Τύμπανα πολέμου

 

Τύμπανα πολέμου

 

 

Η δολοφονία του Ρώσου πρεσβευτή απο έναν Τούρκο αστυνομικό, πρίν απο λίγο, ήρθε να προσθέσει άλλη μια ψηφίδα στην γενικευμένη όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Ανεξάρτητα απο  τα πραγματικά κίνητρα των δραστών της επίθεσης τα οποία ενδεχομένως δεν θα γίνουν ποτέ γνωστά (ο δράστης σκοτώθηκε στη συνέχεια) δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το περιστατικό θα είναι άλλη μια αφορμή για την συνεχιζόμενη ένταση και κλιμάκωση στην περιοχή. Η ενδοιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί μέσω περιφερειακών συγκρούσεων (Συρία), η παρουσία του διαβρωμένου απο τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς ισλαμιστικού κινήματος, τα οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα, η συνεχιζόμενη κρίση στα δυτικά ιμπεριαλιστικά κέντρα συσσωρεύουν ένα εκρηκτικό φορτίο στην περιοχή με απρόβλεπτες συνέπειες.

Δεν πρέπει να υπάρχουν αυταπάτες ότι όλη αυτή η σύγκρουση έχει μόνο διπλωματικό η επικοινωνιακό χαρακτήρα. Στο βάθος βρίσκονται νέες πολεμικές συγκρούσεις ακόμα και το ενδεχόμενο ενός γενικευμένου ιμπεριαλιστικού πολέμου. Δεν πρέπει επίσης να υπάρχουν αυταπάτες ότι η ελληνική και η τουρκική αστική τάξη όχι μόνο είναι μπλεγμένες  μέχρι το κόκκαλο σε όλα τα ιμπεριαλιστικά παιχνίδια, με την συμμετοχή τους στους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς (και πρώτα απο όλα στο ΝΑΤΟ που είναι ο βασικός υπέυθυνος για τις αιματοχυσίες και τους πολέμους στην Μέση Ανατολή), αλλά επιχειρούν και να αξιοποιήσουν το πολεμικό σκηνικό που στήνεται για να προωθήσουν απο καλύτερες θέσεις τα δικά τους συμφέροντα.

Δεν είναι τυχαίο ότι στο έδαφος της κοινωνικής εξαθλίωσης, η ελληνική αστική τάξη συμμετέχει ενεργά και υποδαυλίζει, από κοινού με όλες τις αστικές τάξεις στην περιοχή, τους ανταγωνισμούς, τα «θερμά επεισόδια» και τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις.

Ο «πατριωτισμός» της ελληνικής αστικής τάξης στην εποχή του ιμπεριαλισμού δεν υπερασπίζεται δημοκρατικά δικαιώματα, αλλά παζάρια για πλουτοπαραγωγικές πηγές και συμφωνίες που θα βοηθήσουν τους Έλληνες καπιταλιστές και το πολιτικό τους προσωπικό στην καλύτερη αξιοποίηση της λείας από τα τσακισμένα εργατικά δικαιώματα και στους ανταγωνισμούς τους με τους ομολόγους τους στην ανατολική μεσόγειο. Έρχεται λοιπόν ξανά στο προσκήνιο η λενινιστική θέση για τη στάση του εργατικού κινήματος απέναντι στον σοσιαλσωβινισμό και τον ιμπεριαλισμό μέσα και έξω από τη χώρα.

Η εργατική πολιτική στο ζήτημα του πολέμου έχει χρέος να αναδείξει τις βαθύτερες ταξικές αιτίες των ανταγωνισμών και της πολεμικής απειλής, να ξεκαθαρίσει τον αντιδραστικό, ιμπεριαλιστικό και άδικο χαρακτήρα τους καθώς και τις ευθύνες, πάνω από όλα, της δικής της αστικής τάξης και κυβέρνησης.

Ειδικότερα για τον ανταγωνισμό με την Τουρκία, έχει χρέος να ξεκαθαρίσει την κοινή επιθετική πολεμική στρατηγική των δύο ολιγαρχιών, ανεξάρτητα από τις σημαντικές διαφορές που χαρακτηρίζουν τον μεταξύ τους συσχετισμό και την τακτική τους, και τον αντιδραστικό ρόλο των μεγάλων ιμπεριαλιστικών  δυνάμεων και όλων των επιπέδων του ιμπεριαλιστικού πλέγματος.

Δεν πρέπει να υποτιμάται η σημασία της παρέμβασης και του ανταγωνισμού των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στα πλαίσια της προσπάθειάς τους για διαμόρφωση, προς όφελός τους, συμμαχικών αλλά και ανταγωνιζόμενων μπλοκ στην περιοχή. Αλλά ταυτόχρονα, η εργατική πολιτική δεν πρέπει να αποδίδει την κύρια ή πολύ περισσότερο την αποκλειστική ευθύνη για την ενδεχόμενη πολεμική αναμέτρηση ανάμεσα στις δύο χώρες, στους «ξένους», παρακάμπτοντας το γεγονός ότι τη βασική ευθύνη, τον βασικό ρόλο των σχέσεων ανάμεσα στις τάξεις ή τα έθνη δεν την έχουν στον καπιταλισμό τόσο οι εξωτερικοί, όσο οι εσωτερικοί παράγοντες.

Οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί στην περιοχή δεν γίνονται για το Αιγαίο, την ανεξαρτησία της Κύπρου, ή αντίστοιχα για την Ανατολική Θράκη, την προστασία της τουρκικής μειονότητας κλπ. Δεν γίνονται για την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας και κυριαρχίας των δύο χωρών, ανάμεσα σε αυτούς που παραβιάζουν και αυτούς που υπερασπίζονται το διεθνές δίκαιο. Και ενδεχόμενη κλιμάκωση (αν το εργατικό κίνημα δεν καταφέρει να τη ματαιώσει) δεν θα γίνει για την υπεράσπιση της πατρίδας ή για την επίλυση μιας σειράς δευτερευόντων εθνικοδημοκρατικών ζητημάτων, που εμφανίζονται στο πλαίσιο όλων των ιμπεριαλιστικού τύπου αντιπαραθέσεων. Θα γίνει κυρίως για τα συμφέροντα της ελληνικής και τουρκικής αστικής τάξης.

Το αντιπολεμικό κίνημα ασφαλώς θα πρέπει να καταγγείλει κάθε προσπάθεια από τις δύο πλευρές για παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας, της κυριαρχίας και των δημοκρατικών ελευθεριών σε βάρος των λαών. Θα ταχθεί ενάντια σε κάθε είδους κατοχή εδάφους, κάθε είδους προσαρτήσεις και θα παλέψει για την άμεση ειρήνη χωρίς όρους.Πάνω από όλα όμως θα καταγγείλει τον κοινωνικό, οικονομικό και εκμεταλλευτικό και αντιδραστικό χαρακτήρα του πολέμου, σε βάρος των εργαζομένων των δύο χωρών και γενικότερα της περιοχής. Θα αναδείξει και θα αντιπαλέψει, ιδιαίτερα, τις ευθύνες της δικής του αστικής τάξης, θα τον θεωρήσει κυρίως ταξικό αντεθνικό πόλεμο, σε βάρος του λαού της χώρας και των λαών της περιοχής.

Το εργατικό κίνημα θα πρέπει να βρίσκεται σε ετοιμότητα, για να υποδείξει και την ειρηνική διέξοδο από την όποια ενδεχόμενη πολεμική εμπλοκή. Και μια τέτοια ειρηνική διέξοδος, χωρίς όρους, χωρίς προσαρτήσεις και αποζημιώσεις, χωρίς βαθιές, αθεράπευτες πληγές, που θα διαιωνίζουν και θα εντείνουν την πολεμική κλιμάκωση και ανθρωποσφαγή, δεν βρίσκεται στην πολεμική νίκη της δικής τους χώρας, δεν βρίσκεται ούτε στην επιδιαιτησία του δήθεν «Διεθνούς Δικαίου» και του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος, δεν βρίσκεται ούτε στη συνέχιση του πολέμου με «άλλα μέσα» διαπραγματεύσεων και συνεννοήσεων ανάμεσα στις δύο ολιγαρχίες. Πολύ περισσότερο δεν βρίσκεται στις ξένες σημαίες του ενός η του άλλου ιμπεριαλιστικού συνασπισμού στις οποίες-με διάφορα προσχήματα και δικαιολογίες- προσπαθούν να εντάξουν το εργατικό κίνημα οι αστικές δυνάμεις κάθε απόχρωσης.

Μια τέτοια, μακρόχρονη και σταθερή, ειρηνική διέξοδος προς όφελος των λαών βρίσκεται στην ανατροπή όλου του εκμεταλλευτικού συστήματος που γεννά και διαιωνίζει την αντεργατική πολεμική αθλιότητα, στην κατάκτηση μιας νέας εργατικής δημοκρατίας. Αυτή είναι η μόνη πραγματική πατριωτική στάση του εργατικού κινήματος σε μια ιμπεριαλιστική χώρα: η υπεράσπιση της ειρήνης και του οριστικού τέλους των άδικων πολέμων και των ανταγωνισμών.

Αυτοί οι στόχοι επιβάλλουν και την αντίστοιχη τακτική, ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες, τη συγκεκριμένη κατάσταση και τους συσχετισμούς. Η τακτική αυτή όμως θα πρέπει να απευθύνεται στη μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων: όχι για να υποκλιθεί στο επίσημα «κυρίαρχο» αίσθημα της υπεράσπισης της πατρίδας, αλλά για να το αντιπαλέψει και να προετοιμάσει την ανάπτυξη της συλλογικής πάλης κατά του πολέμου, για την ανατροπή των αστικών κυβερνήσεων και του συστήματος εκμετάλλευσης.

Η ενίσχυση του αντιπολεμικού κινήματος με αυτά τα χαρακτηριστικά είναι λοιπόν περισσότερο αναγκαία απο ποτέ, πρίν είναι πολύ αργά. Γιατί όπως δείχνουν οι εξελίξεις τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα στην περιοχή μας, ο χρόνος ίσως άρχισε να μετράει αντίστροφα……

 

 

Βαγγέλης Ζέρβας

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *