Για την απεργία & παρουσία των διανομέων γρήγορου φαγητού

 

Για την απεργία & παρουσία  των διανομέων γρήγορου φαγητού

 

 

«Πάρε τις ταινίες άνθρωπε βασιλιά και διάβασε κάτω από τη γραφή των τυφλών το όνομα σου» (Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, ‘η γραφή των τυφλών’).

 

 

 

Η πρόσφατη   πραγματοποίηση της απεργίας   που προκήρυξε Συνέλευσης Βάσης Εργαζομένων Οδηγών Δικύκλων, (διανομείς ‘γρήγορου’ φαγητού’-courier), δεικνύει προς την κατεύθυνση των βιωμένων εργασιακών σχέσεων-συνθηκών, της προσίδιας εργοδοτικής επιτελεστικότητας, προχωρώντας παράλληλα σε μία διαδικασία αντίστροφης ονοματοδοσίας.

Oι περιώνυμοι delivery (ο συμβολισμός της απλής αλλά και ‘ποιοτικής’ ταχυμεταφοράς) εν καιρώ βαθιάς οικονομικής-κεφαλαιοκρατικής κρίσης επιδιώκουν να δράσουν ως ορατοί εργαζόμενοι στο χώρο, δείκτες & μερίδα-μπλοκ της εργατικής τάξης η οποία φέρει τις συνδηλώσεις της οικονομικής κρίσης ως ‘κυκλικό’ υπόδειγμα, την ίδια στιγμή που κινείται με όρους μεταιχμιακότητας μεταξύ έντασης (και έκτασης) της εργασιακής εκμετάλλευσης & της ανοιχτότητας μίας ‘βίαιης’ εργασιακής μετατόπισης προς την κατεύθυνση ενός ‘καθεστώτος’ ανεργίας.

 Ένα ‘καθεστώς’ ανεργίας το οποίοι ως νοούμενη κρίση κείτεται εντός των ορίων της αποκοπής από την συμβολαιακή διευθέτηση της εργασιακής δύναμης, αναπαραγόμενο αφενός μεν ως παράσταση επί της κρίσης, αφετέρου δε ως δια-γενεακό χάσμα μεταξύ του προσδοκώμενου εν δυνάμει και μίας ιδιαίτερης διάρρηξης των όρων υλικής αναπαραγωγής..

Η θεωρητική πρόσληψη της ανεργίας ως συμβολικού και μη ‘καθεστώτος’ δύναται να εκφράσει τις πλαισιώσεις παγίωσης της πάνω στο ‘έδαφος’ της επιδιωκόμενης αναπαραγωγής κεφαλαίου, της ‘διαίρεσης’ μεταξύ των δυνατοτήτων πρόσβασης στην αγορά εργασίας και των δυνατοτήτων κτήσης-απόκτησης- ανάκτησης της υλικής αυτάρκειας..

Σε αυτό πλαίσιο το ‘καθεστώς’ κυκλικής όσο και ‘βίαιης’ ανεργίας, (που αναπροσδιορίζει το υποκειμενικό σώμα και τις προβολές του), εξελίσσεται & μετονομάζεται, προσλαμβάνοντας τις όψεις λογοθετικών ‘αντεστραμμένων ειδώλων: κρίση, έλλειψη δεξιοτήτων που οδηγούν εκτός αγοράς εργασίας, (η τέχνο-επιστημολογία της προόδου-εξέλιξης), εργοδοτική απεύθυνση στην αδυναμία διατήρησης θέσεων εργασίας..

Οι διανομείς εντάσσονται στον παραγωγικό κύκλο του χώρου της εστίασης, ενέχουν τα πλαίσια μίας προϊούσας & μη κρίσης, δύνανται να ‘εδαφικοποιηθούν’ στα προσίδια όρια μίας εμπρόθετης συσχέτισης-μετωνυμίας: διατίμηση-πώληση της εργατικής-εργασιακής δύναμης όχι απλά ως ‘μητρικό’ εμπόρευμα αλλά και ως σώμα εν κινήσει, εντός δημόσιου χώρου, προβολή του ‘γρήγορου’ φαγητού (το ‘άλλο εμπόρευμα), για το τάχιστο κέρδος..

Η γρήγορη παράδοση στον υποκείμενο πελάτη ανασημαίνεται ως συμβάν ‘ενσάρκωσης’ του διανομέα ως έκκεντρου υποκειμένου καθώς και της συλλογικής ‘ενσάρκωσης’ των εργαζομένων στον κλάδο ως υποκειμένου μεταξύ του ‘πάντα’ εδώ και του ‘πάντα’ εκεί των οικιών της διαλογής και της ευκαιρίας..

Το εμπόρευμα που παραδίδεται αποκτά τα χαρακτηριστικά μίας φασματικότητας που επιμένει & διακρατείται..

Η δυνητική όσο και πραγμολογική εργασιακή εκμετάλλευση-αλλοτρίωση από πλευράς εργοδοτών, επιτελείται εν καιρώ-χρόνω ‘βιωματικής’ κίνησης, μίας προσίδιας αναπαράστασης του στόχου: το εμπόρευμα και το ‘εμπόρευμα’ έφθασαν στον προορισμό τους, στην οικεία αυτού που αναμένει..

Υπό το πρίσμα της περιώνυμης ρήσης ‘ο πελάτης-καταναλωτής έχει πάντα δίκιο’, η ανώνυμη και επώνυμη εργοδοσία ανα-καλεί το ύψος-εύρος του δικού της δικαίου..

Στην κοινωνιο-ανθρωπολογία της κρίσης του ελληνικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, οι διανομείς εργάζονται με τους όρους μίας οικείας και ανοίκειας επισφάλειας, έκθετοι στους δείκτες της ‘τεχνολογίας’ της αγοραπωλησίας, στο προτσές ενός κέρδους που, εκτός από μερικός μισθός, αποδίδεται και ως ελάχιστη εργασιακή προστασία, ένα ζην επικινδύνως στο χώρο, στους δρόμους της πρωταρχικής οικονομικής κρίσης και μη..

 Ένα ζην επικινδύνως το οποίο έχει επιφέρει θανάτους[1] (στους λόγους της εργοδοτικής ιεραρχίας καθίστανται ατομικά υπεύθυνοι), στο βωμό του ειπωμένου κέρδους, (του λόγου της ‘ανείπωτης’ ανάγκης), της τάχιστης εξυπηρέτησης για έναν τάχιστο βίο..

Οι εργαζόμενοι φέρουν μαζί τους το πλέγμα των σχέσεων με την ιδιοκτησία, ένα ‘αντίδωρο’ το οποίο αφηγείται, όπως επίσης και έναν ιδιαίτερο και προσίδιο εργοδοτικό ‘αυταρχικό κρατισμό’ (Νίκος Πουλαντζάς), ο οποίος δεικνύει και τον ‘πυρήνα’ διαχείρισης της οικονομικής-κεφαλαιοκρατικής κρίσης..

Είναι οι εργατικά αναλώσιμοι του ρήματος ή της ρηματικής διακοίνωσης ‘πράττω’..

 Σε συνθήκες βαθιάς οικονομικής-κεφαλαιοκρατικής κρίσης, ο ελληνικός κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός αναφέρεται και αρθρώνεται υπό το πρίσμα του ‘γρήγορου’ & παράλληλα ‘ευέλικτου’ κέρδους..

Σε αυτήν την φορτισμένη χωρικότητα το άρχων αστικό συγκρότημα εξουσίας και οι ηγεμονικές του μερίδες (είναι σημαντικό να δούμε και τις εξελίξεις στο εσωτερικό του), αναπλαισιώνουν την έννοια της υπεραξίας και της απόσπασης της, την στιγμή ανάδυσης & διαμόρφωσης μίας βιο-πολιτικής της, εκκαθάρισης (και κεφαλαίων), συμπίεσης, και της περαιτέρω μνημονιακής συμπίεσης της εργατικής δύναμης ως ‘όνομα’..

Ο ελληνικός αστισμός[2] (και μερίδες του), εμβαπτίζεται στα νάματα της ανατροπής του μεταπολιτευτικού εργατισμού, (η μνημονιακή λιτότητα ως ‘εφεύρεση’ και οικειοποίηση), στα νάματα της άσκησης πολιτικής ως παύσης και ως μεταρρυθμιστικής εκκίνησης, ως συνέχειας & α-συνέχειας..

Το λογοθετικό-ιδεολογικό πλαίσιο του ‘αν δεν υπήρχε το μνημόνιο, έπρεπε να το εφεύρουμε΄ ανα-καλείται ως παράλληλο πρόγραμμα & ως ιδιοκτησία..

Οι εργαζόμενοι στο χώρο του ‘γρήγορου’ φαγητού (πολλές φορές και με υψηλό γνωσιακό υπόβαθρο), και των εταιρειών διανομής προϊόντων-εμπορευμάτων (γυναίκες & άνδρες) με την προκήρυξη και την επιτελεστικότητα της απεργιακής κινητοποίησης δύνανται να καταστούν εκ νέου μία ορατή συλλογικότητα-υποκειμενικότητα, συναρθρώνοντας την πίεση της φωνής (φωνητικής εγκλητικότητας), με την δράση-διάδραση, ήτοι την υιοθέτηση μορφών διαπάλης οι οποίες κοινοποιούν την ανάγκη επαναθεμελίωσης του διεκδικητικού-αμφισβητησιακού υποκειμενισμού..

Με αυτόν τον τρόπο, η απεργία για την διεκδίκηση συγκεκριμένων στόχων ανανοηματοδοτείται ως οικεία επαναοικειοποίηση μίας αμφισβητησιακής-πρακτικής και υποκειμενικής-ταξικής κουλτούρας, η οποία θέτοντας τα επίδικα-διακυβεύματα, μετατοπίζει & αντανακλά προς το πλαίσιο της αναπαραγωγικής εργασίας ως ιδιαίτερη μνημονιακή κανονικότητα και απτή πραγματικότητα..

Η ‘απαστράπτουσα’ εργασία (και σε αυτόν τον κλάδο), στους ιδεολογικούς λόγους της νομιμοποίησης, προσλαμβάνεται ως ειδολογική ικανότητα ανάληψης ευθυνών, θέτοντας ως μομφή και μορφή την συγκρότηση μίας ιδιαίτερης σχέσης μεταξύ εργαζόμενου & πελάτη..

Η προσλαμβανόμενη και προβαλλόμενη έννοια της διαπροσωπικότητας αίρεται στο πεδίο ενός ‘κινητικού’ πραγμολογικού συμβολισμού, εκεί όπου αναδύεται το πλαίσιο της μεταφοράς-εργασιακής ‘βίαιης’[3] μετατόπισης στο χώρο και στο χρόνο της σωρευτικής αλλοτρίωσης-κερδοφορίας.. Στον χώρο και στο χρόνο της παράδοσης ως ατομικής σύμβασης εργασίας και αποσπασματικότητας.. Ως πυρήνας του κεφαλαιοκρατικά[4] εγκλητικού..

Μία προσίδια ‘ρήτρα’ εμπιστευτικότητας μεταξύ εργοδότη-εργαζόμενου αρθρώνεται, ‘ρήτρα’ & σχέση που δύναται να φέρει την σύνθετη διερώτηση-διακοίνωση: εσύ για εμένα και τον πελάτη, εγώ για ποιον; Ή εγώ για τον φέρων πελάτη, (και για εσένα) εσύ για ποιον; Η σχέση-απόσπαση εδράζεται και σε μία περιρρέουσα αποδοχή, στην δυνατότητα-ανοιχτότητα διασφάλισης του εργαζόμενου από την ενσκήπτουσα ανεργία, τάση που, αντιστρεφόμενη φέρει για τον εργοδότη το δυνητικό και μη πρόσημο του θετικού..

 Η εργασιακή εκμετάλλευση δύναται να λάβει χώρα στο πεδίο των συμβολικών προσδοκιών, της συγκέντρωσης του κέρδους της πρώτης και της συνεχιζόμενης φοράς..

Οι διανομείς (και οι εργαζόμενοι με το κομμάτι), δρουν σε σχέση με τον χώρο του μείζονος & ελάσσονος (και ενός ιδιαίτερου διαταξικού) εργοδοτισμού, επιφέροντας την απεργιακή τομή, και κινούμενοι προς την κατεύθυνση κίνησης-συσχέτισης (συγκρότησης κοινωνικών συμμαχιών) και με άλλες κατηγορίες επισφαλών εργαζομένων, ‘νέων’ και ‘παλαιών’ μερίδων της εργατικής τάξης, ενέχοντας τις τάσεις της ανατροφοδότησης της δράσης του συνδικαλιστικού κινήματος..

Η στρατηγική της απεργίας (που επαναδιεκδικείται η ίδια) ‘μνημονεύεται’ εκ νέου..

 Η μορφή της ‘από τα κάτω’ λογοκεντρικής διεκδικητικότητας.. Η συγκεκριμένη απεργιακή κινητοποίηση του σωματείου των διανομέων εγκαλεί την έννοια ‘εργαζόμενος-προλετάριος’,(εργατική τάξη) στην Ελλάδα της κρίσης.. Και είναι ιδίως σημαντική ακριβώς η επαναοικειοποίηση της συγκεκριμένης έννοιας- κοινωνικής τάξη στις σημερινές συνθήκες.

 Η απεργιακή κινητοποίηση των εργαζομένων (και η αναφορά σε άλλες πληττόμενες εργατικές κατηγορίες) προσλαμβάνει τους όρους μίας ιδιαίτερης κοινωνιο-ανάλυσης της τρέχουσας κοινωνικοοικονομικής (και πολιτικής) κατάστασης-συνθήκης..

Το σχεσιακό υποκείμενο (εν σχέσει με έναν διάστικτο εργοδοτισμό), ‘τροφοδοτείται’ και δρα από τους ίδιους όρους και τις συνθήκες εργασίας, δυνάμενο να ‘ενσαρκώσει’ το διακύβευμα..

Στο χώρο εργασίας αναπαράγεται η κοινωνική σχέση (κοινωνικές σχέσεις) & η μετουσίωση της σε αξία, σε υλικότητα των διαμεσολαβούντων-επικοινωνούντων αντιθέσεων.. Το σημαίνον της απεργίας των διανομέων (το εργασιακό συμβάν ως χώρος), διακρατείται ως ανανοηματοδότηση της έννοιας της οριακής και μη πάλης για αυτό που εκλείπει, για την προσίδια επανεγγραφή των όρων παραγωγής της υλικής εργασίας, την δυνατότητα-επιδίωξη βελτίωση των συνθηκών εργασίας.

 Οι διανομείς διεκδικούν την παροχή ατομικών μέσων προστασίας, εταιρικό μηχανάκι, την ένταξη τους στο καθεστώς των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων.. Αιτήματα που ‘ανακαλούν’, επανεγγράφονται και διεκδικούνται.

Με άλλους όρους, η κοινωνική σχέση και η σύγκρουση δομούνται στο πεδίο εμφάνισης μίας έκκεντρης συλλογικότητας, που, ως εμπρόθετη δράση, δύναται να καταστεί ‘συμβολικό κεφάλαιο’ επί πραγμολογικού κεφαλαίου..

Η απεργία (μορφή κοινωνιο-δια-πάλης) καθίσταται το ‘αντεστραμμένο είδωλο’ της δράσης: ανά-κληση της δράσης, του ενεργήματος στα κοινωνικά διάκενα, του ενεργήματος μίας ‘σύλληψης’ του ‘ανέστιου’ & του προσδιορισμένου-θεωρούμενου ως ανέφικτου, του υποδείγματος: ‘φροντίστε για τον εαυτό σας’.. Η έννοια του φορτισμένου εργατισμού ανασημαίνεται στο πεδίο του κοινωνικού, στο δρόμο των συμπυκνωμένων λογοθετικών αναφορών..

Η απεργία επικοινωνεί με τις προτεραιότητες που θέτουν οι εργοδότες, με τις πολλαπλές κοινωνικοπολιτικές συναρθρώσεις που λαμβάνουν χώρα..

Η προκήρυξη της και η πραγματοποίηση της συνιστούν την ‘άλλη’ προβολή του πλαισίου της διακινδύνευσης, προκήρυξη που το ‘ρηγματώνει’, που δύναται να διαρρήξει τους όρους της συναίνεσης..

 Στον κρισιακό ελληνικό κοινωνικοικονομικό σχηματισμό λαμβάνει χώρα ένας εκ νέου μετασχηματισμός των κοινωνικών-παραγωγικών σχέσεων, μία ‘βίαιη’ μετατόπιση υλικών όρων αναπαραγωγής ή αλλιώς μία ‘βίαιη’ επανακαπιταλιστικοποίηση’ του παραγωγικού στοιχείου, ενάντια σε αυτό που νοηματοδοτείται λογοθετικά-πολιτικά-ιδεολογικά ως ‘βαλκάνιος-ανατολικός’ καπιταλισμός.

Δύναται να κάνουμε λόγο για μία επιτελεστικότητα-ιστορικότητα του ευρωπαϊκού-διεθνικού ‘τώρα’..

 Ευρύτερα ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής λειτουργεί ως κοινωνικό σύστημα βιο-ρύθμισης, σωματικής έντασης, εκεί όπου όπως τονίζουν οι Γιάννης Μηλιός & Δημήτρης Σωτηρόπουλος: «οι εγγενείς στο σύστημα αιτιώδεις σχέσεις, οι οποίες διέπουν τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, επιβάλλονται στα ατομικά κεφάλαια μέσω του ανταγωνισμού και εντάσσουν τα ατομικά αυτά κεφάλαια στην κίνηση και τη διευρυνόμενη αναπαραγωγή του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου».

 

 

Σίμος Ανδρονίδης

 

 

 

 

[1] Bλέπε και τον θάνατο ενός εργαζόμενου-διανομέα στην πόλη της Λάρισας, πριν από λίγες ημέρες..  Θάνατος που φέρει τα χαρακτηριστικά της εντάσεως κεφαλαίου.. Επρόκειτο για την, σύμφωνα με την ανάλυση που επιχειρεί ο Στάθης Κουβελάκης, (στο επίμετρο του για το βιβλίο του Georges Labica, ‘Η βία; Ποια βία’), «συνηθισμένη» βία, που είναι συνυφασμένη με τις υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις, την απρόσωπη «συστημική» βία, σύμφωνα με τον όρο που υιοθετεί με τη σειρά του και ο Λαμπικά», βλέπε σχετικά, Labica George, ‘H βία; Ποια βία;’, Μετάφραση: Βαλλιάνος Χρήστος-Μπετζέλος Τάσος, Πρόλογος-Επίμετρο: Κουβελάκης Στάθης, Εκδόσεις Εκτός Γραμμής, Αθήνα, 2014, σελ. 183.

[2] Το άρχον αστικό συγκρότημα εξουσίας δύναται να ιδωθεί  ως κοινωνικό υποκείμενο-δράση,  ως κοινωνική κίνηση που, απέχοντας από μονολιθικές-αναγωγικές προσεγγίσεις, διαπερνάται από αντιφάσεις & από αιτήματα που επανεγγράφει η εμπρόθετη δράση των εργαζομένων.

[4] Ο Καρλ Μαρξ, στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, επισημαίνει: «Οι όροι της παραγωγής είναι ταυτόχρονα και οι όροι της αναπαραγωγής». Οι όροι παραγωγής & αναπαραγωγής του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής διαμεσολαβούν την κοινωνική σχέση κεφάλαιο-εργασία και το παράγωγο αυτής της σχέσης: «διαμελισμένη» υλικότητα. Η αναπαραγωγή του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής καθίσταται ‘οικεία’, ‘φετίχ’ κίνησης, κοινωνικός προσδιορισμός υποκειμένων, ‘νόμος’ εκ της ‘μήτρας’.. Με αυτόν τον τρόπο οφείλουμε να εννοήσουμε τους όρους παραγωγής που είναι ταυτόχρονα και οι όροι της αναπαραγωγής στο εσωτερικό ενός κοινωνικοοικονομικού συστήματος.. Όροι που εδράζονται και πηγάζουν από την ιστορική «χωροχρονική μήτρα», η οποία, κατά την διαδικασία της προσίδιας μετάβασης-εμπέδωσης, παράγει και αναπαράγει: την σχέση μεταξύ υποκειμένων, την σχέση προς   τα μέσα παραγωγής, την ίδια την ιδέα των μέσων παραγωγής.. Αυτό που διαθλάται είναι μία σύνθετη απεικόνιση..  Βλέπε σχετικά, Μαρξ Καρλ, ‘Το Κεφάλαιο’, Τόμος Πρώτος, Βιβλίο Ι, Το προτσές παραγωγής του κεφαλαίου, Μετάφραση: Μαυρομμάτης Παναγιώτης, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1978, σελ. 586.

[5] Βλέπε σχετικά, Μηλιός Γιάννης & Σωτηρόπουλος Π. Δημήτρης, ‘Καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και ιμπεριαλιστική αλυσίδα: ο Νίκος Πουλαντζάς απέναντι στις θεωρίες του ιμπεριαλισμού’, στο, Γολέμης Χάρης & Οικονόμου Ηρακλής, (επιμ.), ‘Ο Πουλαντζάς σήμερα’, Εκδόσεις Νήσος/Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, Αθήνα, 2012, σελ. 255.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.