Ο μηχανιστικός υλισμός και οι συνέπειες του: Ο κεντρικός ρόλος της ταξικής πάλης

Σχόλιο, εισαγωγή Praxis:Το κείμενο είναι μια επιλογή απο αποσπάσματα απο το βιβλίο του C.Harman «Μαρξισμός και Ιστορία-Βάση και Εποικοδόμημα», εκδόσεις Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο. Οι σημειώσεις ακολουθούν την σειρά στο πρωτότυπο.

Η κριτική του Harman στο συγκεκριμένο θέμα ( πέρα από τις γενικότερες τοποθετήσεις του, που προφανώς συνδέονται με το πολιτικό ρεύμα που ανήκει) είναι επίκαιρη σήμερα. Είναι επίκαιρη γιατί τα ιδεολογικά ορφανά του Κάουτσκυ και του Πλεχάνοφ συνεχίζουν να έχουν επιρροή σήμερα στην αριστερά και μάλιστα στην «επαναστατική». Και μάλιστα κραδαίνοντας και τα Ευαγγέλια της Μαρξιστικής «ορθοδοξίας».

Σύμφωνα με αυτές τις αντιλήψεις, η ταξική πάλη είναι απλά η «αντανάκλαση» των οικονομικών συνθηκών και δεν έχει αποφασιστικό ρόλο στην ιστορία. Τα πράγματα δηλαδή θα ήταν τα ίδια π.χ  στην Ρωσία το 1917, ακόμα και αν δεν υπήρχαν ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι, στην Γαλλία το 1789 αν δεν υπήρχαν οι Ιακωβίνοι, η στην επανάσταση του 1821 ακόμα και αν δεν υπήρχε η Φιλική Εταιρεία η ο Ρήγας. Οι κοινωνικοί αγώνες, δηλαδή οι ταξικοί αγώνες, έχουν διακοσμητικό ρόλο και απλά «επιταχύνουν» η «επιβραδύνουν» τις εντολές των «αόρατων οικονομικών δυνάμεων» που κινούν τα νήματα στην σκηνή της ιστορίας. Έτσι η ιστορία είναι «προγραμματισμένη» και αυτό που μένει είναι η ανακάλυψη και συνεπής εφαρμογή των «νόμων» της (από τους «ειδικούς» τύπου Κάουτσκυ που θα «διαφωτίσουν» τους εργάτες). 

Με αυτό ακριβώς  το «Μαρξιστικό»  επιχείρημα ο Κάουτσκυ (και οι άλλοι ηγέτες στη Β Διεθνή) έστειλαν τους εργάτες να αλληλοσκοτωθούν στον Α Παγκόσμιο πόλεμο, καθώς ήταν μάταιο να αγωνιστούν ενάντια στους «νόμους» της πραγματικότητας που έδειχναν ότι η αντίσταση δεν είχε νόημα. Ο Λένιν (και η αριστερή πτέρυγα στην Β. Διεθνή, η Ρόζα, ο Μέρινγκ, ο Πάνεκουκ, ο Λίμπκνεχτ κ.α.) είχαν, ευτυχώς, διαφορετική γνώμη. Ακόμα και σήμερα οι μακρινοί απόγονοι του Κάουτσκυ, τα πρώην Ευρωκομμουνιστικά ρεύματα τύπου ΣΥΡΙΖΑ, επικαλούνται τους αδιατάρακτους «νόμους» του καπιταλισμού και της Ευρωπιακής Ένωσης για να δικαιολογήσουν την πολιτική τους σαν μονόδρομο.

Πρόκειται για μια αντίληψη ξένη προς την θεωρία και την πρακτική και του Μαρξ και του Ενγκελς και κυρίως του μεγαλύτερου αντίπαλου του «Καουτσκισμού», του Λένιν. Όμως εδώ το σημαντικό δεν είναι τόσο η διεκδίκηση της σωστής ερμηνείας των κλασικών. Η ίδια η ιστορική εμπειρία (αλλά και η επιστήμη) έχουν επιβεβαιώσει ότι, σε αντίθεση με ότι υποστηρίζουν τα βολονταριστικά ρεύματα, η ταξική πάλη δεν είναι ανεξάρτητη από τις κοινωνικές συνθήκες. Δεν είναι η ανθρώπινη βούληση από μόνη της ικανή π.χ. να δημιουργήσει κομμουνισμό στην φεουδαρχία. Οι κοινωνικές συνθήκες είναι αυτές που θέτουν το πλαίσιο, τα όρια και τα ενδεχόμενα. Δεν καθορίζουν όμως την ιστορικά πρωτότυπη και συγκεκριμένη μορφή (και περιεχόμενο) των πολιτικών εξελίξεων. Αυτά τα καθορίζει η ταξική πάλη, όπως διεξάγεται σε όλα τα επίπεδα. Η ιστορία των κοινωνιών είναι η ιστορία των ταξικών αγώνων, όπως έλεγε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο.

Οι κοινωνικές συνθήκες στην Ρωσία το 1917, έκαναν δυνατή την εμφάνιση των Μπολσεβίκων αλλά και δεκάδων άλλων πολιτικών ρευμάτων. Χωρίς αυτές το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο εκείνης της εποχής δεν θα υπήρχε. Όμως η επανάσταση (και η μορφή και το περιεχόμενο που πήρε) δεν ήταν απλά «αντανάκλαση» της οικονομίας αλλά αποτέλεσμα σκληρής ταξικής πάλης. Ήταν επίσης αποτέλεσμα της δράσης του ίδιου του Λένιν (και όλων των ηγετών των Μπολσεβίκων).Το ίδιο ισχύει και για όλα τα άλλα ιστορικά γεγονότα.

Οι κοινωνικές συνθήκες θέτουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο υπάρχουν οι διαφορετικές πιθανές ιστορικές εξελίξεις και επιλογές. Επιλογές που δεν έχουν σχέση με ατομικές πράξεις αποκομμένες απο το κοινωνικό πλαίσιο, όπως φαντάζεται ο μικροαστός «Μαρξιστής» αλλά εκφράζουν, συνειδητά η όχι, τους ανταγωνισμούς, τις ιδέες και τους συχετισμούς των ταξικών συγκρούσεων. Το ποια εξέλιξη θα επικρατήσει (η όχι)  θα το αποφασίσει η ταξική πάλη, δηλαδή η συνειδητή η λιγότερο συνειδητή δράση και σύγκρουση των τάξεων (σε όλα τα επίπεδα).Οι κοινωνικές συνθήκες έχουν τον πρωταρχικό ρόλο, η ταξική πάλη έχει τον καθοριστικό και οι δύο μαζί, σε ενότητα και σύγκρουση, συνθέτουν τον πραγματικό τροχό της ιστορίας, που την οδηγεί είτε μπροστά, είτε πίσω. Αυτή είναι και η επαναστατική κληρονομιά του Μαρξισμού απέναντι στον αστικό οικονομισμό η βολονταρισμό,  απέναντι στον Κάουτσκυ η τους θεωρητικούς του Αναρχισμού.

 

 

Μαρξισμός και Ιστορία.

 

 

«Στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους οι άνθρωποι εισέρχονται σε συγκεκριμένες σχέσεις οι οποίες είναι ανεξάρτητες από τη θέλησή τους, σχέσεις παραγωγής που ανταποκρίνονται σε ένα δεδομένο στάδιο ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων

Το σύνολο αυτών των σχέσεων παραγωγής αποτελεί την οικονομική δομή της κοινωνίας, την πραγματική βάση πάνω στην οποία ορθώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα στο οποίο αντιστοιχούν συγκεκριμένες μορφές κοινωνικής συνείδησης. Ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει τη διαδικασία της κοινωνικής, πολιτικής, διανοητικής ζωής γενικότερα. Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει το Είναι τους, αντιθέτως το κοινωνικό Είναι καθορίζει τη συνείδησή τους.

Σε ένα συγκεκριμένο στάδιο της ανάπτυξής τους οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας έρχονται σε σύγκρουση με τις υπάρχουσες παραγωγικές σχέσεις ή -κάτι που αποτελεί τη νομική έκφραση του ίδιου πράγματος- με τις σχέσεις ιδιοκτησίας στο πλαίσιο των οποίων λειτουργούσαν μέχρι αυτού του σημείου.

Από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων αυτές οι σχέσεις μεταβάλλονται σε εμπόδια. Τότε ξεκινάει η εποχή της κοινωνικής επανάστασης.

Με την αλλαγή της οικονομικής βάσης μεταμορφώνεται με περισσότερο ή λιγότερο ταχείς ρυθμούς και όλο το τεράστιο εποικοδόμημα.

Στην ανάλυση αυτών των μετασχηματισμών πρέπει πάντοτε να γίνεται μια διάκριση ανάμεσα στον υλικό μετασχηματισμό των υλικών συνθηκών της παραγωγής, ο οποίος μπορεί να οριστεί με την ακρίβεια των φυσικών επιστημών και στις νομικές, θρησκευτικές, αισθητικές ή φιλοσοφικές -εν συντομία ιδεολογικές- μορφές μέσω των οποίων οι άνθρωποι αποκτούν συνείδηση αυτής της σύγκρου-ω/ς και τη διεξάγουν.

…Δεν κρίνουμε μια περίοδο μετασχηματισμού από τη συνείδησή της: αντιθέτως η ίδια η συνείδηση πρέπει να ερμηνευτεί από τις αντιθέσεις της υλικής ζωής, από τις υπάρχουσες συγκρούσεις ανάμεσα στις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής.

Σε γενικές γραμμές, ο ασιατικός, ο αρχαίος, ο φεουδαρχικός και ο σύγχρονος αστικός τρόπος παραγωγής μπορούν να οριστούν ως οι διαδοχικές εποχές στην οικονομική βάση της κοινωνίας».

 

 

[Καρλ Μαρξ, απόσπασμα από τον Πρόλογο στην Εισαγωγή της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας]

 

 

Στο κέντρο του μαρξισμού υπάρχει μια σύγχυση. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς διατύπωσαν μια πολύ γόνιμη μέθοδο για την ανάλυση της κοινωνίας. Από τη στιγμή που αυτή η μέθοδος διατυπώθηκε για πρώτη φορά το 1846, στην Γερμανική Ιδεολογία, η γονιμότητά της έχει αποδειχθεί σε κάθε γενιά από τότε. Κάθε διακήρυξη των ιδεολογικών εκπροσώπων της αστικής τάξης για τον «θάνατο του μαρξισμού», διαψεύδονταν μέσα σε μια δεκαετία, από ένα ευρύ φάσμα μαρξιστικών μελετών για την κοινωνία, την οικονομία και την ιστορία. Αλλά κάθε φορά που γίνεται απόπειρα να οριστεί επακριβώς σε τι συνίσταται αυτή η μέθοδος προκύπτει μια μεγάλη σύγχυση, όπου «μαρξιστές» υποστηρίζουν εμφανώς αντίθετες θέσεις.

Η σύγχυση αυτή επικεντρώνεται στο δίπολο “βάση” και «εποικοδόμημα» Το 1857 ο Μαρξ έγραψε στον Πρόλογο της Εισαγωγής στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας ότι «η οικονομική δομή της κοινωνίας» σχηματίζει την «πραγματική βάση» πάνω στην οποία «υψώνεται ένα κοινωνικό και νομικό εποικοδόμημα»1

Από τότε, οι μαρξιστές αντιπαρατίθενται για το νόημα αυτής της δήλωσης. Τι είναι η “βάση”; Η οικονομία; Οι παραγωγικές δυνάμεις; Η τεχνολογία; Οι παραγωγικές σχέσεις; Τι περιλαμβάνεται στο εποικοδόμημα; Σίγουρα το κράτος. Αλλά τι ισχύει για την ιδεολογία (και την επαναστατική θεωρία); Την οικογένεια; Τον οικονομικό ρόλο του κράτους, τις επιχειρήσεις που ελέγχει;

Και τέλος, ποια είναι η σχέση ανάμεσα στη “βάση” και το “εποικοδόμημα”; Η βάση καθορίζει το εποικοδόμημα; Και αν είναι έτσι, ποια είναι ακριβώς η φύση αυτού του καθορισμού; Μήπως το “εποικοδόμημα” είναι ως ένα βαθμό “αυτόνομο” -και αν πάλι ισχύει κάτι τέτοιο, πώς μπορεί να συμφιλιωθεί με την έννοια του «καθορισμού” (έστω και αν πρόκειται για “καθορισμό μόνο σε τελευταία ανάλυση”);

 

 

Ο μηχανιστικός υλισμός και οι συνέπειες του

 

 

Ανάλογα με την απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα οδηγούμαστε σε πολύ διαφορετικές ερμηνείες για το πώς εξελίσσεται η κοινωνία. Στο ένα άκρο βρίσκεται η άποψη που λέει ότι η βάση είναι οι παραγωγικές δυνάμεις, η οποίες αναπόφευκτα προοδεύουν και ότι αυτό με τη σειρά του οδηγεί σε αλλαγές στην κοινωνία.

Οι ιδεολογικοί και πολιτικοί αγώνες δεν παίζουν σημαντικό ρόλο σύμφωνα με αυτή την οπτική. Οι άνθρωποι είναι προϊόντα των συνθηκών από τις οποίες διαμορφώνονται και η ιστορία προχωρά εντελώς ανεξάρτητα από τη θέλησή τους. Το αποτέλεσμα των πολέμων, των επαναστάσεων, των φιλοσοφικών διαμαχών και οτιδήποτε άλλου είναι καθορισμένο εκ των προτέρων. Αν τον Ροβεσπιέρο τον πάταγε μια άμαξα το 1788 ή αν το σφραγισμένο τρένο [του Λένιν] εκτροχιάζονταν το 1917, για την ιστορία δεν θ’ άλλαζε απολύτως τίποτα.

Μια τέτοια εκδοχή του μαρξισμού βασίζεται σε μια συγκεκριμένη ανάγνωση του ίδιου του Μαρξ, ιδιαίτερα ενός αποσπάσματος έντονης πολεμικής στο βιβλίο του Η Αθλιότητα της Φιλοσοφίας:

«Οι άνθρωποι αλλάζουν τον τρόπο παραγωγής τους αποκτώντας νέες παραγωγικές δυνάμεις και αλλάζοντας τον τρόπο παραγωγήςτους αλλάζουν και τον τρόπο με τον οποίο κερδίζουν τα προς το ζην, αλλάζουν όλες τις κοινωνικές τους σχέσεις. Ο νερόμυλος δίνει μια κοινωνία με φεουδάρχη αφέντη, η ατμοκίνητη μηχανήμια κοινωνία με τον βιομήχανο καπιταλιστή».2

Στα χρόνια που ακολούθησαν το θάνατο του Μαρξ, αυτή η μηχανιστική, ντετερμινιστική άποψη της ιστορίας έψτασε να θεωρείται ως «μαρξιστική” ορθοδοξία. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου ο μαρξισμός ηγεμόνευσε στο γερμανικό εργατικό κίνημα και μέσω αυτού στη Δεύτερη Διεθνή. Αλλά επρόκειτο για ένα μαρξισμό με τη μορφή που έπαιρνε μέσα από τα μάτια του Καρλ Κάουτσκι, του «Πάπα του Μαρξισμού”

Για τον Κάουτσκι, η ιστορική εξέλιξη είχε παράγει αναπόφευκτα κάθε τρόπο παραγωγής με μια συγκεκριμένη σειρά -Αρχαιότητα, φεουδαρχία, καπιταλισμός και, το ίδιο αναπόφευκτα, θα κατέληγε στον σοσιαλισμό. Επρόκειτο για μια «αναπόφευκτη …προσαρμογή των τρόπων ιδιοποίησης στους τρόπους παραγωγής».3 Τα επαναστατικά κινήματα δεν μπορούν να αλλάξουν την πορεία της εξέλιξης. Για παράδειγμα, οι Χουσίτες του 15ου αιώνα και οι επαναστάτες Αναβαπτιστές του 16ου αιώνα παρόλο που πολέμησαν γενναία προβάλλοντας το όραμα για μια νέα κοινωνία, δεν μπορούσαν να αλλάξουν τον αναπόφευκτο ρου της ιστορίας:

«Η κατεύθυνση της κοινωνικής εξέλιξης δεν εξαρτάται από την χρησιμοποίηση ειρηνικών μεθόδων ή βίαιων αγώνων. Καθορίζεται από την πρόοδο και τις ανάγκες των παραγωγικών δυνάμεων. Αν η έκβαση επαναστατικών αγώνων δεν ανταποκρίνεται στις ελπίδες των επαναστατών μαχητών, το μόνο που αποδεικνύει αυτό το γεγονός είναι ότι αυτές οι ελπίδες βρίσκονταν σε αντίθεση με την εξέλιξη των απαιτήσεων της παραγωγής. Οι βίαιοι επαναστατικοί αγώνες δεν μπορούν ποτέ να καθορίσουν την κατεύθυνση της κοινωνικής εξέλιξης, το μόνο που μπορούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι να επιταχύνουν το ρυθμό της...»4

Στον σύγχρονο καπιταλισμό, το καθήκον των επαναστατών σοσιαλιστών δεν ήταν να αποπειραθούν να “κόψουν δρόμο” στη διαδρομή της ιστορικής εξέλιξης, αλλά να χτίζουν υπομονετικά την σοσιαλιστική τους οργάνωση, μέχρι τη στιγμή που ο καπιταλισμός θα είναι έτοιμος να παραχωρήσει τη θέση του στον σοσιαλισμό. Όμως, αντίστοιχα, ούτε οι αντεπαναστάτες ήταν ικανοί να ανακόψουν την πρόοδο των παραγωγικών δυνάμεων και συνεπώς την ιστορική εξέλιξη. Ο Κάουτσκι επέμενε ότι ποτέ στην ιστορία δεν έχει σημειωθεί μια “οπισθοδρόμηση” από περισσότερο ανεπτυγμένες σε πιο καθυστερημένες παραγωγικές δυνάμεις.5 «Η οικονομική ανάπτυξη θα οδηγήσει αναπόφευκτα …στην κατάκτηση της κυβέρνησης για τα συμφέροντα της [εργατικής] τάξης»6 έγραφε στην Εισαγωγή στο Πρόγραμμα της Ερφούρτης της γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας, το κείμενο του Κάουτσκι με τη μεγαλύτερη επιρροή.

Οι απόψεις του Πλεχάνοφ, ενός από τους πρώτους Ρώσους μαρξιστές, βρίσκονταν πολύ κοντά στις απόψεις του Κάουτσκι. Ο Πλεχάνοφ θεωρούσε ότι η ανάπτυξη της παραγωγής οδηγεί αυτόματα σε αλλαγές στο εποικοδόμημα. Καμιά ανθρώπινη προσπάθεια, όσο επίμονη και αν είναι, δε μπορεί να εμποδίσει την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. «Η κοινωνική εξέλιξη» είναι μια «διαδικασία έκφρασης νόμων».7

«Η τελική αιτία κάθε κοινωνικής σχέσης βρίσκεται στην κατάσταση των παραγωγικών δυνάμεων». «Ο ι παραγωγικές δυνάμεις …καθορίζουν …τις κοινωνικές σχέσεις, δηλαδή τις οικονομικές σχέσεις».’

Ο Πλεχάνοφ διατύπωσε μια «φόρμουλα» με την οποία ορίζει την ιεραρχία της αιτιότητας στην ιστορία. Η “κατάσταση των παραγωγικών δυνάμεων” καθορίζει τις “οικονομικές σχέσεις» της κοινωνίας. Πάνω σε αυτή την “οικονομική βάση” αναπτύσσεται ένα “κοινωνικο-πολιτικό σύστημα” «Η νοοτροπία των ανθρώπων που ζουν σε μια κοινωνία καθορίζεται εν μέρει άμεσα από τις επικρατούσες οικονομικές συνθήκες και εν μέρει από ολόκληρο το κοινωνικο-πολιτικό σύστημα που υψώνεται πάνω σε αυτά τα θεμέλια ». Εν τέλει, οι «διάφορες ιδεολογίες …αντανακλούν τις ιδιότητες αυτής της νοοτροπίας». Ο Πλεχάνοφ αποδεχόταν ότι «οι άνθρωποι κάνουν την ιστορία» αλλά αμέσως μετά επέμενε ότι «ο βασικός άξονας της πνευματικής ανάπτυξης της ανθρωπότητας» προχωρά «παράλληλα με αυτόν της οικονομικής ανάπτυξης», δηλαδή ότι αυτό που πραγματικά έχει σημασία είναι η οικονομική ανάπτυξη.10

Ο ρόλος των ατόμων δεν είχε καμιά σημασία στην έκβαση μεγάλων ιστορικών γεγονότων, όπως για παράδειγμα, ο ρόλος του Ροβεσπιέρου ή του Μιραμπό στη Γαλλική Επανάσταση:

«Όποια και να είναι τα ποιοτικά χαρακτηριστικά ενός συγκεκριμένου ατόμου δε μπορεί να εξαφανίσει τις δεδομένες οικονομικές σχέσεις αν οι τελευταίες αντιστοιχούν σε μια δεδομένη κατάσταση των παραγωγικών δυνάμεων.Προικισμένοι άνθρωποι μπορούν να αλλάξουν μόνο μεμονωμένες πλευρές του γεγονότος, όχι τη γενική του φορά».»_

…………….Στα ιστορικά έργα του ίδιου του Μαρξ -Οι Ταξικοί Αγώνες στη Γαλλία, 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία- δεν υπάρχει ίχνος από μια τέτοια παθητική, μοιρολατρική προσέγγιση της διαδικασίας των αλλαγών στην ιστορία. Επίσης….. ο Ένγκελς σε επιστολές του προς το τέλος της ζωής του-στις αρχές της δεκαετίας του 1890- με τα οποία ασκούσε κριτική στη χοντροκομμένη χρήση του ιστορικού υλισμού. Για παράδειγμα, ο Ενγκελς έγραφε στον Στάρκενμπεργκ (Starkenburg):

«Η πολιτική, νομική, φιλοσοφική, θρησκευτική, λογοτεχνική, καλλιτεχνική κλπ ανάπτυξη βασίζεται στην οικονομική ανάπτυξη. Ωστόσο, αλληλεπιδρούν τόσο η μια στην άλλη, όσο και πάνω στην οικονομική βάση. Δεν ισχύει ότι η κατάσταση της οικονομίας είναι το μοναδικό, ενεργητικό αίτιο και όλα τα άλλα παθητικά αποτελέσματα. Αντί γι’ αυτό, υπάρχει αλληλεπίδραση στη βάση της οικονομικής αναγκαιότητας, η οποία στο τέλος πάντα επικρατεί».11

Και στον Μπλοχ (Bloch):

«Σύμφωνα με την υλιστική σύλληψη της ιστορίας, το τελικό, καθοριστικό στοιχείο της ιστορίας είναι η παραγωγή και η αναπαραγωγή της πραγματικής ζωής. Ούτε ο Μαρξ ούτε εγώ ισχυριστήκαμε ποτέ κάτι περισσότερο απ’ αυτό. Όποιος, λοιπόν, διαστρεβλώνει αυτή την άποψη σε σημείο που να ισχυρίζεται ότι το μόνο καθοριστικό είναι το οικονομικό στοιχείο, τη μεταμορφώνει σε μια κενή, αψηρημένη και χωρίς νόημα φράση.

Η οικονομική κατάσταση αποτελεί τη βάση, ωστόσο, τα ποικίλα στοιχεία του εποικοδομήματος -οι πολιτικές μορφές της ταξικής πάλης και η έκβασή τους, όπως οι θεσμοί που καθιερώνονται από τις νικήτριες τάξεις μετά από μια νικηφόρα μάχη κλπ, οι νομικές μορφές, ακόμα και οι αντανακλάσεις των πραγματικών αγώνων στα μυαλά όσων συμμετείχαν σ’ αυτούς, οι πολιτικές, νομικές, φιλοσοφικές θεωρίες, οι θρησκευτικές αντιλήψεις και η παραπέρα ανάπτυξή τους σε δογματικά συστήματα- με τη σειρά τους εξασκούν επιρροή στην πορεία των ιστορικών αγώνων και σε πολλές περιπτώσεις υπερτερούν στον καθορισμό της μορφής τους….

Ανάμεσα σε όλα αυτά τα στοιχεία υπάρχει μια αλληλεπίδραση κατά τη διάρκεια της οποίας, μέσω μιας ολόκληρης σειράς τυχαίων γεγονότων, τελικά το οικονομικό στοιχείο προβάλει καθοριστικό».14

 

 

Ο κεντρικός ρόλος της ταξικής  πάλης

 

 

Η Μαρξιστική προσέγγιση παίρνει σαν αφετηρία την επισήμανση των αντιφατικών τρόπων με τους οποίους αναπτύσσονται οι παραγωγικές δυνάμεις και οι σχέσεις παραγωγής, η βάση και το εποικοδόμημα, η υλική πραγματικότητα και οι ιδέες των ανθρώπων. Όμως, καμιά από αυτές τις αντιθέσεις δε λύνεται από μόνη της, όπως υποστηρίζουν οι μηχανιστικοί υλιστές. Η επίλυσή τους επέρχεται μόνο στη βάση των αγώνων ανάμεσα στους ανθρώπους, της ταξικής πάλης.

Από τη στιγμή που έχουμε κοινωνίες όπου υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα σε αυτούς που παράγουν άμεσα και σε αυτούς που ζουν από το πλεονάζον προϊόν, κάθε ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων οδηγεί σε αλλαγές στο αντικειμενικό βάρος των διαφορετικών τάξεων -όσο αργή και αποσπασματική κι αν είναι αυτή η ανάπτυξη. Επίσης, κάποιοι τρόποι ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων οδηγούν σε ποιοτικές αλλαγές, σε νέους τρόπους απόσπασης πλεονάσματος, σε εμβρυακές μορφές εκμεταλλευτικών και εκμεταλλευόμενων τάξεων (και τελικά στη διαμόρφωση μιας τάξης που μπορεί να διαχειρίζεται την κοινωνία χωρίς να εκμεταλλεύεται κανέναν).

Όμως, οι νέες μέθοδοι παραγωγής συναντούν πάντα την αντίσταση τουλάχιστον ενός μέρους όσων έχουν συμφέρον από τη διατήρηση των παλιών τρόπων. Το προχώρημα του κάθε νέου τρόπου παραγωγής σημαδεύεται πάντοτε από σκληρούς ταξικούς πολέμους (ακόμα και σε περιπτώσεις όπως των θρησκευτικών πολέμων του 16ου και του 17ου αιώνα, όπου αυτοί οι τρόποι δεν παίρνουν πάντοτε τη μορφή μιας καθαρής ρήξης ανάμεσα σε διαφορετικές τάξεις, αλλά συχνά τη μορφή περιπλεγμένων συμμαχιών που διαπερνούν τα πιο δυναμικά κομμάτια της ανερχόμενης τάξης και συγκεκριμένες ομάδες συμφερόντων της παλιάς τάξης πραγμάτων).

 Το αν αυτές οι νέες μέθοδοι παραγωγής καταφέρουν να αναδειχτούν, κρίνεται από το ποιος θα επικρατήσει σε αυτή την πάλη. Οι οικονομικές εξελίξεις παίζουν ένα πολύ σημαντικό ρόλο σ’ αυτή τη διαδικασία. Καθορίζουν το μέγεθος των αντιμαχόμενων τάξεων, τη γεωγραφική τους συγκέντρωση (δηλαδή το πόσο εύκολο είναι να οργανωθούν), το βαθμό ομοιογένειάς τους, τους πόρους που έχουν στη διάθεσή τους.

Αμεσοι οικονομικοί παράγοντες σαν τους παραπάνω, μπορούν πράγματι να δημιουργήσουν μια κατάσταση όπου μια ανερχόμενη τάξη δεν μπορεί να κερδίσει ό,τι και να κάνει. Ο αντικειμενικός συσχετισμός δυνάμεων γέρνει πολύ αποφασιστικά προς την άλλη μεριά. Όμως, όταν οι αντικειμενικοί παράγοντες δημιουργούν μια κατάσταση όπου οι αντίπαλες τάξεις έχουν ίσες δυνάμεις, αυτό που τελικά κρίνει τα πράγματα είναι μια σειρά από άλλους παράγοντες -η ιδεολογική ομοιογένεια,η οργάνωση και η ηγεσία της κάθε τάξης.

Για τον μηχανιστικό υλιστή οι ιδέες αποτελούν απλώς μια αντανάκλαση του υλικού Είναι. Όμως, τα πράγματα δεν είναι ποτέ τόσο απλά στις πραγματικές ιστορικές διαδικασίες του κοινωνικού μετασχηματισμού.

Οι θεσμοί της άρχουσας τάξης προσπαθούν συνεχώς να διαμορφώσουν τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τους εαυτούς τους και τις σχέσεις τους. Τα μέλη μιας ανερχόμενης τάξης αρχικά αποδέχονται αυτούς τους ορισμούς, αφού είναι οι μόνοι διαθέσιμοι: έτσι για παράδειγμα οι πρώτοι αστοί του Μεσαίωνα αποδέχονταν στην ολότητά τους τα κηρύγματα του Μεσαιωνικού Καθολικισμού.

Ομως, τα μέλη μιας ανερχόμενης τάξης εμπλέκονται σε μια πρακτική δραστηριότητα την οποία οι παλιοί ορισμοί δεν μπορούν να την εγκολπωθούν εύκολα. Οι άνθρωποι αρχίζουν και κάνουν πράγματα που δεν τα επιτρέπει ο παλιός τρόπος σκέψης. Και τότε, οι θεσμοί που επιβάλλουν τον παλιό τρόπο σκέψης απειλούν με μέτρα τιμωρίας.

Σ ’ αυτό το σημείο προβάλλουν δυο επιλογές. Οσοι επιδίδονται σε νέες μορφές δραστηριότητας υποχωρούν στις πιέσεις της παλιάς τάξης πραγμάτων και η νέα δραστηριότητα σταματά. Η άλλη επιλογή είναι να γενικεύσουν τη σύγκρουση με την παλιά ιδεολογία και μέσα απ’ αυτή τη σύγκρουση να αναπτύξουν στοιχεία ενός νέου τρόπου θεώρησης του κόσμου -και να προσπαθήσουν να συσπειρώσουν γύρω από αυτές τις ιδέες όλους όσους βρίσκονται σε παρόμοια αντικειμενική κατάσταση.

Ένα νέο σύστημα ιδεών δεν αποτελεί απλά μια παθητική αντανάκλαση οικονομικών αλλαγών. Αντίθετα, οι νέες ιδέες αποτελούν ένα βασικό κρίκο στη διαδικασία της κοινωνικής αλλαγής. Κινητοποιούν αυτούς που αφορούν οι ποσοτικές αλλαγές μικρής κλίμακας στην παραγωγή και τους μεταμορφώνουν σε μια δύναμη που βάζει στόχο τη συνολική αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τη κλασσική διαμάχη γύρω από τον Προτεσταντισμό και την άνοδο του καπιταλισμού. Σύμφωνα με αντιπάλους του μαρξισμού, όπως ο Μαξ Βέμπερ, η αυτόνομη «μη-οικονομική” ανάπτυξη μιας νέας θρησκευτικής ιδεολογίας ήταν το μοναδικό στοιχείο που μπορούσε να προσφέρει το έδαφος για να ρίξουν ρίζες οι νέες καπιταλιστικές μέθοδοι παραγωγής. Ο Πουριτανισμός ήταν η αιτία του καπιταλισμού.

Σύμφωνα με τους μηχανιστικούς υλιστές συνέβη το αντίστροφο. Ο Προτεσταντισμός ήταν απλώς μια μηχανιστική αντανάκλαση της ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων. Ο καπιταλισμός ήταν το αίτιο, οΠροτεσταντισμός ήταν το αποτέλεσμα.

Τόσο από τη μια όσο και από την άλλη άποψη διαφεύγει ένας ζωτικός κρίκος στην αλυσίδα της ιστορικής ανάπτυξης. Ο Προτεσταντισμός αναπτύχθηκε γιατί κάποιοι άνθρωποι μέσα στη φεουδαρχική κοινωνία άρχισαν να ζουν και να δουλεύουν με τρόπους που δεν ήταν εύκολα συμβατοί με τη κυρίαρχη ιδεολογία του μεσαιωνικού Καθολικισμού.

Αρχισαν να δίνουν μια νέα ερμηνεία σε δόγματα του Καθολικισμού ώστε να βγάλουν νόημα από τις νέες συμπεριφορές τους. Όμως, αυτή η προσπάθεια οδήγησε σε συγκρούσεις με τους θεματοφύλακες της παλιάς τάξης (την εκκλησιαστική ιεραρχία). Σ ’ αυτό το σημείο παρουσιάστηκαν προσωπικότητες που προσπάθησαν να γενικεύσουν την αμφισβήτηση της παλιάς ιδεολογίας, ο Λούθηρος, ο Καλβίνος και άλλοι.

Όπου αυτή η αμφισβήτηση δεν είχε επιτυχία ή όπου οι υποστηρικτές της συμβιβάστηκαν με τη παλιά τάξη (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία) τα νέα στοιχεία εργασίας και τρόπου ζωής δεν έγιναν τίποτα περισσότερο από περιθωριακά φαινόμενα σε μια φεουδαρχική κοινωνία που συνέχισε τη ζωή της. Όμως, εκεί που η αμφισβήτηση στέφθηκε με επιτυχία (όπως στη Βρετανία και στην Ολλανδία) απελευθέρωσε από τα παλιά δεσμά τους νέους τρόπους εργασίας και διαβίωσης -και έτσι γενίκευσε τις αστικές μορφές παραγωγής.

Παρόμοια είναι και η σχέση ανάμεσα στους εργατικούς αγώνες στον καπιταλισμό και στις ιδέες του επαναστατικού σοσιαλισμού.

Αρχικά, οι εργάτες προσπαθούν να εντάξουν τις εμπειρίες από τους αγώνες τους ενάντια σε συγκεκριμένες πτυχές του καπιταλισμού σε ιδεολογικά πλαίσια που τους έχουν “κληροδοτηθεί» από το παρελθόν.

Αυτά τα πλαίσια διαμορφώνουν τις μορφές που παίρνουν οι αγώνες τους και γι’ αυτό το λόγο αυτοί οι αγώνες δεν είναι ποτέ μια αυτόματη αντανάκλαση των υλικών συμφερόντων. Όπως έχει πει ο Μαρξ  «το νεκρό παρελθόν β αραίνει σαν εφιάλτης στο μυαλό των ζωντανών» Όμως, η προσπάθεια να ερμηνεύσουν τις εμπειρίες μέσα από παλιά πλαίσια δημιουργεί μια ένταση μέσα στα παλιά πλαίσια, που επιλύεται μόνο όταν κάποιοι άνθρωποι προσπαθούν να τ’ αλλάξουν.

Όπως γράφει ο Αντόνιο Γκράμσι «ο πρακτικός άνθρωπος των μαζών, εργάζεται πρακτικά, αλλά δεν έχει μια ξεκάθαρη θεωρητική συνείδηση των πράξεών του, η οποία αποτελεί επίσης μια γνώση του κόσμου στο βαθμό που προσπαθεί να τον αλλάξει».63 Υπάρχουν «δυο είδη συνείδησης” αυτή που “υπονοείται από τις πράξεις του” και αυτή που «εκδηλώνεται επιφανειακά, την οποία έχει κληρονομήσει από το παρελθόν και την οποία αποδέχεται χωρίς κριτική»:

«Αυτή η “λεκτική» αντίληψη δεν είναι χωρίς επιπτώσεις: τον δένει με μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα, επηρεάζει με ένα περισσότερο ή λιγότερο έντονο τρόπο την ηθική του συμπεριφορά και τη θέλησή του και μπορεί να φτάσει στο σημείο όπου η αντίθεση μέσα στη συνείδηση μπορεί να αποτρέψει οποιαδήποτε δράση…(ΓΓ αυτό το λόγο) η ενότητα της θεωρίας και της πράξης δεν είναι ένα δεδομένο γεγονός, αλλά μια ιστορική διαδικασία γίγνεσθαι».64

Κατ’ αυτό τον τρόπο, οι Χαρτιστές του 19ου αιώνα προσπάθησαν να ερμηνεύσουν νέες εμπειρίες με τη βοήθεια παλιότερων, ριζοσπαστικών δημοκρατικών αντιλήψεων. Όμως αυτό είχε σαν αποτέλεσμα το σχηματισμό αντιφατικών ιδεολογικών προτάσεων κάθε είδους. Γι’ αυτό το λόγο κάποιοι από τους πιο φημισμένους ρήτορες και συγγραφείς του κινήματος ήταν άνθρωποι όπως ο Μπρόντερ Ο Μπράιεν (Bronterre Ο ’ Brien), ο Τζούλιαν Χάρβι (Julian Harvey) και ο Ερνεστ Τζόουνς (Ernest Jones) που άρχισαν να διατυπώνουν τις εμπειρίες του κόσμου με ένα πιο καινοτόμο, περισσότερο σαφή σοσιαλιστικό τρόπο. Θ ίδιος ο μαρξισμός δεν είναι ένα σύνολο ιδεών που βγήκαν έτοιμες από τα μυαλά του Μαρξ και του Ενγκελς – και μετά με ένα μαγικό τρόπο κυριάρχησαν στο εργατικό κίνημα. Η γέννηση της θεωρίας στηρίχτηκε στην απόσταξη των εμπειριών του νεαρού εργατικού κινήματος στα χρόνια που προηγήθηκαν του 1848 από τον Μαρξ και τον Ένγκελς.

Οι εργάτες από τότε την αποδέχτηκαν στο βαθμό που ανταποκρίνονταν σ’ αυτά που είχαν ήδη αρχίσει να τους διδάσκουν οι αγώνες τους. Ομως, αυτή η αποδοχή επιδράει με τη σειρά της σ’ αυτούς τους αγώνες επηρεάζοντας την έκβασή τους. Η [μαρξιστική] θεωρία δεν αντανακλά απλώς τις εμπειρίες των εργατών στο καπιταλισμό: γενικεύει κάποια στοιχεία αυτής της εμπειρίας (αυτά του αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό) σε μια συνειδητοποίηση του συστήματος ως συνόλου. Κάνοντας αυτό, προσφέρει νέες προοπτικές για το πώς να διεξαχθεί ο αγώνας και ταυτόχρονα γεμίζει με νέα αποφασιστικότητα αυτούς που παλεύουν.

Η θεωρία αναπτύσσεται στη βάση της πρακτικής, αλλά επίσης επιδράει στην πρακτική και επηρεάζει την αποτελεσματικότητά της. Πρόκειται για μια σημαντική διαπίστωση, γιατί η θεωρία δεν είναι πάντοτε η σωστή. Ιστορικά έχουν υπάρξει πολύ σημαντικοί εργατικοί αγώνες που έχουν διεξαχθεί κάτω από την επιρροή λανθασμένων θεωριών: Π.χ ο Προυντονισμός και ο Μπλανκισμός στη Γαλλία στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα………………….

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

 

1Karl M arx, A Contribution to the Critique of Political Economy,London 1971. Στα ελληνικά, Κ. Μαρξ, Κριτική της πολιτικής οικονομίας,εκδ. Οικονομικής & Φιλοσοφικής Βιβλιοθήκης, σελ. 6-7,Αθήνα 1956

2.Κ. Marx & F. Engels, Collected Works, τομ. 6, σελ. 166

3.Κ. Kautsky, The Economic Doctrines of Karl Marx, London 1925,σελ. 365

4.K. Kautsky, Volaufer der neuren Socialismus, Erster Band: KommunistischeBewengungen in Mittelalter, Berlin 1923, σελ. 365. Δενυπήρξαν μεταφράσεις από τα γερμανικά αυτού του κείμενου μεεξαίρεση μια στα αγγλικά τη δεκαετία του 1890. Κρίμα, γιατί οιαδυναμίες της μεθόδου του Κάουτσκι δεν τον εμπόδισαν να γράψεισημαντικές ιστορικές μελέτες.

5.Κ. Kautsky, Ethics and the Materialist Conception of History, London1906, σελ. 81

6.Οπως οι περισσότεροι μηχανιστικοί υλιστές, ο Κάουτσκι δεν μπορούσενα είναι αυστηρά συνεπής ούτε στην ίδια την δική του μέθοδο.Κάποιες στιγμές υποστηρίζει πως η ανθρώπινη δραστηριότηταέχει να παίξει έναν σημαντικό ρόλο, όπως για παράδειγμα στην εισαγωγήτου στο Πρόγραμμα της Ερφούρτη;

7.G. Plekhanov, The Role of the Individual in History, New York 1940,σελ. 41

8.Στο ίδιο

9.G. Plekhanov, Fundamental Problems of Marxism, Moscow, σελ. 83

10.Στο ίδο, σελ. 80

11.The role of the individual in History, όπ.π. Σελ. 44

 

…………………

14.Επιστολή στις 21-22/9/90. Επίσης και στα γράμματά του στονSch m idt στις 2 7 /1 0 /9 0 και 5 /8 /9 0 και στο γράμμα του στονMehring στις 14/7/93

………………….

 

63. A Gramsci, “Avriamento alio studio della filosofia del materialismostorico», στο Materialismo Storico. Στα ελληνικά, Αντόνιο Γκράμσι,Ιστορικός Υλισμός, εκδ. Οδυσσέας

64.Materialismo Storico, οπ.π.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *