Ο πνιγόμενος από της πνιγομένης τα μαλλιά πιάνεται

Ο πνιγόμενος από της πνιγομένης τα μαλλιά πιάνεται

 

Την 3 η Απριλίου 2021 σε συνέντευξη σε πρωινή εκπομπή της ΕΡΤ1 ο Πρόεδρος της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ελληνικού Εμπορίου (ΕΣΕΕ) κ. Κροκίδης ερωτηθείς τι προτείνει για την έξοδο από την κρίση, απάντησε, ελπίζουμε όχι χωρίς προηγουμένως να έχει αιτηθεί και λάβει σχετική επί του ζητήματος γνώμη από τον κατ’ εξαρχήν γνώστη της ύλης Επιστημονικό Διευθυντή του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών και Εμπόρων Ελλάδας (ΓΣΕΒΕΕ) Καθηγητή της Πολιτικής Επιστήμης κ. Διονύσιου Γράβαρη, χωρίς χρονοτριβή, ανενδιάστως και αποφασιστιώς σαν να πυροβολούσε με πιστόλι από το γοφό: « Την έκδοση ευρωομολόγου χωρίς διάρκεια λήξης και με μηδενικό τοκομερίδιο» ─ ακριβώς έτσι, λέξη προς λέξη.

Εικάζουμε πως το ύψος του ευρωομολόγου δεν έχει και μεγάλη σημασία (δεν έγινε λόγος στη συνέχεια για αυτό). Έτσι θα μπορούσε να είναι 1 ή όσα ευρώ προκύψουν, αφού προσθέσετε μετά το 1 όσα μηδενικά ευαρεθείσθε. Αλλά ας περάσουμε, αφήνοντας κατά μέρος τις μικρολεπτομέρειες, στα σημαντικά.

Τι είναι αναγκαία για την έκδοση αυτού του ομολόγου; Πρώτον, να συμφωνήσουν τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. εκτός των οργάνων της τελευταίας να ζητήσουν από τα αρμόδια όργανα της Ε.Ε. την έκδοση από την Ε.Ε. ενός ευρωομολόγου ορισμένου ύψους. Θα πρέπει δηλ. να έχουν συμφωνήσει μεταξύ τους, πριν υποβάλλουν το αίτημα, και το ύψος του ευρωομολόγου, διότι αυτό το ύψος αποτελεί φυσικά σημαντικότατο στοιχείο του αιτήματος.

Εκ πρώτης όψεως και επιφανειακά κρίνοντας, θα έλεγε κανείς ότι η Ε.Ε. δεν έχει λόγο να αρνηθεί την έκδοση αυτού του ομολόγου. Ας δούμε πώς έχει το πράγμα από μέρους της. Κατά το δη λεγόμενον δεν έχει τίποτε να χάσει. Διότι δεν έχει τίποτε να εγγυηθεί: ούτε επιστροφή κεφαλαίου ούτε πληρωμή τόκων, αφού το ομόλογο είναι χωρίς λήξη, και επιτόκιο και ετήσια πληρωμή τόκων (το “τοκομερίδιο”, όπως το ονομάζει ο κ. Κροκίδης είναι ίσο με μηδέν). Δεν έχει να εγγυηθεί κανενός είδους πληρωμές στους ομολογιούχους, τις οποίες αν δεν εκτελέσουν τα κράτη-μέλη στο ποσοστό που τους αναλογεί, δηλ. το ποσοστό, στο οποίο θα συμμετάσχουν στην διανομή των εσόδων από την πώληση των ομολόγων, θα έπρεπε να εκτελέσει αυτή η ίδια ως εκδότρια του (ευρω)ομολόγου.

Δεν απαιτείται λοιπόν απολύτως καμία απολύτως αξιοπιστία του εκδότη, λόγος για τον οποίο εκπίπτουν και τα σχετικά επιχειρήματα υπέρ της Ε.Ε. ως εκδότη.Αν σκεφθεί κανείς ψύχραιμα, εδώ δεν πρόκειται για έκδοση ομολόγου, αλλά για απόκτηση χρήματος έναντι μηδενικού ανταλλάγματος. Δεν είναι βέβαια ακριβώς δημιουργία χρήματος εκ του μηδενός σαν αυτήν της Κεντρικής Τράπεζας, αλλά αυτό μόνον και μόνον επειδή δι’ αυτής της πράξεως (της έκδοσης του ευρωομολόγου) δεν δημιουργείται νέο χρήμα, αλλά μεταφέρεται υπάρχον χρήμα από το publicum (=κοινό) στην Ε.Ε. και στη συνέχεια στα κράτη-μέλη της χωρίς αντάλλαγμα (διότι το ευρωομόλογο δεν αποτελεί, όπως είναι φανερό ήδη και όπως θα δείξουμε σαφέστερα στη συνέχεια, κανένα αντάλλαγμα).

Κατά τα λοιπά η Ε.Ε. δια του ευρωομολόγου δημιουργεί δι’εαυτήν και εντέλει για τα μέλη της χρήμα. Σφετερίζεται δηλ. μια λειτουργία της Κεντρικής [Ευρωπαϊκής ] Τράπεζας. Όχι μόνον η τελευταία, αλλά το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα ως ολότητα δεν μπορεί και δεν πρόκειται να επιτρέψει κάτι τέτοιο. Διότι η ανοχή του θα σήμαινε ότι και το κράτος μπορεί, πλην της Κεντρικής Τράπεζας, να δημιουργεί χρήμα, με συνέπεια η τελευταία να μην είναι σε θέση να εγγυηθεί την λεγόμενη “αξία του νομίσματος”.

Ορισμένοι αφήνουν να εννοηθεί ότι το ευρωομόλογο θα το εκδώσει η ΚΕΤ, η οποία κατόπιν θα πιστώσει το ποσό από την πώληση του ομολόγου στην Ε.Ε. και η τελευταία θα το πιστώσει σε μια ορισμένη αναλογία στα κράτη μέλη της. Η Κεντρική Τράπεζα δεν επιτρέπεται όμως να εκδώσει δικά της ομόλογα, αλλά πουλάει στην ελεύθερη αγορά ομόλογα του Δημοσίου (όταν θέλει να περιορίσει την ποσότητα χρήματος).

Αλλ’ έστω ότι επιτρεπόταν. Και ότι το κάνει για να χρηματοδοτήσει τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. να εξέλθουν από την κρίση. Τότε γιατί εν μέσω κρίσης, την οποία θέλει να υπερβεί─ να εκδώσει ευρωομόλογο και να στερήσει έτσι από χρήμα την αγορά και αντ’αυτού να μη χρηματοδοτήσει ευθέως την Ε.Ε. κι δι’αυτής τα κράτη-μέλη της, αφήνοντας την ΕΕ να εκδώσει το ευρωομόλογο και αγοράζοντάς το αυτή η ίδια από αυτήν; Πράγμα που δεν θα μείωνε την ποσότητα χρήματος; Και πώς, στην περίπτωση που εξέδιδε αυτή, η ίδια το ευρωομόλογο θα πίστωνε με το αντίστοιχο ποσό την ΕΕ η ΚΕΤ; Δι’ απλής αναιτιολόγητης εγγραφής;

Δεν νομίζω πως γίνεται αυτό. Η ΚΕΤ είναι και αυτή Τράπεζα και λειτουργεί βάσει τραπεζικών κανόνων. Και τέλος, πώς θα πίστωνε η Ε.Ε., τα κράτη-μέλη της. Αλλ’ αυτό το τελευταίο ίσως είναι ο μικρότερος μπελάς.

Ας δούμε σύντομα την πλευρά του κοινού, των δυνητικών αγοραστών ευρωομολόγων. Γιατί να αγοράσει το κοινό ευρωομόλογα; ─ Επειδή τα εκδίδει τα εγγυάται, η αυξημένης αξιοπιστίας Ε.Ε., θα πει κανείς . Μα εδώ δεν υπάρχει τίποτε προς εγγύησιν: Ούτε τοκομερίδια πληρώνονται , ούτε κεφάλαιο επιστρέφεται ποτέ! Οπότε προς τι η αξιοπιστία, αυξημένη ή μη, της Ε.Ε.;

Την μόνη “αξιοπιστία ” που έχει ανάγκη ο πιθανός αγοραστής ευρωομολόγου είναι αυτή των ομοίων του, δηλ. πρέπει να είναι βέβαιος ότι και άλλοι πέραν αυτού του ιδίου θα αγοράσουν ευρωομόλογα, δηλ. ένα “χαρτί”, το οποίο όχι μόνον δεν θεμελιώνει κανένα δικαίωμα σε τοκομερίδιο και επιστροφή του κεφαλαίου, αλλά παρά ταύτα θα αγοράζεται στην εκάστοτε τιμή αγοράς όχι μόνον απ’ αυτούς τους τελευταίους, αλλά από το κοινό γενικώς. Είναι ένα δεύτερο είδος χρήματος (διαφορετικό από το νόμιμο και αναγκαστικό χρήμα που εκδίδει μόνον η Κεντρική Τράπεζα), το οποίο γίνεται ή δεν γίνεται δεκτό και όταν γίνεται δεκτό, όχι αναγκαστικά στην ονομαστική αξία έκδοσής του, αλλά σε μια υψηλότερη ή, συχνότερα, χαμηλότερη.

Στην χώρα μας μπορεί σήμερα να αγοράσει κανείς ομόλογα ελληνικού Δημοσίου διάρκειας 30 ετών με ετήσιο επιτόκιο περίπου 2-3%. Γίνεται λοιπόν να αγοράσει ευρωομόλογα;

Ο Σόρος που συνηγορεί στην έκδοσή τους ξέρει ωστόσο τι λέει. Διότι αυτός δεν θέλει να αγοράσει, αλλά να κερδίσει προμήθειες κατά τις σχετικές αγοροπωλησίες. Το καλάμι, απ’ τ’ οποίο κρέμεται μπροστά τους το πανέρι με το ευρωομόλογο, πίσω από το οποίο τρέχουν, όσοι τρέχουν, είναι στεριωμένο, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, στην ίδια τους την πλάτη.

Ο κ.Κροκίδης είναι ένας άξιος εκπρόσωπος και υπερασπιστής των συμφερόντων της ΕΣΕΕ. Προς τούτο δεν είναι αναμενόμενο να γνωρίζει τους τρόπους χρηματοδότησης ενός κρατικού προγράμματος ανάκαμψης της οικονομίας. Δεν εκπλήσσει λοιπόν η αναφερθείσα άποψή του. Ούτε αναφέρθηκε εδώ προς ψόγον. Όλως αντιθέτως. Διότι δείχνει ενδιαφέρον και ανησυχία για την οικονομική κατάσταση.

Έκπληξη και απορία προκαλούν εκείνοι που ενώ γνωρίζουν ή, τελωσπάντων θα έπρεπε να γνωρίζουν, πώς έχει η ιστορία ή μάλλον το παραμύθι με το ευρωομόλογο. ΄Η παίζουν το παιχνίδι του Σόρος που περιγράψαμε παραπάνω. ΄Η προσπαθούν να παρουσιάσουν την, όσον αφορά την αντιμετώπιση όχι μόνον τηςοικονομικής κρίσης αλλά κυρίως αυτής, την Ε.Ε. ως υπαρκτό πολιτικό οργανισμό που δύναται να λαμβάνει σημαντικές αποφάσεις για σημαντικά θέματα, ενώ αυτή αποσαρθρώνεται.

advocatus mogiliani

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *