Ποιoς είχε την εξουσία στον υπαρκτό σοσιαλισμό

Το κείμενο είναι το τρίτο κεφάλαιο από το βιβλίο του Κώστα Κάππου, Κριτική του Σοβιετικού Σχηματισμού, εκδόσεις Αλφειός, σελ 52-87

 

 

 

ΠΟΙΟΣ ΕΙΧΕ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΣΤΟΝ ΥΠΑΡΚΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

 

 

ΚΑΤ’ ΑΡΧΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΤΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΕΙΧΑΝ ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ αυτές.Ο Κ. Μαρξ στο «Πρόγραμμα της Γκότα» σημείωνε: «Ανάμεσα στην κεφαλαιοκρατική και στην κομμουνιστική κοι­νωνία βρίσκεται η περίοδος της επαναστατικής μετατροπής της μιας στην άλλη. Και σ ’ αυτή την περίοδο αντιστοιχεί μια πολιτι­κή μεταβατική περίοδος, που το κράτος δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά η επαναστατική δικτατορία του προλεταριά­του». (Κ. Μαρξ – Φ. Ένγκελς, «Διαλεχτά έργα», τόμ. 2 σελ. 24, εκδ. Γνώ­σεις).

Σε άλλο σημείο του ίδιου έργου έγραψε για δυο φάσεις της κομ­μουνιστικής κοινωνίας: Την «πρώτη φάση της Κομμουνιστικής Κοινωνίας» και την «ανώτερη φάση της Κομμουνιστικής Κοινωνίας» (ό.π„ σελ. 14). Ο  Β. I. Λένιν το 1919 υπέδειξε: «Θεωρητικά δεν χωράει αμφι βολία πως ανάμεσα στον καπιταλισμό και στον κομμουνισμό υπάρχει μια ορισμένη μεταβατική περίοδος. Η περίοδος αυτή δεν μπορεί παρά να συγκεντρώνει τα γνωρίσματα ή τις ιδιότητες και των δυο αυτών συστημάτων κοινωνικής οικονομίας. Η μεταβατι­κή αυτή περίοδος δεν μπορεί παρά να είναι περίοδος πάλης ανά­μεσα στον καπιταλισμό που πεθαίνει και στον κομμουνισμό που γεννιέται…» (Β. I. Λένιν, «Άπαντα», τόμ. 39. σελ. 271, έκδ. Σύγχρονη Εποχή).

Ο ίδιος, στις αρχές του 1917, στις σημειώσεις του για το βιβλίο «Κράτος και Επανάσταση» επεσήμανε: «Ξεχωρίζουν καθαρά, με σαφήνεια και με ακρίβεια δύο φάσεις της κομμουνιστικής κοινω­νίας (υπογρ. Κ. Κ.). Η κατώτερη («πρώτη») – η κατανομή των αντικειμένων κατανάλωσης γίνεται «ανάλογα με την ποσότητα της εργασίας, που πρόσφερε ο καθένας στην κοινωνία…. Η ανώ­τερη – «ο καθένας ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του» (ό. π., τόμ. 33, σελ. 186). Στα τέλη του 1917 ο Β. I. Λένιν παρατηρούσε: «Η δημοκρατία των σοβιέτ είναι ανώτερη απ’ την δημοκρατία με συντακτική συνέλευση. Η δημοκρατία του ολοκληρωμένου σοσιαλισμού, είναι ανώτε­ρη απ’ τη δημοκρατία των σοβιέτ. Η κομμουνιστική κοινωνία, είναι ανώτερη απ’ τη σοσιαλιστι­κή δημοκρατία» (Β. I. Λένιν, «Άπαντα», τόμ. 35, σελ. 427, έκδ. Σύγχρονη Εποχή).

Είναι φανερό λοιπόν ότι οι κλασικοί του μαρξισμού προέβλεπαν τη μεταβατική περίοδο ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό, τη δημοκρατία των σοβιέτ δηλαδή τη δικτατορία του προλεταριάτου και τον κομμουνισμό με τις δύο φάσεις την κατώτερη, το σοσιαλισμό και την ανώτερη. Η μεταβατική περίοδος δεν είναι ο σοσιαλισμός. Ο ολοκληρωμένος σοσιαλισμός είναι ουσιαστικά ανολοκλήρωτος κομμουνισμός. Τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν ήταν σοσιαλι­στικά. Αυτό επισημαίνεται και από σοβιετικούς μελετητές.

Ο καθηγητής Ανατόλι Μπουτένκο γράφει λόγου χάρη το 1990: Δεν πρέπει «να συγχέουμε… το σοσιαλισμό με τη σοβιετική κοινωνία, που ποτέ δεν ήταν με την κλασική έννοια σοσιαλιστική [και] που για ιδεολογικούς λόγους αποδίδαμε τα χαρακτηριστικά  τον πρώ­του στη δεύτερη και αντίθετα» (Ανατόλι Μπουτένκο – Α. Σκρέμπα, «Ντιαλέκτικα Ομπστέστβενοβο Ραζβίτια», σελ. 22, έκδ. Πολιτιτσέσκαγια Λιτερατούρα). Και σε άλλο σημείο γράφει: «Όπως είναι γνωστό, ο Κ. Μαρξ, ο Φ. Ένγκελς και ο Β. I. Λένιν, ξεκινούσαν από το ό,τι το προτσές της δημιουργίας και της ανάπτυξης του νέου – του κομμουνιστικού – κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού έχει τρεις ποιοτικά διαφορετικές η μια από την άλλη περιόδους: Τη μεταβα­τική περίοδο από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, και δύο φάσεις της νέας κοινωνίας – το σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό» (ό.π„ σελ. 128). Αλλά το γεγονός ότι τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν ήταν σοσιαλιστικά διασαφηνίζεται και από το γεγονός ότι οι κλασικοί του μαρξισμού προέβλεπαν ότι στο σοσιαλισμό δεν θα υπάρχουν, εμπορευματοχρηματικές σχέσεις και χρήμα. (Κ. Μαρξ – Φ. Ένγκελς. «Διαλεχτά έργα» τόμ. 2, σελ. 12, 13 εκδ. «Γνώσεις»). Κάτι που δεν εφαρμόστηκε στον υπαρκτό σοσιαλισμό.

Στη μεταβατική μόνο περίοδο υπάρχουν εμπορευματικές σχέ­σεις αφενός και αφετέρου σχεδιοποίηση της οικονομίας. Οι εμπορευματικές σχέσεις οφείλονται στο διπλό χωρισμό: αφενός των επιχειρήσεων της μιας από την άλλη, αφετέρου των εργαζομένων από τα μέσα παραγωγής. Ο Κ. Μαρξ στο Κεφάλαιο γράφει: «Τα αντικείμενα χρήσης γίνονται εμπορεύματα μόνο γιατί είναι προϊόντα ατομικών εργασιών που ασκούνται η μια ανεξάρτητα απ’ την άλλη» (Κ. Μαρξ, «Κεφάλαιο», τόμ. 1, σελ. 86, εκδ. Σύγχρονη Εποχή). Αυτό σημαίνει ότι η μετατροπή των προϊόντων σε εμπορεύμα­τα δεν προέρχεται άμεσα από το γεγονός ότι τα παράγουν «ατομικοί ιδιοκτήτες» (η κάτω από τις διαταγές τους μισθωτοί εργα­ζόμενοι) αλλά από το γεγονός ότι αυτά είναι προϊόντα ατομικών εργασιών που εκτελούνται ανεξάρτητα η μια από την άλλη.

Κατά συνέπεια, για να μην έχουν οι σχέσεις ανταλλαγής των προϊόντων εμπορευματικό χαρακτήρα, πρέπει να υπάρχουν ανά­μεσα στους παραγωγούς και τις παραγωγικές μονάδες σχέσεις συνεργασίας, οργανωμένης σε κοινωνική κλίμακα, πράγμα που εξασφαλίζεται μέσω του σχεδιασμού. Πέρα απ’ αυτό, οι εμπορευματικές σχέσεις επιβάλλονται στη μεταβατική περίοδο από τον καπιταλιστικό περίγυρο. Η ύπαρξη και κυριαρχία, της παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς συνεπάγε­ται ότι οι παγκόσμιες καπιταλιστικές σχέσεις διαπερνούν την παραγωγική διαδικασία στις οικονομίες της μεταβατικής περιό­δου. Οι τιμές των παραγόμενων προϊόντων για εξαγωγή καθορί­ζονται «αυστηρά» από το νόμο της αξίας.

Αυτό ακριβώς δείχνει και την αναγκαιότητα οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην πιο πλατιά βάση και όσο είναι δυνατόν σε πιο πολλές χώρες. Έτσι, οι επιχειρήσεις στη μεταβατική περίοδο συνδέονται μεταξύ τους μέσω της αγοράς και κατά συνέπεια δεν μπορούν να κυριαρχήσουν οι εργαζόμενοι. Τούτο συμβαίνει ακόμη και όταν τα διευθυντικά στελέχη διορίζονται στις επιχειρήσεις από τους άμεσους παραγωγούς, τους εργαζόμενους. Όταν η κοινωνικοποίηση των εργασιακών διαδικασιών και οι μετασχηματισμοί των σχέσεων παραγωγής επιτρέπουν μια εκ των προτέρων προσαρμογή των δραστηριοτήτων, τότε ο νόμος της αξίας χάνει το ρυθμιστικό του ρόλο, στο βαθμό που οι παραγω­γοί κατορθώνουν να συντονίζουν από τα πριν τη δραστηριότητά τους, κύρια μέσω του οικονομικού σχεδίου.

Η σχεδιοποίηση είναι δυνατή κύρια γιατί το κράτος έχει την κυριότητα των αντικειμενικών όρων της κοινωνικής παραγωγής (μέσων παραγωγής, φυσικών πόρων). Και αυτή ήταν μια μεγάλη κατάκτηση στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ιδιοκτήτες από την άλλη μεριά των υποκειμενικών όρων της κοινωνικής παραγωγής, δηλαδή της εργατικής δύναμης, είναι οι μεμονωμένοι άμεσοι παραγωγοί. Ως εκ τούτου η κατανομή της εργατικής δύναμης, δεν γίνεται από το κράτος, αλλά προκύπτει από τη σύμφωνη με το κεντρικό κρατικό σχέδιο κατανομή των αντικειμενικών όρων παραγωγής και επομένως είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης απόφασης, των μεμονωμένων άμεσων παραγωγών. Το πραγματικό σχέδιο είναι η μορφή της ενότητας της εργα­σίας στο βαθμό που επιτρέπει στους παραγωγούς να ρυθμίζουν την παραγωγή από κοινού και δεν είναι κάτι που απλώς συνοδεύ­ει, επαναλαμβάνει ή ενισχύει τις εμπορευματικές σχέσεις. Στην πραγματικότητα μόνο τότε το σχέδιο είναι όργανο ριζικά νέων σχέσεων, η πρώτη μορφή ύπαρξης σοσιαλιστικών κοινωνικών σχέσεων (Σάρλ Μπετελέμ, «Μορφές Ιδιοκτησίας, Μεταβατικό Στάδιο προς τον Σοσιαλισμό», σελ. 146, έκδ. Ράππα).

Η αξία παρεμβαίνει στους υπολογισμούς των οργάνων της σχεδιοποίησης. Οι τιμές που καθορίζουν τα πλάνα προέρχονται βασικά από την αγορά και αναπροσαρμόζονται με βάση τις πολι­τικές επιδιώξεις. Η παρέμβαση του σχεδιασμού, βέβαια, περιορίζει τη δράση του νόμου της αξίας. Κατά συνέπεια, και ο σχεδιασμός έχει μέσα του – έστω μετα­μορφωμένα – στοιχεία από την αγορά, από τις εμπορευματικές σχέσεις.

Τώρα ποιος είχε την εξουσία στις χώρες αυτές; Ο Β. I. Λένιν το Μάρτη του 1919 σημείωνε: «Το χαμηλό πολι­τιστικό επίπεδο κάνει ώστε τα σοβιέτ, που σύμφωνα με το πρό­γραμμά τους, είναι όργανα διοίκησης μέσω των εργαζομένων, στην πραγματικότητα να γίνονται όργανα διοίκησης για τους εργαζόμενους μέσω του πρωτοπόρου στρώματος του προλετα­ριάτου και όχι μέσω των εργαζομένων μαζών» (Β. I. Λένιν «Άπα­ντα» τόμ. 38, σελ. 170. έκδ. Σύγχρονη Εποχή). Το Νοέμβρη του 1919 σημείωνε: Η αναδιοργάνωση του κάθε τομέα της διοίκησης έγινε κατά τέτοιο τρόπο ώστε «οι επαναστά­τες εργάτες, η πραγματική πρωτοπορία του προλεταριάτου να πάρει στα χέρια της την οικοδόμηση της εξουσίας» (ό. π., τόμ. 39, σελ. 295).

Τον Μάρτη του 1921 σημείωνε: «Όλοι μας ξέραμε ότι εμείς σαν κόμμα δεν μπορούσαμε να μη συγχωνεύουμε τις κομματικές “κορυφές” με τις σοβιετικές “κορυφές” – στη χώρα μας αυτές είναι συγχωνευμένες και τέτοιες θα παραμείνουν» (ό.π„ τόμ. 43, σελ. 15). Και σε άλλο σημείο υπογραμμίζει: «Η δικτατορία του προλε­ταριάτου δεν μπορεί να πραγματοποιείται διαφορετικά παρά μέσω του κομμουνιστικού κόμματος» (ό.π„ σελ. 42).

Έτσι, για τον Β. I. Λένιν με βάση και την πείρα της Σοβιετικής Ένωσης είναι καθαρό ότι την εξουσία την ασκούσε το Κομμουνιστικό Κόμμα και όχι το προλεταριάτο. Και αυτό το ερμήνευε με το γεγονός ότι το πολιτιστικό επίπεδο της εργατικής τάξης ήταν χαμηλό κάτι που δεν συμβαίνει στις σημερινές συνθήκες. .Αυτό ήταν παραδεκτό και για την τότε αντιπολίτευση στο ΚΚΣΕ. Να τι έγραφε η πλατφόρμα της Ενωμένης Αντιπολίτευσης – με επικεφαλής τους Τρότσκι, Κάμενεφ και Ζηνόβιεφ – το 1927: «Η δικτατορία τον προλεταριάτου πραγματοποιείται και μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο δια μέσον της δικτατορίας τον κόμματος» («Πλατφόρμα της Ενωμένης Αντιπολίτευσης», 1927, σελ. 86, έκδ. Αλλαγή).

Όταν λέμε ότι την εξουσία την ασκεί το κόμμα και όχι το προ­λεταριάτο, τι εννοούμε; Με αυτό εννοούμε κύρια, ότι τα μέσα παραγωγής δεν ανήκουν στην εργατική τάξη, δηλαδή ότι οι εργα­ζόμενοι δεν έχουν την κατοχή και την εντολή – διαχείριση των μέσων παραγωγής. Οι διευθυντές δηλαδή έχουν την κατοχή των μέσων παραγωγής και αμείβονται με μισθό πολύ μεγαλύτερο από το μισθό του μέσου εργαζόμενου.

Παραπέρα πρέπει να εξετάσουμε τις παραγωγικές σχέσεις στον υπαρκτό σοσιαλισμό. Όταν λέμε παραγωγικές σχέσεις, σύμφωνα με τον Κ. Μαρξ, εννοούμε βασικά τις σχέσεις ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (Κ. Μαρξ, «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», σελ. 7, εκδ. Οικονομικής και Φιλοσοφικής Βιβλιοθήκης). Η κυριότητα των μέσων παραγωγής στον υπαρκτό σοσιαλι­σμό ανήκε στο κράτος, πράγμα που έδινε τη δυνατότητα για την εφαρμογή σχεδιομετρικής ανάπτυξης της οικονομίας και γενικό­τερα της κοινωνίας*. Η κατοχή, όμως, η εντολή – διαχείριση των μέσων παραγωγής ανήκε στους διευθυντές που διορίζονταν από το κράτος, από τις κυβερνητικές αρχές, ουσιαστικά από το κόμμα. (Λ. Γκρίφεν, «Μαρξιζμι σαβρεμιονοστ». No I /1995, σελ. 38-46). Οι κρατικές επιχει­ρήσεις επιλέγουν σύμφωνα με τα δικά τους προγράμματα τις επι­ιχειρήσεις που θα συνεργαστούν, ασκούν δικαιώματα συλλογικού ιδιοκτήτη. «Με την έννοια αυτή οι κρατικές επιχειρήσεις έρχο­νται σε σχέσεις μεταξύ τους σαν ιδιοκτήτες των μέσων που διευθύνουν» (Σ. Μπαμπανάσης, Γ. Σαμαράς, «Εισαγωγή στην πολιτική οικονο­μία του σοσιαλισμού», σελ. 100 έκδ. Παπαζήση).

* Ο Κ. Μαρξ, ο Φρ. Ένγκελς και ο Β. I. Λένιν σημείωναν ότι ακόμα και στο σοσιαλισμό όπου οι τάξεις θα έχουν καταργηθεί και το κράτος θα έχει απονε­κρωθεί σε μεγάλο βαθμό θα ισχύουν ακόμα ορισμένες αρχές του αστικού δικαίου. (Κ. Μαρξ, Κριτική του προγράμματος της Γκότα, «Διαλεχτά έργα», τόμ. 2. σελ. 13. εκδ. Γνώσεις, Β. 1. Λένιν. «Άπαντα» τόμ. 33. σελ. 98. έκδ. Σύγχρονη Εποχή).

Αρχικά στη Σοβιετική Ρωσία, μετά την επανάσταση του Οκτώβρη, τα μέσα παραγωγής που εθνικοποιούνταν τα διεύθυναν συλλογικά όργανα εκλεγμένα από τους εργάτες και κάθε στιγμή ανακλητά. Στα μέσα παραγωγής που παρέμειναν ακόμα στην ιδιωτική ιδιοκτησία επιβλήθηκε ο εργατικός έλεγχος από αιρετές και κάθε στιγμή ανακλητές εργατικές επιτροπές, οι αποφάσεις των οποίων ήσαν δεσμευτικές για τις διευθύνσεις. Αυτά τα μέτρα ήταν απόλυτα σύμφωνα με τις αρχές της Κομμούνας του Παρισιού για αιρετότητα, ανακλητότητα και πλη­ρωμή με τον εργατικό μισθό, αποτελούσαν πιστή έκφραση του μαρξισμού. Το χάος όμως που επικράτησε και οι τεράστιες δυσκολίες που αντιμετώπισε η σοβιετική εξουσία λόγω του εμφυ­λίου πολέμου και της ιμπεριαλιστικής επέμβασης οδήγησαν στην εγκατάλειψη αυτών των επαναστατικών μέτρων στη διεύθυνση και τον έλεγχο της παραγωγής.

Έτσι, ήδη, το 1918, εγκαταλείφθηκαν οι εκλεγμένες διευθύν­σεις και τη θέση τους στα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις πήραν οι μονοπρόσωπες διοικήσεις. Με βάση το διάταγμα «για τη διαχείριση των επιχειρήσεων και το διορισμό των διευθυντών», οι διευθυντές δεν εκλέγονταν πλέον αλλά διορίζονταν· στη θέση της συλλογικής αιρετής μπήκε η διορισμένη μονοπρόσωπη διοίκηση. Κύριος υποστηρικτής και εμπνευστής της μονοπρόσωπης διοί­κησης – με υπερεξουσίες – ήταν ο ίδιος ο Β. I. Λένιν.

Αυτή η αλλαγή προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, έντονες διαφωνίες, διαπληκτισμούς και ποικίλες συζητήσεις. Πολλοί στο μπολσεβίκικο κόμμα ανατάχθηκαν στο μέτρο και υπενθύμισαν ότι αυτό συνιστά εγκατάλειψη του μαρξισμού στο συγκεκριμένο ζήτημα και απομάκρυνση από τις αρχές της Κομμούνας. Ο Ν. Μπουχάριν υποστήριξε ακόμα ότι ο διορισμός των διευ­θυντών, οι υπερεξουσίες που τους δίνονταν και οι υψηλές αμο­ιβές τους ήταν αντίθετες και με τις «Θέσεις του Απρίλη» του Β. I. Λένιν.

Ο Β. I. Λένιν απάντησε στους επικριτές του με την ανάγκη να σωθεί η χώρα από την πείνα, η παραγωγή από την αποδιοργάνω­ση και η επανάσταση από τον κίνδυνο να χαθεί. — Παραδέχτηκε ανοιχτά ότι τα μέτρα αυτά δεν είχαν ασφαλώς σοσιαλιστικό χαρακτήρα, ότι δεν αποτελούσαν εφαρμογή του μαρξισμού και ότι δεν είχαν καμιά σχέση με τις αρχές της Κομμούνας, καθώς και ότι ήταν σαφώς αντίθετα με τις «Θέσεις του Απρίλη». Τα μέτρα αυτά τα χαρακτήρισε αναγκαία υποχώρη­ση, την οποία έπρεπε να κάνουν οι μπολσεβίκοι για να αντιμετω­ πιστεί η κατάσταση. «Κάνουμε ένα βήμα πίσω», έλεγε, «προσωρι­νά, για να μπορέσουν να λειτουργήσουν οι επιχειρήσεις και να μην εξευτελιστεί στην πράξη η δικτατορία του προλεταριάτου, από μια πλαδαρότητα της εργατικής εξουσίες» (Β. I. Λ ένιν, «Άπαντα» τόμ. 36, σελ. 179, 190, έκδ. Σύγχρονη Εποχή).

Ο Β. I. Λένιν έκανε το ίδιο και για άλλες αναγκαίες υποχωρή­σεις που επιβλήθηκαν στην πρώτη προσπάθεια οικοδόμησης της νέας κοινωνίας στη Σοβιετική Ρωσία, όπως π.χ. με την Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ). Ποτέ δεν ονόμαζε τις υποχωρήσεις μαρξισμό, έδειχνε το χαρακτήρα τους μπροστά στην εργατική τάξη, που έπρεπε να γνωρίζει ότι επρόκειτο για υποχωρήσεις και όχι για εφαρμογή κάποιων δήθεν μαρξιστικών αρχών.

Αυτή η λενινιστική παράδοση διακόπηκε μετά το θάνατό του. Οι υποχωρήσεις, που ήταν αναγκαίες, δεν ονομάζονταν πλέον με το όνομά τους αλλά θεωρούνταν κάτι το κανονικό και σιγά σιγά θεωρήθηκαν «εφαρμογή του μαρξισμού» στις συνθήκες της Ρωσίας. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά: Για δεκαετίες ολόκληρες πολ­λοί κομμουνιστές νόμιζαν ότι η μονοπρόσωπη διοίκηση, π.χ., είναι γνήσιος μαρξισμός και λενινισμός, οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις αναπόσπαστο στοιχείο του σοσιαλισμού και πολλά άλλα. Όλες οι περί του αντιθέτου απόψεις χαρακτηρίζονταν «τροτσκισμός», δαιμονοποιούνταν και απορρίπτονταν ως αντιμαρξιστικές. Ακόμα και σήμερα η μαρξιστική – λενινιστική θέση για την αιρετότητα, την ανακλητότητα και τη συλλογικότητα της διεύθυν­σης των επιχειρήσεων στη μεταβατική περίοδο θεωρείται «τρο­τσκισμός» και οι φορείς αυτής της θέσης οπαδοί του Λ. Τρότσκι.

Επήλθε έτσι μια ανατροπή στις αντιλήψεις και στο όνομα του μαρξισμού και του λενινισμού, υποστηρίζονταν ανοιχτά αντιμαρξιστικές απόψεις. Αποσιωπάται ότι όταν ο Β. I. Αένιν υποστήριζε με θέρμη διάφορα αναγκαία μέτρα που δεν συμφωνούσαν με το μαρξισμό τα κατονόμασε θαρραλέα ως υποχωρήσεις. Αυτές οι αναγκαίες υποχωρήσεις, κατά τον Β. I. Αένιν, δικαιολογούνταν ως εφαρμογή του μαρξισμού σε ειδικές συνθήκες και σιγά σιγά πήραν το χαρακτήρα μιας αναπόφευκτης πρακτικής στην πορεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Έτσι οδηγηθήκαμε στην πράξη σε μια αντιμαρξιστική και αντιλενινιστική πρακτική. Τα μέλη των σοβιέτ έπαψαν βαθμιαία να είναι αιρετά και ανακλητά, και φτάσαμε σε ένα σημείο όπου το κόμμα υποδείκνυε ποιοι θα εκλεγούν, και αυτό στην πράξη σήμαινε κατάργηση της αιρετότητας, σήμαινε ουσιαστικά διορισμό.

Οι εκλογές έχασαν κάθε σημασία και κάθε αντιπαράθεση απόψεων εκμηδενίστηκε. Έτσι, το κόμμα σχημάτιζε την «κορυφή», που αποτελούσε συγ­χώνευση του πολιτικού, του διοικητικού και του οικονομικού μηχανισμού διεύθυνσης. Είναι χαρακτηριστικό του αποπροσανατολισμού που επήλθε σχετικά με το τι είναι μαρξισμός στην πράξη μια σειρά από θέσεις που εγκαταλείφθηκαν αρχικά κάτω από την ανάγκη των συγκεκριμένων συνθηκών, για να απορριφθούν στη συνέχεια ολο­κληρωτικά.

Για παράδειγμα, η άποψη για την αιρετότητα και ανακλητότη­τα των διευθυντών στη Σοβιετική Ένωση, αποδίδεται από ορι­σμένους αποκλειστικά στον Α. Τρότσκι. Αλλοι το κάνουν αυτό για να υπερασπιστούν το διορισμό των διευθυντών ως μαρξιστι­κή αρχή, χαρακτηρίζοντας τα περί συλλογικής, αιρετής και ανα­κλητής διεύθυνσης, τροτσκισμό, και άλλοι για να δικαιώσουν τον Λ. Τρότσκι και να τον παρουσιάσουν σαν τον μόνο υπερασπιστή της συλλογικότητας και της αιρετότητας, σαν τον μόνο υπερασπι­στή των αρχών της Κομμούνας σε αντίθεση με τον Β I. Λένιν.

Φυσικά, όλα αυτά δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Η συλλογικότητα, η αιρετότητα και η ανακλητότητα των διευθυ­ντών των επιχειρήσεων είναι η μόνη μαρξιστική και λενινιστική θέση στις συνθήκες της μεταβατικής περιόδου. Ο Λ. Τρότσκι όχι μόνο δεν ήταν ο μοναδικός υπερασπιστής, όπως τον παρουσιάζουν ορισμένοι, των αρχών της Κομμούνας, αλλά πήγαινε πολλές φορές σε ακραίες μορφές εγκατάλειψής τους. Ενώ ο Β. I. Λένιν μιλούσε για αναγκαίες υποχωρήσεις, ο Λ. Τρότσκι στα 1918-19, κατά τη συζήτηση για τη θέση και το ρόλο των συνδικάτων στη δικτατορία του προλεταριάτου, τάχθηκε υπέρ της μεθόδου της στρατιωτικοποίησης της εργασίας και της κρατικοποίησης των συνδικάτων. Ο Λ. Τρότσκι υποδείκνυε τότε: «Η υποχρέωση της εργασίας θα είναι αδύνατη χωρίς την εφαρμο­γή – σ ’ ένα ορισμένο βαθμό – των μεθόδων στρατιωτικοποίησης της εργασίας» (Αναφέρεται από τον Λ. Μαρούδα στο βιβλίο «Η διαμόρφωση και η λειτουργία τον συστήματος της αντοδιαχείρησης στη Γιουγκοσλαβία», σελ. 69, εκδ. Ίδρυμα Μεσογειακών Μελετών).

Και η Αλεξ. Κολοντάι μέλος της εργατικής αντιπολίτευσης το αναλύει παραπέρα: Ο Λ. Τρότσκι «δεν πιστεύει ότι η εργατική μάζα είναι έτοιμη να δημιουργήσει τον κομμουνισμό και δεν πιστεύει ότι ψάχνοντας μέσα στις δυσκολίες, κάνοντας λάθη, είναι παρόλα αυτά έτοιμη να φτιάξει νέες μορφές παραγωγής. Το είπε ξεκάθαρα και συνέχεια. Εφάρμοσε το δικό του σύστημα μόρ­φωσης των μαζών: Το βούρδουλα και στην Κεντρική του Επιτροπή των επικοινωνιών προετοίμασε αυτές τις μάζες για το ρόλο του αφεντικού, με τις ίδιες μεθόδους που χρησιμοποιούσανε παλιά στα εργαστήρια» (Αλεξ. Κολοντάι, «Εργατική Αντιπολίτευση» σελ. 50-51 έκδ. Βέργος)

Αυτή η κορυφή που σχημάτιζε το κόμμα, όπως αναφέρεται παραπάνω, ήταν εν δυνάμει τάξη στην διάρκεια της μεταβατικής περιόδου. Στην πορεία και ύστερα από πολύχρονη διαπάλη δια­μορφώθηκε σε τάξη που μπορούμε να τη ονομάσουμε διευθύνουσα . Η τάξη αυτή είχε δικά της συμφέροντα, δικό της πολιτι­κό μηχανισμό και δική της ιδεολογία. Η αντίληψη ύπαρξης της διευθύνουσας τάξης αρχίζει να γίνεται ευρύτερα δεκτή.

Να τι γράφει ο Β. I. Ντιαντσέγκο: «Έχοντας  υποστεί στην πράξη την εκμετάλλευση από την πλευρά της διαμορφούμενης νέας  κομματικο-οικονομικής μπουρζουαζίας, οι εργαζόμενοι έχασαν την πίστη στο δίκαιο και τη δυνατότητα οικοδόμησης της κομμουνιστικής κοινωνίας» (ΚΟΜΕΠ 1/97, σελ. 163). Η διευθύνουσα τάξη φυσικά, για να υπάρξει η ίδια, έπρεπε να συνεχίσει την ανάπτυξη της σοβιετικής κοινωνίας, ανεξάρτητα και σε αντιπαράθεση με τη πάλη προς τον ιμπεριαλισμό. Και αυτό μπορούσε να γίνει μέσω της σχεδιασμένης οικονομίας. Αυτό της δίνει τα χαρακτηριστικά μιας τάξης που ήρθε σε αντίθεση με τη γενική στρατηγική του ιμπεριαλισμού σε μια ιστορική περίοδο. Απέναντι σ’ αυτή την τάξη βρισκόταν η τάξη των εργαζομένων που μπορούμε να την ονομάσουμε εκτελούσα τάξη.

Ο Β. I. Λένιν διέβλεπε την νέα κοινωνική δυναμική που αναπτυσσόταν: «Οι τάξεις έμειναν, αλλά η κάθε μια τους μεταβλήθηκε στην εποχή της δικτατορίας του προλεταριάτου» (Β. I. Λένιν, «Άπαντα»τόμ. 39, σελ. 279, έκδ. Σύγχρονη Εποχή).

Τα κριτήρια για την ταξική ένταξη, όπως θα αναλύσουμε σε επόμενο κεφάλαιο, είναι ουσιαστικά τρία: Α. Έχεις μέσα παραγω­γής ή δεν έχεις. Β. παίζεις ρόλο στην κοινωνική παραγωγή διευθυ­ντικό ή εκτελεστικό. Γ. το ύψος της αμοιβής προέρχεται από πώλη­ση εργατικής δύναμης ή από τα κέρδη. Κατά συνέπεια, ο διευθυντής ενός εργοστασίου στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, αφού είχε την κατοχή στα μέσα παραγωγής, διεύθυνε την παραγω­ γή και είχε δυνατότητα μεγάλων απολαβών που προέχονταν από το υπερπροϊόν, άρα δεν μπορεί να ανήκε στην εκτελούσα τάξη. Πολύ περισσότερο όταν διατηρούνταν η διαφορά ανάμεσα στην πνευματική και χειρωνακτική εργασία, ανάμεσα στην πόλη και το χωριό.

Πέρα απ’ αυτή την τάξη, είχαμε τους εργαζόμενους στο εργο­στάσιο, στο αγροτικό νοικοκυριό, στους οργανισμούς παροχής κοινωνικών υπηρεσιών (υγεία, εκπαίδευση κ.λπ.), στον μηχανισμό που ήταν αποξενωμένοι από τα μέσα παραγωγής, έκα­ναν ουσιαστικά εκτελεστική εργασία. Αρα, αυτοί όλοι ανήκαν στην εκτελούσα τάξη. Είναι φανερό ότι δεν δεχόμαστε την αντίληψη ότι στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού υπήρχαν τρεις φιλικές τάξεις: οι εργάτες, οι κολχόζνικοι και οι διανοούμενοι. Και αυτό γιατί οι τάξεις είναι δύο παράγοντες μιας και της ίδιας σχέσης δηλαδή είναι ένα δίπολο αντίθεσης.

Αλλά ας δούμε πώς εξελίχτηκαν τα Σοβιέτ που ήταν δημιούρ­γημα της επανασταστικής διαδικασίας ως μορφές της κρατικής εξουσίας. Τα πρώτα Σοβιέτ η εργατική τάξη της Ρωσίας τα δημιούργησε το 1905, αφού πείστηκε για το αβάσιμο των ελπίδων για τη βελ­τίωση της ζωής από τα πάνω. Οι εργάτες έστειλαν σ’ αυτά τα όργανα επαναστατικής πάλης τους αντιπροσώπους τους από τα εργοστάσια, και έτσι εξασφαλίστηκε η στενή σχέση των αντιπρο­σώπων με τις προλεταριακές μάζες. Οι εργάτες, όπως από κοι­νού, δούλευαν, από κοινού πραγματοποιούσαν και την εξουσία τους. Απ’ την αρχή του 1917 η εργατική τάξη άρχισε να δημιουρ­γεί Σοβιέτ σε όλα τα μέρη, και τον Οκτώβρη του ίδιου έτους  εγκαθίδρυσε την κυριαρχία των Σοβιέτ των εργατών, των στρατιωτών και αγροτών αντιπροσώπων με την Οκτωβριανή επανάσταση. Η Σοβιετική Δημοκρατία άρχισε να δημιουργεί στις επιχειρή­σεις, πρωτοβάθμια όργανα κρατικής εξουσίας. Οι εργαζόμενοι απόκτησαν την δυνατότητα να υποτάξουν την παραγωγή στα ριζικά τους συμφέροντα. Εκλέγοντας τους βουλευτές των τοπι­κών Σοβιέτ, οι εργατικές κολεκτίβες μετατράπηκαν σε βασικό κύτταρο του κράτους.

Αυτός ο τρόπος διεξαγωγής των εκλογών εξασφάλιζε τη διαμόρφωση γνώμης από τους εκλογείς για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του βουλευτή, την πραγματική επιρροή πάνω του, την εφαρμογή της αντικατάστασης ή της ανάκλησής του. Η σύγκληση των συνεδρίων των Σοβιέτ εγγυώνταν την οργανική σχέση των τοπικών και των ανωτάτων οργάνων εξουσίας, τον από τα κάτω έλεγχο των μελών της Πανενωσιακής Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής. Μια τέτοια κρατική εξουσία οι εργαζόμενοι μπορούσαν πραγ­ματικά να τη χρησιμοποιήσουν στον αγώνα για την απελευθέρω­σή τους από την εκμετάλλευση, για κοινωνική δικαιοσύνη στη βάση της ελεύθερης ανάπτυξης όλων.

Στη Ρωσία, όπως και σε όλες τις χώρες, που βγήκαν από τα πλαίσια της φεουδαρχίας, η εξουσία δεν ήταν «ακομματική». Το 1917 στα Σοβιέτ εκπροσωπούνταν πολλά κόμματα. Η υπαρκτή στα Σοβιέτ δυνατότητα της αντικατάστασης και της ανάκλησης των βουλευτών επέτρεπε στους εκλογείς χωρίς εμπόδια να αλλά­ξουν την κομματική σύνθεση των οργάνων εξουσίας σε εξάρτηση από την αλλαγή των σχέσεων του λαού προς τα πολ  στάσια.

Σαν αποτέλεσμα, το σύστημα των Σοβιέτ, ήδη στην αρχή της δεκαετίας του ’20 έχασε το στήριγμα των οργάνων του στις εργατικές κολεκτίβες. Δημιουργήθηκε η προϋπόθεση για το πισωγύρισμα στο μισθωτό χαρακτήρα της κολεκτιβίστικης εργασίας. Στο μετεπαναστατικό χωριό οι εκλογές των βουλευτών πραγ­ματοποιούνταν ανά περιοχές. Διαφορετικά στη μικρή αγροτική οικονομία δεν θα μπορούσε να γίνει. Έτσι τα όργανα εξουσίας, που διαμορφώθηκαν στις αγροτικές περιοχές, στην ουσία δεν ήταν τελείως σοβιετικά. Για την εργατική τάξη, για τους εργαζόμενους δεν ήταν εύκολη η πάλη για την ισχυροποίηση της σοβιετικής εξουσίας.

Αυτή η πάλη έγινε πιο σύνθετη λόγω της περικύκλωσης του ιμπεριαλι­σμού γύρω από την ΕΣΣΔ. Στη δεκαετία του ’20 και στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’30, οι εργαζόμενοι έκαναν πολλά για τη στερέωση της πολιτικής τους εξουσίας. Εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι συμμετείχαν στην απελευθέρωση του διευθυντικού μηχανισμού από τις καθυ­στερήσεις, τη γραφειοκρατία και την ιδιοτελή χρησιμοποίησή του. Οι εργατικές κολεκτίβες έστειλαν δεκάδες χιλιάδες πρωτοπόρους εργάτες σε υπεύθυνη σοβιετική εργασία. Εμφανίστηκε η σοσιαλιστική παράλληλη εργασία, η πρακτική του συνδυασμού από τους εργάτες της εργασίας στις παραγωγι­κές κολεκτίβες με την εφαρμογή της υπεύθυνης δουλειάς στον κρατικό μηχανισμό. Στις επιχειρήσεις ενισχύθηκε η ενεργητικότη­ τα των παραγωγικών συσκέψεων, αναπτύχθηκε ο σχεδιασμός μετά από συναινέσεις, η κίνηση των ομάδων οικονομικής αυτοδι­εύθυνσης και λοιπά. Είναι η κρατική δραστηριότητα της εργατικής τάξης που εξασφάλισε τη λύση τεράστιων καθηκόντων της κοινωνικό-οικονομικής ανάπτυξης ενάντια στην αντίδραση των τάσεων που διαστρέ­βλωναν την ουσία της σοβιετικής εξουσίας. Πραγματοποιήθηκε η εκβιομηχάνιση, η κολεκτιβοποίηση, η πολιτιστική επανάσταση, εξαλείφθηκε η ανεργία, οι άστεγοι, μειώθηκε η εργάσιμη εβδομά­δα, εισήχθηκε η δωρεάν υγεία και παιδεία (Λ. Β. Ζολότοφ, ΚΟΜΕΠ, 5-6/1994, σελ. 103-106).

Στην αρχή, φορέας της κεντρικής κρατικής εξουσίας ήταν το Συνέδριο των Σοβιέτ που συνεδρίαζε κάθε τρεις μήνες. Στα ενδιά­μεσα, η άσκηση της εξουσίας γινόταν από την Πανενωσιακή Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή (ΠΚΕΕ) που αποτελείτο απο 200-300 μέλη και εκλεγόταν από το Συνέδριο των Σοβιέτ. Το 1921 το 9ο Συνέδριο των Σοβιέτ αποφάσισε ότι στο εξής τα συνέδρια των Σοβιέτ θα συνέρχονται μία φορά το χρόνο. Ταυτόχρονα μειώθηκαν και οι αρμοδιότητές τους. Οι εκθέσεις δράσης του προέδρου του ΠΚΕΕ και της κυβέρνησης – συμβούλιο επιτρόπων του λαού – που διοριζό τα ν από το ΚΚ (Μπολσεβίκοι) δεν συζητιώνταν και δεν εγκρίνονταν από το συνέδριο.

Από ένα σημείο και μετά οι σημαντικές αποφάσεις παίρνονταν χωρίς διάκριση στο όνομα της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος ή της κυβέρνησης, ή σε συνδυασμό ενός απ’ αυτά τα όργανα και της ΠΚΕΕ. Έτσι, τα Σοβιέτ αποδυναμώθηκαν ως όργανα κρατικής εξου­ σίας και ουσιαστικά για όλα τα βασικά ζητήματα αποφάσιζε η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚ (Μπολσεβίκοι) και σε τελευταία ανά­λυση το Π.Γ. της Κεντρικής Επιτροπής. Το Ανώτατο Σοβιέτ, ουσιαστικά η ΠΚΕΕ, διόριζε το Ανώτατο Δικαστήριο της ΕΣΣΔ και τα Ανώτατα Σοβιέτ των επιμέρους Δημοκρατιών διόριζαν τα αντίστοιχα ανώτατα δικαστήρια. Επίσης το Ανώτατο Σοβιέτ διόριζε τον γενικό εισαγγελέα της ΕΣΣΔ, ο οποίος με τη σειρά του διόριζε και τους εισαγγελείς των Δημοκρατιών, των περιοχών, των περιφερειών.

Έτσι, ουσιαστικά το Π.Γ. της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ αποφάσιζε για την οργάνωση και τη στελέχωση της δικαιοσύνης. Το 1936 ψηφίστηκε το καινούργιο σύνταγμα με το οποίο καθιερώθηκε οι εκλογές να γίνονται για τα Σοβιέτ κατά περιοχές και ανάλογα με τους κατοίκους. Η πολιτική εξουσία έφυγε και τυπικά πλέον από τον έλεγχο των εργατικών κολεκτίβων.

Άρα από το 1936 και μετά μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι στη Σοβιετική Ένωση δημιουργήθηκε ένας νέος σχηματισμός, ο σοβιετικός, στον οποίο η κυριότητα των μέσων παραγωγής  των φυσικών πόρων ανήκε στο κράτος και η κατοχή, διαχείριση ανήκε στη διευθύνουσα τάξη.

Ο όρος σοβιετικός σχηματισμός δεν έχει έννοια συγκεκριμένη πολιτική, αλλά γενική ιστορική, όπως ο ασιατικός τρόπος παρα­γωγής δεν είναι όρος  γεωγραφικός, μιας και παρουσιάστηκε όχι μόνο στην Κίνα αλλά και στην Αίγυπτο και σε άλλες χώρες. Γάλλοι μελετητές έχουν υποστηρίξει ότι οι κοινωνίες του υπαρκτού σοσιαλισμού αποκτούσαν χαρακτηριστικά ανέκδοτων ιστορικά ταξικών κοινωνιών. Δηλαδή χαρακτηριστικά κοινωνιών που εμφανίζονταν για πρώτη φορά. (Ευτύχης Μπιτσάκης, «Ένα φάντασμα πλανιέται», σελ. 195 εκδ. Στάχυ). Η αντίληψη αυτή υποστηρί­ζει ουσιαστικά ότι οι κοινωνίες αυτές βρίσκονται σε μια διαδικα­σία διαμόρφωσης ενός νέου σχηματισμού, ενώ εμείς υποστηρί­ζουμε, ό,τι είχε ολοκληρωθεί αυτό το προτσές. Αλλά ας δούμε τα χαρακτηριστικά αυτού του σχηματισμού. Πρώτα πρώτα, οι τάξεις διευθύνουσα, και εκτελούσα είχαν δια­ μορφωθεί.

Δεύτερον οι παραγωγικές σχέσεις (κυριότητα των μέσων παραγωγής από το κράτος και κατοχή διαχείριση από τη διευθύνουσα τάξη) είχαν ολοκληρωθεί. Ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας είχε εκμηδενιστεί. Τρίτον, το εποικοδόμημα είχε δια­ μορφωθεί έτσι ώστε να στηρίζει τις συγκεκριμένες παραγωγικές σχέσεις, να παρουσιάζει το συγκεκριμένο σχηματισμό παραγωγής ως σοσιαλισμό, και μάλιστα αναπτυγμένο.

Έτσι, είμαι της γνώμης ότι είχε διαμορφωθεί ένας καινούργιος κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός, ο σοβιετικός. Η ύπαρξη του κρατικού τομέα της οικονομίας, ο κρατικός σχεδιασμός, και γενικότερα η ύπαρξη του σοβιετικού σχηματι­σμού εξασφάλιζαν τους όρους για την αναπαραγωγή των παρα­γωγικών σχέσεων.

Την τοποθέτηση για δημιουργία νέου σχηματισμού του σοβιε­τικού με δική του ταξική διάρθρωση, δικών του μορφών κοινωνι­κής συνείδησης, απέκρουσε ο Μ. Μαΐλης, μέλος τότε του Π. Γ. του ΚΚΕ, στη συνδιάσκεψη για το σοσιαλισμό που έγινε στις 15- 16 Ιουλίου 1995. Συγκεκριμένα, υποστήριξε: «Πρόκειται για άποψη αλαζονική  εξωπραγματική και αντιδιαλεκτική, κατά τη γνώμη μου. Γιατί, στην πράξη, ανεξάρτητα από την καλή πρόθεστι των συντρόφων να βοηθήσουν στον προβληματισμό, οδηγεί εξ αντικειμένου στα παρακάτω:

Πρώτον, είναι απολογητική απέναντι στην αστική τάξη και σε μεγάλο βαθμό προϊόν της πίεσης που η τελευταία ασκεί και στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος. Και έχει τόση σχέση με την πραγματικότητα, όση και εκείνη η άποψη που έχουμε ακού­σει, η οποία λέει ότι και σήμερα στην Ευρώπη υπάρχει ο σοσιαλι­σμός, αλλά εμείς δεν τον βλέπουμε ότι υπάρχει…

Δεύτερον, αφοπλίζει την πάλη του ΚΚΕ, αφού η αποδοχή της θα οδηγούσε στο πέταγμα στα σκουπίδια μιας πλούσιας και ηρωι­κής κληρονομιάς.

Τρίτον, στην πράξη οδηγεί στην κατάργηση του ρόλου του Κόμματος, αν και δε λέγεται έτσι, αφού προσδίδει τέτοια έμφαση στο ποιος ασκεί την εξουσία στο σοσιαλισμό μιλώντας για την εργατική τάξη, λες και η Ε.Τ μπορεί από μόνη της, ή κυρίως αυτή, να παίξει έναν τέτοιο ρόλο, αν το ΚΚ – στην καλύτερη περίπτωση – απλώς παρακολουθεί τις εξελίξεις. Εξ αντικειμένου οδηγούμα­ στε στο γνωστό “ναι στα Σοβιέτ, αλλά δίχως μποσλεβίκους…” Οδηγούμαστε στο επίσης γνωστό “να υπάρξει άλλη σχέση ανάμε­ σα στον πολιτικό φορέα και στο κίνημα”, πράγμα το οποίο περιέ­χει και κάτι το αναρχικό. Επιπλέον αυτή η άποψη παραμερίζει την υλιστική αντίληψη των όρων εμφάνισης των τάξεων και των τρόπων παραγωγής εισάγοντας, κατά μια έννοια, ένα νόθο κοι­νωνικό σύστημα ανάμεσα στα μέχρι σήμερα γνωστά και παραδε­κτά». (Ριζοσπάστης 27/7/95).

Στο θέμα επανήλθε και ο Δ. Γόντικας μέλος του Π. Γ. του ΚΚΕ. και σημείωσε: «Διατυπώνεται από ορισμένους συντρόφους η άποψη ότι στην ΕΣΣΔ και άλλες χώρες δεν υπήρχε σοσιαλι­σμός. Από την άποψη της ουσίας έχει δοθεί απάντηση από πολ­λούς συντρόφους. Αλλά θέτω το εξής πρακτικό ερώτημα. Με τι σθένος και αποφασιστικότητα θα αντιπαλέψουμε την προπαγάνδα των ιμπεριαλιστών και των κάθε λογής αναθεωρη­τών και αποστατών τον Κομμουνιστικού Κόμματος, αν υιοθετή­σουμε τέτοια άποψη; Μας απασχολεί αυτό το ζήτημα; Αυτοί έχουν ως κύρια επιδίω­ξη να σβήσουν από τη μνήμη των εργατών τις δυνατότητες τον σοσιαλισμού και τα επιτεύγματα που γνωρίσαμε με τελικό σκοπό να περάσουν στην αντίληψη ότι δεν είναι δυνατόν να νικήσει ο σοσιαλισμός, ότι είναι μάταιος ένα τέτοιος αγώνας» (Ριζοσπάστης 27/7/95).

Κατ’ αρχάς το θέμα είναι αν η τοποθέτηση για νέο τρόπο παραγωγής ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή όχι. Σ’ αυτό δίνεται ένας χαρακτηρισμός ότι είναι εξωπραγματική η θέση και τίποτα παραπάνω.

Η εξέταση σε βάθος του ζητήματος οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για νέο κοινωνικό σχηματισμό. Πρώτα πρώτα, οι εργαζόμενοι ήταν εντελώς αποξενωμένοι απ’ τα μέσα παραγωγής και από τα αποτελέσματα της παραγω­γής. Δεν είχαν λόγο όχι μόνο στη διαχείριση αλλά δεν υπήρχε ούτε ένας στοιχειώδης εργατικός έλεγχος. Δεν διεύθυναν την παραγωγή, αλλά μόνο εκτελούσαν. Οι αμοιβές τους ήταν πολύ μικρότερες από αυτές των διευθυντών. Επίσης διατηρήθηκαν οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις, κάτι που είναι ξένο προς το σοσιαλισμό. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.

Με το Σύνταγμα του 1936, καταργήθηκε ουσιαστικά η δικτατορία του προλεταριάτου χωρίς να απονεκρωθεί το κράτος. Εκ των υστέρων, βέβαια, προ­βλήθηκε ως λόγος η ιμπεριαλιστική περικύκλωση. Οι κοινωνικές επιστήμες πήραν καθαρά απολογητικό χαρακτήρα. Δεν είχαν σχέση με το μαρξισμό ως επαναστατική κριτική θεωρία. Δεν επι­τρεπόταν η δημοσίευση άρθρων και βιβλίων με περιεχόμενο αντί­θετο προς τη γραμμή του Κόμματος. Κατά συνέπεια, υπήρχε και ανάλογο εποικοδόμημα. Το ζήτημα είναι λοιπόν να δούμε την αντικειμενική πραγματι­κότητα και με βάση αυτή να χαράξουμε τη στρατηγική και ταχτι­κή. Με εσφαλμένες εκτιμήσεις δεν χαράζεται σωστή πολιτική. Όσον αφορά την αντίληψη ότι είναι απολογητική αυτή η τοποθέτηση, αυτό δεν αποδεικνύεται με το τι λένε οι πολιτικοί απατε­ώνες της σοσιαλδημοκρατίας για την Ευρώπη που δήθεν έχει σοσιαλισμό.

Τώρα, όσον αφορά την κληρονομιά των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού, δεν πετάμε τίποτα. Θεωρούμε ότι ήταν μια μεταβα­τική περίοδος που κατέληξε σ’ ένα νέο τρόπο παραγωγής, με αντιιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά που πρόσφερε πολλά στους λαούς των χωρών αυτών στο αντιιμπεριαλιστικά και εργατικό, κίνημα. Μάλιστα η αποδοχή της θέσης αυτής επιτρέπει με μεγαλύτερη σιγουριά να προπαγανδίζουμε την ανωτερότητα του σοσιαλισμού αφού τόσα και τόσα έγινε δυνατό να επιτευχθούν κατά τη μεταβατική περίοδο και το σοβιετικό σχηματισμό.

Τέλος, για την άρνηση του ρόλου του Κόμματος πρέπει να πούμε ότι υπάρχει πρόβλημα με τα Κόμματα των χωρών αυτών που έγιναν σοσιαλδημοκρατικά αμέσως μετά την αντεπανάσταση. Το ζήτημα είναι να παρθούν μέτρα ώστε το κομμουνιστικό κόμμα κάθε χώρας να παίξει το ρόλο του ως ηγετική δύναμη της εργατικής τάξης και της κοινωνίας. Ο νέος τρόπος παραγωγής δεν είναι νόθος – άλλωστε δεν υπάρ­χουν νόθα για τους κομμουνιστές – είναι γέννημα της συγκεκριμέ­νης ιστορικής πραγματικότητας των αρχών του 20ού αιώνα με τους δοσμένους στην εποχή αυτή συσχετισμούς.

Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι αν αρνηθούμε ότι υπήρ­χε σοσιαλισμός στις χώρες αυτές δεχόμαστε ότι δεν είναι δυνατόν να νικήσει ο σοσιαλισμός. Αυτό έτσι ή αλλιώς το λένε. Το θέμα είναι τι θα κάνουμε εμείς να είμαστε πειστικοί στην εργατική τάξη και στο λαό ότι μπορούμε να οικοδομήσουμε τον σοσιαλι­σμό. Και αυτό μπορεί να γίνει δυνατό μόνο με τη βαθιά ανάλυση της πραγματικότητας. Ο Μ. Μπρεχτ στο θεατρικό έργο Απόφαση, γράφει: «Χρειάζονται πολλά, τον κόσμο για ν ’ αλλάξεις: / Οργή κι επιμονή. Γνώση κι αγανάχτηση. Γρήγορη απόφαση, στόχαση βαθιά. /(…) Μονάχα η πραγματικότητα μπορεί να μας μάθει πώς / την πραγματικότητα ν ’ αλλάξουμε». (Ριζοσπάστης 8/2/1998).

Ο Ρίτσαρντ Κοσολάποφ, σοβιετικός θεωρητικός, υποστηρίζει ότι ο υπαρκτός σοσιαλισμός είναι εποχή και όχι τρόπος παραγω­γής. Ακόμη υποστηρίζει ότι και ο ασιατικός τρόπος παραγωγής ήταν εποχή. Όταν λέει εποχή, φαίνεται ότι εννοεί τους μεταβατι­κούς τρόπους παραγωγής. Μάλιστα αναφέρει το παρακάτω απόσπασμα από τα Grundrisse του Κ. Μαρξ, για να σημειώσει ότι υπάρχει ομοιότητα ανάμεσα στις δύο «εποχές»; «Για παράδειγμα, καθόλου δεν την αντιστρατεύεται το ότι, όπως γίνεται στις περισ­σότερες ασιατικές θεμελιακές μορφές, η περιεκτική ενότητα που βρίσκεται πάνω απ’ όλες αυτές τις μικρές κοινότητες εμφανίζεται σαν ανώτερος ιδιοκτήτης, ή σαν ο μοναδικός ιδιοκτήτης, άρα οι πραγματικές κοινότητες μόνο σαν κληρονομικοί κάτοχοι. Μια και πραγματικός ιδιοκτήτης και πραγματική προϋπόθεση της συλλογικής ιδιοκτησίας είναι η ενότητα, η τελευταία μπορεί να εμφανίζεται η ίδια σαν κάτι ξεχωριστό και ανώτερο από τις πολυάριθμες πραγματικές ξεχωριστές κοινότητες· τότε το άτομο στην πραγματικότητα δεν έχει ιδιοκτησία, μ ’ άλλα λόγια η ιδιο­κτησία – δηλαδή η σχέση του ατόμου προς τους φυσικούς όρους της εργασίας και αναπαραγωγής σαν όρους που του ανήκουν, σαν το αντικειμενικό, υπαρκτό ήδη σαν ανόργανη φύση σώμα της υποκειμενικότητάς του – εμφανίζεται να διαμεσολαβείται για το άτομο από την παραχώρηση της συνολικής ενότητας – υλοποιη­μένης στη μορφή του δεσπότη σαν του πατέρα των πολλών κοινο­τήτων – στο άτομο με τη μεσολάβηση της ξεχωριστής κοινότητας. Το υπερπροϊόν – που άλλωστε καθορίζεται νομικά σαν συνέπεια της πραγματικής ιδιοποίησης με εργασία – ανήκει έτσι αυτόματα στην υπέρτατη αυτή ενότητα». (Κ. Μαρξ, «Grundrisse», σελ. 359, έκδ. Στοχαστής).

Μάλιστα, ο Ρ. Κοσολάποφ σχολιάζει: «Διαβάζοντας αυτό το απόσπασμα από τον Μαρξ ο αναγνώστης χαίρεται. Ξαφνικά, βλέ­πει εξωτερική ομοιότητα του ασιατικού τρόπου παραγωγής, με ό,τι τώρα πια συνήθως ονομάζεται σταλινικό μοντέλο του σοσια­λισμού, “Πολεμικός κομμουνισμός” κ.λπ.». (Ρ. Κοσολάποφ, «Παλιότ Σόβι», σελ. 321, έκδ. Παλεά, Μόσχα 1994).

Κατ’ αρχάς βέβαια, η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. Άρα ο σοβιετικός τρόπος παραγωγής δεν μπορεί να είναι όμοιος με τον ασιατικό τρόπο παραγωγής. Απ’ αυτή την άποψη, δεν έχουν καμιά ουσιαστική αξία οι ισχυρισμοί του Κ. Wittfogel ότι ο υπαρκτός σοσιαλισμός στηρίζε­ται στη συλλογική ιδιοκτησία και στα μεγάλα δημόσια έργα, και συνεπώς είναι μια παραλλαγή, του ανατολικού δεσποτισμού και της εκμετάλλευσης που αυτός συνεπάγεται. Ο ίδιος ο Κ. Wittfogel στον πρόλογο του έργου του Le despotism orientel γράφει ότι στόχος του είναι «Η προσπάθεια για να προσδιοριστεί η ιδιαιτε­ ρότητα ενός συστήματος ημιδιευθυντικού, μη δυτικού, δεσποτικής εξουσίας και να εξηγηθεί ο κομμουνιστικός ολοκληρωτισμός σαν μια παραλλαγή, εντελώς διευθυντική και πολύ πιο δεσποτική απ’ αυτό το σύστημα» (Κ. Wittfogel, «Le despotism orientel», σελ. 143. Αναφέρεται από τον Γ. Ρούσση στο βιβλίο του «Ασιατικός τρόπος παραγω­γής και σοσιαλισμός», σελ. 108, έκδ. Σύγχρονη Εποχή).

Αυτά είναι εντελώς αστήρικτα, αντιεπιστημονικά. Όσα αναφέρθηκαν θέτουν το ζήτημα αν ο «ασιατικός τρόπος παραγωγής», ήταν τρόπος παραγωγής και να ξεκαθαριστούν οι αντιλήψεις των κλασικών της μαρξιστικό-λενινιστικής θεωρίας. Στη δεκαετία του ’30 έγινε πλούσια συζήτηση για το θέμα και βασικά αμφισβητήθηκε η ύπαρξη ασιατικού τρόπου παραγωγής.

Ο Ευγ. Βάργκα, μεγάλος σοβιετικός οικονομολόγος ουγγρικής καταγωγής, αναφέρει το παράδειγμα ενός ασιανολόγου εκπροσώ­ που της 3ης Διεθνούς, ο οποίος είπε ότι «ο Μαρξ εννοούσε με τον όρο ασιατικός τρόπος παραγωγής την ασιατική παραλλαγή της φεουδαρχίας» (Ευγ. Βάργκα, «Καπιταλίζμ πόσλε βτορόϊ μιροβόι βοϊνί», σελ. 496-520, εκδόσεις Ναούκα, Μόσχα) και συμπεραίνει ότι σ’ ένα βαθμό η συζήτηση παρουσίασε τον «Κ. Μαρξ κακό μαρξιστή που δεν καταλάβαινε το μαρξισμό» (ό. π. σελ. 518).

Κατ’ αρχάς ο Κ. Μάρξ κατ’ επανάληψη μίλησε για ασιατικό τρόπο παραγωγής. Πέρα από τα Grudrisse που αναφέραμε προη­γούμενα έχουμε την εισαγωγή στην Κριτική της πολιτικής  οικονο­μίας, που ρητά αναφέρει: «Σε πλατιά έννοια, μπορούμε να πούμε πως, ο ασιατικός, ο αρχαίος, ο φεουδαρχικός, και ο νεώτερος τρόπος της παραγωγής, είναι οι προοδειπικές  εποχές, της οικονο­μικής διαμόρφωσης της κοινωνίας». (Κ. Μαρξ, «Κριτική της  πολιτι­κής οικονομίας», σελ. 8, εκδ. Οικονομικής και Φιλοσοφικής Βιβλιοθήκης).

Επίσης σε γράμμα του ο Κ. Μαρξ στον Φρ. Ένγκελς γράφει: «Ο Μπερνιέ αποκαλύπτει με πολλή ακρίβεια τη βασική μορφή όλων των φαινομένων της Ανατολής – μιλάει για την Τουρκία, για την Περσία, για το Ινόοστάν – με βάση το γεγονός ότι δεν υπήρχε εκεί ατομική έγγεια ιδιοκτησία. Και αυτό είναι το αληθινό κλειδί, ακόμη και για τον ουρανό της Ανατολής» (Κ. Μαρξ, Φρ. Ένγκελς, «Αλληλογραφία», 1844-1860, μέρος A ‘ σελ. 126, εκδ. Μπάυρον). Ο Β. I. Λένιν κατ’ επανάληψη αναφέρθηκε σ’ αυτά τα αποσπά­σματα του Κ. Μαρξ.

Το πρόβλημα δημιουργείται από δύο κείμενα. Πρώτα πρώτα, από το βιβλίο του Φρ. Ένγκελς Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας, και του κράτους που γράφτηκε το 1884, μετά το θάνατο του Κ. Μαρξ και κατόπιν δικής του υπόδειξης, λόγω της έκδοσης, το 1877 του έργου του Λιούις X. Μόργκαν με τίτλο Αρχαία Κοινωνία ή γενεαλογικές έρευνες για την πρόοδο του ανθρώπου απ’ την περίοδο της αγριότητας μέσω της βαρβα­ρότητας στον πολιτισμό. Στο έργο αυτό ο Φρ. Ένγκελς δεν ασχολείται με το πρόβλημα των ασιατικών κοινωνιών. Ο Φέρεντς Τοκάι, Ούγγρος επιστήμονας και συστηματικός μελετητής του ασιατικού τρόπου παραγωγής, υποστηρίζει ότι απ’ όλο το κείμενο του βιβλίου του Φρ. Ένγκελς δεν προκύπτει σε καμιά περίπτωση ότι αρνείται τον ασιατικό τρόπο παραγωγής (Φ. Τοκάι. «Για τον ασιατικό τρόπο παραγωγής», σελ. 4 1, εκδ. Αναγνωστίδη).

Το δεύτερο κείμενο που δημιουργεί πρόβλημα, είναι η διάλεξη του Β. I. Λένιν στο πανεπιστήμιο Σβερντλόφ, τον Ιούλιο του 1919 «Για το κράτος», όπου αναφέρθηκε σε πέντε τρόπους παραγωγής, χωρίς να περιλαμβάνει και τον ασιατικό τρόπο παραγωγής. Κατ’ αρχάς αν ο Β. I. Λένιν θεωρούσε ότι δεν υπήρξε ασιατικός  τρό­πος παραγωγής, θα το έλεγε ρητά. Πιο πιθανό είναι, όμως, ότι ήθελε να απλοποιήσει τη διάλεξη και να μην μπερδέψει το ακροα­ τήριο. Το ερώτημα βέβαια που τίθεται είναι αν ο σοβιετικός τρόπος παραγωγής είναι υποχρεωτικό σύστημα στη μετάβαση προς το σοσιαλισμό-κομμουνισμό. Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι έχουν παρακαμφθεί και οι γνω­στοί τρόποι παραγωγής, όπως π. χ. το δουλοκτητικό σύστημα στη Γερμανία (Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ, «Η θεωρία τον ιστορικού υλι­σμού», σελ. 126, εκδ. Γνώσεις). Επίσης μια σειρά νομαδικοί λαοί της Ασίας και της Αφρικής δεν πέρασαν από το δουλοκτητικό στάδιο εξέλιξης (Ινστιτούτο Κοινωνικών επιστημών ΕΣΣΔ, «Ο Λενινισμός και η σύγχρονη εποχή», σελ. 340, έκδ. Σύγχρονη Εποχή). Κατά συνέπεια υπάρ­χει ιστορικό προηγούμενο.

Πέρα απ’ αυτό, οι κλασικοί του μαρξισμού είχαν την άποψη ότι μπορεί να παρακαμφθεί και ο καπιταλισμός στην πορεία των κοινωνιών προς τα εμπρός, δηλαδή ότι η εξέλιξη μπορεί να μην είναι ευθύγραμμη. Ο Κ. Μαρξ σε καμιά περίπτωση δεν υποστήριζε τη γνώμη ότι όλες οι χώρες είναι υποχρεωμένες να περάσουν απ’ τον καπιτα­λισμό ως απαραίτητο στάδιο για να φθάσουν στο σοσιαλισμό. Σε γράμμα του προς τη σύνταξη του ρωσικού περιοδικ ού Οτέτσεστβενιγιε Ζαπίσκι, όσον αφορά τη Ρωσία γράφει: «Κατέληξα σ ’ αυτό το συμπέρασμα: αν η Ρωσία συνεχίσει να βαδίζει στο μονοπάτι που ακολούθησε απ’ τα 1861, θα χάσει την ωραιότερη ευκαιρία, που η ιστορία πρόσφερε ποτέ σ ’ ένα λαό, για να υποστεί όλες τις μοιραίες περιπέτειες του κεφαλαιοκρατικού συστήματος». (Φρ. Ένγκελς, «Μελέτες και άρθρα» τεύχος A ‘ σελ. 75, εκδ. Μπάυρον).

Ο Φρ. Ένγκελς όσον αφορά τη Ρωσία γράφει: «Είναι φανερό ότι η κοινοτική ιδιοκτησία στη Ρωσία ξεπέρασε την περίοδο της άνθισής της και βαδίζει, σύμφωνα μ ’ όλα τα φαινόμενα, προς τη διάλυσή της. Σύγχρονα δεν είναι λιγότερο βέβαιο ότι μπορεί να μετατραπεί η κοινωνική αυτή μορφή σε μίαν ανώτερη μορφή, αν μονάχα διατηρηθεί ωσότου ωριμάσουν οι συνθήκες, οι ευνοϊκές για μια παρόμοια μεταμόρφωση, κι αν γίνει φανερό ότι είναι ικανή για μίαν ανάπτυξη, με την έννοια ότι οι αγρότες θα καλ­λιεργούν το έδαφος από κοινού και όχι πια χωριστά. Και αυτό το πέρασμα σε μίαν ανώτερη μορφή θα πρέπει να πραγματοποιηθεί χωρίς οι Ρώσοι χωρικοί να περάσουν απ’ το ενδιάμεσο στάδιο της αστικής τεμαχισμένης ιδιοκτησίας» (ό. π., σελ. 61).

Ως προϋπόθεση γι’ αυτή τη δυνατότητα ο Φρ. Ένγκελς θέτει την πραγματοποίηση νικηφόρας σοσιαλιστικής επανάστασης  Δυτική Ευρώπη. Σε γράμμα του στις 17 Οκτώβρη 1893 στον Ν. Ντάνιελσον γράφει: «Αν ήταν ώριμη η Δυτική Ευρώπη το 1860- 1870 για μια τέτοια μετατροπή, αν είχε αρχίσει τότε αυτή η μετα­τροπή στην Αγγλία, τη Γαλλία κτλ, τότε στους  ρώσους, θα απόμενε να δείξουν τί θα μπορούσε να είχε βγει από την κοινότητά τους (communa) που τότε ακόμα ήταν λίγο – πολύ άθιχτη. Αλλά η Δύση σταμάτησε, δεν επιχείρησε καμιά τέτοια μετατροπή κι ο καπιταλι­σμός αναπτυσσόταν όλο και πιο γρήγορα. Και μια πού η Ρωσία δεν είχε άλλη εκλογή, παρά τούτη: ή να αναπτύξει την κοινότητα σε μια μορφή παραγωγής από την οποία τη χώριζαν μια σειρά ιστορικά στάδια και που γι’ αυτήν δεν ήταν ώριμες οι συνθήκες ακόμα και στή Δύση, – δηλαδή ένα καθήκον που ήταν ολοφάνερα αδύνατο – ή να αναπτυχθεί προς την κατεύθυνση του καπιταλι­σμού, τι άλλο της έμενε παρά η δεύτερη δυνατότητα»; (Κ. Μαρξ – Φρ. Ένγκελς, «Διαλεχτά έργα», τ. 2, σελ. 590, έκδ  Γνώσεις).

Και σε επίλογο στο άρθρο του για το «Κοινωνικό πρόβλημα στη Ρωσία» υπογραμμίζει: «Μονάχα όταν η κεφαλαιοκρατική οικονομία νικηθεί στη χώρα όπου γεννήθηκε και εκεί όπου έφτα­σε στη μεγαλύτερή της ανάπτυξη, μονάχα όταν οι οπισθοδρομημένες χώρες θα δουν με τη βοήθεια αυτού του παραδείγματος “πως αυτό γίνεται”, πως θα πρέπει να τεθούν οι παραγωγικές δυνάμεις της  νεότερης βιομηχανίας, σαν κοινωνική ιδιοκτησία, στην υπη­ρεσία του συνόλου της κοινωνίας, μονάχα τότε αυτές οι καθυστε­ρημένες χώρες θα μπορέσουν να μπούνε σ ’ αυτό το δρόμο της συντομευμένης ανέλιξης» (Φρ. Ένγκελς, «Μελέτες και άρθρα», τεύχος A ‘ , σελ. 71-72, έκδ. Μπάυρον).

Μετά το πέρασμα του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό στά­διο, και τη νίκη της Οκτωβριανής επανάστασης, επήλθαν σημα­ντικές διαφοροποιήσεις στην παγκόσμια επαναστατική διαδικα­σία. Οι τελευταίες εξελίξεις της αντεπανάστασης στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης επιβάλλουν να επανεκτιμή­σουμε το όλο ζήτημα. Εν πάση περιπτώσει, για το ζήτημα που μας απασχολεί ισχύει η άποψη του Β. 1. Λένιν. Στην εισήγησή του για το εθνικό ζήτημα και τις αποικίες προς το Δεύτερο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1920 γράφει: «Δεν είναι σωστό να υποθέτουμε πως το καπιταλιστικό στάδιο ανάπτυξης είναι ανα­πόφευκτο για τους καθυστερημένους λαούς. Σε όλες τις αποικίες και τις καθυστερημένες χώρες πρέπει όχι μόνο να δημιουργούμε ανεξάρτητα αγωνιστικά στελέχη, κομματικές οργανώσεις, όχι μόνο να αρχίσουμε αμέσως την προπαγάνδα υπέρ της οργάνωσης Σοβιέτ των αγροτών και να επιδιώκουμε να τα προσαρμόσουμε στις προκαπιταλιστικές συνθήκες, αλλά πρέπει η Κομμουνιστική Διεθνής να επεξεργαστεί και να θεμελιώσει θεωρητικά τη θέση πως οι καθυστερημένες χώρες μπορούν με τη βοήθεια του προλε­ταριάτου των προηγμένων χωρών να περάσουν στο σοβιετικό καθεστώς, και, ύστερα από ορισμένες βαθμίδες ανάπτυξης, να περάσουν στον κομμουνισμό, παρακάμπτοντας το καπιταλιστικό στάδιο ανάπτυξης». (Β. I. Λένιν, «Άπαντα», τόμος 41, σελ. 246, έκδ. Σύγ­χρονη Εποχή).

Το γενικό συμπέρασμα από όσα προαναφέρθηκαν είναι ότι δεν είναι υποχρεωτικό να περάσει μια κοινωνία από το σοβιετικό τρόπο παραγωγής για να φτάσει στο σοσιαλισμό – κομμουνισμό. Ορισμένοι συγγραφείς χαρακτηρίζουν το σοβιετικό τρόπο παραγωγής ως κρατικό καπιταλισμό. Για κρατικό καπιταλισμό μίλησε στην εποχή του και ο ίδιος ο Β. I. Λένιν.

Στο άρθρο του «Για τα αριστερά παιδιαρίσματα και το μικρο­αστισμό» απαριθμεί τα στοιχεία των διαφόρων τύπων του κοινωνικοοικονομικού συστήματος, που υπήρχαν στη Ρωσία: «1) Η πατριαρχική, δηλαδή σε σημαντικό βαθμό φυσική, αγροτική οικο­νομία, 2) η μικρή εμπορευματική παραγωγή, 3) ο ιδιωτικός καπι­ταλισμός, 4) ο κρατικός καπιταλισμός, 5) ο σοσιαλισμός». Ο Β. I. Λένιν θεωρεί ότι υπήρχε στη Ρωσία της εποχής, και σοσιαλισμός και κρατικός καπιταλισμός. Ο σοσιαλισμός είναι αυτό που οι σημερινοί μελετητές ονομάζουν κρατικό καπιταλισμό. Ο Β. I. Λένιν κρατικό καπιταλισμό ονόμαζε «το μονοπώλιο των σιτη­ρών, τους ελεγχόμενους επιχειρηματίες και εμπόρους, τους αστούς συνεταιριστές». (Β. I. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 36, σελ. 296, έκδ. Σύγ­χρονη Εποχή).

Κατά συνέπεια ο Β. I. Λένιν δεν ονόμαζε το μεταβα­τικό στάδιο κρατικό καπιταλισμό. Οι συγγραφείς που μιλούν για κρατικό καπιταλισμό θεωρούν ότι στη Σοβιετική Ένωση υπήρχε μια μορφή καπιταλισμού. «Το ρωσικό κοινωνικό σύστημα δεν διαφέρει στην ουσία από τις δυτι­κές κοινωνίες» (Π. Μπίνς, ΕΣΣΔ, «Από το εργατικό κράτος στον κρατικό καπιταλισμό», σελ. 101,έκδ. Εργατική Δημοκρατία, 1989). Ένας από τους βασικούς υποστηρικτές της θεωρίας περί κρα­τικού καπιταλισμού ήταν ο Τόνι Κλίφ που το 1947 εξέδωσε και το βιβλίο Κρατικός καπιταλισμός στη Ρωσία (Εκδ. Εργατική Δημο­κρατία).

Από το βιβλίο αυτό προκύπτει ότι δεν αναζητεί και δεν βρί­σκει τις αντιθέσεις της σοβιετικής κοινωνίας. Περιορίζεται σε ορισμένα φαινόμενα. Ενδεικτικά αναφέρουμε: — Οι μισθοί ρυθμίζονται από την κυβέρνηση και όχι από συλ­λογικές διαπραγματεύσεις. Δηλαδή γίνεται ό,τι και στον καπιτα­λισμό (σελ. 17-18). — Οι σοβιετικοί «χρησιμοποιούν τη μέθοδο (δουλειά με το κομμάτι) για τον ίδιο σκοπό που τη χρησιμοποίησε η ναζιστική Γερμανία, για να χειραγωγούν τις μάζες» (ό.π„ σελ. 20-21). — Οι εργαζόμενοι δεν μπορούσαν να αλλάξουν τόπους δου­λειάς, γιατί χρειαζόταν εσωτερικό διαβατήριο. Στη συνέχεια καθιερώθηκαν τα βιβλιάρια εργασίας, όπου γράφονταν και οι λόγοι της απόλυσης. Τα βιβλιάρια αυτά οι εργάτες έπρεπε να τα δείχνουν στο διευθυντή όταν πρωτόπιαναν δουλειά (σελ. 23-24).

Αυτά ο Τόνι Κλίφ τα θεωρεί απόδειξη ότι υπήρχε μια μορφή καπιταλισμού. Τις αυστηρές ποινές που επιβάλλονταν σε περίπτωση κλοπής κρατικής περιουσίας, τις θεωρεί ως κάτι που ταιριάζει στον καπιταλισμό «Στη Ρωσία του Στάλιν η φύση του εγκλήματος και οι ποινές που επιβάλλονταν στους παραβάτες έχουν τις ρίζες τους στην υποταγή της ανθρωπότητας στην ιδιοκτησία και της  εργα­σίας στο κεφάλαιο. Με άλλα λόγια στη βασική αντίφαση που κινεί την εξουσία του γραφειοκρατικού κρατικού καπιταλισμού» (ό.π„ σελ. 57). «Αλλοίμονο σ’ όποιον τολμούσε τιάρα να αντιδράσει για τις εισοδηματικές διαφοροποιήσεις στη Ρωσία όσο μεγάλες κι αν ήταν» (ό.π.. σελ. 60).

Φτάνει ο Τόνι Κλίφ μέχρι τον αριθμό συνεδριάσεων του Ανώτατου Σοβιέτ, για να στηρίξει τον ισχυρισμό του για κρατικό καπιταλισμό. «Από την εποχή της επικράτησης του Στάλιν, πάντως, οι συνεδριάσεις της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής (των συνεδρίων των Σοβιέτ) δεν φτάνουν τις δέκα μέρες το χρόνο» (ό.π., σελ. 90). Με ανάλογη επιχειρηματολογία ο Σάρλ Μπετελέμ υποστηρίζει ότι στις ανατολικές χώρες υπήρχε «καπιταλισμός νέου τύπου». (Charles Bettelheim, «Class Struggles in the USSR», 1930-1941, Part 1, έκδοση TR Publication PVT) Αυτά όλα είναι ενδείξεις και όχι αποδείξεις. Ο Καρλ Μαρξ έχει γράψει ότι αν τα φαινόμενα ταυτίζονταν με την ουσία, δεν θα χρειαζόταν καμιά επιστήμη.

Οι ισχυρισμοί του Τόνι Κλιφ δεν αποδείχνουν ότι υπήρχε καπιταλισμός. Κατ’ αρχάς η ποιότητα καπιταλισμός – οποιαδή­ ποτε μορφής – σημαίνει κυκλικές κρίσεις, ανεργία κ.λπ. Αυτά τα φαινόμενα δεν παρουσιάστηκαν στο σοβιετικό τρόπο παραγωγής. Και αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι υπήρχε σχεδιομετρική ανά­πτυξη της οικονομίας και της κοινωνίας. Αν δεν υπήρχε σχεδιομετρική ανάπτυξη, οπωσδήποτε θα επρόκειτο για κρατικό καπι­ταλισμό. Πέρα απ’ αυτό και κύρια καπιταλισμός σημαίνει βασικά ιδιω­τική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, επίσης σημαίνει δυνατότη­τα μίσθωσης εργατών, που θα δουλέψουν στα ιδιωτικά μέσα παραγωγής. Κατά συνέπεια, δεν υπήρχαν τα βασικά χαρακτηρι­στικά του καπιταλισμού

. Αλλά αν δεχτούμε ότι υπήρχε οποιοσδήποτε μορφής καπιταλι­σμός, έπρεπε να υπάρχει εργατική τάξη με τα χαρακτηριστικά που προσδιόρισε ο Κ. Μάρξ και συμπλήρωσε ο Β. I. Λένιν. Δηλα­δή έπρεπε να υπάρχει μια τάξη πρωτοπόρος που διαμορφώνει τη θεωρία της, αναδεικνύει τους ηγέτες της, οργανώνει και καθοδη­γεί την ταξική πάλη με επικεφαλής  το κόμμα της. Δεν μπορεί να ήταν καπιταλισμός των αρχών του 19ου αιώνα με εργάτες  λουδίτες που το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να σπάνε τις μηχανές. Ακόμη η κατοχή των μέσων παραγωγής από τη διευθύνουσα τάξη δεν μπορούσε να κληροδοτηθεί στα παιδιά της. Τέλος, δεν υπήρχε καπιταλιστικό εποικοδόμημα, δηλαδή αστι­κό κοινοβούλιο, διάκριση εξουσιών κ.λπ.

Άλλωστε, το γεγονός ότι πανηγύριζαν όλοι οι αστοί για τις εξελίξεις στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» δείχνει ότι εκεί δεν υπήρχε καπιταλισμός. Γιατί πώς θα πανηγύριζαν αν είχαν μετάβαση από τον καπιταλισμό… στον καπιταλισμό; Πέρα απ ’ αυτό, ο Τόνι Κλίφ υποστηρίζει ότι η Σοβιετική Ένωση ήταν ιμπεριαλιστική χώρα: «Οι παραδοσιακές ιμπεριαλι­στικές χώρες εκμεταλλεύονταν τις αποικίες τους με τρεις  τρό­πους: αγοράζοντας τα προϊόντα των αποικιών τους σε χαμηλές τιμές, πουλώντας σ ’ αυτές προϊόντα των ‘‘μητροπόλεων” σε υψη­λές τιμές, και ιδρύοντας επιχειρήσεις που ανήκαν σε καπιταλι­στές “της μητρόπολης” και απασχολούσαν «ιθαγενείς». Ο ρωσι­κός καπιταλισμός, χρησιμοποιεί τις ίδιες τρεις μέθοδες, στην εκμετάλλευση των αποικιών» (Τόνι Κλίφ ,«Κρατικός καπιταλισμός στη Ρωσία», σελ. 194, εκδ. Εργατική Δημοκρατία). Αυτά όλα είναι  αντικείμενο δεν είναι το κέρδος ή η συσσώρευση πλούτον, αλλά ο άνθρωπος… Τα συμβαλλόμενα μέρη επιδιώκουν να βοηθήσουν τον άνθρω­πο να εξασφαλίσει την αξιοπρέπειά του, να δημιουργήσει μια γνήσια αίσθηση της δικαιοσύνης και της ισότητας και να εργαστεί με μια νέα συνείδηση και πνεύμα… Πέρα από την οικονομική τους αξία, η σημασία των συμφω­νιών βρίσκεται στο ότι αντιπροσωπεύουν στον κόσμο αρχές, εκφράζουν το διεθνές πνεύμα της Σοβιετικής Ένωσης και αποδεί­χνουν τη γενναιοδωρία και την ανιδιοτέλεια του σοβιετικού λαού» (ό,π.,σελ. 169).

Τα πράγματα λοιπόν είναι εντελώς αντίθετα. Οι ιμπεριαλιστές κάνουν άμεσες επενδύσεις ή δίνουν δάνεια, και αποσπούν υπερκέρδη – λόγω της χαμηλής οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου – από τις εξαρτημένες χώρες και έτσι ανεβά­ζουν το ποσοστό κέρδους της «μητρόπολης», με αποτέλεσμα να αναζωογονείται το καπιταλιστικό σύστημα. Ενώ αντίθετα οι χώρες του σοβιετικού τρόπου παραγωγής έδι­δαν μόνο χαμηλότοκα δάνεια ή δωρεάν βοήθεια με αποτέλεσμα να στερούνται ένα μέρος από τη συσσώρευση, που μπορούσε να επενδυθεί στο εσωτερικό των χωρών αυτών. Θυμίζουμε τη δανειοδότηση της Αιγύπτου, με 2,5% επιτόκιο για να κατασκευαστεί το φράγμα του Ασουάν, του Βιετνάμ για να διώξει από το έδαφος του τις στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ, της Αιθιοπίας για να κατασκευάσει φράγματα ώστε να εξασφαλίσει νερό για την αντι­μετώπιση της ξηρασίας κ.λπ.

Από τα δάνεια αυτά δεν είχε ουσια­στικά οικονομικό όφελος η Σοβιετική Ένωση και το κυριότερο: ενώ ο ιμπεριαλισμός, ο μονοπωλιακός καπιταλισμός αναπτύσσε­ται με το κυνηγητό των εξοπλισμών, μιας και αυξάνει το ποσοστό κέρδους, η Σοβιετική Ένωση αντίθετα «ζημιωνόταν» οικονομικά γιατί ένα ποσοστό από τη συσσώρευση πήγαινε για εξοπλισμούς και έτσι ουσιαστικά μειωνόταν το ποσοστό που πήγαινε για παραγωγικές επενδύσεις. Δηλαδή ενώ τον καπιταλισμό τον «ζωο­γονεί» ο πόλεμος, αντίθετα τον σοβιετικό τρόπο παραγωγής τον «αδυνάτιζε».

Η Σοβιετική Ένωση έτσι ήταν αντιιμπεριαλιστική, αντικαπιταλιστική, δύναμη που έπαιζε σοβαρό ρόλο στην αντιαποικιακή και αντιιμπεριαλιστική πάλη. Το σοβιετικό καθεστώς ήταν λοιπόν αντιιμπεριαλιστικό – αντιμονοπωλιακό – προοδευ­ τικό. Και αυτό γιατί προήλθε από μια προλεταριακή επανάσταση, αντιπαρατέθηκε στην εισβολή των ιμπεριαλιστών, κατάργησε την ιδιωτική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής – αυτό ήταν η μεγαλύ­τερη κατάκτηση του παγκόσμιου προλεταριάτου, – περιόρισε τη δράση των μονοπωλίων τόσο στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλι­σμού όσο και ευρύτερα. Πάλευε λοιπόν ενάντια στον ιμπεριαλι­σμό και ενίσχυε τους λαούς που αγωνίζονταν για την εξασφάλιση της εθνικής ανεξαρτησίας και της ελευθερίας τους.

Την άποψη αυτή δέχεται και ο ιταλός συγγραφέας Κ. Πρέβε. Να τι γράφει: «Είναι σωστό να δεχτούμε πως ένας σχετικός αντι- ιμπεριαλιστικός διεθνισμός εξακολουθούσε να υπάρχει και τρά­βηξε απ’ τις διεθνείς ταξιαρχίες της Ισπανίας του 1936 ως την αλληλεγγύη στο Βιετνάμ το 1965» (Κ. Πρέβε, «Το ασίγαστο πάθος», σελ. 35, έκδ. Στάχυ). Χαρακτηριστικό για το ρόλο της Σοβιετικής Ένωσης είναι το γεγονός ότι μετά τη διάλυσή της αμφισβητούνται – παίρνονται πίσω όλα τα κεκτημένα της εργατικής τάξης, σε όλες τις χώρες του κόσμου. Κάτι που για πάνω από 70 χρόνια ήταν αδιανόητο. Πέρα απ’ αυτό υπάρχει το πρόβλημα της «ασθενικής» αντίστασης της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων στη βάρβαρη επί­θεση της αστικής τάξης σε βάρος των δικαιωμάτων τους που οφείλεται στο γεγονός ότι δεν υπάρχει Σοβιετική Ένωση που ήταν το στήριγμα των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 δημιουργήθηκαν σοβαρές διαφορές ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας με αρνητικές συνέπειες για την ανάπτυξη όλων των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού. Η Σοβιετική Ένωση ανακάλεσε τους χιλιάδες σοβιετικούς τεχνικούς που δούλευαν στην Κίνα. Οι επιχειρήσεις της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού έχασαν την τεράστια αγορά της Κίνας και αναγκάστηκαν να στραφούν στην αγορά της Δύσης που ήταν δύσκολο να ανταγωνιστούν τα μονοπώλια που δρούσαν στις χώρες αυτές. Η ηγεσία του ΚΚΚ μίλησε για σοσιαλιμπεριαλιστικό  χαρακτή­ρα της Σοβιετικής Ένωσης. Το χαρακτηρισμό αυτό ο Εμβέρ Χότζα τον επέκτεινε στην δεκαετία του ’70 και για την Κίνα. (Εμβέρ Χότζα, «Ιμπεριαλισμός  και επανάσταση», σελ. 32-38 εκδ. Πορεία).

Τι θα μπορούσαμε να πούμε γ ι’ αυτές τις διαφορές; Κατ’ αρχήν δεν ισχύει ο χαρακτηρισμός σοσιαλιμπεριαλισμός. Πρώτος χρησιμοποίησε τον όρο σοσιαλιμπεριαλισμός ο Β. I. Λένιν στα «τετράδια για τον ιμπεριαλισμό». (Β. I. Λένιν, «Άπαντα»τομ. 28 σελ. 509, 563, 578 εκδ. Σύγχρονη Εποχή). Με τον όρο αυτό χαρακτήριζε τους σοσιαλδημοκράτες της 2ας Διεθνούς που αποστάτησαν και υποστήριζαν την ιμπεριαλιστική πολιτική των χωρών τους, ψήφι­ζαν τις στρατιωτικές δαπάνες κλπ. Κατά συνέπεια δεν μπορεί ο ίδιος όρος να χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίζει χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Πέρα απ’ αυτό δεν τεκμηριώνεται σε κανένα στοιχείο ο χαρα­κτηρισμός ως σοσιαλιμπεριαλιστικής της Σοβιετικής Ένωσης και της Κίνας. Η κατοχή του Θιβέτ και η εισβολή της Κίνας το 1979 στο Βιετνάμ είναι ένδειξη και όχι απόδειξη. Ούτε φυσικά είναι σοβαρό να χαρακτηρίζουμε τις διαφορές ιδεολογικές όπως προσπάθησαν να της παρουσιάσουν οι ηγέτες του ΚΚΣΕ και του ΚΚΚ. (Βλέπε π.χ. το βιβλίο της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ με τίτλο «Κριτική των Θεωρητικών Αρχών του Μαοϊσμού», εκδ. Πλανήτης. Βλέπε επίσης ανοιχτή επιστολή με ημερομηνία 30-3-1963 της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ προς τις κομματικές οργανώσεις και προς όλους τους κομμουνι­στές της Σοβ. Ένωσης καθώς και την απάντηση του ΚΚ Κίνας.)

Η μόνη λογική εξήγηση είναι ότι η Σοβιετική Ένωση είχε δια­ μορφωθεί ως σοβιετικός σχηματισμός ως ταξικό σύστημα. Παράλληλα αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα συσσώρευσης πόρων και δεν μπορούσε να βοηθήσει ουσιαστικά την Κίνα που ήταν τεράστια χώρα. Αυτό προκάλεσε τη δυσφορία των κινέζων ηγετών και γι’αυτό προσπάθησαν να παρουσιάσουν τη Σοβιετική Ένωση ως ιμπεριαλιστική χώρα. Αν δεν ήταν έτσι τα πράγματα δεν θα έπαιρναν αυτή την οξύτητα οι διαφορές ώστε να φτάσουν ακόμα και σε συνοριακά επεισόδια.  Στη συνέχεια βέβαια και η Κίνα από το μεταβατικό στάδιο της δικτατορίας του προλεταριά­του πέρασε στο σοβιετικό τρόπο παραγωγής δηλαδή και αυτή πέρασε σε ταξικό σύστημα. Το ταξικό αυτό χαρακτηριστικό της Σοβιετικής Ένωσης και της Κίνας οδήγησε σε οξύτατες συγκρού­σεις στο στρατιωτικό πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο με οδυνη­ρές συνέπειες για την ανάπτυξη όλων των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού

Έτσι το στρατόπεδο του υπαρκτού σοσιαλισμού διευρύνθηκε στο τέλος της δεκαετίας του ’40 και στις αρχές του ’50 με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, του Βιετνάμ και της Βόρειας Κορέας και δημιουργήθηκαν σοβαρές ελπίδες για αλλαγή του παγκόσμιου συσχετισμού δυνάμεων.. Οι ελπίδες όμως αυτές  γρήγορα διαψεύστηκαν με τη δημιουργία των Σινοσοβιετικών διαφο­ρών. Εν πάση περιπτώσει στις πρώτες φάσεις ανάπτυξης των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού είχαμε μια σοβαρή κοινωνικό οικονομική ανάπτυξη π.χ. η ΕΣΣΔ μέσα σε 20 περίπου χρόνια έγινε από καθυστερημένη καπιταλιστική χώρα η δεύτερη στον κόσμο οικονομική δύναμη. Είχε σοβαρή ανάπτυξη στη βαριά βιο­μηχανία, στα πυρηνικά, στο διάστημα, στα οπλικά συστήματα και σ’ όλες τις θετικές επιστήμες. Δεν μπορείς να πας στο διάστημα, χωρίς ανάπτυξη όλων των θετικών επιστημών (μαθηματικά, φυσική, χημεία, ιατρική, ηλεκτρονικούς υπολογιστές κ.λπ.). Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι η κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, οι νέες παραγωγικές σχέσεις, – το πέρασμα της κυριότητας των μέσων παραγωγής στο κράτος -, έκαναν δυνατό το σχεδιασμό που αξιοποιούσε ορθολογικά τους παραγωγικούς πόρους, κατήργησε τις οικονομικές κρίσεις και εξασφάλισε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Η αντιπαράθεση της διευθύνουσας τάξης και της εκτελούσας τάξης οξυνόταν βαθμιαία και έφτασε σε αισθητά επίπεδα στα μέσα της δεκαετίας του ’30. Έτσι εξηγείται η καταπίεση που εμφανίστηκε την περίοδο αυτή για να κάμψει την αντίσταση στην διευθύνουσα τάξη και πήρε μάλιστα και θεωρητική κάλυψη με την διατύπωση της θεωρίας ότι «όσο προχωράει η οικοδόμηση του σοσιαλισμού δυναμώνει η ταξική πάλη».

Μετά το 20ό Συνέδριο του κ κ σ ε το 1956 έγιναν μια σειρά οικονομικές μεταρρυθμίσεις στα πλαίσια του νέου τρόπου παρα­γωγής. Στα πλαίσια αυτά εντάσσεται και η μεταρρύθμιση του 1965 με εμπνευστή τον καθηγητή Γεφσέι Λίμπερμαν που εισήγαγε το κέρδος ως κριτήριο της αποδοτικότητας των επιχειρήσεων. Συνέχεια αποτελούν οι μεταρρυθμίσεις της περεστρόικα το 1985 που είχαν στόχο ν ’ αλλάξουν οι παραγωγικές σχέσεις δηλαδή όσοι κατείχαν τα μέσα παραγωγής να αποκτήσουν και την κυριό­τητα. Αυτό σήμαινε επιστροφή στον καπιταλισμό. Το πρώτο καθήκον σε μια νέα απόπειρα οικοδόμησης του σοσιαλισμού είναι να περάσει η κατοχή των μέσων παραγωγής στην εργατική κολλεκτίβα, την εργατική τάξη. (Λ. Α. Γχρίφεν, Μαρζιξμ ι Σοβρεμένοστ, No 1/95 σελ. 38-46). Αυτή είτε μέσω γενικής συνέλευσης, όταν ο αριθμός των εργαζομένων είναι μικρός, είτε μέσω αιρετού και ανακλητού συμβουλίου θα ασκεί την διαχείριση των μέσων παραγωγής. Ο Β. I. Λένιν το 1923 υποδείκνυε: «Το σύστημα των πολιτισμέ­νων συνεταιριστών όταν υπάρχει κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, και όταν το προλεταριάτο έχει νικήσει ταξικά την αστική τάξη, αυτό ακριβώς και είναι το σύστημα του σοσιαλισμού» (Β. I. Λένιν, «Άπαντα», τόμ. 45 σελ. 373).

Η αντίληψη αυτή διατυπώθηκε για πρώτη φορά από τον Κ. Μαρξ: «Αν το σύνολο των συνεταιρισμένων πρόκειται να ρυθμί­ζει την εθνική παραγωγή με ένα κοινό σχέδιο, παίρνοντάς την έτσι κάτω απ’ την καθοδήγησή του… – τι άλλο θα ήταν αυτό εκτός από κομμουνισμός, από «κατορθωτός» κομμουνισμός;» (Κ. Μαρξ- Φρ. Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, τόμ. 1, σελ. 626, εκδ. Αναγνωστόπουλος). Είναι φανερό λοιπόν ότι οι κλασικοί του Μαρξισμού έβλεπαν τη σοσιαλιστική επιχείρηση να λειτουργεί στη βάση των συνεται­ρισμών.

Κάτι ανάλογο υποδείκνυε και η Ρ. Λούξεμπουργκ το 1918: «Εκλογή σε κάθε εργοστάσιο, ενός εργοστασιακού συμβουλίου που σκοπό θα έχει να ρυθμίζει τις εσωτερικές υποθέσεις… να καθορίζει τις συνθήκες εργασίας, να ελέγχει την παραγωγή και τελικά να αναλάβει τη διεύθυνση της επιχείρησης» (Ρ. Λούξεμπουργκ, « Όλα τα έργα», τομ. Β ‘ σελ. 16, Εκδ. Υδροχόος). Ο Αντ. Γκράμσι απ’ την μεριά του υποδείκνυε: «Θα ενσαρκώ­ νει την προλεταριακή δικτατορία… ένα σύστημα συμβουλίων που θα εκλέγεται στους χώρους εργασίας, θα αρθρώνεται με ευέλικτο τρόπο ώστε να συνδέεται με το προτσές βιομηχανικής και αγροτι­ κής παραγωγής και θα συντονίζεται και θα κλιμακώνεται σε τοπι­ κό και εθνικό επίπεδο…» «Στο συμβούλιο ενσαρκώνεται η τωρι­νή μορφή της ταξικής πάλης που τείνει στην εξουσία… Το συμ­βούλιο είναι ο ιστορικός σχηματισμός της κοινωνίας που προορί­ζεται απ’ την αναγκαιότητα για να κυριαρχήσει στον μηχανισμό της παραγωγής… » (Α. Γκράμσι, «Τα εργοστασιακά Συμβούλια και το Κράτος της Εργατικής Τάξης», σελ. 65, 130 έκδ. Στοχαστής).

Ο Β. I. Λένιν βέβαια θεωρούσε το συνεταιρισμό αστικό, αν «δημιουργεί ένα στρώμα μεριδιούχων που αποτελούν την μειοψηφία του πληθυ­σμού» και αν ο συνεταιρισμός «παρέχει οφέλη (μερίσματα έναντι των μετοχών κλπ.) σε μια ξεχωριστή ομάδα μεριδιούχων» (Β. I. Λένιν «Άπαντα», τόμ. 37, σελ. 471-72, έκδ. Σύγχρονη Εποχή). Κατά συνέπεια οι κλασικοί εννοούσαν συνεταιρισμούς που εξασφάλιζαν ισότητα ανάμεσα στους συνεταιρισμένους. Έτσι είναι φανερό ότι για να περάσει η εξουσία πραγματικά στα χέρια της εργατικής τάξης πρέπει να περάσει με τη μορφή των συνεταιρισμών. Τότε η κατοχή – εξουσίαση των μέσων παρα­γωγής θα ανήκει στους ίδιους τους παραγωγούς που θα εκλέγουν τους διευθυντές, θα τους ανακαλούν οποτεδήποτε και θα τους δίνουν αμοιβές ίσες με το μέσο μισθό του εργάτη. Όταν συμβαίνει αυτό, η κατοχή των μέσων παραγωγής ανήκει στην κολεκτίβα των εργαζομένων και τη διαχείριση την διενερ­γούν μέσω των οργάνων αυτοδιαχείρησης. Άρα και οικονομικό υποκείμενο και αντικείμενο είναι τα ίδια πρόσωπα.

Ο Ουκρανός ερευνητής Λ. Α. Γκρίφεν γράφει: «Οικονομικό υποκείμενο… μπορεί να είναι μόνο η παραγωγική κολεκτίβα και αυτό αποκλεί­ει την δυνατότητα πώλησης απ’ το άτομο της εργατικής του δύνα­μης και κατά συνέπεια την εκμετάλλευση. Μη όντας οικονομικό υποκείμενο το άτομο δεν μπορεί να βγει στην αγορά μ ’ αυτό το ειδικό εμπόρευμα. Και ποιος θα είναι αγοραστής; Δεν μπορεί ο εργάτης που έχει γίνει μέλος της οικονομικά αυτοτελούς παραγω­ γικής κολεκτίβας, ο ίδιος να είναι αγοραστής της εργατικής του δύναμης» (Λ. Α. Γκρίφεν, «Ντιαλέχηκα Ομπστεστβένοβο ραζβίτια», αελ. 92, έκό. Ναουκόβα Ντούμκα, 1994 Κίεβο).

Κάτι ανάλογο έλεγε Ο Κ. Μαρξ στην εποχή του όταν ειρωνευόταν τον Τζων Στιούαρτ Μιλ: «Εξ ίσου καλά θα μπορούσε ο Μιλ να πει πως ο εργάτης που προκαταβάλλει στον εαυτό του όχι μονάχα τα μέσα συντήρησης, μα και τα μέσα εργασίας, στην πραγματικότητα είναι μισθωτός εργάτης του εαυτού του» (Κ. Μαρξ «Κεφάλαιο», τόμ. I, σελ. 533, έκδ. Σύγχρονη Εποχή). Κατά συνέπεια, όταν η παραγωγική κολεκτίβα έχει τη διαχείριση και διορίζει τους διευθυντές και τους ανακαλεί όποτε χρεια­στεί, η εργατική δύναμη δεν είναι εμπόρευμα, ούτε υπάρχει εκμε­τάλλευση. Στο περιοδικό Μαρζίζμι σαβρεμνιόνοστ εκφράστηκε η γνώμη ότι η συλλογική ιδιοκτησία, δηλαδή η συνεταιριστική, «οδήγησε στην καταστροφή πολλές συλλογικές επιχειρήσεις στη σοσιαλι­στική Γιουγκοσλαβία, και δημιούργησε εκατομμύρια άνεργους». (Τεύχος 1-2 / 97, σελ. 48).

Και σε άλλο σημείο γράφει: «Η βαθύτερη αιτία της τάσης πολλών οπαδών του σοσιαλισμού προς την ιδέα της συλλογικής σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας είναι η επιδίωξη να αντικατασταθεί ο σοσιαλισμός με τον καπιταλισμό, μέσω της εισαγωγής στο σοσιαλισμό της οικονομίας της αγοράς» (ό.π., σελ. 52). Κατ’ αρχάς στη Γιουγκοσλαβία υπήρξαν τα αποτελέσματα που αναφέρει το περιοδικό γιατί ουσιαστικά η κυριότητα των μέσων παραγωγής δεν πέρασε στο κράτος και δεν υπήρχε κεντρικός σχεδιασμός. Ουσιαστικά η οικονομία ρυθμιζόταν από την αγορά. Δηλαδή υπήρχε καπιταλισμός, έστω αυτοδιαχειριζόμενος. Κατά συνέπεια η ανεργία, οι κυκλικές κρίσεις ήταν αναπόφευκτες.

Τέλος, ο ισχυρισμός ότι υποστηρίζουμε τη συλλογική ιδιοκτη­σία γιατί δήθεν επιδιώκουμε οικονομία της αγοράς είναι εντελώς  αστείος. Πρέπει να είναι καθαρό ότι αν ο σχεδιασμός κατανέμει τους πόρους και εξασφαλίζει την αναλογική ανάπτυξη, δεν υπάρ­χει πρόβλημα κρίσεων, πτωχεύσεων ή ανεργίας. Και σχεδιασμός μπορεί να εφαρμοστεί μόνο όταν υπάρχει συλλογική κρατική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

1 σχόλιο

  1. Praxis Review Απάντηση

    Το ιστολόγιο, παρά το γεγονός ότι δεν συμμερίζεται το γενικό συμπέρασμα αυτής της μελέτης και την ερμηνεία του “Σοβιετικού Σχηματισμού”, θεωρεί εύστοχη, γόνιμη και χρήσιμη την κριτική της έρευνας του Κ.Κάππου σε πολλά σημεία..

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.