Ο F.Engels και ο δεύτερος τόμος του “Κεφαλαίου”

Eyre Crowe, Mill Workers in Wigan (1874)

 

Ένα ενδιαφέρον κείμενο για τον Ένγκελς και την διαδικασία έκδοσης (και εν μέρει συγγραφής) του δεύτερου τόμου του “Κεφαλαίου”). Δημοσιεύτηκε στην ΚΟΜΕΠ, τεύχος 4, 2003

 

 

 

Ο F.Engels και ο δεύτερος τόμος του “Κεφαλαίου”

 

Το άρθρο της Λ. Λ. Βάσινα που δημοσιεύουμε είναι αποτέλεσμα της επιστημονικής ερευνητικής της δουλιάς στα πλαίσια της προετοιμασίας του τρίτου τόμου του τετάρτου τμήματος του MEGA (Απαντα Μαρξ-Ενγκελς). Η συγγραφέας του άρθρου συμμετείχε στην ομάδα επιστημόνων που προετοίμασε τον προαναφερθέντα τόμο προς έκδοση. Από την ίδια αντλούμε και το ενημερωτικό υλικό σε σχέση με τις προσπάθειες έκδοσης καθώς και τη δομή του MEGA, το οποίο σε συντομία και παραθέτουμε.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα και η Σοβιετική κυβέρνηση ξόδεψαν σημαντικά ποσά, για να υλοποιήσουν το καθήκον το οποίο έθεσε ο Β. Ι. Λένιν από το 1921, να συγκεντρωθεί στη Μόσχα όλη η βιβλιογραφική κληρονομιά των Μαρξ και Ενγκελς είτε στα πρωτότυπα είτε αν αυτό δεν ήταν δυνατό σε φωτοαντίγραφα. Στο τέλος της δεκαετίας του ’20 αυτό το καθήκον είχε υλοποιηθεί σε σημαντικό βαθμό, αν και η συμπλήρωση του αρχείου των Μαρξ και Ενγκελς από τα πρώην Κεντρικά Κρατικά Αρχεία (σήμερα Ρωσικό Κέντρο Διαφύλαξης Ντοκουμέντων Νεότερης Ιστορίας) συνεχίστηκε σ’ όλη τη διάρκεια της ύπαρξης του Ινστιτούτου Μαρξισμού-Λενινισμού ως τον Αύγουστο του 1991.

Η απαρχή της πλήρους ακαδημαϊκής έκδοσης της κληρονομιάς των Μαρξ και Ενγκελς – το πρώτο MEGA – έγινε στις αρχές της δεκαετίας του ‘30 από το Ινστιτούτο Κ. Μαρξ και Φρ. Ενγκελς της Μόσχας. Στο πρώτο MEGA συμμετείχαν Γερμανοί και Ούγγροι κομμουνιστές. Μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία το 1933, η δουλιά για την έκδοση διακόπηκε. Εκδόθηκαν 12 τόμοι MEGA. Για πρώτη φορά τυπώθηκαν εξ ολοκλήρου τα «Οικονομικά – φιλοσοφικά χειρόγραφα του 1844» του Μαρξ, η «Γερμανική ιδεολογία» των Μαρξ – Ενγκελς και μια σειρά από άλλες εργασίες.

Μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο εκδόθηκε σε 29 τόμους το δεύτερο MEGA και σε 50 τόμους το τελευταίο το 1981 στη ρώσικη γλώσσα. Στα Αγγλικά τα Απαντα των Μαρξ-Ενγκελς έχουν εκδοθεί σε 50 τόμους.

Η έκδοση των έργων των θεμελιωτών του επιστημονικού σοσιαλισμού απαιτεί υψηλότατου βαθμού ειδίκευση και αρκετή εμπειρία. Μαζί με την κατοχή ολοκληρωμένων γνώσεων της βιογραφίας και έργων των Μαρξ και Ενγκελς, προϋποθέτει και την κατοχή των βασικών ευρωπαϊκών γλωσσών (ο Μαρξ όπως είναι γνωστό κατείχε έξη γλώσσες, καθώς και ο Ενγκελς σύμφωνα με τα λεγόμενά του «τραύλιζε» σε είκοσι γλώσσες και άρχισε να μαθαίνει την εξωτική για το 19ο αιώνα γλώσσα, τα γιαπωνέζικα), τη συνήθεια της ανάγνωσης (καλύτερα της αποκωδικοποίησης) των χειρογράφων, την εμπειρία της κοπιαστικής ερευνητικής δουλιάς, η οποία επέρχεται με τα χρόνια και πολλά-πολλά άλλα.

 Με την ολοκλήρωση των εργασιών στη δεύτερη έκδοση των Απάντων Μαρξ-Ενγκελς σε πενήντα τόμους, ο πρώην τομέας των Απάντων των Κ. Μαρξ και Φρ. Ενγκελς του Ινστιτούτου Μαρξισμού-Λενινισμού σε συνεργασία με το αδελφικό Ινστιτούτο Μαρξισμού-Λενινισμού της ΚΕ του ΕΣΚΓ (Βερολίνο, ΛΔΓ) μπόρεσε στην αρχή της δεκαετίας του ’70 να περάσει στην προετοιμασία μεγάλης κλίμακας ερευνητικο-εκδοτικού σχεδίου των Απάντων των Μαρξ και Ενγκελς στην αυθεντική γλώσσα (MEGA). Στις 20 Μάη 1966 η Γραμματεία της ΚΕ του ΚΚΣΕ αποφάσισε για την έκδοση MEGA, και μετά από ένα μήνα, στις 23 Ιούνη 1966, αυτή η απόφαση επικυρώθηκε με απόφαση του Πολιτικού Γραφείου. Στα πλαίσια της νέας έκδοσης του MEGA, το οποίο σύμφωνα με τις αρχικές σκέψεις, θα πρέπει να υπολογίζεται γύρω στους 170 τόμους και να ολοκληρωθεί στα 100χρονα της Οκτωβριανής Επανάστασης, προέβλεπαν να υλοποιηθεί μια αυστηρά επιστημονική έκδοση της κληρονομιάς των Μαρξ και Ενγκελς.

Οι εκδοθέντες, αρχίζοντας από το 1975, 47 τόμοι MEGA (88 βιβλία κειμένων και επιστημονικού μηχανισμού) ανταποκρίνονταν καθ’ ολοκληρία στις ανώτατες ακαδημαϊκές προδιαγραφές και κατέκτησαν σημαντικό κύρος στον επιστημονικό κόσμο. Στο μεταίχμιο των δεκαετιών 1980-1990, το σχέδιο MEGA συνεχίστηκε με συμμετοχή των Ιδρυμάτων: Διεθνές Ινστιτούτο Κοινωνικής Ιστορίας (ΔΙΚΙ, Αμστερνταμ), η Ακαδημία Επιστημών Βερολίνου-Βρανδεμβούργου, το Μουσείο Καρλ Μαρξ στην Τριρ και από τη ρωσική πλευρά ΡΚΔΜΝΝΙ και του Ρωσικού Ανεξάρτητου Ινστιτούτου Κοινωνικών και Εθνικών Προβλημάτων (ΡΑΙΚΕΠ). Τον Οκτώβριο του 1990 αυτές οι επιστημονικές οργανώσεις δημιούργησαν το Διεθνές Ταμείο Μαρξ και Ενγκελς, το οποίο έγινε διεθνές κέντρο συντονισμού της εργασίας για το MEGA.

Σήμερα δίπλα στις δυο αυτές ρωσικές ομάδες σε αυτή τη δουλιά συμμετέχουν ερευνητές από Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία, Ιαπωνία, Δανία και ΗΠΑ. Στη Συντακτική Επιτροπή και το Επιστημονικό Συμβούλιο του MEGA συμμετέχουν ακόμη επιστήμονες από τη Μεγάλη Βρετανία, Ιταλία, Κίνα, Σουηδία, Πολωνία, Ουγγαρία και Κολομβία. Το Ταμείο έχει το δικό έντυπο όργανο – το περιοδικό MEGA-Studien, που εκδίδεται δυο φορές το χρόνο.

Η Λ. Λ. Βάσινα υποστηρίζει πως με την ανάμιξη των προαναφερθέντων ιδρυμάτων και επιστημόνων και μέσω επιστημονικών αντιπαραθέσεων επανεξετάστηκε η δομή της έκδοσης και οι συντακτικές αρχές προετοιμασίας των τόμων, ενισχύθηκε ο επιστημονικός χαρακτήρας των εκδόσεων με την αποβολή των στοιχείων «ιδεολογικοποίησης». Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τι ακριβώς σημαίνει αυτό το τελευταίο. Θα ήταν όμως δικαιολογημένες οι επιφυλάξεις όσον αφορά τα περιθώρια, για αντικειμενική προσέγγιση της θεωρητικής κληρονομιάς του κομμουνιστικού κινήματος, που εξασφαλίζουν στο επιστημονικό τους δυναμικό τα κρατικά ιδρύματα καπιταλιστικών χωρών.

Η έκδοση του MEGA έχει εξαπλωθεί σε 30 χώρες του κόσμου. Σήμερα αποτελεί τη βάση για τη μετάφραση και τις σύγχρονες εκδόσεις των έργων των Μαρξ και Ενγκελς σε όλες τις χώρες του κόσμου, πηγή για έρευνες στον τομέα της ιστορίας και της θεωρίας του μαρξισμού, της κοινωνικής, πολιτικής και διανοητικής ιστορίας του 19ου αιώνα.

Η έκδοση του MEGA έχει αρκετά σύνθετη δομή. Διαιρείται σε τέσσερα τμήματα: Το πρώτο – «Εργα, άρθρα, σημειώσεις» – συμπεριλαμβάνει τις δημοσιεύσεις όλων των φιλοσοφικών, ιστορικών και πολιτικών έργων των Μαρξ και Ενγκελς, το δεύτερο – το «Κεφάλαιο» και όλες οι προκαταρκτικές εκδοχές -συμπεριλαμβάνει όλα τα οικονομικά χειρόγραφα, που σχετίζονται με τη δημιουργία του «Κεφαλαίου». Στο τρίτο τμήμα – αλληλογραφία – δημοσιεύονται όλες οι επιστολές των Μαρξ και Ενγκελς ακόμα και οι επιστολές που απεστάλησαν σε αυτούς. Στο τέταρτο τμήμα – Σημειώσεις, σχόλια, και υπογραμμίσεις σε βιβλία – περιέχει όλα τα διατηρηθέντα πολυάριθμα τετράδια με περιλήψεις, σημειώσεις από διάφορα βιβλία, έγγραφα, σημειωματάρια και επισημάνσεις των Μαρξ και Ενγκελς στα περιθώρια των βιβλίων που διάβαζαν.

Ο κάθε τόμος αποτελείται από δύο βιβλία. Το πρώτο μέρος περιέχει τα κείμενα των εργασιών των Μαρξ και Ενγκελς, που δημοσιεύονται στη γλώσσα στην οποία ήταν γραμμένα. Περίπου το 60% των κειμένων Μαρξ και Ενγκελς είχαν γραφεί στη γερμανική γλώσσα, ένα 30% στα αγγλικά και γαλλικά και τα υπόλοιπα στα ισπανικά, ιταλικά, πορτογαλέζικα, ρώσικα, πολωνικά, δανέζικα, λατινικά, και αρχαία ελληνικά κ.ά, συνολικά σε δύο δεκάδες γλωσσών.

Το δεύτερο μέρος του τόμου περιέχει τον επιστημονικό μηχανισμό. Εδώ περιέχονται μαρτυρίες για το ιστορικό τοπίο και την όλη γνωστή στην παρούσα φάση ιστορία εμφάνισης της ιδέας και συγγραφής της κάθε εργασίας ή την ιστορία του δημοσιευομένου γράμματος, στοιχεία για τις πηγές, από τις οποίες λήφθηκε το κείμενο, τεκμηριώνεται η καταγωγή ανώνυμων εργασιών, η ημερομηνία κάθε εγγράφου, αποτυπώνεται όλο το φάσμα των εργασιών για το ένα ή το άλλο έργο, αναπαράγονται τα διαγραμμένα μέρη των χειρογράφων. Ακόμα με τον επιστημονικό μηχανισμό σχετίζονται σχόλια και επεξηγήσεις για τα δημοσιευόμενα κείμενα, στοιχεία για τις βιβλιογραφικές πηγές, για τις οργανώσεις, τα πρόσωπα που συναντάμε στα κείμενα των Μαρξ και Ενγκελς. Συχνά ο τόμος του επιστημονικού μηχανισμού υπερβαίνει σε όγκο το βιβλίο των κειμένων συσσωρεύοντας την ερευνητική εργασία ειδικών διαφόρων τομέων της γνώσης – ιστορικών, οικονομολόγων, φιλοσόφων, μαθηματικών, χημικών, βιολόγων, φυσικών και ακόμα γεωλόγων – τόσο πλατιά ήταν η ευρυμάθεια και ο κύκλος ενδιαφερόντων των Μαρξ και Ενγκελς.

 

 

 

 

Σε μια από τις πρώτες νεκρολογίες για το θάνατο του Φρίντριχ Ενγκελς, που δημοσιεύτηκε στη βιεννέζικη «Εργατική Εφημερίδα», στις 7 Αυγούστου του 1895, αναφερόταν: «Ο Φρίντριχ Ενγκελς ανέγειρε στο φίλο του Μαρξ μνημείο πιο στέρεο από ό,τι το μέταλλο με τη μορφή των δυο τελευταίων τόμων του «Κεφαλαίου», όμως άθελά του λάξευσε σε αυτό το μνημείο με ανεξίτηλα γράμματα και το δικό του όνομα. Οπως και στη ζωή οι Μαρξ και Ενγκελς ήταν αχώριστοι, έτσι και το «Κεφάλαιο» θα φέρει τα ονόματα και των δυο. Στην ιστορία της πολιτικής οικονομίας θα αναφέρεται πάντα το «Κεφάλαιο» των Μαρξ – Ενγκελς»[1]. Αυτά τα λόγια, συγγραφέας των οποίων κατά τον Λένιν ήταν ο συντάκτης της εφημερίδας Βίκτωρ Αντλερ, αναφερόμενα από τον Β. Ι. Λένιν στο άρθρο του «Φρίντριχ Ενγκελς»[2], έγιναν πολύ γνωστά στη Ρωσία. Αποδείχθηκαν προφητικά, αλήθεια όχι πάντα με τη σημασία που απέδιδε ο συγγραφέας αυτών των σημαντικών γραμμών.

Από τον καιρό που ο Ενγκελς δημοσίευσε το 1885 το δεύτερο τόμο και μετά από 9 χρόνια (1894) τον τρίτο τόμο του «Κεφαλαίου» του Κ. Μαρξ, περιοδικά ξεκινούν συζητήσεις σχετικά με το ρόλο του Ενγκελς στην ιστορία του 2ου και 3ου τόμου του Κεφαλαίου. Το πρώτο στάδιο της πολεμικής αντιστοιχεί στα τέλη της 19ης – αρχές της 20ης εκατονταετίας, όταν η έκδοση του τρίτου τόμου έθεσε σε αμφισβήτηση το ζήτημα της αποδοχής και των τριών τόμων του «Κεφαλαίου» ως ενιαίου θεωρητικού συστήματος. Στη λεγόμενη αντίφαση μεταξύ του πρώτου και του τρίτου τόμου του «Κεφαλαίου» οι κριτικοί του Μαρξ έβλεπαν αδυναμία, έλλειψη θεωρητικής θεμελίωσης της μαρξιστικής ανάλυσης και επομένως ανεδαφικότητα του κύριου συμπεράσματος του Μαρξ σε σχέση με το ιστορικό αναπόφευκτο τέλος του.

Μετά από εκατό χρόνια, και ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία, η ουσία της πολεμικής άλλαξε κατά ριζικό τρόπο. Εάν κάνουμε ένα σύντομο απολογισμό του περιεχομένου των σύγχρονων επιστημονικών συζητήσεων γύρω από το δεύτερο και τρίτο τόμο του «Κεφαλαίου» αυτές ανάγονται στον ακόλουθο ισχυρισμό: Καθόσον ο ίδιος ο Μαρξ δεν τελείωσε και δεν πρόφτασε να ετοιμάσει για έκδοση το 2 και 3 τόμο του «Κεφαλαίου», τότε όλα τα κείμενα, τα οποία έχει στη διάθεσή του ο αναγνώστης αυτών των τόμων, δεν είναι τίποτε άλλο παρά προϊόν εργασίας σύνταξης του Ενγκελς. Και καθώς αυτά τα κείμενα συντέθηκαν από τον Ενγκελς στη βάση ημιτελών χειρογράφων, σημειώσεων, σκόρπιων αποσπασμάτων, τότε από εδώ λογικά προκύπτει το συμπέρασμα ότι την ιστορική ευθύνη για όλες τις ατέλειες του «Κεφαλαίου» φέρει ο εκδότης του δεύτερου και τρίτου τόμου, ο οποίος συνέθεσε τα κείμενα αυτών των τόμων κατά τέτιο τρόπο που ήρθαν σε αντίφαση με τον εκδοθέντα από τον ίδιο τον Μαρξ πρώτο τόμο του «Κεφαλαίου».

Την ουσία του προβλήματος εξέφρασε αρκετά περιεκτικά ο συνεργάτης της ομάδας MEGA στην Ακαδημία Επιστημών Βερολίνου-Βραδεμβούργου, διδάκτωρ οικονομικών επιστημών Καρλ Εριχ Φόλγκραφ στη ομιλία του στη συνδιάσκεψη, που ήταν αφιερωμένη στα 175 χρόνια από τη γέννηση και στα 100 από το θάνατο του Φρίντριχ Ενγκελς, που πραγματοποιήθηκε στο Βούπερταλ στις 23-24 Νοέμβρη 1995: «Ασυμφωνίες ως αποτέλεσμα της εκδοτικής δραστηριότητας ή αντίφαση μεταξύ του Ενγκελς ως θεωρητικού και εκδότη των έργων του Μαρξ και του θεωρητικού Καρλ Μαρξ»[3]. Αυτής της ομιλίας είχε προηγηθεί άρθρο των Καρλ-Εριχ Φόλγκραφ και Γ. Γιούνγκνικελ ««Ο Μαρξ με τα λόγια του Μαρξ»; Για την έκδοση από το Ενγκελς του βασικού χειρογράφου του τρίτου βιβλίου του «Κεφαλαίου»»[4]. Το άρθρο προκάλεσε μια αρκετά έντονη διαμάχη στην οποία συμμετείχαν ερευνητές από τη Γερμανία, την Ιαπωνία, την Ρωσία, τις ΗΠΑ και άλλες χώρες[5].

Κατ’ αυτόν τον τρόπο το πρόβλημα της από κοινού συγγραφής του Ενγκελς στο «Κεφάλαιο» μετατράπηκε σήμερα σε πρόβλημα υπευθυνότητας του Ενγκελς για όλες τις ατέλειες της οικονομικής θεωρίας του Μαρξ, τις οποίες οι σύγχρονοι ερευνητές βρίσκουν στο «Κεφάλαιο». Η αποδοχή των απόψεων των Μαρξ και Ενγκελς ως απόλυτα ταυτιζόμενων – προσέγγιση, η οποία υπήρχε για αρκετά μεγάλη περίοδο[6] – μετατράπηκε στο ακριβώς αντίθετο, ακριβώς στην αντιπαράθεση του «αψεγάδιαστου θεωρητικού» Μαρξ και του «εμπειριστή» Ενγκελς, ο οποίος τάχα δεν κατανοούσε πάντα ορθά την ουσία της θεωρητικής ανάλυσης του Μαρξ.

Στον Ενγκελς, ιδιαίτερα επιρρίπτουν ευθύνη για εσφαλμένη κατανόηση του θεωρητικού συστήματος του Μαρξ, για απλοποίηση και ακόμα εκχυδαϊσμό των ιδεών του, δηλαδή σε τελική ανάλυση για όλες τις ατέλειες της οικονομικής θεωρίας η οποία βρίσκεται στη βάση του επιστημονικού σοσιαλισμού. Κατά βάση αυτή η θέση διαμορφώθηκε στην πορεία της συζήτησης γύρω από τα χειρόγραφα και το κείμενο του 3ου τόμου του «Κεφαλαίου». Ομως αναμφίβολα όλα τα προαναφερθέντα διαδίδονται και για το 2ο τόμο, η ιστορία της ετοιμασίας του οποίου, αν και δεν είναι ταυτόσημη με την εργασία του Ενγκελς στο 3ο τόμο, όμως επί της ουσίας θέτει τα ίδια προβλήματα.

Η εργασία επί της σειράς των οικονομικών τόμων των Απάντων των Κ. Μαρξ και Φρ. Ενγκελς (MEGA)[7], στους οποίους θα δοθούν για πρώτη φορά στη δημοσιότητα όλα τα αδημοσίευτα ως σήμερα χειρόγραφα του δεύτερου και τρίτου βιβλίου του «Κεφαλαίου» (σύμφωνα με την ιδέα του Μαρξ, ο δεύτερος τόμος του έργου του έπρεπε να περιλαμβάνει το δεύτερο και τρίτο βιβλίο, τα οποία στην έκδοση του Ενγκελς βγήκαν αντίστοιχα σαν δεύτερος και τρίτος τόμος του «Κεφαλαίου»), ώθησε ουσιαστικά όλους όσους ασχολούνται με την ετοιμασία των τόμων του δεύτερου τμήματος του MEGA στη διερεύνηση όλου του συμπλέγματος των προαναφερθέντων ζητημάτων.

Στο Ρωσικό Κρατικό Αρχείο της Κοινωνικο-Πολιτικής Ιστορίας της Ρωσίας (Μόσχα) σε συνεργασία με τον καθηγητή Χοσάι του Πανεπιστημίου Ταϊνοζούκε Οτάνι (Τόκιο) διεξάγεται εργασία επί του 11ου τόμου του ΙΙ τμήματος του MEGA, το οποίο περιέχει πέντε χειρόγραφα, καθώς και ολόκληρη σειρά από σκαριφήματα και άλλα υλικά προετοιμασίας του δεύτερου βιβλίου του «Κεφαλαίου», που δημιουργήθηκαν από τον Μαρξ στο διάστημα από το 1868-1881.

Στη Μόσχα επίσης, στο Ρωσικό Ανεξάρτητο Ινστιτούτο Εθνικών και Κοινωνικών Προβλημάτων βασικά έχει ολοκληρωθεί η εργασία στο τόμο ΙΙ/4.3, που περιέχει παλαιότερα χειρόγραφα και πρόχειρα σκαριφήματα του δεύτερου και τρίτου βιβλίου, που ανάγονται στο 1867-1869. Η πιο πρώιμη μαρξική εκδοχή του κειμένου του δεύτερου βιβλίου (το επονομαζόμενο χειρόγραφο Ι, η εργασία επί του οποίου πραγματοποιήθηκε όπως υπολογίζεται από τα τέλη του 1864 έως τα μέσα του 1865), έχει ήδη δημοσιευθεί τόσο στη ρωσική γλώσσα όσο και στη γλώσσα του πρωτοτύπου στη σύνθεση του τόμου ΙΙ/4.1[8]. Στο Πανεπιστήμιο Τοχούκου (στη Σεντάι της Ιαπωνίας) από ομάδα γιαπωνέζων ειδικών υπό την καθοδήγηση του καθηγητή Ιζούμι Ομούρα και τη συμμετοχή του διδάκτορα οικονομικών επιστημών Ρολφ Χέκκερ (Βερολίνο) διεξάγεται εργασία πάνω στους 12ο και 13ο τόμους του δεύτερου τμήματος, οι οποίοι περιέχουν την αρχική εκδοχή του κειμένου του δεύτερου τόμου, το χειρόγραφο του 1884-1885 που ετοιμάστηκε από τον Ενγκελς καθώς και το κείμενο της πρώτης έκδοσης του δεύτερου τόμου (1885).

Το έργο του Ενγκελς στη δεύτερη έκδοση του δεύτερου τόμου (1893) θα αποτυπωθεί στο επιστημονικό-πληροφοριακό παράρτημα του τόμου ΙΙ/13. Συνολικά με τη δημοσίευση αυτών των τόμων στην επιστημονική κυκλοφορία εισάγονται πάνω από 130 τυπογραφικά φύλλα κειμένων των Μαρξ και Ενγκελς, από τα οποία πάνω από 50 τυπογραφικά φύλλα δημοσιεύονται για πρώτη φορά. Αλλά και τα κείμενα που ήδη έχουν δημοσιευθεί νωρίτερα στους τόμους του MEGA έχουν ερευνηθεί σε ποιοτικά διαφορετικό επίπεδο, με διασαφηνισμένες τις συντομογραφίες του κειμένου, με αξιοποίηση μεγάλου κύκλου νέων πηγών, με ουσιαστικά διευρυμένο σχολιασμό και λεπτομερή έρευνα της ιστορίας του κάθε ντοκουμέντου.

Η δημοσίευση αυτών των τόμων του MEGA θα δώσει τη δυνατότητα αντικειμενικής επιστημονικής έρευνας του συνόλου των μαρξικών χειρογράφων του δεύτερου βιβλίου του «Κεφαλαίου» και εποπτικής ανάλυσης της σχέσης τους με τη σύνταξη του κειμένου του δεύτερου τόμου από τον Ενγκελς. Μόνο σε αυτή τη βάση είναι δυνατό να βγει ένα οριστικό συμπέρασμα σε σχέση με τη σημασία του τεράστιου και εξαιρετικού ως προς τη δυσκολία του έργου, που πραγματοποίησε ο Ενγκελς ετοιμάζοντας το δεύτερο τόμο για έκδοση. Αν και η εργασία στους προαναφερθέντες τόμους του MEGA δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, τα τελευταία χρόνια έγιναν σημαντικά βήματα στην έρευνα της ιστορίας της προετοιμασίας από τον Ενγκελς του δεύτερου τόμου του «Κεφαλαίου»[9].

Ο Ενγκελς ξεκίνησε τη δουλιά στο 2ο τόμο σύντομα μετά τον θάνατο του Μαρξ. Αποτελώντας μαζί με την μικρότερη κόρη του Μαρξ, την Ελεωνόρα, σύμφωνα με τη θέληση του Μαρξ, τους «βιβλιογραφικούς εκτελεστές της διαθήκης», ο Ενγκελς θεωρούσε πρωταρχικό του καθήκον την έκδοση των χειρογράφων του Μαρξ που παρέμεναν αδημοσίευτα. Και πρώτα απ’ όλα αυτό είχε να κάνει με την προετοιμασία για έκδοση του δεύτερου τόμου. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι πρέπει να ξεχνάμε, ότι μετά το θάνατο του Μαρξ, από το 1883 ο Ενγκελς επιφορτίσθηκε όχι μόνο εκδοτικό και θεωρητικό έργο, αλλά και τεράστια οργανωτική, πρακτική εργασία για την καθοδήγηση του διεθνούς εργατικού κινήματος. Μεγάλωσε σε σημαντικό βαθμό η κλίμακα της αλληλογραφίας του.

Μεταξύ αυτών με τους οποίους αλληλογραφούσε ο Ενγκελς δεν ήταν μόνο φίλοι, συνεργάτες και συνοδοιπόροι αλλά συχνά και εντελώς άγνωστοι, οι οποίοι του ζητούσαν συμβουλές και βοήθεια. Στον Ενγκελς έβλεπαν το συνεχιστή του έργου (της υπόθεσης) του Μαρξ, τον εκτελεστή της πολιτικής του διαθήκης, και προσπαθούσε στο βαθμό των δυνάμεων του «να διατηρήσει εκείνα τα πολυάριθμα νήματα από όλες τις χώρες, τα οποία εθελοντικά συναντιόνταν στο γραφείο του Μαρξ»[10].

Συνειδητοποιώντας τη σπουδαιότητα των καθηκόντων που επωμίσθηκε ο Ενγκελς, με την σεμνότητα που τον διέκρινε, αναγνώριζε στην επιστολή του, από τις 15 Οκτώβρη 1884, προς τον παλιό του φίλο Γ. Φ. Μπέκερ: «Από τότε που χάσαμε τον Μαρξ, η ατυχία μάλλον βρίσκεται στο ότι πρέπει να τον αντικαταστήσω εγώ. Σ’ ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής μου, έκανα αυτό για το οποίο φτιάχτηκα, δηλαδή να παίζω το δεύτερο βιολί, και νομίζω ότι έκανα το καθήκον μου αρκετά ικανοποιητικά. Και ήμουν ευτυχής να έχω ένα τόσο περίφημο πρώτο βιολί σαν τον Μαρξ. Τώρα όμως που πρέπει ξαφνικά ν’ αναπληρώσω τη θέση του Μαρξ στα θεωρητικά ζητήματα και να παίξω πρώτο βιολί, κανένας δεν το νοιώθει περισσότερο από μένα ότι δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς γκάφες»[11].

Παράλληλα με την εργασία επί των χειρογράφων του Μαρξ ο Ενγκελς ετοίμαζε τις νέες εκδόσεις του πρώτου τόμου (έτσι, για παράδειγμα, ο ίδιος ο Ενγκελς επιμελήθηκε συντακτικά τη μετάφραση του πρώτου τόμου στα αγγλικά, κάτι που σύμφωνα με τα λόγια του του στοίχισε «σχεδόν ένα ολόκληρο χρόνο εργασίας») και την επανέκδοση μια σειράς σημαντικών έργων του Μαρξ αλλά και δικών του έργων, έκανε μεταφράσεις σε αυτές τις νέες εκδόσεις, ασχολήθηκε με την εκλαΐκευση και την υπεράσπιση των ιδεών του «Κεφαλαίου» στον Τύπο. Στα σχέδια του Ενγκελς συμπεριλαμβανόταν και η συγγραφή νέας βιογραφίας του Μαρξ που θα συμπεριλάμβανε όλη την πολυπληθή αλληλογραφία, στην οποία οργανικά θα συμπεριλαμβανόταν και η ιστορία του γερμανικού σοσιαλιστικού κινήματος, αρχίζοντας από το 1843 και η ιστορία της Πρώτης Διεθνούς (1864-1872).

Η τελευταία πρόθεση του Ενγκελς δυστυχώς δεν πραγματοποιήθηκε. Εκείνα τα χρόνια υπήρξε και σκέψη για την έκδοση Απάντων του Μαρξ[12], όμως με αυτό μπορούσε να ασχοληθεί μόνο μετά την ολοκλήρωση του έργου πάνω στο «Κεφάλαιο». Ακόμα και η απλή απαρίθμηση όλου του πολυάριθμου κύκλου των υποχρεώσεων του Ενγκελς στην τελευταία δεκαετία της ζωής του (και μάλιστα κατ’ αυτή αξίζει να θυμόμαστε και τις δικές του θεωρητικές εργασίες, που γράφτηκαν εκείνο το διάστημα, ακόμα και τις μακριές περιόδους όταν αναγκαζόταν για λόγους υγείας να μην εργάζεται) μαρτυρά για την ένταση που του επέφερε η εργασία επί των κειμένων του δεύτερου και του τρίτου τόμου του «Κεφαλαίου».

Ο Ενγκελς ήταν ο πρώτος που είχε πρόσβαση σε όλα τα υλικά της κληρονομιάς του Μαρξ. «Είναι μια τεράστια στοίβα και όλα είναι σε πλήρη αταξία. Πολλά μου λείπουν, πολλά πακέτα και κιβώτια ακόμα δεν έχουν ανοιχθεί», έγραφε στον Εντουαρντ Μπερνστάιν στις 12-13 Ιούνη 1883[13]. Ομως το χειρόγραφο του δεύτερου τόμου του «Κεφαλαίου», που περιλάμβανε, με βάση την ιδέα του Μαρξ, το δεύτερο και τρίτο βιβλίο, εντοπίστηκε πρακτικά αμέσως μετά το θάνατο του Μαρξ. Στις 25 Μαρτίου του 1883 ο Ενγκελς ενημέρωνε τη Λάουρα Λαφάργκ: «Σήμερα η Νιμ (σ.σ.: η Ελενα Ντέμουτ) βρήκε μεταξύ των χειρογράφων του Μαύρου ένα μεγάλο δέμα, στο οποίο ήταν μεγάλο μέρος, αν όχι ολόκληρος ο δεύτερος τόμος του «Κεφαλαίου» – πάνω από 500 σελίδες αρχειοθετημένες»[14]. Στις αρχές Απρίλη ο Ενγκελς γράφει στο Π. Λ. Λαβρόβ: «Βρήκα το χειρόγραφο «Κυκλοφορία του κεφαλαίου» και από το τρίτο βιβλίο «Μορφές του προτσές στο σύνολό του», περίπου 1000 σελίδες αρχειοθετημένες. Προς το παρόν είναι αδύνατο να πούμε αν μπορεί να τυπωθεί αυτό το χειρόγραφο με τη μορφή που έχει. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να το αντιγράψω γιατί είναι πρόχειρο. Αύριο επιτέλους θα έχω χρόνο για να αφιερώσω μερικές ώρες στο βιαστικό διάβασμα όλων των χειρογράφων που μας άφησε ο Μαύρος»[15].

Η διαλογή της χειρόγραφης κληρονομιάς του Μαρξ έδειξε γρήγορα ότι (κατ’ αυτή την περίοδο ο Ενγκελς ακόμη χρησιμοποιεί τη δομή των βιβλίων του Μαρξ, η σκέψη να δημοσιεύσει το δεύτερο βιβλίο ως δεύτερο τόμο και τρίτο βιβλίο ως τρίτο τόμο ωρίμασε αργότερα) θα είναι ένα δύσκολο καθήκον. Ηδη στις 22 Μαΐου του 1883 ο Ενγκελς γράφει στον Μπέκερ, ότι το χειρόγραφο του δεύτερου βιβλίου «υπάρχει σε 4 ή 5 εκδοχές (συντάξεις) από τις οποίες μόνο η πρώτη είναι ολοκληρωμένη και οι μεταγενέστερες μόλις έχουν αρχίσει»[16]. «Απαιτείται ουκ ολίγη εργασία καθώς η κάθε λέξη ενός τέτιου ανθρώπου όπως ο Μαρξ είναι χρυσός».

Την ανησυχία ότι η εργασία μπορεί να αποδειχτεί όχι και τόσο απλή την εκφράζει ο Ενγκελς στην επιστολή του προς την Λάουρα Λαφάργκ στις 22 Μαΐου της ίδιας χρονιάς: «Ο δεύτερος τόμος θα μου αποφέρει πάρα πολύ δουλιά, σε κάθε περίπτωση αυτό πρέπει να το πούμε για το δεύτερο βιβλίο. Υπάρχει ένα πλήρες κείμενο, που γράφτηκε περίπου το 1868, μόνο που αυτό είναι πρόχειρο. Μετά υπάρχουν τουλάχιστον τρεις, εάν δεν είναι τέσσερις, επεξεργασίες, που αναφέρονται σε διάφορες, μεταγενέστερες περιόδους, όμως ούτε μια από αυτές δεν είναι τελειωμένη. Είμαι αναγκασμένος να δουλέψω εκ βάθρων για να επιλέξω από αυτές το τελικό κείμενο!»[17]. Στα τέλη του Αυγούστου του 1883 σε γράμμα του προς τον Αύγουστο Μπέμπελ δίνει ένα λεπτομερέστερο χαρακτηρισμό των χειρογράφων του δεύτερου τόμου. Γράφει: «Μαζί με τα πλήρως επεξεργασμένα μέρη υπάρχουν και τα άλλα υπό μορφή σκαριφημάτων, όλα μάλιστα πρόχειρα, εξαιρώντας για παράδειγμα ένα δυο κεφάλαια. Τα αποσπάσματα είναι ανακατεμένα, έχουν γραφτεί όλα μαζί, όπως έπεφταν στα χέρια του, έχουν μαζευτεί για να κάνει αργότερα επιλογή. Ακόμα είναι γραμμένο με τέτιο γραφικό χαρακτήρα που μόνο εγώ και με δυσκολία μπορώ να διαβάσω»[18].

Περιεκτική εκτίμηση των χειρογράφων του δεύτερου βιβλίου για πρώτη φορά δίνει ο Ενγκελς στην επιστολή του στον Καρλ Κάουτσκι: «Το δεύτερο βιβλίο θα απογοητεύσει πολύ τους χυδαίους σοσιαλιστές. Περιέχει σχεδόν αποκλειστικά αυστηρά επιστημονικές πολύ λεπτές έρευνες των διαδικασιών οι οποίες λαμβάνουν χώρα στο εσωτερικό της τάξης των καπιταλιστών, και δεν υπάρχει τίποτα από το οποίο να επινοηθούν εύχρηστες λέξεις και μεγάλα λόγια»[19].

Στις αρχές του 1884 ο Ενγκελς αρχίζει να προσανατολίζεται στο σύνολο των χειρογράφων του 2ου και 3ου βιβλίου. Η ανάλυση του περιεχομένου τους έδειξε, ότι η επεξεργασία των προβλημάτων στο δεύτερο βιβλίο του Μαρξ ήταν ουσιαστικά σε πιο προχωρημένο στάδιο σε σύγκριση με τα υλικά του 3ου βιβλίου.

«Για το δεύτερο βιβλίο, «Κυκλοφορία του κεφαλαίου», γράφει στον Π. Λ. Λαβρόβ, για τα βασικότερα μέρη του, για την αρχή και το τέλος, υπάρχουν εκδοχές, που είχαν γίνει το 1875 και αργότερα. Εδώ θα πρέπει μόνο να τοποθετηθούν τα αποσπάσματα σύμφωνα με τις υπάρχουσες υποδείξεις. Για το μεσαίο μέρος του βιβλίου υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερις εκδοχές, που έχουν γραφεί πριν το 1870 και σε αυτό βρίσκεται η μοναδική δυσκολία.

Το τρίτο βιβλίο, «Το προτσές της καπιταλιστικής παραγωγής στο σύνολό του» υπάρχει σε δυο εκδοχές, που γράφτηκαν πριν το 1869, με μεταγενέστερη περίοδο σχετίζονται μόνο μερικές παρατηρήσεις και ένα ολόκληρο τετράδιο, που παρουσιάζει με εξισώσεις τη σχέση του ποσοστού της υπεραξίας προς το ποσοστό του κέρδους. Ομως οι σημειώσεις του από τα βιβλία για τη Ρωσία και τις Ηνωμένες Πολιτείες περιέχουν πληθώρα υλικού και παρατηρήσεων για τη γαιοπρόσοδο. Αλλες αναφέρονται στο χρηματικό κεφάλαιο, στην Πίστη, στα χάρτινα χρήματα ως εργαλείο της Πίστης κλπ. Δεν ξέρω ακόμα σε ποιο βαθμό θα μπορέσω να τα χρησιμοποιήσω για το τρίτο βιβλίο, μπορεί να είναι καλύτερα να τα συνενώσω σε ξεχωριστή έκδοση. Αυτό αναμφίβολα θα κάνω εάν το να τα συμπεριλάβω στο «Κεφάλαιο» μου προκαλέσει πάρα πολλές δυσκολίες.

Για μένα το κυριότερο απ’ όλα, είναι να βγει το βιβλίο το συντομότερο και στη συνέχεια ιδιαίτερα σημαντικό είναι, αυτό που θα εκδώσω, να είναι γνήσιο έργο του Μαρξ»[20]. Ο εντοπισμός ανάμεσα στα χαρτιά των χειρογράφων του Μαρξ των ετών 1861-1863 «μερικών εκατοντάδων σελίδων που περιείχαν τη «Θεωρία της υπεραξίας», επέτρεψε στον Ενγκελς με αρκετή σιγουριά να μιλάει για την προοπτική έκδοσης όχι μόνο του δεύτερου αλλά και του τρίτου (και στη συνέχεια τέταρτου) τόμου του «Κεφαλαίου»[21].

Τον Μάρτη του 1884 ο Ενγκελς συμφώνησε με τον εκδότη Οττο Μέισνερ, ο οποίος κατείχε από το καιρό της έκδοσης του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου» το δικαίωμα για την έκδοση των επόμενων τόμων, να εκδοθεί αρχικά ξεχωριστά το δεύτερο βιβλίο που περιείχε το «Προτσές κυκλοφορίας του κεφαλαίου» και το επόμενο, τρίτο βιβλίο, θα περιείχε και τις «Θεωρίες της υπεραξίας»[22]. Κατ’ αυτό τον τρόπο, μόνο την άνοιξη του 1884 η ιδέα της έκδοσης του δεύτερου τόμου του «Κεφαλαίου» αποκτά συγκεκριμένο περίγραμμα.

Ομως, αρχίζοντας την άμεση εργασία του πάνω στα κείμενα ο Ενγκελς αντιμετώπισε πλήθος δυσκολιών. Πρώτ’ απ’ όλα ετίθετο το πρόβλημα της επιλογής: σε τελική ανάλυση εντοπίστηκαν 8 χειρόγραφα του Μαρξ του δεύτερου βιβλίου, που ουσιαστικά διέφεραν μεταξύ τους ως προς τον όγκο τους, το βαθμό ωριμότητας, το χαρακτήρα παράθεσης. Μαζί με τα υλικά που είχαν λίγο-πολύ ολοκληρωμένο χαρακτήρα, υπήρχαν πολλά σκαριφήματα, μεμονωμένα αποσπάσματα, που δεν ήταν αρκετά ξεκάθαρο αν έχουν θέση στο δεύτερο βιβλίο. Η πλειοψηφία των χειρογράφων του Μαρξ δεν είχαν ημερομηνία. «Ηταν τέτοιο το υλικό για το ΙΙ βιβλίο, από το οποία εγώ, όπως είπε ο Μαρξ στην κόρη του Ελεονόρα λίγο πριν πεθάνει θα έπρεπε «κάτι να κάνω»»[23].

Στο καθήκον του Ενγκελς συμπεριλαμβανόταν η μελέτη του συνόλου των χειρογράφων με αντικείμενο την ταξινόμησή τους, την επιλογή εκείνου του μέρους της κληρονομιάς, η οποία αφορούσε το δεύτερο βιβλίο, η αποκωδικοποίηση όλων των χειρογράφων (όπως γνωρίζουμε πολύ καλά σήμερα η λέξη «διάβασμα» σε σχέση με τα χειρόγραφα του Μαρξ, κατά κανόνα, δεν χρησιμοποιείται). Το κέντρο βάρους όμως βρισκόταν στην ανάλυση του περιεχομένου όλων των υλικών του δεύτερου βιβλίου ώστε να γίνει δυνατή στη βάση τους η προετοιμασία προς έκδοση ολοκληρωμένου του κειμένου του δεύτερου τόμου. Ο Ενγκελς έτεινε να περιορίσει το έργο του στην απλή επιλογή ανάμεσα στις διάφορες συντάξεις, «μάλιστα τοποθετώντας στη βάση την τελευταία από τις υπάρχουσες συντάξεις, αντιπαραβάλλοντάς την με τις προηγούμενες»[24]. Αλλά αυτό δεν ήταν τόσο εύκολη υπόθεση, όπως μπορεί να φανεί από μια πρώτη ματιά. Και αυτό γιατί το καθένα από τα χειρόγραφα του δεύτερου βιβλίου του Μαρξ είχε πρωτότυπο χαρακτήρα. (Αυτό το γεγονός, μεταξύ άλλων, καθορίζει και την αξία της δημοσίευσης όλων των πρόχειρων συντάξεων του δεύτερου βιβλίου του «Κεφαλαίου» στο MEGA).

Ιδιαίτερη δυσκολία παρουσίαζε η επιλογή σε κείνες τις περιπτώσεις που γινόταν λόγος για την ανάλυση των ίδιων και των αυτών προβλημάτων. Ξεκινώντας την επεξεργασία των προηγούμενων κειμένων του ο Μαρξ και αποσκοπώντας στην προετοιμασία των χειρογράφων για την έκδοση, συνήθως απομακρυνόταν πολύ γρήγορα από την προηγούμενη εκδοχή, συμπληρώνοντας την ανάλυση με νέες πλευρές, εισάγοντας νέες πηγές κ.ά. Γι’ αυτό η μηχανιστική αντιπαραβολή των υπαρχόντων χειρογράφων του δεύτερου βιβλίου πολύ λίγα έδινε. Η ανάλυση του περιεχομένου έδειξε ότι κάθε εκδοχή έχει τις ιδιαιτερότητές της και μπροστά στον Ενγκελς έμπαινε το πρόβλημα πώς να συνδυάσει όλα που κατ’ αρχήν ήταν βασικά και περιείχε το κάθε χειρόγραφο με την αναγκαιότητα να δημιουργήσει ολοκληρωμένο κείμενο, που στο μάξιμουμ θα πλησίαζε εκείνη την εκδοχή που θα μπορούσε να οικοδομήσει ο ίδιος ο συγγραφέας, δηλαδή ο Μαρξ. Πολλές θεωρητικές δυσκολίες είχαν το πρώτο και το τρίτο κεφάλαιο (αντίστοιχα στον Ενγκελς μέρη) του δεύτερου βιβλίου. Δεν είναι τυχαίο που Μαρξ αρκετές φορές προσπάθησε να επανεπεξεργαστεί ακριβώς αυτά τα μέρη του βιβλίου.

Στα τέλη του Μάη του 1884 ο Ενγκελς αρχίζει επιτέλους τη δουλιά στο δεύτερο τόμο του «Κεφαλαίου». Ανακοινώνει στις 26 Μάη στη Λάουρα Λαφάργκ: «Τώρα θα καταπιαστώ με το δεύτερο τόμο του «Κεφαλαίου» και θα εργάζομαι με το φως της ημέρας…»[25]. Η εργασία του Ενγκελς για την προετοιμασία του δεύτερου τόμου για έκδοση αντανακλά στο μεγαλύτερο βαθμό το πρόχειρο χειρόγραφο των ετών 1884-1885 που διατηρήθηκε και δε δημοσιεύτηκε ποτέ νωρίτερα. Αν και κατά βάση αυτό το χειρόγραφο συμπίπτει με το τυπωμένο κείμενο του δεύτερου τόμου, παρ’ όλα αυτά δίνει ενδιαφέρον υλικό για την εξερεύνηση όλων των σταδίων της εργασίας του Ενγκελς κατά την προετοιμασία του βιβλίου για έκδοση.

Από τα 8 χειρόγραφα του δεύτερου βιβλίου τον πλέον ολοκληρωμένο χαρακτήρα είχε το λεγόμενο χειρόγραφο ΙΙ, επί του οποίου ο Μαρξ εργάσθηκε στα 1868-1870[26]. Στην ιστορία του δεύτερου βιβλίου του «Κεφαλαίου» κατέχει ιδιαίτερη θέση. Από όλες τις απόψεις – από το επίπεδο έρευνας και παράθεσης του προτσές κυκλοφορίας του κεφαλαίου, από το βαθμό επεξεργασίας της δομής του δεύτερου βιβλίου (το χειρόγραφο περιείχε λεπτομερές σχέδιο του δεύτερου βιβλίου), και τέλος, ως προς τον όγκο του (το χειρόγραφο αποτελείται από 200 σελίδες μεγάλου μεγέθους, in-folio, πυκνογραμμένες από τον Μαρξ), ξεχωρίζει μεταξύ των άλλων εκδοχών του δεύτερου βιβλίου. Σύμφωνα με την ιδέα του Μαρξ, ακριβώς αυτό το χειρόγραφο θα έπρεπε στη συνέχεια να αποτελέσει τη βάση της τελικής σύνταξης του δεύτερου βιβλίου[27].

Στον πρόλογο του δεύτερου τόμου του «Κεφαλαίου» ο Ενγκελς θα επιβεβαιώσει ότι το χειρόγραφο ΙΙ αποτελούσε τη «μοναδική ως ένα βαθμό ολοκληρωμένη επεξεργασία του βιβλίου ΙΙ»[28]. Και όπως δείχνει η ανάλυση του πρωτοτύπου του χειρογράφου ΙΙ, που περιέχει σημαντικό αριθμό σημειώσεων του Ενγκελς στο περιθώριο του χειρογράφου με κόκκινο μολύβι εκείνων των αποσπασμάτων του κειμένου που επέλεγε για το κείμενο του δεύτερου βιβλίου, ο Ενγκελς, όπως φαίνεται, αρχικά ήταν διατεθειμένος να χρησιμοποιήσει το χειρόγραφο σχεδόν ολοκληρωτικά. Ομως στη συνέχεια, κατά τη μελέτη των άλλων σκαριφημάτων του δεύτερου βιβλίου, χρησιμοποίησε στο μεγαλύτερο βαθμό μόνο το δεύτερο και τρίτο κεφάλαιο, που μπήκαν αντίστοιχα στο δεύτερο και τρίτο μέρος του υπό τη σύνταξη του Ενγκελς δεύτερου τόμου. Πρέπει να προσεχτεί το γεγονός ότι το χειρόγραφο ΙΙ ο Μαρξ το έγραφε κάνοντας σημαντικά διαλείμματα που προκλήθηκαν από την κατάσταση της υγείας του, κάτι που δεν μπορούσε να μην εκφραστεί στο περιεχόμενο τους.

Οσον αφορά το πρώτο κεφάλαιο αυτού του χειρόγραφου, όπως ήδη ειπώθηκε, δεν ικανοποιούσε πλήρως και τον ίδιο το Μαρξ, κάτι το οποίο καταμαρτυρούν οι πολυάριθμες προσπάθειες επεξεργασίας του κειμένου αυτού του κεφαλαίου στα τέλη του 1877-1878, όταν ο Μαρξ έκανε την τελευταία προσπάθεια να ετοιμάσει το δεύτερο τόμο για έκδοση. Στο κείμενο του πρώτου κεφαλαίου του χειρογράφου ΙΙ υπάρχει μεγάλη ποσότητα διορθώσεων και συμπληρώσεων. Το πλέον σύνθετο (δύσκολο) μέρος του κεφαλαίου, που περιείχε την ανάλυση της κύκλησης του χρηματικού, του εμπορευματικού και του παραγωγικού κεφαλαίου το επεξεργάστηκε εκ νέου ο Μαρξ την άνοιξη του 1877 στο χειρόγραφο V.

Κατ’ αυτό τον τρόπο η προετοιμασία του πρώτου κεφαλαίου για έκδοση στη βάση του χειρογράφου ΙΙ απαιτούσε αρκετό χρόνο και προσπάθειες που στις συνθήκες έλλειψης χρόνου αποδείχτηκε αποφασιστικό γεγονός που παρακίνησε τον Ενγκελς να μη χρησιμοποιήσει αυτό το τμήμα του χειρογράφου. Ο Ενγκελς περιορίστηκε στη χρησιμοποίηση μερικών αποσπασμάτων του κειμένου και των διπλανών υποσημειώσεων. Και μάλιστα δεν υπεδείκνυε πάντα με ακρίβεια και ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος του δεύτερου τόμου, από ποιο χειρόγραφο πήρε αυτό το υλικό[29].

Στη διαδικασία προετοιμασίας του τόμου ΙΙ/11 του MEGA κατορθώσαμε να διευκρινίσουμε αυτά τα δεδομένα. Στο μεγαλύτερο βαθμό ο Ενγκελς χρησιμοποιούσε το χειρόγραφο ΙΙ κατά την εργασία του στο έκτο κεφάλαιο του δεύτερου τόμου «Εξοδα κυκλοφορίας». Παράλληλα με τις υποδεικνυόμενες από τον Ενγκελς σελίδες 152 και 159-160[30], που περιέχουν τις υποσημειώσεις 12 και 16, στη βάση του χειρόγραφου ΙΙ ήταν γραμμένα: ένα μικρό σχόλιο σχετικά με την αντίληψη του Α. Σμιθ για τη δημιουργία αποθέματος ως ειδικού στοιχείου της καπιταλιστικής παραγωγής (σελ. 159), οι υποσημειώσεις 11,14,15 (σελ. 149, 157, 159), σημαντικό μέρος του τμήματος «Εξοδα μεταφοράς», συμπεριλαμβανομένων των υποσημειώσεων 17,18 και 19 (σελ. 169-171).

Ο Ενγκελς απέρριψε και τη χρησιμοποίηση του πιο παλιού χειρογράφου Ι του δεύτερου βιβλίου του 1864-1865, καθώς ως προς το περιεχόμενο το χειρόγραφο ΙΙ πρακτικά το υπερκάλυπτε. Δε βρήκε άμεση αντανάκλαση στο κείμενο του ΙΙ τόμου και το χειρόγραφο ΙΙΙ, το οποίο εμφανίστηκε κι αυτό, όπως φαίνεται, στα μέσα της δεκαετίας του 1860 και περιείχε κατά προτεραιότητα αποσπάσματα και παραπομπές στα τετράδια του Μαρξ με τις σημειώσεις. Ο Μαρξ στηρίχτηκε σε αυτά τα υλικά κατά τη συγγραφή του χειρόγραφου IV και κατ’ αυτόν τον τρόπο το χειρόγραφο ΙΙΙ έμμεσα επίσης χρησιμοποιήθηκε στο κείμενο του δεύτερου τόμου του «Κεφαλαίου».

Η εργασία στο κείμενο του πρώτου κεφαλαίου επέφερε, όπως φαίνεται, δυσκολίες στον Ενγκελς όχι μόνο καθαρά τεχνικού χαρακτήρα. Μετά από ενδελεχή μελέτη και αντιπαραβολή όλων των εκδοχών και σκαριφημάτων που σχετίζονται με το δεύτερο βιβλίο, κατά τη συγγραφή του πρώτου κεφαλαίου ο Ενγκελς συνέθεσε το τελικό κείμενο αυτού του κεφαλαίου που έλαβε τον τίτλο «Οι μεταμορφώσεις του κεφαλαίου και η κύκλησή του», στη βάση του χειρογράφου IV (ως της πλέον έτοιμης για εκτύπωση επεξεργασίας του πρώτου μέρους), καθώς και τα χειρόγραφα V, VI, VII, VIII (σαν τις πλέον μεταγενέστερες και πλέον ώριμες συντάξεις)[31].

Το δεύτερο μέρος του δεύτερου τόμου «Η περιστροφή του κεφαλαίου» ο Ενγκελς το συνέθεσε στη βάση των χειρογράφων IV και II. Ομως και εδώ δεν ήταν όλα απλά. Το χειρόγραφο IV περιείχε μόνο την αρχή του δεύτερου κεφαλαίου. Στο χειρόγραφο ΙΙ αυτό το κεφάλαιο είχε αρκετά «ακατέργαστο» χαρακτήρα. Από τη μια πλευρά, αυτή ήταν αναμφισβήτητα η πλέον ολοκληρωμένη επεξεργασία των προβλημάτων της περιστροφής του κεφαλαίου. Ομως στο κείμενα υπήρχαν αρκετά σημεία που ήταν επιλογές αποσπασμάτων για ορισμένα προβλήματα, εναλλασσόμενα με προσπάθειες γενίκευσης και συμπερίληψής τους ως επεξηγηματικών υλικών στην παρατιθέμενη από τον Μαρξ επιχειρηματολογία. Η χρησιμοποίηση αυτών των αποσπασμάτων στην τελική σύνταξη του δεύτερου τόμου απαιτούσε, όπως ήταν φυσικό, επανέλεγχο όλων των αποσπασμάτων από τις πηγές, τις οποίες όχι πάντα ή όχι πάντα με ακρίβεια υπεδείκνυε ο Μαρξ στις πρόχειρες εκδοχές. Και αυτό το γεγονός πρέπει να προσεχτεί, εκτιμώντας όλον τον όγκο της δουλιάς που έγινε από τον Ενγκελς.

Το τρίτο τμήμα «Η αναπαραγωγή και η κυκλοφορία του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου» είχε και αυτό αρκετές δυσκολίες. Στο χειρόγραφο ΙΙ ο Μαρξ ανέλυε λεπτομερώς το πρόβλημα της αναπαραγωγής (κυκλοφορίας) του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου αρχικά χωρίς να υπολογίζει την κυκλοφορία του χρήματος που το διαμεσολαβεί και στη συνέχεια, επαναληπτικά, με τον υπολογισμό αυτού του συντελεστή[32].

Αξίζει να σημειωθεί ότι το τμήμα για την αναπαραγωγή των αντικειμένων κατανάλωσης εδώ προηγείται της ανάλυσης του προτσές της παραγωγής μέσων παραγωγής[33]. Το κεφάλαιο περιείχε αρκετές επαναλήψεις, που τις υπαγόρευσε η επιθυμία να ερευνηθεί το πρόβλημα από όλες τις απόψεις, κάτι το οποίο είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό για τα κείμενα του Μαρξ και ιδιαίτερα για τα πρόχειρα χειρόγραφα. Ολο αυτό το κεφάλαιο στην συνέχεια υπέστη από το Μαρξ ριζική επανεπεξεργασία. Στη βάση της εμφανίστηκε το χειρόγραφο VIII (1878-1881), που εκφράζει τις πλέον ώριμες απόψεις του Μαρξ σε σχέση με τις νομοτέλειες του προτσές της κοινωνικής αναπαραγωγής. Γι’ αυτό και η παράθεση του τρίτου τμήματος στο δεύτερο τόμο από τον Ενγκελς βασίζεται τόσο στο χειρόγραφο ΙΙ όσο και στη μεταγενέστερη επεξεργασία του συγκεκριμένου κύκλου προβλημάτων, που περιέχονται στο χειρόγραφο VIII.

Το πρόχειρο χειρόγραφο του δεύτερου τόμου του «Κεφαλαίου» ετοιμάστηκε από τον Ενγκελς σε άκρως σύντομο διάστημα – από τέλη Μάη του 1884 ως τις αρχές του 1885. Ο όγκος του ήταν 345 σελίδες, από τις οποίες από το χέρι του Ενγκελς είχαν γραφεί καθ’ ολοκληρία μόνο οι πρώτες 55. Σύντομα λόγω της όξυνσης μιας παλιάς πάθησης των ποδιών απαγορεύτηκε στον Ενγκελς να κάθεται στο γραφείο του. Γι’ αυτό για τη δουλιά στα χειρόγραφα προσέλαβε στα μέσα του Ιουνίου του 1884 τον 26χρονο Γερμανό πρόσφυγα Οσκαρ Αϊζενγκάρτεν.

Στις 20 Ιουνίου 1884 ο Ενγκελς ανήγγειλε στον Μπέκερ: «Υπαγορεύω τώρα το δεύτερο τόμο του «Κεφαλαίου» και η δουλιά προχωράει γενικά γρήγορα, όμως παρ’ όλα αυτά είναι τεράστια δουλιά, που απαιτεί πολύ χρόνο, και σε αρκετά σημεία θα αναγκαστώ να σπάσω το κεφάλι μου»[34]. Στο Καρλ Κάουτσκι ο Ενγκελς έγραφε με περισσότερες λεπτομέρειες: «...αποφάσισα να προχωρήσω σε ηρωικό μέσο: κάλεσα τον Αϊζενγκάρντεν για να του υπαγορεύω το χειρόγραφο, και εργάζομαι έντονα μαζί του από τις αρχές αυτής της εβδομάδας από τις δέκα ως τις πέντε καθημερινώς, μάλιστα ξαπλωμένος στον καναπέ, φαίνεται … συνέρχομαι, όμως βεβαίως, πολύ αργά. Πέρα από το αναμενόμενο, η δουλιά πηγαίνει καλά. Ο Αϊζενγκάρτνεν είναι άνθρωπος αναπτυγμένος, επιμελής και δουλεύει με ευχαρίστηση, ιδιαίτερα επειδή ακριβώς μελετά τον Ι τόμο στην τρίτη έκδοση. Ομως τα χειρόγραφα στο μεγαλύτερο μέρος τους είναι σε τέτια κατάσταση, που για να καταλήξω μόνο στην προκαταρκτική σύνταξη, είμαι αναγκασμένος κάθε βράδυ να δουλεύω πάνω σε αυτά που έχω υπαγορεύσει»[35].

Στα τέλη του Ιούνη ο Ενγκελς με ικανοποίηση ανακοίνωνε, ότι η δουλιά προχωράει με αρκετή επιτυχία και ότι «περίπου το ένα τρίτο της προκαταρκτικής σύνταξης είναι έτοιμο». Εγινε κατορθωτό να ετοιμάζουν την ημέρα ως και μισό τυπογραφικό φύλλο. «Μόλις φθάσουμε στο τελευταίο τμήμα (Κυκλοφορία του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου) – έγραφε ο Ενγκελς στο Ε. Μπερνστάιν – ο Αϊζενγκάρτεν θα μπορέσει να αντιγράψει με τη βοήθειά μου το σχετιζόμενο με αυτό το τμήμα χειρόγραφο του 1878 (χειρόγραφο VIII – σ.σ.) και εγώ παράλληλα θα ασχοληθώ με την τελική σύνταξη αυτού που είναι ήδη έτοιμο»[36].

Το χειρόγραφο του 1884-1885, που αποτελείτο από δυο μέρη, το καθένα από τα οποία είχε τη δική του αρίθμηση σελίδων, αρκετά ολοφάνερα εκφράζει τη συντακτική δουλιά του Ενγκελς στο κείμενο του δεύτερου βιβλίου. Ο Ενγκελς με τον πιο προσεκτικό τρόπο διάβαζε αυτά που είχε υπαγορεύσει, διορθώνοντας τα λάθη, τα οποία ήταν ιδιαίτερα πολλά στην εγγραφή των επωνύμων, έκανε συμπληρώσεις, μετάφραζε στα γερμανικά τα αποσπάσματα (στα χειρόγραφα του Μαρξ, ήταν καταχωρημένα, κατά κανόνα, στη γλώσσα του πρωτοτύπου). Με το χέρι του Ενγκελς μπήκαν στα χειρόγραφα οι πίνακες με τους υπολογισμούς της κύκλησης του κεφαλαίου και οι τύποι, πληθώρα των οποίων υπήρχε στο χειρόγραφο ΙΙ.

Στη διαδικασία σύνταξης ο Ενγκελς έκανε μια σειρά από συμπληρωματικές προσθήκες στο κείμενο, εφοδίασε πολλά, αν και σε αυτό το στάδιο και όχι σε όλα, κεφάλαια και παραγράφους με τίτλους. Με την ολοκλήρωση της σύνταξης ο Αϊζενγκάρτεν αντέγραφε τα έτοιμα μέρη των χειρογράφων για αποστολή στο εκδοτικό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο στη βάση των χειρογράφων του 1884/1885, έπρεπε να εμφανιστεί ακόμα μια χειρόγραφη εκδοχή του κειμένου του δεύτερου τόμου, αντιγραμμένη από το χέρι του Αϊζενγκάρτεν και απεσταλμένη στο εκδοτικό του Μάισνερ. Αυτό το χειρόγραφο δεν διασώθηκε.

Ο Ενγκελς υπολόγιζε πως η εργασία επί του κειμένου του δεύτερου τόμου θα τελείωνε τον φθινόπωρο του 1884. Ομως η δουλιά συνεχίσθηκε μέχρι τα τέλη του χρόνου. Στις 31 Δεκέμβρη ο Ενγκελς ενημερώνει τον Φρίντριχ Ζόργκε: ««Το Κεφάλαιο», βιβλίο ΙΙ (περίπου 600 τυπογραφικές σελίδες) θα πάει για τύπωμα το Γενάρη. Μετά περίπου δέκα ημέρες θα ολοκληρωθεί η σύνταξη, απομένει μόνο να κοιτάξω το καθαρό αντίγραφο. Αναγκαστήκαμε να δουλέψουμε αρκετά – υπήρχαν δυο εκδοχές όλου του έργου και έξη εκδοχές ξεχωριστών μερών»[37]. Και στα τέλη του Φλεβάρη του 1885 ο Ενγκελς ενημερώνει για την αποστολή στο εκδοτικό του τελευταίου μέρους του χειρογράφου του δεύτερου βιβλίου του «Κεφαλαίου»[38].

Το βιβλίο βγήκε από το εκδοτικό του Οττο Μάισνερ στο Αμβούργο στις αρχές του Ιούλη του 1885 σε τιράζ 1500 αντιτύπων. Μετά από 7 μήνες είχαν πουληθεί 1300 βιβλία. Ο Ενγκελς είχε δίκιο, όταν προειδοποιούσε πως όποιος υπολόγιζε να βρει στο δεύτερο τόμο υλικό μόνο για προπαγάνδα θα αποκαρδιωνόταν. Ο επιστημονικός χαρακτήρας του δεύτερου τόμου του «Κεφαλαίου» τονιζόταν σε μια σειρά από κριτικές, που δημοσιεύτηκαν στον σοσιαλδημοκρατικό τύπο[39].

Λεπτομερέστερα ανέλυσε το περιεχόμενο του δεύτερου τόμου του «Κεφαλαίου» ο Καρλ Κάουτσκι στο άρθρο με τίτλο ««Η αθλιότητα της φιλοσοφίας» και «Το Κεφάλαιο»» που δημοσιεύτηκε στο θεωρητικό όργανο της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, το περιοδικό «Νέοι Καιροί», το 1886. Σε αυτό ο Κάουτσκι τόνιζε ότι «το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα μπορεί να καθοδηγήσει το εργατικό κίνημα μόνο στη βάση της θεωρητικής κατανόησης των υπαρχουσών σχέσεων, της ανάπτυξης, των σκοπών και μηχανισμών λειτουργίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Εκεί που λείπει αυτή η κατανόηση εκεί το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα παραπαίει είτε στη δογματική ουτοπία είτε στον οπορτουνισμό…».

Ακριβώς στην κατανόηση του μηχανισμού λειτουργίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είδε ο Κάουτσκι τη σημασία του δεύτερου τόμου για το εργατικό κίνημα. «Εάν τη σφαίρα έρευνας του πρώτου τόμου αποτελεί η φάμπρικα, τότε στο δεύτερο τόμο αυτή είναι (σ.μ.: η σφαίρα) το γραφείο. Στον πρώτο τόμο γίνεται λόγος πρωτίστως για τις σχέσεις, οι οποίες είναι πιο κοντά στον εργαζόμενο και τις οποίες γνωρίζει εκ των έσω. Στον δεύτερο τόμο εξετάζονται οι αφαιρέσεις εκείνων των πραγματικοτήτων από τις οποίες εκείνος είναι μακριά και πολύ λίγο τον ενδιαφέρουν»[40].

Συνειδητοποιώντας την αντικειμενική δυσκολία με την οποία είναι συνδεδεμένη η αφομοίωση του δεύτερου τόμου του «Κεφαλαίου» στο σοσιαλδημοκρατικό κίνημα, ο Κ. Κάουτσκι εξέφρασε την ακόλουθη σκέψη: «Αυτός (ο δεύτερος τόμος – σ.σ.) θα απογοητεύσει όλους εκείνους οι οποίοι βλέπουν στο «Κεφάλαιο» ένα εγχειρίδιο για τους σοσιαλδημοκράτες προπαγανδιστές, στη θεωρία της αξίας τη θεμελίωση της ουτοπίας και στη θεωρία της υπεραξίας μια απλή προσπάθεια υποκίνησης του προλεταριάτου ενάντια στους καπιταλιστές, ένα κάλεσμα για αιώνια δικαιοσύνη και ισότητα»[41]. Θεωρούμε πως αυτά τα λόγια δεν έχουν χάσει την αξία τους και σήμερα.

Στον αστικό τύπο υπήρξε αρκετός αντίκτυπος από το δεύτερο τόμο του «Κεφαλαίου». Την περίοδο από το 1885 μέχρι το 1894 σύμφωνα με τα στοιχεία των γερμανών ερευνητών Χανς-Πέτερ Ντιλ και Αϊκε Κόπφ, εμφανίστηκαν περίπου 180 δημοσιεύματα τα οποία αναφέρονταν στο «Κεφάλαιο» του Κ. Μαρξ, σε 20 απ’ αυτά γινόταν λόγος ειδικά για το δεύτερο τόμο[42]. Σε πολλές κριτικές αναγνωριζόταν η προσφορά του Μαρξ στην έρευνα της κυκλοφορίας του κεφαλαίου, την ανάλυση της αναπαραγωγής, τη διαφοροποίηση των δυο τομέων της παραγωγής του κοινωνικού προϊόντος κλπ. Μεταξύ άλλων όμως υπήρχαν και τέτοιοι κριτικοί, όπως για παράδειγμα ο καθηγητής οικονομίας Γιούλιους Λερ, ο οποίος θεωρούσε ότι «ο Ενγκελς με την έκδοση του δεύτερου τόμου πρόσφερε στο φίλο του Μαρξ κακές υπηρεσίες, καθώς ο δεύτερος τόμος δεν περιέχει τίποτα καινούργιο»[43].

Παρόμοια απήχηση υπήρξε και στη Ρωσία. Ετσι στο τεύχος του Σεπτέμβρη του 1885 του περιοδικού «Βέστνικ Γιεβρόπι» (Αγγελιαφόρος της Ευρώπης), υπό τον τίτλο «Νέος τόμος του βιβλίου του Μαρξ» έκανε την εμφάνιση της μια βιβλιοπαρουσίαση με την υπογραφή «Λ. Σ-σκι», όπου λεγόταν: «Οι οπαδοί του Μαρξ, ως επιστήμονα οικονομολόγου, θα απογοητευθούν πολύ με τον δεύτερο τόμο της φημισμένης εργασίας για το «Κεφάλαιο» που εκδόθηκε τώρα. Η ακραία ξηρότητα και αφαίρεση της παράθεσης, η απουσία βιβλιογραφικών και πρακτικών υποδείξεων, η κουραστική διάρκεια της επιχειρηματολογίας και η γενική αδυναμία του συστήματος, όλα αυτά κάνουν την ανάγνωση του δεδομένου βιβλίου δύσκολο κατόρθωμα ακόμα και για τον ειδικό»[44].

Στην εκτενή βιβλιοπαρουσίαση του Μ. Χερτσενστάιν, που δημοσιεύτηκε από το περιοδικό «Ρούσκαγια Μισλ» (σ.μ.: Ρωσική Σκέψη), η έκδοση του δεύτερου τόμου του «Κεφαλαίου» αναγνωρίζεται ως «ένα από τα μεγαλύτερα γεγονότα του τελευταίου καιρού». Ομως, «το πιο ενδιαφέρον ζήτημα, τη λύση του οποίου περιμένουμε με τέτια ανυπομονησία, το ερώτημα, με ποιο τρόπο κατανέμεται η υπεραξία μεταξύ των ξεχωριστών επιχειρήσεων, εξαρτάται αυτή η κατανομή μόνο από την ποσότητα της εργασίας ή και από άλλες συνθήκες, όπως το μέγεθος του κεφαλαίου, παραμένει, με αυτόν τον τρόπο, μέχρι τώρα ανοικτό. Εάν στον τρίτο τόμο ο Μαρξ το λύσει ικανοποιητικά, η πολιτική οικονομία θα εμπλουτιστεί σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, από ό,τι με την εμφάνιση των πρώτων δυο τόμων»[45]. Ετσι, οι σύγχρονοι κριτικοί του δεύτερου τόμου του «Κεφαλαίου» του Μαρξ και του Ενγκελς ως εκδότη του σε σημαντικό βαθμό επαναλαμβάνουν την επιχειρηματολογία των προγενεστέρων τους του τέλους του 19ου αιώνα.

Η αντιπαραβολή των κειμένων του δεύτερου τόμου του «Κεφαλαίου», που εκδόθηκε από τον Ενγκελς, με τα χειρόγραφα του Μαρξ – την ανάλυση των οποίων μπορούμε να κάνουμε σήμερα στη βάση των τόμων του MEGA – μας επιτρέπει να εξάγουμε τα ακόλουθα από κατ’ αρχήν κατά την άποψή μας συμπεράσματα:

1.Ο Ενγκελς – εκδότης, αναμφισβήτητα δεν μπορούσε να είναι ταυτόσημος με τον εκδότη Μαρξ, και εφόσον ο δεύτερος τόμος ετοιμαζόταν από τον Μαρξ, το κείμενο θα ήταν αναμφισβήτητα διαφορετικό.

2.Στη βάση όλων των υλικών του δεύτερου τόμου που έχουμε στη διάθεσή μας δεν μπορούμε να αντιληφθούμε με απόλυτη βεβαιότητα ποια θα ήταν η τελική μορφή του κειμένου υπό τη σύνταξη του ιδίου του Μαρξ. Σε αυτό το συμπέρασμα οδηγεί η αντιπαραβολή των κειμένων των τριών πιο ολοκληρωμένων εκδοχών του δεύτερου βιβλίου των χειρογράφων I, II και IV. Η κάθε νέα σύνταξη του κειμένου, όντας γενετικά συνδεδεμένη με την προηγούμενη εκδοχή είχε στο Μαρξ πλήρως πρωτότυπο χαρακτήρα. Ποτέ δεν καθαροέγραφε το πρόχειρο κείμενο σε καθαρό, η κάθε νέα προσπάθεια να ετοιμάσει το κείμενο για εκτύπωση μετατρεπόταν στην ουσία σε νέα έρευνα της προβληματικής του δεύτερου βιβλίου.

3.Το πλέον πλήρες υλικό για την κατανόηση του περιεχομένου και της δομής του δεύτερου βιβλίου περιέχει το χειρόγραφο II (1868-1870), το κείμενο του οποίου σε σημαντικό βαθμό χρησιμοποιήθηκε από τον Ενγκελς για την ετοιμασία του δεύτερου τόμου. Η ανάλυση του χειρόγραφου II και η έρευνα της ιστορίας της δημιουργίας του δείχνουν ότι τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 1870 ο Μαρξ, παρά τις αντίξοες συνθήκες (αρρώστια, υλικές στερήσεις και άλλα) υπολόγιζε να εκδώσει τον δεύτερο τόμο (το δεύτερο και τρίτο βιβλίο σε ένα τόμο) σύντομα μετά την έκδοση του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου» το Σεπτέμβρη του 1867 και κατέβαλε αρκετές προσπάθειας για να υλοποιήσει αυτό το σχέδιο.

Ομως παρά το γεγονός ότι σε γενικές γραμμές η δομή του δεύτερου βιβλίου στον Μαρξ είχε βασικά διαμορφωθεί, η εξαιρετική επιστημονική του ευσυνειδησία, που δεν του επέτρεπε να αφήνει χωρίς προσοχή ούτε μια από τις σχετιζόμενες προς το εξεταζόμενο θέμα εκθέσεις, δεν επέτρεψε στον Μαρξ να ετοιμάζει το τελικό κείμενο χωρίς τον υπολογισμό των νέων δημοσιεύσεων που εμφανίστηκαν την περίοδο 1865-1870.

Αυτές οι πηγές με τη σειρά τους του έδιναν πρακτικά υλικό για νέες θεωρητικές γενικεύσεις. Γι’ αυτό μαζί με τα αποσπάσματα από το κείμενο που ήταν ολοκληρωμένα για εκτύπωση, στα χειρόγραφα αφθονούν τα αποσπάσματα, ολόκληρες σελίδες σημειώσεων, επαναλήψεων, ακόμα και σε διαφορετική διατύπωση, των ίδιων και αυτών θέσεων. Το χειρόγραφο απεικονίζει τη διαδικασία έρευνας με όλες τις χαρακτηριστικές για τον Μαρξ ιδιαιτερότητες: την εξέταση του αντικειμένου από όλες τις πλευρές σε όλες τις δυνατές αλληλοσυνδέσεις. Η σκέψη του Μαρξ ήταν διαρκώς στην έρευνα και αυτό έβρισκε την έκφρασή του στη λεπτομερή δουλιά πάνω στο κείμενο, στις σημαντικές διορθώσεις, στις προσθήκες και στις αναστροφές του κειμένου, στο σβήσιμο μεμονωμένων λέξεων, προτάσεων, αποσπασμάτων κλπ. Κατά την ετοιμασία του δεύτερου τόμου για εκτύπωση, για το Ενγκελς ήταν αναγκαίο να κατανοήσει όλα αυτά, να εκτιμήσει, να κάνει τη βέλτιστη από την άποψη του περιεχομένου και της μορφής παράθεσης επιλογή.

4.Ακριβώς το επίπεδο της έρευνας και της ανάπτυξης στα χειρόγραφα του Μαρξ του δεύτερου και τρίτου βιβλίου καθόρισαν, κατά την άποψη μας, τον όγκο της συντακτικής επέμβασης του Ενγκελς στο κείμενο του Μαρξ και την επιλογή από αυτόν των κειμένων για την τελική σύνταξη του δεύτερου και τρίτου τόμου. Τα σημαντικά θεωρητικά αποσπάσματα που ο Μαρξ παράθετε σε πολύ ανεπτυγμένη μορφή, όπως το απαιτούσε η διαδικασία της έρευνας, ο Ενγκελς πολύ συχνά τα γενίκευε, διατύπωνε πιο συγκεκριμένα τις εκτενείς φράσεις του Μαρξ που ήταν ιδίωμά του. Εκεί που η διαδικασία της έρευνας ήταν κατά την άποψή του άκρως λεπτομερής το οδηγούσε στο συμπέρασμα χωρίς πάντα να εξετάσει το ζήτημα στις πλέον βασικές εκφάνσεις. Το μεγάλο επεξηγηματικό υλικό το οποίο ήταν βασικό για τον Μαρξ για να εμφανίσει την τάση ανάπτυξης ο Ενγκελς το γενίκευε, το συντόμευε, αφήνοντας τα πλέον σημαντικά παραδείγματα από την άποψη κατανόησης της σκέψης του Μαρξ.

Για την υλοποίηση όλης αυτής της εργασίας απαιτείτο όχι μόνο αποκλειστικά φυσική ένταση – δεν θα ξεχάσουμε ότι η δουλιά στο «Κεφαλαίου» ήταν μέρος μόνο των υποχρεώσεων που έπεσαν στους ώμους του Ενγκελς μετά το θάνατο του Μαρξ, καθώς και τα ατομικά επιστημονικά του ενδιαφέροντα, η τεράστια θεωρητική και εκδοτική δραστηριότητα – αλλά εξαιρετική εργασία του εγκεφάλου, η οποία ως προς την ένταση της δεν ήταν λιγότερη από ότι του ιδίου του συγγραφέα. Γι’ αυτό στην ουσία, παρά το ότι ο ίδιος ο Ενγκελς εκτιμούσε, με τη προσήκουσα σε αυτόν φυσική ευγένεια και αυταπάρνηση, πάντα πολύ ταπεινά τη δουλιά για την έκδοση του δεύτερου και τρίτου τόμου του «Κεφαλαίου», αυτοί οι τόμοι αναμφισβήτητα φέρουν τη σφραγίδα της συγγραφής του.

Σε όλη του τη ζωή ο Ενγκελς υπότασσε το «εγώ» του στο να δώσει τη δυνατότητα στο Μαρξ να υλοποιήσει το τεράστιο σχέδιό του. Ομως όσο και αν μείωνε τη σημασία της συνεισφοράς του στην κοινή υπόθεση, ένα είναι αναμφισβήτητο: εκείνο τον καιρό μόνο ο Ενγκελς που είχε κατακτήσει την κατανόηση τόσο του γενικού σχεδίου του Μαρξ όσο και τη γνώση μεμονωμένων λεπτομερειών του έργου του φίλου του, την κατανόηση του πρακτικού μηχανισμού λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας του προηγούμενου αιώνα, ήταν σε θέση να ετοιμάσει προς έκδοση του δυο τελευταίους τόμους του «Κεφαλαίου». Η έκδοση των τελευταίων τόμων του δεύτερου τμήματος του MEGA μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε πλήρως τη σημασία των όσων έκανε ο Ενγκελς στον τομέα της δημοσίευσης της οικονομικής κληρονομιάς του Καρλ Μαρξ.

 

 

Το παρόν άρθρο αναδημοσιεύεται από το θεωρητικό περιοδικό της Ενωσης Κομμουνιστών Ουκρανίας «Μαρξισμός και σύγχρονη εποχή», τ. 1-2 (18-19), 2001.

 

 

 

[1] Τα ονόματά τους θα ζουν αιώνια: Ο διεθνής αντίκτυπος από το θάνατο των Μαρξ και Ενγκελς. Ινστιτούτο Μαρξισμού-Λενινισμού της ΚΕ του ΚΚΣΕ. Ινστιτούτο Μαρξισμού-Λενινισμού της ΚΕ του ΕΣΚΓ. Μόσχα, Πολίτιζντατ (σ.μ.: Πολιτικές Εκδόσεις), 1983, σελ. 243-244.

[2] Τα ονόματά τους θα ζουν αιώνια: Ο διεθνής αντίκτυπος από τους θανάτους των Μαρξ και Ενγκελς. Ινστιτούτο Μαρξισμού-Λενινισμού της ΚΕ του ΚΚΣΕ. Ινστιτούτο Μαρξισμού-Λενινισμού της ΚΕ του ΕΣΚΓ. Μόσχα, Πολίτιζντατ (σ.μ.: Πολιτικές Εκδόσεις), 1983, σελ. 218.

[3] Carl-Erich Vollgraf. Kontroversen zum dritten Buch des Kapital: Folgen von und Herausforderungen for Edition // MEGA-Studien, 1996/2, S. 86-108.

[4] Carl-Erich Vollgraf. Jurgen Junginickel «Marx in Marx» Worten? Zu Engels. Edition des Hauptmanuskripts zum dritten Buch des Kapital // MEGA-Studien, 1994/2, S. 3-55. Βλέπε ακόμη: Jurgen Jungnickel, Carl-Erich Vollgraf. Engels «Redaktionsunterlagen zu Marx» Manuskript von 1864/1865, das 1894 als Buch III des «Kapitals» erschien // Beitrage zur Marx-Engels-Foeschung. Neue Folge. 1995. S. 27-48.

[5] Το πρόβλημα συζητήθηκε στο αφιερωμένο στον Φρ. Ενγκελς Διεθνές Σεμινάριο που διεξήχθη στις 2-3 Νοέμβρη 1995 στο Τόκιο. Βλέπε ακόμη, Vitalij Vygodskij, Was Hat Engels in den Jahren 1885 und 1894 eigentlich veroffentlicht? Zu dem Artikel von Carl-Erich Volfraf Und Jurgen Jungnickel «Marx in Marx» Worten? // MEGA-Studien, 1995/1, S. 117-120. Wolfgang Janh. Bber Sinn und Unsinn eines Textnergleivhs zwischen den Engelsschen Ausgabe des dritten bandes des Kapital/ von 1894 und den Marxschen Urmanuskripten // MEGA-Studien 1996/1. S. 117-126.

[6] Βλέπε, Terrell Carver. «Marx-Engels» or «Engels v. Marx»? // MEGA-Studien, 1996/2, S. 79-85.

[7] Βλέπε Βάσινα Λ. Λ., Για την έκδοση MEGA – των Απάντων των Κ. Μαρξ και Φρ. Ενγκελς στη γλώσσα του πρωτοτύπου, «Μαρξισμός και Σύγχρονη Εποχή», 1999, Νο 1-2 (13-14), σελ. 53-58.

[8] Karl Marx, Das Kapital. (Okonomisches Manuskript 1863-1865) Zweites Buch (Manuskript I)// MEGA II/4.1. Berlin, 1988, S. 137-381. Στη ρωσική γλώσσα βλέπε Εργα Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, 2η έκδοση, Μόσχα, 1974, σελ. 234-498.

[9] Ολα όσα λέχθηκαν αναφέρονται και στην προετοιμασία των χειρογράφων του τρίτου βιβλίου (ή τρίτου τόμου, με τη σύνταξη του Ενγκελς) του «Κεφαλαίου» στη σύνθεση των 14ου και 15ου τόμων του δεύτερου τμήματος του MEGA, η εργασία επί των οποίων κοντεύει να ολοκληρωθεί στην Ακαδημία Επιστημών Βερολίνου-Βραδεμβούργου.

[10] Βλέπε Φρ. Ενγκελς – Α. Μπέμπελ, 30 Απρίλη 1883 (Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 36, σελ. 18).

[11] Στο ίδιο, σελ. 118. ΄Η στο Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς: Για την αγάπη, τη φιλία, την αλληλεγγύη, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, εκδόσεις ΟΔΗΓΗΤΗ, Αθήνα 1987, σελ. 140.

[12] Βλέπε Φρ. Ενγκελς – Π. Λ. Λαβρόβ, 4 Φλεβάρη 1884 (Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 36, σελ. 88).

[13] Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 36, σελ. 30.

[14] Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 35, σελ. 389.

[15] Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 36, σελ. 3, βλέπε ακόμη σελ. 6, 7, 16, 18.

[16] Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 36, σελ. 24.

[17] Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 36, σελ. 27.

[18] Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 36, σελ. 50.

[19] Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 36, σελ. 55. Βλέπε ακόμη σελ. 88: «Το δεύτερο βιβλίο φέρει καθαρά επιστημονικό χαρακτήρα και πραγματεύεται μόνο ζητήματα που αναφέρονται στην αλληλοσχέση στο εσωτερικό της ίδιας της αστικής τάξης».

[20] Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 36, σελ. 83-84.

[21] Βλέπε, Φρ. Ενγκελς – Λ. Λαφάργκ, 10 Φλεβάρη, 1884. (Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 36, σελ. 98).

[22] Βλέπε, Φρ. Ενγκελς – Λ. Λαφάργκ, 31 Μάρτη, 1884. (Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 36, σελ. 115).

[23] Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 24, σελ. 9.

[24] Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 24, σελ. 9.

[25] Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 36, σελ. 134.

[26] Στη ρωσική γλώσσα είχαν δημοσιευθεί το πρώτο και το τρίτο κεφάλαιο του χειρογράφου ΙΙ. (Βλέπε, Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 50, σελ. 3-302).

[27] Εγγραφή τέτιου περιεχομένου βρίσκεται στα υλικά προετοιμασίας για το δεύτερο βιβλίο που έχουν ημερομηνία 1877 και βρίσκονται σε ένα από τα τετράδια με αποσπάσματα. Βλέπε ακόμη Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 24, σελ. 7-8.

[28] Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 24, σελ. 7.

[29] Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 24, σελ. 27.

[30] Ολες οι σελίδες δίνονται με βάση τον 24 τόμο της δεύτερης έκδοσης των Εργων, Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς.

[31] Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 24, σελ. 7-8.

[32] Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 50, σελ. 126-175 και 186-302.

[33] Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 50, σελ. 129-175.

[34] Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 36, σελ. 141.

[35] Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 36, σελ. 143.

[36] Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 36, σελ. 149-150.

[37] Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 36, σελ. 227.

[38] Βλέπε Φρ. Ενγκελς – Γκ. Σλιούτερ, 22 Φεβρουαρίου 1885, (Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, Εργα, 2η έκδοση, τ. 36, σελ. 245).

[39] Ni. Hans-Peter Diehl, Eike Kopf. Sozialdemokratische und burgeliche Reaktionen auf den zweiten Band dew «Kapitals» von Karl Marx bis zum Erscheinen des dritten Bandes// Wirtschaftswissenschaft, 33, Jahrgang (1985), Nr. 8, S. 1199-1214.

[40] Karl Kautsky, «Das Elend der Philosophie» und «Das Kapital»//Die Neue Zeit, Stuttgart, 1886, S. 164.

[41] Ebenda, S. 1206.

[42] Ebenda, S. 1208.

[43] Ebenda, S. 1210.

[44] Σ-σκι Λ., Νέος τόμος του βιβλίου του Μαρξ, Βέστνικ Γιεβρόπι, τ. 5, βιβλίο 9, 1885, σελ. 400-404.

[45] Χερτσενστάιν Μ., Το νέο έργο του Μαρξ, Ρούσκαγια Μισλ, βιβλίο 9, Μόσχα, 1885, σελ. 60-73.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.