταφεύγουν σε ορισμούς, όπως λόγου χάρη ο εξής: συσσωρευμένη εργασία που χρησιμεύει για την παραπέρα παραγωγή, δηλ. καθορίζουν το κεφάλαιο σαν αιώνια κατηγορία της ανθρώπινης κοινωνίας, συγκαλύπτοντας έτσι τον ειδικό, ιστορικά συγκεκριμένο οικονομικό σχηματισμό, όταν αυτή η συσσωρευμένη εργασία, οργανωμένη από την εμπορευματική οικονομία, περνάει στα χέρια εκείνου που δε δουλεύει και χρησιμεύει για την εκμετάλλευση της ξένης εργασίας. Γι’ αυτό, αντί της ανάλυσης και της μελέτης ενός συγκεκριμένου συστήματος σχέσεων παραγωγής, οι αστοί φιλόσοφοι μας προσφέρουν μια σειρά κοινοτοπίες που μπορούν να εφαρμοστούν σε κάθε καθεστώς, και είναι σερβιρισμένες με μια συναισθηματική σάλτσα μικροαστικής ηθικής. (σελ 220) (2)

 

 

Ακόμα όμως και αν, υποθετικά, αφήναμε στην άκρη τα παραπάνω, πάλι η έννοια του μετα-βιομηχανικού καπιταλισμού είναι λαθεμένη, αφού δεν έχει σχέση με την ίδια την πραγματικότητα. Ο μετά-βιομηχανικός καπιταλισμός είναι προϊόν της φαντασίας των διανοούμενων των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών που προβάλλουν (όπως και στο παρελθόν) ένα συγκεκριμένο φαινόμενο, αυτό της μεταφοράς παραγωγικών μονάδων από δυτικές πολυεθνικές στον «τρίτο» κόσμο, σαν παγκόσμια «νομοτέλεια». Αυτή η μεταφορά οδήγησε στην δημιουργία ενός νέου εξαθλιωμένου βιομηχανικού προλεταριάτου στον τρίτο κόσμο (μεγάλο μέρος του οποίου είναι ανήλικα παιδιά) το οποίο αριθμεί σήμερα εκατοντάδες εκατομμύρια και έχει κρίσιμο ρόλο για την κερδοφορία των πολυεθνικών. Από την άλλη πλευρά, ακόμα και στον «πρώτο κόσμο» η βιομηχανία και η βιομηχανική παραγωγή απέχουν πολύ από το να έχουν εξαφανιστεί. Στην πραγματικότητα οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες παραμένουν χώρες με πολύ μεγάλη (συνολικά) βιομηχανική παραγωγή, παρά τα μεγάλα ποσοστά των (όπως ορίζουν οι αστικές στατιστικές) «υπηρεσιών», λόγω της μεγάλης υπεροχής των συνολικών μεγεθών των οικονομιών τους.

voroni diagram

Τό ίδιο λανθασμένη είναι και η προσέγγιση αυτών των θεωριών για τις κοινωνικές τάξεις. Γιατί στην πραγματικότητα ο τελικός σκοπός τους έιναι να «αποδείξουν» ότι οι τάξεις έχουν καταργηθεί, ότι οι αλλλαγές στην παραγωγή έχουν καταργήσει την εργατική τάξη (και άρα την ανάγκη να υπάρχουν συνδικάτα) και τις κινητοποιήσεις της (και άρα όσοι  αγωνίζονται ακόμα δεν είναι εργαζόμενοι αλλά  «συντεχνίες»). Και έχουν καταργήσει και την αστική τάξη, αφού δεν υπάρχουν αστοί αλλά μάνατζερς, μέτοχοι, δηλαδή «στελέχη» που ασκούν τον πραγματικό έλεγχο και εξουσία. 

Για την προσέγγιση για την εργατική τάξη αυτές οι θεωρίες, παρά τις αναφορές τους στον Μαρξ, συγκροτούνται γύρω από ένα θεμελιώδες λάθος: να κριθεί η εργασία (και άρα και ο εργαζόμενος) αποκλειστικά με βάση το συγκεκριμένο αντικείμενο της (υλική/άυλη) και όχι σαν κοινωνική σχέση στην οποία ενσωματώνονται οι παραγωγικές δυνάμεις για να λειτουργήσουν προς όφελος του κεφαλαίου, θέση που όπως είδαμε παραπάνω υποστηρίζει η μαρξιστική κριτική. Η αντίληψη αυτή είναι τυπική για όλες τις αστικές θεωρίες της «μετά-βιομηχανικής» κοινωνίας.

Και όχι μόνο: Και η αριστερά είναι γεμάτη απο αυτοαποκαλούμενους «Μαρξιστές» που νομίζουν ότι η παραγωγική εργασία στον καπιταλισμό δεν είναι η παραγωγή υπεραξίας αλλά η παραγωγή «υλικών» εμπορευμάτων. Και απο πάνω ταυτίζουν την έννοια του «παραγωγικού» με το «κοινωνικά χρήσιμο» όταν όλοι ξέρουν ότι η παραγωγική διαδικασία στον καπιταλισμό κινείται με βάση το κέρδος και όχι την κοινωνική χρησιμότητα.

Όμως, όπως έχει δείξει ο Μάρξ στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου η παραγωγή υπεραξίας  δεν έχει σχέση με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του προιόντος, αν π.χ είναι τραπέζι η πρόγραμμα στον υπολογιστή, ούτε με οποιαδήποτε «ηθική» αξιολόγηση της αξίας χρήσης του: Η παραγωγή υπεραξίας δεν συνδέεται με την  συγκεκριμένη ωφέλιμη εργασία π.χ του ξυλουργού ή του οικοδόμου, αφού αυτή αντιστοιχεί στην αξία χρήσης, αλλά αφηρημένης εργασίας που δίνει τελικά στο προιόν την ανταλλακτική αξία και το κάνει εμπόρευμα. Ο Μάρξ δεν θα μπορούσε να το περιγράψει πιο ξεκάθαρα:

 

Έτσι καί οι ανταλλαχτικές αξίες των εμπορευμάτων πρέπει νά αναχθουν σέ κάτι τό κοινό για αυτά, καί από τό κοινό αυτό οι ανταλλαχτικές αξίες αντιπροσωπεύουν κάποια μεγαλύτερη η μικρότερη ποσότητα. Τό κοινό αυτό δέν μπορεί νά είναι μιά γεωμετρική, φυσική, χημική  άλλη ύλική ιδιότητα των εμπορευμάτων. Οι σωματικές ιδιότητες των εμπορευμάτων παίρνονται γενικά ύπόψη μόνο εφόσον τά κάνουν ωφέλιμα, δηλαδή αξίες χρήσης. Άπό την αλλη μεριά δμως αυτό πού χαρακτηρίζει ολοφάνερα την ανταλλαχτική σχέση των εμπορευμάτων είναι ίσα-ίσα η αφαίρεση από τίς αξίες χρήσης τους. (Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, μτφ. Π. Μαυρομάτη, Σύγχρονη Εποχή, 1996 τόμος πρώτος, σελ. 51)

 

 

Έτσι λοιπόν ο  χαρακτήρας των εμπορευμάτων δεν οφείλεται στη δική τους αυτόνομη ιδιοσυστασία:

 

 

Av τώρα παραβλέψουμε την άξία χρήσης των σωμάτων των εμπορευμάτων, τούς μένει μονάχα μιά ιδιότητα, ή ιδιότητα οτι είναι προιόντα εργασίας. ‘Έτσι ομως μεταμορφώθηκε κιόλας γιά μας τό ίδιο τό προιόν της εργασίας. Αν κάνουμε άφαίρεση από την αξία του χρήσης, κάνουμε επίσης αφαίρεση καί aπό τά συστατικά μέρη και τίς μορφές του σώματός του πού τό κάνουν νά είναι άξία χρήσης. Δέν είναι πιά τραπέζι η σπίτι η νημα· η κάποιο αλλο ωφέλιμο πράγμα. Eσβησαν ολες οι αισθητές ιδιότητές του. Δέν είναι επίσης πιά τό προιόν της εργασίας του ξυλουργου η του οικοδόμου η του- κλώστη η κάποιας αλλης συγκεκριμένης παραγωγικης εργασίας. Μαζί μέ τόν ωφέλιμο χαρακτηρα των προιόντων της εργασίας εξαφανίζεται καί ο ωφέλιμος χαρακτηρας των εργασιων πού περιέχονται σε αυτά, εξάφανίζονται επομένως καί οι διάφορες συγκεκριμένες μορφές αυτών των εργασιων, δέν διακρίνονται πιά μεταξύ τους, άλλά εχόυν αναχθεί δλες στην ίδια άνθρώπινη εργασία, στήν αφηρημένη ανθρώπινη εργασία (Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, μτφ. Π. Μαυρομάτη, Σύγχρονη Εποχή, 1996 τόμος πρώτος, σελ. 52)

 

Αντίθετα στην αριστερή και δεξιά μεταφυσική το προιόν είναι που κάνει τον εργαζόμενο και όχι ο εργαζόμενος το προιόν. Το προιόν εδώ αποκτά υπερφυσικές ιδιότητες, αφού αυτό καθορίζει αν ο εργαζόμενος είναι «παραγωγικός» η όχι και όχι η κοινωνική σχέση με την οποία δημιουργήθηκε.

Οι αντιφάσεις αυτής της «επιστημονικής» προσέγγισης είναι ξεκάθαρες: Ακόμα και αν πάρει κάποιος στα σοβαρά αυτήν την ανάλυση (παραγωγικό στον καπιταλισμό=κοινωνικά χρήσιμο=υλικό προιόν) θα πρέπει να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η παραγωγή π.χ όπλων είναι πιο «παραγωγική» απο την εξαρτημένη μισθωτή εργασία του ιδιωτικού τομέα στους χώρους της υγείας και της παιδείας, επειδή έχει «υλικό» χαρακτήρα και δεν είναι «υπηρεσίες».

Το ίδιο ξεκάθαρες είναι και οι πολιτικές στοχεύσεις: οι θεωρίες του «παραγωγικού» και «παρασιτικού» καπιταλισμού, οι θεωρίες της ψωροκώσταινας και της «μη καπιταλιστικής» η (περίπου καπιταλιστικής) Ελλάδας  που κάνουν ανεπίκαιρη την εργατική εξουσία αλλά αναγκαία την αριστερή κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ η του ΣΥΡΙΖΑ ν.2 (ΛΑΕ κ.α) με ένα «μεταβατικό» πρόγραμμα προς τις «καλύτερες μέρες». Έτσι αποκρύπτουν ότι στον καπιταλισμό το «παραγωγικό» δεν συνδεέται με το «κοινωνικά ωφέλιμο».  Δεν υπάρχει «κοινωνικά ωφέλιμη» παραγωγή στον καπιταλισμό και ούτε πρόκειται να υπάρξει ποτέ, όσες κυβερνήσεις της αριστεράς και να φτιάξουμε γιατί ο καπιταλισμός είναι η κυριαρχία της ανταλλακτικής αξίας πάνω στην αξία χρήσης των προιόντων. Για να αλλάξει αυτό χρειάζεται ένα άλλο μοντέλο κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης όπου θα αλλάξει σταδιακά ο συσχετισμός αξίας χρήσης-ανταλλακτικής αξίας, μέχρι την τελική κατάργηση της δεύτερης. Για αυτό ο Κομμουνισμός είναι η μόνη ρεαλιστική προοπτική για τα συμφέροντα των εργαζομένων. Για αυτό το μόνο μεταβατικό πρόγραμμα που υπάρχει είναι το πρόγραμμα της εργατικής εξουσίας, που θα ανοίξει το δρόμο σε μια τέτοια προοπτική. Όλα τα υπόλοιπα τροφοδοτούν (συνειδητά η όχι) τις αυταπάτες και την διαιώνιση της ταξικής εκμετάλλευσης.

Για την προσέγγιση για την αστική τάξη, οι θεωρίες αυτές δεν είναι τιπότα άλλο απο μια νεκρανάσταση, στα βασικά της σημεία, της αντιδραστικής θεωρίας της «επανάστασης των διευθυντών», θεωρία που είχε διατυπωθεί από έναν πρώην τροτσκιστή, τον James Βurnham, το 1941. O Burnham  υποστήριζε ότι περνάμε σε μια μετά-καπιταλιστική «διευθυντική» κοινωνία όπου τα διευθυντικά στελέχη έχουν υποκαταστήσει την αστική τάξη και έχουν αποκτήσει τον πραγματικό έλεγχο της παραγωγής. To λάθος που αποκρύπτει αυτή η θεωρία είναι ότι στην πραγματικότητα αυτοί οι διευθυντές και μάνατζερ που περιγράφει μπορεί να διευθύνουν π.χ. ένα εργοστάσιο αλλά η ιδιότητα τους ως «άρχουσα τάξη» ορίζεται από τον έλεγχο στα μέσα παραγωγής. Αν αυτός δεν υπάρχει τότε υπάγονται στους ανώτατους διευθυντές του κλάδου που κατέχουν τα μηχανήματα, το κεφάλαιο, τα κτίρια κλπ. Έτσι στις «διευθυντικές θεωρίες», ο έλεγχος στα μέσα παραγωγής εξισώνεται αυθαίρετα με τον έλεγχο της πρόσβασης στα μέσα παραγωγής, με την εξουσία της πρόσληψης ή της απόλυσης κ.α.

Η θεωρία αυτή έγινε στην εποχή της αποδεκτή με ενθουσιασμό από τους Αμερικανούς επιχειρηματίες αφού τους έλυνε πολλά προβλήματα: υποστηρίζοντας ότι ο καπιταλισμός έχει καταργηθεί και ότι επίκειται το πέρασμα στην «διευθυντική κοινωνία» κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η Σοβιετική Ένωση δεν είναι σοσιαλιστική και ότι η Αμερική δεν είναι καπιταλιστική. Οπότε δεν χρειάζεται και πολύ σκέψη γιατί διαδόθηκε γρήγορα μέσα απο όλα τα πανεπιστήμια της Αμερικής και της δυτικής Ευρώπης και αναπαράγεται ακόμα και σήμερα απο δεξιούς και αριστερούς οπαδούς της «μετανεωτερικότητας»

Η κρίση και οι σημερινές αλλαγές στις παραγωγικές δυνάμεις και σχέσεις και κατά συνέπεια στην οργάνωση της παραγωγής, στην αστική ιδεολογία, στην ταξική συνείδηση, στην εργατική και αστική πολιτική, στα χαρακτηριστικά της εργατικής τάξης και του εργατικού κινήματος αποτελούν πραγματική πρόκληση για την ανάπτυξη της Μαρξιστικής κριτικής του καπιταλισμού της εποχής μας. Κριτική που είναι ο δρόμος για να μην ανακαλύπτουμε κάθε λίγο τον τροχό, για να μην θεωρούμε ότι η «υπέρβαση του μαρξισμού» βρίσκεται στην επιστροφή στο κάθε λογής αστικό προμαρξιστικό ρεύμα που κάθε τόσο, με ένα επίμονο και δογματικό τρόπο, μάς σερβίρεται σε καινούργιο περιτύλιγμα. Πολύ περισσότερο όταν η κρίση φέρνει στο προσκήνιο, μαζί με όλη την σκουριά των ξεθωριασμένων αστικών ιδεολογιών (με μαρξιστική βιτρίνα η όχι) την δυνατότητα και ανάγκη για μια νέα εξόρμηση των κομμουνιστικών ιδεών και της μαρξιστικής κριτικής. Για μια νέα συνάντηση της Μαρξιστικής και κομμουνιστικής διανόησης με την εργατική τάξη της εποχής μας και την πάλη της για την υπεράσπιση της ζωής και για μια κοινωνία πέρα από τον καπιταλισμό.

 

 Βαγγέλης Ζέρβας

 

 

1.Η πολιτική οικονομία του Slavoj Zizek: Καταστρέφοντας τα τετράδια της Μαρξιστικής θεωρίας. Εδώ βρίσκονται πολλά τμήματα αυτού του κειμένου

2. Lenin V.I – Τι είναι οι φίλοι του λαού και πώς πολεμούν τους σοσιαλδημοκράτες/’Απαντα τόμος 1 sel 125-344/εκδόσεις Συγχρονη εποχή. Τα αποσπάσματα βρίσκονται στο Μέρος ΙΙΙ.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *