Χριστουγεννιάτικη ιστορία

 

 

Χριστουγεννιάτικη ιστορία

 

Μίτσιγκαν, 1913. Η Μεταλλευτική Εταιρεία Κάλουμετ και Χέκλα, ανακοινώνει πανηγυρικά, μέρισμα 400 δολαρίων στους μετόχους της. 

Τον Ιούλιο του ίδιου έτους, 15.000 χαλκωρύχοι της ίδιας εταιρείας, με μεροκάματο περίπου ένα δολάριο την ημέρα, ξεκινούν έναν επίπονο και σκληρό απεργιακό αγώνα που θα κρατήσει σχεδόν εννέα μήνες και θα αποτελέσει μία από τις συγκλονιστικότερες κινητοποιήσεις στην ιστορία του παγκόσμιου εργατικού κινήματος. 

Οι στόχοι του αγώνα, δεν θα είναι άλλοι, από τη μείωση των ωρών εργασίας, την αύξηηση του μεροκάματου και την αναγνώριση του ταξικού τους συνδικάτου, της Δυτικής Ομοσπονδίας Μεταλλωρύχων.

Η εργοδοσία, αρνήθηκε τα αιτήματα των εργατών, δίνοντας μόνο κάποιες αόριστες υποσχέσεις, για κάποια αύξηση του ημερομισθίου. 

Ο ταξικός αγώνας, θα είναι ανελέητος και σε κάποιες περιπτώσεις θα πάρει τη μορφή ενός μίνι εμφυλίου πολέμου. Απεργοσπάστες, η έφιππη πολιτοφυυλακή της Πολιτείας του Μίτσιγκαν, ιδιωτικοί μπάτσοι και μπράβοι-κοινωνικά αποβράσματα, θα μπούν στην υπηρεσία των αφεντικών. 

Ηγετική μορφή από την πλευρά των εργατών, η σλοβενικής καταγωγής, Annie Clemenic, μια νέα και δυναμική γυναίκα, που οι εργάτες την αποκαλούσαν χαϊδευτικά (λόγω του ύψους της, 1,88  μέτρα), «Big Annie».


Την παραμονή των Χριστουγέννων του 1913, η Annie, θα οργανώσει στoν δεύτερο όροφο του κτιρίου  Italian Hall στην (τότε – σήμερα είναι ένα χωριό 700 κατοίκων) κωμόπολη Calumet, ένα χριστουγεννιάτικο πάρτυ, προκειμένου να διασκεδάσουν τα παιδιά των απεργών. 

Το τι έγινε, μας το περιγράφει η κομμουνίστρια ακτιβίστρια και συνδικαλίστρια Έλα Ριβ Μπλουρ («μάνα» Μπλουρ), που βρισκόταν εκεί, στο βιβλίο της «Είμαστε πολλοί»:

Παραμονή Χριστουγέννων, τα παιδιά θα μαζευτούν στην αίθουσα που η Άννι είχε στολίσει το δέντρο. Αφού τραγουδήσαμε όλοι μαζί, μοιράστηκαν τα δώρα και μια δεκατριάχρονη με μακριές κοτσίδες, φινλανδικής καταγωγής, κάθισε στο πιάνο και άρχισε να παίζει.

Η πόρτα άνοιξε και κάποιος άρχισε να φωνάζει «Φωτιά, φωτιά». 

Δεν υπήρχε πυρκαγιά, δεν υπήρχε καμιά φωτιά. Τα παιδιά όμως, πανικόβλητα και σε εντελώς αλλόφρονη κατάσταση, άρχισαν να τρέχουν προς την έξοδο προκειμένου να σωθούν, παρά το γεγονός ότι η Άννι προσπαθούσε συνέχεια να τα καθηυσχάσει, φωνάζοντας, «ηρεμήστε παιδιά, δεν υπάρχει φωτιά». 

Όσοι είμαστε γύρω από την εξέδρα, δεν μπορούσαμε να δούμε πόσα παιδιά έλειπαν, η αίθουσα ήταν ακόμα γεμάτη. Η μικρή συνέχιζε να παίζει πιάνο…

Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και η πίσω πόρτα της αίθουσας άνοιξε. Ένας άντρας μπήκε, κρατώντας στην αγκαλιά του ένα άψυχο παιδικό κορμάκι. Στη συνέχεια ακολούθησε ένας άλλος κι ένας άλλος … Τα νεκρά παιδάκια αφήνονταν στην εξέδρα, κάτω από το δέντρο. Εβδομήντα τρία παιδιά, όλα νεκρά. 
>>>
Στην αίθουσα βασίλευε νεκρική σιγή. Το θέαμα ήταν φρικτό. Η Άννι άρχισε να ουρλιάζει: «Είναι και άλλα; Εϊναι και άλλα παιδιά;». Ένας μπάτσος της είπε ατάραχα: – Τι κάνεις έτσι; Δικά σου είναι όλα αυτά; Η Άννι απάντησε κλαίγοντας με λυγμούς: – Δικά μου είναι, είναι όλα δικά μου … 

Μαζί με τους γονείς που έσπευδαν αλλόφρονες να βρουν και να πάρουν τα παιδιά τους, κατέφτασαν και οι παπάδες. Άρχισαν να προσεύχονται για τους νεκρούς… Τους προηγούμενους μήνες είχαν ταχθεί ενάντια στην απεργία, κήρυτταν συνέχεια από τον άμβωνα για το πόσο καταστροφική ήταν. Αυτό παραήταν πολύ για την Άννι. Φώναζε συνέχεια:
«- Μην αφήσετε τους παπάδες, τους απεργοσπάστες παπάδες να αγγίξουν τα παιδά». Οι μπάτσοι τη συνέλαβαν.  
 
Τις ημέρες που ακολούθησαν, έγινε αστυνομική και δικαστική έρευνα. Το αποτέλεσαμα αναμενόμενο: Κανείς δεν έμαθε ποιοι ήταν αυτοί που έσπειραν τον πανικό. Το όνομα αυτού που πρώτος φώναξε «φωτιά», δεν έγινε ποτέ γνωστό. Οι εργάτες όμως ήταν σίγουροι πως ήταν κάποιος πληρωμένος πράκτορας της εταιρείας που ήθελε να διαλύσει τη γιορτή. 

Η απεργία, αν και αποτυχημένη, θα αποτελέσει σταθμό για την περαιτέρω ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στις ΗΠΑ. 

Στα χρόνια που ακολούθησαν, η περιοχή παρήκμασε. Ο χαλκός έχασε την αρχική του σημασία για τη βιομηχανία, τα ορυχεία εξαντλήθηκαν, οι περισσότεροι εργάτες μετακινήθηκαν στα εργοστάσια αυτοκινήτων του Ντιτρόιτ ή στρατεύθηκαν μετά την είσοδο των ΗΠΑ στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1917. Το τελευταίο ορυχείο χαλκού θα στην περιοχή, θα κλείσει το 1995.


Σήμερα το μόνο που θυμίζει την καταστροφή είναι ένα σεμνό μνημείο στο χωριό Calumet και κάποια τραγούδια όπως αυτό του Woody Guthrie, «1913 massacre», που θα το ξαναφέρει στην επιφάνεια ο Bob Dylan την δεκαετία του 1960. 




Παραπομπές:

Ο κατάλογος των θυμάτων. Κυρίως παιδιά μεταναστών από τη Φινλανδία.

– «Ιστορία του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών» του Ζιν. Αν και δεν κάνει μνεία στο γεγονός, δεν παύει να είναι βιβλίο αναφοράς για την κοινωνική ιστορία των ΗΠΑ, του εργατικού της κινήματος και της επαναστατικής κατάστασης που προηγήθηκε του Μεγάλου Πολέμου, στη λεγόμενη «προοδευτική περίοδο» των ετών 1900-1917. 
Ella Reeve Bloor, We Are Many: An Autobiography. New York: International Publishers, 1940. Η αυτοβιογραφία της «Μάνας Μπλουρ», της αριστερής φεμινίστριας που η δράση της άφησε εποχή στο αμερικανικό εργατικό κίνημα. 
 
«Labor’s Untold Story», των Richard O. Boyer, Herbert Morrais, 
Cameron Associates; Πρώτη έκδοση (1955). Μεγάλο βιβλίο, από δύο επίσης μεγάλους συγγραφείς, ιστορικούς του αμερικανικού συνδικαλιστικού κινήματος. Η ενδελεχής και ακριβής γνώση του παρελθόντος, επιτρέπει να ατενίζεις το μέλλον αισιόδοξα.

 

 

Πηγή: http://metwpoistorias.blogspot.gr/2016/12/blog-post.html

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *