Τα κάγκελα (της Βουλής) παραμένουν

afairethikan-kagkela-mprosta-vouli-350x250

 

γράφει ο Κώστας Λίλας

Τα τελευταία χρόνια έχουν σφραγιστεί σε μεγάλο βαθμό, πέρα από την άγρια επίθεση στα εργατικά δικαιώματα, καί από την ραγδαία κλιμάκωση της καταστολής και του αυταρχισμού. Επιγραμματικά και μόνο, κλιμακώνεται και αποκτά συστηματικό χαρακτήρα η άμεση, ανοιχτή βία των κατασταλτικών μηχανισμών ενάντια σε κάθε κινηματική διαδικασία ενώ ταυτόχρονα οι μηχανισμοί αυτοί αναδιοργανώνονται σε αυτήν την κατεύθυνση και σε ένα βαθμό στρατιωτικοποιούνται με νέες μονάδες, εξοπλισμό κλπ. Αξιοποιείται στο μέγιστο βαθμό το δικαστικό σύστημα για την πρακτική απαγόρευση του δικαιώματος στην απεργία και την ποινικοποίηση της εργατικής συνδικαλιστικής δράσης. Απονομιμοποιείται ιδεολογικά και πρακτικά κάθε μορφή εργατικής συλλογικότητας και αντίστασης στους χώρους δουλειάς με την αποχαλίνωση της εργοδοτικής τρομοκρατίας. Σκληραίνει το νομικό πλαίσιο και εμπλουτίζεται με πλήθος διατάξεων που χρησιμοποιούνται για την παραδειγματική τιμωρία αγωνιστών. Αναβαθμίζεται η φασιστική βία και αξιοποιείται σε βάρος του εργατικού κινήματος και ολόκληρων τμημάτων της εργατικής τάξης, όπως οι μετανάστες.

Οι εξελίξεις αυτές δεν είναι προφανώς ούτε συγκυριακές, ούτε ασύνδετες. Δεν αφορούν μια αόριστη κατάσταση διάχυτης βίας στην κοινωνία επειδή ζούμε σε άγριους καιρούς, ούτε απλά αποτέλεσμα επιλογών των προηγούμενων αστικών κυβερνήσεων. Αποτελούν ή συνοδεύουν μια ποιοτική αλλαγή στον κρατικό αυταρχισμό και αποτελούν την έκφραση μιας βαθύτερης τάσης στο κράτος που συνδέεται άμεσα με την ίδια την καπιταλιστική κρίση και τις συνέπειές της. Γιατί όσο αποσυντίθεται η κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική ηγεμονία της ελληνικής αστικής τάξης, τόσο τείνει να απογυμνώνεται ο σκληρός πυρήνας του κράτους της, δηλαδή η βίαιη επιβολή των συμφερόντων της σε ολόκληρη την κοινωνία. Και είναι μία τάση που τα αποτελέσματά της θα τα ζήσουμε για άγνωστο αλλά σίγουρα μακρύ διάστημα ακόμα, ανεξάρτητα από το αν θα ολοκληρωθεί ποτέ στη συγκρότηση κράτους εκτάκτου ανάγκης ή ανοιχτά φασιστικού-δικτατορικού κράτους.

Η ιδιατερότητα, βέβαια, της εποχής μας είναι ότι η κλιμάκωση του κρατικού αυταρχισμού φαίνεται ασύμμετρη σε σχέση με την κατάσταση του εργατικού κινήματος και των πολιτικών φορέων και ρευμάτων που αναφέρονται σε αυτό ή γενικότερα επιχειρούν να αναπτύξουν επαναστατικό λόγο και δράση. Αν και συχνά επιχειρείται να αξιοποιηθεί πολιτικά η καταστολή ως επιβεβαίωση της πολιτικής επικινδυνότητας ή του πρωτοπόρου ρόλου του τάδε ή δείνα χώρου, τόσο μάλιστα από κόμματα της αριστεράς όσο και πολύ χονδροειδέστερα από τον αντιεξουσιαστικό χώρο, μια τέτοια μέθοδος ερμηνείας οδηγεί σε εξαιρετικά αμήχανες σιωπές όταν στην άκρη του γκλοπ βρεθεί το κεφάλι του πολιτικού «ανταγωνιστή» που καταγγέλαμε χθες κραδαίνοντας τα τραύματά μας. Και ούτως ή άλλως είναι διακριτό και δια γυμνού οφθαλμού ότι η κατάσταση άτακτης πολιτικής και οργανωτικής υποχώρησης του εργατικού κινήματος, που είναι και το βασικό πολιτικό κριτήριο για την κομμουνιστική αριστερά, αποδεικνύει δυστυχώς την απουσία μιας πραγματικής πολιτικής απειλής για το κεφάλαιο.

Στην πραγματικότητα, η κλιμάκωση της κρατικής βίας, όπως και αν αποτυπώνεται στην πράξη, στοχεύει στην μόνη υπαρκτή απειλή, στη δυνατότητα μετασχηματισμού της διάχυτης εργατικής οργής σε μαζική κοινωνική και πολιτική δράση. Έχει δηλαδή προληπτικό, «παιδαγωγικό» χαρακτήρα, επιχειρεί να κλείσει τους δρόμους ριζοσπαστικοποίησης, να «μπαλώσει τις τρύπες» στο καταρρέον πλαίσιο ηγεμονίας που συγκροτούσαν ο ευρωπαϊκός εκσυγχρονισμός, η προοπτική της κοινωνικής ανόδου και ο πολιτισμός της χαζοχαρούμενης αποβλάκωσης τις δεκαετίες 1990-2000. Με αυτήν την έννοια είναι, σε κάθε της έκφραση, βία ταξική, βία προς όφελος αυτών που απολαμβάνουν αυτόν τον κόσμο εναντίον αυτών που καθημερινά τον δημιουργούν.

Αυτά τα δύο ακριβώς στοιχεία, ο συστημικός και ταξικός χαρακτήρας της κλιμάκωσης του κρατικού αυταρχισμού, καθιστούν εξαιρετικά ανεπίκαιρες τις τυμπανοκρουσίες για την «επαναφορά της δημοκρατίας» από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Γιατί αυτά τα δύο στοιχεία υποδεικνύουν ότι αυτή η τάση «εκφασισμού της δημοκρατίας» συνδέεται άρρηκτα και αναπόδραστα με τον ταξικό χαρακτήρα του αστικού κράτους και τον ρόλο που αποκτά εντός της καπιταλιστικής κρίσης και ως εκ τούτου μπορεί να σπάσει μόνο με την μαζική εργατική πάλη ενάντια στο αστικό κράτος και το κεφάλαιο. Αυτό το όριο, του ανέφικτου δηλαδή των «δημοκρατικών τομών» εντός των πλαισίων του αστικού κράτους, ειδικά μάλιστα σε περίοδο κρίσης, είναι που ορίζει και το χαρακτήρα του εκδημοκρατισμού αλά ΣΥΡΙΖΑ. Από την πολιτική της εξ αποστάσεως μαζορέτας στην εξέγερση του Δεκέμβρη, φτάνουμε πλέον στην «ρεαλιστική» αναγνώριση του αναγκαίου κοινωνικού (και αντιτρομοκρατικού) ρόλου της αστυνομίας, στις δηλώσεις ότι το κράτος (το ίδιο, το αστικό κράτος) έχει συνέχεια, στο σχέδιο για τον «αστυνομικό της γειτονιάς» που ήδη εξήγγειλε ο Πανούσης, εν τέλει στη «νέα μεταπολίτευση» αγκαλιά με τα παλιά ΜΑΤ, με τα παλιά στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών εργατών, με όλο το προφανώς όχι και τόσο παλιό ακόμα υλικό των κατασταλτικών μηχανισμών του αστικού κράτους.

Αναγκαία προϋπόθεση ακόμα και για την αναχαίτιση της όξυνσης της κρατικής βίας είναι ακριβώς αυτό που αυτή επιδιώκει να εμποδίσει, δηλαδή η ανεξάρτητη, από το αστικό κράτος, το κεφάλαιο και τα αστικά κόμματα, κοινωνική και πολιτική οργάνωση και δράση της εργατικής τάξης. Οργάνωση και δράση που, στο ζήτημα των δημοκρατικών ελευθεριών, καλείται εκ των πραγμάτων να υπερβεί τα όρια της αστικής αντίληψης και πρακτικής για την δημοκρατία και την ελευθερία και να αντιμετωπίσει την πρόκληση της συγκρότησης νέων ταξικών συλλογικών υποκειμένων διεκδίκησης της διεύθυνσης της παραγωγής και της κοινωνίας, δηλαδή διεκδίκησης της εξουσίας.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.