Management by stress: η ζωή στα όρια της θραύσης

 

management by stress: η ζωή στα όρια της θραύσης*

 

 

Το ότι τα “ψυχολογικά προβλήματα” αποτελούν δεδομένο της εποχής είναι κοινότοπη παρατήρηση. Είναι, μάλιστα, τέτοια (δηλαδή “ψυχολογικά προβλήματα”) υπεράνω οποιασδήποτε κριτικής: δεν θεωρείται φρόνιμο να λες σε κάποιον / κάποιαν που θεωρεί ότι έχει ένα τέτοιο “πρόβλημα” ότι δεν έχει τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από συναισθηματικές δυσκολίες στις κοινωνικές του / της σχέσεις… Και μάλιστα ότι πιθανότατα δεν ευθύνεται αυτός / αυτή για τέτοιες δυσκολίες, αν και του πέφτει η ευθύνη (αν όχι αποκλειστικά, σίγουρα σε ικανό βαθμό) να ξεπεράσει αυτές τις δυσκολίες. Όχι. Τα “ψυχολογικά προβλήματα” είναι πια μια σταθερά. Αν δεν έχεις τέτοια, τότε ίσως αυτό να είναι, από μόνο του, “ψυχολογικό πρόβλημα”!…

Ορισμένοι ίσως υποδείξουν την “κρίση” (την διαχείρισή της λέμε…) σαν αιτία. Λάθος. Η κατασκευή του εδάφους της αναγνώρισης τέτοιου είδους “προβλημάτων” έχει γίνει πολύ νωρίτερα, όπως θα δείξουμε στη συνέχεια. Κι όχι μόνο η κατασκευή του εδάφους, αλλά και η καλλιέργειά του. Για παράδειγμα, σύμφωνα με στοιχεία του ελληνικού υπ. παιδείας, προερχόμενα απ’ τα διαγνωστικά κέντρα / ΚΕΔΔΥ, την άνοιξη του 2009:

... Πάνω από 190.000 μαθητές και μαθήτριες αντιμετώπιζαν κάποιου είδους “ψυχολογικά προβλήματα”…

Εν τέλει δεν είναι δύσκολο να βρει οποιοσδήποτε συμπεράσματα σαν αυτό που ακολουθεί (το συγκεκριμένο προέρχεται από κάποιο “συμβουλευτικό κέντρο επαγγελματικού προσανατολισμού και ψυχικής υγείας”), άσχετα από κρίση ή μη-κρίση:

Σε κάθε δεδομένη στιγμή περίπου 10 τοις εκατό του γενικού πληθυσμού υποφέρει από κατάθλιψη, ενώ περισσότερο από 10 τοις εκατό υποφέρει από κάποια διαταραχή που σχετίζεται με το άγχος.

Ταυτόχρονα πολλοί άλλοι άνθρωποι αντιμετωπίζουν μία ποικιλία προσωπικών δυσκολιών και ψυχολογικών προβλημάτων, τα οποία σχετίζονται με τις σχέσεις τους με τους άλλους, τη διατροφή τους, τη σεξουαλική τους ζωή, τις σωματικές επιπτώσεις του στρες ή ακόμη και με τη συνολική λειτουργία του εαυτού τους. Η συχνότητα και η έκταση των δυσκολιών αυτών καθιστά επιτακτική την ανάγκη για παρεμβάσεις αποδεδειγμένης αποτελεσματικότητας.

Αυτό το 10%+10% (αν δεν είναι παραπάνω…) συγκροτεί την “πλατιά βάση” αναγνώρισης κάποιων “προβλήματων” ή “δυσλειτουργιών” που πάνω της δημιουργείται ολόκληρη η πυραμίδα, ως τις σοβαρές ή ακραία σοβαρές περιπτώσεις υπαρκτών παθήσεων. Όταν, κάποια στιγμή, οικείοι, φίλοι και συγγενείς “ανακαλύπτουν” ότι ο τάδε ή η δείνα εκδηλώνει σοβαρές έως επικίνδυνες διαταραχές (ανεξέλεγκτη επιθετικότητα, τάσεις αυτοκαταστροφής ή/και αυτοκτονίας, βαριά κατάθλιψη) είναι σχεδόν αδύνατο να θυμηθούν αν αυτή η κατάσταση ξεκίνησε κάποτε από κάποια άγχη, μια παρατεταμένη εσωστρεφή μελαγχολία ή κάτι άλλο παρόμοιας απλότητας. Η κοινή, κοινωνική γνώση για το τι είναι το “έχω τις μαύρες μου” και το πως αντιμετωπίζεται αυτή η συναισθηματική κατάσταση χωρίς γιατρούς και γιατροσόφια, σα μέρος της πραγματικής ζωής, τείνει να χαθεί, αν δεν έχει εξαφανιστει εντελώς ήδη. Συνεπώς, τα “ψυχολογικά προβλήματα” σαν αρμοδιότητα των διαχωρισμένων ειδικών εξαπλώνονται· και οι πυραμίδες πάνω τους πολλαπλασιάζονται.

Αυτή η κοινοτοπία, πάνω και μέσα στην κοινοτοπία των “ψυχολογικών προβλημάτων”, δημιουργεί την εξής κατάσταση: οποιαδήποτε κουβέντα και, κυρίως, οποιαδήποτε απομυθοποίηση της βάσης των “ψυχολογικών προβλημάτων”, δηλαδή όλων εκείνων των δυσκολιών που σχετίζονται με το “άγχος” ή/και το “στρες”, είναι καταδικασμένη να γίνει κάτω απ’ το φως (ή στη σκιά) των “λόγων των ειδικών” γι’ αυτά τα θέματα. “Λόγων” που έχουν εσωτερικευτεί από μεγάλα τμήματα των υποτελών, έτσι ώστε να ακούγονται (κακήν κακώς ίσως…) στις παρέες, σαν κάτι αυτονόητο. Αν, για παράδειγμα, υποστηρίξει κάποιος ότι το “ψυχολογικό πρόβλημα” του φίλου σου είναι η αντεστραμμένη έκφανση της ρηχότητας της δικής σου φιλίας προς αυτόν, θα προκαλέσει σκάνδαλο.

Όχι αυτό το συγκεκριμένο αλλά σίγουρα κάτι τέτοιο, “σκανδαλώδες”, σκοπεύουμε να κάνουμε στη συνέχεια. Να κλέψουμε (αν μας επιτρέπεται η έκφραση) αυτή τη βάση των “ψυχολογικών προβλημάτων” απ’ την αρμοδιότητα των διαχωρισμένων ειδικών [1], και να τα επιστρέψουμε εκεί που ανήκουν. Στην πολιτική οικονομία του σύγχρονου, post modern καπιταλισμού και στη διαχείριση των καθημερινών κοινωνικών σχέσεων κάτω απ’ τις νόρμες του. Ναι, ξέρουμε, ότι μια τέτοια συνείδηση από μόνη της δεν είναι (και δεν θα μπορούσε να είναι) θεραπευτική σε αξιόλογη κλίμακα, από μόνη της. Όμως μπορεί (και κατά τη γνώμη μας: πρέπει) να δείχνει την κατεύθυνση της κοινωνικής, συλλογικής αυτοϊασης (απ’ τα “ψυχολογικά προβλήματα” light), χωρίς μάλιστα να χρειάζεται η δευτέρα παρουσία της ανατροπής του καπιταλισμού!

Για να ξεκαθαρίσουμε, λοιπόν, εξ αρχής τη θέση μας, να οι βασικές πεποιθήσεις μας:

Πρώτον, ο όρος “ψυχολογικό πρόβλημα” ενδέχεται να είναι συχνά παραπλανητικός. Επειδή παραπέμπει σε ένα μυστηριώδες “ον” που ονομάζεται “ψυχή”, το οποίο, στην ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών, είχε διάφορα και διαφορετικά νοήματα, και σίγουρα όχι αυτά που του αποδίδονται απ’ τον 19ο αιώνα και μετά στις καπιταλιστικές κοινωνίες. Για παράδειγμα, “ψυχή” ονομαζόταν άλλοτε (πολύ πίσω στο χρόνο) η ζωϊκή δύναμη που ξεχωρίζει τα “έμψυχα” απ’ τα “άψυχα”, μια ζωϊκή δύναμη που έφευγε – σαν – πνοή την στιγμή του θανάτου: ξεψύχησε έλεγαν.  Σε άλλες κοινωνίες και σε άλλες εποχές, πιο κοντινές στις δικές μας, “ψυχή” ονομαζόταν κάτι κοντά στην ανθρώπινη σκέψη και το ανθρώπινο μυαλό. Σήμερα, για παράδειγμα, τα “ψυχοφάρμακα” αξιολογούνται και χορηγούνται με βάση τις χημικές επιδράσεις τους στον εγκέφαλο.

Εν τέλει η “ψυχή” κατασκευάστηκε σαν ένα αόρατο και μη εντοπίσημο άμεσα “όργανο του ανθρώπινου οργανισμού”, στο οποίο μπορεί να αποδοθούν … προβλήματα! Γιατί (το έχετε σκεφτεί ποτέ;) κανένας ψυχολόγος, κανένας ψυχίατρος, κανένας ψυχαναλυτής δεν πρόκειται να ανακαλύψει στις “ψυχές” μας τις αρετές ή/και τις (συναισθηματικές) ικανότητές μας. Όλοι προβλήματα θα βρουν εκεί, και μόνο τέτοια! Λες και η “ψυχή” είναι το μυστηριώδες σφουγγάρι του κακού μας του καιρού, το κατακάθι των εαυτών μας, η μήτρα των αδυναμιών μας! Αδυναμιών που υπό άλλες συνθήκες (δηλαδή: υπό άλλα κοινωνικά φαντασιακά) θα θεωρούνταν απλά αναπόφευκτες· ανθρώπινα, ζωϊκά χαρακτηριστικά…

Υποστηρίζουμε, λοιπόν, ότι η “ψυχή” έτσι όπως την ξέρουμε εδώ και πάνω από έναν αιώνα, είναι μια κοινωνική / πολιτιστική προβολή – στο – άγνωστο των κοινωνικών σχέσεων, των δυσκολιών ή των δυνατοτήτων μέσα σ’ αυτές· μια προβολή που καθιερώθηκε από συγκεκριμένους “επιστήμονες” για συγκεκριμένους πολιτικο / ιστορικούς λόγους.

Δεύτερον, και σα συνέπεια του πρώτου, ενώ τα “ψυχολογικά προβλήματα” βιώνονται σαν ατομικά (ή πρέπει να βιώνονται έτσι…) σχεδόν πάντα είναι εντελώς κοινωνικά, όχι μόνο ως προς τις αφετηρίες τους αλλά και ως προς την εξέλιξή τους· ακόμα και ως προς το ξεπέρασμά τους. Το “άγχος” είναι ακριβώς ένα τέτοιο εντελώς κοινωνικό φαινόμενο που μοιράζεται και εσωτερίκευται σε εκατομμύρια ατομικές μερίδες.

Τρίτον, και σα συνέπεια των δύο προηγούμενων, οι συνηθισμένοι τρόποι “αντιμετώπισης των ψυχολογικών προβλημάτων”, και ειδικά εκείνων που τις τελευταίες δεκαετίες είναι μαζικά, όπως το άγχος, είναι σε μεγάλο βαθμό η πίσω όψη των τρόπων δημιουργίας τους. Οι πιο έντιμοι ανάμεσα στους ειδικούς αυτό το ξέρουν. Αλλά τι να πουν απέναντι σε “πελάτες” που πιστεύουν (θέλουν να πιστεύουν…) το ακριβώς αντίθετο, ότι δηλαδή έχουν κάποιον ατομικό κουσούρι που επιδέχεται ατομική διόρθωση (κατά προτίμηση αν και όχι αποκλειστικά φαρμακολογική), ε;

η γέννηση του άγχους

Οπωσδήποτε θα προκαλούσε μάλλον έκπληξη το γεγονός ότι το “άγχος” είτε σαν λέξη είτε, ακόμα περισσότερο,σα νόημα και σαν κατάσταση είναι πολύ πρόσφατη εφεύρεση. Η αγγλική λέξη “stress” που είναι πολύ ευρύτερα γνωστή απ’ την ελληνική (και τελικά συνώνυμή της) ΔΕΝ υπήρχε πάντα σαν χαρακτηριστικό των ανθρώπινων σχέσεων ή/και των όποιων δυσκολιών σ’ αυτές. Ο όρος “stress” κατάγεται απ’ την φυσική. Kαι σημαίνει την άσκηση μιας δύναμης πάνω σ’ ένα υλικό με σκοπό να μελετηθεί η συμπεριφορά του. Μπορούσε επίσης να υποδηλώνει την ελαστικότητα αυτού του υλικού.

Τον όρο “stress” για το ανθρώπινο είδος τον πρωτοεισηγήθηκε, δανεικό απ’ την φυσική, στα μέσα της δεκαετίας του 1920 ένας ουγγρο-καναδός γιατρός, που τότε σπούδαζε ενδοκρινολογία στην Πράγα, ο Hans Selye. Τι ονόμασε κατ’ αρχήν “stress” ο Selye; Το να νοιώθει ένας άρρωστος άρρωστος!!! Τόσο απλά!… Στη συνέχεια ο Selye έκανε μελέτες και πειράματα για το πως επηρεάζεται η παραγωγή των ορμονών στα ζώα (και στους ανθρώπους) απ’ τις “πιέσεις” που δέχονται απ’ το εξωτερικό περιβάλλον τους. Εν τέλει, ο Selye παρουσίασε έναν μεγάλο τόμο με τα συμπεράσματά του, με το μονολεκτικό όνομα “Stress”, στις αρχές της δεκαετίας του ‘50. Μπορούμε λοιπόν να υποστηρίξουμε ότι το “stress” γεννιέται τότε, σαν κάτι αναγνωρίσιμο απ’ τους ειδικούς (γιατρούς), και ότι κατ’ αρχήν είχε στόχο τις ορμονολογικές και όχι τις ψυχολογικές “διαταραχές”. Όμως γρήγορα η εμβέλεια αυτού του “συνδρόμου” επεκτάθηκε, και ο όρος έγινε συνώνυμος των “πιέσεων” – των “πιέσεων” που μπορεί να “δέχεται κάποιος / κάποια” στη ζωή του / της [2]. Αξίζει πάντως να συγκρατήσουμε την “μήτρα” της “γέννησης του stress”, δηλαδή την ενδοκρινολογία / ορμονολογία· θα την ξαναβρούμε μπροστά μας.

Η χρονολογία της γέννησης του όρου και της παθολογίας του άγχους / στρες είναι μια πρώτη απόδειξη της εμπειρικά πολύ γνωστής αλήθειας ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες ΔΕΝ τυρρανούνταν ανέκαθεν απο “άγχη”. Άλλες λέξεις, όπως έγνοιες, σκοτούρες, φόβοι, αγωνία, στεναχώρια χρησιμοποιούνταν για τα διάφορα ζόρια· λέξεις που απ’ την κοινή τους χρήση για γενιές επί γενιών δεν παρέπεμπαν σε κάποια “νοσηρή” κατάσταση, και μάλιστα ατομικά νοσηρή. Ο καθένας μπορούσε να έχει κατά καιρούς και έγνοιες, και σκοτούρες, και φόβους, και αγωνίες και στεναχώριες – αυτά ήταν συστατικά στοιχεία της καθημερινής ζωής! Οι κοινωνίες που δεν είχαν “άγχη” ΔΕΝ ήταν κοινωνίες που δεν είχαν κοινωνικά ή συναισθηματικά ζόρια!!! Ήταν, μάλλον, κοινωνίες που μπορούσαν να αναγνωρίσουν τις αιτίες και τις συνέπειες των όποιων δυσκολιών κάθε φορά χωριστά.

Αντίθετα, η (επιστημονική) κατασκευή του “άγχους” ήταν ουσιαστικά η κατασκευή ενός (ορμολογικού κατ’ αρχήν, “ψυχολογικού” στη συνέχεια) “κοινού παρονομαστή” για τις σωματικές ή/και συναισθηματικές – διανοητικές αντιδράσεις απέναντι σ’ αυτές τις δυσκολίες· ενός κοινού παρανομαστή κατασκευασμένου κατ’ αρχήν πάνω σε βιοχημικές μετρήσεις και, στη συνέχεια, σε επαγγελματικά συμφέροντα. Ήταν εύκολο, στη συνέχεια, αυτός ο “κοινός παρονομαστής” να ανακηρυχθεί από μόνος του “πρόβλημα”, και μάλιστα “ψυχολογικό”. Δηλαδή σύμπτωμα νοσηρότητας.

Σύμφωνα μ’ αυτήν την κατασκευή, αν “είσαι στις μαύρες σου” τότε δεν είσαι απλά – στις – μαύρες – σου… Δεν είσαι καλά! Με άγνωστες (αλλά θεωρητικά επικίνδυνες) συνέπειες και προεκτάσεις… Ενώ το άγχος / stress δημιουργήθηκε στις τάξεις των ειδικών (γιατρών) στα ‘50s, όταν μετά από λίγες δεκαετίες άρχισε να διαδίδεται και να εμπεδώνεται κοινωνικά, περιελάμβανε (ή στηριζόταν) σε μια ορισμένη παράσταση / αναπαράσταση του “είμαι καλά”· και είμαι καλά πάντα!

Θα το εξετάσουμε πιο κάτω.

Το ερώτημα τώρα είναι το εξής. Αυτή η κατασκευή του άγχους / stress έγινε συμπτωματικά στον αναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα; Ή υπήρχαν κοινωνικοί λόγοι, με την ευρεία έννοια, που δικαιολογούσαν κάτι τέτοιο τότε; Ποιό είναι το “τότε”; Το “άγχος”, είτε σαν αιτία είτε σαν αποτέλεσμα άρχισε να “κοινωνικοποιείται” και να “ανακαλύπτεται” σε όλο και περισσότερες κοινωνικές σχέσεις χοντρικά απ’ τα τέλη των ‘70s ή τις αρχές των ‘80s. Τότε. Γιατί τότε;

sarajevo 102

η μηχανική του άγχους

Υπάρχει ένας όρος στην μετα-φορντική οργάνωση της εργασίας, ένας όρος όχι ιδιαίτερα γνωστός γενικά. Πρόκειται για το management by stress: οργάνωση της εργασίας – υπό – πίεση. Η λέξη “stress” σ’ αυτόν τον όρο έχει ακριβώς το νόημα που της έδωσε ο Selye, δανειζόμενός το απ’ την φυσική: άσκηση πίεσης (στα εργαζόμενα υποκείμενα) έτσι ώστε να αποδίδουν το μέγιστο, στα “όρια της θραύσης” τους…

Η ιδέα και η εφαρμογή του management by stress πρωτοεμφανίστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 ή στις αρχές του ‘80 στις ιαπωνικές βιομηχανίες (κυρίως, αλλά όχι μόνο αυτοκινητοβιομηχανίες), εξου και το management by stress συνδέεται με τον τογιοτισμό, το team concept (ομάδες εργασίας) και τα υπόλοιπα της αναδιάρθρωσης στην οργάνωση της εργασίας [3]. Γρήγορα οι βασικές αρχές του management by stress εξαπλώθηκαν σ’ όλον τον κόσμο· και, επιπλέον, στον τριτογενή καπιταλιστικό τομέα, στις υπηρεσίες.

Η βασική ιδέα είναι η υπερ-ένταση· όχι όμως οποιαδήποτε τέτοια. Πιο σωστά: η σχεδιασμένη, υπολογισμένη, μετρήσιμη (ως προς την παραγωγικότητά της) υπερ-ένταση εργασίας, με διάφορες ανταμοιβές. Στις βιομηχανίες, ένα βασικό, οπτικό εργαλείο του management by stress είναι ένας πίνακας κρεμασμένος σε ορατό σημείο του χώρου εργασίας, με φωτεινά τετράγωνα που αντιστοιχούν στην “κατάσταση εργασίας” κάθε πόστου / κάθε εργάτη. Το πράσινο φως σημαίνει ότι όλα πάνε καλά. Το κίτρινο ότι υπάρχει πρόβλημα, το οποίο οφείλει να λύσει επί τόπου ο εργάτης. Το κόκκινο σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν έχει λυθεί, και πρέπει να σταματήσει η συγκεκριμένη “γραμμή παραγωγής” για να αντιμετωπιστεί.

Θα υπέθετε κανείς ότι αυτό το σύστημα θα είχε στόχο όλα τα φωτεινά τετράγωνα να έχουν πράσινο φως. Λάθος!!! Οι γκουρού του management by stress εισηγήθηκαν και εφάρμοσαν την τολμηρή ιδέα ότι εάν όλα τα πόστα “πηγαίνουν καλά” αυτό σημαίνει ότι υπάρχει κάποιο περιθώριο για ακόμα μεγαλύτερη “παραγωγικότητα”. Συνεπώς το ιδεώδες (γι’ αυτούς) είναι να ανάβει τακτικά, πότε στο ένα πόστο πότε στο άλλο, το κίτρινο φως. Αν, λοιπόν, όλα είναι “πράσινα” πρέπει η δουλειά να επιταχυνθεί, έως ότου εμφανιστούν προβλήματα (τέτοιας έντασης που να μπορούν να λυθούν επί τόπου και όχι να σταματήσουν την παραγωγή). Αυτή η διαδικασία, του να δημιουργούνται επί τούτου “προβλήματα” μια διαρκή επιτάχυνση των εργασιών (ή με μείωση των πόστων και ανάθεση περισσότερων καθηκόντων σε λιγότερους εργάτες), είναι το περιεχόμενο του “by stress”. Ας θυμηθούμε την αρχική έννοια του stress, απ’ την φυσική: εφαρμόζουμε μια αυξανόμενη δύναμη σ’ ένα υλικό για να δούμε σε πιο σημείο θα σπάσει…

Πρόκειται για ξεκάθαρη βία, βία που κυρίως κατευθύνεται στην “ψυχοσυναισθηματική” ετοιμότητα και αντοχή των εργατών· έτσι δεν είναι; Κανονικά θα έπρεπε να έχει πολεμηθεί με λύσσα απ’ τους εργάτες, ειδικά σε μια εποχή (τέλη ‘70s, αρχές ‘80s) που το αίμα της τάξης μας έβραζε ακόμα, παγκόσμια. Κι όμως, αυτό δεν έγινε στην έκταση που θα περίμενε κανείς. Γιατί; Οι ειδικοί των αφεντικών επέστρεψαν στις πηγές του ταιηλορισμού και υιοθέτησαν συστήματα ατομικών ή μικρο-ομαδικών ανταμοιβών ανάλογα με την ικανότητα των εργατών να λύνουν επι τόπου αυτά τα “προβληματάκια” που προκαλούσαν έξυπνα οι μάνατζερς. Το “τυράκι” στη φάκα του management by stress ήταν (και παραμένει) η (εργοδοτική ή/και διοικητική) “αναγνώριση της αξίας” που έχει ο κάθε εργάτης, ο κάθε μισθωτός, όταν καταφέρνει να “δίνει λύσεις” αντί να σταυρώνει τα χέρια και να περιμένει κάποιον άλλο να βγάλει άκρη. Το management by stress στηρίχτηκε γερά στην κλοπή, στην αλλοτρίωση, εκ μέρους των ειδικών των αφεντικών, του προτάγματος της “αυτοπραγμάτωσης” που είχε ορθωθεί στα ‘70s ενάντια στην κουραστική και χωρίς νόημα (βιομηχανική) εργασία. Αυτή η αλλοτρίωση πέτυχε άλλωστε και γενικότερα μέσω του ατομισμού που έγινε η βασικότερη σημαία του νεοφιλελευθερισμού, απ’ τα ‘80s και μετά.

Επιπλέον, για να εξισσοροπήσουν την “κούραση” ή ακόμα και την “αποξένωση” που ήταν το αναμενόμενο παραπροϊόν του management by stress, και για να ενισχύσουν την εθελόδουλη προσπάθεια – ακόμα – λίγο – παραπάνω, πολλές επιχειρήσεις καθιέρωσαν διάφορες μορφές ταύτισης των μισθωτών τους μ’ αυτές: γιορτές, εκδρομές, και άλλες φτηνές μορφές καλλιέργειας του εργοδοτικού πατερναλισμού, προσαρμοσμένου στα καταναλωτικά δεδομένα των δεκαετιών απ’ τα ‘80s και μετά.

Συνεπώς, η δημιουργία διαρκούς έντασης μέσα στις δουλειές, κατ’ αρχήν τις βιομηχανικές, το management by stress δηλαδή, δεν είχε μόνο την μορφή επιτάχυνσης των εργασιακών διαδικασιών. Αν ήταν έτσι θα συναντούσε αμέσως την εργατική εχθρότητα. Είχε κι άλλες πλευρές που συμπλήρωναν και μυθοποιούσαν (τελικά) την επιτάχυνση και την “εντατικοποίηση της συμμετοχής” των μισθωτών. Στο management by stress καταργήθηκαν διάφορα ενδιάμεσα επίπεδα επιτήρησης και ελέγχου, κι έτσι η εργασιακή βάση ήρθε (εν πολλοίς εικονικά) κοντύτερα στα ανώτερα κλιμάκια της διοίκησης. Αυτή η διοίκηση, απ’ την μεριά της, εμπλουτίστηκε με ψυχολόγους, παράγοντας το θέαμα της δήθεν διευρυμένης φροντίδας της για τους μισθωτούς. Η ελαστικοποίηση των ωραρίων έδωσε, προς στιγμήν, την αίσθηση μιας κάποιας “ελευθερίας” σε διάφορες κατηγορίες μισθωτών, στο να ρυθμίζουν τον εργασιακό τους χρόνο. Αλλά αυτό μόνο μ’ ένα σκληρό αντάλλαγμα: διαρκώς μεγαλύτερη ταύτιση με τα συμφέροντα της επιχείρησης, διαρκή εσωτερίκευση του “καθήκοντος για αυξημένη παραγωγικότητα”.

Ήταν εύλογο ότι αυτή η αναδιάρθρωση θα μπορούσε να λειτουργήσει εξίσου θαυμάσια, αν όχι ακόμα περισσότερο, στον τριτογενή τομέα. Στις υπηρεσίες διαφόρων ειδών. Στην βιομηχανική εργασία χρειάστηκε μια μεγάλη λειτουργική αναδιάρθρωση για να εγκατασταθεί το “δίκιο του πελάτη” σαν η βασική ιδεολογία επιτήρησης, αυτοεπιτήρησης και εντατικοποίησης. Στις υπηρεσίες αυτό ήταν ευκολότερο, ειδικά εφόσον ο πελάτης ήταν παρών, είτε σαν φυσική παρουσία είτε μεσολαβημένος μηχανικά (τηλέφωνο, internet). Τελικά τo management by stress έγινε η κοινοτοπία στην οργάνωση της εργασίας απ’ τα ‘90s και μετά. Το stress έγινε η κανονικότητα.

Προς τα τέλη του 2013 ένας 21χρονος ειδικευόμενος στην Merrill Lynch στο Λονδίνο, ο Moritz Erhardt, πέθανε ακαριαία την ώρα που έκανε μπάνιο. Η επίσημη ιατρική γνωμάτευση για την αιτία του θανάτου του ήταν “επιληπτική κρίση”. Όμως η πραγματική αιτία (του θανάτου και της επιληπτικής κρίσης) ήταν ότι είχε δουλέψει 72 ώρες συνεχόμενα, χωρίς καθόλου ύπνο. Μερικές δημοσιογραφικές έρευνες που έγιναν στη συνέχεια, μεταξύ των μισθωτών των μεγάλων εταιρειών του τριτογενούς στο City του Λονδίνου (τράπεζες και λοιπά), έφερε στην επιφάνεια μια εργασιακή κουλτούρα “διαγωνισμού υπερ-εργασίας” μεταξύ τους, με ελάχιστο ύπνο / ξεκούραση· προκειμένου απ’ την μια να ικανοποιήσουν τους μάνατζερς και απ’ την άλλη τις φιλοδοξίες τους…

Έχουμε, λοιπόν, μια πρώτη μεγαμηχανή παραγωγής άγχους: την αναδιοργάνωση της εργασίας τις δεκαετίες μετά τις μεγάλες εργατικές αρνήσεις. Όμως σε αντίθεση με την γεμάτη μιζέρια εντατικοποίηση του πρώτου κύματος ταιηλορισμού / φορντισμού, μέχρι και την δεκαετία του ‘70, η postmodern μεγαμηχανή του άγχους από τότε και μετά σέρνει μαζί της έναν κουρνιαχτό από “συναισθηματικές ανταμοιβές”, “μπράβο”, “bonus”, υποσχέσεις για καριέρα [4]. Το άγχος αυτό είναι ένα άγχος επιδοτούμενο, πράγμα που θα δώσει στους ειδικούς της ψυχολογίας, όπως θα δούμε στη συνέχεια, το άλλοθι να υποστηρίξουν ότι, τελικά, το άγχος – δεν – είναι – πάντα – κακό.

η φωταγωγία της κατανάλωσης

Αν το stress, το άγχος στις δουλειές, και η αποδοχή του ήταν μια στρατηγική επιτυχία για τους εργοδότες και τους μάνατζερς, στην κατανάλωση ήταν μια εξίσου μεγάλη επιτυχία, που έγινε δια περιπάτου.

Από ιστορική άποψη ήδη απ’ την δεκαετία του 1920 οι (αμερικάνοι κατ’ αρχήν) διαφημιστές καμάρωναν ότι κατάφεραν να δημιουργήσουν τον απόλυτο κινητήρα της κατανάλωσης: το διαρκώς ανικανοποίητο. Η βαθύτερη αλήθεια είναι ότι πίσω απ’ το διαρκές ανικανοποίητο (του καταναλωτή) ακόμα και τότε βρισκόταν ο διαρκής φόβος. Ο φόβος (του καθενός) μήπως “ξεπεραστεί” στα ήθη τις καθημερινής ζωής απ’ τους όμοιούς του, καταναλωτές του α ή του β καινούργιου εμπορεύματος. Ο φόβος του κοινωνικού / συμβολικού ξεπεσμού, ο φόβος της κοινωνικής / συμβολικής υποτίμησης.

Ο Jeremy Rifkin, στο βιβλίο του το τέλος της εργασίας και το μέλλον της, περιγράφει την γέννηση του “ανικανοποίητου” στις ηπα, την δεκαετία του 1920, με αυτά τα λόγια:

Ο προσηλυτισμός των Αμερικανών από μια νοοτροπία φειδούς σε μια νοοτροπία σπατάλης αποδείχθηκε δυσκολότατο έργο. Οι προτεσταντικές αρχές εργασίας, που τόσο πολύ εξουσίαζαν το ήθος των Αμερικανών σκαπανέων, είχαν απλώσει βαθιά τις ρίζες τους. Η λιτότητα και η αποταμίευση αποτελούσαν ακρογωνιαίους λίθους του αμερικανικού τρόπου ζωής, ένα μέρος των παλαιών παραδόσεων που είχαν χρησιμεύσει σαν οδηγός ολόκληρων γενεών Αμερικανών αλλά και νεόφερτων μεταναστών, οι οποίοι ήταν αποφασισμένοι να προσφέρουν μια καλύτερη ζωή στα παιδιά τους. Για τους περισσότερους Αμερικανούς, η αρετή της αυτοθυσίας εξακολουθούσε να είναι πολύ ισχυρότερη από τον πειρασμό μιας πρόσκαιρης ικανοποίησης στην αγορά.

Οι αμερικανικές επιχειρήσεις αποφάσισαν ότι έπρεπε να αλλάξουν ριζικά την ψυχολογία πάνω στην οποία είχε χτιστεί ένα έθνος – να μεταμορφώσουν τους Αμερικανούς εργαζόμενους από ανθρώπους που επενδύουν στο μέλλον σε ανθρώπους που δαπανούν στο παρόν.

Από πολύ νωρίς, οι μεγαλοεπιχειρηματίες συνειδητοποίησαν ότι για να μπορέσουν να κάνουν τους ανθρώπους να “θέλουν” πράγματα που ποτέ πριν δεν είχαν αποζητήσει, θα έπρεπε να δημιουργήσουν τον “μη ικανοποιημένο καταναλωτή”. Ο Τσαρλς Κέτερινγκ της Τζένεραλ Μότορς ήταν από τους πρώτους που κήρυξαν το νέο ευαγγέλιο κατανάλωσης. Η Τζένεραλ Μότορς είχε ήδη αρχίσει να παρουσιάζει κάθε χρόνο νέα μοντέλα αυτοκινήτων και ξεκίνησε μια τεράστια διαφημιστική εκστρατεία, στόχος της οποίας ήταν να κάνει τους αγοραστές να μη μένουν ευχαριστημένοι με το αυτοκίνητο που είχαν στην κατοχή τους. “Το μυστικό της οικονομικής ευμάρειας” έλεγε ο Κέτερινγκ, “είναι η οργανωμένη δημιουργία της μη ικανοποίησης”. Ο οικονομολόγος Τζον Κένεθ Γκαλμπρέϊθ το τοποθέτησε με μεγαλύτερη σαφήνεια χρόνια αργότερα, παρατηρώντας ότι η νέα αποστολή των επιχειρήσεων ήταν να “δημιουργήσουν τις ανάγκες που θέλουν να ικανοποιήσουν”.

Οι διαφημιστές δεν άργησαν να αλλάξουν τα συνθήματά τους από επιχειρήματα για την χρησιμότητα των προϊόντων και περιγραφικά στοιχεία, σε συγκινησιακές εκκλήσεις που αφορούσαν στην κοινωνική θέση και διαφοροποίηση. Οι κοινοί θνητοί θα είχαν τώρα τη δυνατότητα να μιμηθούν τους πλούσιους, να απολαύσουν τα προνόμια του πλούτου και της ευμάρειας που άλλοτε αποτελούσαν αποκλειστικό δικαίωμα μόνο των μεγαλοεπιχειρηματιών και της κοινωνικής αριστοκρατίας. Η “μόδα” έγινε η λέξη της εποχής, καθώς εταιρείες και βιομηχανίες προσπαθούσαν να ταυτίσουν τα προϊόντα τους με τις έννοιες του μοντέρνου και του κομψού.

Ολοένα και συχνότερα, τα μέτωπα της μάχης συνέκλιναν γύρω από το θέμα του αν ήταν κάποιος “μοντέρνος” ή παλιομοδίτικος”. Ο φόβος του να μη μείνει κανείς πίσω αποδείχθηκε μια ισχυρή δύναμη που λειτούργησε ως κίνητρο για την διέγερση της αγοραστικής δύναμης.

sarajevo 102

...Ο φόβος της (κοινωνικής) απόρριψης, η αγωνία της κοινωνικής απόρριψης, ίσως να γεννήθηκε κατ’ αρχήν τότε, στα ‘20s. Όμως ακριβώς επειδή αυτή η αγωνία ήταν έκφραση της εννοήσης – του – Εαυτού, της συγκρότησης μιας ταυτότητας αναγνωρίσιμης και αποδεκτής απ’ το στενότερο (κατ’ αρχήν) κοινωνικό περιβάλλον, ισορροπούνταν και συνήθως αναιρούνταν απ’ τις στενές κοινωνικές σχέσεις, πρώτα τις οικογενειακές, ύστερα στο σόι, σε κλίμακα γειτονιάς, στις φιλίες, κλπ. Στο βαθμό που μέσα απ’ αυτά τα πλέγματα κοινωνικών σχέσεων μπορούσαν να αξιολογούνται (με ιδιαίτερη σημασία) άλλες πλευρές του χαρακτήρα του καθενός και της καθεμιάς, πέρα και έξω απ’ την καταναλωτική του δύναμη, η επίδειξη του είμαι ό,τι αγοράζω μετριαζόταν σημαντικά.

Τα δεδομένα άλλαξαν ριζικά στα ‘80s και στις επόμενες δεκαετίες. Σχεδόν όλο το φάσμα αυτών των στενών (και συνήθως αλληλοδεσμευτικών) κοινωνικών σχέσεων, και ειδικά η εγκυρότητα και η αρμοδιότητά τους να αποτελούν πεδία αξιολόγησης του καθενός / της καθεμιάς είχαν γίνει αντικείμενο σκληρής κριτικής στα ‘60s και στα ‘70s, υπόλογες για συντηρητισμό· πράγμα που ήταν αλήθεια στις περισσότερες περιπτώσεις, όχι όμως παντού και πάντα. Διάφορα αιτήματα απελευθέρωσης (απ’ την ερωτική ως τη νεολαιίστικη) στρέφονταν εναντίον αυτών ακριβώς των σχέσεων / δεσμεύσεων. Και όντως οι δεσμοί χαλάρωσαν ή/και έχασαν το κύρος τους. Μετά απ’ αυτό, το μόνο αντίβαρο στη συγκρότηση ταυτότητας μέσα στον καπιταλιστικό κόσμο απέμενε αυτό που ονομάζεται “ατομική συνείδηση”.

Αλλά η εμπορευματική έφοδος ήταν θυελλώδης. Η αγχωμένη αναζήτηση Ταυτότητας – μέσα – απ’ την – κατανάλωση άρχισε να κυριαρχεί γρήγορα (μαζί με την κατανάλωση την ίδια) με μια ιδιαίτερη ένταση που μπορεί να αποδοθεί και στην προσπάθεια αναπλήρωσης του κενού που άφησε το γκρέμισμα όλων των υπόλοιπων κοινωνικών διαδικασιών / σχέσεων. Η ιδανική φιγούρα του νεοφιλελευθερισμού, ο απόλυτα εξατομικευμένος υπήκοος, ο εργαζόμενος / καταναλωτής χωρίς δεσμεύσεις που να τον φρενάρουν, αυτό το επικό Εγώ, έμεινε εντελώς γυμνό απέναντι στις μαζικές και εντατικές μηχανές κατασκευής του ανικανοποιήτου. Απέναντι στις μαζικές και εντατικές μηχανές κατασκευής του τίποτα δεν είναι αρκετό. Το Άγχος με κεφαλαίο “Α” (το άγχος επίδειξης, το άγχος κοινωνικής αποδοχής) έγινε η “φύση” αυτού του Εγώ, όχι μόνο σαν καταναλωτή αλλά σχεδόν σε κάθε πλευρά των κοινωνικών σχέσεων. Εκείνο που είχαν συλλάβει και βάλει σε αρχική εφαρμογή οι διαφημιστές στη δεκαετία του ‘20, έγινε η κανονικότητα στις πρωτοκοσμικές κοινωνίες μερικές δεκαετίες αργότερα.

Μπορεί τώρα να καταλάβει ο καθένας πόσο στρατηγικά υποστηρικτό προς το management by stress στις δουλειές υπήρξε (και συνεχίζει να είναι, παρά την κρίση / αναδιάρθρωση) το management by stress στην κατανάλωση. Το doping είναι κοινωνικά “νόμιμο” έως απαραίτητο στη διασκέδαση, σαν όρος “απόλαυσης” ή και “απόδοσης”· γιατί, λοιπόν, όχι και στις δουλειές; Φυσικά η πτώση του ξενερώματος είναι μόνιμη πηγή επιπρόσθετου άγχους, που ανακυκλώνεται διαρκώς. Επιπλέον, η σταθερή ανισορροπία του ανικανοποίητου Εγώ πέτυχε διάνα τις υποκειμενικότητες στον μεταμοντέρνο καπιταλισμό. Όχι μόνο επειδή διαλύθηκαν ή υποτιμήθηκαν όλες εκείνες οι σχέσεις / δεσμεύσεις που αξιολογούσαν διαφορετικά (και πάντως έξω απ’ την κατανάλωση) τον καθένα και την καθεμιά, αλλά και επειδή οι καινούργιες σημαίες έγραφαν (και γράφουν) επάνω τους: Επιθυμία. Οι μεταμοντέρνες επιθυμητικές μηχανές αγοράς, κατάκτησης, και κατοχής, δουλεύουν εξ ορισμού by stress, και δεν χρειάζονται καν κάποιον φωτεινό πίνακα για οργανώνει και να διαμοιράζει αυτήν την πίεση.

το σκοτεινό φως

Αν υπάρχει ένα ιδιαίτερο πεδίο όπου το άγχος (ο φόβος) αυτο-επιβεβαίωσης έγινε ο κρυφός οδηγός των Εγωϊκών συμπεριφορών (και των τραγωδιών τους) αυτό είναι το πεδίο των σεξουαλικών σχέσεων. Η ερωτική απελευθέρωση, η απελευθέρωση των ερωτικών σχέσεων και των σεξουαλικών πρακτικών απ’ τα δεσμά (και τους ζουρλομανδύες) του συντηρητισμού ήταν σημαντική· σημαντική επειδή, ανάμεσα στα άλλα, αυτή η απελευθέρωση, σαν τέτοια, παρήγαγε σεξουαλικότητα, παρήγαγε ερωτικές επιθυμίες. Παρήγαγε επίσης ένα καινούργιο είδος ατομικής ταυτότητας, την ταυτότητα του / της (σεξουαλικά) απελευθερωμένου / ης.

Όμως αυτό είχε ένα ακριβό τίμημα που δεν εντοπίστηκε σαν τέτοιο, κι ούτε αντιμετωπίστηκε. Την (σεξουαλική, ερωτική) αβεβαιότητα. “Μετράω;”. “Δεν μετράω;”. “Πώς θα μετρήσω;”. “Μέχρι πότε θα μετράω;”. Στη διευρυμένη λιμπιντική ελεύθερη αγορά που πέτυχε η σεξουαλική απελευθέρωση, ο καθένας και η καθεμιά καλούνταν και καλείται να γίνει ένα είδος “σεξουαλικού κεφάλαιου για πάρτη του / της”. Ένας / μία επιχερηματίας του εαυτού / της, που “επενδύει” στο σώμα του / της και στις ερωτικές του / της σχέσεις, (με σκοπό διάφορες μορφές οφέλους / κέρδους) με όλες τις αβεβαιότητες που έχει κάτι τέτοιο. Και όλες τις οδύνες, τις ακυρώσεις, τους φόβους που είναι η συνέπεια αυτού του επιχειρηματικού (ή και σπορ) μοντέλου, εάν αυτός / αυτή δεν έχει τόσο έντονο “επιχειρηματικό δαιμόνιο”· ή αν ο συναγωνισμός / ανταγωνισμός είναι έντονος.

Υπάρχει μια άποψη που αποδίδει την γέννηση της σεξουαλικής αβεβαιότητας στη γυναικεία απελευθέρωση, όπως και όπου έχει γίνει αυτή. Αν είναι έτσι, χαιρετίζουμε διπλά αυτήν την απελευθέρωση! Τα παλιά πρότυπα έπρεπε να πάνε κατά διαόλου, και σωστά. Αλλά τα καινούργια πρότυπα μπήκαν (και παραμένουν) στο έλεος της (μαζικής, εμπορευματικής, καπιταλιστικής) παραγωγής / καταστροφής / νέας παραγωγής. Ήταν και είναι όχι απλά ασταθή αλλά, σχεδόν εξ ορισμού, εκδοχές του (γενικού, εμπορευματικού) ανικανοποίητου. Στην καρδιά της (ερωτικής) απόλαυσης, που ήταν το ζητούμενο της απελευθέρωσης, εγκαταστάθηκε όλο και πιο έντονα, γενιά μετά την γενιά, ο φόβος (της ερωτικής έκπτωσης) και ο φθόνος (του ανικανοποίητου). Τι αντιστροφή, τι ειρωνεία!

Εν τω μεταξύ, το άγχος της ερωτικής αυτο-επιβεβαίωσης, απλώθηκε – καθόλου παράξενο – σε διάφορα άγχη αναφορικά με το σώμα, την εμφάνισή του, κλπ. Το ίδιο σε άντρες και γυναίκες. Σε συνδυασμό με τα υγιεινιστικά άγχη, τα σώματα, στον ύστερο καπιταλιστικό κόσμο, υποφέρουν έως συντρίβονται· και αρνούνται να παραδεχτούν τις αληθινές αιτίες γι’ αυτό. Σα να μην έφταναν τα υπόλοιπα management by stress, υπάρχει κι αυτό το ιδιαίτερο είδος, σωματικοποιημένο παθολογικά: το management by stress του (θρυλικού) Εαυτού, ένα είδος ομιχλώδους αυτο-εντατικοποίησης, η οποία μπορεί να μην έχει πάντα εξωτερικεύσιμες, πρακτικές εκφάνσεις, αλλά μόνο κυκλικές, αυτοκαταστροφικές, “ψυχολογικές” εκδοχές: απ’ την αυτο-ενοχοποίηση έως την αυτο-υποτίμηση· και απ’ τις ήπιες μανιοκαταθλίψεις ως…

sarajevo 102

η αγία αγχωτική τριάδα

Περιγράψαμε μάλλον περιληπτικά τρεις μεγάλες περιοχές κοινωνικών σχέσεων / καταστάσεων που έχουν μετατραπεί τις τελευταίες 4 δεκαετίες σε γεννήτριες μαζικού άγχους, μαζικών ψυχολογικών πιέσεων και μαζικών προβλημάτων. Το γεγονός ότι και οι τρεις μπορούν να μπουν κάτω απ’ τον ίδιο τίτλο, τον τίτλο management by stress, δεν είναι δικό μας εύρημα. Είναι η μελετημένη και συχνά καταγραμμένη (αν και όχι για το πολύ κοινό) στρατηγική της postmodern καπιταλιστικής κανονικότητας.

Θα προκαλούσε, πιθανότατα, ειρωνικά χαμόγελα το ότι “φορτώνουμε και τα άγχη μας στον παλιοκαπιταλισμό”!!! Αμάν πια!!! Πότε θα σωθούμε; Όταν γίνει η επανάσταση;

Πράγματι, η παγκόσμια επανάσταση δεν είναι θεραπευτική πρόταση, όχι από εμάς, σίγουρα!!! Δεν υπάρχει όμως καμία άλλη “θεραπεία” της προκοπής πάνω στην καρότσα της γρήγορης, βιαστικής, (μήπως αγχωμένης;…) λύτρωσης (απ’ τα “άγχη” και τα “ψυχολογικά προβλήματα”) εδώ και τώρα. Τι μπορούμε, άραγε, να πούμε σε κάποιον / κάποιαν που παθαίνει περιοδικά κρίσεις πανικού; Να προσεύχεται και να περιμένει τον ερχομό του κομμουνισμού; Όχι. Να αναψηλαφίσει εκείνες τις σχέσεις του / της που βρίσκονται στην αφετηρία των πιέσεων ή/και των φόβων του / της και να τις “κόψει” αν δεν αλλάζουν; Ίσως. Μόνο που δεν είναι τέτοια η πρόταση – του – ειδικού… Αυτή είναι μια φιλική κουβέντα· προϋποτίθενται δηλαδή, και πάλι, σχέσεις εμπιστοσύνης και χωρίς ιδιοτέλεια ενδιαφέροντος για τον Άλλον. Οπότε; Η “ψυχοθεραπεία επί χρήμασι” ή/και τα φάρμακα εμφανίζονται σαν οι μόνες ακλόνητα ρεαλιστικές “λύσεις” [5]. Εντός ή εκτός εισαγωγικών.

Ας κάνουμε, λοιπόν, κάτι πολύ πολύ λιγότερο απ’ το να απελευθερωθούμε οριστικά, αμετάκλητα και επαναστατικά, απ’ την μια άκρη των καπιταλιστικών κοινωνιών ως την άλλη. Ας αναγνωρίσουμε δύο βασικά πράγματα. Πρώτον, ότι οι αληθινές πηγές των πιέσεων και των διάφορων εκφάνσεων του άγχους δεν είναι οι μυστηριώδεις και σκοτεινές ψυχές μας. Είναι το πλέγμα των κοινωνικών μας σχέσεων και το πως μαθαίνουμε (ή δεν μαθαίνουμε) να στεκόμαστε μέσα σ’ αυτές. Ένας γερός και επιθετικός καυγάς με το αφεντικό (για παράδειγμα) είναι συχνά πολύ λυτρωτικός συναισθηματικά ακόμα κι αν οδηγεί στην απόλυση· στην απόλυση που όμως δεν την γλυτώνει κανείς ακόμα κι αν “καταπίνει τα πάντα”. Ένας γερός και επιθετικός καυγάς με το αφεντικό είναι πολύ λυτρωτικός όχι μόνο για τις συναισθηματικές ισορροπίες του καθενός και της καθεμιάς μας, αλλά και για κάτι ακόμα: γλυτώνει (απ’ τα εσωτερικευμένα μας βάρη) άλλες κοινωνικές σχέσεις μας, πιο προσωπικές και γι’ αυτό πιο πολύτιμες.

Το δεύτερο είναι να καταστρέψουμε στη συνείδησή μας το δόγμα πως η ζωή είναι (ή οφείλει να είναι) μια λεωφόρος της επιτυχίας και της ευτυχίας, ένας δρόμος στρωμένος με ροδοπέταλα, όπου κάθε αναποδιά ή αποτυχία, κάθε στραβοπάτημα, πρέπει να βιώνεται (και να εσωτερικεύεται) σαν ατομική αποτυχία, σαν ψυχοσυναισθηματική αναπηρία. Όχι. Δεν είναι έτσι. Αυτό είναι ένα καπιταλιστικό φάντασμα φτιαγμένο από εκατομμύρια υποδόρειες ενέσεις “προσδοκιών”, κατασκευασμένων και συσκευασμένων κατάλληλα για την υγεία του συστήματος.

Οι παλιοί, αυτοί που είχαν και έγνοιες, και σκοτούρες, και φόβους, και αγωνίες, και στεναχώριες, ήξεραν. Έλεγαν “μια ξυδάτη μια λαδάτη”: και εννοούσαν ότι η ζωή δεν είναι το όμορφο ροζ συννεφάκι που μόνο τα μωρά φαντάζονται σαν (τον) κόσμο (τους). Τα ζόρια, οποιουδήποτε είδους ζόρια, είναι μέσα-στο-κόλπο, και πάντα ήταν! Οπότε εκείνο που άξιζε (και ξεχάστηκε) δεν ήταν οι φαντασιώσεις του ανύπαρκτου, ενός κάποιου second life, όπου πορευόμαστε κάτω απ’ τις επευφημίες του σύμπαντος! Εκείνο που άξιζε ήταν η ικανότητα να διακρίνει ο καθένας / η καθεμιά τις επιμέρους πραγματικές αιτίες, πότε για το ένα ζόρι και πότε για το άλλο. Και η αντιμετώπισή τους. Ακόμα κι αν αυτή η αντιμετώπιση δεν ήταν πάντα πετυχημένη, γλύτωναν (αυτοί οι “παλιοί”) κάτι πολύ σημαντικό: την αυτο-συσσώρευση της (πραγματικής ή υποτιθέμενης) “συμφοράς”.

Υποστηρίξαμε απ’ την αρχή ότι η (ιατρική κατ’ αρχήν) κατασκευή της ιδέας του άγχους, ήταν η κατασκευή ενός ψυχο-συναισθηματικού “κοινού παρανομαστή” ή, πιο σωστά, ενός “μέσου όρου” των όποιων καθημερινών δυσκολιών, και η υπόδειξη αυτού του “μέσου όρου” στην αρχή σαν συμπτώματος και λίγο μετά σαν αιτίας. Η κατασκευή του “μέσου όρου άγχος” εξαφάνισε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα ιδιαίτερα δεδομένα κάθε χωριστής, κάθε συγκεκριμένης δυσκολίας στη ζωή, κάθε συγκεκριμμένου ζορίσματος. Και μαζί μ’ αυτήν την εξαφάνιση έκανε αδύνατη την συγκεκριμένη αναγνώριση και την συγκεκριμένη αντιμετώπιση κάθε ιδιαίτερης δυσκολίας χωριστά.

Μ’ άλλα λόγια η κατασκευή του “μέσου όρου άγχος” στηρίχτηκε στην ομοιότητα των ορμονολογικών “αντιδράσεών” μας, άσχετα από συγκεκριμένη αιτία. Και η μόνιμη, εντατική υπόδειξη αυτού του “μέσου όρου” έκανε εύκολη την “επικοινωνία” των δυσκολιών της ζωής (πραγματικών αλλά ακόμα και φανταστικών) σαν συγκοινωνούντα δοχεία. Εν τέλει η προβληματική του “άγχους” και των “ψυχολογικών προβλημάτων” είναι η άλλη όψη της διδασκαλίας (και της επιβολής) της συσσώρευσης άλυτων (καθότι μη αναγνωρισμένων) ζοριών μέσα και πάνω στα κορμιά μας· συμπεριλαμβανόμενων των αισθημάτων και των σκέψεών μας.

Η επανάσταση είναι πολύ μακρυά, και όντως δεν θα μας σώσει από εκεί που βρίσκεται. Η απομυθοποίηση είναι πολύ κοντύτερα. Και είναι λυτρωτικό να συνειδητοποιήσουμε το πόσο (και πως) είναι ετεροκαθορισμένες οι “μαυρίλες” μας, συναισθηματικές καταστάσεις (και διακυμάνσεις) αναπόφευκτες έως φυσιολογικές, απ’ την “ψυχολογία” και τις διάφορες αποφύσεις της, απ’ την “επιστήμη” δηλαδή που, σαν καλό εργαλείο των σφετεριστών της ζωής μας, αναλαμβάνει εκ των υστέρων (και με το αζημείωτο) να μας σώσει…

Είναι σχεδόν βέβαιο πως όταν “μαυρίζουμε” ξέρουμε την αιτία – την οποία, όμως, δεν είναι πάντα σίγουρο ότι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε / λύσουμε. Εκεί, στα σημεία – πρακτικής – αδυναμίας, η “μαυρίλα” μπορεί να παραταθεί, και η ιδέα του “ψυχολογικού προβλήματος” να εμφανιστεί σαν λυτρωτική, επειδή μετατοπίζει την συναισθηματική μας κατάσταση απ’ την συγκεκριμένη, πλην “άλυτη” αιτία, σε κάτι πιο γενικό (και πιο μυστηριώδες).

Αυτό είναι ο ετεροκαθορισμός. Αυτό είναι η αόρατη τυραννία.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

 

* Τα κείμενα που ακολουθούν περιλαμβάνουν μερικά βασικά σημεία των εισηγήσεων που έγιναν στις 9 και στις 11 Δεκέμβρη, στη διάρκεια του ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ 3Χ3. Δεν είναι αναπαραγωγή των προφορικών εισηγήσεων, αλλά μια γραπτή εκδοχή που δίνει περισσότερο βάρος σε κάποια σημεία. Δεν περιλαμβάνεται, σ’ αυτά τα κείμενα, περίπου το μισό της εισήγησης της 9ης / 12ου, που αφορά την ιστορία της ψυχολογίας σαν επιστήμης και το πως δημιουργήθηκε (και εξελίσσεται) κατασκευάζοντας το ίδιο της το αντικείμενο. Πιστεύουμε ότι γι’ αυτό το θέμα αξίζει μια χωριστή γραπτή αναφορά.

1 – Αυτοί οι ειδικοί θυμώνουν στ’ αλήθεια με τέτοιες στάσεις· σίγουρα οι 99 στους 100. Οι ειδικότητες της ψυχολογικής υγείας, όπως άλλωστε και όλες οι ειδικότητες των “ανθρωπιστικών σπουδών”, ξεπέρασαν μάλλον με επιτυχία την σφοδρή κριτική των ‘60s και ‘70s, και έχουν εδραιωθεί (ή αυτό θέλουν να πιστεύουν οι αντίστοιχοι ειδικοί) σ’ ένα μετα-κριτικό βάθρο. Που το θεωρούν ακλόνητο. Αν είναι τέτοιο (και προς το παρόν έτσι μοιάζει) αυτό δεν οφείλεται στις ακράδαντες αλήθειες των επιστημών· αλλά στην παραίτηση απ’ την κριτική ανάλυση και την αμφισβήτηση.

2 – Υπάρχει ο (αγγλικός) όρος anxiety, που χηρισμοποιείται και απ’ τον Φρόυντ, κάμποσες δεκαετίες πριν το “stress” και τον Selye. Στα ελληνικά και το anxiety θα μεταφραζόταν σαν άγχος. Ωστόσο η χρήση του απ’ τον Φρόυντ ήταν διαφορετική και αφορούσε άμεσα (ή έμμεσα) τον “φόβο του θανάτου”. Θεωρητικά θα μπορούσε να συνδέσει κανείς την anxiety με το stress, θεωρώντας το δεύτερο σαν την εκδοχή “τοις μετρητοίς” του πρώτου, με τη μορφή της κοινωνικης απόρριψης, κλπ. Όμως το stress που μελέτησε ο Selye και έγινε κοιτοπία μερικές δεκαετίες αργότερα ήταν και είναι εμφανώς διαφορετικό απ’ τον “φόβο του θανάτου” ή τις όποιες κοσμικές παραλλαγές του: έχει πολύ συγκεκριμένη προέλευση και σκοπιμότητα.

Εν τω μεταξύ, η ιδέα του Selye περί “stress” δεν έγινε αποδεκτή αμέσως απ’ τους σύγχρονούς του ψυχολόγους. Κάποιοι, μάλιστα, ειρωνεύτηκαν την ιδέα σχολιάζοντας: Το stress είναι τα πάντα, είναι ο εαυτός του και η αιτία του…

3 – Επειδή το “σε εντατικοποιώ ρίχνοντας σε στο φιλότιμο” είχε και έχει μεγάλο βαθμό εργατικής εσωτερίκευσης στην ιαπωνία, λίγο μετά την καθιέρωση του management by stress εμφανίστηκε κι έγινε διεθνώς γνωστός κι ένας άλλος όρος. Το karoshi. Που σημαίνει, κυριολεκτικά, πεθαίνω στη δουλειά. Πολλές εκατοντάδες ιάπωνες μισθωτοί πέθαναν απ’ τη δεκαετία του ‘80 και μετά, επειδή δούλευαν στα όρια των ανθρώπινων αντοχών τους. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις “το μέταλλο έσπαγε”, πράγμα που έδινε χρήσιμες πληροφορίες στους ειδικούς των αφεντικών για τα “όρια αντοχής” του…

4 – Μια σχετικά ήπια αλλά ιδιαίτερα αποτελεσματική μορφή αυτού του εργοστασιακού πίνακα είναι πολύ γνωστή σε όλους / όλες: οι μικροί φωτεινοί πίνακες με τους διαδοχικούς αριθμούς σε διάφορες υπηρεσίες με μεγάλη πελατεία. Απ’ την μια μεριά αυτοί οι πίνακες (και τα αντίστοιχα “εισιτήρια”) αποτρέπουν τους πελάτες να φτιάχνουν “ουρές” και να διαπληκτίζονται για την προτεραιότητα. Απ’ την άλλη μεριά όμως κάνουν ορατή σε όλους την πιθανή καθυστέρηση (εκ μέρους των υπαλλήλων) να πατήσουν – το – κουμπί μόλις τελειώσουν με τον προηγούμενο πελάτη.

Συστήματα μέτρησης της απόδοσης υπάρχουν, φυσικά, σε οποιαδήποτε δουλειά γίνεται με υπολογιστές. Στα τηλεφωνικά κέντρα το management by stress γίνεται με την επίδειξη μιας “λίστας αποδοτικότητας” των τηλεφωνητών / τηλεφωνητριών. Είναι ευνόητο πως σε κάθε τέτοια λίστα ΠΑΝΤΑ θα υπάρχουν κάποιοι “χειρότεροι” και κάποιοι “καλύτεροι”, όπως ακριβώς σ’ ένα τραίνο υποχρεωτικά υπάρχουν πρώτα και τελευταία βαγόνια. Όμως η επίδειξη της λιστας γίνεται για να ασκηθεί ψυχοσυναισθηματική πίεση σ’ όσους / όσες ανήκουν στο “κάτω μισό” της, να προσπαθήσουν περισσότερο, για να ανέβουν. Δεν χρειάζεται να το πούμε, αλλά ας το κάνουμε: κάθε τέτοια προσπάθεια απλά ανεβάζει την “μέση γραμμή” απόδοσης – και πάλι κάποιοι θα είναι από κάτω…

5 – Είναι κοινοτοπία η διαρκώς αυξανόμενη συλλογή από “έξυπνα” ή ‘όχι – και – τόσο – έξυπνα drugs αύξησης της απόδοσης (της μνήμης, της διανοητικής “καθαρότητας”, της αντοχής χωρίς ύπνο) κλπ. Όλα αυτά είναι εντελώς γνωστά και στα μέρη μας εδώ και πολλά χρόνια, όχι μόνο μεταξύ των στελεχών / γιάπηδων αλλά και στον πάτο του βαρελιού. Αν δεν κάνουμε λάθος μερικές εκδοχές τους διαφημίζονται ελεύθερα προς μαθητές και μαθήτριες στη διάρκεια της προετοιμασίας τους για τις πανελλαδικές…

 

 

Πηγή: http://www.sarajevomag.gr/entipa/teuhos_102/i102_p08_stress.html

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *