Evgeny B. Pashukanis-Το δίκαιο και η παραβίαση του νόμου

 

 

Evgeny B. Pashukanis-Το δίκαιο και η παραβίαση του νόμου

 

 

Εισαγωγική παρατήρηση: Η μετάφραση έγινε από την τρίτη έκδοση του βιβλίου που τυπώθηκε στην Μόσχα το 1927 από το Τμήμα Δικαίου και Κράτους της Κομμουνιστικής Ακαδημίας [Коммунистическая Академия — Секция Права и Государства] και κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο της Ακαδημίας: Е. Б. Пашуканис, Общая теория права и марксизм. Издание третье, Издательство Коммунистической Академии, Москва 1927. Το κείμενο της έκδοσης αυτής αντιπαραβλήθηκε με το κείμενο της «Εκλογής Έργων για την Γενική Θεωρία του Δικαίου και του Κράτους» [Избранные произведения по общей теории права и государства] του Γ. Μπ. Πασουκάνις που εκδόθηκε από το Ινστιτούτο Κράτους και Δικαίου της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ (Εκδόσεις «Επιστήμη», Μόσχα 1980, σσ. 159–165, 180). Τηρήθηκε η στίξη και η διάταξη παραγράφων της έκδοσης του 1927. Μέσα σε ορθογώνιες αγκύλες ([ ]) έχω τοποθετήσει δικές μου επεξηγηματικές προσθήκες· αποσιωπητικά μεταξύ ορθογώνιων αγκυλών ([…]) δείχνουν πού έχει παραλειφθεί το κείμενο του πρωτότυπου, ενώ αραβικοί αριθμοί επίσης σε ορθογώνιες αγκύλες ([1], [2] κ.ο.κ.) αναφέρονται στις υποσημειώσεις. — σ.τ.μ

 

 

Γιεβγκένι Μπρονισλάβοβιτς Πασουκάνις, Γενική θεωρία του δικαίου και μαρξισμός. Τρίτη έκδοση, Εκδοτικός Οίκος της Κομμουνιστικής Ακαδημίας, Μόσχα 1927, σσ. 110–116

 

 

Κεφάλαιο έβδομο. Το δίκαιο και η παράβαση του νόμου
Μτφρ.: Μη Απολιθωμένος

 

[…]

Η μη υπακοή του κανόνα, η παράβασή του, η ρήξη των κανονικών σχέσεων και η σύγκρουση που απορρέει από εδώ, να τι αποτελεί το αφετηριακό σημείο και το κεφαλαιωδέστατο περιεχόμενο της αρχαϊκής νομοθεσίας. Τουναντίον, το κανονικό δεν καταγράφεται εξαρχής σαν τέτοιο, αυτό απλά υπάρχει. Η ανάγκη να καταγράψει και να καθορίσει κανείς ακριβώς την έκταση και το περιεχόμενο των αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αναφύεται εκεί όπου η ήσυχη και ειρηνική ύπαρξη έχει διαταραχθεί. Απ’ αυτή την άποψη έχει δίκιο ο Μπένθαμ [Jeremy Bentham (1748–1832), Βρετανός φιλόσοφος και νομικός, θεωρείται ο θεμελιωτής του σύγχρονου ωφελιμισμού] όταν λέει πως ο νόμος θεσπίζει δικαιώματα θεσπίζοντας εγκλήματα. Η νομική σχέση παίρνει ιστορικά τον ειδικό της χαρακτήρα πριν απ’ όλα στην βάση γεγονότων παράβασης του νόμου. Η έννοια της κλοπής προσδιορίζεται νωρίτερα απ’ ό,τι η έννοια της ιδιοκτησίας. […]

[…]

Η καταγωγή του ποινικού δικαίου συνδέεται ιστορικά με το έθιμο του φόνου αντεκδίκησης (βεντέτα). Είναι αναμφίβολο ότι από γενετικής πλευράς αυτά τα φαινόμενα αλληλογειτνιάζουν. […], ο φόνος αντεκδίκησης (βεντέτα) συμπίπτει με το jus talionis [δίκαιο του αντιπεπονθότος (στα λατινικά)], δηλαδή με την αρχή της ίσης ανταπόδοσης κατά την οποία η μέσω αντεκδίκησης απάλειψη της προσβολής από τον προσβεβλημένο ή από το γένος του εξαλείφει την δυνατότητα περαιτέρω αντεκδίκησης. […]

[…] Η αντεκδίκηση αρχίζει να ρυθμίζεται από το έθιμο και μετατρέπεται σε τιμωρία σύμφωνα με τον κανόνα των ίσων αντιποίνων: «οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος» μόνο τότε, όταν δίπλα σ’ αυτό αρχίζει να παγιώνεται ένα σύστημα σύνθεσης ή χρηματικής εξαγοράς. Η ιδέα του ισοδύναμου, αυτή η πρώτη καθαρά δικαιϊκή ιδέα, έχει πάντοτε ως πηγή της την ίδια την μορφή του εμπορεύματος. […]

[…] Η αντεκδίκηση από καθαρά βιολογικό φαινόμενο καθίσταται νομικός θεσμός στον βαθμό που αυτή συσχετίζεται κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο με την μορφή της ισοδύναμης ανταλλαγής, της ανταλλαγής σύμφωνα με την αξία.

Το αρχαϊκό ποινικό δίκαιο υπογραμμίζει αυτόν τον συσχετισμό με ιδιαίτερα οφθαλμοφανή και άξεστο τρόπο, γιατί σ’ αυτό η ζημιά που προξενείται στην περιουσία και η ζημιά που προξενείται στο πρόσωπο, αλληλοεξισώνονται άμεσα μ’ εκείνη την απλοϊκότητα που την απαρνούνται με ντροπή οι ύστερες εποχές. Από την άποψη του αρχαίου ρωμαϊκού δικαίου δεν υπήρχε τίποτα το αξιοπερίεργο στο να εξοφλεί ο ανίκανος αποπληρωμής οφειλέτης τα χρέη του με μέλη του σώματός του (in partes secare [διαμελίζω (στα λατινικά)]) και να ευθύνεται ο ένοχος σωματικής βλάβης με την περιουσία του. Η ιδέα της ισοδύναμης αγοραπωλησίας προβάλλει εδώ με όλη την γυμνότητά της χωρίς να περιπλέκεται και χωρίς να καταπνίγεται από οποιαδήποτε τυχαία στοιχεία.

Σε αντιστοιχία μ’ αυτό και η ποινική δίκη αποκτά τον χαρακτήρα μιας εμπορικής αγοραπωλησίας. «Πρέπει εδώ», λέει ο Γιέρινγκ [Rudolf von Jhering (1818–1892), Γερμανός νομομαθής, καθηγητής του Πανεπιστημίου της Γοτίγγης], «να φανταστούμε ένα παζάρεμα κατά το οποίο, από την μια πλευρά, ζητούν μιαν εξαιρετικά ψηλή τιμή, ενώ, από την άλλη, κατεβάζουν την τιμή ωσότου να καταλήξουν τελικά σε συμφωνία. Η έκφραση γι’ αυτό ήταν: pacere [διευθετώ με φιλικό τρόπο], και για την συμφωνία καθαυτή στο θέμα της τιμής: pactum [συμφωνία, σύμβαση, συμβιβασμός]». «Από εδώ», συμπληρώνει ο Γιέρινγκ, «χρονολογείται στο αρχαίο σκανδιναβικό δίκαιο το αξίωμα του εκλεγμένου και από τα δύο μέρη ενδιαμέσου, ο οποίος καθορίζει το ύψος του ποσού συμβιβασμού» (ο arbiter [διαιτητής (στα λατινικά)] με την αρχική ρωμαϊκή σημασία)[1].

Σε ό,τι αφορά τις λεγόμενες δημόσιες ποινές, δεν υφίσταται η παραμικρή αμφιβολία ότι αυτές αρχικά επιβάλλονται, κυρίως, για δημοσιονομικούς λόγους και αποτελούν μέσο για να συμπληρώνονται τα έσοδα του θησαυροφυλάκιου των εκπροσώπων της εξουσίας. «Το κράτος», λέει ο Χ. Σ. Μέιν [Henry James Sumner Maine (1822–1888), Βρετανός νομομαθής του συγκριτικού δικαίου και ιστορικός, καθηγητής των Πανεπιστημίων της Οξφόρδης και του Κέμπριτζ], «δεν εισέπραξε από τον εναγόμενο πρόστιμο για το κακό που υποτίθεται ότι προξένησε στο κράτος, όμως απαίτησε για τον εαυτό του μονάχα ένα κάποιο μερίδιο από την αποζημίωση που επιδικάζεται στον ενάγοντα, με την μορφή της δίκαιας ποινής για απώλεια χρόνου και διατάραξη της ησυχίας»[2]. […]

[…] Έτσι, για παράδειγμα, μια από τις σημαντικότατες για τον γαιοκτήμονα παραβάσεις του νόμου, η δόλια μετατόπιση των οροθετικών σημείων, εθεωρείτο από τα πολύ παλιά χρόνια θρησκευτικό κακούργημα και το κεφάλι του ενόχου αφιερωνόταν στους θεούς.* Η ιερατική κάστα, παρουσιαζόμενη με την ιδιότητα του οργάνου της τάξης, απέβλεπε ξανά όχι μόνο σ’ ένα ιδεατό, αλλά και σ’ ένα πολύ ουσιαστικό υλικό συμφέρον, γιατί η περιουσία του ενόχου δημευόταν προς όφελός της. […]

Η επιρροή της ιερατικής οργάνωσης, δηλ. της εκκλησίας, πάνω στο ποινικό δίκαιο εκδηλώνεται στο ότι, αν και η ποινή διατηρεί την δική της φύση του ισοδύναμου ή της ανταπόδοσης, εντούτοις αυτή η ανταπόδοση ήδη δεν συσχετίζεται άμεσα με την βλάβη του παθόντα και δεν θεμελιώνεται πάνω στην αξίωσή του, αλλά προσλαμβάνει ανώτατη αφηρημένη σημασία, ως θεία τιμωρία. Στο υλικό στοιχείο της αποζημίωσης για την βλάβη η εκκλησία επιδιώκει, μ’ αυτόν τον τρόπο, να ενσωματώσει το ιδεολογικό κίνητρο του εξαγνισμού και της κάθαρσης (expiatio [εξιλέωση (στα λατινικά)])[3] και να καταστήσει με τον τρόπο αυτό το ποινικό δίκαιο που έχει οικοδομηθεί πάνω στις αρχές της ιδιωτικής αντεκδίκησης, ένα πιο αποτελεσματικό μέσο υποστήριξης της κοινωνικής πειθαρχίας, δηλ. της ταξικής ηγεμονίας. […]

Η κατάσταση των πραγμάτων μεταβάλλεται παράλληλα με την ανάπτυξη και εδραίωση των φραγμών μεταξύ τάξεων και κοινωνικών στρωμάτων. Η εμφάνιση της κληρικής και κοσμικής ιεραρχίας προωθεί σε πρώτη θέση την περιφρούρηση των προνομίων της και την πάλη με τις κατώτερες καταπιεζόμενες τάξεις του πληθυσμού. Η αποσύνθεση της φυσικής οικονομίας και η προκαλούμενη απ’ αυτή αύξηση της εκμετάλλευσης των αγροτών, η ανάπτυξη του εμπορίου και η σε κοινωνικά στρώματα οργάνωση του κράτους θέτουν στα ποινικά δικαστήρια διαφορετικά καθήκοντα. Σ’ αυτή την εποχή η ποινική δικαιοσύνη καθίσταται ήδη για το κράτος όχι τόσο μέσο συμπλήρωσης των εσόδων όσο μέσο ανελέητης και ωμής εξόντωσης των «κακών ανθρώπων», δηλ. πρώτιστα των αγροτών που το ’σκαζαν για να γλιτώσουν την αβάσταχτη εκμετάλλευση των τσιφλικάδων και του τσιφλικάδικου κράτους, των εξαθλιωμένων τμημάτων του πληθυσμού, των αλητών, των ζητιάνων κ.λπ. Κύριο ρόλο αρχίζει να παίζει ο αστυνομικός και διωκτικός μηχανισμός. Οι ποινές καθίστανται μέσο ή φυσικής εξολόθρευσης ή κατατρομοκράτησης. Είναι η εποχή των βασανιστηρίων, των σωματικών ποινών και των ωμών τρόπων θανατικής εκτέλεσης.

Έτσι βαθμιαία προπαρασκευάστηκε εκείνο το σύνθετο αμάλγαμα που παρουσιάζεται ως σύγχρονο ποινικό δίκαιο. Σ’ αυτό εύκολα διακρίνουμε εκείνες τις ιστορικές διαστρωματώσεις, από τις οποίες αποτελείται. Στην ουσία, δηλ. από καθαρά κοινωνιολογική άποψη, η αστική κοινωνία με το δικό της σύστημα ποινικού δικαίου υποστηρίζει την ταξική της ηγεμονία και κρατάει σε υποταγή τις εκμεταλλευόμενες τάξεις. Σχετικά μ’ αυτό, τα δικαστήριά της και οι ιδιωτικές της «εθελοντικές» οργανώσεις απεργοσπαστών αποβλέπουν σ’ έναν και τον ίδιο σκοπό.

Αν κοιτάξουμε την υπόθεση απ’ αυτή την σκοπιά, τότε το ποινικό δικαστήριο αποτελεί μονάχα εξάρτημα του αστυνομικού και διωκτικού μηχανισμού. Πράγματι, αν τα ποινικά δικαστήρια του Παρισιού έκλειναν για μερικούς μήνες, απ’ αυτό θα υπέφεραν μόνο οι υπό κράτηση εγκληματίες. Αν όμως οι περιβόητες αστυνομικές ταξιαρχίες του Παρισιού έπαυαν την εργασία τους έστω και για μία ημέρα, αυτό θα ισοδυναμούσε με καταστροφή.

Η ποινική δικαιοδοσία του αστικού κράτους είναι η οργανωμένη ταξική τρομοκρατία, η οποία μονάχα ως προς τον βαθμό διαφέρει από τα λεγόμενα έκτακτα μέτρα που λαμβάνονται σε κατάσταση εμφυλίου πολέμου. […]

[…] Αν η ποινή λειτουργεί ως τακτοποίηση λογαριασμών, τότε είναι απαραίτητη η έννοια της υπαιτιότητας. Ο παραβάτης δίνει λόγο για το παράπτωμά του με την ελευθερία του — στην πραγματικότητα, με ένα τμήμα της ελευθερίας του, το οποίο ανταποκρίνεται στην βαρύτητα της πράξης του. Αυτού του είδους η αντίληψη της λογοδοσίας θα ήταν μάλλον περιττή σε μια κατάσταση όπου η τιμωρία θα έχει χάσει τον χαρακτήρα του ισοδύναμου. Εκεί που δεν υπάρχει πια ίχνος της αρχής της ισοδυναμίας, η τιμωρία θα κατέληγε να πάψει εντελώς να είναι τιμωρία με την νομική έννοια του όρου.

Η νομική έννοια της ενοχής δεν είναι επιστημονική έννοια, αφού οδηγεί άμεσα στις αντιφάσεις της ακαθοριστίας. Απ’ την σκοπιά της σύνδεσης των αιτίων τα οποία δημιουργούν ένα αποτέλεσμα, δεν υπάρχει βάση στο να δίνουμε προτεραιότητα σ’ έναν κρίκο της αλυσίδας και όχι σε άλλο. Οι πράξεις ενός ψυχικά ανισόρροπου ανθρώπου (που δεν είναι υπόλογος για τις πράξεις του) δεν καθορίζονται λιγότερο από μια σειρά αιτιών (κληρονομικότητα, συνθήκες διαβίωσης, περιβάλλον, κλπ), από τις πράξεις ενός εντελώς φυσιολογικού και πλήρως υπόλογου ατόμου. Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι η τιμωρία ως παιδαγωγικό μέτρο (δηλαδή εκτός της έννοιας του ισοδύναμου) δεν συνδέεται με κανένα τρόπο με την έννοια της υπαιτιότητας, της ελευθερίας της βούλησης και τα τοιαύτα, ούτε έχει καμία ανάγκη τέτοιων εννοιών. Παιδαγωγικά, το αν μια τιμωρία είναι η κατάλληλη (μιλάμε βέβαια για την καταλληλότητα με την γενικότερη έννοια, ανεξάρτητα από τη μορφή, ή την ηπιότητα ή αυστηρότητα της τιμωρίας) κρίνεται αποκλειστικά από την ικανότητα να συλληφθεί επαρκώς η σύνδεση ανάμεσα στις πράξεις κάποιου και τις δυσάρεστες συνέπειές τους, και να την εντυπώσει στη μνήμη του. Τα άτομα που το ποινικό δίκαιο αντιμετωπίζει ως μη υπεύθυνα για τις πράξεις τους, όπως είναι τα παιδιά πολύ τρυφερής ηλικίας, είναι με αυτή την έννοια εξίσου υπεύθυνα, από την άποψη ότι μπορούν να επηρεαστούν σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση.

[…]

Η στέρηση της ελευθερίας, για μια περίοδο η οποία καθορίζεται από την ποινή του δικαστηρίου, είναι η συγκεκριμένη μορφή στην οποία το σύγχρονο, δηλαδή το αστικο-καπιταλιστικό δίκαιο, ενσωματώνει την αρχή της ισοδύναμης ανταπόδοσης. Η μορφή αυτή συνδεεται ασυνείδητα αλλά βαθιά με την αφηρημένη αντίληψη του ανθρώπου, και με την αφαίρεση της ανθρώπινης εργασίας, που μετριέται ως χρόνος. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η μορφή τιμωρίας θεμελιώθηκε ακριβώς τον δέκατο ένατο αιώνα και θεωρούνταν φυσική τότε (δηλαδή σε μια περίοδο που η αστική τάξη μπορούσε να να παγιώσει και να αναπτύξει πλήρως όλα της τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά).

Για να γίνει εφικτό να εμφανιστεί η ιδέα ότι μπορεί κάποιος να αποζημιώσει άλλους για ένα παράπτωμα με ένα κομμάτι αφηρημένης ελευθερίας που προκαθορίζεται, ήταν απαραίτητο όλες οι συγκεκριμένες μορφές του κοινωνικού πλούτου να μπορούν να αναχθούν στην πιο αφηρημένη και απλούστερη μορφή, στην ανθρώπινη εργασία που μετριέται με το χρόνο. […] Ο βιομηχανικός καπιταλισμός, η διακήρυξη των ανθρώπινων δικαιωμάτων, η πολιτική οικονομία του Ρικάρντο και το σύστημα εγκλεισμού για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα αποτελούν φαινόμενα που προσιδιάζουν σε μία και μοναδική ιστορική εποχή.

[…]

Η αντίφαση ανάμεσα στον έλλογο στόχο της προστασίας της κοινωνίας ή της αναμόρφωσης του εγκληματία, και της αρχής της ισοδύναμης αποζημίωσης, δεν υφίσταται απλώς στα βιβλία και στις θεωρίες, αλλά στην ίδια τη ζωή, στην δικαστική πρακτική, στην ίδια τη δομή της κοινωνίας — όπως και η αντίφαση ανάμεσα στο γεγονός ότι οι άνθρωποι γενικά δένονται μεταξύ τους λόγω της εργασίας τους, και ότι η παράλογη μορφή της έκφρασης αυτού του δεσμού, η αξία του εμπορεύματος, βρίσκεται όχι στα βιβλία και τις θεωρίες αλλά στην ίδια την κοινωνική πρακτική. Για να το δείξουμε αυτό, χρειάζεται απλά να σκεφτούμε διεξοδικά κάποιες όψεις.

Αν, στην κοινωνική ζωή, ο σκοπός της τιμωρίας ήταν στ’ αλήθεια το μοναδικό που μέτραγε, τότε η εκτέλεση της ποινής θα έπρεπε να δημιουργεί το εντονότερο ενδιαφέρον. Αλλά δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, η κύρια έμφαση μιας ποινικής δίκης είναι το δικαστήριο τη στιγμή που βγαίνει η ετυμηγορία. Το ενδιαφέρον που επιδεικνύεται για τις παρατεταμένες μεθόδους άσκησης επιρροής πάνω στον παραβάτη είναι ασήμαντο όταν συγκριθεί με το ενδιαφέρον που δημιουργεί η αποκαλυπτική στιγμή της ετυμηγορίας και ο καθορισμός του «βαθμού τιμωρίας.» Μονάχα ένας μικρός κύκλος επαγγελματικά ενδιαφερόενων ασχολείται με το ζήτημα της μεταρρύθμισης του σωφρονιστικού συστήματος· η προσοχή, σε ό,τι αφορά το ευρύ κοινό, στρέφεται στο αν η ποινή ανταποκρίνεται στη βαρύτητα της παράβασης.

[…]

Με λίγα λόγια, η σχέση του κράτους με τον παραβάτη παραμένει σε όλο το διάστημα μέσα στο πλαίσιο του δίκαιου εμπορίου. Σ’ αυτό ακριβώς βρίσκονται οι λεγόμενες εγγυήσεις για την διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας του ποινικού δικαστηρίου.

[…] 

Η Λαϊκή Επιτροπή για το Δίκαιο της ΕΣΣΔ δημοσίευσε κατευθυντήριες γραμμές για το ποινικό δίκαιο ήδη από το 1919. Εκεί, η αρχή της ενοχής ως βάσης της ποινής απορρίπτεται και η ίδια η ποινή χαρακτηρίζεται όχι ως αντίποινο για την ενοχή, αλλά αποκλειστικά ως προστατευτικό μέτρο. Ο Ποινικός Κώδικας του 1922 είναι παρομοίως απαλλαγμένος από την έννοια της ενοχής. Τέλος, οι «Αρχές του Ποινικού Δικαίου της Ένωσης» που θεσμοθέτησε η Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή της Σοβιετικής Ένωσης εξάλειψαν εντελώς τον όρο «ποινή» και τον αντικατέστησαν με τον όρο «νομικά-διορθωτικά μέτρα άμυνας της κοινωνίας.»

Αυτή η αλλαγή ορολογίας έχει αναμφίβολα μια κάποια αποδεικτική αξία. Ωστόσο, οι διακηρύξεις δεν αποφασίζουν οι ίδιες το αν μια υπόθεση έχει βάση. Ο μετασχηματισμός της ποινής από αντίποινο σε πρακτικό μέσο για την προστασία της κοινωνίας και σε αναμόρφωση του ατόμου που αποτελεί απειλή για την κοινωνία προαπαιτεί την ολοκλήρωση ενός γιγάντιου οργανωτικού καθήκοντος. Το καθήκον αυτό δεν βρίσκεται απλώς πέραν της σφαίρας της καθαρά δικαιϊκής δράσης αλλά, αν εκπληρωνόταν επιτυχώς, θα καταστούσε την δικαστική διαδικασία και την ετυμηγορία του δικαστηρίου εντελώς περιττά πράγματα. Διότι ότι αυτό το καθήκον εκπληρωθεί ολοκληρωμένα, η επιρροή στην κατεύθυνση της αναμόρφωσης δεν θα είναι πλέον απλή «νομική συνέπεια» της ετημυγορίας του δικαστηρίου, όπου έχουν κατατεθεί κάποια τεκμήρια, αλλά θα απαιτεί μια εντελώς ανεξάρτητη λειτουργία ιατρικής και εκπαιδευτικής φύσης.

Είναι αναμφίβολο ότι η εξέλιξή μας προχωρά, και ότι θα συνεχίσει να προχωρά, σ’ αυτή την κατεύθυνση. Προς το παρόν όμως, όσο συνεχίζουμε να υπογραμμίζουμε τη λέξη «δικαιϊκό» όταν μιλούμε για μέτρα κοινωνικής άμυνας, όσο οι μορφές της δικαστικής διαδικασίας και του απτού ποινικού κώδικα διατηρούνται, η αλλαγή της ορολογίας θα παραμείνει σε μεγάλο βαθμό τυπική ως μεταρρύθμιση. Το γεγονός βεβαίως αυτό δεν διέφυγε της προσοχής των δικαστικών που ασχολήθηκαν με τον ποινικό μας κώδικα. Θα παραθέσω εδώ λίγες μονάχα απόψεις. Ο Πολιάνσκι θεωρεί ότι, στο συγκεκριμένο τμήμα του ποινικού κώδικα, «η άρνηση της έννοιας της ενοχής είναι καθαρά επιφανειακή» και ότι:

το ζήτημα της ενοχής και του βαθμού ενοχής ανακύπτει καθημερινά στην σημερινή πρακτική των δικαστηρίων μας.

Ο Ισάγιεφ λέει ότι η έννοια της ενοχής

δεν είναι ξένη προς τον [ποινικό] κώδικα του 1922: διότι εφόσον διαφοροποιείται το εσκεμμένο παράπτωμα από το παράπτωμα εξαιτίας αμέλειας, μέσω της αντιπαράθεσης των δύο αυτών περιπτώσεων, ξεχωρίζει επίσης την ποινή από τα μέτρα κοινωνικής προστασίας με την στενότερη έννοια.

Φυσικά, είναι γεγονός ότι τόσο ο ίδιος ο ποινικός κώδικας, όσο και η δικαστική διαδικασία για την οποία σχεδιάστηκε, διαποτίζονται από την δικαϊική αρχή της ίσης ανταπόδωσης. Τι άλλο αποτελεί το γενικό τμήμα κάθε ποινικού κώδικα (μαζί και του δικού μας) με τις έννοιες της συνέργειας, της συνενοχής, της απόπειρας, της προετοιμασίας, και λοιπά, παρά μια μέθοδο για να ζυγίζεται με μεγαλύτερη ακρίβεια η ενοχή; Τι είναι η διάκριση ανάμεσα στο εκ προμελέτης και το εξ αμελείας παράπτωμα παρά μια αναφορά σε βαθμούς ενοχής; Ποιο είναι το νόημα της ιδέας της μη ευθύνης (του ακαταλόγιστου) για τις πράξεις κάποιου αν δεν υπάρχει η έννοια της ενοχής; Τέλος, γιατί υπάρχει ανάγκη για όλο το συγκεκριμένο τμήμα αν πρόκειται απλώς για μέτρα κοινωνικής (ταξικά βασισμένης) προστασίας;

Η συνεπής εφαρμογή της αρχής της κοινωνικής προστασίας δεν απαιτεί ιδιαίτερα τεκμήρια (με τα οποία να συνδέεται λογικά ο βαθμός τιμωρίας που ορίζει ο νόμος ή το δικαστήριο), αλλά ακριβή περιγραφή των συμπτωμάτων τα οποία χαρακτηρίζουν την κοινωνικά επικίνδυνη κατάσταση, και ακριβή επεξεργασία των μεθόδων που πρέπει να χρησιμοποιήσει κάθε άτομο για να αποφευχθεί ο κοινωνικός κίνδυνος. Το συναφές θέμα εδώ δεν είναι –όπως νομίζουν πολλοί– απλά το ότι το μέτρο προστασίας της κοινωνίας συνδέεται εφαρμοστικά με υποκειμενικά στοιχεία (τη φύση και το βαθμό κινδύνου για την κοινωνία), ενώ η τιμωρία βασίζεται σε ένα αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή στα απτά τεκμήρια, όπως αυτά ορίζονται από το σχετικό τμήμα του ποινικού κώδικα. Το συναφές θέμα είναι η φύση αυτής της σύνδεσης. Είναι δύσκολο για την τιμωρία να απεμπλακεί από την αντικειμενική της βάση, γιατί δεν μπορεί να αποτινάξει την μορφή του ισοδύναμου χωρίς να απωλέσει το βασικό της χαρακτηριστικό.

Όμως μόνο τα απτά τεκμήρια παρέχουν οποιαδήποτε ομοιότητα σε μια ποσοτικοποιήσιμη οντότητα, κι έτσι αποτελούν ένα συγκεκριμένο είδος ισοδύναμου. Μπορεί ένα άτομο να αναγκαστεί να εξιλεωθεί για μια πράξη, αλλά δεν υπάρχει κανένα νόημα στο να αναγκαστεί να μεταμελήσει για το γεγονός ότι η κοινωνία τον θεωρεί –το συγκεκριμένο υποκείμενο– επικίνδυνο. Γι αυτόν τον λόγο η τιμωρία βασίζεται σε επακριβώς καθορισμένα τεκμήρια, τα οποία δεν χρειάζεται το κοινωνικά προστατευτικό μέτρο. Η αναγκαστική μεταμέλεια είναι δικαιϊκός εξαναγκασμός ο οποίος απευθύνεται στο υποκείμενο μέσα από το τυπικό πλαίσιο της δίκης, της ετυμηγορίας, και της εκτέλεσης της ποινής. Ως προστατευτικό μέτρο, ο εξαναγκασμός είναι πράξη καθαρής πρακτικής αναγκαιότητας, και ως τέτοια, μπορεί να ρυθμίζεται από τεχνικού χαρακτήρα κανονισμούς. Αυτοί οι κανονισμοί μπορούν να είναι λιγότερο ή περισσότερο πολύπλοκοι, ανάλογα με το αν ο στόχος είναι η μηχανική εξάλειψη του επικίνδυνου ατόμου ή η αναμόρφωσή του. Όμως και στη μια και στην άλλη περίπτωση οι κανόνες αυτοί εκφράζουν με σαφείς και απλούς όρους τους στόχους που έχει η κοινωνία. Στα δικαιϊικά κριτήρια τα οποία προαπαιτούν συγκεκριμένες ποινές για συγκεκριμένα εγκλήματα, απ’ την άλλη, ο κοινωνικός σκοπός εμφανίζεται με κεκαλυμμένη μορφή. Το άτομο το οποίο υπόκειται στην επίδραση του νόμου τοποθετείται στη θέση ενός δανειστή ο οποίος διακανονίζει το δάνειό του. Δεν είναι τυχαίο ότι η λέξη «εκτέλεση» χρησιμοποιείται τόσο για την αναγκαστική συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το ιδιωτικό δίκαιο, όσο και για τις πειθαρχικές ποινές.

[…]

Οι έννοιες του εγκλήματος και της τιμωρίας είναι –όπως είναι σαφές από τα προαναφερθέντα– απαραίτητες για τον καθορισμό της δικαιϊκής μορής, κι απ’ αυτήν οι άνθρωποι θα μπορέσουν να χειραφετηθούν μόνο μετά τον μαρασμό του ίδιου του νομικού εποικοδομήματος. Και όταν αρχίσουμε να ξεπερνούμε και να μην χρειαζόμαστε πια αυτές τις έννοιες στην πραγματικότητα, και όχι απλά στις διακηρύξεις, αυτό θα είναι το ασφαλέστερο σημάδι ότι ανοίγει επιτέλους μπροστά μας ο στενός ορίζοντας του δικαίου των αστών.

 

 

Σημειώσεις του κειμένου

 

 

[1] Γ ι έ ρ ι ν γ κ. «Το πνεύμα του ρωμαϊκού δικαίου». Α΄, σελ. 118, ρωσική μετάφραση.

[2] Μ έ ι ν Χ. Σ. «Το αρχαίο δίκαιο». 1873, σελ. 269.

[3] Ο Γιέρινγκ επισημαίνει ότι η λέξη supplicium [λατινικά], θανατική εκτέλεση, παραπέμπει ετυμολογικά στον καταπράυνση των θεών (supplicare [λατινικά]: καταπραΰνω, εξευμενίζω). Βλ. «Το πνεύμα του ρωμαϊκού δικαίου», Α΄, σελ. 238, ρωσική μετάφραση, 1875.

Σημείωση ιστολόγου: * Πρόκειται για την περίφημη sacratio. Παράβαλλε Agamben, Homo Sacer, καθώς και την ακόλουθη παρατήρηση του γράφοντος: «Νόμος, βαθμός μηδέν: χωρίς δικαιϊκό περιεχόμενο, χωρίς αναφορά στην ηθική ή την ιερότητα της ζωής. Ο μυθικός πυρήνας του νόμου, οι αρχαϊκές του απαρχές: H τιμωρία, δια του θανάτου, για την παραβίαση ενός συνόρου, που με την σειρά του είναι η αρχαϊκότερη μορφή όχι του κράτους, αλλά του ιερού. Sacer. ‘Δεν ξέρω αν πράγματι χτύπησα στην πύλη από θρασύτητα ή αφηρημάδα ή αν της έδειξα μονάχα τη γροθιά μου και δεν τη χτύπησα καθόλου. Εκατό βήματα πιο πέρα, εκεί που έστριβε ο εξοχικός δρόμος, άρχιζε το χωριό. Δεν το ξέραμε, αλλά, μόλις είχαμε προσπεράσει το πρώτο σπίτι, μας πλησίασαν κάποιοι άνθρωποι και μας έκαναν νόημα φιλικά ή απειλητικά, τρομοκρατημένοι, καμπουριασμένοι από το φόβο. Μας δείξανε προς τη μεριά της έπαυλης, που είχαμε μόλις πριν λίγο προσπεράσει, και μας θύμισαν το χτύπημα στην πύλη. Οι ιδιοκτήτες της αγροτικής έπαυλης θα μας έκαναν αγωγή και θ’ άρχιζαν αμέσως οι ανακρίσεις‘ (Franz Kafka, ‘Το χτύπημα στην πύλη’)». (Non) Habeas Corpus, Radical Desire, 9/5/2011).

 

Πηγή: http://leninreloaded.blogspot.gr/2014/12/evgeny-b-pashukanis.html

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *