Εκκλησία και φασισμός

Ο επίσκοπος Κυδωνίας και Αποκορώνου (Χανίων) Αγαθάγγελος Ξηρουχάκης χαιρετά ναζιστικά, δίπλα στον δωσίλογο διοικητή Κρήτης Ιωάννη Πασσαδάκη και τον γερμανό στρατιωτικό διοικητή Κρήτης στρατηγό Μπρούνο Μπρόυερ.

 

 

Εκκλησία και φασισμός

 

 

 

1

 

 

Με αφορμή κάποια σχόλια που συνόδευσαν την κοινοποίηση του χτεσινού κειμένου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, λέω να επεκτείνω σήμερα την κουβέντα ρίχνοντας μια ματιά στην όλη στάση της εκκλησίας (*) απέναντι στην χούντα και τον φασισμό γενικά.

Πρώτα-πρώτα, να ξεκαθαρίσουμε ότι η άποψη πως η εκκλησία στηρίζει την εκάστοτε εξουσία (και, μάλιστα, όσο πιο απολυταρχική είναι αυτή η εξουσία τόσο περισσότερο την στηρίζει) είναι μάλλον ανακριβής. Και τούτο διότι η εκκλησία είναι η ίδια εξουσία, είναι η ίδια θεσμός με τις δικές του δομές. Συνεπώς, οι θέσεις της στα διάφορα ζητήματα δεν αποσκοπούν στην στήριξη τρίτων αλλά στην στήριξη του δικού της οικοδομήματος, άσχετα αν απ’ αυτές τις θέσεις προκύπτουν παράπλευρα οφέλη για κάποιους τρίτους.

Υπ’ αυτό το πρίσμα, εξηγείται απολύτως η σταθερή αντικομμουνιστική στάση της εκκλησίας από την εποχή που επικράτησε η οκτωβριανή επανάσταση. Κραυγαλέο παράδειγμα ήταν ο περιβόητος αρχιμανδρίτης Παντελεήμων Φωστίνης (μετέπειτα επίσκοπος Καρυστίας και Σκύρου, κατόπιν Ενόπλων Δυνάμεων και, εν τέλει, Χίου, Ψαρών και Οινουσσών), ο οποίος υπηρέτησε ως ιεροκήρυκας στο 34ο σύνταγμα πεζικού κατά την εκστρατεία στην Κριμαία. Έμεινε παροιμιώδης ο τρόπος με τον οποίο ο Φωστίνης εμψύχωνε τους έλληνες στρατιώτες κατά της κομμουνιστικής απειλής. Μάλιστα δε, ο Φωστίνης φρόντισε να διασώσει τα κατορθώματά του εκδίδοντας και σχετικό βιβλίο με τίτλο “Ο ελληνικός στρατός στη Ρωσσία“.

Η στάση της εκκλησίας έγινε σαφής και κατά τις μεγάλες κινητοποιήσεις του 1925 (ξεσηκωμός θεσσαλών αγροτών κατά των μοναστηριακών περιουσιών, απεργίες σιδηροδρομικών και δημοσίων υπαλλήλων κλπ). Η ιερά σύνοδος διέβλεψε “κομμουνιστικό δάκτυλον” πίσω από αυτές τις κινητοποιήσεις και εξέδωσε εγκύκλιο για να καταγγείλει πως οι κομμουνιστές επιχειρούν να ξερριζώσουν από τους εργάτες την αγάπη προς την πατρίδα “υπό το πρόσχημα του διεθνισμού και της καταπαύσεως των πολέμων“. Για να τεκμηριώσει δε την στάση της, δεν διστάζει να διατυπώσει την άποψή της ότι το αίτημα για ειρήνη είναι άτοπο επειδή “η ιδέα του γενικού αφοπλισμού δεν ωρίμασεν ακόμη” (Δημήτρης Μπαχάρας, Μελετώντας τις απαρχές του αντικομμουνισμού τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1920 στην Ελλάδα, εκδόσεις Μνήμων, 2008).

Κατά την ίδια έννοια, είναι απολύτως εξηγήσιμη η στάση της εκκλησίας απέναντι και στον Μεταξά αλλά και στα ολοκληρωτικά καθεστώτα που επικράτησαν στην Ευρώπη κατά την διάρκεια του μεσοπολέμου. Όταν πέθανε ο Μεταξάς, για παράδειγμα, το περιοδικό Εκκλησία έγραψε ότι “το Έθνος ολόκληρον εθρήνησεν και η Εκκλησία εθλίβη μεγάλως δια την απώλειαν του πιστού αυτής τέκνου“. Ο δε Μουσσολίνι υμνήθηκε επαρκώς από το ίδιο περιοδικό και το 1929 που κατάργησε το διαζύγιο και το 1933 που κυκλοφόρησε γραμματόσημο με την Αγία Γραφή.

Όσο για τον Χίτλερ, τύφλα νά ‘χουν οι χρυσαυγήτες: “Μεταξύ των άρθρων του πολιτικού προγράμματος του νέου Αρχικαγκελαρίου υπάρχουν και τινα τα οποία, διά το οικουμενικόν τού χαρακτήρος των, προκαλούν, ιδίως σήμερον, αμέριστον την προσοχήν. Υπισχνείται λοιπόν ο γερμανός αρχηγός μιας μεγίστης μερίδος του γερμανικού λαού, ότι “θα αποκαταστήσωμεν την καθαριότηταν εις την οικογενειακήν και την δημοσίαν ζωήν”, “θα επαναδώσωμεν εις τον γερμανικόν λαόν την πίστιν προς τον Θεόν, την πατρίδα και την οικογένειαν” και “θα στηρίξωμεν πάλιν επί υγιών βάσεων την εκπαίδευσιν των παιδιών μας”. Τοιουτοτρόπως, ο προς ον απευθύνεται το πρόγραμμα εκλέκτωρ λαός ακούει σαφείς και καθαράς τας θέσεις των πολιτικών του ως προς τα θεμελιώδη ιδανικά της ατομικής και της κοινωνικής του ζωής. Και είναι καιρός -και υπάρχουν λόγοι- να ακούση, τέλος πάντων, μίαν φοράν ο ελληνικός λαός εκ στόματος των πολιτικών του επίσης καθαρά” (περιοδικό Εκκλησία, 18/2/1933).

Κι αν υπάρχει κάποιος που δεν κατάλαβε τα παραπάνω γενικόλογα, έρχεται να τα εκλαϊκεύσει ο επίσκοπος Μεσσηνίας (πρώην Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως) Πολύκαρπος Συνοδινός, στο ίδιο περιοδικό: “Από της καταστροφής εσώθησαν τα κράτη της Ιταλίας και τελευταίον της Γερμανίας διά της ανακηρύξεως δικτατοριών και περιορισμού της ελευθέρας ενεργείας των ανελευθέρων αθέων κομμουνιστών“. Τόσο απλά.

Φυσικά, σε βοήθεια των επισκόπων έσπευσαν και επιφανείς θεολόγοι, οι οποίοι επηρέαζαν μεγάλες μάζες, κυρίως μέσω της παραεκκλησιαστικής οργάνωσης “Ζωή“. Για παράδειγμα, ο πολύς Παναγιώτης Τρεμπέλας διέβλεπε “ιδεολογικόν διαποτισμόν των εργατών από σοσιαλιστικάς αντιλήψεις” και καλούσε την εκκλησία, ως “οργανισμόν προσηλυτιστικόν” να διαφυλάξει το ποίμνιό της από τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Ο δε Γεράσιμος Κονιδάρης, πιο μαχητικός και απόλυτος, συνιστούσε στην εκκλησία να διεισδύσει με κάθε τρόπο στους εργατικούς και στους συνδικαλιστικούς χώρους (Δημήτρης Αρκάδας, Οι επαγγελματίες της θεολογικής σκέψης, διατριβή, Αθήνα, 2011).

(*) Στο κείμενο, ο όρος εκκλησία δεν χρησιμοποιείται με το θεολογικό του περιεχόμενο (δηλαδή, η εκκλησία συνίσταται από τον κλήρο και τον λαό) αλλά έτσι όπως τον χρησιμοποιεί ο λαός, εννοώντας αυτούς που κάνουν το κουμάντο, δηλαδή τον υψηλόβαθμο κλήρο και τον θεσμό συνολικά.

 

 

2

 

 

Λέγαμε χτες ότι η αντικομμουνιστική στάση τής εκκλησίας εκδηλώθηκε αμέσως μετά την οκτωβριανή επανάσταση. Κατά την εκκλησία, ο κομμουνισμός δεν είχε θέση στην Ελλάδα επειδή στην Ελλάδα δεν υπήρχε… προλεταριάτο (!). Σύμφωνα με τον Γρηγόριο Παπαμιχαήλ (*), “η Ελλάς δεν είναι χώρα εργατική, δηλαδή κοιτίς και τροφός προλεταριάτου. Πάντες σχεδόν οι Έλληνες αποτελούσι πληθυσμόν αστικόν, και αυτοί οι εργάται. Η ιδιοκτησία είναι η βάσις, ο σκοπός και το όνειρο του Έλληνος, ολίγοι δ’ είναι οι άνευ ιδιοκτήτου γης αγρόται ενταύθα“. Δηλαδή, κατά την εκκλησία (ο Παπαμιχαήλ τα γράφει όλα αυτά στο επίσημο όργανο της εκκλησίας, στο περιοδικό “Εκκλησία“), όλοι οι έλληνες είναι μικροαστοί, των εργατών συμπεριλαμβανομένων. Αυτό το κάνει σαφές ο Παπαμιχαήλ, ταυτίζοντας την αυθεντική εργατική τάξη με τους κομμουνιστές: “Η Ελληνική κοινωνία ολόκληρος αποτελείται εκ μικροαστών, η εν αυτή δ’ εργατική τάξις αποτελεί ασήμαντον μειονοψηφίαν, εις την οποίαν δεν είνε δυνατόν ν’ αναγνωρισθή ως δικαίωμα η αξίωσις να διευθετή αυτή αυθαιρέτως τον βίον της χώρας, μοναρχικά ιδιοποιουμένη δικαιώματα οχλοκρατικού αυταρχικού ρυθμού της ζωής των άλλων” (**).

Δεν είναι εύκολο να ανιχνευθούν οι ρίζες αυτής της αντικομμουνιστικής στάσης της εκκλησίας αλλά νομίζω πως πρέπει να αναζητηθούν σε δυο κατευθύνσεις. Πρώτον, στον εύλογο φόβο ανατροπής τής εκκλησιαστικής εξουσίας σε περιβάλλον προλεταριακής δικτατορίας. Και, δεύτερον, στις βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις περί βυζαντινής κληρονομιάς. Η εκκλησία πίστευε ότι, κατά την περίοδο της οθωμανοκρατίας, είχε επιτελέσει εις το ακέραιον το έργο της ως “μητέρα” και “τροφός” των ορθοδόξων πληθυσμών και, επομένως, εδικαιούτο να θεωρείται “κληρονόμος” τού Βυζαντίου. Κι αφού στο Βυζάντιο η εξουσία ανήκε στην εκκλησία και στο παλάτι, έτσι θα έπρεπε να παραμείνει.

Αυτή η ερμηνεία εξηγεί και την έκδηλα βασιλόφρονα στάση τής εκκλησίας. Μάλιστα δε, αφ’ ης στιγμής οι μπολσεβίκοι κατέλυσαν τον τσαρισμό, οι έλληνες βασιλείς απέκτησαν ένα εξαιρετικό προνόμιο: ήσαν πλέον οι μόνοι ορθόδοξοι βασιλείς στον κόσμο. Ειδικά δε ο Κωνσταντίνος, που βασίλευε εκείνη την εποχή, θεωρήθηκε ο συνδετήριος κρίκος με το ένδοξο παρελθόν, μιας που είχε το όνομα και του πρώτου και του τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα, σε σημείο που στα εκκλησιαστικά κείμενα να αναφέρεται ως Κωνσταντίνος ΙΒ’, σαν να ήταν διάδοχος του Κωνσταντίνου ΙΑ’ του Παλαιολόγου.

Παρ’ όλα αυτά, κατά την κατοχή η εκκλησία δεν εκδήλωσε ανοιχτά τις αντικομμουνιστικές της θέσεις ενώ και κατά τα πρώτα χρόνια του εμφυλίου απέφυγε να καταδικάσει ευθέως τον κομμουνισμό αν και πιέστηκε να το κάνει. Η ερμηνεία αυτού του εκ πρώτης όψεως παραδόξου φαινομένου εκτιμώ ότι πρέπει να αναζητηθεί στο ένστικτο αυτοσυντήρησης: πώς να καταδικάσει τον κομμουνισμό, με δεδομένο ότι ένα καθόλου αμελητέο πλήθος απλών παπάδων (αλλά και αρκετών δεσποτάδων) είχαν ενταχθεί στο ΕΑΜ ή πάντως το αντιμετώπιζαν με συμπάθεια; Ο κίνδυνος της ρήξης ήταν μεγάλος. Ως πρώτη επίσημη αντικομμουνιστική εκδήλωση από πλευράς εκκλησίας μετά το 1940, θεωρείται η δήλωση του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού στις 26/2/1945 στην Θεσσαλονίκη ότι περί της “παρασυρθείσης εις καινοφανείς οργανώσεις ελληνικής νεολαίας θα ληφθή πρόνοια ελληνοπρεπούς διαπαιδαγωγήσεως επί τη βάσει των αρχών ακραιφνούς χριστιανικής αγωγής“.

Όσο η χώρα βάδιζε προς τον εμφύλιο, τόσο πιο έντονες γίνονταν οι πιέσεις προς την εκκλησία να καταδικάσει τον κομμουνισμό. Ο Δαμασκηνός φοβάται το ρήγμα και αποφεύγει τις ξεκάθαρες τοποθετήσεις. Σε εγκύκλιό του, το 1946, τονίζει ότι “η Εκκλησία, ενώ παραμένει αυστηρώς μακράν πάσης αναμίξεως εις πολιτικάς διαμάχας, εν τούτοις αποδοκιμάζει κάθε βίαιον μέτρον, κάθε επαναστατικήν ενέργειαν προς αναστήλωσιν μιας μορφής διοικήσεως, η οποία θα εμπνέεται μόνον από οικονομικάς θεωρίας“.

Τα πράγματα αλλάζουν στις 3 Μαΐου 1947, όταν εκδίδεται η εγκύκλιος “Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος κατά της ανταρσίας“, όπου η εκκλησία χαρακτηρίζει τον εμφύλιο ως “ανταρσία” και ως “ωργανωμένη, προμελετημένη απόπειρα”. Ναι μεν η εκκλησία δεν αναμιγνύεται στις πολιτικές διαμάχες αλλά δεν μπορεί να μένει ουδέτερη όταν “μία μερίς στασιάζη κατ’ αυτού τούτου του Έθνους“. Πάντως, ως καλή μητέρα, “θα παράσχη όλην την ηθικήν αυτής προστασίαν εις τα ειλικρινώς μετανοούντα και με νομοταγή διάθεσιν επιστρέφοντα εις την αγκάλην της Πατρίδος πνευματικά αυτής τέκνα“.

Το 1948, ο πατριάρχης Μόσχας και πασών των Ρωσσιών Αλέξιος Α’ στέλνει επιστολή στον Δαμασκηνό, διαμαρτυρόμενος για το ότι η ελληνική εκκλησία δεν καταδικάζει τις εκτελέσεις και τις διώξεις αντιφρονούντων αλλ’ αντιθέτως μεροληπτεί υπέρ μιας πλευράς κατά την διάρκεια ενός εμφυλίου. Ο Δαμασκηνός απαντά σε οργίλο ύφος, αρνούμενος ότι στην Ελλάδα διεξάγεται εμφύλιος. Η απάντησή του δημοσιεύεται στο περιοδικό “Εκκλησία“, σε άρθρο με τίτλο “Καταπληκτική εκ Μοσχοβίας επέμβασις και η προσήκουσα απάντησις“. Εκεί ο Δαμασκηνός σημειώνει ότι η έκρρυθμη κατάσταση “επέτρεψε να δημιουργηθή εις μερικούς απληροφορήτους έξω της Ελλάδος η εντύπωσις ότι διεξάγεται ενταύθα εμφύλιος πόλεμος εκ των συνήθων, καθ’ ους επί ίσοις όροις συντελείται αμοιβαία εξόντωσις. Τούτο είναι ανακριβές. Εάν η επιδρομή κατά χωρικών αόπλων και φιλησύχων, ασχολουμένων εις τα ειρηνικά των έργα, δύναται να ονομασθή εμφύλιος πόλεμος, τότε μόνον έχομεν και εις την Ελλάδα πόλεμον εμφύλιον“.

Θα έπρεπε να φτάσει η δεκαετία του ’60 για να αρχίσει δειλά-δειλά να τρυπώνει στα κείμενα της εκκλησίας η λέξη εμφύλιος (ακόμη και στην “Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια” λήμμα εμφύλιος δεν υπάρχει!). Δυστυχώς, λίγα χρόνια αργότερα ήρθε η “εθνοσωτήριος επανάστασις” των συνταγματαρχών και ο εμφύλιος ξανάγινε συμμοριτοπόλεμος.

————————————————–

(*) Γρηγόριος Παπαμιχαήλ (1875-1956): Άκρως συντηρητικός διακεκριμένος θεολόγος, καθηγητής τού πανεπιστημίου Αθηνών. Διετέλεσε διευθυντής του περιοδικού “Θεολογία” αλλά και πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών.

(**) Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, τα ίδια περίπου θα έλεγε και ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, με το δικό του ύφος: “Οι έλληνες -και κατά ιστορικήν παράδοσιν αλλά και κατά την βασικήν κοινωνικήν αντίληψιν και αγωγήν- δεν είναι ποτέ ευεπίφοροι προς τον κομμουνισμόν, διότι ο κομμουνισμός δεν δύναται να έχη ουδέν σημείον κοινόν με τον ελληνοχριστιανισμόν, που αποτελεί την βάσιν τής διαπαιδαγωγήσεως των ελλήνων κατά τον δρόμον της ιστορίας των“.

 

 

3

 

 

Με δεδομένη την αντίληψη που περιγράψαμε στο προηγούμενο σημείωμά μας, είναι απόλυτα λογικό ότι, κατά την διάρκεια του εμφυλίου, η εκκλησία βλέπει τις εθνικές ένοπλες δυνάμεις ως την νομιμότητα που αγωνίζεται κατά της ανομίας τού Δημοκρατικού Στρατού. Μάλιστα δε, δεν διστάζει να ντύσει αυτή την νομιμότητα με θρησκευτικό μανδύα. Στις ευχετήριες επιστολές που απευθύνει επανειλημμένα προς τους στρατιώτες, ο Δαμασκηνός είναι σαφής: “ως άλλος νέος Ιωσήφ, με τον Χριστόν και την Ελλάδα εις τα στήθη σας, οδηγείσθε από τον Θεόν δια να σώσετε την θρησκείαν και την πατρίδα μας από την αγριότητα και την κακουργίαν του νέου αντιχρίστου Ηρώδου“. Και, βεβαίως, με την δύναμη του θεού, η νίκη τους είναι κάτι παραπάνω από σίγουρη, διότι έτσι θα οδηγήσουν “την χριστιανικήν μας πατρίδα, όπως άλλοτε ο Ιωσήφ τον Χριστόν και την Μητέρα Του, εις την Ναζαρέτ της ειρήνης“.

Όσο κυλάει ο εμφύλιος, τόσο η αντικομμουνιστική θέση της εκκλησίας γίνεται σαφέστερη. Σύμφωνα με τις εκκλησιαστικές εγκυκλίους, η ημέρα της τελικής νίκης του έθνους θα είναι “ημέρα της ειρήνης και της εθνικής ευτυχίας”, που θα μας οδηγήσει σε μια εποχή “προκοπής και δικαιοσύνης” κατά την οποία “θα διορθωθούν τα λανθασμένα, θα αμειφθούν οι άξιοι και θα συγχωρηθούν όσοι, παραπλανηθέντες, απέκοψαν εαυτούς του σώματος της Εκκλησίας και του Έθνους, εάν ειλικρινώς μετανοήσουν και επιστρέψουν εις τον Χριστόν και εις την Ελλάδα”. Είναι πλέον σαφές ότι για την εκκλησία υπάρχει αιτιώδης συνάφεια των ιδιοτήτων “χριστιανός” και “έλληνας“, ιδιότητες εξ ολοκλήρου ασύμβατες προς την ιδιότητα “κομμουνιστής“.

Το πιο μελανό σημείο σ’ αυτή την εκκλησιαστική θέση είναι ότι εκείνη την εποχή τέθηκε και το θέμα του συλλήβδην αφορισμού των κομμουνιστών! Κι επειδή, όπως είπαμε, η Εκκλησία της Ελλάδος είχε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των πάμπολλων απλών παπάδων που κάθε άλλο παρά τήρησαν εχθρική στάση προς το ΕΑΜ, κλήθηκε να βγάλει τα κάστανα από την φωτιά η Εκκλησία της… Κύπρου! Το 1946, ο μητροπολίτης Πάφου και τοποτηρητής τής αρχιεπισκοπής Κύπρου (μιας και τότε, ελέω άγγλων, δεν υπήρχε άλλος μητροπολίτης στο νησί) Λεόντιος Λεοντίου υπέβαλε επίσημο ερώτημα στον ειδικό επί του Κανονικού Δικαίου καθηγητή Αμίλκα Αλιβιζάτο “άν επιτρέπηται εις την Εκκλησίαν Κύπρου, όπως αφορίση το Κομμουνιστικόν Κόμμα, ή προβή εις καταδίκην τού Κομμουνισμού δια κανονικής αποφάσεως, εξαπολύουσα και σχετικήν Εγκύκλιον” (σ.σ.: προσοχή στο “εξαπολύουσα“!). Προς τιμή του, ο Αλιβιζάτος απάντησε αρνητικά: “αφορισμός αορίστως και κατ’ αγνώστων είναι αδύνατον να επιβληθή, άρα επιβολή της ποινής του αφορισμού γενικώς και αορίστως κατά του Κομμουνιστικού Κόμματος δεν χωρεί” ενώ “ουδέ και καθ’ ωρισμένων τυχόν αυτού οπαδών αορίστως και ομαδικώς δύναται να επιβληθή η ποινή του αφορισμού“.

Αν, όμως, το ζήτημα του αφορισμού έκλεισε εν τη γενέσει του, η εκκλησία συνέχισε να κάνει ό,τι μπορούσε προκειμένου να συνασπίσει τους “υγιώς σκεπτόμενους” έλληνες κατά των κομμουνιστών. Προεξάρχουσα θέση σ’ αυτή την “εθνική προσπάθεια” έχουν τα Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης, τα διαβόητα Τ.Ε.Α., τα οποία αντικατέστησαν τα Τάγματα Ασφαλείας, προς το χειρότερο και το αγριώτερο. Το 1964, σε ομιλία του προς τους άνδρες των ΤΕΑ Φιλιατών, ο επίσκοπος Παραμυθίας, Φιλιατών και Γηρομερίου Τίτος Ματθαιάκης δεν διστάζει να αποκαλέσει τους ΤΕΑτζήδες σχεδόν ιεραπόστολους: “Δεν ομοιάζετε προς άλλους οπλίτας. Σεις είσθε πρωτοπόροι. Σεις διακρίνεσθε, διότι διαμένετε ως ιεραπόστολοι του έθνους μας, εις αυτά τα ακριτικά χωρία της επαρχίας Φιλιατών, που ευρίσκεται μέσα εις την προκάλυψιν. Και η Εκκλησία, η Μητρόπολίς μας, στα πρόσωπά σας ατενίζει διαρκώς τους συμπαραστάτας, τους υπερμάχους αγωνιστάς των ιδεωδών του Σωτήρος ημών Χριστού“.

Κατά την διάρκεια του εμφυλίου αλλά και αργότερα, πέρασαν από το κολαστήριο της Μακρονήσου ως “διαφωτισταί” πολλοί αρχιμανδρίτες, οι οποίοι αργότερα εξαργύρωσαν την εθνικοφροσύνη τους με κάποιον επισκοπικό θρόνο. Ήδη έχουμε αναφερθεί στον Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβρόσιο Λενή αλλά μπορούμε πλάι του να προσθέσουμε μερικούς ακόμη, όπως τον Πατρών (πρώην Ζιχνών και Νευροκοπίου) Νικόδημο Βαλληνδρά, τον Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Αγαθόνικο Φιλιππότη, τον Νικοπόλεως και Πρεβέζης Στυλιανό Κορνάρο (στενό φίλο τού επί χούντας διοικητή της ΚΥΠ Δημήτρη Ρουφογάλη), τον Λευκάδος και Ιθάκης Νικηφόρο Δεδούση κλπ. Την ίδια εξέλιξη είχαν και άλλοι αρχιμανδρίτες, οι οποίοι υπηρέτησαν την εθνικοφροσύνη σε άλλα “ευαγή ιδρύματα“, όπως π.χ. ο Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας Τιμόθεος Ματθαιάκης, ο οποίος είχε αναλάβει να “αναμορφώσει” τα “συμμοριτόπαιδα” στο κολαστήριο της Λέρου. Υπολογίζεται ότι 18 τέτοιοι “εθνικόφρονες” αρχιμανδρίτες ανταμείφθηκαν με επισκοπικό θρόνο για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν.

Από την εποχή της κατοχής, κυρίως δε μετά τον εμφύλιο, απομακρύνθηκαν -είτε με το καλό είτε με το άγριο- από τις μητροπόλεις τους όσοι επίσκοποι τόλμησαν να συμπαθήσουν το ΕΑΜ, όπως ο Σερβίων και Κοζάνης Ιωακείμ Αποστολίδης, ο Ηλείας Αντώνιος Πολίτης, ο Χίου, Ψαρών και Οινουσσών Ιωακείμ Στρουμπής, ο Χαλκίδος Γρηγόριος Πλειαθός και ο Μηθύμνης Διονύσιος Μηνάς.

Αντίθετα, όσοι τήρησαν είτε ανοιχτά γερμανόφιλη είτε απλώς “εθνικόφρονα” στάση, δεν αντιμετώπισαν κανένα απολύτως πρόβλημα. Παραδείγματα πάμπολλα: ο Σύρου, Τήνου, Άνδρου, Κέας καί Μήλου Φιλάρετος Ιωαννίδης, ο Ρόδου Απόστολος Τρύφωνος, ο Λέρου, Καλύμνου και Αστυπαλαίας Ισίδωρος Αηδονόπουλος, ο Μυτιλήνης Ιάκωβος Νικολάου-Γκιγκίλας, ο Αιτωλίας και Ακαρνανίας Ιερόθεος Παρασκευόπουλος (αξέχαστη η ευχή του “να είναι πάντα νικηφόρα τα γερμανικά στρατεύματα” ενώ ο Θέμος Κορνάρος τον κατήγγειλε ως βασανιστή ζώων), ο Σιδηροκάστρου Βασίλειος Μαγκριώτης, ο Φθιώτιδος Αμβρόσιος Νικολαΐδης, ο Σερρών και Νιγρίτης Κωνσταντίνος Μεγγρέλης, ο Παροναξίας και Θήρας Χερουβείμ Άννινος, ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σπυρίδων Βλάχος (μάρτυρας υπεράσπισης του Τσολάκογλου) και άλλοι ων ουκ έστι αριθμός, αρκετοί των οποίων κατηγορήθηκαν μεν ως δωσίλογοι αλλά αθωώθηκαν.

Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να προσθέσουμε περισσότερα για να τεκμηριώσουμε τις βαθειά αντικομμουνιστικές και σαφώς φιλοφασιστικές θέσεις τής εκκλησίας. Αν θέλαμε, θα μπορούσαμε να μιλάμε επί ώρες για τα “φυντάνια” που φύτρωσαν στο περίφημο “Τάγμα” τού Παντελεήμονα Φωστίνη, για το πώς ο Νικοπόλεως και Πρεβέζης Στυλιανός Κορνάρος έμεινε γνωστός με το παρατσούκλι “ο ιππαστί δεσπότης” ή για το ποιος φώναξε μέσα στην ιερά σύνοδο “παρούσα” και δεν τόλμησε κανείς να του πει κουβέντα. Δεν είναι, όμως, αυτό το θέμα μας. Απλώς, ας το έχει υπ’ όψη του όποιος “πονηρός” θελήσει να με τσιγκλήσει.

 

 

4

 

 

Είδα χτες στην Ελληνοφρένεια ένα βιντεάκι, το οποίο δεν είχα υπ’ όψη μου (ως γνωστόν, τις ημέρες τού Πάσχα σήκωσα χειρόφρενο και κατέβασα ρολλά). Λέω για εκείνο το κήρυγμα του Καλαβρύτων και Αιγιαλείας μπασκίνα Αμβρόσιου Λενή, όπου ο άγιος ιεράρχης καταριέται τον υπουργό παιδείας: “αν ο Φίλης υπογράψει κατάργηση των θρησκευτικών στα σχολεία, να του σαπίσει το χέρι“. Δεν θα πω ότι έφριξα, όπως θα περιμένατε, επειδή δεν εξεπλάγην, καθ’ ότι ο Λενής δεν είναι μόνο φασίστας αλλά και σκατόψυχος. Απλώς, θυμήθηκα ότι κάτι παρόμοιο είχε πει το 1968 και ο τιτουλάριος μητροπολίτης Νέας Πελαγονίας και Ενόπλων Δυνάμεων (!) Νικόλαος Ξένος, όταν, απευθυνόμενος σε στρατιώτες, δεν μπορούσε να γίνει σαφέστερος: “αν ασπασθείτε τον κομμουνισμό, φαρμάκι να γίνει μέσα σας το γάλα της μάνας σας“.

Παρένθεση πρώτη. “Τιτουλάριος μητροπολίτης” είναι, σαν να λέμε, “επίσκοπος άνευ χαρτοφυλακίου“. Πρόκειται για τίτλο-πατέντα (η κανονικότητα του οποίου έχει αμφισβητηθεί επανειλημμένα), ώστε κάποιοι να χειροτονούνται επίσκοποι παρ’ ότι δεν υπάρχει χηρεύουσα μητρόπολη για να διοικήσουν. Έτσι, εφευρίσκονται μητροπόλεις ανύπαρκτες, με τίτλους που παραπέμπουν στο παρελθόν ή και στο… άγνωστο. Τέτοιοι αστείοι τίτλοι είναι, για παράδειγμα: επίσκοπος Αχελώου (!), επίσκοπος Επιδαύρου, επίσκοπος Δωδώνης, επίσκοπος Ευρίπου (!), επίσκοπος Ταλαντίου, επίσκοπος Νεοχωρίου, επίσκοπος Αβύδου, επίσκοπος Ρεντίνης, επίσκοπος Θερμοπυλών (!), επίσκοπος Σαλώνων κλπ. Κλείνει η πρώτη παρένθεση.

Με την ευκαιρία, λοιπόν, λέω να συμπληρώσω τα τρία προηγούμενα κείμενα με ένα ακόμη, παραθέτοντας την δραστηριότητα ορισμένων ιεραρχών κατά την διάρκεια της χούντας. Βοηθοί μου, εκτός από τις σημειώσεις μου, δυο βιβλία: το προ πολλού εξαντλημένο “Ρασοφόροι – Συμφορά του έθνους” (1985) του ερευνητή Γιώργου Καρανικόλα και το “Ιεράρχες διάκονοι της χούντας” (Βασδέκης, 1981) του δημοσιογράφου Γιάννη Γκίνη (το βιβλίο τού Γκίνη κυκλοφορεί ακόμη και, αν έχετε διάθεση, αναζητήστε το).

 

 

– Πολυανής και Κιλκισίου (Κιλκίς) Χαρίτων Συμεωνίδης

Ζήλεψε την δόξα τού Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα και χαρακτήρισε κι αυτός με την σειρά του την δεύτερη σύζυγο του δικτάτορα Παπαδόπουλου ως “Δέσποινα των ουρανών“. Έμεινε αξέχαστη η δήλωσή του: “η Επανάστασις εδώ είμεθα ο κ. Νομάρχης, ο κ. Διοικητής και εγώ“. Στις 13/7/1974 τον ξήλωσε ο Σεραφείμ, κατά το γενικό σάρωμα των παπαδοπουλικών επισκόπων που αντιπαθούσαν τον Ιωαννίδη επειδή έρριξε το ίνδαλμά τους.

– Σάμου και Ικαρίας Παντελεήμων Χρυσοφάκης

Αυτός τον οποίο συμβούλευε ο Χριστόδουλος να αναρτήσει στο επισκοπικό μέγαρο την σημαία με το πουλί τής χούντας κατά την επίσκεψη του Παττακού. Η ευχή του προς τον Παπαδόπουλο “ζήθι έτη μαθουσάλεια” έγινε πηγή ανεκδότων. Ανταμείφθηκε με την “προαγωγή” του στην -σαφώς πιο πλούσια- μητρόπολη Θεσσαλονίκης.

– Τρίκκης και Σταγών (Τρικάλων) Διονύσιος Χαραλάμπους

Ο ιεράρχης που, σε συνεννόηση με τον Καρούσο, χειροτόνησε ως διακόνους τον Παρασκευαΐδη και τον Λενή (παραμένει αδιευκρίνιστο το γιατί τους έδιωξε κακήν-κακώς τρία χρόνια αργότερα). Πέθανε το 1970 και μέχρι το τέλος της ζωής του περηφανευόταν ότι αυτός ήταν που έστειλε στον Παπαδόπουλο το πρώτο συγχαρητήριο τηλεγράφημα “επί τη επικρατήσει της Επαναστάσεως“.

– Ηλείας και Ωλένης Αθανάσιος Βασιλόπουλος

Αφού είχαν προλάβει ο Παντελεήμων και ο Χαρίτων, ο Αθανάσιος άφησε κατά μέρος την Δέσποινα Παπαδοπούλου και πήρε το λιβανιστήρι του για την Κατερίνα Λέκκα, την σύζυγο του διοικητή Πελοποννήσου, την “χαϊδευτικώς όπως την ονομάζομεν εμείς οι δικοί της Καιτούλαν“. Παροιμιώδης έμεινε η προτροπή του προς τους ιερείς τής Ηλείας να συνεργάζονται με την ασφάλεια, καταδίδοντας τους εχθρούς της επαναστάσεως. Μετά την μεταπολίτευση, ο Αθανάσιος μηνύθηκε από ιερείς του για σεξουαλική παρενόχλησή τους και η υπόθεση έφτασε στο συνοδικό δικαστήριο, όπου ο Λαρίσης και Τυρνάβου Σεραφείμ Ορφανός κατόρθωσε το ακατόρθωτο: αθώωσε και τον μητροπολίτη Ηλείας για την σεξουαλική παρενόχληση και τους μηνυτές ιερείς για την ψευδή καταμήνυση! [Λεπτομέρεια: Ο Σεραφείμ Ορφανός βρέθηκε να έχει αποκτήσει πλήθος οικοπέδων και κτημάτων (τα 12 εξ αυτών μέσα στο 1972), πριν ακόμη γίνει δεσπότης! Όταν, το 1974, χειροτονήθηκε επίσκοπος, πολύς λαός φώναξε μέσα στην εκκλησία “ανάξιος“, κάτι που έκανε τον αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ Τίκα να φωνάξει στον κόσμο από μικροφώνου “γαμώ το κέρατό σας“!!]

– Αλεξανδρουπόλεως Κωνστάντιος Χρόνης

Ακραιφνής παπαδοπουλικός, φαγώθηκε κι αυτός επί χούντας Ιωαννίδη. Όταν ο Παπαδόπουλος προκήρυξε το νόθο δημοψήφισμα του 1973, ζήτησε από τον Ιερώνυμο να ανασταλούν οι εργασίες τής Ιεράς Συνόδου, προκειμένου οι αρχιερείς να μπορούν να δουλέψουν απερίσπαστα υπέρ του “Ναι”. Μαζί του συμφώνησαν σχεδόν όλοι οι συνάδελφοί του. Παρά ταύτα, ο Κωνστάντιος, με προσωπική επιστολή του, ζήτησε και την συμπαράσταση του δικτάτορα: “Με το θάρρος που μου δίδει η αφοσίωσίς μου προς το πρόσωπόν Σας και η ειλικρινής αγάπη μου προς το έργον της Επαναστάσεως, έρχομαι να θέσω υπ’ όψιν Σας την αγανάκτησιν και τον αναβρασμόν, ο οποίος επικρατεί εις την παράταξιν των Αρχιερέων που προήλθαν μετά την Επανάστασιν της 21ης Απριλίου (…) Φρονώ ότι εν όψει του Δημοψηφίσματος, διά την επιτυχίαν του οποίου όλοι μας εργαζόμεθα, επιβάλλεται η αναστολή των εργασιών της Ιεράς Συνόδου“.

Παρένθεση δεύτερη. Υπέρ του “Ναι” στο δημοψήφισμα του 1973 η εκκλησία διεξήγε κανονικό αγώνα με σωρεία κηρυγμάτων, με ραδιοφωνικές εκπομπές (όπως ο τότε Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου και από το 1974 Περιστερίου Αλέξανδρος Καντώνης), με εγκυκλίους, με δημοσιεύσεις σε εφημερίδες και περιοδικά κλπ. Αντίστοιχη εκστρατεία υπέρ του “Ναι” είχε γίνει από την εκκλησία και κατά το άλλο νόθο χουντικό δημοψήφισμα του 1968, με χαρακτηριστικώτερες περιπτώσεις τον Καστορίας Δωρόθεο Γιανναρόπουλο (“Η επανάστασις της 21ης Απριλίου 1967 ήνοιξε την λεωφόρον της ευτυχίας, της γαλήνης, της ευημερίας, της προόδου και της Ειρήνης. Εάν δώσωμεν το ψηφοδέλτιόν μας με το ΝΑΙ θα ευτυχήσωμεν, ενώ αντιθέτως εάν ψηφίσωμεν ΟΧΙ θα δυστυχήσωμεν και οδύνην πολλήν θα δοκιμάσωμεν“), τον Διδυμοτείχου και Ορεστιάδος Κωνσταντίνο Πούλο (“η περίλαμπρος νίκη τού δημοψηφίσματος“), τον Λαρίσης και Τυρνάβου Θεολόγο Πασχαλίδη (“όσοι δεν ψηφίσουν «ναι» δεν είναι χριστιανοί“), τον προαναφερθέντα Αλέξανδρο Καντώνη (“το καλύτερο, αρτιώτερο, σαφέστερο και πλέον δημοκρατικό και φιλελεύθερο Σύνταγμα από κάθε προηγούμενο του τόπου μας… θα το ψηφίσωμεν ρίπτοντες την Κυριακήν ένα μεγαλοπρεπές ΝΑΙ εις την κάλπην, διά να διατρανώσωμεν τα ευγνώμονα αισθήματά μας προς τους μεγαλουργούς ηγέτες μας“), τον τότε Ζιχνών και Νευροκοπίου και αργότερα Πατρών Νικόδημο Βαλληνδρά κλπ. Φωτεινή εξαίρεση απετέλεσε ο Πειραιώς και Φαλήρου (πρώην Αργολίδος) Χρυσόστομος Ταβλαδωράκης. Κλείνει και η δεύτερη παρένθεση.

– Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων Κωνσταντίνος Σακελλαρόπουλος

Διασώζεται εγκύκλιός του, με περιεχόμενο που δεν επιδέχεται αμφισβητήσεων: “Η Εθνική Κυβέρνησις έχει επιτελέσει τεράστιον εθνικόν έργον. Το σύνθημα του Προέδρου της Εθνικής Κυβερνήσεως «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» μοναδικόν και ιστορικόν, ήχησεν ως εγερτήριον σάλπισμα“.

– Κωνσταντινουπόλεως και Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας Σπύρου

Αυτός τα έβλεπε όλα καλά κι όλα ωραία. Όταν, το 1969, επισκέφθηκε την Ελλάδα, δήλωσε ότι “Εγώ γνωρίζω και βλέπω ότι ο ελληνικός λαός έχει πλήρη ελευθερίαν” (18/5/69). Προσφωνώντας δε τον Παττακό, έγινε και αρκούντως γλοιώδης, σχεδόν εμετικός: “Παρακολουθώ το έργον της κυβερνήσεως εκ διαφόρων πληροφοριών και εκπλήσσομαι διά την αποδοτικότητα των προσπαθειών της, ιδιαιτέρως εκπλησσόμενος διά την ιδικήν σας δραστηριότητα. Σεις πλέον δεν πετάτε καν αεροπορικώς, πετάτε ο ίδιος“.

– Ιεροσολύμων Πατριάρχης Βενέδικτος Παπαδόπουλος

Πολυβραβευμένος μασόνος, πιστοποιημένο μέλος της μασονικής στοάς “Αδελφοποίησις”. Το 1968 απένειμε στην χουντική τριανδρία τα διάσημα του “Μεγάλου Σταυροφόρου του Τάγματος των Ορθοδόξων Σταυροφόρων του Παναγίου Τάφου”. Γνωστοί κάτοχοι αυτού του τίτλου είναι ο Παύλος Μελάς, ο Παύλος Κουντουριώτης και ο… Αντώνης Σαμαράς.

– Αλεξανδρείας Πατριάρχης Νικόλαος ΣΤ’ Βαρελόπουλος

Για να είμαστε ακριβείς, ο πλήρης τίτλος αυτού του ιεράρχη είναι (πάρτε βαθειά ανάσα): Πάπας και Πατριάρχης της μεγάλης πόλεως Αλεξανδρείας, Λιβύης, Πενταπόλεως, Αιθιοπίας, πάσης γης Αιγύπτου και πάσης Αφρικής, Πατήρ Πατέρων, Ποιμήν Ποιμένων, Αρχιερεύς Αρχιερέων, τρίτος και δέκατος των Αποστόλων και Κριτής της Οικουμένης. Αυτός ο όλα αυτά, λοιπόν, ζήλεψε τον Βενέδικτο και τον Μάιο του 1969 απένειμε στον Παπαδόπουλο τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Αποστόλου και Ευαγγελιστού Μάρκου. Συνόδεψε δε την βράβευση με αρκετή γλείτσα: “Ο δρόμος τον οποίον ακολουθήσατε διά την λύσιν της πολιτικής καταστάσεως και την εξυγίανσιν του τόπου είναι ο καλύτερος, και θα μας φέρει εις την Ανάστασιν του έθνους (…) Ο Θεός σάς επέλεξεν ως όργανόν Του (…) Το έργο αυτό σάς το ανέθεσεν η πρόνοια του Θεού (…)“.

Μετά από όλα αυτά, ακούγεται πολύ φυσικό το ότι οι ιεράρχες υπήρξαν και μετά τη δικτατορία οι πρώτοι που υποστήριξαν την αμνήστευση των χουντικών και την αποφυλάκιση των πρωταιτίων του πραξικοπήματος, “ως μέτρον χριστιανικής αγάπης“. Επί κεφαλής της πρώτης φιλοχουντικής οργάνωσης της μεταπολίτευσης, της “Ελληνικής Αμνηστίας”, ήταν ο γνωστός μητροπολίτης πρώην Θεσσαλονίκης Λεωνίδας Παρασκευόπουλος. Με προκήρυξή του τον Σεπτέμβριο του 1979 ο Λεωνίδας καταγγέλλει: “Είναι γνωστό σε όλους ότι Έλληνες Αξιωματικοί επί πέντε χρόνια τώρα σαπίζουν στις φυλακές του Κορυδαλλού ως πολιτικοί κρατούμενοι. Και να σκεφθή κανείς ότι αυτοί οι έντιμοι στρατιωτικοί προέταξαν πάντοτε τα στήθη τους μέχρι αίματος για την ελευθερία και τη σωτηρία της πατρίδος. Είναι ολοφάνερο ότι η πράξις αυτή είναι άδικη, παράνομη, καταλυτική κάθε έννοιας ηθικής τάξεως, διασπαστική της ενότητος του έθνους και διά τούτο αντιχριστιανική. Συνεπώς αυτοί οι άνθρωποι δεν έπρεπε να μείνουν ούτε μια ώρα φυλακή“.

Ταύτα και μένω, αιτούμενος συγγνώμην διά την αδολεσχίαν (*).

Αδελφοί εν Χριστώ, απολύεσθε εν ειρήνη.

Διάπυρος προς Κύριον ευχέτης,

ο Ιστολογίου Θεόδωρος

——————————–

(*) αδολεσχία: πολυλογία, μακρυγορία

 

 

 

Αναδημοσίευση απο: http://teddygr.blogspot.gr/2016/05/1.html

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.