Antonio Gramsci: Ταιηλορισμός και μηχανοποίηση της εργασίας.

 

 

 

Ταιηλορισμός και μηχανοποίηση της εργασίας.

 

 

Σχετικά με την απόσταση που προσδιορίζεται από τον ταιηλορισμό ανάμεσα στη χειρωνακτική εργασία και στο «ανθρώπινο περιεχόμενο» της  εργασίας, θα μπορούσαν να γίνουν χρήσιμες παρατηρήσεις για το παρελθόν, και ακριβώς σχετικά με εκείνα τα  επαγγέλματα που θεωρούνταν σαν τα πιο «πνευματικά»,  δηλαδή τα επαγγέλματα που συνδέονταν με την αναπαραγωγή κειμένων για δημοσιοποίηση ή άλλη μορφή διάδοσης και μεταβίβασης: οι αντιγραφείς πριν από την  εφεύρεση της τυπογραφίας, οι στοιχειοθέτες, οι λινοτύπες, οι στενογράφοι, οι δακτυλογράφοι.

Αν σκεφτούμε,  βλέπουμε πως στα επαγγέλματα αυτά, η διαδικασία προσαρμογής στη μηχανοποίηση είναι δυσκολότερη από ότι  σε άλλα. Γιατί; Γιατί είναι δύσκολο να επιτευχθεί η μέγιστη επαγγελματική ειδίκευση, που απαιτεί από τον εργάτη να «ξεχνάει» ή να μην σκέφτεται το πνευματικό περιεχόμενο του κειμένου που αναπαράγει, για να προσηλώνει την προσοχή του μονάχα ή στην καλλιγραφική  μορφή του ξεχωριστού γράμματος αν αντιγράφει, ή για  να διαλύσει τις φράσεις σε «αφηρημένες» λέξεις κι αυτές σε γράμματα-στοιχεία και γρήγορα να διαλέξει τα  μολυβένια κομμάτια στις κάσες, για να διαλύσει όχι πια  μονάχα τις ξεχωριστές λέξεις, αλλά ομάδες λέξεων στο  πλαίσιο ενός λόγου, μηχανικά συγκεντρωμένες σε στενογραφική συντομογραφία για να επιτύχει την ταχύτητα  στη δακτυλογράφηση κλπ.

Το ενδιαφέρον του εργάτη  για το πνευματικό περιεχόμενο του κειμένου μετριέται με τα λάθη του, δηλαδή με μια επαγγελματική υστέρηση: η ειδίκευσή του μετριέται ακριβώς με την πνευματική του αδιαφορία, δηλαδή με τη «μηχανοποίησή» του. Ο  μεσαιωνικός αντιγραφέας που ενδιαφερόταν για το κείμενο, άλλαζε την ορθογραφία, τη μορφολογία, τη σύνταξη του κειμένου που αναπαρήγε, παρέλειπε ολόκληρες  περιόδους που δεν καταλάβαινε με τη μικρή του μόρφωση, η ροή των σκέψεων που υποκινούσε σ’ αυτόν το  ενδιαφέρον για το κείμενο τον έκανε να παρεμβάλλει  σχόλια και προοίμια. Αν η διάλεκτός του ή η γλώσσα του  ήταν διαφορετικές από εκείνες του κειμένου, έμπαζε  αποχρώσεις αλλόγλωσσες.’ Ήταν ένας κακός αντιγραφέας γιατί στην πραγματικότητα «ξανάκανε» το κείμενο. Η βραδύτητα της μεσαιωνικής γραφικής τέχνης εξηγεί  πολλές απ’ αυτές τις ελλείψεις: υπήρχε πολύς χρόνος  για σκέψη και επομένως η «μηχανοποίηση» ήταν δυσκολότερη.

Ο τυπογράφος  πρέπει να είναι ταχύτατος,  πρέπει να κρατάει σε αδιάκοπη κίνηση τα χέρια και τα  μάτια και αυτό καθιστά ευκολότερη τη μηχανοποίησή  του. Αλλά αν το καλοσκεφτούμε, η προσπάθεια που πρέπει να κάνουν αυτοί οι εργάτες για να απομονωθούν  από το πνευματικό περιεχόμενο του κειμένου, συχνά  πολύ συναρπαστικό (και τότε δουλεύουν λιγότερο και άσχημα), στη γραφική του συμβολοποίηση και να συγκεντρώνονται μονάχα ο’ αυτήν, αποτελεί  τη μεγαλύτερη  προσπάθεια που απαιτείται από ένα επάγγελμα.

Παρόλο  που αυτό συμβαίνει δεν σκοτώνει πνευματικά τον άνθρωπο. ‘ Όταν η διαδικασία προσαρμογής έχει συντελεστεί, αποδείχνεται πως στην πραγματικότητα αντί να  μουμιοποιηθεί το μυαλό του εργάτη φτάνει σε μια κατάσταση ολοκληρωτικής ελευθερίας, παραμένοντας ολοκληρωτικά μηχανοποιημένες μονάχα οι φυσικές κινήσεις. Η μνήμη του επαγγέλματος αναγόμενη σε απλές  επαναλαμβανόμενες κινήσεις  με εντατικό ρυθμό, «φωλιάζει» στην οργάνωση των μυών και των νεύρων που  αφήνουν το μυαλό ελεύθερο και καθαρό για άλλες απασχολήσεις.

Όπως βαδίζουμε χωρίς να χρειάζεται να  σκεφτόμαστε όλες τις απαραίτητες  κινήσεις  για να κινούνται συγχρονισμένα όλα τα μέρη του σώματος, μ’  αυτό τον καθορισμένο τρόπο που είναι αναγκαίος για να βαδίζουμε, έτσι συνέβητε και εξακολουθεί να συμβαίνει  στη βιομηχανία για τις βασικές κινήσεις του επαγγέλματος. Περπατάμε αυτόματα και ταυτόχρονα σκεφτόμαστε  ότι θέλουμε. Οι Αμερικάνοι βιομήχανοι κατάλαβαν πάρα  πολύ καλά αυτή τη σύμφυτη με τις νέες βιομηχανικές  μεθόδους διαλεκτική. Κατάλαβαν πως ο «εκπαιδευμένος γορίλλας» είναι μια φράση, πως ο εργάτης «δυστυχώς» παραμένει άνθρωπος και ίσως αυτός στη διάρκεια  της δουλειάς, περισσότερο ή λιγότερο έχει πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες να σκέφτεται, τουλάχιστον όταν  έχει ξεπεράσει την κρίση προσαρμογής και δεν έχει  απορριφθεί: και όχι μονάχα σκέφτεται, αλλά το γεγονός  πως έχει άμεσες ικανοποιήσεις από τη δουλειά και πως  καταλαβαίνει πως θέλουν να τον μετατρέψουν σε έναν  εκπαιδευμένο γορίλλα, τον οδηγεί σε μια πολύ λίγο  κομφορμιστική πορεία σκέψεων. Πως μια τέτοια ανησυχία υπάρχει στους βιομηχάνους φαίνεται από μια σειρά  μέτρα και «εκπαιδευτικές» πρωτοβουλίες που, μπορούν  να δειχθούν στα βιβλία του Φορντ και στο έργο του Φιλιπ

 

 

Το κείμενο βρίσκεται στο έργο του Γκράμσι  «Αμερικανισμός και Φορντισμός» (Τετράδιο 22), σελ 76-78, εκδόσεις Α/συνέχεια

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *