Για τα γεγονότα στην Τσεχοσλοβακία το 1968

 

 

Δημοσιεύουμε δύο κείμενα για την Τσεχοσλοβακία το 1968, μαζί με ένα κείμενο απο την συντακτική.

 

 

Για τα γεγονότα στην Τσεχοσλοβακία

 

Τα γεγονότα στην Τσεχοσλοβακία το 1968 αποτέλεσαν κηλίδα στην υπόθεση του σοσιαλισμού, που μέχρι σήμερα αξιοποιείται απο τα αστικά μέσα προπαγάνδας σε όλο τον κόσμο και την Ελλάδα. Κάθε 20 Αυγούστου οι εργαζόμενοι βομβαρδίζονται απο θρήνους για την “δημοκρατία” και καταδίκες του “ολοκληρωτισμού”. Δηλαδή οι ίδιοι που έχουν γεμίσει φτώχεια, πείνα και βία τον ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο και σφαγές και πολέμους τον υπόλοιπο πλανήτη, (ξανά) εμφανίζονται ως απόστολοι της “ελευθερίας”.

Το 1968 στην Τσεχοσλοβακία ήταν το αποτέλεσμα μιας σειράς εξελίξεων στις σοσιαλιστικές χώρες, που σημαδεύτηκαν απο την υποχώρηση στην οικοδόμηση της σοσιαλιστικής οικονομίας, την γραφειοκρατικοποιήση της πολιτικής και κομματικής ζωής και τελικά την ολοένα και μεγαλύτερη αποξένωση των εργατών απο τα κράτη τους. Αυτή η πορεία επιβεβαιώθηκε μετά το 1956 με την επικράτηση και τυπικά μιας οπορτουνιστικής γραμμής στο ΚΚΣΕ και γενικότερα στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο. Ουσιαστικά όμως είχε ξεκινήσει πιο πριν με την διάλυση της τρίτης διεθνούς το 1943, τις αδιέξοδες πολιτικές των λαικών μετώπων, την εξόντωση μεγάλου μέρους της μπολσεβίκικης φρουράς που συμμετείχε στην Οκτωβριανή επανάσταση στην εσωκομματική πάλης στα τέλη της δεκαετίας του 1930 κ.οκ. Ούτε η μεγάλη αντιφασιστική νίκη, που ανήκει ολόκληρη στην Σοβιετική Ένωση, μπόρεσε να αλλάξει την κατάσταση.

Ήταν αυτονόητο ότι τις αδυναμίες θα τις εκμεταλλεύονταν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και έτσι έκαναν. Στην Τσεχοσλοβακία, τα προβλήματα είχαν αρχίσει απο τις αρχές τις δεκαετίας του 60. Όταν άρχισαν να χειροτερεύουν εμφανίστηκαν-όπως έγινε και αλλού- οι “μεταρρυθμιστές”. Γύρω από το μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και διευθυντή του Οικονομικού Ινστιτούτου της Ακαδημίας Επιστημών της Πράγας Ότα Σικ (Ota Šik) συσπειρώθηκε μια αντιπολιτευτική ομάδα τεχνοκρατών με αστικορεφορμιστικές απόψεις.

Κατά την άποψη του Σικ έπρεπε να εγκαταλειφθεί ο κεντρικός σχεδιασμός και ο κρατικός έλεγχος της οικονομίας και στη θέση τους να αναπτυχθεί μια «σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς», να απελευθερωθούν οι επιχειρήσεις από τον κρατικό έλεγχο και να παταχθεί η γραφειοκρατία. Ο Σικ πρότεινε επίσης να επιτραπεί η λειτουργία αυτόνομων συνδικάτων και μικρών ιδιωτικών κοινοπραξιών με δυτικές εταιρείες, να προωθηθούν θεσμοί αυτοδιοίκησης των εργαζομένων και να σταματήσει ο κρατικός έλεγχος των τιμών. Ο Σικ δηλαδή πρότεινε την μετάβαση απο τον σοσιαλισμό…..στον καπιταλισμό. Μάλιστα η θεωρία πήρε και την ονομασία Τρίτος Δρόμος.

Η αντιπαράθεση μεταφέρθηκε και σε άλλα επίπεδα (η διαμάχη για την αποκατάσταση του Φ.Κάφκα κ.ο.κ) και κατέληξε στην αντιπολιτευτική ομάδα Literární Noviny (Λογοτεχνική εφημερίδα) που έφτασε να πουλάει 140.000 φύλλα και πρόβαλλε τις αστικοαναθεωρητικές απόψεις. Στέλεχος της εφημερίδας ήταν ο γνωστός Βάτσλαβ Χάβελ, ο άνθρωπος που αργότερα οδήγησε την Τσεχοσλοβακία στη διάλυση (αφού δεν το κατάφερε την “άνοιξη”) και δήλωνε ανοιχτά ότι η πιο σημαντική πράξη της ζωής του ήταν ότι “διέλυσε το σύμφωνο της Βαρσοβίας

Όπως έγινε και σε άλλες χώρες, το κομμουνιστικό κόμμα δεν μπόρεσε να αντιπαραθέσει μια εργατική-σοσιαλιστική εναλλακτική αλλά έμεινε στην υπεράσπιση της υπάρχουσας κατάστασης. Καθώς όμως η κοινωνική κατάσταση χειροτέρευε, γινόταν όλο και λιγότερο πειστικό. Έτσι τα τέλη της δεκαετίας του 1960 η Τσεχοσλοβακία έγινε η ίδια θέατρο των ιμπεριαλιστικών επιχειρήσεων, αφού το κόμμα δεν κατάφερε να ενσωματώσει τις αντιδράσεις και να δώσει λύσεις στα προβλήματα. Η ταξική πάλη μεταφέρθηκε μέσα στο κράτος και στο ίδιο το κομμουνιστικό κόμμα.

Το 1967 ξέσπασαν φοιτητικές διαδηλώσεις για τις συνθήκες διαβίωσης. Η κυβέρνηση του Αντονίν Νοβότνι- αντέδρασε με βία και καταστολή-(άλλη ένδειξη ότι το κόμμα είχε χάσει την επαφή με τη νεολαία, το πιο ευαίσθητο κομμάτι της κοινωνίας)- Το αποτέλεσμα είναι ότι ξέσπασε νέα κρίση στο κόμμα και η κατάληξη ήταν η άνοδος του Ντούπτσεκ στην εξουσία το 1968 και το πρόγραμμα του “”σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο”, όπως τον αποκαλούσε. 

Στην πραγματικότητα το πρόγραμμα του αρχηγού της “Άνοιξης” δεν ήταν τίποτα άλλο απο ένα πρόγραμμα δεξιών μεταρρυθμίσεων σε καπιταλιστική κατεύθυνση. Ταυτόχρονα επανέφερε το ζήτημα κάποιων στοχειωδών ελευθεριών (που θα του έδιναν και την δυνατότητα να προπαγανδίσει και να προχωρήσει σε αυτά τα οικονομικά μέτρα). Με τις υποσχέσεις για δημοκρατικές ελευθερίες κατάφερε να κινητοποιήσει μεγάλο μέρος του Τσεχοσλοβάκικου λαού, που έβλεπε μια ανανέωση απο τα προβλήματα που υπήρχαν.

Καθώς μέσα στο κομμουνιστικό κόμμα δεν υπήρχαν εναλλακτικές ούτε γενικότερα άλλη διακριτή-σε περιεχόμενο και μορφή- εργατική αντιπολίτευση στην κοινωνία που να μπορεί να παίξει σοβαρό ρόλο, οι ιμπεριαλιστές (για τους οποίους η Τσεχοσλοβακία ήταν ένα στρατηγικό σημείο) άρπαξαν την ευκαιρία και δραστηριοποιήθηκαν ενεργά με όλους τους μηχανισμούς τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος ο συντάκτης του διάσημου “Μανιφέστου των 2000 λέξεων” (ένα απο τα κείμενα ορόσημα της “Άνοιξης”), Λούνβικ Βάτσουλικ συνέδεσε το κείμενο με την μετέπειτα κίνηση “Χάρτα 77” και την εγκαθίδρυση του καπιταλισμού το 1990.Η “Άνοιξη” με το αστικοαναθεωρητικό της περιεχόμενο (παρά τις μορφές αυτοοργάνωσης-άλλο ένα ενδιαφέρον σημείο) έγινε, αντικειμενικά, εύκολη λεία των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών  που κυριολεκτικά έκαναν πάρτυ πάνω της.

Το κομμουνιστικό κόμμα τελικά έχασε τον έλενγχο και ο Μπρέζνιεφ αποφάσισε να μην ρισκάρει. Ο στρατός μιας σοσιαλιστικής χώρας κατέληξε να εισβάλει σε μια άλλη σοσιαλιστική χώρα απο…… “διεθνιστικό καθήκον”. Έτσι συκοφαντήθηκε και τραυματίστηκε παγκόσμια η ιδέα όχι μόνο του υπαρκτού σοσιαλισμού αλλά κάθε αντίθεσης στον καπιταλισμό, που έτσι και αλλιώς οι αστοί πάντα την έντυναν με την “ανελευθερία”. Η Πράγα έγινε το αγαπημένο θέμα όλων των μικροαστών διαννούμενων, των ευρωκομμουνιστών, των φιλελεύθερων και όλης της υπόλοιπης αντικομμουνιστικής και αντεργατικής χορωδίας διαχρονικά.

Τα γεγονότα στην Πράγα έδειξαν ότι το σοσιαλιστικό στρατόπεδο αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα. Η ευκολία με την οποία τo πρόγραμμα Ντούπτσεκ, ένα αστικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και πολιτικών δικαιωμάτων (τα οποία φυσικά δεν παρουσιάστηκαν έτσι) συνάντησε την λαική υποστήριξη, είναι ενδεικτική. Η δράση των ιμπεριαλιστικών μηχανισμών δεν επαρκεί σαν εξήγηση γιατί αυτή είναι η δουλειά τους. Εκτός αν περίμενε κανείς να υπάρξουν τέτοια προβλήματα σε μια σοσιαλιστική χώρα και οι Αμερικανοί, το ΝΑΤΟ κ.οκ να κάτσουν με σταυρωμένα χέρια.Εξάλλου δρούσαν οργανωμένα όχι μόνο για να εκμεταλλευτούν αλλά για να διογκώσουν ότι πρόβλημα υπήρχε στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού..

Το θέμα είναι ότι το κομμουνιστικό κόμμα, που είχε την εξουσία, δεν κατάφερε να δώσει διέξοδο στα προβλήματα του κόσμου, ούτε καν να αποδεχθεί κάποια απο τα τυπικά δημοκρατικά δικαιώματα και να απομονώσει και αποκαλύψει τι ήταν πραγματικά “ο σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο” και το οικονομικό του μοντέλο. Είχε πια φτάσει σε τέτοια κατάσταση η προσπάθεια για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, που ακόμα και η αποδοχή κάποιων τέτοιων μέτρων φάνταζε για τον Μπρέζνιεφ και το ΚΚΣΕ επικίνδυνη μπροστά στο ξήλωμα του πουλόβερ.

Η “Άνοιξη” της Πράγας  ήταν λοιπόν  μια κοινωνική κινητοποιήση μπροστά στα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο λαός της Τσεχοσλοβακίας. Καθώς το κόμμα (όπως και άλλα παρόμοια κόμματα) είχε απομακρυνθεί απο καιρό απο τον σοσιαλισμό-και δεν υπήρξε όπως αναφέρθηκε καμία υπολογίσιμη Μαρξιστική εναλλακτική (άλλο ένα ενδεικτικό σημείο της κατάστασης)-, η κινητοποιήση καθοδηγήθηκε και αξιοποιήθηκε (και σε ένα βαθμό υποδαυλίστηκε) απο αντιδραστικά στοιχεία και κατέληξε να είναι ένα κίνημα διεκδίκησης της παλινόρθωσης του καπιταλισμού.

Ούτε επανάσταση ήταν λοιπόν, ούτε “Άνοιξη” των εργαζομένων. Τα αιτήματα της υλοποιήθηκαν τελικά το 1990 με την αποκατάσταση του καπιταλισμού, όπως έχουν γράψει  πολλοί απο τους συντελεστές της. Αν χρησιμοποιούμε τις έννοιες απο την πλευρά των εργατικών συμφερόντων,ο χαρακτηρισμός “αντεπανάσταση” είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα. Μόνο που και η επανάσταση είχε πια απομακρυνθεί και, όπως έδειξαν οι μετέπειτα εξελίξεις, δεν θα επέστρεφε ξανά…..

Είναι λοιπόν θλιβερό ακόμα και σήμερα, που είναι γνωστή η ιστορική πορεία και ο ρόλος όλων των ηγετών της “άνοιξης”, του Χάβελ, του Βάτσουλικ και του Ντούπτσεκ, (που όταν διαλύθηκε η Σοβιετική Ένωση έβγαινε στα μπαλκόνια με τον Χάβελ στην Πράγα και πανηγύριζε για την “δικαίωση της άνοιξης“), αριστερά έντυπα και ιστολόγια να αναπαράγουν την ιμπεριαλιστική προπαγάνδα στο όνομα ενός τυφλού αντισοβιετισμού. Και να γίνονται μαιντανοί αυτής της παράστασης  η οποία στοχεύει, με την αντισοβιετική προπαγάνδα, να συκοφαντήσει προληπτικά και τις μελλοντικές απόπειρες υπέρβασης του καπιταλισμού.

Όπως ο σοσιαλισμός του μέλλοντος, αν έχει νόημα να υπάρξει, θα είναι κάτι πολύ διαφορετικό απο τον σοσιαλισμό του Μπρέζνιεφ, έτσι και οι εργατικές κινητοποιήσεις στον σοσιαλισμό (όπου όπως έδειξε η ιστορική πείρα η ταξική πάλη συνεχίζεται) θα είναι πολύ διαφορετικές απο τον “σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο” του Ντούπτσεκ που διεκδικούσε στροφή της οικονομίας στην….κατανάλωση και “ελεύθερη” δυνατότητα των κρατικών επιχειρήσεων να αναζητούν αγορές δηλαδή να λειτουργούν νέτα-σκέτα καπιταλιστικά. Το μέλλλον δεν βρίσκεται στα ιστορικά χρεωκοπημένα μοντέλα των “σοσιαλισμών της αγοράς” και των κινημάτων τους (τύπου “άνοιξης”) αλλά στην υπέρβαση συνολικά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, με αφετηρία την εργατική εξουσία. Υπέρβαση που θα αξιοποιεί όλη την θετική και αρνητική πειρά του υπαρκτού σοσιαλισμού 20ου αιώνα.

 

 

Βαγγέλης Ζέρβας

 

 

Τα αντεπαναστατικά γεγονότα στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας το 1968

 

Τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας, τον Αύγουστο του 1968, έγιναν και συνεχίζουν και σήμερα να γίνονται αντικείμενο της μαύρης αντισοσιαλιστικής προπαγάνδας και μέσο αξιοποίησης για την ενίσχυση του αντικομμουνισμού, που αποτελεί ένα από τα πιο επιθετικά ιδεολογικοπολιτικά όπλα της αστικής ιδεολογίας. Είναι γεγονός ότι η προπαγάνδα των μονοπωλίων και του ιμπεριαλισμού έδωσε όλα τα χρόνια μετά το 1968 έως την ανατροπή του σοσιαλισμού στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και την ΕΣΣΔ, λυσσασμένη μάχη, και συνεχίζει και σήμερα, προκειμένου να περάσει στις συνειδήσεις των λαϊκών μαζών στον καπιταλιστικό κόσμο την άποψη ότι τα συγκεκριμένα γεγονότα του Αυγούστου συνιστούσαν επέμβαση στο εσωτερικό μιας χώρας και κατά του λαού της από την ΕΣΣΔ.

Η αστική ιστοριογραφία που μετά την αντεπανάσταση διά της μεθόδου της ωμής διαστρέβλωσης και παραχάραξης των ιστορικών γεγονότων διαμορφώνει ουσιαστικά πολιτική και ιδεολογία στήριξης της ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας, χρησιμοποιεί όλα εκείνα τα επιχειρήματα σχετικά με τα σοσιαλιστικά κράτη, ώστε να ενσταλάζουν τα ιμπεριαλιστικά προπαγανδιστικά επιτελεία το δηλητήριο της αντισοσιαλιστικής – αντικομμουνιστικής προπαγάνδας προκειμένου να παρουσιαστεί πειστική η κάλπικη αλήθεια τους. Και πάνω απ’ όλα για την υπεράσπιση του καπιταλισμού, της εκμετάλλευσης, ως «δημοκρατία», ωφέλιμη για τους λαούς και ας τους ρίχνουν καθημερινά στον καιάδα της βαρβαρότητάς τους. Την ίδια στόχευση έχει η ταύτιση του «σοσιαλισμού – κομμουνισμού» με τον ολοκληρωτισμό, το φασισμό.

Οσο δε για τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, όλες γίνονται σύμφωνα μ’ αυτήν την ιστοριογραφία πάλι στο όνομα της «δημοκρατίας», της απαλλαγής δήθεν των λαών από δικτάτορες, πιθανά μερικοί απ’ αυτούς να έχουν εγκαθιδρυθεί από τα ισχυρά ιμπεριαλιστικά κράτη, συγκαλύπτοντας ότι αυτές οι επεμβάσεις οργανώνονται για τα συμφέροντα των μονοπωλίων στη διεθνή αγορά. Γι’ αυτό και πουθενά δεν κάνουν λόγο για τις ωμές επεμβάσεις στο εσωτερικό των σοσιαλιστικών χωρών από τα ιμπεριαλιστικά κράτη, προκειμένου να υπονομεύσουν και να ανατρέψουν την εργατική εξουσία. Που όπως ήταν φυσικό, στην Τσεχοσλοβακία, υπεράσπισε τότε τον εαυτό της.

Η αντεπανάσταση αρχίζει αναντίρρητα με το γενικό σύνθημα: «πολιτική ελευθερία», «λαϊκά συμφέροντα». Ο Ενγκελς έγραφε σχετικά το 1884 στον Μπέμπελ: «Σε κάθε περίπτωση ο μοναδικός μας αντίπαλος τη μέρα της κρίσης και την επόμενη είναι η συνολική αντίδραση που συσπειρώνεται γύρω από την καθαρή δημοκρατία»(Μαρξ – Ενγκελς: «Εργα», γερμ. έκδ., τομ. 36, σελ. 253).

Αυτή η ίδια βεβαίως ιστοριογραφία εκθειάζει τη συμβολή των Αγγλων ιμπεριαλιστών και του στρατού τους που είχε αποβιβαστεί στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς ιμπεριαλιστές, για να βοηθήσει τον αστικό πολιτικό κόσμο και τους παρακρατικούς στρατιωτικούς μηχανισμούς του να εδραιώσουν την εξουσία του κεφαλαίου, χτυπώντας το λαϊκό κίνημα το Δεκέμβρη του 1944. Και υμνεί τις ΗΠΑ γιατί, αν δε βοηθούσαν αποφασιστικά στον εμφύλιο την άρχουσα τάξη, κινδύνευε να χάσει την εξουσία.

 

Η διαπάλη σοσιαλισμού – καπιταλισμού και η μειωμένη επαγρύπνηση

 

Αυτά καθεαυτά τα γεγονότα, δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Η αντιπαράθεση σε διεθνές επίπεδο, ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό, είχε από τη σκοπιά των ισχυρών ιμπεριαλιστικών κρατών και στόχους συγκεκριμένους και διεξαγόταν με συγκεκριμένα μέσα. Ο ιμπεριαλισμός είχε επεξεργασμένη ευέλικτη στρατηγική για την ανατροπή του σοσιαλισμού, ενιαία στρατηγική ενάντια στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Και αυτό θα αποδείξουμε παρακάτω με ντοκουμέντα.

Από το Φλεβάρη ακόμη του 1948, όταν η εργατική τάξη της Τσεχοσλοβακίας με τους συμμάχους της μετέτρεψαν την κρίση που δημιουργήθηκε σε πάλη για το πέρασμα στο σοσιαλισμό, η Τσεχοσλοβακία έγινε αντικείμενο ενός εκτεταμένου πολιτικού και ιδεολογικού πολέμου από το διεθνή ιμπεριαλισμό, με στόχο την ανατροπή της εργατικής εξουσίας. Σ’ αυτόν τον πόλεμο, σημαντικό ρόλο έπαιζαν και οι πρώην καπιταλιστές που έφυγαν μετά την επανάσταση από τη χώρα και ζούσαν σαν «πρόσφυγες» στην καπιταλιστική Δύση, οι οποίοι συνέχιζαν να διατηρούν σχέσεις με αντιδραστικές δυνάμεις μέσα στην Τσεχοσλοβακία. Ουσιαστικά, μέσα στη χώρα, διεξαγόταν στην πορεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού ταξική πάλη με την αμέριστη βοήθεια των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Πάλη, η οποία το 1968 εκφράστηκε από οργανώσεις που είχαν συγκροτηθεί ενάντια στη σοσιαλιστική εξουσία. Και έφεραν τη χώρα στα πρόθυρα ανατροπής του σοσιαλιστικού καθεστώτος. Αλλά τόσο η ηγεσία του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας, όσο και η κυβέρνηση δεν αντιμετώπιζαν την αντεπαναστατική πάλη. Στο κόμμα διείσδυσαν οπορτουνιστικές και αντισοσιαλιστικές δυνάμεις.

Στην απόφαση της ΚΕ του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας το Δεκέμβρη του 1970 με θέμα: «Μαθήματα από την Κοινωνική και Κομματική κρίση μετά το 13ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Τσεχοσλοβακίας», γίνεται η εκτίμηση: «Είχε υποτιμηθεί ο κίνδυνος να διεισδύσει στις γραμμές μας ο δεξιός οπορτουνισμός και ο αναθεωρητισμός. Η ιδεολογική δραστηριότητα χαρακτηριζόταν από αμυντικό πνεύμα και επιείκεια… Το κόμμα αφοπλίστηκε σιγά – σιγά στον ιδεολογικό τομέα… Γύρω από το διασπαστικό πυρήνα των δεξιών αναθεωρητικών δυνάμεων μέσα στο κόμμα σχηματίστηκε ένα αντιπολιτευτικό ρεύμα, που σιγά – σιγά εισέδυε όλο και σε μεγαλύτερο αριθμό οργανώσεων. Το ρεύμα αυτό έκανε δική του πολιτική πλατφόρμα και οργανωτική δομή… Οταν οι οπορτουνιστικές και αντισοσιαλιστικές δυνάμεις ανέλαβαν να κάνουν στην Τσεχοσλοβακία ανοιχτό πόλεμο ενάντια στις βασικές αρχές του κόμματος και του σοσιαλισμού και όταν το διαβρωτικό αυτό έργο δε συναντούσε πια αποφασιστική αντίσταση, ο ιμπεριαλισμός, που δρούσε από το εξωτερικό, πέρασε κι αυτός στην επίθεση. Εδώ βρίσκεται και το μυστικό της βιαιότητας της ταξικής πάλης…».

Ο Β.Ι.Λένιν, σχετικά με την οικοδόμηση του σοσιαλισμού έγραφε ότι «η νέα οργάνωση της παραγωγής είναι μια δύσκολη υπόθεση ακόμα και γιατί οι ριζικές αλλαγές σ’ όλα τα επίπεδα της ζωής χρειάζονται χρόνο και τελικά γιατί η πανίσχυρη δύναμη της συνήθειας στη μικροαστική και αστική οικονομία μπορεί να ξεπεραστεί μόνο με μακρόχρονο επίμονο αγώνα… Σ’ ολόκληρο αυτό το διάστημα θα προβάλλουν αντίσταση τόσο οι καπιταλιστές και ταυτόχρονα οι πολυάριθμοι υπηρέτες τους από την αστική διανόηση που είναι συνειδητά αντίθετοι, όσο και η τεράστια μάζα των εργαζομένων που είναι βραχυκυκλωμένοι σε μικροαστικές συνήθειες και παραδόσεις, συμπεριλαμβανομένων και των αγροτών, και που γενικά αντιτίθενται όχι συνειδητά. Οι αμφιταλαντεύσεις είναι αναπόφευκτες σ’ αυτά τα στρώματα»(Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», γερμ. εκδ., τομ. 29, σελ. 377, κ.ε.).

Εγραφε, ταυτόχρονα, ότι η οικοδόμηση του σοσιαλισμού «είναι το έργο μιας μακρόχρονης, δύσκολης, σκληρής, ταξικής πάλης, που δε σταματά μετά την πτώση της εξουσίας του κεφαλαίου, μετά την καταστροφή του αστικού κράτους και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου (όπως το φαντάζονται μερικοί χοντροκέφαλοι από τον παλιό σοσιαλισμό και την παλιά σοσιαλδημοκρατία), αλλά αλλάζει μορφές και μάλιστα από πολλές απόψεις γίνεται σκληρότερη. Στον ταξικό αγώνα ενάντια στην αντίσταση της αστικής τάξης, ενάντια στην αδράνεια, τον κομφορμισμό, την αναποφασιστικότητα και τις αμφιταλαντεύσεις των μικροαστών, το προλεταριάτο πρέπει να υπερασπίζει την εξουσία του, να εντείνει την οργανωτική του επιρροή, να πετυχαίνει την “ουδετερότητα” εκείνων των στρωμάτων, που φοβούνται να εγκαταλείψουν την αστική τάξη και ακολουθούν το προλεταριάτο πολύ διστακτικά»(Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», γερμ. έκδ., τομ. 29, σελ. 378).

 

Μεταπολεμικές συνθήκες

 

Οι συνεπείς επαναστατικές δυνάμεις του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο της ανατροπής και του εμφυλίου, ζήτησαν τη διεθνιστική βοήθεια των σύμμαχων σοσιαλιστικών χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας, αποτρέποντας την αντεπανάσταση

Οι συνεπείς επαναστατικές δυνάμεις του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο της ανατροπής και του εμφυλίου, ζήτησαν τη διεθνιστική βοήθεια των σύμμαχων σοσιαλιστικών χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας, αποτρέποντας την αντεπανάσταση

«Mετά τη λήξη του B΄ Παγκοσμίου Πολέμου … τα καπιταλιστικά κράτη και οι αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις που συμμετείχαν στον εθνικο-απελευθερωτικό αγώνα σε κάθε χώρα (π.χ. δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας) συνενώθηκαν ενάντια στο κομμουνιστικό κίνημα και στα σοσιαλιστικά κράτη.

Σε αυτές τις συνθήκες, έγιναν ακόμη περισσότερο φανερές οι αρνητικές συνέπειες της αυξανόμενης οπορτουνιστικής διάβρωσης σε ορισμένα τμήματα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. H σοβαρά λαβωμένη ιδεολογική ενότητα και η έλλειψη της οργανωτικής σύνδεσης των KK, με τη διάλυση της KΔ, δεν επέτρεψαν τη διαμόρφωση μιας αυτοτελούς ενιαίας στρατηγικής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος απέναντι στη στρατηγική του διεθνούς ιμπεριαλισμού.(…)

Tο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα παρέμενε ισχυρό μετά τον πόλεμο, παρά την αναμφισβήτητη ενίσχυση των δυνάμεων του σοσιαλισμού. Aμέσως μετά το τέλος του πολέμου, ο ιμπεριαλισμός, υπό την ηγεμονία των HΠA, ξεκίνησε τον “ψυχρό πόλεμο”. Aποτελούσε μια προσεχτικά επεξεργασμένη στρατηγική υπονόμευσης του σοσιαλιστικού συστήματος.

O “ψυχρός πόλεμος” περιλάμβανε την οργάνωση ψυχολογικού πολέμου, ένταση των στρατιωτικών εξοπλισμών για να εξουθενωθεί οικονομικά η EΣΣΔ, δίκτυα υπονόμευσης και φθοράς του σοσιαλιστικού συστήματος από τα μέσα, ανοιχτές προκλήσεις και υποδαύλιση αντεπαναστατικών εξελίξεων (π.χ. στη Γιουγκοσλαβία στο διάστημα 1947 – ’48, στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία το 1953, στην Oυγγαρία το 1956, στην Tσεχοσλοβακία το 1968 κ.α.). Aκολούθησε διαφοροποιημένη οικονομική και διπλωματική πολιτική απέναντι στα νέα σοσιαλιστικά κράτη, για να διασπάσει τη συμμαχία τους με την EΣΣΔ, να ενδυναμώσει τις προϋποθέσεις οπορτουνιστικής διάβρωσής τους.

Tαυτόχρονα, το ιμπεριαλιστικό σύστημα, με ηγέτιδα δύναμη τις HΠA, προχωρούσε στη συγκρότηση στρατιωτικών, πολιτικών, οικονομικών συνασπισμών και οργανισμών διεθνούς δανεισμού (NATO, Eυρωπαϊκές Kοινότητες, ΔNT, Παγκόσμια Tράπεζα, διεθνικές συμφωνίες εμπορίου). Aυτοί εξασφάλιζαν το συντονισμό των καπιταλιστικών κρατών, γεφύρωναν ορισμένες αντιθέσεις μεταξύ τους, για να υπηρετήσουν τον κοινό στρατηγικό στόχο της πολύπλευρης πίεσης στο σοσιαλιστικό σύστημα. Oργάνωσαν ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, συστηματικές και πολύμορφες προβοκάτσιες και αντικομμουνιστικές εκστρατείες. Xρησιμοποίησαν τα πιο σύγχρονα ιδεολογικά όπλα χειραγώγησης των λαών, για να διαμορφώσουν ένα εχθρικό κλίμα σε βάρος των σοσιαλιστικών κρατών και του κομμουνιστικού κινήματος γενικότερα. Aξιοποίησαν τις οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις και τα προβλήματα ιδεολογικής ενότητας του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Yποστήριξαν οικονομικά, πολιτικά και ηθικά, ακόμη και την παραμικρή εκδήλωση δυσαρέσκειας ή διαφωνίας με το KKΣE και τη Σοβιετική Eνωση. Διέθεσαν δισεκατομμύρια δολάρια, μέσα από τους κρατικούς προϋπολογισμούς τους, για τους σκοπούς αυτούς(…)

Στη Δυτική Eυρώπη, στις γραμμές πολλών KK, με πρόσχημα τις εθνικές ιδιομορφίες κάθε χώρας, επικράτησε το οπορτουνιστικό ρεύμα του “ευρωκομμουνισμού”, που αρνιόταν τις νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης, τη δικτατορία του προλεταριάτου και γενικά την επαναστατική πάλη(…).

H αλληλεπίδραση του τότε σύγχρονου οπορτουνισμού ανάμεσα στα KK των καπιταλιστικών χωρών και στα KK εξουσίας ενισχύθηκε σε συνθήκες φόβου για ένα πυρηνικό πλήγμα εναντίον των σοσιαλιστικών κρατών, όξυνσης της ταξικής πάλης στο εσωτερικό των σοσιαλιστικών κρατών (Kεντρικής και Aνατ. Eυρώπης) και νέων ιμπεριαλιστικών πολέμων (π.χ. ενάντια στην Kορέα, στο Bιετνάμ). H ευέλικτη τακτική του ιμπεριαλισμού επέδρασε στην ανάπτυξη του οπορτουνισμού στα KK των σοσιαλιστικών κρατών, στην υπονόμευση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, όπως και στην υπονόμευση της επαναστατικής πάλης στην καπιταλιστική Eυρώπη και παγκόσμια. Eτσι, ενισχύθηκε, άμεσα ή έμμεσα, η ιμπεριαλιστική πίεση πάνω στα σοσιαλιστικά κράτη, αξιοποιώντας, μεταξύ άλλων, τόσο το ρεύμα του ευρωκομμουνισμού, όσο και του τροτσκισμού και του μαοϊσμού, που, με τον ένα ή άλλον τρόπο, στον έναν ή άλλο βαθμό, στήριξαν τις ιμπεριαλιστικές επιθέσεις κατά της EΣΣΔ και άλλων σοσιαλιστικών κρατών». (Απόφαση 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ: «Eκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα με επίκεντρο την ΕΣΣΔ. Η αντίληψη του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό»).

 

Η στρατηγική εσωτερικής διάβρωσης

 

Είναι γεγονός ότι η νίκη της επανάστασης δεν καταργεί αυτόματα τους κινδύνους ανατροπής της νέας εξουσίας από τους καπιταλιστές. Η πάλη στο εσωτερικό των χωρών που οικοδομούν τη νέα κοινωνία συνεχίζεται, με δεδομένο και το διεθνή ιμπεριαλιστικό περίγυρο που επίσης δρα ενάντια στην επανάσταση και την εργατική εξουσία. Ετσι οι αντιδραστικές δυνάμεις που υπήρχαν μέσα στην Τσεχοσλοβακία, στην πορεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού, διεξήγαγαν ταξική πάλη με την αμέριστη βοήθεια των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για την ανατροπή του.

Στρατηγική του ιμπεριαλισμού ήταν η εσωτερική υπονόμευση. Ετσι στα πλαίσια του «ψυχρού πολέμου», ο τότε εμπειρογνώμονας προγραμματισμού του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και αργότερα σύμβουλος του Προέδρου Κάρτερ, Μπρεζίνσκι, έγραφε σχετικά με τα ανατρεπτικά σχέδια: «Η πιο επιθυμητή μορφή αλλαγής θα άρχιζε με μια εσωτερική φιλελευθεροποίηση των ανατολικοευρωπαϊκών κρατών… Η Ανατολική Ευρώπη με τους ιστορικούς δεσμούς της με τη Δύση και με τις προοδευτικότερες συνθήκες διαβίωσης πριν την κατάληψη της εξουσίας από τους κομμουνιστές, θα πραγματοποιήσει την αλλαγή αναμφισβήτητα γρηγορότερα από τη Ρωσία. Αυτό ισχύει κύρια για την Τσεχοσλοβακία και λιγότερο για την Ουγγαρία και την Πολωνία»(Μπρεζίνσκι: «Εναλλακτική λύση της διαίρεσης», Κολωνία, Δυτ. Βερολίνο, 1966, σελ. 179).

Αλλά και ο Φραντς Γιόζεφ Στράους, πριν χρόνια στο προγραμματικό φυλλάδιο «Προσχέδιο για την Ευρώπη», όρισε ως καθήκον της πολιτικής της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να προωθεί «μια εξέλιξη που βρίσκεται στα πρώτα στάδια» σε μερικές ανατολικοευρωπαϊκές χώρες και «να την οδηγήσει στο σημείο, από το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή» (Φραντς Γιόζεφ Στράους: «Προσχέδιο για την Ευρώπη»).

 

Το «Σχέδιο Επιχειρήσεων» των ΗΠΑ

 

Τον Ιούλη του 1968, είδε το φως της δημοσιότητας (χωρίς τη θέληση των εκπονητών του) το «σχέδιο επιχειρήσεων», που επεξεργάστηκε το Πεντάγωνο και η ΚΥΠ (σ.σ. Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ, πρόκειται για τη CIA) ενάντια στις σοσιαλιστικές χώρες και ειδικά ενάντια στην Τσεχοσλοβακία.

 Στο σχέδιο αυτό προβλεπόταν «διαφοροποιημένη» μεταχείριση ορισμένων χωρών, συνδυασμός της εξωτερικής πολιτικής και της ιδεολογικής δολιοφθοράς με τις προσπάθειες να εξασθενίσει η ενότητα της σοσιαλιστικής κοινότητας.

 Σε πολλές σελίδες του βασικού σχεδίου και στα ειδικά παραρτήματα, που αφορούν στις λεπτομέρειές του, με κυνική αυθάδεια αναφέρονται μερικές παραλλαγές για την προετοιμασία και την πραγματοποίηση υπονομευτικών ενεργειών στις σοσιαλιστικές χώρες. Υπήρχαν προσαρτημένες χωριστές οδηγίες για τις ένοπλες δυνάμεις και τα τμήματα ασφάλειας, ονομαστικές καταστάσεις των στρατιωτικών φρουρών, ειδικά της ΛΔ Γερμανίας και της ΣΔ Τσεχοσλοβακίας.

 Στα παραρτήματα του σχεδίου είχαν γραφτεί λεπτομερειακά οι λεγόμενες «πρωτεύουσες ενέργειες» των ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ και της κατασκοπίας τους ενάντια στις χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Αυτές προβλέπουν πρώτα απ’ όλα την «απελευθέρωση της Ανατολικής Γερμανίας και της Τσεχοσλοβακίας». Είχαν καθοριστεί συγκεκριμένα οι εντολές υπονομευτικής δράσης.

 Στους απεσταλμένους της ΚΥΠ είχε ανατεθεί η αποστολή: «Η αποκατάσταση επαφών με τα ανατρεπτικά στοιχεία στις χώρες αυτές και η παροχή σ’ αυτά της σχετικής βοήθειας για την οργάνωση δολιοφθορών και εξεγέρσεων». Εντέλλονται οι ίδιοι να συλλέγουν συστηματικά τις εξής πληροφορίες:

 

    Να εξακριβωθούν τα αποτελέσματα της διεξαγωγής των ειδικών και ψυχολογικών επιχειρήσεων των συμμάχων.

    Να εξακριβωθεί η παρουσία οποιωνδήποτε οργανωμένων παράνομων ομάδων αντίστασης στην υπάρχουσα κυβέρνηση. Αν υπάρχουν τέτοιες, πού βρίσκονται και ποιες οι δυνατότητές τους; Ποιοι είναι οι καθοδηγητές τους, με ποιο τρόπο μπορούμε ν’ αποκαταστήσουμε επαφή μ’ αυτές;

    Ποιες ομάδες του πληθυσμού, ποιας επαγγελματικής, είτε οποιασδήποτε άλλης κατηγορίας, είναι περισσότερο πιθανόν ότι μπορούν να κάνουν ανταρσία είτε αυθόρμητη εξέγερση;

    Ποιοι συνασπισμοί ομάδων είναι αυτή τη στιγμή οι περισσότερο επιδεκτικοί στις ψυχολογικές επιχειρήσεις (σ.σ. δηλαδή στην υπονομευτική προπαγάνδα) της Δύσης;

    Πότε, πού και κάτω από ποιες συνθήκες, καθώς και με ποια καθοδήγηση απέξω μπορεί να δημιουργηθεί κίνημα αντίστασης, είτε εξέγερσης ενάντια στις υπάρχουσες κυβερνήσεις;

    Ο βαθμός διείσδυσης αντιπολιτευομένων δυνάμεων στο κομμουνιστικό κόμμα, οι δυνατότητές τους ν’ αντισταθούν στη δράση του κόμματος.

 

Για ορισμένες σοσιαλιστικές χώρες είχαν επεξεργαστεί και δοθεί ακόμα περισσότερο λεπτομερειακές εντολές στους πράκτορες. Να, λόγου χάρη, μερικές από τις εντολές αυτές για τη ΣΔ Τσεχοσλοβακίας, που ζητούσαν:

Ενδείξεις, που να φανερώνουν ότι πολύ γρήγορα είτε στο μέλλον μπορεί να γίνει πραξικόπημα στην Τσεχοσλοβακία, είτε οποιεσδήποτε άλλες αλλαγές, οι οποίες θα εμποδίσουν τα σχέδια του NATO.

Το βαθμό διείσδυσης των αντιπολιτευομένων δυνάμεων στα όργανα της κρατικής ασφάλειας, της στρατιωτικής αντικατασκοπίας, είτε στις κατασκοπευτικές υπηρεσίες της Τσεχοσλοβακίας και τις δυνατότητές τους να αντιδράσουν στις ενέργειες αυτών των οργάνων.

 Αποκαλύπτοντας τους σκοπούς των ιμπεριαλιστών των ΗΠΑ, το επίσημο όργανο των μεγαλοεπιχειρηματιών, η εφημερίδα «Γουόλ Στριτ Τζόρναλ», έγραφε:

 «Η Ευρώπη βρίσκεται λογικά στο κέντρο των συμφερόντων των Ενωμένων Πολιτειών στο εξωτερικό, και αν εκεί είχαν γίνει πραγματικά βήματα προς την κατεύθυνση της αυτοδιάθεσης της Ανατολικής Ευρώπης (διάβαζε: προς την κατεύθυνση της απόσπασης από τη σοσιαλιστική κοινότητα οποιουδήποτε από τα μέλη της), αυτό θα ήταν επιτυχία για την Ουάσιγκτον και πλήγμα για τη Μόσχα. Αυτό θα μπορούσε να αλλάζει το συσχετισμό των δυνάμεων στην Ευρώπη». Ο Αμερικανός γερουσιαστής Τέρμοντ, αναπτύσσοντας αυτήν την «κατευθυντήρια ιδέα», δήλωσε στις 2 Αυγούστου 1968 στο Κογκρέσο των ΗΠΑ: «Πολλοί από τους επισήμους κύκλους της Ουάσιγκτον προτιμούν να ελπίζουν ότι θα πετύχουν, τελικά, να αποσπάσουν τις σοσιαλιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης από τη Σοβιετική Ενωση και να τις πάρουν με το μέρος των ΗΠΑ».

 Με την ίδια θρασύτητα ξιφούλκησαν κιόλας και οι πολιτικοί παράγοντες των άλλων δυτικών χωρών. Στην αγγλική Βουλή, ο υπαρχηγός του Συντηρητικού Κόμματος Ρέτζιναλντ Μόντλινγκ εξέφρασε την πεποίθηση ότι αν η «Τσεχοσλοβακία απομακρυνθεί από τη Σοβιετική Ενωση, είτε καταρρεύσει το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, αυτό θα είναι συμφέρον για μας».

…και η εφαρμογή του

 Στις αρχές του Μάη ο αντιπρόσωπος του υπουργείου εξωτερικών των ΗΠΑ χαιρέτισε «με ενδιαφέρον και συμπάθεια» την εξέλιξη των γεγονότων στην Τσεχοσλοβακία. Ωστόσο, η ανοιχτή επιδοκιμασία, από την πλευρά της κυβέρνησης των ΗΠΑ της αμφίβολης δράσης των «φιλελευθεριστών» του σοσιαλισμού δεν περιλαμβανόταν στα σχέδια της Ουάσιγκτον.

 

Στα επίσημα πρόσωπα είχε υποδειχτεί να τηρήσουν επιφυλακτική στάση, η δε φροντίδα για την ηθική υποστήριξη των αντισοσιαλιστικών δυνάμεων στην Τσεχοσλοβακία είχε ανατεθεί στον αστικό Τύπο.

 Ο αμερικανικός Τύπος είχε καταπιαστεί με την αναζήτηση διαφόρων μεθόδων «ενθάρρυνσης» της πορείας της Τσεχοσλοβακίας προς την αντισοσιαλιστική κατεύθυνση και σε πρώτη γραμμή, φυσικά, με τη βοήθεια επιχορηγήσεων σε δολάρια.

 «Δυστυχώς, ο πόλεμος στο Βιετνάμ και η λυπηρή κατάσταση του ισοζυγίου πληρωμών, έγραφε με θλίψη η εφημερίδα “Νιου-Γιορκ Τάιμς” δε δίνουν στις ΗΠΑ τη δυνατότητα να παίζουν προσεχώς ξεχωριστό ρόλο για τη βοήθεια της Τσεχοσλοβακίας».

 «Ωστόσο – συμπλήρωνε η εφημερίδα – η κυβέρνηση θα μπορούσε ν’ αναλάβει μερικές ωφέλιμες ενέργειες, για να επιδείξει το ενδιαφέρον της και τη συμπάθεια, που εξέφρασε πριν λίγο καιρό για τα γεγονότα της Πράγας».

 Τέτοιες ενέργειες έγιναν κιόλας χωρίς αργοπορία. Στις 17 του Μάη η Γερουσία εξέτασε σχέδιο νόμου με την επωνυμία «Τσεχοσλοβάκικη εμπορική πράξη 1968». Μ’ αυτό το νόμο ο Πρόεδρος των ΗΠΑ έχει το δικαίωμα να κλείνει εμπορικές συμφωνίες με την Τσεχοσλοβακία, παρέχοντας σ’ αυτήν περισσότερο ευνοϊκούς όρους, καθώς και το δικαίωμα διευθέτησης του ζητήματος για τον τσεχοσλοβάκικο χρυσό, που πήραν οι ΗΠΑ στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και τέλος, το δικαίωμα παροχής στη ΣΔ Τσεχοσλοβακίας δανείου ως 500 εκατομμύρια δολάρια.

 «Η Τσεχοσλοβακία ακολουθεί ανιούσα γραμμή – δήλωσε ο συντάκτης του νομοσχεδίου γερουσιαστής Ουόλτερ Μεντέιλ – στη χώρα αυτή χρειάζονται νέες επαφές με τη Δύση… Οι εμπορικοί περιορισμοί που χρησιμοποιήθηκαν ως τώρα μπορούν να βλάψουν το φιλελεύθερο κίνημα στην Τσεχοσλοβακία… Η ψήφιση του νομοσχεδίου δείχνει το ενδιαφέρον μας και τη συμπάθειά μας προς τα γεγονότα της Πράγας».

 Στα μέσα του Ιούνη οι ΗΠΑ δήλωσαν ότι είναι έτοιμες να πληρώνουν στη ΣΔ Τσεχοσλοβακίας 5 εκατομμύρια δολάρια για το λογαριασμό του χρέους στις κοινωνικές ασφαλίσεις. Στις 26 του Ιούλη οι ΗΠΑ αποκατέστησαν την πληρωμή συντάξεων στους μετανάστες, δημιουργώντας έτσι οικονομικό κίνητρο για τους Τσέχους μετανάστες στις ΗΠΑ, που γύρισαν στην Τσεχοσλοβακία για να μετάσχουν στο κίνημα των αντισοσιαλιστικών δυνάμεων.

 Η εφημερίδα «Νιου-Γιορκ Τάιμς» χαιρέτισε αμέσως αυτήν την απόφαση σαν «πρώτη συνετή προσπάθεια να φανεί, όχι μόνο στα λόγια, αλλά και στα έργα, ότι η Ουάσιγκτον ενδιαφέρεται σοβαρά να εκδηλώσει εκείνη τη “συμπάθεια” που εξέφρασε την άνοιξη σχετικά με τις νέες τάσεις της Πράγας».

Στη γραμμή της «ήσυχης αντεπανάστασης» ανταποκρίνονταν πέρα για πέρα οι επόμενες κυνικές δηλώσεις του υποτακτικού του Κογκρέσου Τζον Σέιλερ: «Ο καιρός για την εξέγερση δεν ήρθε ακόμα. Δεν πρέπει να σπρώχνουμε το λαό της Τσεχοσλοβακίας σε ανοιχτή επίθεση, αφού για την ώρα ο καιρός γι’ αυτό δεν ωρίμασε ακόμα». Ωστόσο, ο Σέιλερ τόνισε και πάλι ότι εκείνη η στιγμή θα «ωριμάσει» οπωσδήποτε.

 

Και ο ρόλος της Δυτικής Γερμανίας

 

Η Τσεχοσλοβακία, που βρίσκεται ανάμεσα στους ποταμούς Οδερ και Δούναβη, εκτείνεται από τα Σουδητικά Ορη ως τα Καρπάθια, προσέλκυσε από παλιά τις άπληστες βλέψεις των Γερμανών ιμπεριαλιστών. «Οποιος κατέχει την Τσεχία, αυτός κρατά στα χέρια του το κλειδί της Ευρώπης», έλεγε ο Βίσμαρκ.

 Ο τσεχοσλοβάκικος λαός δοκίμασε τη θλίψη της προδοσίας του Μονάχου, (σ.σ. Συμφωνία που παρέδιδε στη Γερμανία την Τσεχοσλοβακία στα 1938). Οι δυτικές δυνάμεις την πρόσφεραν θυσία στο βωμό των χιτλερικών σχεδίων «Ντρανγκ ναχ Οστεν». Η Τσεχοσλοβακία για πολλά χρόνια έπαψε να υπάρχει σαν αυτοτελές, ανεξάρτητο κράτος. Και μόνο η νίκη του σοβιετικού λαού ενάντια στο χιτλερισμό έφερε στους Τσέχους και τους Σλοβάκους τη λευτεριά.

 Τώρα, οι Δυτικογερμανοί συνδέουν απαρέγκλιτα τα ρεβανσιστικά τους σχέδια με την κατάλυση του σοσιαλιστικού καθεστώτος της Τσεχοσλοβακίας.

 Η δυτικογερμανική εφημερίδα «Γκένεραλ – Αντσάιγκερ» δήλωνε κυνικά: «Οι Γερμανοί Σουδήτες θα περιμένουν από την Τσεχοσλοβακία, όταν απελευθερωθεί από τον κομμουνισμό, επιστροφή στη συμφωνία του Μονάχου, με την οποία το φθινόπωρο του 1938 η σουδητική περιοχή πέρασε στη Γερμανία».

 Τα επιθετικά σχέδια της Βόννης σχετικά με τη σουδητική περιοχή συνδυάζονται με τα απώτερα σχέδια ενέργειας του δυτικογερμανικού ιμπεριαλισμού στην Ανατολική Ευρώπη. Ο διεθνής ιμπεριαλισμός και οι υποτακτικοί του στην Τσεχοσλοβακία θεωρούσαν τις εκδηλώσεις ενάντια στο σοσιαλισμό και το Κομμουνιστικό Κόμμα σαν το πρώτο και σοβαρό βήμα για την πραγματοποίηση των σχεδίων τους σ’ όλες τις σοσιαλιστικές χώρες της Ευρώπης.

 Είναι χαρακτηριστική από την άποψη αυτή η αντίδραση των δυτικογερμανικών ιμπεριαλιστικών επιτελείων και του Τύπου της Δυτικής Γερμανίας σε κάθε στροφή των γεγονότων στην Τσεχοσλοβακία. Θριαμβολογώντας σε κάθε εκδήλωση αντισοσιαλιστικών τάσεων, ο δυτικογερμανικός Τύπος δημοσίευε ταυτόχρονα πλήθος από «καλοπροαίρετες» συμβουλές και συστάσεις προς τους Τσεχοσλοβάκους αντεπαναστάτες.

 Το Μάρτη του 1968 ο Στράους (σ.σ. ακροδεξιός Βαυαρός πολιτικός) σε συνομιλία με υψηλές προσωπικότητες του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος δήλωνε, ότι αρχίζοντας από το 1968 οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της Δυτικής Γερμανίας έκαναν μεγάλη δουλειά για να διασύρουν την καθοδήγηση του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας στα μάτια της τσεχοσλοβάκικης κοινής γνώμης.

 Σύμφωνα με τη δήλωση του Στράους, ο δυτικός κόσμος πρέπει λεπτά και επιδέξια να χρησιμοποιήσει όλα τα κανάλια της ιδεολογικής και οικονομικής επίδρασης για τη συνεχή εξασθένηση του ρόλου του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας στην κρατική και πολιτική ζωή της χώρας και τη βαθμιαία απόσπαση της Τσεχοσλοβακίας από την ΕΣΣΔ. Για την επίτευξη αυτών των σκοπών αποφασίστηκε η διεξαγωγή ευρείας προπαγανδιστικής εκστρατείας για την απομάκρυνση από τις καθοδηγητικές θέσεις των κομμουνιστών που ήταν αφοσιωμένοι στην υπόθεση του σοσιαλισμού.

 Είχε προταθεί να διατεθούν μέχρι 260 εκατομμύρια μάρκα για την εξαγορά Τσεχοσλοβάκων πολιτών, που θα ταξίδευαν στις δυτικές χώρες σαν μέλη αντιπροσωπειών, σαν τουρίστες, καθώς και για άλλη «οικονομική βοήθεια».

 Ο ειδικός του αντικομμουνισμού Κλάους Τένερτ, σχολιάζοντας από τη δυτικογερμανική τηλεόραση την κατάσταση στην Τσεχοσλοβακία, αποκάλυψε ανοιχτά τους υπολογισμούς των πολιτικών της Δυτικής Γερμανίας: «Αυτό, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί κίνητρο για τη γερμανική ανατολική πολιτική. Εγώ νομίζω ότι μπορούμε να συνεχίσουμε αυτήν την πολιτική. Αν η Τσεχοσλοβακία, είτε άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης θα βαδίσουν προς τη σοσιαλδημοκρατία, τότε δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι θα μπορούμε να μιλάμε ασύγκριτα ευκολότερα με τη σοσιαλδημοκρατική Τσεχοσλοβακία, παρ’ όλο που τυπικά, ίσως, είναι ακόμα κομμουνιστική. Ξέχωρα απ’ αυτό, θα πρέπει να απομονώσουμε όλο και περισσότερο το Ανατολικό Βερολίνο».

 Το Μάη του 1968 στον Τύπο της Δυτικής Γερμανίας συζητήθηκε ζωηρά το ζήτημα της πρόθεσης της κυβέρνησης της Δυτικής Γερμανίας, (σ.σ. τότε υπήρχε και η σοσιαλιστική Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία, ή Ανατολική Γερμανία όπως την ονόμαζαν οι καπιταλιστές), να δώσει στην Τσεχοσλοβακία χρηματική βοήθεια 700 εκατομμύρια μάρκα. Σύμφωνα με τη γνώμη του Τύπου, μια τέτοια εκδήλωση θα όξυνε σημαντικά τις σχέσεις ανάμεσα στην Τσεχοσλοβακία και την ΕΣΣΔ.

 Αμεση υπονόμευση των ζωτικών εθνικών συμφερόντων του τσεχοσλοβάκικου λαού ήταν οι επικλήσεις για «προσέγγιση» με τη Δυτική Γερμανία, που δε δημοσιεύτηκαν μόνο στον Τύπο και μεταδόθηκαν από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, αλλά και αναφέρθηκαν σε ομιλίες μερικών καθοδηγητικών παραγόντων του ΚΚΤσ. Αυτή η δουλειά δεν περιορίστηκε μόνο σε προφορικές δηλώσεις.

 Τα δυτικά σύνορα της Τσεχοσλοβακίας άνοιξαν πραγματικά και πλημμύρισαν ανεμπόδιστα τη χώρα – ανακατεμένοι με το ρεύμα των τουριστών – σαμποτέρ και κατάσκοποι από τις δυτικές χώρες, και πρώτα απ’ όλα, όπως ήταν επόμενο, από τη Δυτική Γερμανία.

 Τον Απρίλη, στα σύνορα της Τσεχοσλοβακίας με τη Δυτική Γερμανία άνοιξαν 5 κέντρα θεώρησης διαβατηρίων, τα οποία πουλούσαν τη θεώρηση στους πολίτες της Δυτικής Γερμανίας με 8 δολάρια. Κάθε κέντρο επέτρεπε τη διάβαση των συνόρων σε πάνω από 7.000 αυτοκίνητα την ημέερα. Τελωνειακός και συνοριακός έλεγχος, στην πραγματικότητα, δε γινόταν. Τις τρεις πρώτες μέρες του Ιούνη κατέφθασαν στην Πράγα 75.000 περίπου Δυτικογερμανοί, οι οποίοι παρέμεναν εκεί με την ιδιότητα του περιηγητή. Πολλοί απ’ αυτούς έκαναν δραστήρια αντισοβιετική προπαγάνδα στον ντόπιο πληθυσμό.

 Χιλιάδες Γερμανοί, που ανήκαν σε ρεβανσιστικές οργανώσεις και απαιτούσαν «επιστροφή» της σουηδικής περιοχής, πήγαν ελεύθερα στην Τσεχοσλοβακία να αποκαταστήσουν σύνδεση. Οι πράκτορες του ιμπεριαλισμού απόχτησαν τη δυνατότητα να εισάγουν όπλα στο έδαφος της Τσεχοσλοβακίας.

 Φέτος (σ.σ.1968) τον Απρίλη – Μάη έγιναν πολυάριθμες μυστικές συναντήσεις στο έδαφος της Βαυαρίας της ηγεσίας του Χριστιανοσοσιαλιστικού κόμματος της Δυτικής Γερμανίας με αντιπροσώπους της Τσεχοσλοβάκικης Χριστιανοσοσιαλιστικής Ενωσης, όπου διεξήχθησαν συνομιλίες για την αποκατάσταση άμεσων επαφών ανάμεσα σ’ αυτά τα κόμματα.

 Η δραστήρια ενέργεια των κυβερνητικών κύκλων και κομμάτων της Δυτικής Γερμανίας γινόταν με σκοπό να ασκήσουν επίδραση στην τσεχοσλοβάκικη νεολαία. Γι’ αυτό, είχαν οργανωθεί, με έξοδα της ΧΣΕ και του ΣΔΚΓ, πολυάριθμα ταξίδια στη ΣΔ Τσεχοσλοβακίας ειδικά προετοιμασμένων ομάδων φοιτητών και υπαλλήλων των νεολαιίστικων οργανώσεων της Δυτικής Γερμανίας (ιδιαίτερα αυτοί οι οποίοι βρίσκονταν κάτω από την επιρροή των σοσιαλ-δημοκρατών, των χριαστιανοδημοκρατών και της ΧΣΕ).

 Ετσι, λόγου χάρη, στη Δυτική Γερμανία από τους φοιτητές της Χαϊδελβέργης, της Στουτγάρδης και άλλων πανεπιστημίων του νότιου τμήματος της Δυτικής Γερμανίας δημιουργήθηκαν ειδικές φοιτητικές ομάδες προπαγάνδας για την αποστολή τους στην Τσεχοσλοβακία την περίοδο των πασχαλινών διακοπών του Απρίλη, με σκοπό την πραγματοποίηση συναντήσεων και συζητήσεων με τους Τσεχοσλοβάκους φοιτητές και τη διάδοση προπαγανδιστικών υλικών.

 Ειδικός ρόλος για την ιδεολογική προπαγάνδα στον πληθυσμό της ΣΔ Τσεχοσλοβακίας είχε ανατεθεί στη δυτικογερμανική τηλεόραση, τους ραδιοφωνικούς σταθμούς και τον Τύπο, ιδιαίτερα ο ραδιοσταθμός «Ελεύθερη Ευρώπη». Εξάλλου, στη Βαυαρική επιτροπή του ραδιοσταθμού στο Μόναχο είχε δημιουργηθεί ειδική ομάδα ανταποκριτών, η οποία συγκέντρωνε και επεξεργαζόταν κατάλληλα πληροφορίες για την κατάσταση στη ΣΔ Τσεχοσλοβακίας και μετέδιδε ταχτική προπαγανδιστική ραδιοφωνική εκπομπή για την Τσεχοσλοβακία.

Η ελβετική αστική εφημερίδα «Ζουρνάλ ντε Ζενέβ» δημοσίευσε λεπτομέρειες για το τότε ταξίδι του προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Δυτικής Γερμανίας Μπλέσνιγκ στην Πράγα, με το πρόσχημα της ιδιωτικής επίσκεψης. Η εφημερίδα υπογράμμιζε ότι ο πρώην έμπιστος του Χίμλερ πήγε στην Πράγα με τη «συγκατάθεση του Μπραντ». Στην Πράγα, ο Μπλέσνιγκ συζήτησε με τον πρόεδρο της Κεντρικής Τράπεζας της ΣΔ Τσεχοσλοβακίας, «όλα τα οικονομικά, νομισματικά και συναλλαγματικά προβλήματα», με τα οποία «θα ασχοληθεί προσεχώς η καθοδήγηση της ΣΔ της Τσεχοσλοβακίας».

 

Το ΝΑΤΟικό σχέδιο «Ζέφυρος»

 

Οι θεωρητικοί του ιμπεριαλισμού σύνδεσαν στενά τα σχέδια της παραπέρα έντασης της δράσης του επιθετικού συνασπισμού του NATO, με την εξέλιξη των γεγονότων στην Τσεχοσλοβακία. Τώρα έρχονται στη δημοσιότητα όλο και ευρύτερα τα τυχοδιωκτικά σχέδια του επιθετικού Ατλαντικού Συνασπισμού σχετικά με την Τσεχοσλοβακία.

 «To NATO ετοίμασε σχέδια για την έξοδο της Τσεχοσλοβακίας από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας». Μ’ αυτόν τον τίτλο η εφημερίδα του Λιβάνου «Αντ – Ντουνιά» της 11ης του Σεπτέμβρη δημοσίευε ανταπόκριση από τις Βρυξέλλες για μυστικές αποφάσεις του Συμβουλίου του NATO. Η εφημερίδα έγραφε: «Το Συμβούλιο του Βορειοατλαντικού Συνασπισμού επεξεργάστηκε ειδικό πρόγραμμα για την Τσεχοσλοβακία με το κωδικοποιημένο όνομα “Ζέφυρος”. Το Συμβούλιο διαπίστωσε την ύπαρξη μερικών μεταρρυθμιστών, οι οποίοι επιθυμούν τη διεύρυνση των σχέσεων της Τσεχοσλοβακίας με την Ευρώπη σ’ όλους τους τομείς, και υπάρχει η δυνατότητα να εκμεταλλευτούμε τις υπηρεσίες αυτών των μεταρρυθμιστών.

 Στη διάρκεια πλατιάς μελέτης της κατάστασης της Τσεχοσλοβακίας, το Συμβούλιο διαπίστωσε ότι τα μη ορθόδοξα στοιχεία άρχισαν να παίζουν μεγάλο ρόλο στην εξασθένιση της κομμουνιστικής ιδεολογίας στην Τσεχοσλοβακία και ότι στο μέλλον θα μπορέσουμε να στηριχτούμε σ’ αυτά τα στοιχεία. Τα μέλη του Συμβουλίου του NATO πείστηκαν ότι ύστερα από τα γεγονότα του 1948 στην Τσεχοσλοβακία παρέμειναν ομάδες του πληθυσμού, που δεν αναγνώρισαν την κομμουνιστική ιδεολογία και γι’ αυτό τρέφουν εχθρικές προς αυτήν διαθέσεις. Αυτές οι ομάδες ασχολούνται με μυστική δράση, που κατευθύνεται ενάντια στο σοσιαλιστικό δρόμο ανάπτυξης της Τσεχοσλοβακίας».

Οπως τονίζεται σε συνέχεια στην ανταπόκριση, «στο φως αυτών των πληροφοριών και των προτάσεων, το Συμβούλιο του NATO επεξεργάστηκε το πρόγραμμα “Ζέφυρος”, που έχει σκοπό τη δημιουργία στο εσωτερικό της Τσεχοσλοβακίας και γύρω από αυτήν κατάστασης, η οποία θα μπορούσε να συμβάλει στην ανακήρυξη ουδετερότητας και στην έξοδο της Τσεχοσλοβακίας από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας».

 

Οι αντεπαναστάτες στο προσκήνιο

 

Το 1968 εμφανίστηκαν ανοιχτά να δρουν ενάντια στο σοσιαλιστικό κράτος και το ΚΚ Τσεχοσλοβακίας, με σκοπό την παλινόρθωση του καπιταλισμού, αντικομμουνιστικές οργανώσεις, όπως η Κ-231 και η Λέσχη των λεγόμενων ακομμάτιστων ΚΑΝ, με επικεφαλής τον Β. Χάβελ, ο οποίος διατέλεσε και Πρόεδρος της Τσεχίας μετά την αντεπανάσταση στα 1989, που είχαν διασυνδέσεις με διάφορα ιμπεριαλιστικά επιτελεία. Και που έκαναν δυναμική εμφάνιση την Πρωτομαγιά του 1968 στην Πράγα, με αντισοσιαλιστικά – αντικομμουνιστικά συνθήματα και διακηρύξεις για εγκαθίδρυση αστικού πολιτικού συστήματος. Στην ουσία, η αντεπανάσταση έκανε ανοιχτά την εμφάνισή της. Στην ίδια κατεύθυνση άρχισαν να δρουν, τόσο το Σοσιαλιστικό Κόμμα Τσεχοσλοβακίας, που καθοδηγούνταν από τη Σοσιαλιστική Διεθνή, όσο και το Λαϊκό Κόμμα, ενώ ανάλογη δραστηριότητα ανέπτυσσε και η εκκλησιαστική οργάνωση «Εργο της Εκκλησιαστικής Αναγέννησης».Ολες αυτές οι οργανώσεις ενοποίησαν τη δράση τους, ανεξάρτητα από τις επιμέρους διαφορές τους σ’ ένα σκοπό: Την ανατροπή της σοσιαλιστικής εξουσίας.

 Στις 14 του Ιούνη οι Τσεχοσλοβάκοι αντεπαναστάτες προσκάλεσαν τον Μπρεζίνσκι να κάνει διαλέξεις στην Πράγα. Εκεί εξέθεσε τη στρατηγική του «φιλελευθερισμού». Στις διαλέξεις του ο Μπρεζίνσκι καλούσε να συντρίψουν το ΚΚ Τσεχοσλοβακίας και να διαλύσουν την πολιτοφυλακή και τα όργανα της κρατικής ασφάλειας. Σε κλειστή συνεδρίαση στο Ινστιτούτο της Διεθνούς Πολιτικής, δήλωνε στις 14 του Ιούνη 1968 στην Πράγα: «Η αφετηριακή μου θέση συνίσταται στο ότι ο λενινισμός στις συνθήκες της σύγχρονης ανεπτυγμένης κοινωνίας εξέπνευσε». Ο Μπρεζίνσκι όπως ομολόγησε, υποστήριζε το «ενδιαφέρον τσεχοσλοβάκικο πείραμα».

 Η αντεπανάσταση, που ξέσπασε τον Αύγουστο του 1968, οδηγούσε τη χώρα στον εμφύλιο πόλεμο με την αποφασιστική συνδρομή του διεθνούς ιμπεριαλισμού μέσω των αντισοσιαλιστικών δυνάμεων. Στην ίδια απόφαση της ΚΕ του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας, γίνεται η εξής εκτίμηση: «Τον Αύγουστο του 1968, η αντεπανάσταση πήρε επικίνδυνη έκταση στην Τσεχοσλοβακία και η χώρα βρέθηκε στο χείλος του εμφυλίου πολέμου. Το ερώτημα “ποιος θα επιβληθεί” γινόταν πιεστικό. Θα επικρατούσε η αντεπανάσταση με τη βοήθεια της διεθνούς αντίδρασης και θα ολοκλήρωνε το ολέθριο έργο της ή οι σοσιαλιστικές δυνάμεις θα κατάφερναν να αποκρούσουν την αντεπανάσταση και να σώσουν την υπόθεση του σοσιαλισμού;».

Ηδη από τις 12 του Μάη 1968 ο Βασίλ Μπίλακ, μέλος του Προεδρείου του ΚΚ Τσ., είχε δηλώσει μιλώντας σ’ ένα αχτίφ των Α΄ Γραμματέων των Περιφερειακών και Νομαρχιακών Επιτροπών του Κομμουνιστικού Κόμματος: Επιτρέπουμε «να γίνεται επίθεση ενάντια στον κομματικό μηχανισμό, ενάντια στα όργανα ασφαλείας, στα δικαστήρια, στην εισαγγελία, στα πολιτικά στελέχη. Προσβάλλονται μήπως οι στρατηγοί, οι στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες κλπ., προσβάλλονται οι διοικητές συνταγμάτων; Οχι, μόνον οι πολιτικοί συνεργάτες του στρατού είναι στόχοι της επίθεσης, με λίγα λόγια, ό,τι μυρίζει κομμουνισμό πρέπει να υποσκαφθεί. Οι κλασικοί δίδαξαν ότι αν θέλουμε να πάρουμε το κράτος και την εξουσία, πρέπει να συντρίψουμε τον παλιό κρατικό μηχανισμό. Αυτό κάνουν τώρα. Εμείς όμως κάνουμε σαν να μη βλέπουμε ότι εδώ γίνεται αγώνας για την εξουσία» (Βασίλ Μπίλακ: «Η αλήθεια παραμένει αλήθεια. Επιλογή ομιλιών και άρθρων», 1967-1970, Βερολίνο, 1973, σελ. 75).

 

Το «ποιος ποιον»

 

Το ερώτημα «ποιος θα επιβληθεί», τον Αύγουστο του 1968, γινόταν πιεστικό. Θα επικρατούσε η αντεπανάσταση με τη βοήθεια της διεθνούς αντίδρασης και θα ολοκλήρωνε το ολέθριο έργο της ή οι σοσιαλιστικές δυνάμεις θα κατάφερναν να αποκρούσουν την αντεπανάσταση και να σώσουν την υπόθεση του σοσιαλισμού;

Οι συνεπείς επαναστατικές δυνάμεις του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο της ανατροπής και του εμφυλίου, ζήτησαν τη διεθνιστική βοήθεια των σύμμαχων σοσιαλιστικών χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας, αποτρέποντας την αντεπανάσταση. Την αντεπαναστατική δράση στην Τσεχοσλοβακία όπως και αυτήν στην Ουγγαρία το 1956, το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και ιδιαίτερα τα κόμματα εξουσίας, φαίνεται ότι τις υποτίμησαν και ως προς τη στρατηγική του ιμπεριαλισμού για ανατροπή από τα μέσα, μέσω της οπορτουνιστικής διάβρωσης και της επικράτησης αντεπαναστατικών στοιχείων στις κρατικές και κομματικές ηγεσίες, όπως αποδείχτηκε με τις ανατροπές του 1989-1991, αλλά και ως προς την πολιτική που ακολουθούσαν για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, στην πορεία προς τον κομμουνισμό.

 

Μελετάμε πιο ώριμοι

 

«Tο 18ο Συνέδριο του KKE, …εμβάθυνε στις αιτίες νίκης της αντεπανάστασης και της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. H υποχρέωση αυτή ήταν επιτακτική και ώριμη για το Kόμμα μας, όπως είναι και για κάθε Kομμουνιστικό Kόμμα. Aλλωστε, ως τέτοιο καθήκον αντιμετωπίστηκε όλα τα χρόνια από το 14ο Συνέδριο, την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του 1995, έως σήμερα. Eίναι καθήκον αλληλένδετο με την αναζωογόνηση της συνείδησης και πίστης στο σοσιαλισμό.

 Eδώ και έναν αιώνα, η αστική πολεμική απέναντι στο κομμουνιστικό κίνημα, που συχνά παίρνει και τη μορφή διανοητικού ελιτισμού, επικεντρώνει τα πυρά της στον επαναστατικό πυρήνα του εργατικού κινήματος: Πολεμά γενικά την αναγκαιότητα της επανάστασης και το πολιτικό της προϊόν, τη δικτατορία του προλεταριάτου, δηλαδή την επαναστατική εργατική εξουσία. Eιδικότερα, πολεμά το προϊόν της πρώτης νικηφόρας επανάστασης, της Oχτωβριανής Eπανάστασης στη Pωσία, αντιπαλεύοντας με μένος κάθε φάση όπου η Eπανάσταση αποκάλυπτε και αντέκρουε την αντεπαναστατική δράση, τα οπορτουνιστικά αναχώματα, τα οποία, σε τελική ανάλυση, άμεσα ή έμμεσα αποδυνάμωναν την Eπανάσταση σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.

 Eδώ και έναν αιώνα, προβάλλεται ως “δημοκρατικός σοσιαλισμός”, σε αντιπαράθεση με τον “ολοκληρωτικό”, “δικτατορικό”, “πραξικοπηματικό κομμουνισμό”, κάθε ρεύμα άρνησης, υποχώρησης ή παραίτησης από την αναγκαιότητα της επαναστατικής πάλης. Γνωρίζουμε αυτήν την πολεμική και συκοφαντία κατά του επιστημονικού κομμουνισμού, κατά της ταξικής πάλης, που αφορά όχι μόνο στις συνθήκες του καπιταλισμού, αλλά, με άλλες μορφές και σε άλλες συνθήκες, αφορά και στη διαδικασία της διαμόρφωσης των νέων κοινωνικών σχέσεων, καθώς και της επέκτασης και ωρίμανσής τους σε κομμουνιστικές.

 Σήμερα, ο διεθνής οπορτουνισμός ανασυντάχτηκε μέσω του “Aριστερού Eυρωκόμματος”, που ανέβασε τους τόνους περί “δημοκρατικού σοσιαλισμού”, στις συνθήκες της συγχρονισμένης εκδήλωσης της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης.

 Γι’ αυτό το λόγο, στη συζήτηση περί “σοσιαλιστικής δημοκρατίας” με άλλα μέτρα και σταθμά κρίνονται γεγονότα της μιας ή της άλλης περιόδου, με σαφή στόχο το μηδενισμό της προσφοράς της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Aλλοτε μηδενίζουν όλη την 70χρονη Ιστορία της EΣΣΔ, άλλοτε, ειδικότερα την περίοδο όπου τέθηκε η σοσιαλιστική βάση της. Σε κάθε περίπτωση, στηρίζουν τις πολιτικές επιλογές που συνιστούσαν παρέκκλιση από τη σοσιαλιστική πορεία.

 Tο KKE παραμένει αταλάντευτο στην υπεράσπιση της προσφοράς της σοσιαλιστικής πορείας της EΣΣΔ, γενικότερα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης κατά τον 20ό αιώνα, στην πάλη για την κοινωνική πρόοδο, την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο(…).

 Mελετάμε τη σκληρή πορεία της ταξικής πάλης για το πέρασμα στη νέα κοινωνία, για τη θεμελίωση και ανάπτυξή της, για την επέκταση και εμβάθυνση των νέων σχέσεων παραγωγής – κατανομής και όλων των κοινωνικών σχέσεων και τη διαμόρφωση του νέου ανθρώπου. Aναδεικνύουμε τις αντιφάσεις, τα λάθη και τις παρεκκλίσεις υπό την πίεση και του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων, χωρίς να οδηγούμαστε στο μηδενισμό.

 Tα βλέπουμε κριτικά και αυτοκριτικά, για να γίνει το KKE, ως τμήμα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, ισχυρότερο στην πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού, για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Mελετάμε και κρίνουμε την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και αυτοκριτικά, δηλαδή με πλήρη συνείδηση ότι και οι δικές μας αδυναμίες, θεωρητικές ανεπάρκειες και λαθεμένες εκτιμήσεις αποτελούσαν μέρος του προβλήματος.

 Προχωράμε με συλλογικότητα, με αυτογνωσία των δυσκολιών και των ελλείψεων και με ταξική αποφασιστικότητα σε παραπέρα εκτιμήσεις και συμπεράσματα, στον εμπλουτισμό της προγραμματικής μας αντίληψης για το σοσιαλισμό. Γνωρίζουμε και δεχόμαστε ότι η μελλοντική ιστορική μελέτη, από το Kόμμα μας και διεθνώς από το κομμουνιστικό κίνημα, σίγουρα θα φωτίσει περισσότερο τα ζητήματα της πείρας της EΣΣΔ και των άλλων σοσιαλιστικών κρατών. Aναμφίβολα, θα προκύψουν και ζητήματα συμπλήρωσης, βελτίωσης και εμβάθυνσης κάποιων εκτιμήσεών μας. Aλλωστε, η ανάπτυξη της θεωρίας του σοσιαλισμού – κομμουνισμού είναι αναγκαιότητα, ζωντανή διαδικασία, πρόκληση για το Kόμμα μας και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, σήμερα και στο μέλλον(…)

 Ως κόμμα θα δώσουμε συνέχεια στη μελέτη και έρευνα, στην καλύτερη κωδικοποίηση των συμπερασμάτων και σε θέματα που μέχρι σήμερα δεν έχουμε θίξει ολοκληρωμένα. Oσο σημαντικό είναι αυτό, άλλο τόσο σημαντικό είναι η σημερινή επεξεργασία μας για το σοσιαλισμό – κομμουνισμό να αφομοιωθεί από όλο το κομματικό δυναμικό, τους Kνίτες και τις Kνίτισσες, τους φίλους του Kόμματος.

 Aπό αυτό το καθήκον κρίνεται η ικανότητα του Kόμματος να συνδέει ολοκληρωμένα τη στρατηγική του με την καθημερινή πάλη, να επεξεργάζεται στόχους για τα άμεσα προβλήματα των εργαζομένων, σε σύνδεση με τη στρατηγική για την κατάκτηση της επαναστατικής εργατικής εξουσίας και τη σοσιαλιστική οικοδόμηση».(Απόφαση 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ: «Eκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα με επίκεντρο την ΕΣΣΔ. Η αντίληψη του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό»).

 

Πηγές:

 

  1. «Τσεχοσλοβακία ’68 και ο προλεταριακός διεθνισμός», εκδόσεις «Ειρήνη», 1978.
  1. «Η ιμπεριαλιστική αντεπανάσταση», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 1982.

 

Σ.Λ.

Πηγή: http://www.rizospastis.gr/story.do?id=5828729

 

 

Η Άνοιξη της Πράγας: «ο σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο»

 

Του Geoff Eley

 

 

Στην Ανατολική Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Τσεχοσλοβακία, είχε αρχίσει επίσης να διαμορφώνεται μια Νέα Αριστερά. Εκεί, ο κομμουνισμός συνιστούσε ένα παράδοξο. Όντας το μεγαλύτερο κομμουνιστικό κόμμα της Ευρώπης την περίοδο του Μεσοπολέμου και το ισχυρότερο σε ολόκληρη την Ανατολική Ευρώπη μετά το 1945, το Κομμουνιστικό Κόμμα Τσεχοσλοβακίας ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές το 1945-48. Παρ’όλα αυτά, ανέπτυξε τον χειρότερο σταλινισμό στις εκκαθαρίσεις του 1948-49, ενώ καθυστέρησε στην αποσταλινοποίησή του ώς το 1962-63. Εκείνη την εποχή, οι σοσιαλιστικές οικονομίες καρκινοβατούσαν, ενώ στην Τσεχοσλοβακία η κρίση ήταν ιδιαίτερα σοβαρή. Μετά τους πειραματισμούς με το σοσιαλισμό της αγοράς στην Ουγγαρία και την Πολωνία, τα σοσιαλιστικά κράτη προχώρησαν δειλά σε μια αλλαγή των προτεραιοτήτων τους, καθώς στράφηκαν από τη βαριά βιομηχανία στην κατανάλωση και τις υπηρεσίες. Στα 1964-65, το Κομμουνιστικό Κόμμα Τσεχοσλοβακίας άρχισε να σκέφτεται σοβαρά τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις, σε μια περίοδο ταυτόχρονων έντονων διανοητικών ζυμώσεων και σοβαρών εθνικών προβλημάτων.

Η Άνοιξη της Πράγας ήταν προϊόν μιας πολύπλοκης δυναμικής. Ξεκίνησε από την Κεντρική Επιτροπή του κόμματος μεταξύ Οκτωβρίου του 1967 και Ιανουαρίου του 1968, και κορυφώθηκε με την αντικατάσταση του Νοβότνι από τον Ντούμπτσεκ στη θέση του γενικού γραμματέα. Οι συνέπειες έμεναν ασαφείς, γιατί, αν οι επιθέσεις εναντίον του Νοβότνι ήταν αποτέλεσμα των αιτημάτων εκδημοκρατισμού του συστήματος, η νέα ηγετική ομάδα τάχθηκε εξ ολοκλήρου υπέρ των μεταρρυθμίσεων.

Το πιο σημαντικό ωστόσο ήταν ότι η βούληση του προεδρείου για αλλαγή οφειλόταν στην πίεση της λαϊκής βάσης. Τα μέλη του κόμματος κινητοποιήθηκαν ταχύτατα το διάστημα Ιανουαρίου-Απριλίου 1968, με τη φιλελευθεροποίηση του τύπου και τις έντονες εσωκομματικές συζητήσεις που έγιναν στις περιφερειακές διασκέψεις του Μαρτίου.

Το Πρόγραμμα Δράσης της 10ης Απριλίου αναζωογόνησε το κόμμα, ενώ η απόφαση για τη σύγκληση του 14ου Συνεδρίου τον Σεπτέμβριο βοήθησε να εστιάσουν στη διαδικασία της ριζοσπαστικοποίησης. Από τη στιγμή όμως που «ξανάνοιξε» η δημόσια σφαίρα, η δυναμική του εκδημοκρατισμού ξεπέρασε τα στενά κομματικά όρια, ενώ η τόνωση των λαϊκών ελπίδων οδήγησε στην αναζωογόνηση της κοινωνίας των πολιτών. Αυτό συνέβη μέσα από χιλιάδες λαϊκές συνελεύσεις, μαζικές συγκεντρώσεις και νέες ενώσεις. Τα άλλα κόμματα έκαναν και πάλι την εμφάνισή τους στην πολιτική ζωή του τόπου, όπως το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα που επανιδρύθηκε στην παρανομία. Καθοριστικό γεγονός αποτέλεσε το «Μανιφέστο των 2.000 λέξεων», του συγγραφέα Λούντβικ Βάτσουλικ που μοιράστηκε στις 27 Ιουνίου σε 300.000 αντίτυπα, και εστίασε ακόμη περισσότερο στην ταύτιση του κόσμου με τις μεταρρυθμίσεις. Αυτό συνέτεινε στη ριζοσπαστικοποίηση των λαϊκών στρωμάτων και την πόλωση μεταξύ συντηρητικών και μεταρρυθμιστών, κάνοντας την κατάσταση να ξεφύγει από τον έλεγχο του Πολιτικού Γραφείου.

Μια όλο και πιο νευρική Σοβιετική Ένωση παρακολουθούσε την εξέλιξη των γεγονότων που οι συντηρητικοί πολιτικοί του κόμματος δεν μπορούσαν πλέον να ελέγξουν. Ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ ζήτησε επανειλημμένα να δοθούν υποσχέσεις για εξομάλυνση και, όταν αυτό δεν έγινε, προτίμησε τη στρατιωτική επέμβαση, συνεργαζόμενος με τους αντιμεταρρυθμιστές του Πολιτικού Γραφείου.  Αλλά η Άνοιξη της Πράγας είχε προλάβει να αναβιώσει τη μεγάλη κομμουνιστική παράδοση της Τσεχοσλοβακίας, γεννώντας κάθε λογής ελπίδες και αντιδράσεις. Καθώς τόσο οι μεταρρυθμιστές όσο και οι συντηρητικοί εργάζονταν για την αποκατάσταση της νομιμοποίησης του κόμματος, η δημόσια σφαίρα της χώρας γινόταν όλο και περισσότερο ανεξέλεγκτη. Οι φοιτητικές συνελεύσεις, οι λαϊκές συνδιασκέψεις και ο τύπος συγκρότησαν αλογόκριτο χώρο πολιτικών και κοινωνικών ζυμώσεων.

Οι πρώτες μέρες του Μαΐου ήταν αποφασιστικής σημασίας. Παρασυρμένοι από τον μεγαλοπρεπή εορτασμό της Πρωτομαγιάς, που κινητοποίησε μια τεράστια επίδειξη λαϊκής υποστήριξης, οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος πήγαν στη Μόσχα, ζητώντας την αναγνώριση των Σοβιετικών. Ωστόσο ο Μπρέζνιεφ κατήγγειλε τις διαδηλώσεις ως αντεπαναστατικές, απαίτησε τη φυλάκιση των μη κομμουνιστών επικριτών του συστήματος και ζήτησε από τον Ντούμπτσεκ και τους ανθρώπους του να αρχίσουν να φέρονται ως «πραγματικοί ηγέτες αυτού του κόμματος». Παρά την επίμονη και αφελή αισιοδοξία των μεταρρυθμιστών, οι Σοβιετικοί διατύπωσαν στις 29 Ιουλίου τη θέση τους με πρωτοφανή ωμότητα: «θα μπορούσαμε να καταλάβουμε ολόκληρη τη χώρα σας μέσα σε 24 ώρες».

Εκεί που είχαν φτάσει όμως τα πράγματα οι ελπίδες του λαού δεν μπορούσαν να σβήσουν. Το κομματικό προεδρείο συνεδρίασε για τελευταία φορά στις 29 Ιουλίου στην Τσιέρνα ναντ Τισού, υποστηριζόμενο από την έκκληση του Πάβελ Κόχουτ στo Literární listy με τίτλο «Σοσιαλισμός, Συμμαχία, Κυριαρχία, Ελευθερία» και την κατακλείδα «Είμαστε μαζί σας, μείνετε κι εσείς μαζί μας!», που συγκέντρωσε 1.000.000 υπογραφές. Φτάνοντας στην πόλη, οι κομμουνιστές ηγέτες παρέλαβαν ένα υπόμνημα υπογραμμένο από 20.000 ανθρώπους, δηλαδή πρακτικά από το σύνολο του ενήλικου πληθυσμού της περιοχής. Οι ριζοσπάστες επικαλούνταν τώρα μια εντολή που ξεπερνούσε τα όρια του Κομμουνιστικού Κόμματος. Όμως η σοβιετική ηγεσία είχε λάβει ήδη τις αποφάσεις της, και συνωμοτούσε με τα συντηρητικά μέλη του προεδρείου για να απομακρύνει τον Ντούμπτσεκ από την ηγεσία του κόμματος και να αποκαταστήσει την τάξη. Για τον Μπρέζνιεφ και το Κομμουνιστικό Κόμμα Σοβιετικής Ένωσης, η αναγέννηση του Εθνικού Κομμουνισμού από την Άνοιξη της Πράγας είχε υπερβεί τα όρια της ανεκτής κομμουνιστικής πρακτικής.

Η Άνοιξη της Πράγας, όπως και ο μεταρρυθμιστικός κομμουνισμός στην Ουγγαρία το 1956, καθώς έθεσαν υπό αμφισβήτηση στο πολιτικό μονοπώλιο των κομμουνιστικών κομμάτων, οδήγησαν τα σταλινικά καθεστώτα, που είχαν εγκαθιδρυθεί το 1947-49, στα όριά τους. Σύμφωνα με τους Σοβιετικούς, οι θεμελιώδεις αρχές των καθεστώτων αυτών –το μονοκομματικό κράτος, η λογοκρισία, η μαρξιστική-λενινιστική ορθοδοξία, η αυτονομία των υπηρεσιών ασφαλείας και η ελεγχόμενη δικαιοσύνη– δεν ήταν διαπραγματεύσιμες. Η κατάργηση του μονοκομματικού κράτους ήταν αδιανόητη. Οι ελευθερίες του λόγου, του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι, η κατάργηση της λογοκρισίας και η απελευθέρωση του τύπου, η προστασία των πολιτισμικών ελευθεριών, του πανεπιστημίου και των τεχνών έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με τους σοβιετικούς κανόνες. Ο πλουραλισμός του Ντούμπτσεκ ήταν ακόμη συγκεχυμένος, και οι προτάσεις του Κομμουνιστικό Κόμματος Τσεχοσλοβακίας, που επέτρεπαν στους μη κομμουνιστές να δραστηριοποιηθούν πολιτικά, προκαλούσαν πολλά ερωτήματα. Εντούτοις το Πρόγραμμα Δράσης της 10ης Απριλίου περιλάμβανε δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις που παραβίαζαν τον αυστηρό κώδικα της σοβιετικής εξουσίας, όπως αυτή είχε παγιωθεί από το 1956.

Εδώ ακριβώς εντοπίζονταν οι αγεφύρωτες διαφορές ανάμεσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα Τσεχοσλοβακίας και στη Σοβιετική Ένωση. Η ίδια η αρχή του πλουραλισμού προσδιόριζε το περιεχόμενο του Προγράμματος Δράσης. Σύμφωνα με τη διατύπωσή του, το Κομμουνιστικό Κόμμα έπρεπε να «κερδίσει» την ηγεσία της χώρας με τις ίδιες του τις πράξεις. Δεν είχε κανένα δικαίωμα να «μονοπωλεί την εξουσία». Δεν ήταν «όργανο της δικτατορίας του προλεταριάτου». Αντιθέτως, θα έπρεπε να χρησιμοποιεί την πειθώ και να στηρίζεται στη δημοκρατία. Ο σταλινισμός συνιστούσε ένα γραφειοκρατικό εκφυλισμό που εμπόδιζε τη μελλοντική πρόοδο. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Τσεχοσλοβακίας είχε την ευκαιρία να οικοδομήσει κάτι καλύτερο –«να ανοίξει νέους δρόμους σε μια άγνωστη μέχρι τώρα περιοχή, να πειραματιστεί και να δώσει νέο νόημα στη σοσιαλιστική ανάπτυξη», στηριζόμενο «στη δημιουργική μαρξιστική σκέψη» και τη γνώση των ιδιαίτερων συνθηκών της χώρας, αξιοποιώντας μάλιστα τη «σχετικά ώριμη υλική βάση της χώρας, το ασυνήθιστα υψηλό εκπαιδευτικό και πολιτισμικό επίπεδο του λαού και τις αδιαμφισβήτητες δημοκρατικές παραδόσεις».

Από την άποψη αυτή, τον Αύγουστο του 1968, δεν υπήρχε διαφορά απόψεων ανάμεσα στους κομμουνιστές μεταρρυθμιστές και στο λαό. Η εχθρότητα των Σοβιετικών είχε οδηγήσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα στο πλευρό της κυβέρνησης. Οι «πραγματικοί εχθροί» των μεταρρυθμίσεων βρίσκονταν στα “τμήματα καταστολής και ιδεολογίας του κομματικού μηχανισμού, μεταξύ των αστυνομικών, των δικαστικών και των παλιότερων κομμουνιστικών στελεχών, όπως και των ανώτερων αξιωματικών του στρατού και της εθνοφυλακής». Υπήρχαν, βεβαίως, και πολλά άλλα κοινωνικά στρώματα, τα οποία υπερασπίζονταν τις αλλαγές, όπως οι τεχνικοί, οι διανοούμενοι, οι φοιτητές, οι δημοσιογράφοι, οι «εργάτες σε κάποια μη προνομιούχα τμήματα της βιομηχανίας, στις μεταφορές και τις επικοινωνίες, οι αγρότες, οι γυναίκες και οι εργαζόμενοι νέοι». Οι μεταρρυθμιστές κατάφεραν να προσελκύσουν πολλούς μάνατζερ, συνδικαλιστές, κομματικούς αξιωματούχους και στρατιωτικούς στον μεγάλο αυτό συνασπισμό δυνάμεων.

Ο αμείλικτος συντηρητισμός της σοβιετικής ηγεσίας έθαψε την Άνοιξη της Πράγας. Ο Μπρέζνιεφ έχασε την υπομονή του με τον Ντούμπτσεκ, ο οποίος προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο. Έτσι, στις 20 Αυγούστου, οι στρατιές του Συμφώνου της Βαρσοβίας εισέβαλαν στην Πράγα για να αποκαταστήσουν την τάξη. Ωστόσο η συνωμοσία τους με τα συντηρητικά μέλη του προεδρείου του Κομμουνιστικού Κόμματος δεν ήταν και τόσο πετυχημένη. Δύο από τα μέλη του τάχθηκαν με την πλειοψηφία που είχε διαμορφωθεί (7 έναντι 4) και καταδίκασαν την εισβολή. Οι συνωμότες, σε κατάσταση σύγχυσης, εγκατέλειψαν το κυβερνητικό μέγαρο, ενώ οι μεταρρυθμιστές περίμεναν υπομονετικά τη μοίρα τους.

Η Επιτροπή Πόλης της Πράγας συγκάλεσε το 14ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Τσεχοσλοβακίας στη βιομηχανική περιοχή του Βιζόκανι, όπου οι αντιπρόσωποι συγκεντρώθηκαν μυστικά για να καταγγείλουν την εισβολή. Ο Ντούμπτσεκ, ο Τσέρνικ, ο Σμρκόφσκι, ο Κρίγκελ, ο Σπάτσεκ και ο Σιμόν μεταφέρθηκαν βίαια στη Μόσχα, ενώ τους ακολούθησε εθελοντικά και ο πρόεδρος της χώρας Λούντβικ Σβόμποντ. Το φιάσκο της συνωμοσίας δεν άφησε άλλη επιλογή στον Μπρέζνιεφ από το να προχωρήσει σε συνομιλίες με τους αιχμάλωτους κομμουνιστές ηγέτες. Μετά από μια σειρά δύσκολων και επώδυνων συνομιλιών, τα δύο μέρη συμφώνησαν στην υπογραφή ενός πρωτοκόλλου. Ο Ντούμπτσεκ και οι άλλοι επέστρεψαν στην Πράγα. Απέκρουσαν τους συντηρητικούς, αποκλείοντας μόνο κάποιους ριζοσπάστες μεταρρυθμιστές, και αντιστάθηκαν με όλες τους τις δυνάμεις στις πιέσεις να αποκηρύξουν συνολικά τις μεταρρυθμίσεις. Αλλά με την υπογραφή του πρωτοκόλλου αναγκάζονταν να αποποιηθούν το Πρόγραμμα Δράσης. Μόνο ο Κρίγκελ αρνήθηκε να συμφωνήσει.

Πολύ σύντομα, οι μεταρρυθμιστές παγιδεύτηκαν σε μια ταπεινωτική και αναντίστρεπτη υποχώρηση. Το Συνέδριο του Βιζόκανι ακυρώθηκε. Το καθεστώς της λογοκρισίας επανήλθε. Η μεταρρύθμιση των μηχανισμών ασφαλείας αναβλήθηκε επ’ αόριστον. Η δημόσια σφαίρα έκλεισε ξανά. Ο Γκούσταβ Χούζακ με βάση υποστήριξής του το Κομμουνιστικό Κόμμα Σλοβακίας, ανέλαβε επικεφαλής. Οι συνεχιζόμενες διαμαρτυρίες εναντίον της εισβολής μεταξύ Οκτωβρίου του 1968 και Μαρτίου του 1969 δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να σκληρύνουν την ακολουθούμενη γραμμή εξομάλυνσης. Τον Απρίλιο του 1969, οι μεταρρυθμιστές είχαν αποδυναμωθεί πλήρως, το κόμμα είχε εκκαθαριστεί και το 21,7% των μελών του είχε αποπεμφθεί. Με τον τρόπο αυτό αποκαταστάθηκε η σοβιετική τάξη. Μεταξύ των μεταρρυθμιστών, που έμεναν στις θέσεις τους, πολύ λίγοι κατάφεραν να αντέξουν. Ο Ντούμπτσεκ «έσπασε». Ο Σμρκόφσκι και άλλοι  στυλοβάτες του Προγράμματος Δράσης έφυγαν. Ο Τσέρνικ αναγκάστηκε να συμβιβαστεί.

 

Το παραπάνω απόσπασμα βρίσκεται στο βιβλίο του Geoff Eley “Σφυρηλατώντας τη Δημοκρατία. Η ιστορία της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Β’ Τόμος. 1923-2000” στις σελίδες 625-630.

 

Αναδημοσίευση απο :http://afterhistory.blogspot.gr/2013/08/blog-post_8379.html

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *