Για τις εκτιμήσεις για την Οκτωβριανή Επανάσταση και την ανατροπή της Σοσιαλιστικής Οικοδόμησης (Με αφορμή την Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ)

Oμιλία του V.I Lenin στο εργοστάσιο Putilov, Μάιος 1917,  (Isaak Brodsky)

 

 

 

Αναδημοσιεύουμε τμήμα της Διακήρυξης της Κ.Ε του ΚΚΕ για τα 100 χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης. Η Διακήρυξη παρουσιάστηκε πριν από λίγες εβδομάδες και από τότε το ΚΚΕ οργανώνει εκδηλώσεις, στις οποίες παρουσιάζει το κείμενο και ανοίγει την συζήτηση. Το πιο σημαντικό είναι ότι αυτές οι εκδηλώσεις δεν αφορούν τα πανεπιστημιακά “φόρουμ” της ψευτοεπιστημονικής δυσνόητης ορολογίας αλλά απευθύνονται πρώτα από όλα στην εργατική τάξη. Με αφορμή και την διοργάνωση μιας τέτοιας παρουσίασης σε έναν από τους πιο σημαντικούς βιομηχανικούς κλάδους, γράφτηκε και αυτό το κείμενο, σαν προβληματισμός και σκέψεις για αυτήν την συζήτηση.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση, η πορεία και η σημασία της είναι από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις της ανθρωπότητας (η οποία, στην συντριπτική της πλειοψηφία απαρτίζεται από τους εργάτες και τα λαϊκά στρώματα). Όχι μόνο (η κυρίως) σαν θεωρητικό ζήτημα αλλά σαν εμπειρία που η σημασία της παραμένει ολοζώντανη στην εποχή μας. Σαν κληρονομία που η υπεράσπιση της, χωρίς δοξολογίες και μηδενισμούς, είναι όρος για την ανασυγκρότηση του ταξικού εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος.

Σε αυτήν την κατεύθυνση, οι θέσεις και επεξεργασίες της Διακήρυξης (που προέρχονται από μια συνολική δουλειά που γίνεται τα τελευταία χρόνια) είναι σημαντικό βήμα μπροστά για μια Μαρξιστική και Λενινιστική προσέγγιση τόσο της Οκτωβριανής όσο και της ιστορικής πορείας των Σοσιαλιστικών χωρών. Γιατί αυτές οι επεξεργασίες υιοθετούν την Μαρξιστική μεθοδολογία η οποία τονίζει α) την κοινωνική εξέλιξη σαν μια δυναμική, ιστορική διαδικασία που δεν είναι ούτε ευθύγραμμη, ούτε στατική β) τον κεντρικό ρόλο των συνθηκών στην ίδια την παραγωγή αλλά και σε κρίσιμα ζητήματα του “εποικοδομήματος” (όπως αυτό του εργατικού ελέγχου) γ) την σημασία της ταξικής πάλης που διεξάγεται σε αυτές τις συνθήκες.

Με την Οκτωβριανή Επανάσταση ξεκινάει μια πορεία οικοδόμησης κομμουνιστικών κοινωνικών σχέσεων. Αυτή η πορεία, με όλες τις αντιφάσεις και τα προβλήματα, δημιουργεί πρωτόγνωρες κατακτήσεις, που για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία διαμορφώνουν συνθήκες εξάλειψης της ταξικής εκμετάλλευσης (πέρα από τα σύντομα επαναστατικά επεισόδια του παρελθόντος). Αυτή η πορεία είναι κυρίαρχη για περίπου τρείς δεκαετίες (δηλαδή μέχρι τον Β παγκόσμιο πόλεμο και λίγο μετά). Από εκεί και πέρα αντιστρέφεται και πρακτικές και κοινωνικές σχέσεις στην οικονομία που γυρίζουν πίσω στις καπιταλιστικές μεθόδους αρχίζουν να ισχυροποιούνται. Όμως και αυτές δεν εμφανίζονται από τον ουρανό. Πλευρές τους έχουν εμφανιστεί ήδη από πριν, (όπως π.χ. με την απομάκρυνση από τον εργατικό έλεγχο). Όμως συνέχιζαν να λειτουργούν σε ένα πλαίσιο που η προσπάθεια οικοδόμησης κομμουνιστικών σχέσεων παρέμενε κυρίαρχη.

Οι αιτίες για όλες αυτές τις πρακτικές (και την μετέπειτα κυριαρχία τους) βρίσκονται στις αντικειμενικές δυσκολίες που είχε δημιουργήσει η ήττα των επαναστάσεων στην Ευρώπη, η ιμπεριαλιστική περικύκλωση, οι καταστροφές από τον πόλεμο κ.α. και στις λαθεμένες θεωρητικές και πολιτικές εκτιμήσεις και επιλογές γύρω από τα ζητήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.  Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι αυτές οι εκτιμήσεις δεν έγιναν σε κάποιο διαδικτυακό φόρουμ ούτε σε συνθήκες κοινωνικής σταθερότητας, ούτε από απόσταση ασφαλείας πολλών δεκαετιών (όπως σήμερα που γίνεται η οποιαδήποτε εκτίμηση) αλλά σε συνθήκες παγκοσμίου πολέμου, σκληρής εσωκομματικής διαπάλης και άγνωστων μέχρι τότε κοινωνικών προβλημάτων στην οικονομία (αλλά και σε όλα τα κοινωνικά πεδία),  που η αντιμετώπιση τους δεν μπορούσε να περιμένει πάντα τις θεωρητικές συζητήσεις.

Τελικά, από το τέλος αυτής της περιόδου, αυτά τα χαρακτηριστικά θα αρχίσουν να αναπτύσσονται και με το 20ο συνέδριο (και μετά απο αυτό) θα γίνουν και επίσημη κομματική γραμμή. Ο κεντρικός σχεδιασμός υποχωρεί δραστικά προς όφελος του “σοσιαλισμού της αγοράς”, το Σοβιετικό κράτος γίνεται “παλλαϊκό κράτος” και οι εισοδηματικές διαφορές μεταξύ εργαζομένων-διευθυντών/στελεχών αλλά και μεταξύ εργαζομένων διαφορετικών κλάδων αυξάνονται. Μέσα από την επανεμφάνιση αυτών των κοινωνικών σχέσεων που λειτουργούν διαβρωτικά για την σοσιαλιστική οικοδόμηση, διαμορφώνεται ένα στρώμα από κρατικούς λειτουργούς και διευθυντές η στελεχικό δυναμικό των κρατικών επιχειρήσεων (που η αυτονομία τους με όρους αγοράς από τον κεντρικό σχεδιασμό μεγαλώνει). Αυτό το κοινωνικό στρώμα έχει πια άμεσο συμφέρον (οικονομικό αλλά και κίνητρα κύρους και επιρροής) να ενισχυθούν παραπέρα αυτές οι σχέσεις και να ανακοπεί οποιαδήποτε προσπάθεια οικοδόμησης κομμουνιστικών σχέσεων. Για τους λόγους αυτούς το στρώμα αυτό διεξάγει σκληρή ταξική πάλη και με ιδεολογικό μανδύα οπορτουνιστικού τύπου.

Όλα αυτά δεν θα μπορούσαν να αφήσουν στο απυρόβλητο και το γενικότερο πλαίσιο των αξιών της κοινωνίας: Παρά τις διακηρύξεις, σταδιακά αυξάνεται η αποξένωση από το κράτος, ο ατομισμός και άλλα παρόμοια φαινόμενα, που τελικά θα αποδειχθούν μοιραία στην δεκαετία του 80. Φυσικά αυτή η διαδικασία δεν έχει κάποια “κλειστή” χρονική αφετηρία η τέλος, όπως υποστηρίζουν διάφορες θεωρίες που χαράζουν αυθαίρετα ιστορικές γραμμές πέρα απο τις οποίες σταματάει ολoκληρωτικά η προσπάθεια οικοδόμησης κομμουνιστικών σχέσεων (όπως π.χ οι θεωρίες περί κρατικού καπιταλισμού). Η διαδίκασία αυτή προχώρησε σταδιακά, μέσα απο αντιφάσεις και πισωγυρίσματα. Όπως και πριν το 20ο συνέδριο είχαν εμφανιστεί πλευρές του “σοσιαλισμού της αγοράς”, έτσι και μετά το 20ο συνέχιζε να υπάρχει η προσπάθεια οικοδόμησης κομμουνιστικών σχέσεων στην παραγωγή και την οικονομία, αφού η κληρονομιά της επανάστασης δεν μπορούσε εύκολα να ξεχαστεί. Όμως εκείνη η περίοδος σηματοδοτεί, με επίσημο και τυπικό τρόπο την αλλαγή του συνολικού συσχετισμού, που οι επόμενες δεκαετίες ενίσχυσαν και δεν άλλαξαν.

Βέβαια ακόμα και τότε αυτές οι σχέσεις εμπορευματικού τύπου και αστικής διαχείρησης και εκπροσώπησης (και το στρώμα που τις εκπροσωπούσε στο κράτος και το κόμμα) δεν μπορούσαν να πάρουν (και ουσιαστικά και τυπικά)  καπιταλιστικό  χαρακτήρα, αφού λειτουργούσαν υποχρεωτικά μέσα στο πολιτικό πλαίσιο της Σοβιετικής Ένωσης που έθετε αντικειμενικούς περιορισμούς (απαγόρευση της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, της εργατικής δύναμης εμπόρευμα για τους καπιταλιστές, συνταγματική απαγόρευση της ανεργίας κ.α). Θα χρειαστούν δεκαετίες σκληρής ταξικής πάλης για να μπορέσουν αυτές οι κοινωνικές δυνάμεις, εκμεταλλευόμενες και εξωτερικούς παράγοντες να οδηγήσουν στην διάλυση του Σοβιετικού κράτους και το πέρασμα στον καπιταλισμό.

Φυσικά το ίδιο το ζήτημα της Οκτωβριανής Επανάστασης και της οικοδόμησης της Σοσιαλιστικής κοινωνίας δεν εξαντλείται στις παραπάνω πλευρές. Εξάλλου είναι  μια συζήτηση που παραμένει ανοιχτή στην έρευνα. Όμως αυτό το πλαίσιο αποτελεί μια στέρεη θεωρητική βάση για παραπέρα ανάπτυξη. Γιατί δείχνει την ανεπάρκεια και χρεοκοπία της αστικής κριτικής (άσχετα πώς αυτοαποκαλείται) για τις Σοβιετικές κοινωνίες. Σύμφωνα με αυτές τις κριτικές, η Σοβιετική Ένωση δεν συνέχισε την ιστορική της πορεία λόγω του κεντρικού σχεδιασμού και της έλλειψης “δημοκρατίας” (δηλαδή αστικής δημοκρατίας). Όμως τα γεγονότα δείχνουν ότι η Σοβιετική Ένωση δεν μπόρεσε να συνεχίσει ακριβώς για τους αντίθετους λόγους: Την υιοθέτηση μορφών αγοράς που είχαν διαβρωτική επίδραση στον κεντρικό σχεδιασμό και την απομάκρυνση από τις μορφές εργατικού ελέγχου προς όφελος μορφών που προσομοίαζαν σε μορφές εκπροσώπησης της παλιάς αστικής δημοκρατίας. Δείχνει όμως και την ανεπάρκεια διάφορων αντιλήψεων “αριστερής” κριτικής που υιοθετούν μεταφυσικά σχήματα “δαιμονοποιήσης” ηγετών (και “αγιοποίησης” άλλων) η θεωριών “προδοσίας” από την “γραφειοκρατία”.

Δεν πρόκειται για θεωρητική διαπάλη. Οι αστικές τάξεις ξέρουν καλά ότι η μνήμη της Οκτωβριανής Επανάστασης και της πρώτης προσπάθειας οικοδόμησης κομμουνιστικών σχέσεων δεν μπορεί να σβηστεί. Για αυτό και προσπαθούν, ακόμα και σήμερα που συσχετισμός είναι συντριπτικός υπέρ τους, να διαστρεβλώσουν προληπτικά κάθε ιστορική αναφορά και επαναστατικό περιεχόμενο. Γιατί γνωρίζουν ότι η ίδια η ταξική πάλη και τα αδιέξοδα του καπιταλισμού φέρνουν συνέχεια στο προσκήνιο τα ζητήματα και της κατακτήσεις που αναδείχθηκαν. Γιατί γνωρίζουν ότι το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα θα αξιοποιήσει αυτήν την πείρα όχι για να κάνει τα ίδια λάθη αλλά για να επαναφέρει όλες αυτές τις κατακτήσεις και να τις πάει ακόμα πιο μακριά. Γιατί γνωρίζουν ότι η λήθη και η διαστρέβλωση είναι η δύναμη της ταξικής εξουσίας.

Εδώ βρίσκεται και η σημασία της συζήτησης για τα 100 χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης. Πρώτα από όλα για την εργατική τάξη και το εργατικό κίνημα. Γιατί αυτή η τάξη θα είναι η κινητήρια δύναμη που σηκώσει το βάρος της οικοδόμησης μια κοινωνίας που θα απελευθερώσει τόσο την ίδια όσο και όλη την ανθρωπότητα από την ταξική εκμετάλλευση. Και η γνώση, η αποτίμηση, η τοποθέτηση και η δράση στο σήμερα με βάση την ιστορική εμπειρία είναι αναγκαία. Πολύ περισσότερο σήμερα, που η βαρβαρότητα του καπιταλισμού φέρνει το προσκήνιο την ανάγκη άλλου δρόμου, υπέρ των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων. Σε αυτή τη συζήτηση και ανεξάρτητα από επιμέρους ζητήματα η πιθανές διαφοροποιήσεις, η Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ αποτελεί σημαντική συμβολή για κάθε συνάδελφο και αγωνιστή που θέλει να γνωρίσει την ιστορία της τάξης του. Την ιστορία όχι σαν το διαστρεβλωμένο και νεκρό παρελθόν της αστικής ιστοριογραφίας αλλά σαν το επίκαιρο και ζωντανό παρόν και μέλλον των ταξικών αγώνων που είναι μπροστά.

 

Βαγγέλης Ζέρβας,

 

Συνδικαλιστής στον κλάδο του Φαρμάκου.

 

 

 

 

 

ΠΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΦΤΑΣΑΜΕ ΣΤΗΝ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗΣ

 

 

Η πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ δεν προχώρησε ευθύγραμμα, ανοδικά και ομαλά. Για να αποτιμήσουμε κριτικά τη θετική και αρνητική πείρα της πρώτης προσπάθειας σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην Ιστορία είναι αναγκαίο να διακρίνουμε συνοπτικά τους βασικούς ιστορικούς σταθμούς της.

Μετά την καταστροφική για την παραγωγική βάση της χώρας εξωτερική επέμβαση και τον ταξικό εμφύλιο πόλεμο (1917 – 1922) και τη Νέα Οικονομική Πολιτική (1922 – 1929) – που ακολούθησε ως προσωρινή υποχώρηση στις συγκεκριμένες συνθήκες – η χάραξη του πρώτου πεντάχρονου σχεδίου το 1929 σήμανε την έναρξη της επίθεσης των δυνάμεων του σοσιαλισμού. Από αυτήν την περίοδο μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο διεξαγόταν στην ΕΣΣΔ γενικά με επιτυχία η πάλη για την ανάπτυξη των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής, την κατάργηση της μισθωτής εργασίας και την κυριαρχία του κοινωνικοποιημένου τομέα της παραγωγής με βάση τον Κεντρικό Σχεδιασμό. Αυτή η πάλη δόθηκε με επιτυχία, παρά το γεγονός ότι οι συνθήκες της ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης και της απειλής πολέμου – σε συνδυασμό με την κληρονομιά της μεγάλης καθυστέρησης – επέβαλλαν την επιτάχυνση της διαδικασίας οικοδόμησης των νέων σχέσεων.

Εκείνη την περίοδο αναπτύχθηκαν οι νέοι θεσμοί εργατικής συμμετοχής, οι οποίοι αρχικά είχαν ως πυρήνα τους τον χώρο εργασίας, πολιτική σχέση η οποία στη συνέχεια παραβιάστηκε, υποχωρώντας σε υπαρκτές αντικειμενικές δυσκολίες αλλά και υποκειμενικές πιέσεις. Κάτω και από την πίεση της προετοιμασίας για την ενεργό συμβολή όλου του λαού μπροστά στον επερχόμενο πόλεμο, το Σοβιετικό Σύνταγμα του 1936 γενίκευσε το εκλογικό δικαίωμα με καθολική μυστική ψηφοφορία, με βάση τον τόπο κατοικίας. Υποβαθμίστηκαν οι συνελεύσεις αντιπροσώπων σε κάθε παραγωγική μονάδα ως πυρήνες οργάνωσης της εργατικής εξουσίας. Στην πράξη, αυξήθηκε η δυσκολία ανάκλησης αντιπροσώπων από τα ανώτερα κρατικά όργανα.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τόσο η ανοικοδόμηση όσο και, στη συνέχεια, η περαιτέρω ανάπτυξη των κομμουνιστικών σχέσεων έθεσαν νέες απαιτήσεις και προκλήσεις που χρειάζονταν προσαρμογή της επαναστατικής στρατηγικής. Τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο, στο εσωτερικό του ΚΚΣΕ κυριαρχούσε η αντι-αγοραία κατεύθυνση, η οποία – παρά τις θεωρητικές αδυναμίες και ελλείψεις – παρέμενε σταθερή στον στόχο της ανάπτυξης των κομμουνιστικών σχέσεων, της σχεδιασμένης εξάλειψης των ανισοτήτων, της εμπορευματικότητας στην αγροτική παραγωγή (σε συνδυασμό με τον στόχο της μετατροπής των κολχόζ – συνεταιρισμών σε κοινωνική ιδιοκτησία).

Παρά την επιτυχία του πρώτου μεταπολεμικού οικονομικού πλάνου, η αγροτική παραγωγή παρουσίαζε καθυστέρηση. Παρουσιάστηκαν και ορισμένα προβλήματα στα αποτελέσματα του κεντρικού σχεδιασμού, μεταξύ άλλων στις αναλογίες μεταξύ παραγωγικών κλάδων.

Η ζωή έδειξε ότι δεν υπήρχε συλλογικά κατακτημένη θεωρητική δυναμική που θα μπορούσε να προσαρμόσει την κομμουνιστική στρατηγική στις προκλήσεις που έθετε το νέο επίπεδο ανάπτυξης της κοινωνικής παραγωγής. Τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν δεν ερμηνεύτηκαν σωστά και δεν αντιμετωπίστηκαν με άξονα την ενίσχυση και επέκταση των κομμουνιστικών σχέσεων.

Ερμηνεύτηκαν ως αναπόφευκτες αδυναμίες που έχει από τη φύση του ο κεντρικός σχεδιασμός και όχι ως αποτέλεσμα των αντιθέσεων από τις επιβιώσεις του παλιού, ως αποτέλεσμα των λαθών τού μη επιστημονικά επεξεργασμένου σχεδίου. Έτσι, αντί η λύση να αναζητηθεί προς τα εμπρός, προς την επέκταση και ισχυροποίηση των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής και κατανομής, αναζητήθηκε προς τα πίσω, στην αξιοποίηση εργαλείων και σχέσεων παραγωγής του καπιταλισμού. Η λύση αναζητήθηκε στη διεύρυνση της αγοράς, στον «σοσιαλισμό με αγορά».

Ως σημείο στροφής ξεχωρίζει το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1956), επειδή σε αυτό, με όχημα τη λεγόμενη «προσωπολατρία», υιοθετήθηκαν μια σειρά οπορτουνιστικές θέσεις για τα ζητήματα της στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος, των διεθνών σχέσεων, εν μέρει και της οικονομίας. Γενικότερα, αδυνάτισε η κεντρική διεύθυνση του σχεδιασμού. Αντί να σχεδιαστεί η μετατροπή των κολχόζ σε σοβχόζ και κυρίως να αρχίσει το πέρασμα όλης της συνεταιριστικής – κολχόζνικης παραγωγής στον κρατικό έλεγχο, το 1958 τα τρακτέρ και άλλα μηχανήματα πέρασαν στην ιδιοκτησία των κολχόζ, θέση που είχε απορριφθεί παλιότερα.

Λίγα χρόνια μετά, με αφετηρία τη λεγόμενη «μεταρρύθμιση Κοσίγκιν» (1965), υιοθετήθηκε η αστική κατηγορία του «επιχειρησιακού κέρδους» της κάθε μεμονωμένης παραγωγικής μονάδας και η σύνδεση με αυτό των αμοιβών των διευθυντών και των εργαζομένων. Η εκτίμηση της παραγωγικότητας των σοσιαλιστικών παραγωγικών μονάδων με κριτήριο τον όγκο παραγωγής αντικαταστάθηκε από την αξιακή εκτίμηση του προϊόντος τους. Η διαδικασία συσσώρευσης της κάθε σοσιαλιστικής μονάδας αποσυνδέθηκε από τον κεντρικό σχεδιασμό με συνέπεια την αποδυνάμωση του κοινωνικού χαρακτήρα των μέσων παραγωγής και των αποθεμάτων προϊόντων. Παράλληλα, μέχρι το 1975, όλα τα κρατικά αγροκτήματα, τα σοβχόζ, είχαν περάσει σε καθεστώς πλήρους ιδιοσυντήρησης. Όλα αυτά τα μέτρα οδήγησαν στη δημιουργία των προϋποθέσεων ατομικού σφετερισμού και ιδιοκτησίας, σχέσεις που νομικά ήταν απαγορευμένες.

Αυξήθηκαν οι διαφορές εργασιακού εισοδήματος μεταξύ εργαζομένων και διευθυντικών στελεχών σε κάθε επιχείρηση, αλλά και μεταξύ εργαζομένων σε διαφορετικές επιχειρήσεις. Ενισχύθηκε το ατομικό συμφέρον σε βάρος του κοινωνικού συμφέροντος και δέχτηκε πλήγμα η κομμουνιστική συνείδηση, η στάση υπεράσπισης και προώθησης της κοινωνικής ιδιοκτησίας.

Εμφανίστηκε το λεγόμενο «σκιώδες κεφάλαιο» ως αποτέλεσμα όχι μόνο πλουτισμού από το επιχειρησιακό κέρδος, αλλά και της «μαύρης» αγοράς, εγκληματικών πράξεων σφετερισμού του κοινωνικού προϊόντος, που επιδίωκε τη νόμιμη λειτουργία του ως κεφάλαιο στην παραγωγή, δηλαδή την ιδιωτικοποίηση των μέσων παραγωγής και μίσθωσης ξένης εργασίας, την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Οι κάτοχοί του αποτέλεσαν την κινητήρια κοινωνική δύναμη της αντεπανάστασης.

Την ίδια περίπου περίοδο αναθεωρήθηκε και η μαρξιστική – λενινιστική αντίληψη για το εργατικό κράτος. Το 22ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1961) χαρακτήρισε το κράτος της ΕΣΣΔ ως «παλλαϊκό» κράτος και το ΚΚΣΕ ως «παλλαϊκό κόμμα». Αυτές οι θέσεις επέφεραν ραγδαία άμβλυνση και στη συνέχεια μετάλλαξη των επαναστατικών χαρακτηριστικών και της κοινωνικής σύνθεσης του κόμματος. Η μετατροπή του οπορτουνιστικού εκφυλισμού του ΚΚΣΕ σε ανοιχτή αντεπαναστατική δύναμη εκδηλώθηκε το 1987, με την ψήφιση νόμου που κατοχύρωνε θεσμικά τις καπιταλιστικές σχέσεις με πρόσχημα την πολυμορφία των σχέσεων ιδιοκτησίας, την περίφημη πολιτική της «περεστρόικα» και της «γκλάσνοστ». Αυτό το γεγονός σηματοδοτεί και την τυπική έναρξη της περιόδου της αντεπανάστασης.

Όσο η ηγεσία του ΚΚΣΕ υιοθετούσε επιλογές που αποδυνάμωναν τον κοινωνικό χαρακτήρα της ιδιοκτησίας και ενδυνάμωναν το στενό ατομικό και ομαδικό συμφέρον, δημιουργούνταν αισθήματα αποξένωσης από την κοινωνική ιδιοκτησία και διαβρωνόταν η ταξική συνείδηση των εργαζομένων. Άνοιγε ο δρόμος στην αδιαφορία, στον ατομισμό όσο η πράξη απομακρυνόταν όλο και περισσότερο από τις διακηρύξεις. Αυτή η πορεία εξηγεί την παθητικότητα μεγάλου μέρους του λαού στην περίοδο των αντεπαναστατικών ανατροπών και ταυτόχρονα δείχνει τον εκφυλισμό στον οποίο είχε φτάσει ο ηγετικός πυρήνας του ΚΚΣΕ.

 

 

 

 

Πηγή: http://www.kke.gr/anakoinoseis_grafeioy_typoy/diakhryksh_ths_kentrikhs_epitrophs_toy_kke_gia_ta_100xrona_ths_megalhs_oxtobrianhs_sosialistikhs_epanastashs?morf=1

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *