Fredric Jameson: Αναπαριστώντας το Κεφάλαιο

 

Fredric Jameson – Αναπαριστώντας το Κεφάλαιο

 

 

Κεφάλαιο 7: Πολιτικά συμπεράσματα

 

 

Ο προσεκτικός αναγνώστης θε έχει ήδη καταλάβει ότι εγώ προσωπικά συμπεραίνω πως ο πρώτος τόμος του Κεφαλαίου δεν αντλεί πολιτικά συμπεράσματα. Αλλά όταν πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο θεωρήθηκε, για περισσότερο από έναν αιώνα, η Βίβλος της εργατικής τάξης σε ολόκληρο τον κόσμο, από έναν συγγραφέα ο οποίος ήταν επίσης ο συντάκτης ενός από τα θεμελιώδη και κλασικά κείμενα πολιτικής θεωρίας στη Δύση (Το κομμουνιστικό μανιφέστο), τότε έχουμε να κάνουμε με ένα παράδοξο που απαιτεί εξηγήσεις.

Η εξήγηση θα απαιτήσει κατ’ αρχάς κάποια διαύγαση του τι σημαίνει «πολιτικά», και αυτό μού φαίνεται ότι απαιτεί μια αρχική διάκριση ανάμεσα στην πολιτική θεωρία και την πολιτική γενικότερα — καθώς η δεύτερη αποθηκεύεται σε μπροσούρες για τον πολιτικό ακτιβισμό, για την πολιτική πρακτική, την στρατηγική και την τακτική, όπως αυτές που βρίσκουμε στον Μακιαβέλλι, τον Κλαούσεβιτς, τον Σορέλ ή τον Λένιν. Η πολιτική θεωρία η ίδια όμως είναι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνταγματική θεωρία. Περιστρέφεται πάντα αναγκαστικά γύρω από την σύνθεση ενός συντάγματος, και βρίσκει αναπόφευκτα τους προγόνους της ή τους θεμελιωτές της στον Αριστοτέλη και τον Πολύβιο, των οποίων οι απόγονοι περνούν από την φλωρεντινή Αναγέννηση (και πάλι ο Μακιαβέλλι!) και από εκεί στον αμερικάνικο 18ο αιώνα, όπου και εξαντλείται η δημιουργικότητά της. Το σύνταγμα είναι πάντοτε ένα αντεπαναστατικό τεχνούργημα του οποίου στόχος είναι το εκ προοιμίου μπλοκάρισμα της αλλαγής, είτε εκ δεξιών (χούντες, «τυραννία»), είτε εξ αριστερών («βία του όχλου», επανάσταση). Βασίζεται στη μία ή την άλλη θεωρία εκπροσώπησης (ας ληφθεί υπόψη ότι, όπως εξήγησα για την εννοιακή αναπαράσταση στο πρώτο κεφάλαιο, η πολιτική εκπροσώπηση ως τέτοια είναι πάντοτε ανέφικτη).

[…]

Η πολιτική λοιπόν θεωρία λαμβάνει, ως βασικό αντικείμενο μελέτης και καινοτομίας, την σύνθεση συνταγμάτων ως τέτοια. Και εκεί βρίσκεται ένας δεύτερος, και βαθύτερος, λόγος για την σημερινή της απαρχαίωση. Γιατί, όπως μάς δίδαξε ο C.B Macpherson (Η πολιτική θεωρία του ιδιοκτησιακού ατομικισμού, Οξφόρδη, 1962, σ. 233-236), έρχεται μια μοιραία και αποκαλυπτική στιγμή στην θεμελιακή σκέψη του Λοκ, όταν η εννοιακότητα της πολιτικής θεωρίας παραλύει αποφασιστικά, και αυτή είναι η στιγμή της εμφάνισης του χρήματος. Η παρέμβαση του ξένου αυτού σώματος μέσα σε ένα σύστημα αφαιρέσεων που αδυνατούν μορφολογικά να το εγκολπώσουν ή να το θεωρητικοποιήσουν σημαίνει ότι η πολιτική θεωρία–η συνταγματική θεωρία– δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει αυτόνομα. Και το όνομα για την στιγμή εκείνη είναι «ιδιωτική περιουσία» — πραγματικότητα η οποία ανθίσταται πεισματωδώς στις συνταγματικές κατασκευές.

[…]

Αλλά το ίδιο το γεγονός ότι όλοι οι μεγάλοι πολιτικοί και συνταγματικοί θεωρητικοί εργάστηκαν μέσα σε προκαπιταλιστικές και ουσιαστικά αγροτικές συνθήκες δηλώνει ότι το πρόβλημα του Λοκ πρέπει να επανακαθοριστεί, και ότι ο ρόλος που έπαιξε το χρήμα στην δική του, τοπικού χαρακτήρα, σκέψη θα πρέπει να μεταφερθεί σε μια μάλλον πολυπλοκότερη εκδοχή του φαινομένου αυτού, δηλαδή του κεφαλαίου ως τέτοιου. Με την ανάδυση του κεφαλαίου λοιπόν, μία σειρά από παραδοσιακές κατηγορίες συνταγματικής σκέψης καθίστανται άχρηστες, και ανάμεσά τους η ιδιότητα του πολίτη και η εκπροσώπηση· ενώ η ίδια η ιδέα της δημοκρατίας–που ήταν πάντοτε ψευδο-έννοια, και που για το μεγαλύτερο διάστημα της ιστορικής της ύπαρξης, έτσι και αλλιώς, ήταν απαξιωτικός όρος– κάθισταται παροδηγητική ψευδαίσθηση. Το κράτος δεν είναι πλέον αυτόνομη οντότητα για να θεωρητικοποιείται μέσω του δικού του διανοητικού, εξειδικευμένου επιστημονικού πεδίου, αλλά έχει τόσο εμποτιστεί με το κεφάλαιο που είναι επίσης ανέφικτη οποιαδήποτε αυτόνομη οικονομική θεωρία. Και πουθενά δεν είναι αυτή η συμβίωση [κράτους και κεφαλαίου] τόσο προφανής όσο στους καιρούς μας, όταν οι παραδοσιακές ηθικολογίες περί διαφθοράς και οργανωμένων ομάδων συμφερόντων έχουν καταστεί διασκεδαστικά δράματα εποχής.

[…]

Νομίζω […] ότι η απουσία πολιτικής διάστασης από τον Μαρξισμό –η δραστική του αποκόλληση της «οικονομίας» (χρησιμοποιώντας την λέξη αυτή με πολύ χαλαρό και γενικό τρόπο) από την πολιτική– είναι ένα από τα μεγάλα και πρωτότυπά του πλεονεκτήματα. Όπως και να έχει, ο πρώτος τόμος του Κεφαλαίου δεν δίνει και πολύ ενθάρρυνση σε όσους αναζητούν σ’ αυτόν ένα πιο τέλειο πολιτικό σύστημα, πόσο μάλλον ίχνη πολιτικής του θεωρητικοποίησης. Στην πραγματικότητα, δεν εγγυάται καν το ποιο είναι το περίγραμμα μιας εικόνας κάποιου μελλοντικού σοσιαλισμού με οικονομικούς όρους.

[….] Για το ίδιο το Κεφάλαιο, θα πρέπει να πούμε ότι συνίσταται στην αναπαράσταση μιας παράξενης μηχανής της οποίας η εξέλιξη συμπίπτει (με διαλεκτικό τρόπο) με την αχρήστευσή της, η επέκτασή της με την δυσλειτουργία της, η ανάπτυξή της με την κατάρρευσή της. Το μυστικό της μοναδικής αυτής ιστορικής δυναμικής μπορεί να βρεθεί στην περίφημη αρχή του «πτωτικού ρυθμού κέρδους» […] Αλλά η επίδειξη αυτή πλαισιώνεται με όρους συστήματος και όχι ανθρώπινης δυνατότητας για δράση, και θα έμοιαζε να είναι καλύτερα προσαρμοσμένη για την ενθάρρυνση ψευδαισθήσεων του αναπόφευκτου από ότι για την ενεργοποίηση προγραμμάτων δράσης. 

Πράγματι, ο Καρλ Κορς (Karl Korsch, Karl Marx, 1963)  πρότεινε εδώ και πολλά χρόνια ότι ο Μαρξισμός διαθέτει στην πραγματικότητα δύο βασικές γλώσσες, οι οποίες μπορούν να εναλλάσονται η μία με την άλλη, να αντικαθιστούν η μία την άλλη, ή να μεταφράζονται η μία στην άλλη. Αυτές οι δύο γλώσσες ή κώδικες είναι ο ταξικός αγώνας και η συσσώρευση κεφαλαίου (ή ο νόμος της αξίας).

Η «αντικειμενική» περιγραφή της ιστορικής διαδικασίας ως ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και η «υποκειμενική» περιγραφή της ιστορίας ως ταξικού αγώνα είναι δύο ανεξάρτητες μορφές της μαρξικής σκέψης, εξίσου πρωτότυπες, και μη αναγώγιμες η μία στην άλλη […] θα πρέπει να εφαρμόζονται ξεχωριστά ή μαζί, ανάλογα με τις συνθήκες μιας δεδομένης θέσης [….] (Korsch, Karl Marx, σ. 228-229).

[…] Κι όμως, η γενική πρόταση αυτού του πολιτικού, ή ίσως μάλλον απολίτικου ή και αντιπολιτικού συμπεράσματος παραμένει σκανδαλώδης όταν έχουμε να κάνουμε με ένα στοχαστή όπως ο Μαρξ, ο οποίος ήταν επίσης ιδιοφυία της πολιτικής, και ο οποίος (όπως και ο Λένιν) «σκεφτόταν πολιτικά» διαρκώς και είχε πάντα οξύ βλέμμα για τις πολιτικές δυνατότητες κάθε δεδομένης κατάστασης ή συγκυρίας, πράγμα στο οποίο επίσης έμοιαζε πολύ με τον Λένιν. Αλλά αυτό σημαίνει ότι και οι δυο τους ήταν εξόχως, και με την καλύτερη δυνατή σημασία της λέξης, οπορτουνιστές: και ότι και οι δυο τους, παραμένοντας πιστοί στη διδαχή και το παράδειγμα του Μακιαβέλι, ήταν ικανοί για τις πιο εκπληκτικές στροφές και ανατροπές, βάζοντας την αξία της συγκεκριμένης ανάλυσης της κατάστασης ή της συγκυρίας πάνω από την πιστότητα σε οποιαδήποτε προαποφασισμένη αρχή.

[…] Δεν ήταν η πρόθεσή μου εδώ να αποθαρρύνω τους πολιτικούς αναγνώστες του Κεφαλαίου, ούτε να επιχειρηματολογήσω με οποιονδήποτε τρόπο ενάντια στην πολιτική πρακτική. Στην πραγματικότητα, διαβλέπω τουλάχιστον δύο πρακτικά πολιτικά αποτελέσματα που μπορεί να παράγει η ανάγνωσή μου στο Κεφάλαιο, παρά το γεγονός ότι τα αποτελέσματα είναι πάντα (και ίσως εξ ορισμού) απρόβλεπτα. 

[…] Ο δυισμός του Κορς έχει ορισμένες ενδιαφέρουσες συνεπαγωγές για την ρητά πολιτική γραφή· συνεπαγωγές οι οποίες είναι οι ίδιες διαλεκτικές. Πρώτα από όλα, ο δυισμός αυτός δείχνει ότι η πολιτική γραφή μπορεί να δώσει έμφαση είτε στο σύστημα είτε στην δυνατότητα δράσης: με άλλα λόγια, μπορεί να δομήσει μια εικόνα του συστήματος τόσο ολοκληρωτική που να είναι επίσης καθηλωτική, με τα άτομα τα οποία εγκλωβίζονται σε αυτό να μην έχουν τη δύναμη να κάνουν τίποτε. Ή, από την άλλη πλευρά, μπορεί να δώσει έμφαση στη δράση, και στο σημείο αυτό οι δράστες εμφανίζονται ως κατά κάποιο τρόπο δυνατότεροι και από το πιο απάνθρωπο σύστημα, και έχουν την δυνατότητα να το ξεπερνούν με θετικούς και χρήσιμους τρόπους.

[…] Είναι εύκολο να δει κανείς τις αμοιβαίες αδυναμίες και των δύο αυτών ρητορικών και μορφολογικών στρατηγικών:  η δεύτερη, η έμφαση στην δυνατότητα για δράση, τείνει να παράγει έναν επικίνδυνο βολονταρισμό στον οποίο τα εμπλεκόμενα υποκείμενα χάνουν κάθε αίσθηση της γιγάντιας δύναμης του συστήματος, και ετοιμάζονται να πετάξουν τον εαυτό τους σε απέλπιδους αγώνες και αναπόφευκτο μαρτύριο. Όσο για τις συνέπειες της πρώτης στρατηγικής, θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι ενθαρρύνει την μοιρολατρία–αν όχι την ψευδαίσθηση του αναπόφευκτου που συνδέεται με την πεποίθηση της Δεύτερης Διεθνούς ότι ο καπιταλισμός ήταν έτοιμος να καταρρεύσει, τότε τον παθητικό κυνισμό της έλλειψης εναλλακτικών και την απελπισία και αδυναμία των υποκειμένων αυτού του συστήματος, για τα οποία καμία δράση δεν είναι όχι απλώς εφικτή, αλλά ούτε καν αντιλήψιμη απ’ τον νου.

Η άποψη του Κορς ήταν ότι ο καθένας από τους δύο αυτούς «κώδικες» αντικατόπτριζε την ίδια την ιστορική συγκυρία:  έτσι, ο ακτιβισμός του ίδιου του Μαρξ έφτασε σε κορύφωση στα επαναστατικά χρόνια γύρω απ’ το 1848 (Το κομμουνιστικό μανιφέστο) και ξανά, στα χρόνια της παρακμής της Δεύτερης Αυτοκρατορίας [στη Γαλλία] και την ανάδυση της παρισινής Κομμούνας. Η μοιρολατρία όμως, η έμφαση στο οικονομικό σύστημα και την ανηλεή του λογική, έγινε το σύνθημα των ετών γεωλογικής ακινησίας και στασιμότητας, όταν η πολιτική έμοιαζε να βρίσκεται σε σημείο εξάλειψης, και όταν το μόνο που απέμενε ήταν να αναλυθεί το προφανώς μόνιμο και απαράλλαχτο σύστημα ως τέτοιο (παρά το γεγονός ότι η ίδια η φύση του συστήματος αυτού, επιφανειακά τουλάχιστον, ήταν η αλλαγή, με την έννοια της επέκτασης του κεφαλαίου, των νέων περιουσιών, νέων κτιρίων και πόλεων, αυτή η ανθηρή διαφθορά παντού η οποία ονομάζεται πρόοδος). Αυτά ήταν τα χρόνια κατά τα οποία ο Μαρξ κατασκεύασε αργά-αργά το κυκλώπειο μοντέλο του ίδιου του κεφαλαίου.

Το δικό μου συναίσθημα σήμερα είναι μάλλον διαφορετικό, όπως αρμόζει στην γνώση μας για το σύστημα: διότι στην πραγματικότητα υπάρχει η αίσθηση ότι και οι δύο οπτικές [έμφαση στο σύστημα/μοιρολατρία-έμφαση στο περιθώριο δράσης/βολονταρισμός] είναι σωστές, και ότι η παγκοσμιοποίηση έχει φέρει μία κατάσταση όπου το σύστημα είναι πιο γιγαντιαίο και στην πραγματικότητα υπεράνθρωπο από ποτέ, κάτι άτρωτο σε κάθε συλλήψιμη μορφή ατομικής αντίστασης· και όμως, πρόκειται για μια κατάσταση στην οποία την ίδια στιμή, από το Σιάτλ και μετά […] υπάρχει απροσδόκητη κίνηση και ανακύπτουν τρωτά σημεία που μοιάζουν καθημερινά να αναστατώνουν ένα σύστημα το οποίο βρίσκεται ήδη στο μέσο μιας μοναδικής οικονομικής κρίσης. Με άλλα λόγια, δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο ότι βρισκόμαστε σε μια κατάσταση τεράστιας συστημικής σταθερότητας, χωρίς κανένα περιθώριο για δράση. Όμως η ίδια η πολλαπλότητα τέτοιων δράσεων […] αποκαλύπτει μια πολλαπλότητα οπτικών για το σύστημα ως τέτοιο και άρα και μια γενική σύγχυση σχετικά με το τι πραγματκά είναι, και με το τι μορφή θα έπρεπε να πάρει η αντίσταση σ’ αυτό. Πράγματι, η ίδια η έννοια της αντίστασης δηλώνει μια γενικά αντι-δραστική [reactive] στάση, μια στάση που δεν έχει κανένα στρατηγικό στόχο, πόσο μάλλον κάποιον που να είναι κοινός ανάμεσα σ’ αυτά τα κινήματα.

Αυτή είναι η κατάσταση στην οποία μοιάζει χρήσιμο να προσφέρουμε μια ανάγνωση του Κεφαλαίου η οποία να επιμένει στην αδήριτη ανάδειξη της συστημικής φύσης του ίδιου του καπιταλισμού–δηλαδή, η οποία να επανεγκαθιστά τα πλεονεκτήματα μιας ολοκληρωσιακής [totalizing] ανάλυσης αυτού του συστήματος (χρησιμοποιώ τις έννοιες ολότητα και σύστημα εδώ ως ταυτόσημες). Μας έχουν βέβαια ενθαρρύνει έντονα να σκεφτόμαστε με όρους ανοιχτών και κλειστών συστημάτων, τα οποία κατόπιν αξιολογούνται ως καλά και κακά συστήματα: έτσι, ο καπιταλισμός είναι ένα ανοιχτό και άρα καλό σύστημα, αυτό της αγοράς· ο καπιταλισμός είναι ένα κλειστό σύστημα, με όλες τις γραφειοκρατικές επιπλοκές που εμπεριέχει αυτή η περίκλειση. Η παράδοξη, και θα μπορούσαμε ακόμα και να πούμε διαλεκτική, καινοτομία της ανάλυσης του Μαρξ είναι ότι στο Κεφάλαιο το «σύστημα» χαρακτηρίζεται ως σύγκλιση αντιθέτων, και ότι είναι ο ανοιχτός χαρακτήρας του συστήματος του κεφαλαίου που αποδεικνύεται τελικά κλειστός. Με άλλα λόγια, αυτό το οποίο είναι ανοιχτό στον καπιταλισμό είναι η δυναμική επέκτασής του (μέσω της συσσώρευσης, της απαλλοτρίωσης, του ιμπεριαλισμού). Αλλά η δυναμική αυτή είναι επίσης κατάρα και αναγκαιότητα:  το σύστημα δεν μπορεί να μην επεκτείνεται. Αν μείνει σταθερό, λιμνάζει και πεθαίνει. Πρέπει να συνεχίσει να απορροφά οτιδήποτε βρίσκει στον διάβα του, να ενσωματώνει όλα όσα ήταν ως τα τώρα εκτός του. Έτσι, μέσω ενός χιαστού σχήματος το οποίο έχει καταστεί διαλεκτικό, όλα τα κακά που χαρακτηρίζουν το κλειστό έχουν μετατεθεί στο ανοιχτό, ενώ το αντίθετο δεν είναι απαραίτητα εξίσου αληθές. Ο καπιταλισμός λοιπόν είναι αυτό το οποίο ορισμένες φορές αποκαλείται διαβολική μηχανή, ένα αεικίνητο [perpetuum mobile] ή ένα αφύσικο θαύμα, του οποίου τα πλεονεκτήματα αποκαλύπτονται ως ό,τι πιο αφόρητο πάνω του.

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο πρέπει να αξιολογήσουμε την πολιτική αξία μιας τέτοιας κατασκευής [όπως αυτή του Κεφαλαίου]. Σε μια περίοδο σαν τη δική μας, εν τη απουσία εναλλακτικών, η αντίδραση ακόμα και των επικριτών του συστήματος στην κρίση του και τις αδικίες του είναι απλώς να το επιδιορθώσουν και άρα να το αναμορφώσουν. Το μάθημα ότι ο καπιταλισμός είναι ένα ολικό σύστημα, όμως, έχει ως στόχο να δείξει ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί να αναμορφωθεί, και ότι οι επισκευές του, που έχουν ως αρχικό στόχο να παρατείνουν την ύπαρξή του, καταλήγουν αναγκαστικά να τον ενδυναμώνουν και να τον επεκτείνουν. Αυτό λοιπόν είναι ένα επιχείρημα ενάντια σε ό,τι ονομαζόταν παλαιότερα σοσιαλδημοκρατία, και το οποίο σήμερα περισσότερο παρά ποτέ στο παρελθόν, καταφάσκει στην δυνατότητα της αναμόρφωσης του καπιταλισμού. Ή μάλλον, με ένα είδους αρνητικής επίδειξης, συμμορφώνεται με την πεποίθηση ότι κανένα άλλο σύστημα δεν είναι εφικτό και ότι συνεπώς το μόνο που απομένει είναι η επιμέρους απάλυνση των αδικιών και ανισοτήτων του.

Η δύναμη όμως και το δημιουργικό κλέος του Κεφαλαίου βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός πως δείχνει ότι οι «αδικίες και ανισότητες» είναι δομικά ταυτόσημες με το ολικό σύστημα ως τέτοιο, και ότι δεν μπορούν ποτέ να αναμορφωθούν. Σε ένα σύστημα στο οποίο το οικονομικό και το πολιτικό έχουν συγχωνευθεί, τακτικές όπως της κυβερνητικής ρύθμισης είναι απλώς λεκτικές κατασκευές και ιδεολογική ρητορική, εφόσον η λειτουργία και ο σκοπός τους είναι εξ ορισμού να βοηθήσουν το σύστημα να λειτουργήσει καλύτερα. Το επιχείρημα υπέρ της ρύθμισης [της αγοράς] είναι επιχείρημα για την πιο επαρκή διαχείριση του ίδιου του οικονομικού συστήματος, ώστε να αποφευχθεί ή να καθυστερήσει περισσότερο η κατάρρευσή του. Όπως έλεγε παλαιότερα ο Stanley Aronowitz, το καθήκον της σοσιαλδημοκρατίας, σε αντίθεση με τα διάφορα φραξιονιστικά κόμματα, είναι να λάβει υπόψη της τα πραγματικά συμφέροντα του καπιταλισμού και να συντηρήσει την γενική του λειτουργία.

[…] Σκιαγράφησα, πράγματι, μια ανάγνωση του Κεφαλαίου που οργανώνεται γύρω από αυτό που ο Μαρξ καλεί «απόλυτο γενικό νόμο» της ενότητας της καπιταλιστικής παραγωγής και της ανεργίας. […] βρισκόμαστε σε μια ιστορικά διαφορετική εποχή από αυτήν που ίσχυε το 1919 ή το 1945:

Θα μπορούσαμε να αρχίσουμε ενθυμούμενοι ότι τα θαυματουργά χρόνια της προηγούμενης χρυσής εποχής (περίπου απ’ το 1950 ως το 1973) εξαρτιόταν όχι μόνο από ένα παγκόσμιο πόλεμο και από μια τεράστια αύξηση των κρατικών δαπανών, αλλά επίσης από μια ιστορικά χωρίς προηγούμενο μετάβαση πληθυσμού από την γεωργία στη βιομηχανία. Οι αγροτικοί πληθυσμοί αποδείχτηκαν ισχυρό όπλο στην αναζήτηση του «εκσυγχρονισμού», εφόσον παρείχαν μια πηγή φθηνής εργασίας για ένα νέο κύμα εκβιομηχάνισης. Το 1950, 23% της γερμανικής εργατικής δύναμης απασχολούνταν στη γεωργία, στη Γαλλία το 31%, στην Ιταλία το 44% και στην Ιαπωνία το 49%. Ως το 2000, όλες αυτές οι χώρες είχαν αγροτικούς πληθυσμούς κάτω απ’ το 5%. Στον 19ο και στον πρώιμο 20ο αιώνα, το κεφάλαιο αντιμετώπισε την μαζική ανεργία, όταν αυτή εμφανίστηκε, αποβάλλοντας τους προλετάριους των πόλεων πίσω στη γη, καθώς και εξάγοντάς τους στις αποικίες. Εξαλείφοντας τους χωρικούς στον παραδοσιακό πυρήνα την ίδια στιγμή που αντιμετώπιζε τα όρια της αποικιακής επέκτασης, το κεφάλαιο εξάλειψε επίσης τους δικούς του παραδοσιακούς μηχανισμούς ανάρρωσης. (Aaron Benanav, «Misery and Debt: On the Logic and History of Suprlus Populations and Surplus Capital», σ. 21).

Οι ιστορικές αυτές υπενθυμήσεις εξηγούν γιατί το φαινόμενο της ανεργίας είναι σήμερα διαφορετικό, και πολύ πιο απειλητικό ως σύμπτωμα συστημικής κρίσης από ότι ήταν σε προηγούμενες υφέσεις. Εξηγούν επίσης τον τρόπο με τον οποίο, σε κάθε σύγχρονη ανάγνωση, η δομική ανεργία της μαρξικής έννοιας του «εφεδρικού στρατού του καπιταλισμού», η οποία ήταν παλαιότερα δευτερεύον χαρακτηριστικό του συστήματος, φτάνει σήμερα στην πρώτη γραμμή της ανάλυσής του.

[…] Νομίζω όμως ότι η κεντρική θέση της ανεργίας για την ανάγνωση του Κεφαλαίου που προτείνουμε εδώ έχει πολιτική σημασία και είναι ιστορικά συναφής και με έναν άλλο τρόπο, ο οποίος αφορά την παγκοσμιοποίηση ως τέτοια. Δείχνει ότι αυτοί οι τεράστιοι πληθυσμοί σε όλο τον κόσμο που έχουν, τρόπον τινά, «εκπέσει της ιστορίας», που έχουν συνηδειτά αποκλειστεί από τα εκσυγχρονιστικά εγχειρήματα του καπιταλισμού του πρώτου κόσμου, και που έχουν εγκαταλειφθεί ως απέλπιδες και θνησιγενείς περιπτώσεις, τα υποκείμενα των λεγόμενων «αποτυχημένων κρατών» (μια νέα και εξυπηρετετική του ιδεολογικού συμφέροντος ψευδο-έννοια) ή της οικολογικής καταστροφής, ή των παλιομοδίτικων απομειναριών υποτιθέμενα προαιώνιων, αρχαϊκών «εθνοτικών παθών», τα θύματα του λιμού, με ανθρώπινα ή φυσικά αίτια –όλοι αυτοί οι πληθυσμοί που στην καλύτερη περίπτωση περιορίζονται σε διαφόρων ειδών στρατόπεδα, και που τυγχάνουν της μέριμνας διαφόρων ΜΚΟ και άλλων πηγών διεθνούς φιλανθρωπίας– αυτοί λοιπόν οι πληθυσμοί, τα οχήματα ενός νέου είδους παγκόσμιας και ιστορικής εξαθλίωσης, μοιάζουν πολύ διαφορετικοί όταν εμφανίζονται με τους όρους της κατηγορίας της ανεργίας.

Διότι υπάρχει μια άλλη αντίθεση η οποία ενεργοποιείται από την χρήση μαρξικών κατηγοριών, ένας άλλος, τρόπον τινά, άξονας αντιθέσεων που μπορεί να μπει δίπλα από ή να συντονιστεί με αυτές που αποδώσαμε στον Κορς (δηλαδή τη μοιρολατρία και τον βολονταρισμό), και αυτή είναι η εξίσου φορτισμένη και σημαντική αντίθεση που ο Αλτουσέρ διέγνωσε με όρους έντασης ανάμεσα στην έννοια της κυριαρχίας και αυτή της εκμετάλλευσης. Σε αντίθεση με τους διπλούς όρους της αντίθεσης του Κορς, οι έννοιες αυτές, οι οποίες επίσης προβάλλουν καθαρά τους δικούς τους κώδικες, μέσα στους οποίους μπορεί να μεταφραστεί αδιάφορα το ίδιο περιεχόμενο, έχουν άνισο βάρος στο σύστημα του ίδιου του Μαρξ. Ακολουθώ εδώ την θέση του Αλτουσέρ, ο οποίος κατανοεί την δομή του τρόπου παραγωγής ως δομή που βασικά οργανώνεται από «τις σχέσεις παραγωγής», ή, με άλλα λόγια, από την δομή της εκμετάλλευσης: η κυριαρχία λοιπόν δεν είναι απλώς δευτερεύουσα συνέπεια αυτής της δομής, αλλά επίσης ο τρόπος αναπαραγωγής της, και όχι πρωτογενούς παραγωγής της.

Η αντίθετη θέση καταλαμβάνεται όχι από κάποια ποικιλία του ίδιου του μαρξισμού, αλλά μάλλον από τον συγγενή και πρώτο του ξάδερφο, τον αναρχισμό. Τόσο οι μαρξιστές όσο και οι αναρχικοί είναι «άνθρωποι του βιβλίου»: δέχονται το Κεφάλαιο ως το βασικό τους κείμενο. Αλλά ο αναρχισμός δείνει την πρωταρχική έμφαση στην κυριαρχία, δηλαδή στις εκδοχές και μορφές εξουσίας ως τέτοιες (αντί για αυτό που συνοπτικά θα ονομάζαμε οικονομία), και όλοι γνωρίζουμε την σαγήνη αυτής της πολυεπίπεδης λέξης [της «εξουσίας»] σήμερα, τόσο στην πολιτική όσο και στη θεωρία. Νομίζω ότι η μαρξιστική θέση αξιολογεί αυτή την έμφαση ως μια ουσιαστικά ηθικού τύπου έμφαση, ικανή να οδηγήσει σε τακτικές εξεγέρσεις και πράξεις αντίστασης, όχι όμως και στην μεταμόρφωση του ίδιου του τρόπου παραγωγής. Και το επιχείρημα αυτό ενισχύεται από το καταφατικό πρόγραμμα το οποίο υπονοείται από διάφορες ιδεολογίες της εξουσίας, και το οποίο μπορεί εναλλατικά να εκφραστεί με όρους ελευθερίας, ή πιο πολιτικά δημοκρατίας, συνήθως μη κοινοβουλευτικού, ριζοσπαστικού ή άμεσου τύπου. Αλλά όπως δείχνει η δραστική διάζευξη ανάμεσα στην πολιτική και την οικονομία που πρότεινα εδώ, το αποτέλεσμα της έμφασης στην κυριαρχία είναι δημοκρατικό· είναι ένα πρόγραμμα και μια γλώσσα που εύκολα απορροφούνται από το καπιταλιστικό κράτος.

Δεν είναι εδώ ο χώρος να μιλήσουμε για αυτό το ζήτημα περισσότερο, αλλά μπορούμε να επανατοποθετήσουμε το πείραμα σκέψης που πρότεινα στο τέλος του Σθένη της διαλεκτικής [Valences of the Dialectic], δηλαδή την παραγωγική δυνατότητα μιας αλλαγής στη θεωρία και στην πρακτική που να συνοδεύει την εκ νέου θεώρηση όλων αυτών των χαμένων πληθυσμών του κόσμου με όρους εκμετάλλευσης και όχι κυριαρχίας. Γιατί φαίνεται αναντίρρητο ότι σχεδόν όλες οι περιγραφές της κατάστασης αυτών των πληθυσμών –και η επιμονή τους στον τρόμο της κατάστασης αυτής είναι όντως καλοδεχούμενες– έχουν στο τέλος την τάση, μέσα από την ίδια την δύναμη των εννοιών αυτών, να καταλήγουν σε θεωρήσεις της κυριαρχίας (ιδίως, εφόσον δεν έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε την ανεργία με όρους εκμετάλλευσης), ακόμα και εκεί όπου η ανάλυση έχει ξεκινήσει ως οικονομική ανάλυση και θέτει τον ιμπεριαλισμό τον ίδιο ως αίτιο στην θέση άλλων αιτιών. Ο «ιμπεριαλισμός» είναι πράγματι ένας χρήσιμος εννοιακός χώρος μέσα στον οποίο μπορούμε να αναδείξουμε τους τρόπους με τους οποίους μια οικονομική κατηγορία [η εκμετάλλευση] μπορεί πολύ εύκολα να μεταλλαχτεί σε μια έννοια εξουσίας ή κυριαρχίας (και είναι ξεκάθαρο ότι η ίδια η λέξη «εκμετάλλευση» δεν έχει ανοσία σε τέτοιου είδους νοητικά ολισθήματα).

Για τον λόγο αυτό, η μαρξική ανάλυση της παγκοσμιοποίησης, στην οποία μας δίνει το δικαίωμα ή ίδια η δυναμική του Κεφαλαίου όπως ιχνογραφήθηκε εδώ, μας επιτρέπει μια καλοδεχούμενη ανακωδικοποίηση των πολλαπλών καταστάσεων εξαθλίωσης και εξαναγκασμένης έλλειψης απασχόλησης, των πληθυσμών που έχουν πέσει αβοήθητα θύματα πολεμάρχων αλλά και φιλανθρωπικών οργανισμών, της γυμνής ζωής με όλες τις έννοιες με τις οποίες μπορεί να ερμηνευθεί η απλή βιολογική χρονικότητα υπάρξεων χωρίς δραστηριότητα και χωρίς παραγωγή. Το να τα σκεφτούμε όλα αυτά με όρους ενός είδους παγκόσμιας ανεργίας αντί με όρους αυτού ή εκείνου του τραγικού πάθους είναι, νομίζω, ένας τρόπος του να ξανα-αφιερωθούμε στην εφεύρεση ενός νέου είδους μετασχηματιστικής πολιτικής, σε παγκόσμια κλίμακα.

 

 

Λονδίνο, Verso, 2011

Μτφρ.: Radical Desire

 

 

Πηγή: http://radicaldesire.blogspot.gr/

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *