Η εμπορευματική παραγωγή στο σοσιαλισμό

 

 

2. Η εμπορευματική παραγωγή στο σοσιαλισμό

 

 

Μερικοί σύντροφοι υποστηρίζουν ότι το Κόμμα δεν έκανε σωστά που διατήρησε την εμπορευματική παραγωγή ύστερα από την κατάληψη της εξουσίας και την εθνικοποίηση των μέσων παραγωγής στη χώρα μας. Έχουν τη γνώμη πως το Κόμμα έπρεπε από τότε κιόλας να βάλει τέρμα στην εμπορευματική παραγωγή. Για το ζήτημα αυτό αναφέρονται στον Ένγκελς που λέει: «Μόλις η κοινωνία πάρει στα χέρια της τα μέσα παραγωγής, θα καταργηθεί η εμπορευματική παραγωγή και μαζί μ’ αυτήν και η κυριαρχία των προϊόντων πάνω στους παραγωγούς» (Βλ. Αντι-Ντίριγκ).

Οι σύντροφοι αυτοί κάνουν σοβαρό λάθος.

Ας αναλύσουμε τη διατύπωση του Ένγκελς. Δεν μπορούμε τη διατύπωση αυτή να τη θεωρήσουμε εντελώς καθαρή και ακριβόλογη, γιατί δε μας ξεκαθαρίζει, αν πρόκειται να πάρει στα χέρια της η κοινωνία όλα τα μέσα παραγωγής είτε μονάχα ένα μέρος των μέσων παραγωγής, αν, δηλαδή, θα γίνουν κοινωνική ιδιοκτησία όλα τα μέσα παραγωγής είτε μονάχα ένα μέρος των μέσων παραγωγής. Αυτό σημαίνει ότι τη διατύπωση του Ένγκελς μπορεί κανείς να την καταλάβει και με τους δύο τρόπους.

— Σ’ άλλο σημείο του Αντι-Ντίρινγκ ο Ένγκελς μιλάει για κυριαρχία πάνω σε «όλα τα μέσα παραγωγής», για κυριαρχία πάνω σε «όλο το σύνολο των μέσων παραγωγής». Αυτό σημαίνει ότι ο Ένγκελς, στη διατύπωση του αυτή, έχει υπόψη του την εθνικοποίηση όχι ενός μέρους των μέσων παραγωγής, αλλά όλων των μέσων παραγωγής, δηλαδή το πέρασμα σε κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής όχι μονάχα στη βιομηχανία αλλά και στην αγροτική οικονομία.

Από δω βγαίνει το συμπέρασμα ότι ο Ένγκελς έχει υπόψη του τις χώρες εκείνες, όπου ο καπιταλισμός και η συγκέντρωση της παραγωγής έχουν αναπτυχτεί αρκετά, όχι μονάχα στη βιομηχανία, αλλά και στην αγροτική οικονομία, ώστε να μπορούν να απαλλοτριωθούν όλα τα μέσα παραγωγής της χώρας και να γίνουν κοινωνική ιδιοκτησία. Ο Ένγκελς, επομένως, έχει τη γνώμη ότι σε τέτοιες χώρες θα έπρεπε, μαζί με την κοινωνικοποίηση όλων των μέσων παραγωγής, να καταργηθεί και η εμπορευματική παραγωγή. Κι αυτό, βέβαια, είναι σωστό.

Τέτοια χώρα στα τέλη του περασμένου αιώνα, στη στιγμή που κυκλοφόρησε το Αντι-Ντίρινγκ, ήταν μονάχα η Αγγλία, όπου η ανάπτυξη του καπιταλισμού και η συγκέντρωση της παραγωγής, τόσο στη βιομηχανία όσο και στην αγροτική οικονομία, είχαν φτάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε υπήρχε η δυνατότητα, σε περίπτωση που το προλεταριάτο θα έπαιρνε την εξουσία, να παραδοθούν όλα τα μέσα παραγωγής της χώρας στην κοινωνική ιδιοκτησία και να πάψει να χρησιμοποιείται η εμπορευματική παραγωγή. Αφήνω κατά μέρος, στη δοσμένη περίπτωση, τη σημασία που έχει για την Αγγλία το εξωτερικό εμπόριο, με το τεράστιο ειδικό του βάρος πάνω στην εθνική της οικονομία. Νομίζω πως μονάχα ύστερα από τη μελέτη αυτού του ζητήματος θα ήταν δυνατό να λυθεί τελειωτικά το πρόβλημα για το ποια θα ‘ναι η τύχη της εμπορευματικής παραγωγής στην Αγγλία, ύστερα από την κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο και την εθνικοποίηση όλων των μέσων παραγωγής.

Εξάλλου, όχι μόνο στο τέλος του περασμένου αιώνα αλλά και σήμερα ακόμα, καμιά χώρα δεν έφτασε εκείνο το βαθμό ανάπτυξης του καπιταλισμού και συγκέντρωσης της παραγωγής στην αγροτική οικονομία που παρατηρείται στην Αγγλία.

Όσον αφορά τις υπόλοιπες χώρες, εκεί, παρά την ανάπτυξη του καπιταλισμού στο χωριό, υπάρχει ακόμα μια αρκετά πολυάριθμη τάξη μικρών και μεσαίων ιδιοκτητών-παραγωγών του χωριού, που θα έπρεπε να καθορίσει κανείς την τύχη τους σε περίπτωση που το προλεταριάτο θα έπαιρνε στα χέρια του την εξουσία.

Όμως, να ποιο είναι το πρόβλημα: Τι πρέπει να κάνουν το προλεταριάτο και το κόμμα του, αν υπάρχουν ευνοϊκές συνθήκες για την κατάληψη της εξουσίας και την ανατροπή του καπιταλισμού σε τούτη είτε σ’ εκείνη τη χώρα, ανάμεσα δε σ’ αυτές και στη χώρα μας, όπου ο καπιταλισμός στη μεν βιομηχανία έχει συγκεντρώσει μέχρι τέτοιο βαθμό τα μέσα παραγωγής, ώστε είναι δυνατό αυτά να απαλλοτριωθούν και να γίνουν κτήμα της κοινωνίας, όπου όμως η αγροτική οικονομία, παρά την ανάπτυξη του καπιταλισμού, είναι σε τέτοιο βαθμό ακόμα κατακερματισμένη και μοιρασμένη ανάμεσα σε πολυάριθμους μικρούς και μεσαίους ιδιοκτήτες-παραγωγούς, ώστε να μην παρουσιάζεται δυνατότητα να μπαίνει ζήτημα για μια απαλλοτρίωση αυτών των κτημάτων των παραγωγών;

Στο πρόβλημα αυτό η διατύπωση του Ένγκελς δε δίνει απάντηση. Εξάλλου, δεν έχει και υποχρέωση ν’ απαντήσει σ’ αυτό, γιατί η διατύπωση αυτή έγινε εξαιτίας άλλου ζητήματος, του ζητήματος, δηλαδή, για το ποια πρέπει να είναι η τύχη της εμπορευματικής παραγωγής ύστερα από την κοινωνικοποίηση όλων των μέσων παραγωγής.

Τι πρέπει, λοιπόν, να γίνει, αν έχουν κοινωνικοποιηθεί όχι όλα τα μέσα παραγωγής, αλλά μονάχα ένα μέρος των μέσων παραγωγής, ενώ υπάρχουν ευνοϊκές συνθήκες για την κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο; Πρέπει, άραγε, το προλεταριάτο να καταλάβει την εξουσία και χρειάζεται, άραγε, αμέσως ύστερα απ’ αυτό να καταργήσει την εμπορευματική παραγωγή;

Δεν μπορούμε φυσικά να πούμε ότι αποτελεί απάντηση η γνώμη μερικών αξιοθρήνητων μαρξιστών, που θεωρούν ότι κάτω από τέτοιες συνθήκες θα ‘πρεπε να παραιτηθούμε από το να καταλάβουμε την εξουσία και να περιμένουμε, ώσπου ο καπιταλισμός να πετύχει να καταστρέψει τα εκατομμύρια των μικρών και μεσαίων παραγωγών, αφού τους μετατρέψει σε εργάτες γης και να συγκεντρώσει τα μέσα παραγωγής στην αγροτική οικονομία και μονάχα ύστερα απ’ αυτό να μπορεί να μπει ζήτημα για την κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο και για την κοινωνικοποίηση όλων των μέσων παραγωγής. Είναι φανερό πως οι μαρξιστές δεν μπορούν να καταλήξουν σε μια τέτοια «λύση», αν δε θέλουν να ξεφτιλιστούν πέρα για πέρα.

Ούτε μπορούμε, επίσης, να θεωρήσουμε σαν απάντηση τη γνώμη άλλων αξιοθρήνητων μαρξιστών, που νομίζουν ότι θα ‘πρεπε ίσως να καταλάβουμε την εξουσία και να προχωρήσουμε στην απαλλοτρίωση των κτημάτων των μικρών και μεσαίων παραγωγών στο χωριό και να κοινωνικοποιήσουμε τα μέσα παραγωγής τους. Ούτε αυτό τον ανόητο και εγκληματικό δρόμο μπορούν να ακολουθήσουν οι μαρξιστές, γιατί ένας τέτοιος δρόμος θα υπονόμευε κάθε δυνατότητα να νικήσει η προλεταριακή επανάσταση, θα έριχνε την αγροτιά για ένα μεγάλο διάστημα στο στρατόπεδο των εχθρών του προλεταριάτου.

Την απάντηση στο πρόβλημα αυτό την έδωσε ο Λένιν στα έργα του Για τη φορολογία σε είδος και στο περίφημο Συνεταιριστικό σχέδιο.

Η απάντηση του Λένιν μπορεί με λίγα λόγια να συνοψιστεί έτσι:

α) Να μην αφήνουμε να χάνονται ευνοϊκές συνθήκες για την κατάληψη της εξουσίας, το προλεταριάτο να παίρνει την εξουσία, δίχως να περιμένει μέχρι τη στιγμή, όπου ο καπιταλισμός θα έχει πετύχει να καταστρέψει τα πολυάριθμα εκατομμύρια των μικρών και μεσαίων ατομικών παραγωγών.

β) Να απαλλοτριώνουμε τα μέσα παραγωγής στη βιομηχανία και να τα παραδίνουμε σε κοινωνική ιδιοκτησία.

γ) Όσον αφορά τους μικρούς και μεσαίους ατομικούς παραγωγούς, να τους ενώνουμε βαθμιαία σε παραγωγικούς συνεταιρισμούς, δηλαδή σε μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις, τα κολχόζ.

δ) Να αναπτύσσουμε στο έπακρο τη βιομηχανία και να εισαγάγουμε στα κολχόζ την εκσυγχρονισμένη τεχνική βάση της μεγάλης παραγωγής, επιπλέον να μην τα απαλλοτριώνουμε, αλλά, αντίθετα, να τα εφοδιάζουμε εντατικά με τα καλύτερα τρακτέρ και άλλες μηχανές.

ε) Για την οικονομική σύνδεση της πόλης και του χωριού, της βιομηχανίας και της αγροτικής οικονομίας, να διατηρήσουμε για ένα ορισμένο διάστημα την εμπορευματική παραγωγή (ανταλλαγή μέσω αγοράς και πώλησης), σαν τη μοναδικά παραδεκτή για τους αγρότες μορφή των οικονομικών δεσμών με την πόλη και να αναπτύξουμε όσο παίρνει το σοβιετικό εμπόριο, το κρατικό και το συνεταιριστικό-κολχόζνικο, εκτοπίζοντας από την κυκλοφορία των εμπορευμάτων όλους τους καπιταλιστές κάθε λογής.

Η ιστορία της σοσιαλιστικής μας οικοδόμησης αποδείχνει πως αυτός ο δρόμος ανάπτυξης, που χαράχτηκε από τον Λένιν, δικαιώθηκε πέρα για πέρα.

Δε χωράει αμφιβολία ότι για όλες τις καπιταλιστικές χώρες, που έχουν μια περισσότερο ή λιγότερο πολυάριθμη τάξη μικρών και μεσαίων παραγωγών, αυτός ο δρόμος ανάπτυξης είναι ο μοναδικά δυνατός και σκόπιμος για τη νίκη του σοσιαλισμού.

Λένε πως η εμπορευματική παραγωγή πάντα και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες πρέπει να οδηγεί, και υποχρεωτικά οδηγεί, στον καπιταλισμό. Αυτό δεν είναι σωστό. Δε συμβαίνει ούτε πάντα ούτε κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες! Δεν πρέπει κανείς να εξομοιώνει την εμπορευματική παραγωγή με την καπιταλιστική παραγωγή. Είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Η καπιταλιστική παραγωγή είναι η ανώτατη μορφή της εμπορευματικής παραγωγής. Η εμπορευματική παραγωγή οδηγεί στον καπιταλισμό μονάχα όταν υπάρχει ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, όταν η εργατική δύναμη προσφέρεται στην αγορά σαν εμπόρευμα, που ο καπιταλιστής μπορεί να το αγοράσει και να το εκμεταλλευτεί στην εξέλιξη της παραγωγής, όταν, επομένως, υπάρχει στη χώρα το σύστημα της εκμετάλλευσης των μισθωτών εργατών από τους καπιταλιστές. Η καπιταλιστική παραγωγή αρχίζει εκεί όπου τα μέσα παραγωγής είναι συγκεντρωμένα σε ιδιωτικά χέρια και όπου οι εργάτες, στερημένοι από τα μέσα παραγωγής, είναι αναγκασμένοι να πουλάνε την εργατική τους δύναμη σαν εμπόρευμα. Δίχως αυτά δεν μπορεί να υπάρξει καπιταλιστική παραγωγή.

Όταν, λοιπόν, δεν υπάρχουν οι συνθήκες αυτές, που μετατρέπουν την εμπορευματική παραγωγή σε καπιταλιστική παραγωγή, όταν τα μέσα της παραγωγής δεν είναι πια ατομική αλλά σοσιαλιστική ιδιοκτησία, όταν δεν υπάρχει το σύστημα της μισθωτής εργασίας κι όταν η εργατική δύναμη δεν είναι πια εμπόρευμα, όταν το σύστημα της εκμετάλλευσης έχει ήδη από καιρό καταργηθεί, τι πρέπει να γίνει τότε; Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η εμπορευματική παραγωγή θα οδηγήσει παρ’ όλα αυτά στον καπιταλισμό; Όχι, δεν επιτρέπεται να το θεωρήσουμε αυτό. Και πραγματικά, η κοινωνία μας είναι μια τέτοια ακριβώς κοινωνία, όπου η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, το σύστημα της μισθωτής εργασίας, το σύστημα της εκμετάλλευσης, δεν υπάρχουν πια από καιρό.

Δεν μπορούμε να θεωρούμε την εμπορευματική παραγωγή σαν κάτι το αυθύπαρκτο, το ανεξάρτητο από τις γύρω οικονομικές συνθήκες. Η εμπορευματική παραγωγή είναι παλιότερη από την καπιταλιστική παραγωγή. Υπήρχε στο καθεστώς της δουλείας και το εξυπηρέτησε, όμως δεν το οδήγησε στον καπιταλισμό. Υπήρχε στο καθεστώς της φεουδαρχίας και το εξυπηρέτησε, όμως, παρά το γεγονός ότι προετοίμασε μερικές προϋποθέσεις για την καπιταλιστική παραγωγή, δεν οδήγησε στον καπιταλισμό. Γεννιέται, λοιπόν, το ερώτημα, γιατί να μην μπορεί η εμπορευματική παραγωγή να εξυπηρετεί, επίσης, σε μια ορισμένη περίοδο τη σοσιαλιστική μας κοινωνία, δίχως να οδηγεί στον καπιταλισμό, όταν έχουμε υπόψη μας ότι η εμπορευματική παραγωγή δεν έχει σ’ εμάς μια τέτοια απεριόριστη και καθολική έκταση, όπως κάτω από τις καπιταλιστικές συνθήκες, ότι σ’ εμάς είναι τοποθετημένη μέσα σε στενά πλαίσια χάρη σε τέτοιες αποφασιστικές οικονομικές συνθήκες, όπως η κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, η κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας, η κατάργηση του συστήματος της εκμετάλλευσης;

Λένε πως, ύστερα από την εγκαθίδρυση στη χώρα μας της κυριαρχίας της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και ύστερα από την κατάργηση της μισθωτής εργασίας και της εκμετάλλευσης, η ύπαρξη της εμπορευματικής παραγωγής έπαψε να έχει νόημα, πως γι’ αυτό το λόγο θα έπρεπε να καταργηθεί η εμπορευματική παραγωγή.

Αυτό, επίσης, είναι λάθος. Σήμερα υπάρχουν στη χώρα μας δύο βασικές μορφές σοσιαλιστικής παραγωγής: η κρατική δημόσια και η κολχόζνικη που δεν μπορούμε να την ονομάσουμε δημόσια. Στις κρατικές επιχειρήσεις, τα μέσα παραγωγής και τα προϊόντα της παραγωγής αποτελούν παλλαϊκή ιδιοκτησία. Στις επιχειρήσεις όμως των κολχόζ, αν και τα μέσα παραγωγής (γη – μηχανές) ανήκουν στο κράτος, ωστόσο τα προϊόντα της παραγωγής αποτελούν ιδιοκτησία των ξεχωριστών κολχόζ, μια που η εργασία στα κολχόζ καθώς και ο σπόρος είναι δικά τους, και τη γη, που τους παραδόθηκε να την εκμεταλλεύονται για απεριόριστο χρονικό διάστημα, τα κολχόζ τη διαθέτουν στην πράξη σαν δική τους ιδιοκτησία, παρά το γεγονός ότι δεν μπορούν να την πουλήσουν, να την αγοράσουν, να τη νοικιάσουν ή να την υποθηκεύσουν.

Αυτή η κατάσταση έχει σαν αποτέλεσμα ότι το κράτος μπορεί να διαθέτει μόνο τα προϊόντα των κρατικών επιχειρήσεων, ενώ τα κολχόζνικα προϊόντα τα διαθέτουν μόνο τα κολχόζ σαν δική τους ιδιοκτησία. Όμως, τα κολχόζ δε θέλουν να παραχωρούν τα προϊόντα τους μ’ άλλο τρόπο παρά μόνο σαν εμπορεύματα, που σε αντάλλαγμα τους θέλουν να πάρουν εμπορεύματα που τους χρειάζονται. Άλλους οικονομικούς δεσμούς με την πόλη, εκτός από τους εμπορευματικούς, εκτός από την ανταλλαγή μέσω της αγοράς – πώλησης, δεν πρόκειται να παραδεχτούν για σήμερα τα κολχόζ. Για το λόγο αυτό, η εμπορευματική παραγωγή και η κυκλοφορία των εμπορευμάτων παρουσιάζονται σήμερα στη χώρα μας τόσο απαραίτητα όσο ήταν, ας πούμε, πριν τριάντα χρόνια, όταν ο Λένιν διακήρυξε την ανάγκη να εξασφαλιστεί στο έπακρο η ανάπτυξη του εμπορίου.

Φυσικά, όταν αντί των δύο βασικών παραγωγικών τομέων, του κρατικού και του κολχόζνικου, θα αναφανεί ένας καθολικός παραγωγικός τομέας, που θα έχει δικαίωμα να διαθέτει ολόκληρη την παραγωγή καταναλωτικών προϊόντων της χώρας, η εμπορευματική κυκλοφορία μαζί με τη «χρηματική οικονομία» της, θα εξαφανιστεί, σαν στοιχείο άχρηστο της λαϊκής οικονομίας. Αλλά όσο αυτό δε γίνεται, όσο παραμένουν οι δυο βασικοί παραγωγικοί τομείς, η εμπορευματική παραγωγή και η εμπορευματική κυκλοφορία πρέπει να εξακολουθήσουν να ισχύουν, σαν απαραίτητο και πολύ χρήσιμο στοιχείο στο σύστημα της λαϊκής μας οικονομίας. Με ποιον τρόπο θα δημιουργηθεί ο ένας ενιαίος τομέας, μέσω, άραγε, της απλής απορρόφησης του κολχόζνικου τομέα από τον κρατικό τομέα, πράγμα που είναι λίγο απίθανο (γιατί αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν απαλλοτρίωση των κολχόζ), είτε, άραγε, μέσω της δημιουγίας ενός ενιαίου δημόσιου οικονομικού οργάνου (όπου θα αντιπροσωπεύονται η κρατική βιομηχανία και τα κολχόζ), με τη δικαιοδοσία στην αρχή να υπολογίζει ολόκληρη την παραγωγή καταναλωτικών προϊόντων της χώρας και με την πάροδο του χρόνου να καθορίζει, επίσης, και τη διάθεση της παραγωγής, της ανταλλαγής, ας πούμε, των προϊόντων – αυτό είναι ένα ζήτημα ειδικό που απαιτεί ξεχωριστή εξέταση.

Επομένως, η δική μας εμπορευματική παραγωγή δεν παρουσιάζεται σαν μια συνηθισμένη εμπορευματική παραγωγή, αλλά σαν μια εμπορευματική παραγωγή ειδικής φύσης, σαν μια εμπορευματική παραγωγή δίχως καπιταλιστές, που έχει να κάνει βασικά με προϊόντα ενοποιημένων σοσιαλιστικών παραγωγών (κράτος, κολχόζ, συνεταιρισμοί), που η σφαίρα ενέργειας της περιορίζεται στα είδη ατομικής κατανάλωσης, που προφανώς με κανένα τρόπο δεν μπορεί να εξελιχτεί σε καπιταλιστική παραγωγή και που έχει προορισμό να εξυπηρετεί, σε συνδυασμό με τη «χρηματική οικονομία» της, την υπόθεση της ανάπτυξης και ενίσχυσης της σοσιαλιστικής παραγωγής.

Για το λόγο αυτό δεν έχουν καθόλου δίκιο οι σύντροφοι εκείνοι που δηλώνουν ότι όσο η σοσιαλιστική κοινωνία δεν καταργεί τις εμπορευματικές μορφές παραγωγής, θα πρέπει τάχατες να αποκατασταθούν εδώ όλες οι οικονομικές έννοιες που αποτελούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του καπιταλισμού: η εργατική δύναμη σαν εμπόρευμα, η υπεραξία, το κεφάλαιο, το κέρδος του κεφαλαίου, το μέσο ποσοστό κέρδους κλπ. Οι σύντροφοι αυτοί συγχέουν την εμπορευματική παραγωγή με την καπιταλιστική παραγωγή και υποθέτουν πως μια και υπάρχει εμπορευματική παραγωγή, θα πρέπει τότε να υπάρχει και καπιταλιστική παραγωγή. Δεν καταλαβαίνουν ότι η δική μας εμπορευματική παραγωγή διαφέρει ριζικά από την εμπορευματική παραγωγή στον καπιταλισμό.

Επιπλέον, νομίζω πως είναι απαραίτητο να απορρίψουμε και μερικές άλλες έννοιες παρμένες από το Κεφάλαιο τον Μαρξ, όπου ο Μαρξ ασχολιότανε με την ανάλυση του καπιταλισμού, και που τις προσκολλούν τεχνητά στις δικές μας σοσιαλιστικές σχέσεις. Έχω υπόψη μου, ανάμεσα στ’ άλλα, τέτοιες έννοιες σαν την «αναγκαία» και «πρόσθετη» εργασία, το «αναγκαίο» και «πρόσθετο» προϊόν, τον «αναγκαίο» και «πρόσθετο» χρόνο. Ο Μαρξ ανέλυσε τον καπιταλισμό με σκοπό να κάνει φανερή την πηγή εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, την υπεραξία, και να δώσει στην εργατική τάξη, τη στερημένη από τα μέσα παραγωγής, το πνευματικό όπλο για την ανατροπή του καπιταλισμού. Είναι φανερό ότι ο Μαρξ χρησιμοποιεί για το σκοπό αυτό έννοιες (κατηγορίες) που αντιστοιχούν πέρα για πέρα στις καπιταλιστικές σχέσεις. Όμως, είναι περισσότερο από παράδοξο το να χρησιμοποιούμε τώρα τις έννοιες αυτές, όταν η εργατική τάξη όχι μόνο δεν έχει αποστερηθεί την εξουσία και τα μέσα παραγωγής, αλλά, αντίθετα, κρατάει την εξουσία στα χέρια της και κατέχει τα μέσα παραγωγής. Σήμερα, στο δικό μας καθεστώς, αρκετά παράξενα ακούγονται λέξεις για την εργατική δύναμη σαν εμπόρευμα και για τη «μίσθωση» εργατών: σάμπως τάχατες η εργατική τάξη που κατέχει τα μέσα παραγωγής να μισθώνει τον ίδιο τον εαυτό της και να πουλάει στον εαυτό της τη δικιά της εργατική δύναμη.

Το ίδιο παράξενο είναι σήμερα το να μιλάει κανείς για «αναγκαία» και για «πρόσθετη» εργασία: σάμπως τάχατες η εργασία των εργατών στις δικές μας συνθήκες, που παραδίνεται στην κοινωνία για την επέκταση της παραγωγής, για την ανάπτυξη της εκπαίδευσης, για τη δημόσια υγεία, για την οργάνωση της άμυνας κλπ. να μην είναι τόσο αναγκαία για την εργατική τάξη που βρίσκεται σήμερα στην εξουσία, όσο είναι η εργασία που ξοδεύεται για την κάλυψη των προσωπικών αναγκών του εργάτη και της οικογένειας του.

Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο Μαρξ στο έργο του Κριτική του Προγράμματος της Γκότα, όπου πια ερευνά όχι τον καπιταλισμό αλλά, ανάμεσα στ’ άλλα, την πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, παραδέχεται ότι η εργασία που αποδίνεται στην κοινωνία για την επέκταση της παραγωγής, για την εκπαίδευση, τη δημόσια υγεία, τα διοικητικά έξοδα, τη δημιουργία αποθεμάτων κλπ., είναι το ίδιο αναγκαία όπως και η εργασία που ξοδεύεται για την κάλυψη των καταναλωτικών αναγκών της εργατικής τάξης.

Νομίζω ότι οι οικονομολόγοι μας πρέπει να βάλουν τέλος σ’ αυτή την ασυμφωνία ανάμεσα στις παλιές έννοιες και στη νέα κατάσταση πραγμάτων στη σοσιαλιστική μας χώρα, αλλάζοντας τις παλιές έννοιες με καινούργιες που να αντιστοιχούν στη νέα κατάσταση.

Μπορούμε να ανεχόμαστε την ασυμφωνία αυτή πριν από έναν ορισμένο καιρό, τώρα, όμως, έφτασε ο καιρός, όπου πρέπει επιτέλους να καταργήσουμε αυτή την ασυμφωνία.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.