Ο ταξικός χαρακτήρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η έξοδος ως η μόνη ελπίδα για τον κόσμο της εργασίας

Το κείμενο είχε δημοσιευτεί στο πρώτο τεύχος της έντυπης έκδοσης του Praxis, το 2012, σελ 25-44.

 

 

Ο ταξικός χαρακτήρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η έξοδος από αυτή ως η μόνη ελπίδα για τον κόσμο της εργασίας

 

 

1. Οι διεθνείς μηχανισμοί του κεφαλαίου και η ευρωπαϊκή ένωση

 

 

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να προχωρήσει κανείς σε μια συζήτηση για την ίδια την ΕΕ χωρίς μια σαφή τοποθέτηση για την ίδια την έννοια και τον χαρακτήρα της. Τις περισσότερες φορές αυτό δεν δηλώνεται ρητά αλλά προκύπτει μέσα από τις απαντήσεις που δίνονται στο θέμα του ευρώ και του ρόλου των κυρίαρχων καπιταλιστικών χωρών στην ΕΕ ,ιδιαίτερα της Γερμανίας, της ΕΚΤ και μιας σειράς άλλων θεσμών και πολιτικών. Στα ελεγχόμενα Μέσα Μαζικής Εξαπάτησης της καπιταλιστικής κοινωνίας το ερώτημα-για προφανείς λόγους- έτσι κι αλλιώς δεν τίθεται. Ωστόσο, σε πολλούς χώρους της αριστεράς τίθεται κυρίως από την πλευρά των οποιοδήποτε συνεπειών έχουν οι πολιτικές που απορρέουν από την ΕΕ.

Το ζήτημα δεν είναι θέμα ακαδημαϊκού σχολαστικισμού. Για παράδειγμα, αν κάποιος αντιμετωπίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση ως την «ένωση των ευρωπαϊκών λαών» είναι αναμενόμενο οι λύσεις που προτείνει να αναζητούνται κυρίως προς μια σειρά παραγόντων που αλλοιώνουν –σύμφωνα με αυτές τις προσεγγίσεις- το κοινωνικό περιεχόμενο που θα μπορούσε αυτή η «Ευρώπη» να αποκτήσει. Εδώ λοιπόν ξεκινάει ένα μεγάλος κατάλογος ανάλογα με το κάθε πολιτικό και ιδεολογικό ρεύμα και τις εσωτερικές του αποχρώσεις: Οι Χριστιανοδημοκράτες (ιδιαίτερα η Μέρκελ), οι κεντροαριστεροί, οι «μεγάλοι» της Ευρώπης, οι τράπεζες, το ευρώ, η νομισματική ένωση κ.ά. Η έννοια δηλαδή που δίνεται (ή υπονοείται μέσα από τις θέσεις και τις προτάσεις που κατατίθενται) στην ΕΕ προσδιορίζει και το πλαίσιο μέσα στο οποίο δίνονται οι όποιες απαντήσεις.

Για τα αστικά ιδεολογικά ρεύματα η Ευρωπαϊκή καπιταλιστική ολοκλήρωση είναι γενικά η «Ευρώπη». Οι διατυπώσεις αυτές ανάγονται προφανώς στην  αστική ιδεολογία, την ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης,που παρουσιάζει τα δικά της ιδιαίτερα συμφέροντα σαν συμφέροντα όλης της κοινωνίας και ιδιαίτερα σαν συμφέροντα και των εκμεταλλευομένων τάξεων. Αυτή η ιδεολογική κυριαρχία βέβαια συνδέεται με την ίδια την ταξική κυριαρχία των καπιταλιστών που διαθέτοντας την πολιτική εξουσία και τα μέσα παραγωγής έχουν τη δυνατότητα να αναπαράγουν διαρκώς, μέσα από τους οικονομικούς, πολιτικούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς, τις δικές τους ταξικές επιδιώξεις ως «εθνικές» στρατηγικές.

Έτσι η περιγραφή της Eυρωπαϊκής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης ως η «Ευρώπη» άρα και των πολιτικοοικονομικών πολιτικών που απορρέουν από αυτήν ως «Ευρωπαικών», σκόπιμα καταργεί και αποκρύπτει τις κοινωνικές-ταξικές αντιθέσεις. Ουσιαστικά ενσωματώνει στην κατηγορία της «Ευρώπης» κοινωνικές τάξεις που έχουν αντίθετα συμφέροντα και τελείως διαφορετικούς όρους επιβίωσης και πρόσβασης σε αγαθά και υπηρεσίες.

Η «Ευρώπη» στην οποία αναφέρονται όλες αυτές οι απόψεις είναι η Ευρώπη των 23 εκατομμυρίων ανέργων1 και των 80 εκατομμυρίων που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας (από τους οποίους τα 20 – σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία – είναι παιδιά)2 και ταυτόχρονα είναι η Ευρώπη των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, 150 από τους οποίους βρίσκονται στην λίστα των 500 πιο κερδοφόρων επιχειρήσεων του πλανήτη με αμύθητα ποσά σε κέρδη για το 2011 (και εδώ δεν συμπεριλαμβάνονται μόνο χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αλλά πετρελαϊκοί κολοσσοί, αυτοκινητοβιομηχανίες, εταιρείες στην τηλεπικοινωνία κ.ά.).3 Αυτοί οι δύο διαφορετικοί κόσμοι, των μεγάλων ανισοτήτων στο εσωτερικό των Ευρωπαϊκών χωρών (και εδώ θα μπορούσε κανείς να προσθέσει την καθήλωση των μισθών, την συρρίκνωση του «κοινωνικού μισθού», το μεταναστευτικό, τον ρατσισμό, την καταστολή κ.ά.) αλλά και ανάμεσα στις χώρες αυτές, παρουσιάζονται λοιπόν σαν ενιαίο σώμα κάτω από τις σημαίες της κεφαλαιοκρατικής «Ευρώπης»  η οποία μάλιστα δέχεται συχνά και «αριστερή» κριτική γιατί… δεν παίρνει πρωτοβουλίες υπέρ των εργαζομένων.

Για τα κυρίαρχα νεοκλασικά δόγματα (τα οποία ήταν η θεωρητική βάση του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης)4, η δημιουργία μιας ευρωπαϊκής καπιταλιστικής αγοράς θα αποτελούσε όχημα για να αμβλυνθούν οι κοινωνικές αντιθέσεις. Η απελευθέρωση των κεφαλαίων θα οδηγούσε σε ένα μαγικό κόσμο όπου το διεθνές οικονομικό σύστημα απαλλαγμένο από στρεβλώσεις (κοινωνικός μισθός, εργατικό κίνημα, έλεγχος στην κίνηση κεφαλαίων και πολλά άλλα που κατά τις θεωρίες αυτές «νοθεύουν» τον ανταγωνισμό) θα ακολουθούσε ξέγνοιαστα τον δρόμο της διαρκούς ισορροπίας και της μεγέθυνσης των βασικών μεταβλητών (συνολικό προϊόν, επενδύσεις, κατανάλωση, απόθεμα κεφαλαίου, αποταμιεύσεις) που θα έφερνε την ευημερία σε όλους.5

Αυτή η θεώρηση της καπιταλιστικής οικονομίας ως συστήματος ισορροπίας στηρίζεται σε εξωπραγματικές υποθέσεις, τόσο για τον ίδιο τον ρόλο των συντελεστών παραγωγής όσο και για την ίδια την ίδια προοπτική της διεθνούς οικονομίας. Όπως εδώ και χρόνια έχει επισημανθεί τόσο από μαρξιστές οικονομολόγους αλλά και από αντιπολιτευόμενα στην νεοκλασική θεωρία ιδεολογικά ρεύματα, τα μοντέλα αυτής της θεώρησης και οι μαθηματικές εξισώσεις που τα συνοδεύουν καταλήγουν -στην καλύτερη περίπτωση- σε μια απολογητική προσέγγιση του ταξικού εκμεταλλευτικού χαρακτήρα του καπιταλισμού.6

Σύμφωνα με αυτές τις θεωρίες, με τα αξιώματα των οποίων βομβαρδίζονται καθημερινά οι εργαζόμενοι, -ακόμα και σήμερα που τα αποτελέσματα τους είναι προφανή-, από πολιτικούς, δημοσιογράφους πανεπιστημιακούς και άλλους «ειδήμονες της κοινής της γνώμης» οι εθνικές-Ευρωπαϊκές οικονομίες, ιδιαίτερα η Ελλάδα και ο Ευρωπαϊκός Νότος, πάσχουν από διαρθρωτικά προβλήματα που κάνουν άκαμπτο τον μηχανισμό της αγοράς και οδηγούν όχι στην σύγκλιση αλλά στην απόκλιση, τόσο μεταξύ των χωρών όσο και στο εσωτερικό τους.

Η πραγματικότητα όμως δείχνει (ιδιαίτερα σήμερα εν μέσω κρίσης με τα παραπάνω δόγματα να συγκροτούν το θεωρητικό πλαίσιο των κυρίαρχων στρατηγικών του κεφαλαίου) ότι κάθε βήμα προς τα διαρθρωτικά μέτρα οδήγησε όχι στη σύγκλιση αλλά στην διόγκωση των ανισοτήτων, στην εξαθλίωση των εργατικών τάξεων και των λαϊκών στρωμάτων στον Ευρωπαϊκό Νότο, στην καθήλωση των μισθών και στις περικοπές πρόνοιας στην υπόλοιπη Ευρώπη. Και αυτό γιατί το συνεχιζόμενο άνοιγμα των αγορών με τα νεοφιλελεύθερα μέτρα επιβεβαίωσε τη θέση του Λένιν για το νόμο της ανισόμετρης ανάπτυξης7 (τον οποίο σήμερα πολλοί «μαρξιστές» αρνούνται προτείνοντας, εντός του καπιταλισμού… την σύγκλιση των ευρωπαϊκών χωρών, κάτι που προτείνουν εξάλλου με άλλο και οι νεοφιλελεύθεροι, προφανώς με άλλο τρόπο) δηλαδή την αντικειμενική -εντός του καπιταλιστικού συστήματος- άνιση ανάπτυξη των εθνικών καπιταλισμών που είναι προϋπόθεση για την αναπαραγωγή των καπιταλιστικώνσχέσεων σε εθνική και διεθνή κλίμακα.

Εντός των αστικών ιδεολογικών ρευμάτων αναπτύσσονται απόχεις που αντιμετωπίζουν τα παραπάνω φαινόμενα ως αποτέλεσμα κυρίως των νεοφιλελεύθερων πολιτικών επιλογών και διεκδικούν μια διαφορετική «ρύθμιση» της διεθνούς οικονομίας, προτάσσοντας μια σειρά μέτρων κρατικού παρεμβατισμού (ένα νέο Bretton Woods, έλεγχο στις κινήσεις κεφαλαίων κ.ά.). Σε αυτήν την κατηγορία εντάσσονται μια σειρά κεϋνσιανές και μετα-κεϋνσιανές απόψεις, οι οποίες συχνά εμφανίζονται (και για λόγους πολιτικού μάρκετινγκ) με «μαρξιστικό» μανδύα.

Στον πυρήνα αυτών των θεωριών υπάρχει η αντίληψη για το κράτος ως ένα μηχανισμό εξωτερικό προς την καπιταλιστική οικονομία που υποτίθεται ότι έχει τη δυνατότητα να παρεμβαίνει ανάλογα με τον διαχειριστή του και όχι σαν συλλογικό καπιταλιστή, ταξικά ενεργό παράγοντα όχι μόνο του εποικοδομήματος αλλά και της βάσης που οι δυνατότητες του να ασκήσει «κεϋνσιανή» πολιτική σε περιβάλλον κρίσης όπως το σημερινό είναι ανύπαρκτες8.

Κατά συνέπεια σε αυτές τις αναλύσεις ο νεοφιλελευθερισμός αντιμετωπίζεται ως αποκλειστικά πολιτικό εγχείρημα, η παγκοσμιοποίηση ως «χίμαιρα»,9 η νεοφιλελεύθερη διαχείριση της κρίσης ως παραλογισμός10 και η σημερινή πολιτική κρίση της ΕΕ ως εμμονή των χριστιανοδημοκρατών ή ως αποτέλεσμα της «κατάληψης» της ΕΕ από νεοφιλελεύθερους!11 Αντίθετα όμως με ό,τι υποστηρίζουν αυτές οι απόψεις ο νεοφιλελευθερισμός ήταν αποτέλεσμα δομικών αλλαγών στο καπιταλιστικό σύστημα, όταν η αναπαραγωγή της διεθνοποιημένης καπιταλιστικής οικονομίας έγινε ασύμβατη με τον -μέχρι τότε- βαθμό κρατικής παρέμβασης. Η νεοφιλελεύθερη πολιτική δεν ήταν απλά δημιούργημα της Θάτσερ και του Ρήγκαν αλλά το επιστέγασμα και η θεσμοποίηση αλλαγών που μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70 – και την εγκατάλειψη των μετριοπαθών κεϋνσιανών μέτρων – είχαν γίνει ήδη μονόδρομος για την καπιταλιστική ανάπτυξη.12 Η διεθνοποίηση και το «άνοιγμα» των αγορών ήταν όρος για να αντιμετωπίσει το καπιταλιστικό σύστημα την κρίση και τα προβλήματα που αυτή δημιουργούσε στην ανάπτυξή του. Ο μονόδρομος που επιβλήθηκε μέσω μεγάλων ταξικών αναμετρήσεων στις οποίες ηττήθηκε το εργατικό κίνημα (υποστηρίζοντας τότε σε μεγάλο βαθμό παρόμοια πράγματα με αυτά που υποστηρίζει σήμερα η κεϋνσιανομαρξιστική αριστερά).

Συνεπώς η ανάλυση και η ερμηνεία του πραγματικού κόσμου προϋποθέτει την εγκατάλειψη των αστικών και μικροαστικών ιδεολογικών ρευμάτων και οικονομικών θεωριών και την ανάπτυξη της οικονομικοκοινωνικής θεωρίας ως συστήματος αντιθέσεων, το οποίο συγκροτείται από κοινωνικές τάξεις και χαρακτηρίζεται από την παραγωγή μέσων παραγωγής, κατανάλωσης και κέρδους μέσω της ανθρώπινης εργασίας13 και την αναπαραγωγή των εκμεταλλευτικών, ταξικών σχέσεων κάτω από την κυριαρχία και ηγεμονία των κυρίαρχων τάξεων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Και εδώ βρίσκεται η επικαιρότητα της μαρξιστικής κριτικής.

Σύμφωνα με την μαρξιστική τοποθέτηση η τάση του κεφαλαίου να ξεπερνά τα εθνικά σύνορα και να αναζητά νέες μορφές και περιοχές εκμετάλλευσης είναι εγγενές στοιχείο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που εκφράζεται σε κάθε ιστορική περίοδο και συγκυρία και με συγκεκριμένες μορφές.14 Η τάση λοιπόν προς την διεθνή ολοκλήρωση συνοδεύει το κεφάλαιο από την γέννησή του και μάλιστα αποκτούσε μεγαλύτερη δυναμική όσο ο καπιταλισμός αναπτυσσόταν εθνικά και διεθνικά: Ο ιμπεριαλισμός και οι μεγάλες αυτοκρατορίες των αρχών του προηγούμενου αιώνα (που αποτελούσαν και αυτές μια μορφή ολοκλήρωσης με κοινό νόμισμα και διοικητικούς κανόνες), οι πρώτες απόπειρες δημιουργίας διεθνών οργανισμών μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο (Κοινωνία των Εθνών), οι οικονομικοί, πολιτικοί και στρατιωτικοί θεσμοί (ΔΝΤ, ΝΑΤΟ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΟΗΕ κ.ά.) που ιδρύθηκαν από τα καπιταλιστικά κράτη μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο και τελικά η νεοφιλελεύθερη επέλαση της καπιταλιστικής διεθνοποίησης και της πλήρους ανάπτυξής και δράσης των διεθνών καπιταλιστικών οργανισμών.

Σε κάθε ιστορική περίοδο μέσα από τους εθνικούς και διεθνείς ταξικούς και ενδοαστικούς ανταγωνισμούς αποκρυσταλλωνόταν και η συγκεκριμένη μορφή αυτής της μόνιμης τάσης του κεφαλαίου για διεθνισμό. Οι καπιταλιστικές ολοκληρώσεις (οικονομικές/στρατιωτικές) αλλά και οι διάφοροι διεθνείς οργανισμοί του κεφαλαίου είναι τέτοιες μορφές. Όλες οι καπιταλιστικές ολοκληρώσεις είναι συνεταιρισμοί και συμμαχίες των αστικών κρατών κάτω από την ηγεμονία των πιο ισχυρών αστικών τάξεων με στόχο την ισχυροποίηση -σε εθνική και διεθνική βάση-των συμφερόντων του κεφαλαίου, της καπιταλιστικής κερδοφορίας, της ισχυροποίησης των αστών απέναντι στο εργατικό κίνημα στις χώρες τους αλλά και διεθνώς. Ολοκληρώσεις που ξεπερνούν τα εθνικά σύνορα, χωρίς όμως να τα καταργούν.

 

 

Η σημασία των κυριότερων σημείων της μαρξιστικής θέσης για τις καπιταλιστικές ολοκληρώσεις βρίσκεται στα εξής:

 

 

Α) Το μόνιμο χαρακτηριστικό του «διεθνισμού» του κεφαλαίου δείχνει τόσο ότι καμία  συγκεκριμένη μορφή ολοκλήρωσης δεν είναι αιώνια όσο και ότι στο ενδεχόμενο να διαλυθεί, θα αναζητηθούν αργά η γρήγορα νέες μορφές μιας άλλης ολοκλήρωσης, στο δεδομένο και ιστορικά πρωτότυπο εθνικό και διεθνές πλαίσιο της ταξικής πάλης και των ενδοαστικών ανταγωνισμών. Αν πχ διαλυόταν αύριο το ΝΑΤΟ, αργά η γρήγορα θα ξεκινούσαν προσπάθειες για έναν άλλο διεθνή καπιταλιστικό στρατιωτικό και αστυνομικό μηχανισμό. Αν διαλυόταν το ΔΝΤ, θα είχαμε αργά η γρήγορα σχέδια για ένα άλλο ΔΝΤ κλπ. Άρα όλοι αυτοί οι μηχανισμοί μπορεί να καταργηθούν ή να διαλυθούν αλλά όσο υπάρχει καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής θα ξαναγεννιούνται.

Β) Μια σύντομη ματιά στο βιογραφικό όλων αυτών των μηχανισμών και στον ρόλο που έπαιξαν απέναντι στο εργατικό κίνημα και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα θα μπορούσε εύκολανα αναδείξει τι αποτελέσματα έχει ο «διεθνισμός» του κεφαλαίου, την σχέση του με τα εργατικά συμφέροντα και τα περιθώρια που υπάρχουν για να χρησιμεύσουν αυτοί οι μηχανισμοί για την υπεράσπιση τους. Όλες ανεξαιρέτως οι διεθνείς ολοκληρώσεις του κεφαλαίου συνδέθηκαν και συνδέονται με την καρδιά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, με την εκμετάλλευση, την καταπίεση και καταστολή από όσο το δυνατόν λιγότερους εκμεταλλευτές πάνω σε όσο το δυνατόν περισσότερους εκμεταλλευόμενους, τόσο σε εθνική όσο και σε διεθνική βάση. Αυτή η βασική αντίθεση είναι πρωταρχική σε σχέση με τη δευτερεύουσα πλευρά που είναι ο ανταγωνισμός στο εσωτερικό των εκμεταλλευτριών τάξεων. Και ο αιματοβαμμένος κατάλογος των επεμβάσεων, της στήριξης δικτατοριών, των αντεργατικών μέτρων, της λεηλασίας του τρίτου κόσμου είναι ατελείωτος…

Γ) Το τρίτο σημαντικό γνώρισμα των καπιταλιστικών ολοκληρώσεων που αναδεικνύει η μαρξιστική θεωρία είναι, όπως περιγράψαμε και πριν, η ανισόμετρη ανάπτυξη ανάμεσα στα διαφορετικά έθνη-κράτη η οποία αναπτύσσεται στη βάση των ανταγωνισμών ανάμεσα στις εθνικές αστικές τάξεις αλλά και στην ταξική πάλη σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Οι καπιταλιστικές ολοκληρώσεις δεν αποτελούν, όπως υποστηρίζει η νεοφιλελεύθερη θεωρία, μέσα άρσης αυτών των εθνικών και διεθνικών ανισοτήτων αλλά αναπαραγωγής και ανάπτυξης τους με βάση τον εκάστοτε συσχετισμό δυνάμεων. Και αυτό το συμπέρασμα θα πρέπει να το κρίνουμε σε σχέση με τις πραγματικές προοπτικές της «σύγκλισης», της «παγκόσμιας κοινότητας», της «πολιτικής ένωσης» και τόσων άλλων «αφηγήσεων» που καθημερινά προβάλλονται από αστούς και άλλους «προοδευτικούς» διανοούμενους.

Αυτός είναι και ο λόγος που, σε αντίθεση με το εθνικό πεδίο (όπου υπάρχουν ενδοαστικοί ανταγωνισμοί αλλά και η πολιτική ενότητα γύρω από τον συλλογικό καπιταλιστή, το αστικό κράτος), στο διεθνές επίπεδο είναι αδύνατη η δημιουργία ενός παγκόσμιου υπερ-κράτους, μιας «αυτοκρατορίας» ή ενός «υπερ-ιμπεριαλισμού». Αντίθετα όλες οι μορφές διεθνών ενώσεων που προκύπτουν εκφράζουν και τον συσχετισμό δύναμης ανάμεσα στα αστικά κράτη. Δύσκολα θα επιχειρηματολογούσε κάποιος π.χ. για τα μέλη του ΝΑΤΟ ως ισότιμα σε σχέση με αυτά των ΗΠΑ, ή αντίστοιχα για τα μέλη της ΕΕ σε σχέση με την Γερμανία και τη Γαλλία. Εδώ είναι ενδιαφέρον να ξαναδούμε την προ κρίσης συζήτηση περί «παγκοσμιοποίησης», στο φώς των εξελίξεων των τελευταίων τριών χρόνων.

 

 

2.Η απάτη της «άλλης Ευρώπης»

 

 

Η Ευρωπαϊκή καπιταλιστική ολοκλήρωση, από τα πρώτα της βήματα συνδέθηκε ξεκάθαρα με τους στόχους και της προσδοκίες του δυτικοευρωπαϊκού κεφαλαίου. Καμία σχέση δεν είχε (και δεν απέκτησε ποτέ) με τα εργατικά συμφέροντα. Το αντίθετο ακριβώς συνέβη: σε κάθε βήμα διεύρυνσης και ενοποίησης γινόταν ακόμα πιο αντιδραστική και αντεργατική και αξιοποιούνταν σε μεγαλύτερο βαθμό από τις αστικές τάξεις της Ευρώπης απέναντι στο εργατικό κίνημα. Αυτό μπορεί εύκολα να αποδειχθεί με μια στοιχειώδη αναφορά στην ιστορική της διαδρομή και τη διαδικασία συγκρότησης και ανάπτυξης της.

Στην μεταπολεμική δυτική Ευρώπη, οι αστικές τάξεις, μπροστά στην ανάγκη της καπιταλιστικής ανάπτυξης μετά τον πόλεμο και της αναχαίτισης του υπαρκτού σοσιαλισμού, προχώρησαν, από την αρχή, σε προσπάθειες ενοποίησης που να υπερβαίνουν τα εθνικά σύνορα. Σε ένα πλαίσιο όπου κυριαρχούσαν οι μεταπολεμικές συμφωνίες και οι τότε διεθνείς θεσμοί του κεφαλαίου που συγκροτήθηκαν (όπως η συμφωνία του Bretton Woods) ο στόχος ήταν να υπάρξει μια ευρύτερη αγορά για τα καπιταλιστικά προϊόντα που να προσφέρει μεγαλύτερες ευκαιρίες για τα κέρδη του δυτικοευρωπαϊκού κεφαλαίου. Ταυτόχρονα βέβαια ήταν και η απαρχή της προσπάθειας οι δυτικοευρωπαϊκές αστικές τάξεις να αποκτήσουν και μια σχετική αυτοτέλεια έναντι της ηγεμονίαςτου αμερικανικού παράγοντα.15

Δεν είναι τυχαίο ότι η το πρώτο σημαντικό βήμα έγινε με την ΕΚΑΧ (Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα) το 1951. Η ΕΚΑΧ ήταν μια οικονομική συμφωνία μεταξύ της τότε Ο.Δ. της Γερμανίας και της Γαλλίας. Εφτά χρόνια αργότερα, το 1958 ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή κοινότητα, η ΕΟΚ, που ουσιαστικά ήταν η αφετηρία της «Κοινής Αγοράς».

Από την ιδρυτική της συνθήκη η ΕΟΚ δεν άφηνε καμία αμφιβολία για τα ταξικά συμφέροντα που θα εξυπηρετούσε: Κατάργηση, μεταξύ των κρατών μελών, δασμών και ποσοτικών περιορισμών σε εισαγωγές-εξαγωγές, κοινή εμπορική πολιτική, «απελευθέρωση» στην κυκλοφορία των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων, κοινή αγροτική πολιτική και πολιτική μεταφορών, θέσπιση κανόνων ανταγωνισμού κ.ά. . Δηλαδή όλοι οι βασικοί στόχοι του δυτικό-ευρωπαϊκού κεφαλαίου, που έπρεπε να περιμένουν αρκετά χρόνια για να προχωρήσουν σε συγκρότηση, προσδιόριζαν από την αρχή το εγχείρημα και καθόριζαν το περιεχόμενο του. Η ιδρυτική συνθήκη της ΕΟΚ έθετε μάλιστα δωδεκαετές πλάνο για την υλοποίηση των παραπάνω στόχων.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 οι περισσότεροι από τους παραπάνω στόχους των δυτικόευρωπαίων καπιταλιστών είχαν προχωρήσει σημαντικά (κατάργηση δασμών στην κυκλοφορία εμπορευμάτων, κοινή εμπορική πολιτική, εγκαθίδρυση κοινής αγροτικής αγοράς). Αντίθετα η απελευθέρωση των κεφαλαίων και υπηρεσιών από κάθε έλεγχο δεν είχε ανάλογη ανάπτυξη (λόγω και των περιορισμών που τότε ίσχυαν στο διεθνές σύστημα). Τα αποτελέσματα, σε συνδυασμό με τους μεταπολεμικούς ρυθμούς ανάπτυξης ήταν εντυπωσιακά π.χ. το μερίδιο των ΗΠΑ στις παγκόσμιες εξαγωγές μειώθηκε μεταξύ 1958 και 1972 από 16,3% σε 11, 7%, ενώ το μερίδιο της ΕΚ των έξι αυξήθηκε από 21,9% σε 29,8%. Αντίστοιχα μειώθηκε και η ψαλίδα με τιςΗΠΑ όσον αναφορά την παραγωγικότητα.16

Η ΕΚ λοιπόν στη δεκαετία του 60’ δημιουργήθηκε και εργάστηκε (και σε μεγάλο βαθμό πέτυχε) για έναν βασικό στόχο: την υπεράσπιση των δυτικόευρωπαίων καπιταλιστών απέναντι στις ΗΠΑ με τη διεύρυνση της «εξωτερικής αγοράς» και την παράλληλη ισχυροποίηση στο εσωτερικό (ταξικός συμβιβασμός του καπιταλιστικού κράτους-πρόνοιας). Φυσικά στις δυτικές ευρωπαϊκές χώρες αυτό το εγχείρημα παρουσιάστηκε σαν «εθνική» προσπάθεια που υποτίθεται ότι θα ωφελούσε τους εργάτες. Στην πραγματικότητα βέβαια αντιστοιχούσε στη τότε περίοδο του καπιταλιστικού οικονομικού κύκλου (που μετά τη χωρίς προηγούμενο καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο μπορούσε να οδηγηθεί σε υψηλά επίπεδα συσσώρευσης) αλλά και των ταξικών συσχετισμών, τόσο εθνικών (τα κομμουνιστικά κόμματα –που ήταν τα μόνα που είχαν παίξει ενεργό ρόλο στην αντίσταση κατά των ναζί και είχαν μαζική και ισχυρή βάση στο εργατικό κίνημα μετά τον πόλεμο) όσο και διεθνικών (με τον φόβο του «αντίπαλου δέους» του υπαρκτού σοσιαλισμού).

Οι αντιθέσεις των δυτικοευρωπαίων καπιταλιστών αλλά και η πραγματικότητα της ΕΚ έφεραν στο προσκήνιο την διαπάλη για το επόμενο βήμα ενοποίησης (που θα έπαιζε και αποφασιστικό ρόλο στην ασυδοσία του κεφαλαίου –βλ. «απελευθέρωση»- σε όλη τη δυτική Ευρώπη): την οικονομική και νομισματική ένωση. Μετά από διαμάχες και συμβιβασμούς το συμβούλιο υπουργών της ΕΚ, κατέληξε, την άνοιξη του 1971, στην απόφαση για την σταδιακή εγκαθίδρυση της ΟΝΕ στην κοινότητα. Το σχέδιο δήλωνε και αυτό εξαρχής την ανάγκη δημιουργίας ζώνης «ελεύθερης» κυκλοφορίας προσώπων, αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων και μάλιστα χωρίς «στρεβλώσεις του ανταγωνισμού» και σε αυτό το πλαίσιο την πλήρη και οριστική μετατρεψιμότητα των εθνικών νομισμάτων αλλά και την δημιουργία νέων υπερεθνικών οργάνων που θα συντόνιζαν την όλη «μπίζνα». Το σχέδιο προέβλεπε, μέσω τριών σταδίων, υλοποίηση του στόχου της ΟΝΕ σε δέκα χρόνια, το 1980 .

Το πρώτο σχέδιο της ΟΝΕ δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Ο λόγος φυσικά δεν ήταν άλλος από την παγκόσμια οικονομική κρίση που ξέσπασε στη δεκαετία του ’70, με συνέπεια οι καπιταλιστές σε κάθε χώρα να αντιδράσουν με διαφορετικό μοντέλο δημοσιονομικής και οικονομικής πολιτικής με βάση τα δικά τους συμφέροντα. Για παράδειγμα, τα ποσοστά πληθωρισμού των κρατών της ΕΚ διέφεραν σε τέτοιο βαθμό ώστε δεν μπορούσε να επιτευχθεί καθεστώς πάγιων ισοτιμιών.

Έτσι οι πρώτες χώρες που απομακρύνθηκαν τότε από το σύστημα σύνδεσης ισοτιμιών ήταν αυτές της κοινότητας με υψηλό ποσοστό πληθωρισμού όπως η Ιταλία και η Μ.Βρετανία. Ταυτόχρονα η κατάργηση του μηχανισμού ισοτιμιών, που θα σήμαινε ότι στις λιγότερο ανταγωνιστικές χώρες, το βάρος προσαρμογής θα έπεφτε στα μεροκάματα (αφού θα χανόταν η δυνατότητα νομισματικών υποτιμήσεων), στο πλαίσιο του τότε εσωτερικού αλλά και διεθνούς συσχετισμού, έκανε δύσκολη την εύρεση πρόθυμων συμμάχων για ένα τέτοιο εγχείρημα σε όλο το εύρος της ΕΚ. Έτσι τη δεκαετία του 70’ το εγχείρημα της κοινής αγοράς μπλοκαρίστηκε .

Παρόλα αυτά οι δυτικόευρωπαϊκές αστικές τάξεις επανήλθαν στα τέλη του ’70 με νέο σχέδιο. Σε ένα περιβάλλον όπου ήδη φαινόταν η αναποτελεσματικότητα των κεϋνσιανών πολιτικών, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Δεκέμβρη του 1978, κατέθεσε το σχέδιο του Ευρωπαϊκού Νομισματικού συστήματος (ΕΝΣ) το οποίο, σε σχέση με το προηγούμενο σχέδιο της ΟΝΕ, ήταν πολύ πιο μετριοπαθές. Ουσιαστικά ήταν μια μικρογραφία του Bretton Woods, δηλαδή ένα σύστημα σταθερών ισοτιμιών με υποχρέωση παρέμβασης των κεντρικών τραπεζών και μηχανισμό στήριξης.

Ωστόσο, αυτή η απόφαση δεν μπορούσε να συγκαλύψει το γεγονός ότι η κρίση είχε οδηγήσει και σε μια βαθιά «κρίση ενοποίησης». Τα καπιταλιστικά κράτη, στην προσπάθεια να σώσουν τις δικές τους αστικές τάξεις από την κρίση, στρέφονταν ολοένα και περισσότερο σε εθνικά μέτρα προστατευτισμού που υπονόμευαν την κοινή αγορά που είχε διαμορφωθεί στη δεκαετία του ’60.

Σε αυτό το περιβάλλον η ίδια η ένωση μπήκε σε κρίση και έγινε εστία διαρκών συγκρούσεων των δυτικοευρωπαϊκών αστικών κρατών όχι προφανώς μόνο για στενά οικονομικά ζητήματα (ο προϋπολογισμός της ΕΚ δεν είχε καμία σχέση σε μεγέθη με τον αντίστοιχο σημερινό της ΕΕ) αλλά και ευρύτερα γεωπολιτικά (ιδίως στην περίπτωση της Μ.Βρετανίας που έτσι και αλλιώς τηρούσε από τότε διφορούμενη στάση απέναντι στο όλο εγχείρημα). Οι αστικές τάξεις που συμμετείχαν στην ΕΚ βρέθηκαν μπροστά στο δίλλημα: διάλυση ή συγκρότηση.

Η τελική απόφαση για την συγκρότηση πάρθηκε με κριτήριο την δημιουργία μιας μεγάλης ηπειρωτικής αγοράς για τους Ευρωπαίους καπιταλιστές σαν διέξοδος απέναντι στον εντεινόμενο ανταγωνισμό από τις αναδυόμενες οικονομίες της Ν.Α Ασίας αλλά και των ΗΠΑ. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 κλιμακώθηκαν οι πρωτοβουλίες για την παραπέρα ενοποίηση που κατέληξαν στην Πράξη Ενιαίας Αγοράς (Ιούλης 1987) .

Η Πράξη Ενιαίας Αγοράς αποτύπωνε, με πολύ πιο καθαρό και επιθετικό τρόπο την ανάγκη του κεφαλαίου για «αίμα». Το εναρκτήριο λάκτισμα προς την Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν πολύ πιο σαφές από το σχέδιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου το 1978, σε ένα περιβάλλον στο οποίο τα καπιταλιστικά κέρδη ωφελούνταν από τη μείωση του πραγματικού κόστους μισθών ανά μονάδα προϊόντος (η μαζική ανεργία στην Ευρώπη ήδη συρρίκνωνε τη διαπραγματευτική θέση των συνδικάτων και την αύξηση της παραγωγικότητας του κεφαλαίου). Οι 300 εντολές της Πράξης άνοιξαν τον δρόμο για τον πολυπόθητο στόχο: την «απελευθέρωση», δηλαδή την ασυδοσία του κεφαλαίου μέσα από τις «4 ελευθερίες» (αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίου και εργασίας). Η πράξη αυτή οδήγησε στην μετάλλαξη της ΕΟΚ σε Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία με βάση τη συνθήκη του Μάαστριχτ έγινε γεγονός την 1η Γενάρη 1993. Εκείνη την περίοδο (1986) υιοθετήθηκε και η «Ευρωπαϊκή» σημαία και ξεκίνησε η προπαγάνδα της υποτιθέμενης «συλλογικής Ευρωπαϊκής ταυτότητας».

Η συνθήκη του Μάαστριχτ ήταν μια κήρυξη πολέμου των καπιταλιστών ενάντια στον κόσμο της εργασίας. Ουσιαστικά καθόρισε και θεσμικά τον κοινωνικό μεσαίωνα που ζούμε σήμερα. Η συνθήκη αυτή όριζε την «ένωση» ως ένωση σύγκλισης… του πληθωρισμού και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, των τιμών και του ισοζυγίου πληρωμών (με ό,τι αυτό συνεπάγεται σχετικά με τις ανισότητες στο εσωτερικό της ΕΕ). Διακήρυξε την κατάργηση όλων των «θεσμικών εμποδίων» για τους Ευρωπαίους καπιταλιστές ενώ η ανεργία και η πρόνοια δεν αναφέρονταν ούτε καν σαν όροι της συνθήκης.17 Η κατάργηση του «κοινωνικού μισθού» και η ασυδοσία των ευρωπαίων καπιταλιστών παρουσιάστηκαν, για άλλη μια φορά, με τα κλασικά νεοφιλελεύθερα επιχειρήματα: ο σπάταλος και αντιπαραγωγικός δημόσιος τομέας που η κατάργηση του θα ανοίξει δρόμο στον «υγιή» ιδιωτικό τομέα που θα κάνει επενδύσεις βελτιώνοντας την ανταγωνιστικότητα -και αυτόματα την ευημερία- σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Όμως οι καπιταλιστές επενδύουν μόνον όταν η αναμενόμενη μελλοντική ζήτηση και τα κέρδη είναι υψηλά και όχι απλά επειδή υπάρχουν φορολογικές ελαφρύνσεις ή μειώσεις μισθών. Εξάλλου, σε περιόδους στασιμότητας ή κρίσης οι επενδύσεις που γίνονται δεν είναι συνήθως επέκτασης του δυναμικού παραγωγής αλλά επενδύσεις «ορθολογιστικής» αναδιάρθρωσης και συρρίκνωσης του δυναμικού παραγωγής. Αυτές όμως, όχι μόνο δεν αυξάνουν, αλλά μειώνουν την απασχόληση. Αυτή η αλήθεια βέβαια σήμερα έχει εξαφανιστεί από τον κυρίαρχο λόγο.18

Η μετάλλαξη της ΕΟΚ σε ΕΕ στην πραγματικότητα έθεσε σε λειτουργία σχέδια και κινήσεις που -με διαφορετική μορφή σε κάθε ιστορική φάση- ενυπήρχαν από τα πρώτα βήματα που έγιναν για την δημιουργία της Ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. Με την συνθήκη του Μάαστριχτ και την ίδρυση της ΕΕ , σε μια εξαιρετικά ευνοϊκή συγκυρία για τον διεθνή καπιταλισμό και το Ευρωπαϊκό κεφάλαιο (κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού) δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για τα επόμενα βήματα προς την πολυπόθητη ΟΝΕ. Το αγγλοσαξονικό νεοφιλελεύθερο μοντέλο (το οποίο, πέρα από την οικονομική του διάσταση, είχε εξάλλου δοκιμαστεί σε ΗΠΑ και Αγγλία ενάντια στο εργατικό κίνημα) ουσιαστικά θεσπίστηκε σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Τα παραπάνω έχουν σημασία για τα σημερινά κροκοδείλια δάκρυα που χύνονται για την «κατάντια της Ευρώπης», το «έλλειμμα δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση» όπως επίσης γράφονται και λέγονται καθημερινά στα ΜΜΕ. Ωστόσο, οι ευρωπαίοι καπιταλιστές έχουν βρει στην κρίση την ευκαιρία να ολοκληρώσουν το καταστροφικό έργο που ήδη είχαν θέσει (επίσημα γιατί όπως είδαμε αυτές οι επιδιώξεις είχαν τεθεί από τη δεκαετία του 60’) από την συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992, μια συνθήκη που ψηφίστηκε και στηρίχτηκε τότε από όλα τα κόμματα της ελληνικής βουλής -πλην ΚΚΕ- σε μια συνεδρίαση εξπρές που θύμιζε έντονα την σημερινή «μνημονιακή» δημοκρατία.

Βέβαια οι ρυθμοί και οι δρόμοι εφαρμογής του Μάαστριχτ δεν θα ήταν πάντα κοινοί στο εσωτερικό της ΕΕ. Όμως όποιες αντιθέσεις αναπτύχθηκαν σε σχέση με την συνθήκη είχαν να κάνουν με τους ρυθμούς εφαρμογής των κριτηρίων της (προσαρμοσμένη στις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε εθνικής αστικής τάξης) και καθόλου με τα ίδια τα κριτήρια. Και είναι τουλάχιστον αστείο να περιφέρουν σήμερα (στην Ελλάδα του κοινωνικού μεσαίωνα που έφτιαξε η ελληνική αστική τάξη μαζί με την ΕΕ) διάφορα αριστερά μέσα δηλώσεις των «γηραιών ηγετών» της Ευρώπης που ανησυχούν για το Ευρωπαϊκό εγχείρημα νομίζοντας ότι έτσι ενισχύουν την «αντιμνημονιακή» ρητορική.

Οι σοσιαλδημοκράτες σε όλη την Ευρώπη από τον Ντελόρ μέχρι τα σημερινά «ευρωαριστερά» κόμματα όχι μόνο ποτέ δεν διαφώνησαν ουσιαστικά με τα κριτήρια του Μάαστριχτ αλλά πάντα έπαιζαν ενεργό ρόλο στην προώθηση τους. Η μόνη διαφοροποίηση, η οποία ποτέ δεν έπαιξε κανέναν ρόλο και στις τελικές αποφάσεις, ήταν τα διάφορα σύμφωνα ανάπτυξης τα οποία υποτίθεται ότι θα έδιναν κοινωνικό συμπλήρωμα στα μέτρα λιτότητας. Η τύχη αυτών των προτάσεων από τις αρχές τις δεκαετίας του 1990 μέχρι το «νέο αέρα που φυσάει σε όλη την Ευρώπη» του Ολάντ -ο οποίος προχωράει σε νέα αντεργατικά μέτρα στη Γαλλία παρά τις προεκλογικές υποσχέσεις- είναι γνωστή. Προτάσεις που η μόνη τους αξία βρίσκεται στην εσωτερική κατανάλωση και στην εύρεση εκλογικής πελατείας αλλά δεν έχουν πιθανότητα εφαρμογής στην ευρωπαϊκή καπιταλιστική ολοκλήρωση. Φυσικά πλευρές αυτής της ανάπτυξης, όπως η παροχή διαφόρων κινήτρων από το καπιταλιστικό κράτος στις επιχειρήσεις ώστε να εκμεταλλεύονται χωρίς κόστος την εργατική δύναμη, είναι αναπόσπαστο τμήμα όλων των σημερινών προγραμμάτων λιτότητας.

Η Ευρωπαϊκή καπιταλιστική ολοκλήρωση πολύ πριν γίνει «Ευρωπαϊκή Ένωση», πολύ πριν αποκτήσει το ευρώ (το οποίο σήμερα αναδεικνύεται από πολλούς αριστερούς οικονομολόγους σαν το κύριο πρόβλημα που αντιμετωπίζει το εργατικό κίνημα και η έξοδος από το ευρώ – χωρίς η πριν την έξοδο από την ΕΕ – σαν βήμα για μια κεϋνσιανή πολιτική εντός του σημερινού διεθνούς καπιταλιστικού πλαισίου)20 είχε χαραγμένους με ανεξίτηλα γράμματα τους ιερούς στόχους του κεφαλαίου: την εκμετάλλευση και εξαθλίωση των εργαζομένων μέσω της δημιουργίας μιας Ευρωπαϊκής καπιταλιστικής αγοράς.

Η «παλιά ή άλλη Ευρώπη» των «μεγάλων ηγετών» και της «Ευρωπαϊκής ιδέας» που σήμερα νοσταλγούν οι  διανοούμενοι της δεξιάς και της αριστεράς δεν ήταν (και δεν θα μπορούσε να είναι) ποτέ πραγματικά η «Ευρώπη των λαών». Αντίθετα, πάντα ήταν η Ευρώπη μιας μειοψηφίας καπιταλιστών και του πολιτικού τους προσωπικού το οποίο αναζητούσε τρόπους να φέρει νέα κέρδη μέσα από τις καταστροφές που οι ίδιοι προκάλεσαν με τις οικονομικές κρίσεις και τα αντεργατικά μέτρα.

Συμπερασματικά, η Ευρωπαϊκή καπιταλιστική ολοκλήρωση από την ίδρυση της μέχρι σήμερα και πολύ πριν αποκτήσει το ευρώ (το οποίο σήμερα αναδεικνύεται από πολλούς αριστερούς οικονομολόγους σαν το κύριο πρόβλημα που αντιμετωπίζει το εργατικό κίνημα και η έξοδος από το ευρώ -χωρίς η πριν την έξοδο από την ΕΕ- σαν βήμα για μια κεϋνσιανή πολιτική εντός του σημερινού διεθνούς καπιταλιστικού πλαισίου) έχει χαραγμένους με ανεξίτηλα γράμματα τους ιερούς στόχους του κεφαλαίου: την εκμετάλλευση και εξαθλίωση των εργαζομένων μέσω της δημιουργίας μιας Ευρωπαϊκής καπιταλιστικής αγοράς.

Αυτή η στρατηγική, όπως αναφέρθηκε και πριν, δεν είναι λάθος πολιτική επιλογή η νεοφιλελεύθερη εμμονή. Σε συνθήκες κρίσης, εντεινόμενης διεθνοποίησης και πλήρους απελευθέρωσης των χρηματιστηριακών αγορών οι εθνικοί καπιταλισμοί της Ευρώπης ούτε θέλουν ούτε μπορούν να ακολουθήσουν μια διαφορετική στρατηγική.

Δεν θέλουν γιατί αυτή η στρατηγική είναι η μόνη που μπορεί να βελτιώσει άμεσα, (και μάλιστα στις σημερινές συνθήκες κρίσης) την θέση τους απέναντι στην δική τους εργατική τάξη αλλά και στον διεθνή καταμερισμό και τις αντιθέσεις που διεξάγονται εκεί. Και ταυτόχρονα είναι η μόνη που εγγυάται την συμμετοχή τους με τους καλύτερους δυνατούς όρους στους ενδοκαπιταλιστικούς ανταγωνισμούς.

Δεν μπορούν γιατί στην πραγματικότητα τα περιθώρια παρέμβασης των αστικών κρατών σε συνθήκες κρίσης (και ιδιαίτερα της σημερινής) είναι ανύπαρκτα. Το αστικό κράτος όχι μόνο δεν είναι ουδέτερο αλλά αποτελεί μηχανισμό ταξικά προσανατολισμένο, που σε συνθήκες κρίσης κινείται αποκλειστικά με κριτήριο την προστασία των καπιταλιστών και της κερδοφορίας τους και την αντιμετώπιση της δικής του κρίσης, αφού σαν «συλλογικός καπιταλιστής» αποτελεί μέρος της και δεν στέκει έξω από αυτήν. Από αυτήν την άποψη είναι χαρακτηριστική η αποτυχία της προηγούμενης αντίστοιχης απόπειρας του «Κεϋνσιανισμού» σε συνθήκες με πολύ μεγαλύτερα περιθώρια άσκησης εθνικών πολιτικών αλλά και ύπαρξης ενός διαφορετικού πολιτικού και κοινωνικού συσχετισμού που θα μπορούσε να τις υπερασπιστεί και να τις επιβάλλει.21

Φυσικά σε κάθε χώρα το μοντέλο και ο τρόπος εφαρμογής μπορεί να διαφέρει, για μια σειρά λόγους: θέση του εκάστοτε εθνικού καπιταλισμού στο διεθνές κεφαλαιοκρατικό πλέγμα, πολιτικοί και κοινωνικοί συσχετισμοί, ενδοοαστικές αντιθέσεις κλπ. Αυτό που π.χ. για τον ευρωπαϊκό νότο μπορεί να σημαίνει υποτίμηση του πραγματικού μισθού μέχρι και 10% (Ελλάδα) για τον Βορρά μπορεί να σημαίνει καθήλωση μισθών και περικοπή στις κοινωνικές δαπάνες. Όπως αναφέρθηκε, ο βαθμός και ο ρυθμός της συνταγής μπορεί να διαφέρει για πολλούς λόγους, όμως η ουσία της είναι ίδια. Ανασχέσεις, καθυστερήσεις ακόμα και ανατροπές επιμέρους μέτρων μπορεί να υπάρξουν κάτω από τον αγώνα των εργαζομένων και είναι ζωτικής σημασίας για το εργατικό κίνημα, όμως χωρίς να συνδέονται στην πράξη με ένα συνολικό επαναστατικό ρεύμα θα είναι όλο και πιο δύσκολο να κατακτηθούν και να διατηρηθούν.

Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε την σημερινή πραγματικότητα της διεθνοποιημένης οικονομίας, των πολυεθνικών κολοσσών, του ρόλου του διεθνούς βιομηχανικού και τραπεζικού κεφαλαίου- και ευρύτερα του χρηματοπιστωτικού συστήματος-, γίνεται φανερή η επικίνδυνη αυταπάτη (που παίρνει διάφορα ονόματα) της δυνατότητας εξόδου από την κρίση υπέρ των εργαζομένων χωρίς επαναστατικό μετασχηματισμό. Απόδειξη για αυτό είναι η πολιτική που ακολούθησαν τα ιμπεριαλιστικά κέντρα σε όλο τον κόσμο από την αρχή της κρίσης με σοσιαλδημοκράτες ή νεοφιλελεύθερους, με αριστερές ή δεξιές κυβερνήσεις.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, που λειτουργεί με βάση με ένα ασφυκτικό πλαίσιο αποφάσεων, συνθηκών, διαταγμάτων, οικονομικών προγραμμάτων, που ελέγχονται άμεσα από το ευρωπαϊκό πολυεθνικό κεφάλαιο, έχει διπλό ρόλο: από τη μία μοιράζει την λεία της ληστείας των εργατικών δικαιωμάτων με βάση το συσχετισμό δύναμης σε διεθνές επίπεδο (δημιουργώντας έτσι συνεχώς νέες αντιθέσεις για την μοιρασιά) και από την άλλη είναι βασικό στήριγμα των εγχώριων αστικών τάξεων. Δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς ότι αστοί πολιτικοί όπως π.χ. ο Παπανδρέου ή ο Σαμαράς θα μπορούσαν να περάσουν αυτά τα μέτρα χωρίς τη βοήθεια της ΕΕ και του ΔΝΤ.

Στο πολιτικό επίπεδο λειτουργεί με πρόσοψη ένα Ευρωκοινοβούλιο-μαϊμού (που βγαίνει και από εκλογές), που δεν έχει καμία πραγματική αρμοδιότητα, αφού είναι ένα σώμα που μοιράζεται μαζί με ένα άλλο (το Συμβούλιο) απλώς το δικαίωμα να κάνει τροπολογίες στις προτάσεις ενός τρίτου οργάνου (της Κομισιόν).22

Εξάλλου, όσοι υποστηρίζουν την δυνατότητα μιας άλλης «κοινωνικής ΕΕ» (με ευρωζώνη ή χωρίς, με Μέρκελ ή χωρίς κλπ), πέρα από όλα τα παραπάνω, ίσως θα πρέπει να θυμηθούν και ότι στα 200 και παραπάνω χρόνια που εμφανίστηκε ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής δεν υπήρξε, όχι μόνο η ΕΕ, αλλά ούτε μια ολοκλήρωση ή διεθνής καπιταλιστικός οργανισμός που να λειτούργησε προς όφελος των λαϊκών τάξεων ή να μην συνδέθηκε με κοινωνικές καταστροφές, πολέμους και βαρβαρότητα. Η άλλη «κοινωνική» ΕΕ δεν υπήρξε ποτέ, ούτε πριν την Ευρωζώνη, ούτε όταν ήταν ΕΟΚ και ΕΚΑΧ και δεν πρόκειται να υπάρξει.

Όλα τα βρώμικα μέτρα που μας κατέστρεψαν την ζωή, που οι έλληνες καπιταλιστές έβλεπαν για χρόνια στα τρελά όνειρα τους (όπως η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων), βγήκαν μέσα από κάποια Ευρωπαϊκή ντιρεκτίβα, κάποιο πακέτο, κάποια γνωμοδότηση ιδρύματος πληρωμένου από πολυεθνικές και τράπεζες. Οι εργαζόμενοι έχουν λοιπόν κάθε συμφέρον να αγωνιστούν για την έξοδο της χώρας από την ΕΕ, με ταυτόχρονα βήματα για την απεμπλοκή από την κανιβαλική καπιταλιστική οικονομία και «ανάπτυξη»

 

 

3. Η κρίση και το αντί-ΕΕ κίνημα στην Ελλάδα.

 

 

To ζήτημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή της στάσης απέναντι στον Ευρωπαϊκό καπιταλισμό και ιμπεριαλισμό, αποτελεί κομβική πλευρά για την στάση απέναντι στην κρίση γενικά και στον Ευρωπαϊκό Νότο και την Ελλάδα ειδικότερα. Σε σημείο που να αποτελεί βασικό κριτήριο και για τις πολιτικές δυνάμεις, υπερβαίνοντας και τον παραδοσιακό άξονα δεξιά/αριστερά.

Με το ξέσπασμα της κρίσης οι ευρωπαϊκές αντεργατικές συνθήκες ονομάστηκαν «πακέτα βοήθειας» και «μνημόνια» και, σε συνεργασία με το ΔΝΤ, προωθήθηκαν στον Ευρωπαϊκό Νότο. Κάθε πακέτο βοήθειας, κάθε παρέμβαση συνοδεύεται από αντίστοιχα μέτρα (περικοπές μισθών, πλήρη απελευθέρωση της αγοράς εργασίας κλπ). Ταυτόχρονα το Ευρωπαϊκό κεφάλαιο επιτίθεται και με τις ιδιωτικοποιήσεις, τις περικοπές στους κρατικούς τομείς υγείας, παιδείας κ.ά., δημιουργώντας έτσι νέα πεδία κερδοφορίας.

Στόχος είναι η δημιουργία μια μεσογειακής ζώνης «λατινοαμερικανοποίησης» 23 που θα σώσει την κερδοφορία των εγχώριων αστικών τάξεων, θα μεγαλώσει την ανάπτυξη των ισχυρότερων καπιταλισμών (του Γερμανικού ιδιαίτερα), θα λειτουργήσει σαν μοχλός για την ισοπέδωση των εργατικών δικαιωμάτων σε όλη την Ευρώπη (όπου παίρνονται μέτρα όχι επειδή ήρθαν τα μνημόνια αλλά για να μην έρθουν τα μνημόνια ενώ π.χ. στην Ελλάδα και στην Ισπανία που έχουν έρθει τα μέτρα δικαιολογούνται για να φύγουμε από τα μνημόνια).

Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής είναι γνωστά: 50% των νέων σε όλη την Ευρώπη είναι άνεργοι,24 οι μισθοί έχουν τσακιστεί η καθηλωθεί,25 το κόστος ζωής ανεβαίνει καθώς οι μέχρι τώρα κρατικές υπηρεσίες «πρόνοιας» ιδιωτικοποιούνται, ξηλώνονται τα συστήματα ασφάλισης.26 Tο Ευρωπαϊκό κεφάλαιο με βασικό του όπλο την Ευρωπαϊκή Ένωση έχει κηρύξει μονομερώς έναν αμείλικτο ταξικό πόλεμο ενάντια στον κόσμο της εργασίας σε όλη την ήπειρο.

Στον πρώτο πειραματόζωο αυτής της προσπάθειας, στην Ελλάδα, οι στόχοι έχουν πετύχει απόλυτα: ανεργία που σύντομα θα φτάσει το 30%, κατάργηση ακόμα και των τυπικών μορφών διαπραγμάτευσης που είχαν απομείνει στους εργαζόμενους, μειωμένο εισόδημα κατά 30 με 50% στους περισσότερους εργαζόμενους, ιδιωτικοποίηση των πάντων με μαφιόζικες διαδικασίες fasttrack.

Μέσα από την φτώχεια και την πείνα και την αδυναμία του εργατικού κινήματος μέχρι τώρα να αντισταθεί αποτελεσματικά, παρά τις σκληρές ταξικές μάχες που δίνονται, ξεφυτρώνουν οι ένοπλες φασιστικές συμμορίες που αναλαμβάνουν, σε συνεργασία με το αστικό κράτος, την εξόντωση όποιου αντιστέκεται.

Ενώ όμως ο ρόλος της ΕΕ, ιδιαίτερα στον Ευρωπαϊκό Νότο και την Ελλάδα, αποκαλύφθηκε με το ξέσπασμα της κρίσης, ο χαρακτήρας του αντί-ΕΕ κινήματος στην Ελλάδα ακολούθησε αντίστροφη πορεία. Όχι μόνο δεν ενισχύθηκε, αλλά αν δούμε τις πολιτικές δυνάμεις (όχι μόνο τα εκλογικά ποσοστά) και συνολικά τις κινηματικές, πολιτικές και θεωρητικές πρωτοβουλίες έκανε και βήματα πίσω. Ωστόσο, τα αίτια θα πρέπει να τα αναζητήσουμε όχι μόνο στο τι έγινε την περίοδο της κρίσης αλλά στην κατάσταση που είχε διαμορφωθεί πριν από αυτήν.

 

 

Οι πιο σημαντικές αιτίες για αυτές τις εξελίξεις θα μπορούσαν να αναζητηθούν προς τις εξής κατευθύνσεις:

 

 

Α) Η συσπείρωση όλων των αστικών κομμάτων όλων των αποχρώσεων γύρω από την Ευρωπαϊκή ιδέα -για τους λόγους που περιγράψαμε- που έκλεισε όλα τα πιθανά «ρήγματα» που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν από το εργατικό κίνημα. Στο ζήτημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακόμα και σε λεκτικό επίπεδο, υπήρξε αμετάκλητη άρση των ενδοαστικών αντιθέσεων στην Ελλάδα και σιδερένια ενότητα (προς απογοήτευση διάφορων αλτουσεριανών ρευμάτων που ακόμα υποστηρίζουν το σύνθημα να «οξύνουμε τις αντιθέσεις» νομίζοντας ότι η Ελλάδα του 2012 είναι η Ρωσία του 1917). Εδώ βέβαια πρέπει να υπολογίσουμε και το ρεύμα του ευρωκομμουνισμού που λειτούργησε, σε όλες τις κυρίαρχες εκδοχές του, σαν πλασιέ του Eυρωπαϊκού ιμπεριαλισμού στην Ελλάδα με «προοδευτικό» και «δημοκρατικό» περιτύλιγμα (ΚΚΕ εσωτερικού, ΕΑΡ, ΣΥΝ, ΣΥΡΙΖΑ).

Β) Στην ιστορική κοινωνική συμμαχία της ελληνικής αστικής τάξης με τα μικροαστικά στρώματα, που στηρίχθηκε και στην εκτεταμένη διαφθορά των επιδοτήσεων, δανείων (που προήλθαν από την περίοδο του ευρώ), Ευρωπαϊκών προγραμμάτων κλπ. κυρίως γύρω από το αστικό κράτος. Αυτό έδωσε την δυνατότητα στις αστικές κυβερνήσεις μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’80 να προωθούν αλλεπάλληλα μέτρα ενάντια στην εργατική τάξη με την στήριξη ή ανοχή μεγάλου μέρους αυτών των στρωμάτων τα οποία ένιωθαν ότι τουλάχιστον δεν χειροτέρευε το επίπεδο διαβίωσής τους. Έτσι το εργατικό κίνημα βρέθηκε τις περισσότερες φορές μόνο του και καθώς δεν έγινε δυνατό να χαράξει μια ανεξάρτητη ταξική πολιτική και προσέκρουε στην σιωπή και απάθεια μεγάλων τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας από τη δεκαετία του ’90 και στην ανοιχτή εχθρότητα (ο «κοινωνικός αυτοματισμός» του Σημίτη) από αυτούς που αργότερα πλαισίωσαν τους «αγανακτισμένους» (και μετά – σε ένα τμήμα τους – τη Χρυσή Αυγή).

Γ) Στην εξαγορά του συνόλου σχεδόν των διανοούμενων (πανεπιστημιακών/δημοσιογράφων) με διάφορους τρόπους (ζεστές θεσούλες, συνέδρια, περιοδικά, ιδρύματα, δημοσιεύσεις, εκδόσεις κ.λ.π) που απομόνωσε κάθε προσπάθεια θεωρητικής κριτικής και αποκάλυψης του ρόλου του Ευρωπαϊκού Ιμπεριαλισμού.

Δ) Στην κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος και στην δημιουργία μιας γραφειοκρατικής δομής μισθοδοτούμενης από το αστικό κράτος και την ΕΕ που οδήγησε στον ολοκληρωτικό εκμαυλισμό των συνδικαλιστικών ηγεσιών που μετατράπηκαν σε κρατικούς υπαλλήλους, απελευθερωμένοι από την εργασία τους και πληρωμένοι από τον κρατικό μηχανισμό. Συντάξεις, συνδικαλιστικές άδειες, επιδόματα, βουλευτικές καριέρες, συμμετοχή σε Ευρωπαϊκά προγράμματα, ακαδημίες συνδικαλιστών και πολλά άλλα εξασφάλισαν την αποδοτικότητα των πρακτόρων της αστικής τάξης μέσα στο εργατικό κίνημα που παγίωσαν μια γραφειοκρατία που υποστήριζε την ΕΕ και το αστικό κράτος σε όλους τους τόνους. Χέρι που σε ταΐζει δεν το δαγκώνεις.

ΣΤ) Στην αδυναμία των αντί-ΕΕ δυνάμεων να δημιουργήσουν ένα μαζικό ρεύμα στο εργατικό κίνημα που να ανατρέψει αυτήν την κατάσταση. Η μεταδικτατορική εδραίωση της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας έδωσε στο ΚΚΕ την δυνατότητα για μαζική πολιτική παρέμβαση αλλά ταυτόχρονα το πίεζε συνεχώς για παραμονή στο αριστερό άκρο του πολιτικού συστήματος, εγχείρημα που είχε επιτυχία καθώς -σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές της ταξικής πάλης στην Ελλάδα- στο κομμουνιστικό κίνημα συνδυάστηκε η «ορθοδοξία των σκοπών» (με κομμουνιστική αναφορά) με μια ρεφορμιστική πρακτική (π.χ. Ενωμένη Αριστερά το 1974, «πραγματική Αλλαγή» το 1981, συμμετοχή σε κυβέρνηση με την ΝΔ το 1989). Έτσι το κόμμα αυτό, παρά το γεγονός ότι ήταν η πιο συνεπής αντί-ΕΕ δύναμη στην Ελλάδα (ουσιαστικά η μόνη μετά και την ένταξη μεγάλων τμημάτων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς στο ρεύμα της «Αλλαγής»), δεν κατάφερε να μετατρέψει αυτήν την γραμμή σε μια ανατρεπτική πολιτική παρέμβαση που να έχει αποτελέσματα στο ζήτημα της εξόδου από την ΕΕ.

Η αντί-ΕΕ θέση προσέκρουε στην τακτική μιας συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα μικροαστικά στρώματα, με αμφιλεγόμενο περιεχόμενο («αντιμονοπωλιακά μέτωπα» κ.λ.π) που θα έδινε αριστερή και κομμουνιστική προοπτική σε μια ανεξάρτητη «εθνική ανάπτυξη». Όμως για τους λόγους που περιγράφηκαν παραπάνω, αυτή η συμμαχία μονίμως ακυρωνόταν από την δυνατότητα της ελληνικής αστικής τάξης να ενσωματώνει αυτά τα στρώματα, με την μεγάλη συμβολή της ίδιας της ΕΕ. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η προσπάθεια κορυφώθηκε αμέσως μετά την ένταξη, με το εγχείρημα της «Αλλαγής». Έτσι η αντί-ΕΕ πάλη δεν συνδέθηκε τελικά με ένα μαζικό ταξικό ρεύμα στην Ελληνική κοινωνία που θα μπορούσε να διεκδικήσει το ζήτημα της εξόδου και περιορίστηκε κυρίως στις κομματικές δυνάμεις που την υποστήριζαν και σε έναν περίγυρό τους.

Έτσι δεν είναι παράξενο ότι όταν ξέσπασε η κρίση στην Ελλάδα, σχεδόν αυτόματα, σαν έτοιμες από καιρό, εμφανίστηκαν διάφορες ερμηνείες και αντιπολιτευτικές προτάσεις που σχεδόν όλες έθαβαν και απέκρυπταν το ζήτημα της ΕΕ. Η κρίση σαν κρίση χρέους (και άρα έλλειψης λογιστικού έλεγχου), η κρίση σαν κρίση προδοσίας των πολιτικών, η κρίση σαν κρίση των τραπεζών, η κρίση σαν κρίση διαφθοράς. Διανοούμενοι, συνδικαλιστές, και φυσικά οι μηχανισμοί των ευρω-κομμάτων αριστερών και δεξιών έκαναν την δουλειά τους, εξαπατώντας τους εργαζόμενους και συσκοτίζοντας την ερμηνεία της κρίσης (και άρα την απάντηση σε αυτήν).

Τα αντιμνημονιακά μέτωπα, οι πλατείες και οι παρελάσεις αλλά και πολλοί εργατικοί αγώνες είτε δεν είχαν την αντί-ΕΕ πάλη σαν σύνθημα είτε, στην καλύτερη περίπτωση, αυτή έμενε σε κάποιο χαρτί. Οι λίγες εξαιρέσεις,  που έθεσαν ξεκάθαρα το θέμα της εξόδου από την ΕΕ, δεν κατάφεραν να μετατρέψουν αυτήν την γραμμή σε κάτι πέρα από μια-σωστή-διακήρυξη. Έτσι η έξοδος από την ΕΕ λειτούργησε στην πράξη περισσότερο σαν σημείο ενδοαριστερής διαπάλης και του -αναγκαίου- διαχωρισμού από την σοσιαλδημοκρατία παρά σαν πραγματικό επίδικο των ταξικών αγώνων.

 

 

Συμπεράσματα

 

 

Αυτές τις ημέρες προχωράει άλλο ένα πακέτο αντεργατικών μέτρων, πάνω στα αποκαΐδια των εργατικών δικαιωμάτων που άφησαν τα προηγούμενα. Το ζήτημα του πραγματικού χαρακτήρα και ρόλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ελλάδα και την Ευρώπη εξακολουθεί να παραμένει στο περιθώριο, την ώρα που ο Ευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός μαζί με την Ελληνική αστική τάξη έχουν ισοπεδώσει τη χώρα. Η αναγκαιότητα συγκρότησης ενός μαζικού κινήματος για την άμεση έξοδο της χώρας από την ΕΕ και την εργατική εξουσία είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση το μέλλον είναι προδιαγεγραμμένο, ανεξάρτητα από την κυβερνητική διαχείριση. Αρκεί κανείς να δει την στρατηγική «Ευρώπη 2020» η οποία προτείνει ένα μνημονιακό μοντέλο για ολόκληρη την Ευρώπη και μια λιτότητα και εξαθλίωση χωρίς τέλος για την Ελλάδα.27

Δεν υπάρχει λοιπόν καμία πιθανότητα άσκησης φιλολαϊκής πολιτικής μέσα στον μηχανισμό της ΕΕ, που γεννήθηκε και λειτουργεί αποκλειστικά και μόνο για να τσακίζει εργατικά δικαιώματα και να εξασφαλίζει κερδοφορία στις Ευρωπαϊκές αστικές τάξεις. Ένας μηχανισμός που δεν διορθώνεται παρά μόνο ανατρέπεται, σε κάθε χώρα και διεθνώς.

Στην πραγματικότητα το ζήτημα της εξόδου από την ΕΕ είναι προϋπόθεση για μια τέτοια πολιτική. Όσο δεν τίθεται και δεν ξεκαθαρίζεται αυτό το ζήτημα τα διάφορα «αντικαπιταλιστικά» και «αριστερά προοδευτικά» προγράμματα δεν έχουν καμία πραγματική κοινωνική και πολιτική βάση, ότι φρασεολογία και αν υιοθετούν. Είναι λοιπόν όχι μόνο άχρηστα αλλά και τροφοδοτούν τον αποπροσανατολισμό σε συνθήκες που ήδη το θέμα της ΕΕ έχει θαφτεί από όλα τα αστικά κόμματα και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς.

Η κρίση και οι σημερινές εξελίξεις στην ΕΕ δείχνουν ότι δεν υπάρχει χώρος για αυταπάτες. Οι οικονομικοί, θεσμικοί και ιδεολογικοί μηχανισμοί της ΕΕ αλλά και των επιμέρους κρατών μελών, έχουν διαμορφωθεί και φέρουν τη σφραγίδα των εξουσιαστικών σχέσεων του κεφαλαίου και στοχεύουν στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του. Ως τέτοιοι είναι εντελώς ακατάλληλοι και επιζήμιοι για την επαναστατική αναδιοργάνωση της κοινωνίας και για μια προοπτική στα πλαίσια της οποίας οι «ελεύθερα συνεταιρισμένοι (και αυτοκυβερνώμενοι) παραγωγοί» θα αποκρυσταλλώνουν σταδιακά τα βασικά χαρακτηριστικά της νέας κομμουνιστικής κοινωνίας.

Δεν θα μπορούσαν, βέβαια, να μετασχηματιστούν ριζικά οι σχέσεις παραγωγής χωρίς τη ταυτόχρονη αλλαγή των σχέσεων εξουσίας και κράτους (σε εθνικό, περιφερειακό, και παγκόσμιο επίπεδο). Θα πρέπει, επομένως, να καταργηθούν (διαλυθούν) οι ρυθμιστικοί μηχανισμοί της ΕΕ και να αναπτυχθούν νέοι θεσμοί και κοινωνικοί μηχανισμοί σχεδόν από μηδενική βάση.

Σε αυτά τα πλαίσια, βασική θέση κάθε στρατηγικής επιδίωξης με κομμουνιστικό περιεχόμενο δεν μπορεί να είναι άλλη από την πάλη για την ανατροπή των καπιταλιστικών ολοκληρώσεων, την κατάργηση της συμμετοχής της χώρας σε αυτές, την κατοχύρωση του δικαιώματος του αποχωρισμού και της ελεύθερης συνένωσης σε εργατικού τύπου διεθνοποιήσεις. Ο στόχος για αποχωρισμό και αποδέσμευση από την ΕΕ συγχωνεύεται με την ανάγκη και δυνατότητα της εργατικής εξουσίας που μπορεί να πραγματοποιηθεί σε μια σειρά χώρες ή σε μία από αυτές.

Ωστόσο, η εδραίωσή της, η αμετάκλητη νίκη της χωρίς κίνδυνο παλινόρθωσης, απαιτεί μια πλέον ανεπτυγμένη διεθνή βάση και μάλιστα τέτοια που να διεκδικεί οικονομική, κοινωνική και πολιτικοϊδεολογική ηγεμονία απέναντι στο διεθνές πλέγμα του κεφαλαίου. Η πάλη για την αποδέσμευση είναι η βασική συμβολή του εργατικού κινήματος στη χώρα μας για τη διάλυσητης ΕΕ.

Στη βάση αυτής της λογικής, ο στόχος της ανατροπής της συγκεκριμένης μορφής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, που σήμερα είναι η ΕΕ, κρίνεται σε εθνικό και διεθνικό επίπεδο και κυρίως στο πρώτο, γιατί δεν μπορεί να προσμένει κανείς κάποια συνολική επανάσταση όλων των Eυρωπαϊκών χωρών ταυτόχρονα. Η αποδέσμευση από την ΕΕ, ιδιαίτερα σήμερα, αν είναι να έχει περιεχόμενο υπέρ των εργαζομένων, δεν μπορεί παρά μόνο να επιβληθεί με την μαζική δράση της εργατικής τάξης.

 

 

Βαγγέλης Ζέρβας

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ-ΑΝΑΦΟΡΕΣ

 

 

1.Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο-ερωτήσεις – 17/2/2011 – http://www.europarl.europa.eu/sides/getDoc.do?pubRef=-//EP//TEXT+WQ+E-2011- 001261+0+DOC+XML+V0//EL

2 Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο – 16/12/2010 – http://eur-lex.europa.eu/Notice.do?mode=dbl&lang=en&ihmlang=en&lng1=en,el&lng2=bg,cs,da,de,el,en,es,et,fi,fr,hu,it,lt,lv,mt,nl,pl,pt,ro,sk,sl,sv,&val=551577:cs&page=16.12.2010

3 CNN Money-Global 500 – http://money.cnn.com/magazines/fortune/global500/2011/full_list/

4 ΟΝΕ και νεοκλασική θεωρία– Θ.Μαριόλης/Γ.Σταμάτης σελ. 107-110. Βρίσκεται στο «Η εντός ΟΝΕ εποχή«-εκδόσεις Στάχυ 2000.

5 Οπ

6 Οπ σελ. 114. Επίσης στο Η οικονομία του τρελοκομείου-Chris Harman εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο.

7 Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού Άπαντα, τόμος 27, σελ. 424. Ο Λένιν αναφέρει συγκεκριμένα: «Στις συνθήκες του καπιταλισμού δεν είναι νοητή άλλη βάση για το μοίρασμα των σφαιρών επιρροής, συμφερόντων αποικιών κ.ά., εκτός από τη βάση που υπολογίζει τη δύναμη των χωρών που συμμετέχουν στο μοίρασμα, τη γενική οικονομική, τη χρηματιστική, τη στρατιωτική κτλ δύναμη. Η δύναμη όμως δεν αλλάζει ομοιόμορφα στις χώρες που συμμετέχουν στο μοίρασμα, γιατί στις συνθήκες του καπιταλισμού δεν υπάρχει ισόμετρη ανάπτυξη των χωριστών επιχειρήσεων, τραστ, κλάδων της βιομηχανίας και χωρών».

8 Η κεϋνσιανή θεωρία: Μια θεωρία με παρωπίδες-Θ.Μαριόλης/Γ.Σταμάτης βρίσκεται στο ΟΝΕ και νεοφιλελεύθερη πολιτική, σελ. 18-21. Επίσης και στο κείμενο που έχουμε αναρτήσει με τίτλο Η οικονομική κρίση και οι αυταπάτες και το ξεπέρασμά της – Γ.Σταμάτης περιοδικό Θέσεις (1986) –

9 Παγκοσμιοποίηση, η μεγάλη χίμαιρα-Κ.Βεργόπουλος/εκδόσεις Λιβάνη 1999

10 Η θεωρία του «παραλογισμού» είναι χαρακτηριστικό μοτίβο των απόψεων που πρόσκεινται στην κεϋνσιανή θεωρία της κρατικής παρέμβασης εν μέσω κρίσης προς όφελος των λαϊκών τάξεων. Καθώς αυτές οι θεωρίες αδυνατούν να εξηγήσουν (αφού δεν υιοθετούν την ταξική οπτική αλλά ούτε γενικότερα την μαρξιστική κριτική και ανάλυση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής) γιατί το αξίωμα που θέτουν δεν εφαρμόζεται, καταλήγουν μοιραία σε… ψυχολογικές ερμηνείες. Και είναι λογικό. Γιατί καθώς παίρνουν σαν δεδομένο τον ρόλο του αστικού κράτους, όχι ως «συλλογικό καπιταλιστή» αλλά ως ουδέτερο ρυθμιστή της οικονομίας, πέφτουν πάνω στην εξής αντίφαση: πώς γίνεται το κράτος να μπορεί (όπως υποστηρίζουν) να ρυθμίσει τις αγορές και να ακολουθήσει αναπτυξιακή πολιτική τόνωσης της ζήτησης εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα και την ανταγωνιστικότητα και να μην το κάνει;

Η μόνη απάντηση που μπορεί εδώ να δοθεί είναι ψυχολογικού τύπου. Ο πιο διάσημος Κεϋνσιανός της εποχής μας, ο Paul Krugman, (του οποίου τα κείμενα συχνά επικαλούνται διάφοροι «μαρξιστές») στο βιβλίο που πήρε το νόμπελ οικονομίας το 2008 αφιερώνει ένα κεφάλαιο στο κραχ της Ασίας. Το κεφάλαιο τελειώνει με το βαθύτερο, όπως το αποκαλεί, ερώτημα: « Γιατί οι κυβερνήσεις δεν στάθηκαν ικανές να αντιμετωπίσουν την κρίση;». Η απάντηση δίνεται στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο το οποίο έχει τον τίτλο «πολιτικός παραλογισμός». Σε πολλά άρθρα του, όπως στο άρθρο η Ευρωκατάρα – http://papaioannou-giannis.net/2011 /11/27/%CE%B7-%CE%B5%CF%85%CF%81%F%89%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC %CF%81%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-paul-krugman/ θα υποστηρίξει ότι το ευρώ απειλείται με καταστροφή επειδή η ΕΚΤ πάσχει από…τρέλα.Αντίστοιχες εκδοχές και ερμηνείες αναπαράγονται καθημερινά από την αρχή της κρίσης (οι εμμονές της Μέρκελ κλπ.).

11 Σε ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα με τίτλο Όλη η αλήθεια για το χρέος και τα ελλείμματα και πώς θα σωθούμε-Μ.Νεγρεπόντη-Δελιβάνη, η συγγραφέας θέτει ανοιχτά το ερώτημα: γιατί ο νεοφιλελευθερισμός δεν εγκαταλείφθηκε αφού αποδείχτηκε η αποτυχία του όταν ξέσπασε η κρίση; Αφού αρχικά ερμηνεύει αυτήν την εξέλιξη ως «παράδοξη», καταλήγει στο συμπέρασμα πως φταίει η……. απαξίωση των κεϋνσιανών, η…. πονηριά των νεοφιλελεύθερων που έχουν πιάσει όλα τα κρίσιμα πόστα στους οικονομικούς οργανισμούς έχοντας διαφθείρει όλους τους θεσμούς, το γεγονός ότι δεν τιμωρήθηκαν από τη δικαιοσύνη κ.ά. (σελ.. 26-30).

12 Η Ελλάδα ως προτεκτοράτο της υπερεθνικής ελίτ-Τάκης Φωτόπουλος / εκδόσεις Γόρδιος σελ. 128-133

13 ΟΝΕ και νεοκλασική θεωρία, σελ. 114

14 Το στοιχείο αυτό το είχε εντοπίσει ο Μαρξ από το 1848 στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο πολύ πριν τις θεωρίες του Ιμπεριαλισμού: «Η ανάγκη να μεγαλώνει ολοένα την πώληση των προϊόντων της κυνηγά την αστική τάξη πάνω σ’ όλη τη γήινη σφαίρα. Είναι υποχρεωμένη να φωλιάζει παντού, να εγκαθίσταται παντού, να δημιουργεί παντού σχέσεις. Με την εκμετάλλευση της παγκόσμιας αγοράς, η αστική τάξη διαμόρφωσε κοσμοπολίτικα την παραγωγή και την κατανάλωση όλων των χωρών. Προς μεγάλη λύπη των αντιδραστικών, αφαίρεσε το εθνικό έδαφος κάτω από τα πόδια της βιομηχανίας. Εκμηδενίστηκαν κι εξακολουθούν ακόμα καθημερινά να εκμηδενίζονται οι παμπάλαιες εθνικές βιομηχανίες. Εκτοπίζονται από νέες βιομηχανίες που η εισαγωγή τους γίνεται ζωτικό ζήτημα για όλα τα πολιτισμένα έθνη, από βιομηχανίες που δεν επεξεργάζονται πια ντόπιες πρώτες ύλες, αλλά πρώτες ύλες που βρίσκονται στις πιο απομακρυσμένες ζώνες και που τα προϊόντα τους δεν καταναλώνονται μονάχα στην ίδια τη χώρα, αλλά ταυτόχρονα σε όλα τα μέρη του κόσμου.

Στη θέση των παλιών αναγκών, που ικανοποιούνταν από τα εθνικά προϊόντα, μπαίνουν καινούργιες ανάγκες που για να ικανοποιηθούν απαιτούν προϊόντα των πιο απομακρυσμένων χωρών και κλιμάτων. Στη θέση της παλιάς τοπικής και εθνικής αυτάρκειας και αποκλειστικότητας, μπαίνει μια ολόπλευρη συναλλαγή, μια ολόπλευρη αλληλεξάρτηση των εθνών. Κι αυτό που γίνεται στην υλική παραγωγή γίνεται και στην πνευματική παραγωγή. Τα πνευματικά προϊόντα των μεμονωμένων εθνών γίνονται κοινό χτήμα. Η εθνική μονομέρεια και ο εθνικός περιορισμός γίνονται όλο και πιο αδύνατα και από τις πολλές εθνικές και τoπικές φιλολογίες διαμορφώνεται μια παγκόσμια φιλολογία.»

Πολλά χρόνια αργότερα θα επαναλάβει αυτές τις θέσεις: «η επέκταση του εξωτερικού εμπορίου, παρ όλο που στην παιδική ηλικία του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής αποτελούσε τη βάση του, έγινε στην παραπέρα πορεία του δικό του προϊόν, χάρη στην εσωτερική αναγκαιότητα αυτού του τρόπου παραγωγής, χάρη στην ανάγκη του να διαθέτει μια διαρκώς επεκτεινόμενη αγορά» Κεφάλαιο, τόμος 3, σελ. 299-300.

15 Η Ευρώπη μετά το 1992-K.Busch/εκδόσεις Κριτική 1992 σελ. 39

16 Οπ σελ. 38

17 Η Ελλάδα ως προτεκτοράτο της υπερεθνικής ελίτ-σελ. 118

18 Η οικονομική κρίση και οι αυταπάτες για το ξεπέρασμά της

19 Ζακ Ντελόρ: Προτάσεις διεξόδου με ανάπτυξη / Η Αυγή 3/3/2011 http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=602666

20 Η Ευρωζώνη ανάμεσα στη λιτότητα και την αθέτηση πληρωμών– Κ.Λαπαβίτσας /εκδόσεις Λιβάνη 2010

21 Γιώργος Σταμάτης – Η οικονομική κρίση και οι αυταπάτες για το ξεπέρασμα της

22 Γιώργος Βασσάλος – ΕΕ: Ό,τι πουν οι εκπρόσωποι των εταιρειών – http://aristeroblog.gr/node/954

23 Τάκης Φωτόπουλος – Η Λατινοαμερικανοποίηση του ευρωπαϊκού «Νότου» -και επίσης στο Πάνος Παναγιώτου- Είναι η οικονομία των Παπούα το νέο μοντέλο για την Ελλάδα;

24 Αυξήθηκε κατά 50% η ανεργία τους νέους στην Ευρώπη http://wwwpraxisred.blogspot.gr/2012/09/50.html

25 Ισοπεδώθηκαν οι μισθοί στην Ελλάδα http://wwwpraxisred.blogspot.gr/2012/09/blog-post_3240.html

26 Η κατεδάφιση της Κοινωνικής Ασφάλισης – Από τη “Λευκή Βίβλο” στο σήμερα / Ριζοσπάστης / 23/9/12 – http://wwwpraxisred.blogspot.gr/2012/09/blog-post_1858.html

27 Προτάσεις Ευρωπαϊκής επιτροπής: http://ec.europa.eu/europe2020/europe-2020-inyour- country/ellada/index_en.htm

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *