Terry Eagleton: Μαρξισμός χωρίς Μαρξισμό

 

 

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ουτοπία, τεύχος 67, (Νοέμ-Δεκ 2005)

 

 

Μαρξισμός χωρίς Μαρξισμό*

 

 

Terry Eagleton

 

 

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η αποδόµηση του Ντεριντά ήταν εξαρχής ένα πολιτικό πρόγραμµα ή ότι ο ίδιος ο Ζακ Ντεριντά υπό κάποια βολικά απροσδιόριστη έννοια ήταν πάντοτε άνθρωπος της Αριστεράς. Από κανέναν ενήμερο για την άκαμπτα ιεραρχική φύση του γαλλικού ακαδηµαϊκού συστήματος δεν θα μπορούσε να διαφύγει η πολιτική δύναμη της αποδόμησης, η οποία είχε αρχικά εκκολαφθεί στους ακατάδεκτους κόλπους του ως ένας εξαιρετικά ορθολογικός απρόβλεπτος παράγοντας.

O Ντεριντά ήταν ταυτόχρονα ενταγµένος και ανένταχτος, δεδομένου ότι ήταν ένας (µετα)αποικιακός Σεφαρδείµ Εβραίος Αλγερίνος, οι πρώιμες συναντήσεις του οποίου με τον παγερό υψηλό πολιτισµό του Παρισιού συγκροτούσαν, όπως συνάγει κανείς, ένα είδος άβολης αποξένωσης. Η σχέση του με την Αλγερία, μεταξύ άλλων, τον έφερε κοντά στον ονομαστό κύκλο του Λουί Αλτουσέρ στη rue d’ Ulm, και έτσι σε έναν Μαρξισμό ενδιαφέροντα ως προς τον αντιουμανισμό του, αλλά, από άλλη άποψη, ακόμα πάρα πολύ µεταφυσικό για τα γούστα του.

Ωστόσο έχει συχνά διαπιστωθεί ότι ο Ντεριντά επιµένει περισσότερο στη θεσµική φύση της αποδόµησης παρά στην απλή κειμενική, έτσι ώστε γενικά δεν αποτελεί έκπληξη το ότι η στιγµή της συνάντησης µε τον Μαρξισµό, τον οποίο μερικές δεκαετίες νωρίτερα. στις Θέσεις, ανήγγειλε ειρωνικά ως «ακόμα ερχόμενο», έχει επιτέλους κατά μια έννοια φθάσει.

Έχει περάσει μια υπέρμετρα μακροχρόνια περίοδος για τον ερχομό, όπως το έθεσε η ηθοποιός στον επίσκοπο, και είναι, όπως ο ίδιος γνωρίζει πολύ καλά, µια εξαιρετικά ιδιόρρυθμη στιγμή για να έλθει. Όμως αυτό που προσπαθεί να αποδείξει ένας δυσαρεστηµένος Μαρξιστής -ότι ο Ντεριντά στράφηκε προς τον Μαρξισµό όταν αυτός έγινε περιθωριακός και, ως εκ τούτου, ακόµα περισσότερο σαγηνευτικός για τους μεταδοµιστικούς του υπολογισμούς- είναι πράγµατι πολύ προφανές ώστε να κοπιάσει για αυτό. αν όχι ώστε να το μνημονεύσει. Εάν είναι δύσκολο να αντισταθεί κανείς και να μη ρωτήσει, με θλίψη, που ήταν ο Ζακ Ντεριντά όταν τον χρειαζόµασταν, στη µακριά σκοτεινή νύχτα των Ρήγκαν-Θάτσερ, συµβαίνει επίσης στην παρούσα συγκυρία οι μαρξιστές συνοδοιπόροι να μην πατούν γερά στα πόδια τους ώστε να µπορούν να αφαιρέσουν από κάποιον το προνόμιο να κοιτάζει στα δόντια ένα άλογο που του χάρισαν και αν μη τι άλλο να σφάξει το µόσχο τον σιτευτό.

Ακόµα και έτσι, υπάρχει κάτι αρκετά πλούσιο καθώς επίσης και συγκινητικά ειλικρινές αναφορικά με αυτή την αιφνίδια δραματική ακροβασία επάνω σε μια πολυκαιρισµένη µόδα. Διότι το Φαντάσματα του Μαρξ δεν επιδιώκει µονάχα να προφτάσει τον Μαρξισµό, αλλά και να ζήσει περισσότερο από αυτόν μέσω του ισχυρισμού ότι η αποδόμηση ήταν σε όλη της την πορεία μια ριζοσπαστική εκδοχή των αξιωμάτων του. Η «αποδόµηση», παρατηρεί ο Ντεριντά, «δεν είχε ποτέ κάποια έννοια ή ενδιαφέρον, κατά την άποψή μου τουλάχιστον, παρά μόνο ως μια ριζοσπαστικοποίηση, πράγµα το οποίο αναφέρεται επίσης στην παράδοση ενός ορισμένου Μαρξισμού, σε ένα ορισμένο πνεύμα του Μαρξισμού». Αυτό βέβαια δεν θα ήταν ευχάριστη είδηση για τον Geoffrey Hartman, τον J. Hillis Miller ή τον ύστερο Paul de Man, οι οποίοι αναμφισβήτητα θα το ερμήνευαν µε βάση αυτό που εν μέρει είναι: ένα εύχρηστο κοµμάτι αναδρομικού ρεβιζιονισµού που µετά βίας ταιριάζει με το ιστορικό φαινόμενο που είναι γνωστό στο Κορνέλ ή την Καλιφόρνια ως αποδόµηση, όσο και αν αντικατοπτρίζει σε μεγάλο βαθμό τις (τρέχουσες) προθέσεις του ιδρυτή του.

Ενδεχοµένως ο de Man και οι της Καλιφόρνιας να έχουν καταλάβει λάθος, οπότε σε αυτή την περίπτωση είναι παράξενο το ότι ο Ντεριντά δεν τους επέπληξε για μια τέτοια εξωφρενική γκάφα. Οτιδήποτε και αν του αρέσει πλέον να σκέφτεται, η αποδόµηση -πρέπει σίγουρα να το ξέρει- επί της ουσίας δεν έχει λειτουργήσει κατά κανέναν τρόπο ως ένας ριζοσπαστικοποιημένος Μαρξισμός, αλλά μάλλον ως μια ψεύτικη φόρμα κειµενικής πολιτικής, σε μια εποχή κατά την οποία, ενώ ο σοσιαλισµός είναι υπό διωγµό, οι αριστεροί ακαδηµαϊκοί ήταν ευγνώμονες για τη µετατόπιση του στίγματος της διχογνωμίας, γεγονός που φάνηκε να παρέχει το διπλό όφελος ενός άμεσα υπερφαλαγγισμένου Μαρξισμού στην τολµηρή αβανγκάρντ εκδοχή του, και της παραγωγής μιας δύσπιστης ευαισθησίας που τράβηξε το χαλί κάτω από οτιδήποτε ήταν πληκτικά μη αποδομημένο, όπως η αλληλεγγύη, η οργάνωση ή η υπολογισμένη πολιτική δράση.

Κατά συνέπεια αποτέλεσε κάτι το θεόσταλτο για τη βορειοαμερικανική αντίδραση, οι διέξοδοι της οποίας για πολιτική δράση ήταν απελπιστικά λίγες επικυρώνοντας µια ιστορικά επιβληθείσα αδράνεια με φανταχτερούς υπερ-φιλελεύθερους όρους. Η αποδόμηση πάντοτε εμφάνιζε δύο πρόσωπα στον κόσµο, το ένα προσεκτικά ρεφορµιστικό, το άλλο εκστατικά υπερ-αριστερό. Το πρόβλημά της ήταν ότι o πρώτος τρόπος σκέψης είναι αποδεκτός αλλά μη θεαματικός ενώ ο δεύτερος, αναζωογονητικός αλλά µη αληθοφανής. Εάν η στάση της προς τον ορθόδοξο Μαρξισμό δεν είναι κάτι περισσότερο από ένα είδος αντιδογματικής προειδοποίησης, τότε λίγα πράγµατα τη διαχωρίζουν από ένα πλήθος γνωστών αντισταλινισµών. Τέτοιου είδους είναι το πρόβλημα με µια µελέτη σαν, για παράδειγµα, την Μαρξισμός και Αποδόμηση, του Αµερικανού αποδοµιστή Michael Ryan, ο οποίος επιχειρηµατολογεί υπέρ ενός δυναμικού, ανοικτού, μη μεταφυσικού, αντιθεµελιακού, πολυ-επίπεδου, μη µηχανιστικού Μαρξισμού μεταµοντέρνα εξίσωση του περιθωριακού µε το δημιουργικό, πέρα από µια βολική επιλησμοσύνη τέτοιων περιθωριακών οµάδων όπως οι Φασίστες, είναι η απώθηση των πολιτικών κινημάτων τα οποία είναι ταυτόχρονα µαζικά και αντιθετικά.

Αυτό που χαρακτηρίζει έναν γνήσιο ριζοσπάστη είναι µια εγκάρδια επιθυµία να σταµατήσει να χρειάζεται να είναι τόσο επίμονα αντιθετικός, ένα συναίσθηµα που δύσκολα µπορεί να φανταστεί κανείς ότι είναι προσφιλές στην καρδιά ενός αποδοµιστή. Εάν κάποιος αποδεχτεί την ανταπάντηση του Τζέιμς Τζόυς σε µια πρόσκληση επιστροφής σε µια νέα ανεξάρτητη ιρλανδική δημοκρατία ««Έτσι ώστε να είναι ο πρώτος της αποτιμητής;»-, καταγράφει επίσης την αυτοσυγχώρεσή του.

O Ντεριντά έχει φέρει τώρα τον Μαρξισµό στο τραπέζι, ή τουλάχιστον έχει φέρει στην επιφάνεια ως ένα βαθµό το θέµα, επειδή είναι σαφώς εξοργισμένος με τη φιλελεύθερη-κεφαλαιοκρατική αυταρέσκεια. Υφίσταται όµως κάτι αναπόφευκτα καιροσκοπικό αναφορικά με την πολιτική του δέσµευση, η οποία επιδιώκει να εκµεταλλευτεί τον Μαρξισμό ως κριτική, διαφωνία, βολικά επαναλαµβανόµενη µέθοδο, µακράν ωστόσο διατεθειμένη να εµπλακεί με το δογµατισµό της. Αυτό που επιθυµεί στην ουσία είναι ένας Μαρξισμός χωρίς Μαρξισμό, πράγμα που σηµαίνει έναν Μαρξισµό με τους δικούς του ψυχρούς όρους οικειοποίησης. «Θα µπαίναµε στον πειρασµό να διακρίνουμε αυτό το πνεύμα της Μαρξιστικής κριτικής… άµεσα από τον Μαρξισµό ως οντολογία, φιλοσοφικό ή µεταφυσικό σύστηµα, ως «διαλεκτικό υλισµό», από τον Μαρξισµό ως ιστορικό υλισµό ή µέθοδο και από τον Μαρξισµό που ενσωµατώνεται στους µηχανισµούς του κόµματος, του Κράτους ή της Διεθνούς των εργαζομένων».

Δεν θα ήταν δύσκολο αυτό να µεταφραστεί στο πλαίσιο ενός (κατάλληλα παρωδούµενου) φιλελεύθερου Αγγλικανισµού: πρέπει να διακρίνουµε το πνεύμα του Χριστιανισμού από τέτοια µεταφυσικά φορτία, όπως η ύπαρξη του Θεού, η θεότητα του Χριστού, η οργανωμένη θρησκεία, το δόγµα της ανάστασης, η δεισιδαιμονία της Θείας Κοινωνίας και τα λοιπά. Διαφορετικά: κάποιος θα επιθυµούσε να διακρίνει το πνεύμα της αποδόµησης από τα µονότονα διανοητικά παραφερνάλια της «γραφής», της «διαφοράς», του «ίχνους», τα οργανωμένα περιοδικά και τις συµβάσεις, τις επίσηµες οµάδες αναγνωστών, τις κινήσεις για την εγκαθίδρυση της διδασκαλίας της φιλοσοφίας στα γαλλικά σχολεία και πάει λέγοντας. Είναι εξ ολοκλήρου δυνατό να εγκρίνει το πνεύµα των Ούννων. µε όλη την αξιοθαύµαστη ευρωστία του, αποδοκιµάζοντας παράλληλα το τι πραγματικά έκαναν. Εάν ο Ντεριντά σκέφτεται, όπως φαίνεται ότι κάνει, ότι µπορεί να υπάρξει οποιοσδήποτε αποτελεσµατικός σοσιαλισµός χωρίς οργάνωση, μηχανισµούς και ορθολογικά καλώς διατυπωµένες θεωρίες και προγράμµατα, τότε είναι απλά το θύμα κάποιας ακαδηµαϊκίστικης φαντασίας, την οποία έχει κάπως μπερδέψει με έναν πεφωτισμένο αντισταλινισμό (Δεν διαθέτει, στην πραγματικότητα, καµία υλιστική ή ιστορική ανάλυση του σταλινισµού, σε αντιδιαστολή µε την ηθική απόρριψη του, εν αντιθέσει µε πολλά ορθόδοξα ρεύµατα του Μαρξισµού.)

Η αλήθεια είναι ότι µετά βίας ενδιαφέρεται για έναν αποτελεσματικό σοσιαλισµό. Η αποδόµηση, λόγω της ενασχόλησής της µε τη ρευστότητα, την αποτυχία, το αδιέξοδο, την ασυναρτησία, το µη εντυπωσιακό, λόγω της καχυποψίας της για την πραγμάτωση, την αρτιότητα ή τον έλεγχο, αποτελεί ένα είδος πνευµατικού ισοδύναμου προς µια αόριστα αριστερή δέσµευση στους καταπιεσµένους, η οποία, όπως όλες αυτές οι δεσµεύσεις, στέκεται αµήχανη όταν εκείνοι για τους οποίους µιλά έρχονται στην εξουσία. Ο Μεταδοµισµός αντιπαθεί την επιτυχία, µια στάση που του δίνει τη δυνατότητα για ορισμένες εξόχως διαφωτιστικές απόψεις επί των ισχυρισµών των μονολιθικών λογοτεχνικών κειµένων ή των ιδεολογικών αιποπροσδιορισμών, και της αφήνει ένα ανεπαρκές ψιχίο αψηφώντας το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο.

Η αδιαφορία του Ντεριντά σχεδόν για όλες τις πραγµατικές ιστορικές ή θεωρητικές εκφάνσεις του Μαρξισμού αποτελεί ένα είδος κενής υπερβατικότητας -ένα τυπικά αποδόμητικό σάλπισμα για κάποια εναλλακτική θέση που διατηρεί την κατάσταση κάποιου άτρωτη μονάχα αναλογικά προς την απουσία του περιεχομένου της. Σχεδόν τα ίδια μπορούν να λεχθούν για τον περίεργα κενό, φορµαλιστικό µεσσιανισµό του, ο οποίος αποβάλλει αυτήν την πλούσια θεολογική παράδοση του περιεχομένου του και διατηρεί μονάχα την πνευματική του ώθηση, κάπως συγγενή στον Κάφκα, που (όπως ο Βάλτερ Μπένγιαμιν παρατηρεί) δεν έχει τίποτε παρά μόνο τις διαβιβάσιμες μορφές µιας παράδοσης που έχει συρρικνωθεί στο τίποτα. Το επικριτικό αρνητικό πάθος της πολιτικής του σε αυτό το βιβλίο είναι κάτι που πρέπει ορθώς να ενοχλεί κάθε ακαδημαϊκό ριζοσπάστη για τον οποίο η αποδόµηση είναι µια προκλητική µορφή κοινού-δημιουργικού σκεπτικισµού, ή ακόµα ένας τρόπος για να διατηρείται εν ζωή ο λογοτεχνικός κανόνας δουλεύοντας κανείς κοπιαστ ικά μέσω αυτού κρατώντας τη φορά αυτή χειρουργικό νυστέρι.

Αντί να παιανίσουμε την έλευση του ιδεώδους της φιλελεύθερης δηµοκρατίας και της κεφαλαιοκρατικής αγοράς στο πλαίσιο της ευφορίας για το τέλος της ιστορίας, αντί να πανηγυρίσουµε το «τέλος των ιδεολογικών» και το τέλος των µεγάλων χειραφετητικών λόγων, ας µην λησμονήσουμε ποτέ αυτό το προφανές µακροσκοπικό γεγονός, φτιαγµένο από αναρίθμητα μοναδικά πεδία βάσάνων: κανένας βαθµός προόδου δεν επιτρέπει σε κανένα να αγνοήσει ότι ποτέ στο παρελθόν, µε απόλυτους αριθµούς, δεν είχαν τόσοι πολλοί άνδρες, γυναίκες, και παιδιά, υποταχθεί, λιμοκτονήσει ή εξολοθρευτεί πάνω στη γη.

Αυτό δεν είναι κάτι που είναι πιθανό να εισχωρήσει στο Ithaca ή το Irvine, όπου έμαθαν πολύ καιρό πριν ότι η ιδεολογία είχε τελειώσει και ότι οι μεγάλοι χειραφετητικοί λόγοι είχαν ευτυχώς εξοκείλει.

Και τι αντιπαραθέτει ο Ντεριντά, στην αµέσως επόμενη παράγραφο, στην τροµερή κατάσταση που τόσο υπέροχα καταγγέλλει; Μια «Νέα Διεθνή», «δίχως στάτους, δίχως τίτλο και δίχως όνοµα…δίχως κόµμα, δίχως πατρίδα, δίχως εθνική κοινότητα. ..». Και, φυσικά, όπως συνάγει κανείς από άλλα μέρη του βιβλίου. δίχως οργάνωση, δίχως οντολογία, δίχως μέθδο, δίχως μηχανισμό. Πρόκειται για την έσχατη µεταδοµιστική φαντασία: μια αντίθεση χωρίς τίποτα τόσο δυσάρεστα συστημικό ή πληκτικά «ορθόδοξο» όσο μια αντίθεση, μια διαφωνία πέρα από όλον τον συντεταγμένο λόγο, μια υπόσχεση που θα πρόδιδε τον εαυτό της κατά την πράξη της εκπλήρωσης της, μια διαιωνιζόµενη εντυπωσιακή ανοιχτότητα προς τον Μεσσία, ο οποίος το καλύτερο που θα είχε να κάνει είναι να µη µας απογοητεύσει πρωτα ντας οτιδήποτε τόσο καθοριστικό όσο το να έλθει. Όντως, φαντάσματα του Μαρξισµού.

 

 

Μετάφραση: Μάνος Σπυριδάκης

 

Ο Terry Eagleton είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ.

 

 

Το παρόν κείμενο δηµοσιεύτηκε στα πρακτικά ενός Συνεδρίου για τα Φαντάσματα του Μαρξ. Τίτλος του βιβλίου: Ghostly demarcations. A Symposium on Jacques Dem’da’s Spectres of Marx. M. Sprinker ( επιμ.), Verso. 1999.

 

 

Σημείωση

 

 

1. ANC: African National Congress (Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο – Σ.τ.Μ.).

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *