Το εγχείρημα του «ειρηνικού δρόμου». Όψεις του αριστερού κυβερνητισμού στον 20ό αιώνα

K.Kautsky, E.Bernstein, 1910

 

Το κείμενο του Δ,Μπελαντή είχε δημοσιευτεί σε δύο μέρη στις Θέσεις (2008-2009). Εδώ αναδημοσιεύεται ολόκληρο, με τις σημειώσεις στο τέλος κάθε τμήματος.

 

 

Το εγχείρημα του «ειρηνικού δρόμου». Όψεις του αριστερού κυβερνητισμού στον 20ό αιώνα

 

 

 

του Δημήτρη Μπελαντή

 

 

 

 

Το ζήτημα της συμμετοχής της Αριστεράς στη διακυβέρνηση ή της πλήρους ανάληψης της διακυβέρνησης από αυτήν στο πλαίσιο διαφορετικών στρατηγικών κοινωνικής αλλαγής και κοινωνικού μετασχηματισμού υπήρξε κομβικό ζήτημα στον 20ο αιώνα και καθοριστικό για την ίδια την πολιτική εξέλιξη της ιστορικής μαρξιστικής εκδοχής της. Συνδυάσθηκε, μάλιστα, και με το ζήτημα των πολιτικών συμμαχιών της Αριστεράς, αυτό που στην Ελλάδα ο Ηλίας Ηλιού ονόμαζε το «σταυρικό πρόβλημα» της Αριστεράς. Πριν από τη διάσπαση της Αριστεράς σε Κομουνιστικό Κόμμα (ΚΚ) και Σοσιαλιστικό Κόμμα (ΣΚ), αυτό αφορούσε τη συμμαχία της Β΄ Διεθνούς με τα προοδευτικά αστικά κόμματα. Μετά τη διάσπαση αφορούσε κυρίως τη συνεργασία ΚΚ και ΣΚ και σε δευτερεύοντα βαθμό την συμμαχία και των δυο με τα προοδευτικά αστικά κόμματα (όπως οι Ριζοσπάστες στην Γαλλία του Λαϊκού Μετώπου).

Στην παρούσα μελέτη θα εξετάσουμε κυρίως το πώς η μαρξιστική Αριστερά αντιμετώπισε το ζήτημα της κυβερνητικής εξουσίας στον 20ο αιώνα, αν δηλαδή μπήκε ή όχι στον πειρασμό να τη διαχειριστεί –προ της συνολικής ανατροπής του αστικού κράτους ή ως όχημα για την ανατροπή του– και μάλιστα είτε μόνη της (αυτοτελής αριστερή διακυβέρνηση) είτε μαζί με άλλους (συγκυβέρνηση).

Το ζήτημα του αριστερού κυβερνητισμού και του «δημοκρατικού» ή του «ειρηνικού δρόμου» τίθεται αυστηρά σε σχέση με κόμματα που μιλούν στο όνομα μιας άλλης, διακριτής κοινωνίας μετά τον καπιταλισμό. Δεν αναφέρεται, λοιπόν, σε καμία περίπτωση στη σοσιαλδημοκρατία μετά το Μπαντ Γκόντεσμπεργκ (1959), οπότε ως «σοσιαλισμός» νοείται πια ο «κοινωνικά δίκαιος καπιταλισμός». Δεν αναφέρεται, πολύ περισσότερο, σε κεντρώα κόμματα που αυτοπροσδιορίσθηκαν ως «αριστερά», «σοσιαλιστικά» κλπ. Περιλαμβάνει, όμως, τα ιδιόρρυθμα σοσιαλιστικά κόμματα του Ευρωπαϊκού Νότου στις αρχές του 1980 (ΠΑΣΟΚ, PSF, PSOE), τα οποία, κατά κάποιο τρόπο, ξεκίνησαν αρχικά να εφαρμόσουν μια «ειρηνική μετάβαση».

Κατά τη γνώμη μας, οι κρίσιμες περίοδοι για την ανέλιξη του αριστερού κυβερνητισμού υπήρξαν δυο. Αυτή της σοσιαλδημοκρατίας πριν από το 1914 και η εξέλιξή της στο διάστημα του Μεσοπολέμου. Η στρατηγική αυτή διαπλέκεται εν μέρει – χωρίς όμως καθόλου να ταυτίζεται – και με τη θέση του Γκράμσι περί «πολέμου θέσεων» αλλά και με την εμπειρία του Λαϊκού Μετώπου (1936-1939). Συνυπάρχει δε και αλληλεπιδρά με την επαναστατική πλημμυρίδα του 1917-1930.

Η δεύτερη αφορά κυρίως το πείραμα του Ευρωκομμουνισμού κατά την περίοδο 1968-1980. Και αυτή συνυπάρχει και αλληλεπιδρά με την εξεγερσιακή άνοδο μετά το 1968 –μπορεί να πει κανείς ότι είναι και η θεσμική/ στρεβλή της «διέξοδος». Βρίσκεται δε ο Ευρωκομμουνισμός σε έναν άμεσο διάλογο με την πρώτη εμπειρία (της Πρώιμης Σοσιαλδημοκρατίας), εν πολλοίς την αντιγράφει αλλά όχι μηχανιστικά.

Τα ερωτήματα, λοιπόν, που τίθενται, είναι τα ακόλουθα:

 

-Ποια σχέση υπάρχει μεταξύ της στρατηγικής του κυβερνητισμού/ ειρηνικού δρόμου και στις δυο φάσεις με τη μαρξιστική θεωρία του κράτους; Είναι ο αριστερός κυβερνητισμός απλώς μια παρέκκλιση από την επαναστατική θεωρία του Μαρξ ή εκδηλώνεται ως όψη των αντιφάσεων αυτής της θεωρίας;

Σε ποιες κοινωνικές και πολιτικές διαδικασίες και δυνάμεις θεμελιώθηκε και αναπαράχθηκε ο αριστερός κυβερνητισμός;

Πώς απάντησε στην επαναστατική τάση και πώς αλληλοεπηρεάσθηκε με αυτήν;

 

 

 

 

Πρώτο Μέρος: Η εμπειρία πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο –Από τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία στο Λαϊκό Μέτωπο (1900-1940)

 

 

 

1.Κάουτσκυ 1909: «Ο δρόμος προς την εξουσία» –ή αναμονή και ωρίμανση των συνθηκών.

 

 

 

To πρόβλημα στη Β΄ Διεθνή και ιδίως στο γερμανικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (SPD) τίθεται με δυο διαφορετικούς τρόπους, αρχικά ανοιχτά ανταγωνιστικούς: αυτόν της συμμετοχής των σοσιαλιστών σε αστικές κυβερνήσεις ως μειοψηφίας (στη Γαλλία το πραγματοποιεί ο Μιλεράν στα 1902, στην ουσία το προτείνει και ο Ε. Μπερνστάϊν) και εκείνον της πλήρους και αποκλειστικής ανάληψης της κυβερνητικής εξουσίας με τις εκλογές ως οχήματος για την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας (Κάουτσκυ).

Όπως είναι γνωστό, ήδη από το 1899 ο Έντουαρντ Μπέρνστάιν θέτει ρητώς το πρόβλημα αν έχει ακόμη νόημα να μιλούν οι σοσιαλιστές για κάποια χιλιαστικού τύπου επανάσταση ή αν θα πρέπει να αποδεχτούν την εξελικτική πορεία προς το σοσιαλισμό.1 Η θέση αυτή προϋποθέτει την πορεία του καπιταλισμού κατά τρόπο νομοτελειακό και ουσιαστικά προκαθορισμένο προς μια κοινωνικοποίηση της παραγωγής και της διεύθυνσης της οικονομίας και μείωση της ψαλίδας μεταξύ εργατικής τάξης και κεφαλαίου με την ανάπτυξη και διόγκωση της μικροαστικής τάξης (όπου θα ενταχθεί τμήμα της εργατικής τάξης). Η αποστολή της Β΄ Διεθνούς έγκειται στο να προωθήσει συνειδητά αυτήν την «αυτόματη διαδικασία» μέσω μεταρρυθμίσεων. Η πορεία αυτή έχει αυταξία, ανεξάρτητα από την επίτευξη της σοσιαλιστικής κοινωνίας ως τελικού σκοπού. Ιδίως η σχεδόν καβαφική θέση ότι η διαδικασία και τα μέσα υπερτερούν του σκοπού σκανδάλισε τρομερά την ηγεσία του SPD και της Β΄ Διεθνούς. Ο τελικός σκοπός παύει να έχει μια αυταξία και διαχέεται σε μια μακροχρόνια διαδικασία εξανθρωπισμού και εκκοινωνισμού του καπιταλισμού. Ουσιαστικά, ο σοσιαλισμός είναι πλέον η διαδικασία εξανθρωπισμού του καπιταλισμού και όχι μια διακριτή κοινωνική οργάνωση.

Η συλλογιστική του Μπερνστάιν αποκαλύπτει αυτό που πάρα πολλοί σκέπτονται αλλά κανείς δεν τολμά να εκστομίσει. Πράγματι, σταδιακά το SPD μετατρέπεται στο μεγαλύτερο κόμμα της γερμανικής Βουλής (φτάνει το 34 %), έχει πίσω του έναν τεράστιο συνδικαλιστικό μηχανισμό, είναι ο βασικός φορέας των συλλογικών πολιτικών δικαιωμάτων (απεργία, διαδήλωση, συνεταιρισμός, πολιτική έκφραση) και διαθέτει μέσα πρώιμης αλληλεγγύης και υποστήριξης των εργαζομένων (π.χ. απεργιακά ταμεία) πολλά χρόνια προτού εμφανισθεί το Κράτος Πρόνοιας.2

Όπως διαπιστώνει ο Ένγκελς στον περίφημο πρόλογό του τού 1895 στο έργο του Μαρξ Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία, οι εργάτες έχοντας εγκαταλείψει το δρόμο των οδοφραγμάτων και παλέψει μέσα από την ειρηνική οδό έχουν κατακτήσει πάρα πολλά και η κατάληψη της εξουσίας από αυτούς δεν βρίσκεται μακριά (σημειωτέον ότι το κείμενο αυτό θεωρείται επεξεργασμένο και ενδεχομένως και χαλκευμένο από τον Μπερνστάιν, εκτελεστή της διαθήκης του Ένγκελς). Παρά το ότι η αναφορά στην «επανάσταση» είναι ο νομιμοποιητικός κρίκος με τον Μαρξ και, άρα, δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί ανώδυνα, οι ηγέτες συμφωνούν μεταξύ τους σιωπηλά ότι μια επαναστατική έκρηξη θα οδηγήσει σε διακύβευση όλου αυτού του ειρηνικού μηχανισμού κοινωνικής διαπραγμάτευσης και ισχύος, του πρώτου στο είδος του. Θεωρούν δε τα αποτελέσματα μιας τέτοιας έκρηξης (με δεδομένη και την έκβαση του ρωσικού 1905) απολύτως αβέβαιη και πιθανότατα καταστροφική για τις κατακτήσεις του κινήματος.

Η θέση του Μπερνστάιν καταδικάζεται ως «ρεβιζιονισμός» από τα συνέδρια του SPD στο Αννόβέρο (1899) και στη Δρέσδη (1903). Σε αναλογία προς αυτές τις αποφάσεις του SPD, τα συνέδρια της Σοσιαλιστικής Διεθνούς στο Άμστερνταμ (1904) και την Στουτγάρδη (1907) καταδικάζουν τα πειράματα συμμετοχής σοσιαλιστών Υπουργών σε αστικές κυβερνήσεις (μιλερανισμός).

Ο «δημοκρατικός δρόμος» δεν ξεκινά παραδόξως από τις θέσεις του Μπερνστάιν αλλά από μια εκδοχή των επαναστατών αντιπάλων του.

Η ηγεσία της Β΄ Διεθνούς απαντά δια του Κάουτσκυ τυπικά με τρόπο καταδικαστικό στην πρόταση του Μπερνστάιν κατά την περίοδο 1900-1905: Η σοσιαλιστική στρατηγική εξακολουθεί να περιέχει θεωρητικά το στοιχείο της ρήξης και της αναφοράς στην επανάσταση και να μην είναι μονοσήμαντα γραμμική-εξελικτική. Οι προτάσεις του Μπερνστάιν κρίνονται ως «αναθεωρητικές» (ρεβιζιονιστικές). Αυτή η αρνητική θέση χαρακτηρίζεται ως «ορθόδοξη»3 με την έννοια μιας τυπικής νομιμοφροσύνης προς το μαρξιστικό δόγμα, η οποία δεν επεκτείνει, όμως, την ενότητά της και στην εξειδίκευση της επαναστατικής τακτικής. Στο πλαίσιο αυτής της «ορθοδοξίας», η οποία συσπειρώνει τη μεγάλη πλειοψηφία της σοσιαλδημοκρατίας, διακρίνονται δυο διαφορετικές θέσεις. Η θέση της Λούξεμπουργκ και η θέση του Κάουτσκυ. Και οι δυο υπερασπίζονται απέναντι στον Μπερνστάιν τη μαρξιστική ιδέα της επανάστασης (όπως και όλοι οι κομμουνιστές το 1976-77 διαχωρίζονται από τη σοσιαλδημοκρατία).

Στο πλαίσιο αυτής της μελέτης δεν θα μας απασχολήσει παρά η θέση του Κάουτσκυ, ξεκινώντας από την αντίκρουση του Μπερνστάιν (1900-1902) και φθάνοντας στη συζήτηση για τη μαζική απεργία λίγο πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (ΠΠ). Το έργο αναφοράς του είναι Ο δρόμος προς την εξουσία (The road to power, 19094).

Στο έργο αυτό ολοκληρώνει τη στρατηγική του θέση, την οποία πρωτοπαρουσίασε στο έργο του Η κοινωνική επανάσταση (1902).

H ιδιαίτερη θέση της Λούξεμπουργκ μεταξύ 1904 και 1914 παρουσιάζει αντιφάσεις (καθώς επηρεάζεται έντονα από την θεωρία της κατάρρευσης ή πάντως των ορίων του καπιταλισμού5), σε κάθε περίπτωση,όμως, αναφέρεται σε οξυμμένες αντιθέσεις, οι οποίες ενεργοποιούν την επαναστατική δράση των μαζών. Η υποκειμενικότητα των μαζικών αγώνων αμβλύνει στη Λούξεμπουργκ το στοιχείο του «αναπόφευκτου της επανάστασης» και της πρωτοκαθεδρίας της οργάνωσης και σε κάθε περίπτωση παρεκκλίνει από τον σιδερένιο κανόνα της «ωρίμανσης των συνθηκών».

Στον «επαναστάτη Κάουτσκυ» (πάντοτε προ του 1914, αργότερα οι θέσεις του αλλάζουν σημαντικά) εμφανίζονται δυο φάσεις-στάδια της ανάπτυξης των αγώνων προς την εξουσία. Η πρώτη είναι αυτή της ανάπτυξης μαζικών ειρηνικών αγώνων, συνδικαλιστικών και κοινοβουλευτικών, στο πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας και η δεύτερη είναι εκείνη της επαναστατικής κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας, η μορφή της οποίας (ειρηνική ή βίαιη) κρίνεται από την αντίδραση της άρχουσας τάξης στην κοινοβουλευτική κατάκτηση της κυβέρνησης.6 Στην πρώτη φάση ωριμάζουν οι συνθήκες ύπαρξης του προλεταριάτου χάρη στην καπιταλιστική ανάπτυξη αλλά και την ίδια την οργάνωσή του (κοινωνικοοικονομική άνοδος και συγκέντρωση, πολιτική οργάνωση, εκπαίδευση κλπ.). Ο Κάουτσκυ έχει εμμονή στην ωρίμανση, η έννοια διαπερνά όλο το έργο του. Ο εξελικτικισμός/οικονομισμός της Β΄ Διεθνούς (Κολέτι 1974) οδηγεί στην εκτίμηση ότι μόνο στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες (όπου υπάρχει ψηλό επίπεδο παραγωγικών δυνάμεων) είναι δυνατή η κατάληψη της εξουσίας.

Καθώς οι συνθήκες οφείλουν να ωριμάσουν, ο Κάουτσκυ θεωρεί καταστροφική κάθε πρόωρη και ακραία εκδήλωση επαναστατικότητας, όπως η τρομοκρατία, ο αναρχισμός ή η μπλανκιστική (μειοψηφική) πολιτική βία. Αυτή η πρόωρη βία θα εκθέσει τους εργάτες σε πρόωρη στρατιωτική εμπλοκή, όταν οι συνθήκες δεν θα έχουν ακόμη ωριμάσει και η τάξη δεν θα είναι ακόμη αρκετά ισχυρή. Είναι η αστική τάξη που λόγω έλλειψης αυτοπεποίθησης φοβάται τη νομιμότητα που «την σκοτώνει» (Μαρξ) και μπορεί να λειτουργήσει ως τυχοδιωκτική δύναμη (εδώ η άποψη Κάουτσκυ μοιάζει πολύ με την άποψη Καρίγιο στα 1977).

Επίσης, ο Κάουτσκυ αντιτίθεται σαφώς σε ανόδους του εργατικού ριζοσπαστισμού που είναι μη ελέγξιμες από το κόμμα και τα συνδικάτα και οδηγούν αναπόφευκτα σε πρόωρες ρήξεις με την εξουσία. Αυτό θα φανεί ιδίως στο μαζικό κίνημα για την διεύρυνση του εκλογικού δικαιώματος στην Πρωσία (1910-1911) όπου θα τεθεί το ζήτημα της «μαζικής» ή «γενικής απεργίας» (Massenstreik, Generalstreik). Ο Κάουτσκυ καταδικάζει τότε την τάση προς τη «μαζική απεργία».

Ο Κάουτσκυ πιστεύει στην αναπόφευκτη νίκη της επανάστασης. Μια στρατιωτική ή άλλη νίκη της αντεπανάστασης μπορεί να καθυστερήσει μόνο την επανάσταση και όχι να την ακυρώσει. H επανάσταση, στον Κάουτσκυ, παρουσιάζεται ως μια αντικειμενικότητα, ένα σχεδόν φυσικό γεγονός που γεννιέται από τους νόμους κίνησης της αστικής κοινωνίας, δεν προετοιμάζεται αλλά απλώς γίνεται («Είμαστε ένα επαναστατικό κόμμα αλλά όχι ένα κόμμα που κάνει επαναστάσεις»).

Η άνοδος των δυνάμεων της εργασίας καθιστά δυνατή τη διεξαγωγή μιας πλειοψηφικής εργατικής επανάστασης στις δυτικές κοινωνίες. Αυτό που το 1848 ή το 1873 ήταν εσφαλμένη επαναστατική πρόβλεψη των Μαρξ και Ένγκελς (ότι δηλαδή η επανάσταση θα γίνει από τη συμμαχία εργατών με αγρότες, υπαλλήλους και μικροαστούς) δεν είναι πλέον αναγκαίο, καθώς η εργατική τάξη τείνει να γίνει πλειοψηφική κοινωνικά και πολιτικά μόνη της, αλλά και καθώς οι «σύμμαχοι» έχουν συμβιβασθεί με την αστική δημοκρατία (ΔΠΕ). Πράγματι, στον Κάουτσκυ δεν υπάρχει μια θεωρία κοινωνικών συμμαχιών και ηγεμονίας του προλεταριάτου στο εσωτερικό της συμμαχίας: το πλειοψηφικό προλεταριάτο είναι ο μοναδικός φορέας της επανάστασης (αντίθεση με Καρίγιο7 – εκεί όπου η «ωριμότητα του καπιταλισμού» κατά τον Κάουτσκυ οδηγεί στην προλεταριοποίηση του «έθνους», στον Καρίγιο η ίδια «ωριμότητα» οδηγεί σε πολύμορφα υποκείμενα και δυνάμεις που έχουν αντικειμενικά αντιμονοπωλιακό και αντικαπιταλιστικό συμφέρον, η εργατική τάξη είναι μεν πλειοψηφική αλλά ο δημοκρατικός δρόμος απαιτεί πλέον αυξημένη πλειοψηφία σε μια ετερογενή κοινωνία).

Ο μετασχηματισμός του καπιταλισμού μετά την οικονομική κρίση του 1873 και η άνοδος των μεγάλων εταιρειών και κοντσέρν οδηγεί σε συνδυασμό με την άνοδο των συνδικάτων σε μια διαδικασία συγκεντροποιημένης κοινωνικής διαπραγμάτευσης. Αν αυτή η πλευρά μπορεί να αμβλύνει τον ταξικό ανταγωνισμό, υπάρχει μια άλλη που τον οξύνει. Είναι η γενική αντιδραστικοποίηση της αστικής τάξης, η οποία φτιάχνει εργοδοτικές ενώσεις και καταφεύγει όλο και πιο συχνά στην καταστολή και στην απαγόρευση. Έτσι, τη θέση της φιλελεύθερης – δημοκρατικής ιδεολογίας καταλαμβάνει η ιμπεριαλιστική – μιλιταριστική ιδεολογία. Η άποψη του Κάουτσκυ το 1909 – σε πλήρη αντίθεση προς τον Μπερνστάιν – δεν δέχεται ότι βρισκόμαστε εμπρός στον θαυμαστό καπιταλισμό των μεταρρυθμίσεων. Σαφώς, δηλώνει στο κεφάλαιο περί «όξυνσης των ταξικών ανταγωνισμών», ότι μετά το 1890 οι μεταρρυθμίσεις έχουν ελαττωθεί ριζικά και τα περιθώρια έχουν στενέψει (1890-1907, πτώση των πραγματικών μισθών στη Γερμανία).

Η θέση της «αντιδραστικοποίησης» και της αύξησης της έντασης μεταξύ αστισμού και δημοκρατίας δείχνει και την αντίληψη του Κάουτσκυ για την αστική δημοκρατία. Η αστική δημοκρατία παραμένει αστική όχι εκ των θεσμών της αλλά επειδή η αστική τάξη (στη Γερμανία μαζί με τους φεουδάρχες) κυριαρχεί στο μηχανισμό ηγεμονίας («κοινωνία πολιτών» με γκραμσιανούς όρους, δηλαδή τα πεδία σχηματισμού της ιδεολογίας και της πολιτικής βούλησης και ιδίως ο κοινοβουλευτικός μηχανισμός του κράτους) και τελικά δι’ αυτού στον κρατικό μηχανισμό καταναγκασμού.

Και εδώ, όπως και στον Καρίγιο, έχουμε μια εργαλειακή/ινστρουμενταλιστική θεωρία της πολιτικής κυριαρχίας και του κράτους. Κατά πρώτον, η εξουσία ταυτίζεται με την κυριαρχία στο μηχανισμό ηγεμονίας και όχι με έναν γενικότερο συσχετισμό δύναμης. Κατά δεύτερον, το κράτος είναι ταξικό γιατί είναι εργαλείο,8 αποσπάσιμο από την αστική τάξη και χρησιμοποιήσιμο από την εργατική, ως έχει, χωρίς μείζονες ανατροπές. Η αστική δημοκρατία (και εδώ επαναλαμβάνεται η σύγχυση της δημοκρατίας ως «πολιτικής ελευθερίας με όρια» και της δημοκρατίας ως τύπου κράτους, ως μορφής κυριαρχίας) δεν είναι δομικά ταξική, δεν συνδέεται με την αστική τάξη από τον τρόπο λειτουργίας της, ούτε διακρίνεται από τους αποκλεισμούς της, είναι η δημοκρατία που δεν έχει γίνει ακόμη πλήρης, δηλαδή εργατική (θέση που, ομοίως, θα επαναλάβουν οι ευρωκομμουνιστές).

Παρά το ότι η θέση του Κάουτσκυ στο οικονομικό και ιδεολογικό πεδίο είναι πολύ σύνθετη για τα μέτρα της εποχής του, η θέση του για το κράτος και για την επαναστατική στρατηγική πριν από το 1914 είναι στοιχειώδης, σχεδόν απούσα.9

Παρά την απουσία εξειδίκευσης της στρατηγικής του προλεταριάτου, ο Κάουτσκυ του ΔΠΕ μιλά για μια πραγματική πρόταση επαναστατικής στρατηγικής και όχι για ένα πρόγραμμα φιλολαϊκών μεταρρυθμίσεων αλά Μπερνστάιν. Ο σοσιαλισμός δεν είναι ένα ηθικό ιδεώδες αλλά ένα πρόγραμμα κοινωνικού μετασχηματισμού (εδώ και η ομοιότητα με τη «χρυσή εποχή» του ευρωκομμουνισμού). Η διαφωνία αυτή (πολύ αργότερα, στα 1930, ο Κάουτσκυ θα την ελαχιστοποιήσει λέγοντας ότι «με τον Μπερνστάιν από την αρχή ήμασταν πολύ κοντά») εκφράζεται έντονα και στην καταδικη του γαλλικού αριστερού κυβερνητισμού (περίπτωση Μιλεράν στη Γαλλία).

Μέχρι τη φάση της κατάκτησης της εξουσίας οι σοσιαλιστές οφείλουν, σύμφωνα με τον Κόυτσκυ, να μην συμμετέχουν σε αστικές κυβερνήσεις συνασπισμού. Όπως ωραία το διατυπώνει, το μόνο που συνεισφέρουν οι σοσιαλιστές με τη συμμετοχή τους είναι η «πώληση της πολιτικής τους ισχύος». Όπως η «μη ωρίμανση» των συνθηκών τον ωθεί να αποκρούει τα πρόωρα επαναστατικά παιχνίδια, ομοίως τον ωθεί να αρνείται και τα υπουργικά αλισβερίσια. Στην τελευταία, όμως, περίπτωση η ηθική καταδίκη είναι μη συγκρίσιμη με την πολιτική καταδίκη των «ακροαριστερών». Σε αυτό ο Κάουτσκυ παραμένει θετικά δέσμιος της τότε επαναστατικής ηθικής.

Οι επαναστάτες κατά Κάουτσκυ, όπως ωραία το έχει διατυπώσει ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ, ούτε προετοιμάζουν την επανάσταση, ούτε εξεγείρονται, ούτε συνθηκολογούν. Απλώς περιμένουν.

Σε κάθε περίπτωση, η επαναστατική άνοδος, όταν προκύψει φυσικώ τω τρόπω, θα επικεντρωθεί στην κατάληψη του κυβερνητικού κέντρου εξουσίας, κατ’ αρχήν με εκλογές. Η κατάληψη της κυβέρνησης μετά από μια μακρά περίοδο συσσώρευσης δυνάμεων είναι ο βασικός μοχλός για τον έλεγχο του κράτους, το οποίο ως τότε θεωρείται αστικό. Όπως θα γράψει, απαντώντας στον Α. Πάννεκοκ το 1911: «Η κατάκτηση της εξουσίας παραμένει αυτό που ήταν πάντοτε – η κατάκτηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και η χρήση της για τον έλεγχο της κυβέρνησης».

Σε αυτό το σχήμα, αν και υπονοείται μια περίοδος ρήξεων, η μαζική δράση έχει υποβοηθητικό ρόλο στη δράση του οργανωμένου και συνειδητού σοσιαλιστικού κόμματος αλλά και αυτή ακόμη η δράση υποτάσσεται στη φυσική/δαρβινική νομοτέλεια.

Η στρατηγική του Κάουτσκυ εξειδικεύεται κάπως περισσότερο έναν χρόνο αργότερα (από τον Δρόμο προς την εξουσία, ΔΠΕ) σε ένα άρθρο του στην εφημερίδα Die Neue Zeit.10 Γράφεται κατά την περίοδο της σύγκρουσης με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ στο ζήτημα της «μαζικής απεργίας» και της χρήσης της για την ανατροπή του αστικού κράτους. Ενώ η Ρόζα προκρίνει (επ’ αφορμή του κινήματος για το δικαίωμα ψήφου στην Πρωσία) τη μαζική απεργία ως την πρόσφορη μορφή για το πέρασμα στην επαναστατική περίοδο, ο Κάουτσκυ δίνει προτεραιότητα στην κοινοβουλευτική δράση ως κύρια μορφή της «εξασθένισης» (“Ermattung”) της αστικής εξουσίας. Η «επίθεση» θα έλθει αργότερα, όχι όταν το κίνημα θα είναι απλώς ριζοσπαστικό, αλλά όταν «το κόμμα δεν θα μπορεί πια να το συγκρατήσει»(!). Αξίζει να παραθέσουμε ένα τμήμα του κειμένου, ώστε να αναδειχθεί η ιδιαίτερη λογική του (το μόνο, άλλωστε, το οποίο υπάρχει μεταφρασμένο στα ελληνικά):

 

«Η στρατηγική της φθοράς, όπως άλλωστε κάθε στρατηγική, συναρτάται με ορισμένους όρους, οι οποίοι, μόνο αυτοί, την καθιστούν εφικτή και λυσιτελή. Μωρία θα ήταν να θέλει κανείς να την εφαρμόζει υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, το δε γεγονός ότι χρησιμοποιώντας την έχουμε καταγάγει λαμπρότατες επιτυχίες επί δεκαετίες, δεν σημαίνει αφ’ εαυτού ότι οφείλουμε να μείνουμε προσκολλημένοι σ’ αυτήν. Διαφορετικές συνθήκες μπορεί κάλλιστα να υπαγορεύσουν την εγκατάλειψή της. Στον πόλεμο, η στρατηγική της φθοράς γίνεται ανέφικτη ή αλυσιτελής, οποτεδήποτε αιωρείται ο κίνδυνος να μας αποκόψει ο εχθρός από τη βάση μας ή και να καταλάβει αυτήν την ίδια. Η ανάγκη της αυτοσυντήρησης μας επιβάλλει τότε να τον πατάξουμε πριν προλάβει να το κάμει. Τη στρατηγική της φθοράς θα πρέπει ακόμη να την εγκαταλείψουμε, αν έχει κλονισθεί το ηθικό των δικών μας δυνάμεων, αν επαπειλείται λιποψυχία και λιποταξία, οπότε το στράτευμα μπορεί να ανακτήσει την αγωνιστικότητα και τη συνοχή του μόνο μ’ ένα τολμηρό χτύπημα. Αναπόφευκτα θα πρέπει επίσης να περάσουμε στην επίθεση και να επιχειρήσουμε ένα τέτοιο χτύπημα, αν βρισκόμαστε σε αδιέξοδο και δεν απομένει παρά το δίλημμα μεταξύ κατατρόπωσης του εχθρού και επονείδιστης συνθηκολόγησης. Η υιοθέτηση της στρατηγικής της κατατρόπωσης (“Niederwerfung”) επιβάλλεται, τέλος, αν έχει περιέλθει αφ’ εαυτού ο εχθρός σε δεινή θέση, αν μας παρουσιάζεται η ευκαιρία που μπορούμε να την εκμεταλλευθούμε γοργά και δυναμικά για να του καταφέρουμε ένα ισχυρό, ίσως θανατηφόρο, πλήγμα. Δεν χρειάζεται βέβαια εκτενείς αναλύσεις για να μεταφέρουμε τα προειρημένα από τη σφαίρα των στρατιωτικών πραγμάτων σ’ εκείνη των πολιτικών».11

 

Η πρώτη φάση της ειρηνικής πορείας προσδιορίζεται ως «στρατηγική της εξασθένισης» ή της «φθοράς» (“Ermattungsstrategie”). Το πεδίο της είναι αυτό που σήμερα θα χαρακτηρίζαμε «κοινωνία των πολιτών», όπου διεξάγονται οι μαζικοί αγώνες και το σημείο όπου τελικά εκφράζονται το κοινοβουλευτικό σύστημα. Οι κοινωνικά ανερχόμενες δυνάμεις του προλεταριάτου εξασθενούν με την πίεσή τους την αστική τάξη αλλά και την πολιτική κυριαρχία της, την ειδικά ταξική λειτουργία του κράτους (η οποία νοείται βασικά ως «έλεγχος»).

Η σταδιακή κατίσχυση των σοσιαλιστών οδηγεί στη δεύτερη φάση, την «επαναστατική κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας»,12 την αποφασιστική περίοδο μαχών που συνδέεται στενά και με το μέσο της «μαζικής απεργίας». Η κατάκτηση μπορεί να γίνει είτε ειρηνικά, δια της παραιτήσεως των καπιταλιστών από την εξουσία τους (και εδώ αναλογία με τον δημοκρατικό δρόμο αλά Καρίγιο), είτε με τα μέσα της βίας και του εμφυλίου πολέμου. Η επιλογή της βίας (και μέσα σε αυτήν και της μαζικής ή γενικής απεργίας) θα γίνει μόνο αν ο εχθρός επιλέξει την βία. Στην περίπτωση αυτή, θα έχουμε «μαζική απεργία αμυντική/αντικατασταλτική» και όχι «μαζική απεργία επιθετική/επαναστατική», όπως στη Ρωσία του 1905 (όπου το κράτος δεν είναι δημοκρατικό). Εδώ ο Κάουτσκυ διαχωρίζει τη στρατηγική ανάλογα με την ωριμότητα των κοινωνικών συνθηκών σε Δύση και Ανατολή. Η ειρηνική πορεία είναι μια πορεία όπου η τεράστια μάζα του προλεταριάτου κατακτά θέσεις (αν και όχι μεταρρυθμίσεις, στη Γερμανία τουλάχιστον), αποδυναμώνει τον αντίπαλο και τροποποιεί ριζικά το συσχετισμό δύναμης.

Ο Κάουτσκυ – σε αντίθεση με τον Καρίγιο – δεν τοποθετείται στο αν ο εμφύλιος πόλεμος τελικώς θα αποφευχθεί. Μάλιστα, ορισμένες διατυπώσεις του δείχνουν ότι έχοντας απέναντί του τον μηχανισμό του Κάιζερ νοιώθει έντονη αμφιβολία και επιδεικνύει συγκράτηση στις εκτιμήσεις του:

 

«Αυτό που αμφισβητείται είναι το εάν η τάξη των εκμεταλλευτών, η οποία ελέγχει την κρατική εξουσία, θα επιτρέψει την εξέλιξη αυτών των παραγόντων, ώστε να εγκαταλειφθεί η καπιταλιστική καταπίεση χωρίς να αντισταθεί κάνοντας χρήση όλων των μέσων που τίθενται στη διάθεσή της. Στην περίπτωση αυτή η ήττα της θα είναι δυνατή μόνο με μια αποφασιστική μάχη» (ΔΠΕ, 1ο Κεφάλαιο, μετ. Δ.Μπ.).

 

Αν τελικώς εκραγεί ο εμφύλιος πόλεμος, θα έχουμε αναγκαστικά μια στρατηγική «υποταγής» (“Niederwerfungsstrategie”), ένα ποιος-ποιον. Αυτή η διαδοχή στρατηγικών προετοιμάζει ήδη τη γνωστή διάκριση «πόλεμος θέσεων»-«πόλεμος κινήσεων» του Α. Γκράμσι. Αν η σύγκρουση δεν ξεσπάσει «άκαιρα», η εργατική τάξη θα νικήσει οπωσδήποτε, αφού θα έχει ήδη αποδυναμώσει την ισχύ της αστικής τάξης χάρη στην ωριμότητα των κοινωνικών σχέσεων, στην αύξηση των ποσοτικών της δυνάμεων και στην παράλυση των αστικών θεσμών. Ο εχθρός θα δώσει μια εκ των προτέρων χαμένη μάχη. Η βία είναι αναγκαίο αλλά περιορίσιμο κακό.

Όπως καταλήγει ο Κάουτσκυ, όσο περισσότερο διαρκέσει η «φθορά», τόσο πιθανότερο είναι ή ο εχθρός να αποσυρθεί αναίμακτα ή το κόστος της βίας να είναι πολύ μικρό. Σε κάθε περίπτωση, ο «πόλεμος κινήσεων», αν και ενδεχόμενος, απωθείται και δεν εξειδικεύεται αναλυτικά ούτε περιγράφεται (ιδίως το στοιχείο της «δυαδικής εξουσίας» δεν υφίσταται στον Κάουτσκυ). 

Ο Κάουτσκυ (20 χρόνια πριν από τον Γκράμσι) εισάγει τη γνωστή τοπολογία του πολιορκούμενου φρουρίου, που θα στοιχειώσει το Μαρξισμό όλου του 20ου αιώνα. Η στρατηγική της φθοράς δίδεται στο πεδίο της «κοινωνίας των πολιτών», όπου τα πολυβολεία και οι σκοπιές γύρω από το οχυρό εκκαθαρίζονται, ο ανεφοδιασμός του διακόπτεται κλπ. Όπου το σύστημα οχυρωματικών έργων καταστρέφεται, η σύνδεση του φρουρίου με το στρατό του εχθρού παρεμποδίζεται κλπ.13 Ο πόλεμος κινήσεων μπορεί πια να διεξαχθεί άφοβα, αφού ο εχθρός ή θα υψώσει λευκή σημαία ή θα πολεμήσει για την «τιμή των όπλων». Ήδη του έχουν δεθεί τα χέρια μέσα από την πολιορκία και τη φθορά.

Οι θέσεις αυτές αξιολογούνται στρατηγικά ως η «Αριστερά» της Β΄ Διεθνούς, ενώ η διαμάχη του με τους Λούξεμπουργκ και Πάννεκοκ κατανοούνται ως μια τακτική «ενδοαριστερή» διαμάχη. Μόνο η Ρόζα Λούξεμπουργκ – και εν μέρει ο Πάνεκοκ – διαγιγνώσκει προ του 1914 τον εκλογικίστικο και μη ρηκτικό χαρακτήρα αυτής της στρατηγικής και τη βαθύτερη γειτνίαση του «καουτσκικού Κέντρου» με την «Δεξιά» του SPD.

Η θέση της αποφυγής ή της ελαχιστοποίησης του πολέμου κινήσεων σημαίνει, α) μια σχεδόν μαγική υπερτίμηση των δυνάμεων του κινήματος, β) μια υπερτίμηση των διεθνών του δεσμών που τέσσερα χρόνια αργότερα θα καταρρεύσουν, γ) μια υποτίμηση των δυνάμεων του αντιπάλου στην «κοινωνία των πολιτών» και της συνοχής τους –η αστική Γερμανία νοείται ως υπεραντιδραστική και επί ξύλου κρεμάμενη, δ) μια υποτίμηση της ενότητας της κρατικής εξουσίας και της υλικότητας του κρατικού μηχανισμού, απότοκη της εργαλειακής λογικής, ε) μια απόλυτα θετική αποτίμηση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ως «μέσου» για τον σοσιαλισμό, στ) την υποτίμηση της ισχύος του κρατικού μηχανισμού καταναγκασμού, με εξέχουσα σημασία ιδίως στη βιλελμινική Γερμανία. Έτσι, γίνεται δεκτό ότι η κατάκτηση της κυβέρνησης είναι ένας τομέας ευχερώς αποσπάσιμος από το αστικό κράτος και όχι ένας τομέας που μπορεί να απενεργοποιηθεί με τη μεταφορά όλης της εξουσίας στον εκτελεστικό/διοικητικό μηχανισμό.

Όπως πολύ σωστά επισημαίνει στην κριτική του ο Λένιν (και πριν από αυτόν ήδη από τα 1912 ο Άντον Πάνεκοκ), η θέση του Κάουτσκυ δεν πρέπει να κριθεί κατά κύριο λόγο πάνω στο ειρηνικό ή στο βίαιο της κατάκτησης πολιτικής εξουσίας14 αλλά στο τι κάνει η εργατική τάξη με το κράτος που κατακτά. Όπως ο Κάουτσκυ δεν έχει δομική θεωρία για το κράτος, δέχεται αυτονόητα ότι η μεταβολή εξουσίας είναι βασικά μια μεταβολή διακυβέρνησης του ίδιου κρατικού μηχανισμού (βεβαίως εκδημοκρατιζόμενου, υποκείμενου στο κοινοβούλιο και όχι απολύτως στεγανού κλπ.).

Ακόμη και στα γραπτά του για τη «μαζική απεργία» μιλά για μεταβολή κυβέρνησης και όχι για ανατροπή κρατικού μηχανισμού, αποδίδοντας την «ανατροπή» στους αναρχικούς. Αντιθέτως, η θέση του Λένιν και της σοσιαλιστικής άκρας αριστεράς μετά το 1914 – που επαναλαμβάνει τη θέση του Μαρξ για την Κομμούνα στον Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία – είναι αυτή της συντριβής του αστικού κρατικού μηχανισμού, της πλήρους ανατροπής και επαναστατικοποίησής του και της δημιουργίας ενός κράτους νέου τύπου και νέας σχέσης με τις μάζες (δικτατορία του προλεταριάτου). Η στρατηγική αυτή προϋποθέτει μια μη γραμμική, μη καουτσική, κατανόηση της «αποφασιστικής περιόδου», μια στρατηγική δυαδικοποίησης της εξουσίας.

Στη θέση του Λένιν για τη «συντριβή» ενσωματώνεται η άρνηση δομικών στοιχείων του αστικού κράτους (περιλαμβανόμενης και της αστικής κοινοβουλευτικής/ αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας) όπως, α) η μη υπαγωγή του στον άμεσο λαϊκό έλεγχο, β) το γραφειοκρατικό μυστικό, γ) η απόσπαση από τις ανάγκες των μαζών, δ) η αναπαραγωγή του αστικού καταμερισμού εργασίας, ιδίως η σχέση διεύθυνσης/ εκτέλεσης. Η κριτική αυτή του Λένιν θα εμπλουτισθεί από ορισμένες τάσεις της Πολιτιστικής Επανάστασης στην Κίνα και τον απόηχό τους στη Δύση, αλλά και από δημιουργικά τροτσκιστικά ή και συμβουλιακά ρεύματα.

Είναι ενδεικτικό ότι ο Κάουτσκυ υπερασπίζεται με έμφαση το δοσμένο διοικητικό μηχανισμό της παραγωγής και του κράτους (τη βεμπεριανή «ορθολογικότητα»), την οποία θέλει να υπαγάγει σε ένα κοινοβούλιο των εργατών. Απαντώντας στο κείμενο του Πάνεκοκ15 επιμένει στον «πρωτόγονο» χαρακτήρα μιας αντιτεχνοκρατικής και αυτοδιευθυντικής κατεύθυνσης. Η σοσιαλιστική κοινωνία του Κάουτσκυ θα χτιστεί πάνω στα ορθολογικά επιτεύγματα και τον τρόπο διακυβέρνησης της αστικής κοινωνίας και πολιτικής. Η πολιτική αυτή δέχεται τον υφιστάμενο κοινωνικό καταμερισμό εργασίας στην παραγωγή, στη διοίκηση και στην πολιτική, την κάστα των «ειδικών» και των γραφειοκρατών.

Η άρνηση καταστροφής του αστικού κρατικού μηχανισμού και διαμόρφωσης μιας δυαδικής εξουσίας και η γραμμική-εξελικτική θεωρία της επανάστασης συνδυάζεται και με την πλήρη αγνόηση του ζητήματος της «επαναστατικής κατάστασης» και της «επαναστατικής κρίσης», των συγκυριών δηλαδή όπου ολοκληρώνεται και εκδηλώνεται στην οξύτερη μορφή του το επαναστατικό φαινόμενο.

Η θεωρία της «επαναστατικής κατάστασης» υπάρχει σπερματικά στα πολιτικά γραπτά του Μαρξ (π.χ. Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία) αλλά διατυπώνεται με σαφήνεια από τον Λένιν στο έργο του Χρεωκοπία της Δεύτερης Διεθνούς. Ουσιαστικά, γίνεται δεκτό ότι σε μια συγκυρία της πάλης των τάξεων μπορούν να συγχωνευθούν τέτοιου τύπου αντιφάσεις, οι οποίες να οδηγούν σε μια εθνική κρίση και να επιτάσσουν ριζικές αλλαγές του τρόπου ηγεμονίας και διακυβέρνησης («επαναστατική κατάσταση»).

Η επαναστατική κατάσταση προκύπτει όταν, α) οι άρχουσες τάξεις δεν μπορούν πλέον να κυβερνούν με τον ως τώρα τρόπο, β) οι κυριαρχούμενες τάξεις δεν θέλουν να κυβερνώνται με τον ίδιο τρόπο (σε συνδυασμό συνήθως και με μια σημαντική επιδείνωση των όρων ύπαρξής τους), γ) υπάρχει μια έντονη υποβάθμιση των υλικών όρων ζωής των λαϊκών τάξεων και ιδίως της εργατικής τάξης (και άνοιγμα της ψαλίδας με τις κυρίαρχες τάξεις)και δ) παρατηρείται άνοδος των κοινωνικών αγώνων και πέρασμα σε ποιοτικά ανώτερες μορφές πάλης. Η επαναστατική κατάσταση είναι το έδαφος όπου μπορεί να αναπτυχθεί η τάση προς την επαναστατική κρίση, μια περαιτέρω βαθμίδα όπου αναπτύσσονται ως διέξοδος από την κρίση μορφές και όργανα αντιεξουσίας των κυριαρχούμενων τάξεων και οξύνεται η δυαδικοποίηση της εξουσίας. Η μετάβαση από την επαναστατική κατάσταση στην επαναστατική κρίση και τέλος στην κατάληψη της εξουσίας είναι σε σημαντικό βαθμό αποτέλεσμα της συνειδητής παρέμβασης ενός επαναστατικού κόμματος και σε καμία περίπτωση μια φυσική-αντικειμενική κατάσταση.16 

Οι θέσεις του Κάουτσκυ που παρουσιάσαμε (χονδρικά από το 1900 ως το 1914) είναι ο πυρήνας των θέσεων του Καρίγιο μετά από μια ιστορική απομάκρυνση εβδομήντα ετών. Στηρίζονται και αυτές στην άποψη για το κράτος/αντικείμενο ή εργαλείο που θα «χρησιμοποιηθεί διαφορετικά» και όχι στη θέση για το κράτος υποκείμενο/διαιτητή που στέκεται βοναπαρτικά πάνω από τις τάξεις (θέση του Μπερνστάιν και της μεταγενέστερης σοσιαλδημοκρατίας). Πλην όμως, η θέση περί της ενσωμάτωσης υψηλών παραγωγικών δυνάμεων και αρχών κοινωνικοποίησης της παραγωγής στο σύγχρονο αστικό κράτος δείχνει μια ισχυρή τάση θεώρησης μεγάλου μέρους αυτού του κράτους (και μάλιστα στη γερμανική του μορφή της τεχνικής «ακρίβειας» και της παραγωγικότητας) ως προπομπού του σοσιαλισμού. Η θέση αυτή συνδέει τον οικονομισμό της Β΄ και της Γ΄ Διεθνούς και προετοιμάζει τη μεταγενέστερη θέση των ΚΚ περί κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού.

Αξίζει ακόμη να αναφερθεί ότι ήδη πριν από τον πόλεμο ο Κάουτσκυ αρχίζει να μετατοπίζεται από τον Δρόμο προς την Εξουσία, και κάνει στρατηγικά ανοίγματα προς τη «Δεξιά» του SPD17 (η οποία απαρτίζεται πια από τρία τμήματα, τους παλιούς νεοκαντιανούς «μπερνσταϊνικούς – ρεβιζιονιστές», την «ακροδεξιά – σοσιαλιμπεριαλιστική» τάση των Έμπερτ και Σάιντεμαν που τάσσεται φανατικά υπέρ της στήριξης της «εθνικής άμυνας» και της αποικιακής πολιτικής της Γερμανίας και τέλος σταδιακά από το «δεξιό Κέντρο», που περιλαμβάνει την ιστορική ηγεσία γύρω από τον Άουγκουστ Μπέμπελ).

Κατά την περίοδο μετά τη σύγκρουση Συντηρητικών και Φιλελευθέρων (ιδίως για το ζήτημα της φορολογικής πολιτικής και της φορολόγησης της μεγάλης έγγειας ιδιοκτησίας) στα 1909-1910, «σπάει» το παλιό εθνικό μπλοκ (των κυβερνήσεων Μπίλοβ) και δημιουργείται η δυνατότητα συμμαχιών του SPD με τα φιλελεύθερα αστικά κόμματα (Την «Ένωση Χάνζα» των «Προοδευτικών» και τους Εθνικοφιλελεύθερους). Μάλιστα, στις εκλογές του 1912 το SPD πραγματοποιεί για πρώτη φορά εκλογικό μέτωπο με τα παραπάνω κόμματα (με άδοξη τελικά έκβαση, αφού τα κόμματα αυτά ενισχύονται εκλογικά με τις πλάτες των σοσιαλιστών και μετά στρέφονται και πάλι στους Συντηρητικούς). Ο Κάουτσκυ επικροτεί την κοινοβουλευτική συνεργασία SPD και Φιλελευθέρων (χωρίς να φτάνει στο σημείο να προτείνει κοινή κυβέρνηση, η οποία ήταν, άλλωστε, αδύνατη, λόγω του εκλογικού συστήματος) και την θεμελιώνει θεωρητικά στην άνοδο της «Νέας Μεσαίας Τάξης», ως κοινωνικής βάσης των Αριστερών Φιλελεύθερων (η «Νέα Μεσαία Τάξη» αφορά τους μη προλετάριους μισθωτούς και τα ελεύθερα ακαδημαϊκά επαγγέλματα, ταυτίζεται περίπου με τη μεταγενέστερη έννοια της «νέας μικροαστικής τάξης»).18

Η θέση αυτή εγκαταλείπει το παλιό «μονοπώλιο της εργατικής τάξης» ως δύναμης αλλαγής (όπως εκφραζόταν στον ΔΠΕ) και ανοίγει τη συζήτηση για κοινωνικές/πολιτικές συμμαχίες και «ενδιάμεσες» κοινοβουλευτικές και κυβερνητικές συνεργασίες με τα αστικά κόμματα. Μεταβαίνουμε δηλαδή από έναν «μονιστικό» κυβερνητισμό σε μια πολιτική κυβερνητικών συμμαχιών. Η στροφή αυτή, όμως, παραμένει μια ευχή, δεν μπορεί να ολοκληρωθεί εντός της βιλελμινικής Γερμανίας: η αντιδραστικότητα του μοναρχικού μηχανισμού, η ισχύς των Γιούνκερς, η τάση αντιαριστερής ενότητας των αστικών κομμάτων και ο αποκλεισμός του SPD από το οιονεί συνταγματικό φάσμα καθιστά την νίκη της «Κεντροδεξιάς» του SPD άνευ αντικειμένου, το κόμμα δεν μπορεί να γίνει κυβερνητική δύναμη, αν και φτάνει το 1912 (τελευταίες εκλογές πριν από τον πόλεμο) στο μέγιστο κοινοβουλευτικό ποσοστό του: 33%. Η διατήρηση της «ορθόδοξης» αναφοράς, της λεγόμενης «σύνθεσης της Ερφούρτης» (πάμε μόνοι μας προς την εξουσία, αν χρειαστεί, θα κάνουμε και βίαιη επανάσταση μέσω της μαζικής απεργίας) είναι η αναγκαία συνέπεια αυτής της «απομόνωσης» του SPD και της αίσθησης «οροφής με στασιμότητα» που κυριαρχεί στα 1912-1913 στην βάση αλλά και στην ηγεσία του κόμματος. Είναι επίσης αποτέλεσμα της διαρκούς πίεσης της «Αριστεράς» του κόμματος στην κοινοβουλευτική τακτική και της ισχυρής τάσης για «άγριους εργατικούς αγώνες» στα 1912-1913. Η «ορθοδοξία» του «Κέντρου» του SPD και η ιδεολογική ηγεμονία της ως το 1914 είναι στην ουσία ένας ισορροπημένος και καλυμμένος ρεφορμισμός με επαναστατικά αντερείσματα.

Το βάθεμα του κυβερνητισμού για το SPD θα περάσει μέσα από τη διάσπασή του στα 1916-1920, την εμπειρία του ιμπεριαλιστικού πολέμου και της επανάστασης του 1918.

 

 

2.Οι Κάουσκυ και Χίλφερντινγκ στη Βαϊμάρη: Το SPD ως κυβερνητικό/ μεταρρυθμιστικό κόμμα χωρίς μεταρρυθμιστικό σχέδιο

 

 

 

H εμπειρία της ιμπεριαλιστικής αλληλοσφαγής του 1914-1918 τοποθετεί τον Κάουτσκυ στα αριστερά του επίσημου «σοσιαλιμπεριαλιστικού» SPD, καθώς εμφορείται από θέσεις ειρηνισμού και διεθνούς συμβατικής επίλυσης των αντιθέσεων (σύμφωνα και με τη θεωρία του «Υπεριμπεριαλισμού», την οποία στο μεταξύ ανέπτυξε). Ως εκ τούτου μετέχει στα αντιπολεμικά συνέδρια του Κίνταλ και του Τσίμμερβαλντ και στο αποσχισθέν «Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (USPD). Όμως, στο επίπεδο των στρατηγικών και προγραμματικών θέσεων ο Κάουτσκυ μετά το 1918 μετατοπίζεται προς πιο μεταρρυθμιστικές και «κυβερνητικές» θέσεις (η Δεξιά του USPD θα ξαναγυρίσει στο SPD μετά το 1920-1921 και την ήττα της στο Συνέδριο της Χάλλε). Αυτή η μετατόπιση εκφράζει την αντίδρασή του σε δυο αλληλοσχετιζόμενα γεγονότα, τη Γερμανική Επανάσταση του 1918-1923 και τη Ρώσικη Επανάσταση του 1917. Αυτά τα δυο γεγονότα πολώνουν απολύτως την Αριστερά της Ευρώπης σε επαναστατική και μεταρρυθμιστική πτέρυγα.

Ο Κάουτσκυ της περιόδου 1918-1920 δεν ταυτίζεται με την κυβερνητική εμπειρία των «σοσιαλιμπεριαλιστών» Έμπερτ, Νόσκε και Σάιντεμανν. Επικρίνει την ταύτισή τους με τον στρατό και τα αντιδραστικά στοιχεία του καϊζερικού κράτους και την απόλυτη υιοθέτηση από τη μεριά τους της κρατικής καταστολής σε βάρος της επαναστατικής πτέρυγας.

Πλην όμως, διαφωνεί και με τον «Σπάρτακο» και το υπό διαμόρφωση Κ.Κ. Γερμανίας (KPD) και αντιτίθεται στη συγχώνευση KPD-USPD. Η βασική του διαφοροποίηση εκφράζεται και πάλι με ένα ντετερμινιστικό-ιστορικιστικό επιχείρημα σύμφυτο με τη θεωρία της «ωρίμανσης των συνθηκών και των παραγωγικών δυνάμεων». Βάσει της θέσης του τού 1909, θα έπρεπε να δεχθεί ως «ανοιχτό» το ενδεχόμενο μετά από μια περίοδο κρίσης και «σαπίσματος του μονοπωλιακού καπιταλισμού» να ανοίξει ο δρόμος της εργατικής τάξης προς την πολιτική εξουσία και, εφόσον ο παλιός αντιδραστικός μηχανισμός δεν θα επέτρεπε την εκλογική νίκη της Αριστεράς, να αποδεχθεί την υιοθέτηση της Niederwerfungstrategie. Οι μάζες φαίνονταν να έχουν φτάσει εκεί όπου το κόμμα δεν μπορεί πια να τις αναχαιτίσει και, άρα, οφείλει να τις οργανώσει.

Όμως, ο Κάουτσκυ αποφεύγει και πάλι την ακραία λύση με ένα αντίστροφο επιχείρημα. Επειδή ο καπιταλισμός έχει επιφέρει μια ευρεία κοινωνική διάλυση, δεν είναι ώριμη η μετεξέλιξη της δημοκρατικής επανάστασης σε σοσιαλιστική και, άρα, τα εργατικά συμβούλια σε μια σχέση συνεργασίας και αντίθεσης προς το SPD πρέπει να βαθύνουν τη δημοκρατία και να αποδυναμώσουν τον παλιό αντιδραστικό κρατικό μηχανισμό. Είναι ενδιαφέρον ότι (όπως και στην περίοδο της πρωσικής γενικής απεργίας το 1911-1912) ο Κάουτσκυ προκρίνει πάλι (σε μια περίοδο πρόσφορη για την υιοθέτηση μορφών της Niederwerfungstrategie) μια νέα μορφή Ermattungsstrategie. Σκιαγραφεί, λόγω της ασταθούς κοινωνικής ισορροπίας και των συνθηκών «κατάρρευσης» της Γερμανίας, ένα αυτοτελές «δημοκρατικό στάδιο», το οποίο προηγείται της σοσιαλιστικής φάσης. Και αυτό παρά το γεγονός ότι θεωρεί ότι τώρα (το 1918-19) η επανάσταση έχει αυτοδίκαια και εργατικό-σοσιαλιστικό χαρακτήρα και όχι μόνο αστικοδημοκρατικό (κατάργηση μοναρχίας, συντακτική συνέλευση κλπ.).

Συμπληρωματικά, ο Κάουτσκυ προτείνει μια συνθήκη «καταστροφικής ισορροπίας». Εφ όσον υπάρχουν η αντίδραση, η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση και τα συμβούλια, τα τελευταία πρέπει να αποφύγουν να ανατρέψουν «βιαστικά» τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση. Ο Κάουτσκυ αμφισβητεί (και ορισμένες όψεις της πραγματικότητας τον επιβεβαίωσαν, αλλά αυτό δεν δικαιώνει αναδρομικά τη θέση του, αφού και αυτή ήταν μέρος του προβλήματος) ότι το επαναστατικό κίνημα έχει τη δύναμη να ανατρέψει κυβέρνηση και αντίδραση μαζί. Αν τα συμβούλια δεν υποχωρήσουν, τρεις είναι οι πιθανότητες: Ή θα υπερισχύσει μέσα στον κερματισμό η αντίδραση, ή η «δημοκρατική» κυβέρνηση μαζί με την αντίδραση θα καταπνίξουν τα συμβούλια, ή τα συμβούλια (το λιγότερο πιθανό) θα νικήσουν με έναν τρόπο πραξικοπηματικό και ουσιαστικά μπλανκιστικό (του τύπου Ρωσίας ή Ουγγαρίας19), πράγμα, επίσης, μη επιθυμητό.

Εκεί όπου μέχρι το 1914 ο Κάουτσκυ βασικά θεωρεί ως καθοριστικό παράγοντα την οικονομική και παιδαγωγική-πολιτική ωρίμανση του προλεταριάτου και μειώνει τον ρόλο των κοινωνικών συμμαχιών, τώρα υιοθετεί ένα σχήμα «ανάποδης ωρίμανσης» που οδηγεί και πάλι στο «πρόωρο»: Μέσα από τον πόλεμο και την κοινωνική κατάρρευση η εργατική τάξη φτάνει στη σοσιαλιστική επανάσταση με τρόπο στρεβλό. Φτάνει μόνη της και χωρίς κοινωνικές συμμαχίες με τις άλλες κυριαρχούμενες τάξεις (μικροαστοί και αγρότες, νέα μεσαία τάξη) με αποτέλεσμα να μην υπάρχει υποβαστάζουσα τάξη για την εργατική όπως ήταν οι λαϊκές τάξεις για την αστική το 1789.20 Έτσι, μια μάχη ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη χωρίς τον «ενδιαφερόμενο τρίτο» (τον οποίο ο παλαιότερος Κάουτσκυ αγνοεί πλήρως) θα καταλήξει σε συντριβή της εργατικής και σε καθυστέρηση και αυτής της δημοκρατικής επανάστασης.

Σε κάθε περίπτωση, ο Κάουτσκυ θέτει ως όριο για τη γερμανική επανάσταση την προτεραιότητα ανοικοδόμησης και διεύρυνσης των αστικοδημοκρατικών θεσμών και την υποστήριξη του δημοκρατικού Συντάγματος της Βαϊμάρης, το οποίο επιβουλεύονται αριστεροί και δεξιοί πραξικοπηματιστές (τη θέση του Κάουτσκυ υποστηρίζουν και άλλοι αριστεροί και κεντροαριστεροί διανοούμενοι της εποχής με προεξάρχοντα τον Μαξ Βέμπερ). Τα συμβούλια που συγκροτήθηκαν οφείλουν να διατηρηθούν ως στοιχείο υποτασσόμενο στη θεσμική δομή του Συντάγματος της Βαϊμάρης (και περιεχόμενο σε αυτήν) και όχι ως στοιχείο ανταγωνιστικής δυαδικής εξουσίας. Είναι αυτό το στοιχείο που θα φυλάξει κοινωνικά και πολιτιστικά ως «παρακαταθήκη» τη μεταγενέστερη φάση σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.

Το σχήμα του «μπλανκισμού»21 και της «βιαστικής/ανώριμης επανάστασης» είναι γενικότερα εκείνο με το οποίο ο Κάουτσκυ εγκαταλείπει μετά το 1918 την προβληματική της επανάστασης (η οποία ήταν ούτως ή άλλως αφυδατωμένη στη θεωρία του, όπως ήδη υποστηρίξαμε). Πριν από την κριτική στη γερμανική επανάσταση, έχει ασκήσει στα 1918 οξεία κριτική στην επανάσταση των Μπολσεβίκων στο έργο του Η δικτατορία του προλεταριάτου..22

Στο έργο του αυτό ο Κάουτσκυ αναπτύσσει τη σκέψη ότι η έννοια της «δικτατορίας του προλεταριάτου» στον Μαρξ αντιστοιχεί στην έννοια της ταξικής κυριαρχίας του προλεταριάτου. Η δικτατορία του προλεταριάτου νοείται ως η συνέχεια προς τα αριστερά της αστικής δημοκρατίας και δεν έχει καμία σχέση με την επαναστατική βία και ιδίως με την «κόκκινη τρομοκρατία». Οι Μπολσεβίκοι δεν είναι «συνεπείς μαρξιστές». Η «τρομοκρατία» δεν είναι το φυσικό προϊόν της όξυνσης της ταξικής πάλης αλλά της βιασύνης των Μπολσεβίκων και της επιβολής της εξουσίας τους με μειοψηφικό επαναστατικό τρόπο, χωρίς να έχουν τη συναίνεση της εργατικής τάξης και της μεγάλης πλειοψηφίας του ρώσικου λαού. Στο σημείο αυτό, ο Κάουτσκυ παρουσιάζει έντονες αντιφάσεις αφού από τη μια κατηγορεί τους Μπολσεβίκους ότι δεν εκφράζουν την λαϊκή πλειοψηφία, ενώ από την άλλη (βάσει της παλιάς γραμμής του για την αντιδραστικότητα των αγροτών) τους μέμφεται ότι παραχώρησαν μικρό κλήρο στους αγρότες και δεν προχώρησαν στην κολλεκτιβοποίηση της γης.

Σε κάθε περίπτωση, ο Κάουτσκυ διαχωρίζει τη μαρξιστική δικτατορία του προλεταριάτου από την «μπλανκιστική» δικτατορία των Μπολσεβίκων. Η επανάσταση έγινε στη Ρωσία πρόωρα, χωρίς να έχει συγκροτηθεί μια πλειοψηφική εργατική τάξη και μια αντίστοιχη κοινωνική πόλωση (λόγω της μη ολοκλήρωσης της μονοπωλιακής καπιταλιστικής ανάπτυξης), αλλά και λόγω της μη κατάκτησης ούτε καν της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης από τους Μπολσεβίκους.

Είναι προφανές ότι ο Κάουτσκυ – σε πλήρη αντίθεση με τις «Θέσεις του Απρίλη» και το Κράτος και Επανάσταση του Λένιν – προκρίνει την κυριαρχία της αστικοδημοκρατικής εξέλιξης στη Ρωσία, ωσότου «ωριμάσουν οι συνθήκες» για τη σοσιαλιστική εξουσία. Αλλά και τότε εκτιμά πλέον ότι η κατάκτηση της εξουσίας θα επέλθει με καθαρά εξελικτικό-κοινοβουλευτικό τρόπο και χωρίς «επαναστατικό τρόμο». Μέμφεται δηλαδή τον Λένιν γιατί δεν παρέμεινε η «Αριστερά του Κερένσκυ» αλλά τον ανέτρεψε. Και θεωρεί ότι η Ρώσικη Επανάσταση του Οκτώβρη δεν οδηγεί στην εργατική εξουσία αλλά σε μια μορφή εξουσίας της ρώσικης (μισοαναρχικής/ μισοαυταρχικής) επαναστατικής διανόησης. Στην πραγματικότητα ο Κάουτσκυ ζητά κοινωνική αλλαγή χωρίς ρήξεις και αναταράξεις, γραμμικά και ειρηνικά. Κάθε σκέψη σύγκρουσης και «βιασμού της Ιστορίας» τον τρομάζει. Υιοθετεί παράλληλα μια γραμμική, οικονομίστικη ανάγνωση του Κεφαλαίου του Μαρξ, όμοια με εκείνη που έχει ο Γκράμσι στα 1918, όταν μιλά για την «Επανάσταση ενάντια στο Κεφάλαιο».

Οι θέσεις του Κάουτσκυ εδώ συγκλίνουν με τις θέσεις των Ρώσων μενσεβίκων (Πλεχάνωφ). Ολοκληρώνει έτσι μια πορεία από τον ενδεχόμενα ρηκτικό εξελικτικισμό και την «ορθοδοξία» σε έναν καθαρό εξελικιτικισμό χωρίς ρήξεις και ανατροπές. Το έμβρυο αυτής της σκέψης του είναι ακριβώς η αντίληψη που εκλαμβάνει το σοσιαλιστικό κράτος ως δομικά ίδιο με την κοινοβουλευτική δημοκρατία, άποψη που εμφανίζεται ήδη το 1909. Επίσης, αποκηρύσσει συνολικά την επαναστατική βία, θέση που αποτελεί τομή σε σχέση με το 1909. Τις θέσεις του αυτές ολοκληρώνει στο επόμενο έργο του, Τρομοκρατία και κομμουνισμός, το 1920.

Ο Λένιν του απαντά με μια πολεμική (Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκυ), χρησιμοποιώντας δυο ειδών επιχειρήματα: α) αυτό της θεωρητικής αποκήρυξης του επαναστατικού δρόμου εκ μέρους του (χωρίς να εμβαθύνει πολύ στο αν ήταν όντως αρχικά ένας επαναστατικός δρόμος) και β) τη θέση ότι καμία επανάσταση δεν μπορεί να γίνει χωρίς μια ελάχιστη χρήση του «τρόμου» έναντι του αντεπαναστατικού αντιπάλου. (Δεν μπορούμε να πείσουμε εκείνους που μας πυροβολούν).

Η σκέψη του Κάουτσκυ μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κατατείνει στη ανασυγκρότηση και τη δράση – πλήρως διαχωρισμένη από τους κομμουνιστές – ενός κοινοβουλευτικού σοσιαλισμού, ως εξέλιξη της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Στο πλαίσιο αυτής της δράσης, τα κυβερνητικά εγχειρήματα τίθενται στο επίκεντρο, με σκοπό τη διεύρυνση της αστικής δημοκρατίας και μια μορφή κοινωνικοποίησης, η οποία θα την ολοκληρώνει χωρίς να την ανατρέπει. Στο σημείο αυτό, οι Κάουτσκυ και Χίλφερντινγκ είναι οι ιδεολογικοί μέντορες της εξελικτικής/ κοινοβουλευτικής Αριστεράς στη Βαϊμάρη.23 

Η απόπειρα του κυβερνητικού σοσιαλισμού έχει δυο ακρογωνιαίους λίθους, όμοιους αλλά και διαφορετικούς από το σχήμα του Δρόμου προς την Εξουσία. Ο ένας είναι η διεύρυνση της (αστικής;) δημοκρατίας και ο άλλος η τάση κοινωνικοποίησης της παραγωγής («οργανωμένος καπιταλισμός»24) σε συνδυασμό με το αίτημα βελτίωσης της κοινωνικής θέσης των εργαζομένων.

Όπως επισημαίνουν εύστοχα οι Γκλύκσμαν και Θέρμπορν, η διανοητική συμμαχία Κάουτσκυ και Χίλφερντινγκ διατυπώνει στα 1920-1933 μια ενδιάμεση στρατηγική ανάμεσα στη στρατηγική της εξελικτικής επανάστασης πριν από το 1914 και του σοσιαλδημοκρατικού συμβολαίου μετά το 1945. Η στρατηγική αυτή εξακολουθεί να θέτει ως στόχο τον σοσιαλισμό ως μια διακριτή κοινωνία (άρα, είναι ακόμη ένας «ειρηνικός δρόμος»), πλην, όμως, η εικόνα που έχει για τον σοσιαλισμό είναι όλο και πιο συγγενική προς τον «ορθολογικό μονοπωλιακό καπιταλισμό». Προκρίνουν μια στρατηγική «διεύρυνσης» και «εκδημοκρατισμού του κράτους», η οποία ενισχύει τον κοινοβουλευτισμό και την κοινωνική διαπραγμάτευση. Μιλούν για μια ανάπτυξη του «κράτους των κομμάτων», το οποίο γίνεται πλέον ένα πλέγμα που απορροφά τα κόμματα, τα συνδικάτα και τις κοινωνικές οργανώσεις. Έχουμε μια «κοινωνικοποίηση του κράτους» καθώς και μια «γραφειοκρατικοποίηση της κοινωνίας», που συνεπάγεται ταυτόχρονα αυξημένο κοινωνικό έλεγχο αλλά και αυξημένη κρατική ορθολογικότητα. Το κράτος γίνεται όλο και περισσότερο ένα «τεχνικό» όργανο (υποκείμενο και αντικείμενο μαζί της κοινωνικής διαδικασίας), ένας χώρος διαπραγμάτευσης και οργάνωσης. Ενισχύεται έτσι χάρη στην εκλογίκευση (“Rationalization”) το τεχνικό-δημοκρατικό τμήμα του και ατροφεί η λειτουργία του ως οργανισμού ταξικής κυριαρχίας (βασικό επιχείρημα στην ομιλία Χίλφερντινγκ στο Συνέδριο της Χάλλε του SPD το 1927).

Σταδιακά, η έννοια της «αστικής δημοκρατίας» εγκαταλείπεται και παραμένει η «δημοκρατία» γενικά. Το εργατικό κίνημα αφ’ ενός ενισχύεται διαρκώς κοινοβουλευτικά και καταργεί τις αντιδημοκρατικές θεσμίσεις, αφ’ ετέρου διεισδύει μέσα στο κράτος και την επιχείρηση και αξιοποιεί τη γραφειοκρατική ορθολογικότητα του σύγχρονου καπιταλισμού ενισχύοντας τη διάσταση του «γενικού συμφέροντος» (αντί της «πάλης των τάξεων»). Κάθε τροπή της κοινωνικής διαδικασίας, η οποία οξύνει τη σύγκρουση, αμβλύνει την «ορθολογικότητα» και ενισχύει την τάση των «πάνω» για ανορθολογική-αντιδραστική παρεκτροπή: η σύγκρουση είναι επομένως ανεπιθύνητη.

Πρώτη παρατήρηση: η σοσιαλδημοκρατική ορθολογικοποίηση/ διαπραγμάτευση δεν παίρνει ακόμη τη μορφή ενός σοσιαλδημοκρατικού συμβολαίου. Τόσο γιατί η αστική τάξη είναι ανέτοιμη να το αποδεχτεί, όσο και γιατί η εργατική τάξη στο Μεσοπόλεμο είναι αρκετά ριζοσπαστική, για να προσαρμοσθεί πλήρως σε μια «ρύθμιση» εντός του κράτους.

Η ήττα του φασισμού θα συμβάλει καθοριστικά στον «εκσυγχρονισμό» της ιδεολογίας της. Στη Βαϊμάρη υπάρχει ένα ΚΚ της τάξης του 10-15 %, το οποίο αντιστέκεται σθεναρά στη «διαπραγμάτευση». Η αδυναμία του «μεταρρυθμιστικού σχεδίου» οδηγεί το SPD σε αναιμικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που αναιρούνται μετά το 1930 (Μπρύνινγκ) και σταδιακά σε πρακτική στασιμότητα και υποχώρηση (μετά την κρίση του ’29 το SPD υποχωρεί διαρκώς).

Δεύτερη παρατήρηση: Η ιδεολογία του «οργανωμένου καπιταλισμού» σε καμία περίπτωση δεν είναι «δημοκρατική», όπως ισχυρίζεται το SPD της Βαϊμάρης. Είναι μια ιδεολογία ενίσχυσης της συγκεντρωτικής διεύθυνσης των μεγάλων παραγωγικών μονάδων και του δεσποτισμού του κεφαλαίου. Μέσα δε στο πολιτικό σύστημα ενισχύει την τεχνική διαβούλευση («το εργαλειακό πράττειν» του Χάμπερμας) και όχι την εξεύρεση πολιτικών εναλλακτικών λύσεων. Το SPD ενισχύει την επιβολή του ταιϋλορισμού στην παραγωγή, τις διαφημιστικές τεχνικές και την ιδεολογία του μάνατζμεντ. Σ’ αυτό το πεδίο και καθώς η Αριστερά δεν είναι ακόμη πλήρως νομιμοποιημένη καθεστωτική δύναμη, την ηγεμονία έχουν οι κύριες δυνάμεις του καθεστώτος και μάλιστα οι πιο «αντιδραστικές» εκδοχές τους (ο ναζισμός), οι οποίες μεταμορφώνονται γρήγορα σε εραστές της τεχνολογίας και της γραφειοκρατικής διεύθυνσης, εγκαταλείποντας το ρομαντικό τους παρελθόν.25 Τέλος, ο διαχωρισμός μεταξύ τεχνικού/ορθολογικού και ταξικού κράτους είναι ένα σημείο που θα ξανασυναντήσουμε στον «Κρατικομονοπωλιακό Καπιταλισμό» του ’60 και του ’70.

Τρίτη παρατήρηση: Παρά τη δημοκρατική τους επαγγελία, οι σοσιαλδημοκράτες φέρουν το παλιό τραύμα του ρόλου τους στην καταστολή του 1918 δίπλα στον καϊζερικό στρατό και τα Freikorps, αλλά και στο παρόν τροφοδοτούν ως κυβερνητικό κόμμα (ομοσπονδιακή κυβέρνηση 1928-1930, και τοπική κυβέρνηση Όττο Μπράουν, 1930-1932, στην Πρωσία) την καταστολή του κομμουνιστικού εργατικού κινήματος (καταστολή του ΚΚ το 1923, στην οποία το SPD συναινεί, καταστολή της 1.5.1929 στο Βερολίνο με αρχηγό της αστυνομίας σοσιαλδημοκράτη26).

Τέταρτη Παρατήρηση: Η εγκατάλειψη της σύγκρουσης και η υποχώρηση των σοσιαλδημοκρατικών συνδικάτων μονομερώς σε δομές διαπραγμάτευσης (και εν μέρει θεσμοποίησης ενός δικού τους «εξωκρατικού» συστήματος κοινωνικής ασφάλισης) αφοπλίζει σημαντικά το εργατικό κίνημα στην πάλη με τον φασισμό.

Παρά το ότι το SPD διαθέτει δική του μιλίτσια, τη Reichsbanner, αποφεύγει την κοινή δράση με τους κομμουνιστές στον δρόμο, καταγγέλλει τον «ξενόδουλο» χαρακτήρα τους και προκρίνει έναν κατευνασμό του κοινωνικού αντιπάλου ώστε να μην καταφύγει αυτός στην «εκτροπή». Όμως, σε συνθήκες κρίσης εκπροσώπησης και αντιπροσώπευσης (βλ. Ν. Πουλαντζάς, Φασισμός και Δικτατορία, Αθήνα 1975, εκδ. Ολκός), ο «αντίπαλος» καταφεύγει σε όλο και πιο ακραίες λύσεις και δεν εμπιστεύεται τη σοσιαλδημοκρατική μεσολάβηση. Από κυβερνητικό κόμμα στη διετία 1928-1930 (μαζί με το «Κέντρο» και άλλα αστικά κόμματα) το SPD μετατρέπεται σταδιακά σε δύναμη ανοχής της αυταρχικής διακυβέρνησης του Μπρύνινγκ27 (1930-1932) και σε δύναμη που διαλέγει την «καλύτερη» ανάμεσα στις πιο «αντιδραστικές» μορφές που ακολουθούν ως το 1933, καταλήγοντας να υπερψηφίσει ακόμη και τον νόμο παροχής έκτακτων εξουσιών στον Χίτλερ το 1933 προτού διαλυθεί το Ράιχσταγκ. Η διετής διακυβέρνησή του είναι μια περίοδος συμβιβασμών με την «προοδευτική» αστική τάξη, τέτοιου βάθους που σηματοδοτούνται υποχωρήσεις ακόμη και στην κάλυψη των άμεσων βιοτικών συμφερόντων της ανειδίκευτης, ιδίως, εργατικής τάξης, μεσούσης της κρίσης. Ταυτοχρόνως, από θέση αρχής αρνείται να εκπονήσει ένα πρόγραμμα απορρόφησης των ανέργων, διότι η τάση προς την «εκλογίκευση» οφείλει να σέβεται κατ’ αρχήν του νόμους του καπιταλισμού (!!!).

Παρά τα όσα έχουν λεχθεί για τις ευθύνες του KPD στην άνοδο του Χίτλερ (σεχταρισμός, γραμμή σοσιαλφασισμού κλπ.), οι ευθύνες του SPD είναι σημαντικότερες: όχι μόνο συνέβαλε μετά το 1924 στην καπιταλιστική σταθεροποίηση και στην ήττα της επαναστατικής τάσης αλλά και αφόπλισε δια του «κυβερνητισμού» του, του «μεταρρυθμισμού χωρίς μεταρρυθμίσεις», των αυταπατών για το «ορθολογικό κράτος» και της έμμονης άρνησης εκ μέρους του κάθε Ενιαίου Μετώπου την εργατική αντίσταση στον φασισμό, εναποθέτοντας τις ελπίδες στην «προοδευτική αστική τάξη» και τέλος στον Χίντενμπουργκ. Η άγρια καταστολή (και) του κόμματος αυτού ήταν το φυσικό –και επώδυνο – αποτέλεσμα της γραμμής του.

 

 

3.Η αυτοκριτική του Κάουτσκυ το 1934 -Πώς και γιατί ο «κατευνασμός του εχθρού» οδήγησε στην ήττα

 

 

 

Στο βιβλίο του τού 1934 Χιτλερισμός και Σοσιαλδημοκρατία,28 γραμμένο στην εξορία, ο Κάουτσκυ παραδέχεται ότι η ήττα του 1933 σήμανε μια γενική κατάρρευση του γερμανικού εργατικού κινήματος σε όλες τις εκδοχές του. Σε αυτό συμφωνεί αντικειμενικά με την εκτίμηση του Τρότσκυ εκείνης της περιόδου. Δέχεται ακόμη ότι η πολιτική του ήσσονος κακού (ο Μπρύνινγκ αντί για τον Πάπεν το 1930, ο Χίντενμπουργκ αντί για τον Χίτλερ το 1932, ο Χίτλερ με λίγες εξουσίες το 1933) ενίσχυσε την ήττα του κινήματος και απέτρεψε την αποτελεσματική άμυνα κατά του ναζισμού. Δέχεται ακόμη ότι το κυβερνητικό πείραμα του SPD δεν προώθησε ικανοποιητικά τον μεταρρυθμισμό και δεν ανακούφισε οικονομικά τους εργάτες (αν και υποστηρίζει ότι όταν συγκυβερνάς δεν μπορείς να κάνεις και πάρα πολλά πράγματα). Ότι ακόμη η Σοσιαλδημοκρατία θα μπορούσε να είχε κάνει περισσότερα πράγματα για την ενότητα.

Και πάλι, όμως, ο Κάουτσκυ εμμένει στην αντικειμενικότητα των συνθηκών, μια idee fixe στη συλλογιστική του από το 1900 και εξής. Φταίνε 15 χρόνια παθών της εργατικής τάξης που την αδυνάτισαν. Φταίει η οικονομική κρίση που έφθειρε τις οργανώσεις και αύξησε τους ανέργους. Φταίνε οι κομμουνιστές που …έθισαν τον λαό στη βία και τις πραξικοπηματικές λύσεις, ενώ η σοσιαλδημοκρατία πρέσβευε τον «ουμανισμό» και τη δημοκρατία (εδώ παραλείπει τους Νόσκε και Έμπερτ). Φταίει η αστική τάξη που παραήταν αντιδραστική.

Διαβάζοντας το ύστερο αυτό κείμενο του Κάουτσκυ μπαίνει κανείς στον πειρασμό να αναρωτηθεί τι απέγινε: α) το οργανωμένο κράτος, β) το άνοιγμα του κράτους στην «ορθολογικότητα», γ) η περίφημη συνείδηση της «διαπραγμάτευσης» που φερόταν να κυριαρχεί πριν από την κρίση του 1929, γ) τα κεκτημένα της «αστικής δημοκρατίας» που η εργατική τάξη είχε επιβάλει ως «αδιαπραγμάτευτο όριο» στον αστισμό, δ) η αποταξικοποίηση του πάλαι ποτέ αστικού κράτους, ε) ο ηγετικός ρόλος της σοσιαλδημοκρατίας στη βαϊμαριανή κοινωνία και η «εκπολιτιστική» της λειτουργία.

Το κείμενο του Κάουτσκυ δηλώνει μια αμηχανία, μια στρατηγική απορία για όλα αυτά. Το μόνο που του είναι σαφές είναι ότι «είχαμε περισσότερο δίκιο από τους μπολσεβίκους». Θα το διεκδικούσαν οι μεν από τους δε στην κοινή δυστυχία των στρατοπέδων συγκέντρωσης.

 

 

 

4.Ο δρόμος του Αυστρομαρξισμού μεταξύ επανάστασης και μεταρρύθμισης -και η δική του αυτοκριτική

 

 

 

Όπως είναι γνωστό, ένα σημαντικό τμήμα της αυστριακής σοσιαλδημοκρατίας παρέμεινε μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στα «αριστερά» του διεθνούς σοσιαλδημοκρατικού άξονα και προσπάθησε να διερευνήσει τη δυνατότητα ενός «τρίτου δρόμου» μεταξύ μπολσεβικισμού και κλασικού ρεφορμισμού. Ο πυρήνας αυτός (Μαξ Άντλερ, Όττο Μπάουερ κ.ά.), αν και δεν ηγεμόνευσε στο αυστριακό Σ.Κ., άσκησε σημαντική ιδεολογική επιρροή σε αυτό και στην «Αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας» διεθνώς, αλλά και σε κατοπινές στρατηγικές όπως ο «αριστερός ευρωκομμουνισμός».29

Βασική θέση των αυστρομαρξιστών είναι η ανάγκη σύνθεσης των οργάνων της άμεσης εργατικής δημοκρατίας (συμβούλια, σοβιέτ) με όψεις της κλασικής αστικής δημοκρατίας (όργανα αντιπροσωπευτικά και πολυτασικά, εκλεγόμενα με καθολική ψηφοφορία), οι οποίες μετασχηματιζόμενες μπορεί να αχθούν σε μια πρωτότυπη σοσιαλιστική μορφή. Οι αυστρομαρξιστές αντιτάσσονταν στην πλήρη κατάλυση της αντιπροσώπευσης, θεωρώντας ότι φτωχαίνει τη δημοκρατία και ενισχύει αυταρχικές τάσεις στο σοσιαλιστικό κράτος και, επίσης, υποστήριζαν μια πιο αργή και μακρά επαναστατική διαδικασία, η οποία δεν θα πολωνόταν εξ αρχής σε μια μορφή δυαδικής εξουσίας του τύπου της Ρωσίας ή της Γερμανίας του 1918 (σε αναφορά με την τάση συντριβής του παλιού κρατικού μηχανισμού).

Οι θέσεις του Αυστρομαρξισμού στην αντιμετώπιση του κράτους και της εξουσίας κινούνται πολύ αριστερότερα από τον μεταπολεμικό (1918) Κάουτσκυ και τη Δεξιά του USPD. Ο Άντλερ τάσσεται σαφώς υπέρ της δικτατορίας του προλεταριάτου ως ποιοτικά άλλης μορφής από την αστική δημοκρατία. Σε αυτό φαίνεται ότι είναι σχετικά παραπλανητική η ύστερη χρήση του, τουλάχιστον από τον επίσημο ευρωκομμουνισμό. Επίσης επικρίνει σε βάθος τον αστικό κοινοβουλευτισμό,30 πράγμα που τον διαχωρίζει ακόμη και από τον πρώιμο Κάουτσκυ και τάσσεται σαφώς κατά της συμμετοχής σε αστικές κυβερνήσεις. Η διαφοροποίησή του από τον λενινισμό δεν τίθεται στο αν πρέπει να υπάρξει «εργατική δικτατορία» αλλά για το πότε και κάτω από ποιες συνθήκες θα επιβληθεί.

Ο Μαξ Άντλερ, επηρεασμένος αρνητικά και από τις τάσεις πραξικοπηματισμού (Putschismus) στην πρώιμη Γ΄ Διεθνή και ιδίως στο Κ. Κ. Γερμανίας (1921, 1923), διαφοροποιείται έντονα από μια λογική μειοψηφικής απόπειρας κατάληψης της εξουσίας, την οποία (μάλλον αδόκιμα) χαρακτηρίζει ως «σπαρτακιστική». Θεωρεί ότι η επανάσταση πρέπει να διεξαχθεί από τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού για να έχει πολιτική νομιμοποίηση. Δεν αντιμετωπίζει, όμως, τον λενινισμό – παρά την κριτική σε κάποιες όψεις του – με την περιφρόνηση και την υπεροψία του Κάουτσκυ. Είναι πιθανό μια ευρύτερη σύλληψη του κομμουνιστικού ρεύματος από τους περίφημους «21» όρους της Γ΄ Διεθνούς να είχε περιλάβει και τον Αυστρομαρξισμό στους κόλπους του.

Αρκετά διαφορετική είναι η αρχική προσέγγιση του Όττο Μπάουερ στη ρώσικη επανάσταση και στο ζήτημα της εξουσίας γενικότερα. Ενώ στην μπροσούρα του Η ρώσικη επανάσταση και το ευρωπαϊκό προλεταριάτο, της 10.10.1917 (15 μέρες πριν από τη ρώσικη επανάσταση) υποστήριζε ότι η ρώσικη επανάσταση, λόγω του επιπέδου των παραγωγικών δυνάμεων, δεν μπορεί παρά να φτάσει στην επίτευξη των στόχων μιας αστικής επανάστασης, λίγο αργότερα (τον Οκτώβρη του 1919) στη μπροσούρα του Ο Καρλ Κάουτσκυ και ο Μπολσεβικισμός τάχθηκε με σαφήνεια υπέρ των απόψεων του Κάουτσκυ στη Δικτατορία του Προλεταριάτου και κατά του Λένιν. Η άποψή του εδώ είναι ευθυγραμμισμένη με τον καουτσκιστικό εξελικτικισμό. Από τη μια θεωρεί ότι το χαμηλό επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων στη Ρωσία είναι απρόσφορο για την κοινωνικοποίηση και το σοσιαλισμό, από την άλλη κρίνει ότι η μπολσεβίκικη επαναστατική βία θα καταστρέψει ολοσχερώς τον παραγωγικό μηχανισμό, αποτελειώνοντας τις συνέπειες της καθυστέρησης.31 Συνεπώς, επιμένει στην αστικοδημοκρατική ολοκλήρωση για τη Ρωσία και στην ομαλή σοσιαλδημοκρατική εξέλιξη για τη Δύση.

Αρκετά διαφορετική και πιο επαναστατική είναι η στάση του στη μελέτη του Μπολσεβικισμός και σοσιαλδημοκρατία του 1920. Τώρα, αντιμετωπίζει με θαυμασμό το σοβιετικό πείραμα και το θεωρεί πρότυπο επαναστατικής δράσης. Το πολύ ενδιαφέρον στοιχείο έγκειται στη διατύπωση της θέσης ότι, α) η δικτατορία του προλεταριάτου στη Ρωσία τείνει λόγω των συνθηκών καθυστέρησης, εμφυλίου και περικύκλωσης να εκφυλιστεί γραφειοκρατικά και να μετατραπεί σε μια δικτατορία του κόμματος και β) ότι η δικτατορία του προλεταριάτου δεν είναι η μορφή ταξικής κυριαρχίας του κατά τη μετάβαση στον κομμουνισμό, αλλά εκείνη η μορφή μετάβασης στο σοσιαλισμό (από τη φύση του δημοκρατικό), η οποία είναι δεσποτική λόγω των συνθηκών οικονομικής καθυστέρησης ή λόγω των συνθηκών όξυνσης της ταξικής πάλης. Είναι δηλαδή μια «εκπαιδευτική δικτατορία» για τις αμόρφωτες και καθυστερημένες μάζες (ο όρος θυμίζει έντονα την «προσωρινή – επιτροπική» δικτατορία του Καρ Σμιττ την ίδια εποχή).

Αυτά στην Ανατολή. Αντίθετα, στη Δύση, λόγω της οικονομικής ανάπτυξης και της πολιτιστικής προόδου η μετάβαση στο σοσιαλισμό μπορεί να γίνει με μια δημοκρατική εξουσία και αυτοδιοίκηση της εργατικής τάξης. Σε μια προσπάθεια συνταιριάσματος όψεων του καουτσκισμού (οικονομισμός, εξελικτική θεωρία ταξικής πάλης, προτεραιότητα παραγωγικών δυνάμεων) με τη θετική αποδοχή του «πρώτου παραδείγματος» της Ρωσίας, ο Μπάουερ είναι από αυτούς που πρωτοδιατυπώνουν τη θεωρία των «δυο δρόμων» (άλλος για την Ανατολή και άλλος για τη Δύση), ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσουν σε μια πρώτη μορφή τη θέση ότι η δικτατορία του προλεταριάτου θα ακολουθηθεί από ένα παλλαϊκό κράτος (κάτι που υποστήριξε ο Στάλιν το 1936) ή θα παρακαμφθεί τελείως στη Δύση (η μετέπειτα ευρωκομμουνιστική άποψη).

Ο αυστρομαρξισμός άσκησε έντονη επίδραση στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Αυστρίας. Δεν κατάφερε, όμως, να αποφύγει τις εκλογικές του αυταπάτες, αφού το κόμμα αυτό υπερεκτιμούσε το γεγονός ότι έφτασε το 40% των ψήφων, με αποτέλεσμα να παραμεριστεί χωρίς μεγάλη δυσκολία από τη φασιστική αυστριακή Δεξιά.

Στο ενεργητικό του Όττο Μπάουερ εγγράφεται μια αυτοκριτική πολύ γενναιότερη και ειλικρινέστερη από του Κάουτσκυ μετά τη νίκη του φασισμού στην Αυστρία και τη συντριβή του ΣΚ κατά την «εβδομάδα της Βιέννης» (1934).32 Παρά το ότι και ο Όττο Μπάουερ τονίζει τη δυσμενή επίδραση των εξωτερικών παραγόντων και των αντικειμενικών συνθηκών για το εργατικό κίνημα (το οποίο ηττήθηκε τόσο στις περιπτώσεις που επικράτησε η κομμουνιστική Αριστερά – Μόναχο, Βερολίνο, Ουγγαρία, Ιταλία – όσο και σε εκείνες που επικράτησε η δεξιά σοσιαλδημοκρατία – Γερμανία, Αυστρία – ή το «Κέντρο»), επικεντρώνεται τελικά σε μια κριτική του καουτσκισμού. Υποστηρίζει ότι ο καουτσκισμός, στο όνομα της «προόδου», της «νομοτελειακής διαλεκτικής κίνησης» και της προοδευτικής εξέλιξης του κράτους και της οικονομίας επέβαλε τον φαταλισμό και τον «αττεντισμό», δηλαδή την επαναστατική αναμονή που αργότερα μεταβλήθηκε σε μεταρρυθμιστική αναμονή. Ο σοσιαλισμός μεταβλήθηκε σε «αντικειμενικό προτσές», σε πεπρωμένο. Έτσι, όχι μόνο ελαχιστοποιήθηκε ο επαναστατικός υποκειμενικός παράγοντας, αλλά και ο ρόλος της πάλης των τάξεων καθηλώθηκε σε μια συνοδευτική δύναμη του «αντικειμενικού προτσές». Ο καουτσκισμός είναι κατά τον Μπάουερ μια στρατηγική της αδράνειας και του παγώματος του εργατικού κινήματος, αλλά και η συμπύκνωση του «παγώματος» σε πολιτική οργάνωση. Δυστυχώς, ο Μπάουερ μεταθέτει –αλυσιτελώς – τις ελπίδες του για μια αναζωογόνηση του επαναστατικού παράγοντα στη σταλινοποιημένη Τρίτη Διεθνή, ιδίως μετά τη νέα (1935) στρατηγική των Λαϊκών Μετώπων.

 

 

 

5.H εμπειρία του Λαϊκού Μετώπου (1936)33

 

 

«Χρειάζεται να γνωρίζεις πώς να τερματίσεις μια απεργία»

(Μορίς Τορέζ, γραμματέας του Κ.Κ. Γαλλίας, 1936).

«Το Λαϊκό Μέτωπο δεν είναι η επανάσταση», Κ.Κ. Γαλλίας, 1936.

 

Η εμπειρία των Λαϊκών Μετώπων είναι κομβικής σημασίας στην εξέλιξη της στάσης της Αριστεράς ως προς το ζήτημα της διακυβέρνησης. Θα σημαδέψει και την μεταπολεμική πορεία της Αριστεράς.

 

-Όσον αφορά τη σοσιαλιστική Αριστερά, θα γίνει για πρώτη φορά κατά κυριολεξία κυβερνητική δύναμη. Σε αντίθεση με το βραχύβιο αλλά και ασθενές βαϊμαριανό πείραμα του 1928-1930 (συγκυβέρνηση με το καθολικό «Κέντρο»), εδώ η σοσιαλιστική Αριστερά θα τείνει να έχει ηγεμονικό χαρακτήρα και θα ασκήσει μια «επιθετική» και όχι μια απλώς αμυντική πολιτική, καθώς διαφαίνεται για πρώτη φορά η δυνατότητα ενός αναδιανεμητικού κοινωνικού συμβολαίου (ασταθούς, που θα ανατραπεί στη συνέχεια στη Γαλλία από την αστική τάξη). Παρ’ όλα αυτά, μια βασική διαφορά με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα μετά τον Β΄ ΠΠ έγκειται στο ότι οι Γάλλοι Σοσιαλιστές στα 1936 εξακολουθούν με ρεφορμιστικό τρόπο να αναφέρονται στον ειρηνικό δρόμο προς το σοσιαλισμό και όχι στην «κοινωνική» διαχείριση του καπιταλισμού. Παραμένουν λοιπόν Αριστερά με τη στενότερη έννοια.

Όσον αφορά την κομμουνιστική Αριστερά, θα είναι η πρώτη προσέγγισή της στην (αστική ακόμη) κυβερνητική εξουσία, όπου θα αποδέχεται να αναλάβει κυβερνητικά καθήκοντα χωρίς να τίθεται άμεσα ζήτημα σοβιετικής εξουσίας. Μέσω του Λαϊκού Μετώπου το Κ.Κ. Γαλλίας (και εν μέρει και τα άλλα ευρωπαϊκά Κ.Κ.) συμφιλιώνεται με την ιδέα της διακυβέρνησης.

 

Η αρχική σύλληψη του Λαϊκού Μετώπου από την Κομμουνιστική Διεθνή υπακούει σε δυο αλληλοσυνδεόμενες προτεραιότητες.

Η μια είναι γεωπολιτικού- στρατηγικού χαρακτήρα και σχετίζεται με την αίσθηση περικύκλωσης της Σοβιετικής Ένωσης από το αμυντικό σύμφωνο Πολωνίας και ναζιστικής Γερμανίας το 1934 και τον φόβο επιθετικού πολέμου της Γερμανίας εναντίον της. Ως εκ τούτου, η ΕΣΣΔ στρέφεται στις δυτικές δημοκρατίες προς υποστήριξη και υπογράφει το αμυντικό σύμφωνο Λαβάλ – Στάλιν του Μαΐου 1935. Κατά τον Κλαουντίν, αυτή η γεωπολιτική προτεραιότητα είναι και η κύρια πηγή στροφής της Κομμουνιστικής Διεθνούς και εγκατάλειψης της γραμμής του «σοσιαλφασισμού».

Η γεωπολιτική προτεραιότητα έχει και μια ακόμη σοβαρότατη διάσταση για τη στρατηγική της κομμουνιστικής Αριστεράς έναντι του αστικού κράτους. Τροποποιεί τη θέση της στο ζήτημα της «εθνικής άμυνας»: ενώ η κομμουνιστική Αριστερά ξεπήδησε εν πολλοίς ως ρεύμα αντίστασης στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο του 1914 και κατά της «εθνικοποιημένης» Β΄ Διεθνούς, μέσω του Λαϊκού Μετώπου (ΛΜ) επανανακαλύπτει το «αμυνόμενο έθνος». Δηλώνεται δηλαδή για πρώτη φορά ότι αν το γαλλικό κράτος σε συμμαχία με την ΕΣΣΔ πολεμήσει κατά της ναζιστικής Γερμανίας, θα πρόκειται για «δίκαιο πόλεμο», ακόμη και αν εδώ διαπλέκονται τα συμφέροντα του γαλλικού ιμπεριαλισμού. (Κλαουντίν όπ.π. σ. 179: Στο ερώτημα αυτό, ο Τολιάτι έδωσε το 1935 καταφατική απάντηση στους Γάλλους και Ολλανδούς κομμουνιστές).

Έτσι, άνοιξε ο δρόμος που θα οδηγούσε τα Κ.Κ. στη γραμμή ότι ο Β΄ ΠΠ θα ήταν μονοσήμαντα αντιφασιστικός και δεν θα είχε χαρακτήρα ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού – γραμμή κρίσιμη για τις εξελίξεις στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης που απελευθερώνονταν από τη γερμανική κατοχή στα 1944 – 1945 (όπως π.χ. στην Ελλάδα). Ομοίως, σχεδόν εγκαταλείπεται το αντιαποικιακό μέτωπο στις δυτικές ιμπεριαλιστικές δημοκρατίες. Βαρύτητα δίνεται στον αντιφασιστικό ρόλο των δυο εναπομεινάντων ισχυρών Κ.Κ., του γαλλικού και του τσεχοσλοβάκικου (κανείς το 1935 δεν προβλέπει τις εξελίξεις στην Ισπανία, έναν χρόνο μετά).

Η δεύτερη προτεραιότητα αντιστοιχεί στη δυσμενή θέση της Κ.Δ. μετά τη γερμανική ήττα του 1933. Ενώ ο Τρότσκυ έχει ήδη από το 1933 προειδοποιήσει για την ανάγκη σύμπτυξης Ενιαίου Μετώπου κατά του φασισμού στη Γερμανία,34 η Κ.Δ. επιμένει ως το 1934 αποκλειστικά στο Ενιαίο Μέτωπο από τα κάτω, κατά της ηγεσίας της «σοσιαλφασιστικής» Σοσιαλδημοκρατίας, την οποία και θεωρεί κύριο αντίπαλο. Η γραμμή αυτή (με την επιρροή και των Π. Τολιάτι και Γκ. Διμιτρόφ) τροποποιείται ριζικά στα τέλη του 1934 και αυτή η στροφή επικυρώνεται στο περίφημο 7ο Συνέδριο της Κ.Δ. τον Αύγουστο του 1935. Εδώ, η νέα γραμμή έχει δυο σκέλη εν όψει της διπλής αναγκαιότητας της αντιφασιστικής άμυνας και της «υπεράσπισης της Ε.Σ.Σ.Δ.»:

1) Ενιαίο Μέτωπο Σοσιαλιστών και Κομμουνιστών, πλέον και από τα «πάνω». Συνεργασία των εργατικών κομμάτων και οργανώσεων για την απόκρουση του φασισμού αλλά και για την ικανοποίηση των αμέσων συμφερόντων των εργατικών στρωμάτων. Σε αυτό το σημείο η Κ.Δ. δεν πρότεινε κάτι καινούριο αλλά επανέφερε τη γραμμή του 1922 σε μια πιο επεξεργασμένη εκδοχή της.

2) Με πυρήνα το Ενιαίο Μέτωπο, συμμαχία και με τα μικροαστικά, μεσαία και αγροτικά στρώματα. Το πρόβλημα, όπως επισημαίνει στα 1970 ο Πουλαντζάς,35 έγκειται στο ότι τα μεσαία στρώματα δεν εκπροσωπούνται αυτοτελώς στην πολιτική σκηνή αλλά αντιπροσωπεύονται από αστικά κόμματα εξουσίας στο πλαίσιο διαφορετικών ηγεμονικών στρατηγικών.

Έτσι, όπως στην περίπτωση των Ριζοσπαστών (Μπριάν και Νταλαντιέ), το γαλλικό Κ.Κ. μπαίνει σε μια κυβέρνηση μαζί με αστικά κόμματα, αν και αυτό δεν προβλέπεται ρητά από την απόφαση της Κ.Δ.

Η εισαγωγή της τακτικής του ΛΜ οδηγεί στη γενίκευση της στρατηγικής των σταδίων. Ενώ, δηλαδή, εξακολουθεί να προτείνεται ως τελικός σκοπός η (βίαιη) σοσιαλιστική επανάσταση και η σοβιετική εξουσία (όπου θα «σπάσει» πια η συμμαχία με τους σοσιαλιστές και τα μεσαία στρώματα), αυτό μετατίθεται στο μακρινό μέλλον και τίθεται ως τακτική προτεραιότητα η «δημοκρατική-αντιφασιστική» φάση, η άμυνα της εργατικής τάξης και η κατά το δυνατόν φιλολαϊκή διαχείριση του κράτους. Το πρόγραμμα της επανάστασης σπάει στα δυο, η πρώτη φάση αποτελεί τακτικό, η δεύτερη στρατηγικό στόχο. Επίσης, προτείνεται από την Κ.Δ. η αποφυγή ρήξεων και επαναστατικών πρακτικών ώστε να μην σπάσει η αντιφασιστική συμμαχία με την Ε.Σ.Σ.ΣΔ. λόγω τρομοκράτησης των αστών. Σε αντιπαράθεση με τον ισχυρισμό ότι δήθεν η γραμμή της «ειρηνικής συνύπαρξης» πρωτοεγκαθίσταται μετά τον Στάλιν και το 1956, διαπιστώνουμε ότι πρόκειται για πλευρά της γραμμής των ΛΜ. Χαρακτηριστικά, ο Κνόριν (μέλος της σοβιετικής καθοδήγησης της Κ.Δ.) θα υποστηρίξει στο Έβδομο Συνέδριο ότι «η επανάσταση θα προχωρήσει σε συνθήκες ειρηνικής άμιλλας και συνεργασίας» (Κλαουντίν, όπ.π. σ. 180, με εκτενείς αναφορές στο έργο των σοβιετικών ιστορικών Leibzon – Shirinya, Η στροφή στην πολιτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς).

Η γραμμή του Λαϊκού Μετώπου στηρίζεται σε μια στενή προσέγγιση της βάσης του φασισμού ως κοινωνικοπολιτικού φαινομένου. Ο φασισμός είναι η κυριαρχία του πιο στενού-αντιδραστικού πυρήνα της χρηματιστικής ολιγαρχίας (Ντιμιτρόφ, 1935). Και είναι, προφανώς, ένα καθεστώς σαπίσματος του μονοπωλιακού καπιταλισμού, το έσχατο καταφύγιό του.36 Από αυτήν την ανάλυση προκύπτουν μια σειρά πολιτικά συμπεράσματα:

1) Η μη μονοπωλιακή αστική τάξη και τα μεσαία στρώματα ανήκουν αντικειμενικά στο «αντιφασιστικό στρατόπεδο», άρα, και τα αστικά κόμματα που τις εκφράζουν είναι αντικειμενικά σύμμαχα με το εργατικό κίνημα. Η ανάλυση αυτή παραβλέπει τον πολύ σημαντικό ρόλο τμημάτων των μικροαστικών τάξεων αλλά και της εργατικής αριστοκρατίας ως «τάξεων-στηριγμάτων» του αστισμού κατά τη διαδικασία εκφασισμού (πρβλ. και το συλλογικό έργο Faschismus und Kapitalismus των A. Prosenberg, O. Bauer, A. Thalheimer κ.ά., Φρανκφούρτη 1967).

2) Από τον συνδυασμό παραγωγισμού και καταστροφισμού της Κ.Δ. προκύπτει ότι η αποτελεσματική άμυνα κατά του φασισμού και η ήττα του θα φέρει αυτόματα την καπιταλιστική κατάρρευση, αφού οι αστοί – ακόμη και εκείνοι που κοντοπρόθεσμα είναι αντιφασίστες – θα στερηθούν την «ύστατη λύση» τους και θα αντιμετωπίσουν πια το ισχυρό εργατικό κίνημα στη δεύτερη-σοσιαλιστική φάση. Όσο αδόκιμο είναι να σπάσεις την αντιφασιστική συμμαχία με την προοδευτική αστική τάξη ενώ δεν έχει ακόμη νικηθεί ο φασισμός (γιατί έτσι θα παραταθεί η «φασιστική» αστική κυριαρχία), άλλο τόσο λάθος είναι να εκτιμήσεις ότι ο καπιταλισμός μπορεί να επιβιώσει μετά την ήττα του φασισμού.

3) Προκύπτει ακόμη ότι η όποια συνέχιση της καπιταλιστικής παραγωγής είναι αναγκαία στην ενδιάμεση φάση διότι οξύνει την αντίθεση παραγωγικών δυνάμεων – παραγωγικών σχέσεων και οδηγεί και αυτή στην «κατάρρευση». Η θέση αυτή αποτελεί συνέχεια του καουτσκισμού με την έννοια ότι, α) η τάση κοινωνικοποίησης του μονοπωλιακού καπιταλισμού προετοιμάζει τον σοσιαλισμό, β) η τεχνολογική ανανέωση και η συγκεντροποίηση είναι δυνάμεις που αργά ή γρήγορα προσκρούουν στο μονοπωλιακό καπιταλιστικό πλαίσιο (πρβλ. και την κατοπινότερη σοβιετική θέση περί «Επιστημονικοτεχνικής Επανάστασης»). Έτσι, η θέση αυτή λειτουργεί ως ενδιάμεση ανάμεσα στον καουτσκισμό (όπως ενδεχομένως και κάποιες παρεξηγήσιμες θέσεις του Λένιν περί «σαπίσματος») και στη μεταπολεμική θεωρία του «Κρατικού Μονοπωλιακού Καπιταλισμού».

Η θέση της Κ.Δ. περί αυστηρής διάκρισης της «μετωπικής» από την επαναστατική φάση και περί προτεραιότητας της «υπεράσπισης της ΕΣΣΔ» οδηγεί σε μια πρώτη διατύπωση και μορφοποίηση ενός κομμουνιστικού μεταρρυθμισμού έναντι του αστικού κράτους. Όπως θα υποστηρίξουν αρκετά χρόνια αργότερα οι φορείς της ιταλικής κομμουνιστικής κίνησης «Μανιφέστο» («200 θέσεις για τον Κομμουνισμό», Αθήνα 1976), η μετωπική πρακτική οδηγεί σε μια σταδιακή πρακτική εγκατάλειψη των άμεσα επαναστατικών χαρακτηριστικών των Κ.Κ., και τα εισάγει στην αστική πολιτική σκηνή με έναν τρόπο πιο «εσωτερικό».

Η τάση του κομμουνιστικού μεταρρυθμισμού είναι αυτή που βάζει φρένο στο μεγάλο απεργιακό κίνημα του καλοκαιριού του 1936. Σε μια συγκυρία κοινωνικής πόλωσης, η οποία συγχωνεύει την ωρίμανση της οικονομικής κρίσης του 1929-1932 με άμεσα αρνητικές συνέπειες για την εργατική τάξη (υψηλή ανεργία, λοκάουτ κλπ.) με την άνοδο της Ακροδεξιάς (ενίσχυση φασιστικών οργανώσεων όπως η Solidarite, η Caggule, οι «Σταυροί της Φωτιάς» και το κόμμα του Ντοριό, σοβαρές ταραχές τον Φεβρουάριο 1934 με κύριο ρόλο των φασιστών), οι εργάτες καταλαμβάνουν τα μεγάλα εργοστάσια του Παρισιού και συγκρούονται με τις δυνάμεις της τάξης.37

Ανεξάρτητα από το αν η συγκυρία είχε όντως προεπαναστατικά χαρακτηριστικά ή όχι (ο Κλαουντίν το αμφισβητεί) θα μπορούσαν αν υπάρξουν πολύ σημαντικές κατακτήσεις έναντι της αστικής τάξης. Το Κ.Κ. έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στο σταμάτημα της απεργίας, «μαζεύοντας» τις οργανώσεις του και την C.G.T. και καταγγέλλοντας την Αριστερά του Γ.Σ.Κ. (Μ. Πριβό, Γκερέν κ.ά.) ως «αριστερίστικη» και «τυχοδιωκτική». Λειτούργησε, έτσι., για πρώτη φορά ως «κόμμα της τάξης» μ’ έναν τρόπο που θύμιζε αρκετά τον ρόλο του καουτσκισμού το 1910-1911 στην πρωσική αναταραχή για το εκλογικό δικαίωμα. Το σημαντικότατο ανέβασμα του εργατικού κινήματος το 1936 (το πιο σοβαρό από το 1871) φρεναρίστηκε με αντάλλαγμα αυξήσεις μισθών και κάποιες παραχωρήσεις κοινωνικής προστασίας (συμφωνίες της Γκρενέλ), ενώ θα μπορούσε, αν είχε αριστερή καθοδηγητική γραμμή, να φτάσει αρκετά κοντά στο να θέσει ζητήματα εξουσίας (όπως υποστηρίζει ο Κλαουντίν). Όπως υποστηρίζουν με σαφήνεια οι ηγέτες του γαλλικού Κ.Κ.: «Το Λαϊκό Μέτωπο δεν είναι η επανάσταση» και «Δεν πρόκειται να θίξουμε την αστική ιδιοκτησία».

Το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1930 είναι αντικειμενικά μια περίοδος όξυνσης των αντιθέσεων στη Δυτική Ευρώπη και δημιουργίας εστιών κρίσης εκπροσώπησης αρκετά παραπλήσιων με την επαναστατική περίοδο 1917-1923. Αντιδιαμετρικά προς τον φασισμό εμφανίζονται ξανά όψεις μιας επαναστατικής εργατικής τάσης στο προσκήνιο. Η γραμμή του μετωπισμού, αν και αρχικά εγείρει προσδοκίες, λειτουργεί προς την απορρόφηση της κρίσης εκπροσώπησης. Αν στη Γαλλία αυτό συμβαίνει με την ανάσχεση του εργοστασιακού κινήματος;, στην Ισπανία, όπου το 1936 ξεσπά μια αυθεντική σοσιαλιστική επανάσταση, η συνδυασμένη στρατηγική ΕΣΣΔ-Κ.Δ. και Κ.Κ. Ισπανίας συντελεί άμεσα στην καταστολή της. Η ήττα της ισπανικής επανάστασης το 1937, αλλά και η υποχώρηση του κινήματος στη Γαλλία του 1936 συνδέονται άμεσα με την ήττα των Δημοκρατικών στον ισπανικό Εμφύλιο, την προετοιμάζουν.38

Στο πλαίσιο αυτής της μελέτης δεν είναι δυνατό να καταπιαστούμε με την περιγραφή των πολύμορφων προβλημάτων της ισπανικής επανάστασης. Αρκούμαστε στο να διαπιστώσουμε ότι ενώ το γαλλικό ΛΜ περιόρισε τα όρια της εργατικής κινητοποίησης σε ένα οικονομικό διεκδικητικό πλαίσιο και στη στερέωση του ρόλου του γαλλικού κράτους ως αντιναζιστικής δύναμης (στόχος, στον οποίο τελικώς απέτυχε καθώς μάλλον ώθησε την αστική τάξη προς τη συμφιλίωση με τον φασισμό), το ισπανικό ΛΜ αντιμετώπισε μια καθαρά επαναστατική κρίση, όπου διαφάνηκαν οι απώτερες συνέπειες της μετωπικής στρατηγικής. Στο πλαίσιο αυτής της κρίσης η σαφής διαφοροποίηση των δυο φάσεων (μετωπική/επαναστατική) μετέτρεψε σταδιακά (με την άμεση συνδρομή του Στάλιν) το ΛΜ σε «στρατηγείο της αντεπανάστασης».39

Ανακεφαλαιώνοντας: το προπολεμικό ΛΜ θέτει σε μεγάλο βαθμό τα σπέρματα της μεταπολεμικής στρατηγικής «κοινωνικού συμβιβασμού», αναφορικά και με τις δυο πτέρυγες του εργατικού κινήματος. Επίσης, προετοιμάζει την «αριστερή ενότητα» των αντιστασιακών κινημάτων αλλά και τις συμβιβαστικές τάσεις «εθνικής ενότητας» που αναπτύσσονται μέσα σε αυτά. Στο πλαίσιο, όμως, της προπολεμικής κρίσης εξουσίας, το ΛΜ «κατορθώνει» μόνον να ανασχέσει την τάση προς επαναστατικές λύσεις. Δεν πετυχαίνει ούτε ως προς μια μεταρρυθμιστική στρατηγική ούτε ως προς την ικανοποιητική ανάσχεση του φασισμού/ναζισμού.

 

 

6.Οι γκραμσιανές αντινομίες ως προς την κατάληψη της εξουσίας: -Ο πόλεμος θέσεων, o μετασχηματισμός, η αντιηγεμονία. Είναι ο Γκράμσι συνεχιστής του Κάουτσκυ;

 

 

 

6.1. O Γκράμσι του Τολιάτι

 

 

 

Ήταν ο Γκράμσι ένας μαθητής του πρώιμου Κάουτσκυ; Ήταν ένας πρόδρομος του ευρωκομμουνισμού και ο δάσκαλος του Τολιάτι;

Αυτήν την εκδοχή μας παρέδωσε ως «γενέθλιο μύθο» της στρατηγικής του το Ιταλικό Κ.Κ. και ιδίως οι διάδοχοι του Γκράμσι στην ηγεσία του, Π. Τολιάτι, Λ. Λόνγκο και Ε. Μπερλίνγκουερ.40 Ο τολιατισμός, η ειδική εκείνη στρατηγική ένταξης του Ι.Κ.Κ. στους αστικοδημοκρατικούς θεσμούς και της προετοιμασίας του ευρωκομμουνιστικού διαβήματος, νομιμοποιήθηκε μέσα από μια ορισμένη ανάγνωση της έννοιας της «ηγεμονίας» του Γκράμσι. Χωρίς τη χρήση του Γκράμσι ο τολιατισμός ίσως να ήταν αδύνατος.

Σύμφωνα με αυτήν την ανάγνωση, το Ενιαίο και το Λαϊκό Μέτωπο θεματοποιούνται στη σκέψη του Ιταλού θεωρητικού επί τη βάσει της πραγματικής κριτικής του στον σεχταρισμό του συνθήματος «τάξη εναντίον τάξης» και του «σοσιαλφασισμού» (1928-1934) (και προγενέστερα στον σεχταρισμό του Αμαντέο Μπορντίγκα, 1922-1926).41

Ένα σημείο όπου συγκλίνουν ο κομμουνιστικός μετωπισμός, ο δεξιός ευρωκομμουνισμός και η αριστερή σοσιαλδημοκρατία42 είναι η σύλληψη της ηγεμονίας ως αποσπασμένης από το κράτος. Αν το κράτος, ως διοικητικός μηχανισμός εκτελεί καθήκοντα σχετικά ουδέτερης αναπαραγωγής της αστικής κοινωνίας, καθήκοντα κατά βάση τεχνικά, συγκροτώντας έτσι την «πολιτική κοινωνία», τότε πού εκδηλώνεται η ταξική κυριαρχία; Αυτή, κατά τον τολιατισμό, συμπυκνώνεται στην «κοινωνία των πολιτών» (γκραμσιανή εξέλιξη της έννοιας της «ιδιωτικής αστικής κοινωνίας», κυρίως από το «Εβραϊκό Ζήτημα» του Κ. Μαρξ). Η «κοινωνία των πολιτών» συντίθεται από τις ιδιωτικές ενώσεις και οργανώσεις, οι οποίες σχηματίζουν την «κοινή γνώμη» (την Öffentlichkeit του Habermas) και αντανακλώνται τελικά στους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς δύναμης. Οι αστοί ηγεμονεύουν αρχικά στην «κοινωνία των πολιτών» χάριν και του βάρους των καπιταλιστικών επιχειρήσεων (σταδιακά και των ανερχόμενων ΜΜΕ) και πετυχαίνουν έτσι να ποδηγετήσουν το (διοικητικό) κράτος. Η αντιστροφή της ηγεμονίας, η κατάκτηση μιας αντι-ηγεμονίας ήδη ακόμη στα αστικά πλαίσια θα μας επιτρέψει να ελέγξουμε την κυβέρνηση και τον κρατικό μηχανισμό χωρίς να χρειαστεί κάποια «ρήξη», αλλά και χωρίς να αποδιαρθρώσουμε τον χρήσιμο για μας κρατικό μηχανισμό. Έτσι ανοίγει μια «μακρά πορεία» ειρηνικής και δημοκρατικής μετάβασης (κατάλληλης για τη Δύση).

Η στρατηγική αυτή νομιμοποίησε την κατάκτηση θέσεων από το Ιταλικό Κ.Κ. σε τοπικό και κοινοβουλευτικό επίπεδο επί δεκαετίες, τη διαμόρφωσή του σε «κόμμα αγώνα και διακυβέρνησης» και τον προσανατολισμό ενός όντως γιγάντιου μαζικού κινήματος στη «διεύρυνση των δημοκρατικών και αντιπροσωπευτικών θεσμών». Παρά το ότι το Ι.Κ.Κ. διατηρεί ως το 1981 (οπότε διαπιστώνει την «εξάντληση του Οκτώβρη» λόγω της Πολωνικής κρίσης) τη θεωρητική έννοια της «Δικτατορίας του Προλεταριάτου», την εννοεί ως μια ολοκλήρωση της μακράς στρατηγικής κοινοβουλευτικής κατάκτησης της ηγεμονίας και δι’ αυτής της κυριαρχίας. Ιδίως η επιμονή στην υπεράσπιση των αστικών ελευθεριών, σε αντίθεση με τη σοβιετική εμπειρία (καθ’ εαυτήν θετική) χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει τη σχέση συνέχειας και όχι ρήξης με την αστική δημοκρατία. Η διάσπαση του «Μανιφέστο» το 1969 έρχεται να δηλώσει την ιστορική απροθυμία του Ι.Κ.Κ. να αμφισβητήσει in toto τη δομή του αντιπροσωπευτικού κράτους.43 Όταν πάλι ο Ν. Μπόμπιο θέτει το 1977 το ερώτημα αν υπάρχει εναλλακτική λύση στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, διαπιστώνει περισσότερη συμφωνία παρά διαφωνία από το κόμμα αυτό.

Είναι, όμως, αυτή η θέση περί «συνέχειας» όντως συμβατή με τη σκέψη του Γκράμσι; Αν αυτό γίνει δεκτό, η απόσταση μεταξύ Γκράμσι και πρώιμου Κάουτσκυ ελαχιστοποιείται, παρά το γεγονός ότι οι Ιταλοί κομμουνιστές λόγω του συμβολισμού του Κάουτσκυ στην πολεμική του με τον Λένιν («αποστάτης») απέφυγαν αυτόν τον παραλληλισμό.

 

 

 

6.2. Ο Γκράμσι του «Πολέμου Θέσεων»

 

 

 

«Τα εποικοδομήματα της κοινωνίας των πολιτών είναι σαν το σύστημα των χαρακωμάτων στο σύγχρονο πόλεμο. Όπως συνέβαινε σ’ αυτόν ώστε μια λυσσώδης βολή πυροβολικού να μοιάζει ότι έχει καταστρέψει όλο το αντίπαλο αμυντικό σύστημα, αλλά του είχε καταστρέψει μόνο την εξωτερική επιφάνεια, και τη στιγμή της επίθεσης και της προέλασης οι επιτιθέμενοι βρίσκονταν μπροστά σε μιαν αμυντική γραμμή που ήταν ακόμη σε ενέργεια, έτσι συμβαίνει στην πολιτική κατά τη διάρκεια των μεγάλων οικονομικών κρίσεων. Ούτε τα τμήματα εφόδου εξαιτίας της κρίσης οργανώνονται κεραυνοβόλα στο χώρο και το χρόνο, ούτε ακόμη λιγότερο αποκτούν επιθετικό πνεύμα. Αντίστοιχα, αυτοί που δέχονται την επίθεση ούτε αποθαρρύνονται ούτε εγκαταλείπουν την άμυνα, έστω και μέσα στα ερείπια, ούτε χάνουν την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους και το μέλλον τους. Τα πράγματα δε μένουν ακριβώς όπως ήταν, αλλά είναι σίγουρο ότι ελαττώνεται το στοιχείο της ταχύτητας, του εσπευσμένου χρόνου, της τελειωτικής προέλασης, όπως θα περίμεναν οι στρατηγοί του πολιτικού καρντονισμού» (Γκράμσι «Για τον Μακιαβέλη», όπ.π. σ. 125).

 Το τοπολογικό / στρατιωτικό σχήμα του «Πολέμου Θέσεων» και του «Πολέμου Ελιγμών» στα Τετράδια της Φυλακής (το τμήμα τους με τον τίτλο «Για τον Μακιαβέλι») είναι ένα σχήμα που θεμελιώνει τη διαφορά στη στρατηγικής του εργατικού κινήματος μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Στην Ανατολή, όπου η κοινωνία των πολιτών ήταν υπανάπτυκτη και ζελατινώδης και τα οχυρωματικά έργα πριν από το φρούριο της αστικής εξουσίας υποτυπώδη, η μόνη δυνατή στρατηγική ήταν ο «πόλεμος ελιγμών», η «επίθεση του Οκτώβρη». Στη Δύση, όπου έχει αναπτυχθεί μια ισχυρή και μη εύκολα διαπερατή «κοινωνία των πολιτών», η εναλλακτική λύση είναι ο «πόλεμος θέσεων», η φθορά αλά Κάουτσκυ του αντιπάλου, η σταδιακή υπερνίκηση των εμποδίων.

Κατ’ αρχήν, αν η θεώρηση του Γκράμσι εξαντλούνταν σε αυτό το σχήμα, και μάλιστα ερμηνευμένο ως αποκλειστικότητα του «πολέμου θέσεων», ο Γκράμσι θα τοποθετούνταν δεξιότερα του «Δρόμου προς την Εξουσία». Είδαμε ότι η «φθορά» (Ermattung) και η συγκέντρωση δυνάμεων είναι η πεμπτουσία του καουτσκισμού το 1909. Πλην όμως, ο Κάουτσκυ θεωρεί ότι στην τελική φάση είναι ενδεχόμενος ο επαναστατικός πόλεμος κινήσεων (η “Generalstreik”) υπονοώντας ότι η κατάκτηση της ηγεμονίας μπορεί να σκοντάψει στα υλικά εμπόδια που θα θέσει ο ελεγχόμενος από την αντίδραση κατασταλτικός μηχανισμός του κράτους.

Η ανάγνωση των περίφημων 12 σελίδων του Για τον Μακιαβέλι (σσ. 116-128 της ελληνικής έκδοσης) δεν δικαιολογεί καθόλου το τολιατικό/ μετωπικό συμπέρασμα. Για τον Γκράμσι, η εναλλαγή του «Πολέμου Θέσεων» με τον «Πόλεμο Ελιγμών ή Κινήσεων» στο στρατιωτικό αλλά και στο πολιτικό πεδίο δεν είναι απλώς πιθανή αλλά δεδομένη. Η λειτουργικότητα του «πολέμου θέσεων» εισάγεται στις αντιπαραθέσεις εκείνες όπου οι αντίπαλοι διαθέτουν αμοιβαία μεγάλη αριθμητική δύναμη αλλά και ισχυρό εφοδιασμό/επικοινωνίες (logistics), ώστε να μην μπορούν να επιτύχουν γρήγορη νίκη με μια σαρωτική επιθετική κίνηση (σαν αυτήν που επιχείρησαν οι Γερμανοί υπό τον φον Κλουκ στην αρχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και κατέληξε στην ήττα του Μάρνη το 1914 και τη γενίκευση του «πολέμου χαρακωμάτων»). Η στρατηγική του «πολέμου θέσεων» εξαντλεί τελικά τον ένα από τους δυο αντιπάλους και προετοιμάζει τον αποτελεσματικό και νικηφόρο «ελιγμό», όπως συνέβη και με την τελική επίθεση των Συμμάχων στο Δυτικό Μέτωπο το 1918.

Ο «παρατεταμένος πόλεμος» δεν αποφεύγει την τελική επίθεση (η ίδια άποψη εμφανίζεται αργότερα και στις αναλύσεις του Μάο), αλλά καθιστά δυνατό να γίνει αυτή υπό ευνοϊκό συσχετισμό δυνάμεων. Ο Γκράμσι δείχνει ότι τόσο στους αποικιακούς πολέμους (Ινδία, βλ. σσ. 116-117) όπως και στον Α΄ ΠΠ (σ. 118) είχαμε μια εναλλαγή «θέσεων» και «ελιγμών» και ότι μια βασική στρατηγική αρετή είναι όχι να αποφύγεις εν γένει την «κίνηση», αλλά να μην ξεγελαστείς να την επιχειρήσεις πρόωρα και μειοψηφικά (εδώ υιοθετεί και την κριτική του Λένιν στον γερμανικό «πραξικοπηματισμό» του 1920-1921).

Μάλιστα, η εκτενής ενασχόληση του Γκράμσι με τα στρατιωτικά ζητήματα αποδεικνύει ότι ο Γκράμσι του 1930 καθόλου δεν έχει εγκαταλείψει την προοπτική της «ρήξης» στη Δύση και μάλιστα με συνδυασμό πολιτικών και στρατιωτικών μέσων (τουλάχιστον για την περίοδο πριν από τον Β΄ ΠΠ η εμπειρία θα τον επιβεβαίωνε με την ανάδυση της ισπανικής επανάστασης). Η αναφορά στους «καταδρομείς», τις ειδικές δυνάμεις και τις παραστρατιωτικές οργανώσεις – μ’ όλο που η φασιστική λογοκρισία του επιβάλλει «κώδικες» – υποδηλώνει τη διατήρηση της σημασίας των ειδικών στρατιωτικών μηχανισμών που ακόμη τότε διατηρούν τα Κ.Κ. εν όψει της κατάληψης της εξουσίας ή της άμυνας κατά του φασισμού (στη Γερμανία υπήρχε ειδικός Militärapparat υπό τον Kieppenberger, ο οποίος οργάνωνε και πράξεις ατομικής βίας σε περιόδους κρίσεων). Υποδηλώνει, ακόμη, την ιδιαίτερη σημασία της κατασταλτικής όψης του αστικού κράτους, που δεν μπορεί να παρακαμφθεί τελείως από τον πόλεμο «θέσεων».

Ακόμη παραπάνω: η θέση του Γκράμσι για τη συντελούμενη το 1930 «παθητική επανάσταση» και τον tranformismo επιβεβαιώνει την ιδιαίτερη απαισιοδοξία του απέναντι στη λογική της εύκολης «αντι-ηγεμονίας» και της «στρατηγικής αισιοδοξίας» για την ανατροπή των εκλογικών συσχετισμών, όπως αυτές πήγασαν από τη Β΄ Διεθνή. Η δυνατότητα του αστισμού να οργανώσει μια ηγεμονική συμμαχία με μικροαστικά, αγροτικά αλλά και ορισμένα εργατικά στρώματα δείχνει, α) ότι η οικονομική κρίση δεν οδηγεί αυτόματα στην πολιτική κρίση (αντίθετα προς την ανάγνωση της Β΄ και της ύστερης Γ’ Διεθνούς για τις κρίσεις) και β) ότι ο εξελικτικισμός έχει «πήλινα πόδια».

Με τις παραπάνω έννοιες, μπορεί μεν να γίνει δεκτό ότι η εισαγωγή του «πολέμου θέσεων» συγκροτεί μια σχετικά διαφορετική στρατηγική στη Δύση από τον Οκτώβρη, όμως αυτή η στρατηγική δεν φαίνεται να είναι και ρεφορμιστική-σταδιακή στρατηγική. Είναι, αντίθετα, όπως το κατανόησε ο Ν. Πουλαντζάς ιδίως στην πρώτη φάση του έργου του, η διαμόρφωση ενός «δυτικού λενινισμού», ενός εμπλουτισμού του Οκτώβρη, ριζικά διαφορετικού από τον «ειρηνικό-κοινοβουλευτικό δρόμο».

 

 

 

6.3. Ο Γκράμσι της αντι-ηγεμονίας

 

 

 

Όπως δείχνει εύστοχα ο Π. Αντερσον (στο προαναφερόμενο έργο του σσ. 28-63), η διάκριση μεταξύ «κοινωνίας των πολιτών» και «πολιτικής κοινωνίας» στον Γκράμσι δεν οδηγεί αναγκαστικά στη λύση ότι η «κοινωνία των πολιτών» κείται κατά κανόνα εκτός του αστικού κράτους. Είτε δεχθούμε την ερμηνεία του Άντερσον κατά την οποία ένα τμήμα της «κοινωνίας των πολιτών» εντάσσεται στο κράτος και ένα άλλο όχι, είτε την ερμηνεία του Λ. Αλτουσέρ,44 κατά την οποία η γκραμσιανή «κοινωνία των πολιτών» υπό την έννοια του πλέγματος των Ιδεολογικών Μηχανισμών του Κράτους (ΙΜΚ) εντάσσεται σε μια διευρυμένη έννοια του αστικού κράτους, κατανοούμε το εύθραυστο μιας ανάγνωσης που θεωρεί την «κοινωνία των πολιτών» ως ένα ευχερώς μεταβαλλόμενο πεδίο εξουσίας, ένα πεδίο όπου αρχικά το κεφάλαιο κυριαρχεί, αλλά σταδιακά κάθε δύναμη κερδίζει όση εξουσία χάνει η αντίπαλή της (εξουσία ως μηδενικό άθροισμα).

Παρά το ότι αρκετά αντιφατικά σημεία του Γκράμσι (και σε άλλα έργα του όπως Οι Διανοούμενοι ή Ο Νέος Ηγεμών) προσανατολίζουν προς την αίσθηση ότι η αντι-ηγεμονία του προλεταριάτου μπορεί να ολοκληρωθεί προτού κατακτηθεί από αυτό η πολιτική εξουσία,45 σε συνδυασμό και με την παρουσία μιας έντονα ιστορικίστικης σύλληψης της εργατικής τάξης ως «ιστορικού απελευθερωτή», η έστω έμμεση αλλά σαφής εκτίμηση του Γκράμσι για την ενότητα της αστικής πολιτικής εξουσίας και για την τεράστια σημασία του καταναγκασμού στην ίδια την οργάνωση της συναίνεσης οδηγεί στο αντίθετο αποτέλεσμα: Ενώ η πάλη για την ηγεμονία μπορεί να αμφισβητήσει σε βάθος τις κυρίαρχες σχέσεις εξουσίας σε όλα τα επίπεδα (παραγωγή, ιδεολογία, κοινωνική ηθική και προσωπικές σχέσεις, εξουσία εντός των ΙΜΚ, εδώ η ανάλυση του Γκράμσι 30 χρόνια πριν από τους Αλτουσέρ και Μπετελέμ πηγαίνει πολύ βαθύτερα από τον «διοικητικό μηχανισμό» της Β΄ Διεθνούς), η ίδια η τάση αντι-ηγεμονίας παραμένει ημιτελής και μπορεί να ανασχεθεί όσο ο αντίπαλος «κατέχει» ένα ενιαίο πλέγμα κατασταλτικής, ιδεολογικής και διαπλαστικής/συντακτικής εξουσίας.46 Η θέση αυτή υπάρχει στον Γκράμσι σε ατελή ακόμη μορφή και ολοκληρώνεται στο έργο των Αλτουσέρ και Πουλαντζά. Σαφώς, όμως, ο Γκράμσι φαίνεται να κατανοεί ότι οι σφαίρες της καταστολής και της συναίνεσης δεν είναι αποσπασμένες μεταξύ τους αλλά διαμορφώνουν μια ενιαία σχέση εξουσίας (με δυνατότητα μετάθεσης του κέντρου της ανάλογα με τη συγκυρία της ταξικής πάλης) και ακριβώς γι’ αυτό η αντι-ηγεμονία δεν σημαίνει τη σταδιακή απόσπαση τμημάτων εξουσίας από τον αντίπαλο μέχρις ότου «το ταμείο του μείνει άδειο». Φαίνεται ακόμη να καταλαβαίνει (ιδίως στην επεξεργασία του για την «παθητική επανάσταση») ότι η αστική δεσπόζουσα στο πεδίο της «κοινωνίας των πολιτών» επιδέχεται επιμέρους αμφισβητήσεις και ανατροπές χάρη στην παρουσία και δράση των εργατικών τάξεων εντός αυτής, όχι, όμως, τη συνολική της ανατροπή, όσο ακόμη η αστική εξουσία επιβιώνει. Με τη σημερινή εμπειρία του «Υπαρκτού Σοσιαλισμού» θα προσθέταμε ότι αντιστέκεται μανιωδώς ακόμη και μετά την (ασταθή ακόμη) κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας.

 

 

 

6.4. Ο Γκράμσι του Ενιαίου Μετώπου στη δεκαετία του 1930 Με τον Τρότσκυ ή με το Λαικό Μέτωπο;

 

 

 

Η θέση του Γκράμσι σχετικά με την ηγεμονία και την πολιτικοϊδεολογική ενοποίηση του «έθνους» υπό ταξική διεύθυνση συνδέεται άμεσα με την «επιστροφή» του στο Ενιαίο Μέτωπο του 192247 και ιδίως υπό το πρίσμα της καταπολέμησης του φασισμού στην Ευρώπη.

Η δύναμη του κεφαλαίου στην «κοινωνία των πολιτών» συντελεί καθοριστικά στη σύμπηξη ενός συνασπισμού τάξεων και μερίδων γύρω του και στην αποδυνάμωση του λαϊκού κοινωνικού συνασπισμού.48 Εξ ου και η ασυνεχής και μη γραμμική μορφή της επαναστατικής διαδικασίας στον καπιταλισμό. Από αυτήν την άποψη, η επεξεργασία της αντι-ηγεμονίας από το επαναστατικό κόμμα δεν πρέπει να κατατείνει στην αυτοεπιβεβαίωσή του (όπως τα Κ.Κ. της «Τρίτης Περιόδου» αλλά, θα προσθέταμε, και το Κ.Κ.Ε. σήμερα στην Ελλάδα) αλλά στη δημιουργία ενός πολιτικού μετώπου/ συμμαχίας που καθοδηγεί τους αγώνες και συντείνει στην αποδυνάμωση του συνασπισμού εξουσίας. Με αυτήν την έννοια ο Γκράμσι επιστρέφει το 1930 στη γραμμή του 1922 και φαίνεται να συναντά – χωρίς να το ξέρει – τον παράλληλο τότε προβληματισμό του Τρότσκυ για την Αριστερά στη Γερμανία εν όψει της ανόδου του ναζισμού.49 Η λογική του Γκράμσι είναι μια αμυντική συμμαχία υπό προλεταριακή ηγεμονία. Παρά το ότι ο Γκράμσι δεν προφταίνει να αναλύσει την εμπειρία του Λαϊκού Μετώπου, είναι αμφίβολο αν θα το κατανοούσε ως μια διευρυμένη μορφή του Ενιαίου Μετώπου: το πρόγραμμα του 1922 δεν ταυτίζεται ούτε με την «υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας» ούτε με την αναζωογόνηση της «εθνικής άμυνας» (παρά τη σχετική συμπάθεια του Γκράμσι προς μια αριστερή οικειοποίηση του «Έθνους», ο Γκράμσι είχε ταχθεί φανατικά κατά της συμμετοχής της Ιταλίας στον Α΄ ΠΠ) ούτε πολύ περισσότερο μεταθέτει τη σοσιαλιστική προοπτική στο αόρατο μέλλον, όπως στην πράξη έκανε ο μετωπισμός.

 

 

 

6.5. Ο «λενινιστής» Γκράμσι και ο «γκραμσιανός» Λένιν ως αντίπαλοι του Κάουτσκυ εντός του δυτικού μαρξισμού. Η Χιλή του Αλιέντε

 

 

 

Μια βασική διαφορά του Γκράμσι των Τετραδίων – παρά τις υπαρκτές και έντονες αντιφάσεις του50 – από τον εξελικτικισμό έγκειται στη σαφή προσέγγισή του στον όχι πάντοτε κυρίαρχο αλλά διαρκώς τελικά καθοριστικό ρόλο του αστικού μηχανισμού καταναγκασμού στην πολιτική ταξική πάλη.51 Ενώ στο πεδίο συμμαχιών της με σύμμαχες τάξεις και στρώματα η αστική τάξη προνομοποιεί τη διεύθυνση/ συναίνεση, στη σχέση με τις κυριαρχούμενες τάξεις στις μεν ομαλές περιόδους προνομοποιεί τη συναίνεση στις δε περιόδους κρίσεων προνομοποιεί την καταστολή.

Το παιχνίδι της ηγεμονίας παίζεται όχι επί «ίσοις όροις», αλλά πάντοτε με το άσσο του στρατού στο μανίκι της αστικής τάξης. Όταν οι εκπροσωπήσεις κλονίζονται,, κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι ο αντίπαλος θα σεβαστεί τους «κανόνες του παιχνιδιού».

Όποιος δεν το έχει καταλάβει, ας ανατρέξει στην ιστορική εμπειρία της Ισπανίας του 1936, της Χιλής του 1973, της Αυστρίας του 1934 ή και της Ελλάδας του 1967.

Όπως συμπληρώνει ο Πουλαντζάς στο τελευταίο έργο του (και σε αντίφαση με το πολιτικό του συμπέρασμα), οι λαϊκές τάξεις διατηρούν μια απολύτως κυριαρχούμενη θέση εντός του Κρατικού Μηχανισμού Καταναγκασμού και δεν μπορούν να επηρεάσουν τους θεσμούς του κατά τον τρόπο που το κάνουν εντός των Ι.Μ.Κ. (Βεβαίως, σήμερα έχουν ενισχυθεί εκτός του στρατού και άλλες δυνατότητες «στραγγαλισμού» ενός κοινωνικού πειράματος, η οικονομική πίεση-περικύκλωση, η λειτουργία των ολοκληρώσεων και οι εντός αυτών οικονομικές και στρατηγικές σχέσεις κ.ο.κ.).

Από τη θέση περί του σε τελευταία ανάλυση καθοριστικού ρόλου της κρατικής καταστολής στο αστικό κράτος προκύπτουν δυο αλληλένδετα μεταξύ τους συμπεράσματα:

 

-Ο καπιταλιστικός Μηχανισμός Καταναγκασμού δεν μπορεί να κατακτηθεί ή έστω να ουδετεροποιηθεί με μια στρατηγική «αντι-ηγεμονίας» ή διαρθρωτικών αλλαγών. Ενώ είναι σαφές ότι σε μια περίοδο ρήξεων χρειάζεται να ενταθεί μια ζύμωση της Αριστεράς εντός του στρατού για την αμφισβήτηση των μιλιταριστικών δομών και να κερδηθεί ένα μεγάλο μέρος των εφέδρων (πρόβλημα που οξύνεται σήμερα με την παγίωση του επαγγελματικού στρατού), ο σκληρός πυρήνας του μηχανισμού, η επαγγελματική στελέχωση και οι Ειδικές Δυνάμεις, ούτε μπορεί να πεισθεί ούτε να ουδετεροποιηθεί.

Χρειάζεται, λοιπόν, μια στρατηγική «ρήξης μέσα στον μηχανισμό» και «δυαδικοποίησης», η οποία θα απομονώσει και εν τέλει θα διαλύσει τον σκληρό πυρήνα (ειρηνικά ή βίαια ανάλογα με τη συγκυρία). Τα ίδια ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, και για τον μηχανισμό της Αστυνομίας, τις Ειδικές της Δυνάμεις κλπ. με πρόσθετες δυσκολίες λόγω του αυστηρά επαγγελματικού τους χαρακτήρα. Θυμίζουμε εδώ την απολύτως ουτοπική θέση του Σ. Καρίγιο (Ευρωκομουνισμός…», όπ.π. σσ. 74 επ.), σύμφωνα με την οποία οι αξιωματικοί είναι απλώς … εργαζόμενοι και η σοβαρή ενασχόληση της Αριστεράς με τα επαγγελματικά τους θέματα και τα «τεχνικά ζητήματα της εθνικής άμυνας» (!!!) θα τους δείξει το επιζήμιο του ΝΑΤΟ και του μιλιταρισμού και θα τους κερδίσει ακόμη και σε επίπεδο ηγεσίας για τη δημοκρατία και το σοσιαλισμό. Θυμίζουμε ακόμη και την ακλόνητη εμπιστοσύνη του ηρωικού Προέδρου Αλιέντε στο πρόσωπο του Πινοσέτ ως το τραγικό πρωινό της 11-9-1973 (ο οποίος Αλιέντε, παρεμπιπτόντως, ήταν μάλλον ο μόνος αριστερός ηγέτης των τελευταίων δεκαετιών που ανέλαβε την κυβερνητική εξουσία κοινοβουλευτικά, πιστεύοντας ειλικρινά και με συνέπεια στη δυνατότητα μιας ειρηνικής μετάβασης στον σοσιαλισμό).

Ακριβώς επειδή μια μακρά στρατηγική αντι-ηγεμονίας στη Δύση δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς την κατάκτηση από τον λαϊκό κοινωνικό συνασπισμό της πολιτικής εξουσίας και τη μακροχρόνια επαναστατικοποίηση/ συντριβή των αστικών κρατικών μηχανισμών και σχέσεων (θέση που εμπλουτίσθηκε και από την πολύτιμη εμπειρία της Πολιτιστικής Επανάστασης στην Κίνα), αλλά και επειδή η παρέμβαση στους θεσμούς και η μαζική διεκδίκηση της αντι-ηγεμονίας δεν ανατρέπουν πέρα από ένα σημείο ένα σημείο την αστική δεσπόζουσα εντός των κρατικών μηχανισμών, αλλά και ούτε αναγκαστικά παράγουν μόνιμα αποτελέσματα (μέχρις ότου τουλάχιστον συμπυκνωθούν σε μια ενότητα ρήξης και ανατροπής της αστικής εξουσίας), η λογική μιας σταδιακής, εξελικτικής και ειρηνικής (με την έννοια τουλάχιστον των μη ρήξεων) μετάβασης παραμένει και σήμερα ανέφικτη. Ακόμη περισσότερο, είναι δεδομένο ότι αυτές οι ρήξεις δεν θα είναι ίσης σημασίας, ομοιόμορφες και διηνεκείς (όπως πρέσβευε ο επίσημος ευρωκομμουνισμός) μέχρι τον «σοσιαλισμό», αλλά θα κλιμακωθούν σε μια περίοδο «τομής» (αποφασιστικών ρήξεων). Αυτή η θέση παραμένει σημαντική παρακαταθήκη του έργου των Λένιν και Γκράμσι και συνεπάγεται μια βασική εξωτερικότητα της Αριστεράς έναντι του αστικού κράτους.52

Η εξωτερικότητα δεν σημαίνει, όπως δείχθηκε,, τη μη παρέμβαση στους θεσμούς αλλά εκείνη την ειδική παρέμβαση και διεκδικητική δράση, η οποία αμφισβητεί τις πολύμορφες σχέσεις αστικής εξουσίας, αρνείται την ουδετερότητα του κράτους ως δήθεν «διοικητικού μηχανισμού» και του εμπορεύματος ως απόλυτης και διιστορικής οικονομικής μορφής, και κατατείνει στρατηγικά στην κατάργησή τους. Σημαίνει, τέλος, την απόρριψη της θέσης ότι η κοινοβουλευτική κατάκτηση του κυβερνητικού κέντρου εξουσίας συνεπάγεται αυτόματα την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από τους εργαζόμενους και τους συμμάχους τους.

 

 

Συμπεράσματα του Πρώτου Μέρους

 

 

 

Η συζήτηση για το κράτος και τη διακυβέρνηση από τις αρχές του 20ου αιώνα ως τον Β΄ ΠΠ χαρακτηρίζεται από διαδοχικές στρατηγικές αντιπαραθέσεις.53 Την αντιπαράθεση Κάουτσκυ και Μπερνστάιν για τον ρεβιζιονισμό στα 1899-1903, την αντιπαράθεση Κάουτσκυ και Ρόζας Λούξεμπουργκ στα 1905 και στα 1910-1911 για τη μαζική απεργία, την αντιπαράθεση Κάουτσκυ και Πάνεκοκ στα 1911 -1912 για τη φύση και τη συντριβή του αστικού κράτους και την επανάληψή της μεταξύ Κάουτσκυ, Μενσεβίκων και Λένιν στα 1918-1920, την αντιπαράθεση του Κάουτσκυ με τους Κορς και Λούκατς στα 1920-1923 για τη φύση του Μαρξισμού και τον ρόλο του ιστορικού υποκειμένου, την αντιπαράθεση Λένιν και Πάνεκοκ στα 1920-1921 για τη συμμετοχή στον κοινοβουλευτισμό και τον ρόλο της «πρωτοπορίας», την κριτική του Όττο Μπάουερ στον Κάουτσκυ για τη στάση του «αττεντισμού» και την ήπια αυτοκριτική του Κάουτσκυ στα 1934 και τέλος την πολύ σημαντική κριτική του Γκράμσι τόσο στην τακτική της Γ΄ Διεθνούς όσο (έμμεσα) και στον εξελικτικισμό του Κάουτσκυ.

Παρατηρούμε ότι σε όλες αυτές τις αντιπαραθέσεις το πρόσωπο και το έργο του Καρλ Κάουτσκυ διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Και εκεί που δεν συμμετέχει (π.χ. στη διαφωνία Λένιν και Λούξεμπουργκ για τη σχέση συνειδητού και αυθόρμητου), η σκιά του βαραίνει καθοριστικά. Από αυτόν ξεκινά η θέση περί εξελικτικής μετάβασης (με την αβέβαιη επιφύλαξη μιας τελικής σύγκρουσης), η θέση περί του κράτους ως «τεχνικού-διοικητικού μηχανισμού», η θέση της αναγκαίας «ωρίμανσης των παραγωγικών δυνάμεων» ως όρου της επανάστασης, ο θαυμασμός για τη γραφειοκρατική οργάνωση και η διαρκής αντίθεση στην «πρόωρη» και «τυχοδιωκτική» αφύπνιση της ταξικής πάλης και του επαναστατικού υποκειμενισμού πέραν των ορίων του «σοφού κόμματος». Από αυτόν, επίσης, ξεκινά η κριτική στη Ρώσικη και τη Γερμανική επανάσταση ως δικτατορικών και «μπλανκιστικών» εγχειρημάτων.

Σταδιακά, ο Κάουτσκυ γίνεται ο θεωρητικός του αριστερού κυβερνητισμού στη Βαϊμάρη, καθώς εξελίσσεται από τον υποστηρικτή της εξελικτικής επανάστασης στον υποστηρικτή του άμεσου μεταρρυθμιστικού κυβερνητισμού.

Οι στρατηγικές απόψεις του Κάουτσκυ για το κράτος (καθώς και ο ιδιαίτερος ντετερμινιστικός και «δαρβινικός» μαρξισμός του και η οικονομίστικη «αισιοδοξία» του για το επερχόμενο φυσικό τέλος του αντιπάλου, α) συμβάλλουν σημαντικά στην ιδεολογική και πολιτική ήττα του 1933, β) τροποποιημένες και αναπαραγόμενες από την ύστερη Τρίτη Διεθνή επηρεάζουν σημαντικά το σκεπτικό της λαϊκομετωπικής εμπειρίας του 1936-1939.

Οι όποιες αντινομίες και αμφισημίες στο έργο του Α. Γκράμσι (και ιδιαίτερα στα Τετράδια της Φυλακής) δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο «πόλεμος θέσεων» υπήρξε μια κομμουνιστική εκδοχή του καουτσκικού εξελικτικισμού, παρεμφερής με την πολιτική του «μετωπισμού», όπως θα ήθελε η τολιατική τους ερμηνεία. Πιο ισχυρή είναι η εκδοχή ενός κρίσιμου και εξαιρετικά χρήσιμου στις τελευταίες δεκαετίες εμπλουτισμού της λενινιστικής εμπειρίας υπό το φως των συνθηκών του «δυτικού» αναπτυγμένου καπιταλισμού.

 

 

1 Ε. Bernstein, Die Voraussetzungen des Sozialismus und die Aufgaben der Sozialdemokratie, Στουτγάρδη 1899. Βλ. και σε Λ .Κολέτι Ιδεολογία και κοινωνία, Αθήνα 1974, σσ. 17-98, J. Joll, The Second International 1889-1914, Λονδίνο 1968, (Weidenfeld & Nicolson), Κεφάλαιο “Reformism and Revisionism”, όπου γίνεται φανερή και η διεθνής διάσταση της Bernsteindebatte. Βασικοί φορείς αντίκρουσης του Μπερνστάιν αναδεικνύονται ο Κ. Κάουτσκυ (Ο Μπερνστάιν και το σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα, Στουτγάρδη 1899) και η Ρ. Λούξεμπουργκ (Μεταρύθμιση ή επανάσταση, Λειψία 1899, Αθήνα 1979, εκδ. Κοροντζή).

 2 Βλ. σε. J. Geary, Το εργατικό κίνημα στην Ευρώπη, 1848-1939, Θεσσαλονίκη 1988, Παρατηρητής.

 3 Σε αυτήν την περίοδο, και οι μπολσεβίκοι ως φράξια του ΡΣΔΕΚ ανήκουν στο «ορθόδοξο» ρεύμα. Βλ. τις θετικές εκτιμήσεις του Λένιν για τον Κάουτσκυ στο Τι να κάνουμε. «Παραδόξως», ο εργατισμός του Κάουτσκυ (η εργατική τάξη μοναδική δύναμη κοινωνικής αλλαγής) είναι ένας εργατισμός κομματικός/γραφειοκρατικός. Η εργατική τάξη «αυθόρμητα» δεν μπορεί να ανυψωθεί σε συνείδηση του πολιτικού της συμφέροντος.

4 Θα χρησιμοποιήσουμε την ηλεκτρονική μορφή κειμένου σε Kautsky Archive, www.marxists.org. Στο εξής Κάουτσκυ ΔΠΕ (Δρόμος προς την εξουσία).

5 Βλ. σε Λ. Κολέτι, Ιδεολογία και κοινωνία, όπ.π.

6 Κάουτσκυ ΔΠΕ, Πρώτο Κεφάλαιο («The Conquest of Political Power”), Πέμπτο Κεφάλαιο (“Neither legality nor revolution at any price”).

7 Οι αναφορές στον ηγέτη του Κ.Κ. Ισπανίας κατά τη δεκαετία του 1970 Σ. Καρίγιο αφορούν πάντοτε το έργο του Ευρωκομμουνισμός και κράτος, Αθήνα 1977, Θεμέλιο.

8 Η θέση των Κ. Μπ. Γκλυκσμάν – Γκ. Θέρμπορν (Η σοσιαλδημοκρατική πρόκληση, Αθήνα 1981, Θεμέλιο) ότι η λενινιστική γραμμή για το αστικό κράτος στο Κράτος και Επανάσταση είναι βασικά «εργαλειακή» γιατί ο Λένιν το αντιμετωπίζει ως όργανο κυριαρχίας των αστών είναι απλουστευτική. Η θέση του Λένιν – σε αντίθεση προς τον Κάουτσκυ – προσανατολίζεται πολύ βαθύτερα στα δομικά στοιχεία του αστικού κράτους και στην αδυναμία του να «αποσπασθεί και να λειτουργήσει ως εργαλείο». Η ειρωνεία είναι ότι τα στοιχεία όπου βασίζει ο Λένιν την «αστικότητα» του κράτους (π.χ. γραφειοκρατικό μυστικό) γιγαντώθηκαν από τους μεταθανάτιους διαχειριστές του «δικού του κράτους».

9 Βλ. σε Β. Ι. Λένιν, Κράτος και επανάσταση, Αθήνα 1997, Σύγχρονη Εποχή, σ. 132: «Παρά την κατηγορηματικότητα της δήλωσης του Κάουτσκυ για την εποχή των επαναστάσεων που άρχισε πια, ο ίδιος στην μπροσούρα του την αφιερωμένη στην εξέταση του ζητήματος ακριβώς της πολιτικής επανάστασης παράκαμψε και πάλι εντελώς το ζήτημα του κράτους».

10 “Was nun?” («Και τώρα τι;»), Die Νeue Zeit, 8 και 15 Απριλίου 1910. Απάντηση στο άρθρο της Λούξεμπουργκ “Was Weiter?”Τι κάνουμε από εδώ και πέρα;»), το οποίο έθετε το πρόβλημα ότι μόνο με κοινοβουλευτικά μέσα χωρίς τη στήριξη της αυθόρμητης μαζικής απεργίας – η τάση προς την οποία ήταν εμφανής στην Πρωσία το 1910-1911 – δεν μπορούσαν να πραγματοποιηθούν καν ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις όπως το καθολικό εκλογικό δικαίωμα. Εκτενής παρουσίαση σε Ε. Μαντέλ, Κριτική του ευρωκομμουνισμού, όπ.π. σσ. 177 επ. Στον Κάουτσκυ απάντησε η Ρ. Λούξεμπουργκ στην Neue Zeit με το άρθρο της “Ermattung oder Kampf”. Η αρθρογραφία αυτή αποτέλεσε και το τέλος της προσωπικής φιλίας των Κάουτσκυ και Λούξεμπουργκ. Βλ. και σε C. Schorske, German Social Democracy 1905-1917-The Development of the Great Schism, Cambridge Mass. 1955, σσ. 180-187. Πρβλ. και τη γενικότερη κριτική του Κ. Κορς στον Κάουτσκυ ως φορέα ενός αντιδιαλεκτικού μηχανιστικού υλισμού εντός της μαρξιστικής θεωρίας και ως εισηγητή μιας στρατηγικής, η οποία ιδεολογικά συγκάλυπτε μέσω της αναφοράς στην «επανάσταση» την κυρίαρχη ρεφορμιστική πρακτική (K. Κορς, Μαρξισμός και Φιλοσοφία, Αθήνα 1981, Ύψιλον). Κατά τον Κορς, η Β΄ φάση ανάπτυξης του μαρξισμού (από το 1848 ως τον Α΄ ΠΠ) ήταν μια φάση πλήρους απομάκρυνσης της μαρξιστικής θεωρίας από την ανάπτυξη του πραγματικού κινήματος. Η κριτική του Κορς εν πολλοίς συμπίπτει με την κριτική (επαναστατική, ιστορικιστικού τύπου) του Γκ. Λούκατς στον «ορθόδοξο Μαρξισμό» στο έργο του Ιστορία και Ταξική Συνείδηση (1920).

11 Παρατίθεται σε Ρ. Μίχελς, Κοινωνιολογία των πολιτικών κομμάτων στη σύγχρονη δημοκρατία-έρευνες γύρω από τις ολιγαρχικές τάσεις του ομαδικού βίου, Αθήνα 1997, «Γνώση», σσ. 81-82.

12 Η «εργατική τάξη» (στον Κάουτσκυ) δεν αποσκοπεί – στο πολιτικό πεδίο – να κάνει τίποτε διαφορετικό από την «αστική τάξη». Θέλει το ίδιο πράγμα, αλλά καλύτερα φτιαγμένο, εξαιτίας του εκλογικού της βάρους, της συνδικαλιστικής και πολιτικής της οργάνωσης και των καινούριων σχέσεων ανάμεσα στην εργατική τάξη, την καπιταλιστική ορθολογική οργάνωση και το κράτος, όπως στον περίφημο «οργανωμένο καπιταλισμό».

13 Η δικτατορία του προλεταριάτου (ο όρος υιοθετείται από τον Κάουτσκυ ως «ορθόδοξο μαρξιστή») σημαίνει μια μετατόπιση της πολιτικής εξουσίας εντός του ιδίου (δημοκρατικού) κράτους, έναν άλλο έλεγχο αυτού του κράτους. Βλ. και σε Ντ. Μπενσαΐντ «Στρατηγική και κόμμα» σε Θέσεις τ. 26/1989.

14 Α. Πάνεκοκ «Μαζική δράση και επανάσταση», Die Neue Zeit 2/1912, η ουσία του άρθρου και σε Κράτος και Επανάσταση σσ. 133-135. Είναι ενδιαφέρον ότι η μετάβαση του Πάνεκοκ στον συμβουλιακό κομμουνισμό έκρυψε την ιστορική προτεραιότητα των διατυπώσεών του για την «καταστροφή της κρατικής μηχανής» έναντι και του Λένιν. Για τη σύγκρουση Κάουτσκυ-Πάνεκοκ βλ. και σε Ντ. Μπενσαΐντ, όπ.π.

15 Βλ. και σε Β. Ι. Λένιν, Κράτος και επανάσταση, όπ.π. σσ. 133 επ. Ουσιαστικά οι διατυπώσεις του Πάννεκοκ είναι μια πρώτη μορφή του Κράτος και Επανάσταση, όπως αναγνωρίζει ρητά ο Λένιν.

16 Βλ. σε Μπενσαΐντ όπ.π. (υποσ. 50α). Οι έννοιες της «επαναστατικής κατάστασης» και της «επαναστατικής κρίσης» αναπτύσσονται από τον Β. Ι. Λένιν στο έργο του Η Χρεωκοπία της Β΄ Διεθνούς, Αθήνα 2000, Σύγχρονη Εποχή. Βλ. και σε Χρ. Βερναρδάκη- Γ. Μαυρή, Πολιτικά κόμματα και κοινωνικές συμμαχίες στην προδικτατορική Ελλάδα, Αθήνα 1991, Εξάντας, σσ. 244-245.

17 Βλ. Schorske, όπ.π. σσ. 234-236.

18 “Der Neue Liberalismus und der Neue Mittelstand”, in Vorwärts, 25 Φεβρ. 1912. Ο Κάουτσκυ ανοίγει την συζήτηση για τα «νέα μισθωτά στρώματα» που θα συνεχίσουν μεσοπολεμικά οι Άρθουρ Ρόζενμπεργκ και Όττο Μπάουερ σε συνάφεια με το ναζισμό και μεταπολεμικά οι Ρ. Μιλς στους Χαρτογιακάδες και o Ν. Πουλαντζάς στις Κοινωνικές Τάξεις στον Σύγχρονο Καπιταλισμό.

19 Βλ. σε Ν. Λέζερ, Η Οδύσσεια του Μαρξισμού, Αθήνα 1973, Ζαχαρόπουλος, σσ. 172-175.

20 Σε Λέζερ όπ.π., αναφέρεται ειδικά η μελέτη του Κάουτσκυ “Das Weitertreiben der Revolution”) του 1920.

21 Από τον γάλλο επαναστάτη Αύγουστο Μπλανκί. Ο μπλανκισμός είναι η θεωρία της συνωμοτικής/μειοψηφικής επανάστασης από μια συνωμοτική επαναστατική ομάδα.

22 . «The dictatorship of the proletariat”, Vienna 1920, in Kautsky Archive- www.marxists.org, όπ.π. Βλ. και την παρουσίαση από Ν. Λέζερ όπ.π., σσ. 71-75.

23 Βλ. σε Γκλυκσμάν-Θέρμπορν όπ.π., Α΄ Κεφάλαιο.

24 Βλ. σε Γκλυκσμαν-Θέρμπορν όπ.π. σσ. 108-121 («Οι σπασμένοι καθρέπτες της Βαϊμάρης»).

25 Βλ. και Τζ. Χερφ, Αντιδραστικός μοντερνισμός, Αθήνα 1987.

26 Δες και σε Ruth Fischer, Stalin and the German Communism, NY 1949.

27 Aναλυτικά σε Κ. D. Bracher, Die Auflösung der Weimarer Republik. Eine Studie zum Verfall der Macht in der Demokratie, Darmstadt 1955.

28 Hitlerism and Social Democracy, σε www.marxists.org, Kautsky Archive.

29 Ιδίως τα έργα του Μ. Άντλερ, Εργατικά Συμβούλια και Η θεωρία του Μαρξισμού για το κράτος, γραμμένα στα 1918-1920, σε μια περίοδο επαναστατικών ζυμώσεων στη Βιέννη. Βλ. και σε Χ. Γκρούμπερ, Εμφύλιος πόλεμος στην Ευρώπη, 1917-1923, Αθήνα 1986, Εναλλακτικές Εκδόσεις.

30 Βλ. σε Ντ. Μπενσαΐντ, «Ευρωκομμουνισμός, Αυστρομαρξισμός και Μπολσεβικισμός», σε Μαρξιστικό Δελτίο 17/1983 σσ. 63 επ.

31 Σε Ν. Λέζερ όπ.π., σσ. 88-92.

32 Όττο Μπάουερ, Μεταξύ δυο πολέμων. Κρίση της διεθνούς οικονομίας, της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού, Μπρατισλάβα 1936.

33 Βλ. αναλυτικά Φ. Κλαουντίν, Η κρίση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, τ. Α΄, 1980, σσ. 163-199, ο οποίος παραπέμπει και στα έργα αναφοράς των Georges Lefranc, Histoire de Front Populaire, Paris 1965 και Daniel Guerin, Front populaire, revolution manquee: Temoignage militant, Paris 1963.

34 Λ. Τρότσκυ, Ο φασισμός και το εργατικό κίνημα στη Γερμανία, Αθήνα 2008 (επανέκδοση).

35 «Γύρω από το πρόβλημα των συμμαχιών», Αγώνας για την Κομμουνιστική Ανανέωση, τ. 7/1979.

36 Βλ. και σε Ν. Πουλαντζά, Φασισμός και Δικτατορία, Αθήνα 1975.

37 Μια πολύ ωραία περιγραφή σε Ι. Έρενμπουργκ, Η πτώση του Παρισιού, Αθήνα 1979, Δωδώνη.

38 Σε Φ. Κλαουντίν όπ.π., σσ. 199 επ., Φ. Μόρροου, Επανάσταση και Αντεπανάσταση στην Ισπανία, Αθήνα 1977, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη.

39 L. Trotsky, The Spanish Revolution, Pathfinder, N.Y., 1973. Επίσης βλ. τη γλαφυρή περιγραφή του Χ. Μ. Έντσενσμπέργκερ στο Σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας, Αθήνα 1975, Οδυσσέας.

40 Βλ. σε Λ. Γκρούπι, Η έννοια της ηγεμονίας στον Γκράμσι, Αθήνα 1977, Θεμέλιο, Ε. Μπερλίνγκουερ, Ο Ιστορικός Συμβιβασμός, Αθήνα 1975, Θεμέλιο.

41 Βλ. για την εσωκομματική πάλη του 1920-1926 Κ. Χόαρ-Τζ. Νοέλ Σμιθ, Για τον Γκράμσι, Αθήνα 1982, Στοχαστής.

42 Π. Άντερσον, Οι Αντινομίες του Αντόνιο Γκράμσι, Αθήνα 1979, Μαρξιστική Συσπείρωση, σσ. 30 επ. («Αυταπάτες της Αριστερής Σοσιαλδημοκρατίας»).

43 Il Manifesto-PDUP, 200 Θέσεις για τον Κομμουνισμό, Αθήνα 1976, Εξάντας.

44 Λ. Αλτουσέρ, «Ιδεολογία και Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους», σε Θέσεις, Αθήνα 1983, Θεμέλιο.

45 Έτσι και σε Μ. Χάρνεκερ, Βασικές έννοιες του Ιστορικού Υλισμού, Αθήνα 1980, Παπαζήσης.

46 Για το ότι η αστική εξουσία δεν εξαντλείται στο δίπολο συναίνεση/ καταναγκασμός αλλά διαθέτει και μια τρίτη «αναπαραγωγική/ διαπλαστική «διάσταση (την οποία ονομάζουμε «διαπλαστική/ συντακτική») βλ. και σε Ν. Πουλαντζά, Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Εισαγωγή, Αθήνα 1984, Θεμέλιο.

47 Η γραμμή του Ενιαίου Μετώπου και των «εργατο-αγροτικών κυβερνήσεων» εγκρίνεται από το 4ο Συνέδριο της Γ΄ Διεθνούς (1922) κάτω από την πίεση των Λένιν και Τρότσκυ βάσει της εκτίμησης ότι ο καπιταλισμός έχει βγει από τη φάση επαναστατικής κρίσης 1917-1921 και έχει περάσει στην αντεπίθεση με τη μορφή του φασισμού, αντεπαναστατικών κυβερνήσεων όπως σε Ιταλία, Ουγγαρία, Γερμανία κ.α. Προτείνει την ενότητα των κομμουνιστών και σοσιαλιστών εργατών από τα κάτω, αλλά υπό προϋποθέσεις και από τα πάνω.

48 Σε ολοκληρωμένη μορφή σε Ν. Πουλαντζά, Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, τ. Β΄, Αθήνα 1975, Θεμέλιο.

49 Βλ. σε Π. Άντερσον όπ.π., σσ. 69 επ. και 83 επ. Βλ. και Λ. Τρότσκυ, Ο φασισμός και το εργατικό κίνημα στη Γερμανία, Αθήνα 2008 (επανέκδοση).

50 Ο Άντερσον επισημαίνει, παρά τη θέση του το 1977 υπέρ ενός «επαναστάτη Γκράμσι», ότι η τελική συνισταμένη των Τετραδίων παραμένει αμφίσημη, ασαφής και σκοτεινή, ανοιχτή σε πολλές αναγνώσεις.

51 Αναλυτικά σε Άντερσον όπ.π. σσ. 48-50. βλ. και σε L. Althusser, Philosophy of the Encounter, Verso 2006, σσ. 7 επ. (“Marx in his Limits”). Ο Αλτουσέρ επιβεβαιώνει τη θέση, α) ότι η καταστολή έχει εντός της αστικής εξουσίας τον τελικά καθοριστικό χαρακτήρα και β) ότι ο σκληρός πυρήνας «βίας» του αστικού κράτους δεν επιδέχεται μετασχηματισμού ή ελέγχου.

52 Βλ. και την παρέμβαση του Αλτουσέρ στο Συζήτηση για το κράτος, Αθήνα 1980, εκδ. Αγώνας Σε όμοια κατεύθυνση το πρόσφατο άρθρο του Γ. Μηλιού, «Η Αριστερά απέναντι στην αγορά και το κράτος. Σκέψεις για τη στρατηγική μετάβασης στον κομμουνισμό» Κόκκινο τ. 37/Μάρτιος 2008.

53 Ενδεικτική του γεγονότος ότι ο Μαρξισμός σε κάθε ιστορική φάση δεν είναι ένα «κομμάτι ατσάλι», ένα χωρίς αντιφάσεις συνεκτικό μόρφωμα, αλλά ένα πεδίο αλληλοσυγκρουόμενων θεωρητικών τάσεων. Βλ. και Γ. Μηλιού, Ο Μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων, Αθήνα 1996, Εναλλακτικές Εκδόσεις

 

 

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Από τον Ευρωκομμουνισμό στην Ευρωαριστερά: O «δημοκρατικός δρόμος» από στρατηγική κοινωνικής μετάβασης σε γενεαλογία ενός ηθικού credo1. Οι ήττες της εργατικής τάξης και ο ρόλος της Αριστεράς.

 

Οι περιπτώσεις της Βρετανίας και της Ιταλίας

 

 

Από τα τέλη του 1970 και εξής, η κυρίαρχη στρατηγική του αστισμού στη Δύση δεν είναι, πλέον, το κοινωνικό συμβόλαιο αλλά η καπιταλιστική αναδιάρθρωση.

Η κινητήρια δύναμη αυτής της διαδικασίας είναι η οξυμένη εκδήλωση της καπιταλιστικής κρίσης υπερσυσσώρευσης και της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους με επίκεντρο τις δυο πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και 1979.

Δεν θα σταθούμε εδώ στα αίτια της κρίσης, οι ερμηνείες για τα οποία ποικίλλουν ακόμη και εντός του μαρξιστικού στρατοπέδου. Σε κάθε περίπτωση, όμως, θα επισημάνουμε το σημαντικό ρόλο της ίδιας της επιθετικής ταξικής πάλης εκ μέρους της εργατικής τάξης και των συμμάχων της στα τέλη του ’60 και αρχές του ’70. Ένα μοντέλο ερμηνείας θεμελιωμένο αποκλειστικά στην άνοδο της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου (ο λόγος σ/μ) και στην αύξηση του σταθερού κεφαλαίου (σ) στη σχέση του προς το μεταβλητό κεφάλαιο (μ) δεν θα ήταν επαρκές: θα παρέβλεπε τελείως τις εκρηκτικές συνέπειες της αναταραχής του ’60, την ανατίναξη της ταιυλορικής οργάνωσης της εργασίας και τη σημαντική πτώση του ποσοστού εκμετάλλευσης (υ/μ) ακριβώς εξαιτίας της καμπής αυτής της ταξικής πάλης.1

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση του Γιόαχιμ Χιρς. Ο Χιρς ξεκινά από την «κλασική» μαρξιστική θεωρία της πτώσης του ποσοστού κέρδους, η οποία θεωρεί την κρίση ως εξέλιξη εγγενών αντιφάσεων εντός της κεφαλαιακής σχέσης και των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής (μεταξύ αυτών και της τάσης για αύξηση του λόγου σ/μ). Η «αναβαθμισμένη» μορφή της (όπου εδώ εντάσσει κυρίως τη «θεωρία της ρύθμισης», ιδίως το έργο του M. Aglietta, αλλά εν μέρει και τη θεωρία των «μακρών κυμάτων» του Ερνέστ Μαντέλ) προϋποθέτει μια σύνθετη στρατηγική εκ μέρους της άρχουσας τάξης για την μη εκδήλωση της κρίσης ή τη μετάθεσή της, την ύπαρξη δηλαδή ενός ηγεμονικού μηχανισμού εξαπόλυσης αντίρροπων τάσεων προς την όξυνση της κρίσης.

Σε κάθε περίπτωση, ο Χιρς επιχειρεί να αποστασιοποιηθεί από μια μηχανιστική ερμηνεία της κρίσης, η οποία είτε θα κατανοούσε την κρίση ως «τάση κατάρρευσης» είτε θα την εξηγούσε βάσει σιδερένιων οικονομικών νόμων χωρίς καμία εκτίμηση του πολιτικοιδεολογικού στοιχείου, του θεσμικού στοιχείου και τελικά της πάλης των τάξεων. Απαντώντας ουσιαστικά στην κριτική που έχει διατυπωθεί στις γερμανικές μαρξιστικές θεωρίες για λειτουργισμό και μηχανικισμό, ο Χιρς καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «οι δομικές κρίσεις του καπιταλισμού συμβαίνουν, όταν μέσα στο πλαίσιο ενός δεδομένου μοντέλου συσσώρευσης και ηγεμονικής δομής (ενός Reproduktionsmodus κατά την προσφιλή έκφραση του συγγραφέα) δεν είναι πλέον δυνατή η κινητοποίηση επαρκών αντίρροπων τάσεων στην πτώση του ποσοστού κέρδους και όταν η περαιτέρω αξιοποίηση του κεφαλαίου απαιτεί μετασχηματισμό αυτής της δομής, δηλαδή την επιβολή ενός νέου καπιταλιστικού σχηματισμού» («Φορντισμός και Μεταφορντισμός…», όπ.π. σ. 22).

Στο πλαίσιο αυτής της πλήρους αναντιστοιχίας μεταξύ του ηγεμονικού μοντέλου συσσώρευσης και της αξιοποίησης του κεφαλαίου οι κρίσεις και οι τρόποι επίλυσης των κρίσεων η κρίση εκδηλώνονται πάντοτε ως έκβαση των ταξικών αγώνων: «Οι κρίσεις και οι τρόποι επίλυσής τους είναι σε τελική ανάλυση έκφραση των συγκεκριμένων ταξικών αγώνων, μολονότι οι αγώνες πάντοτε λαμβάνουν χώρα υπό αντικειμενικές συνθήκες, οι οποίες αντεπιδρούν πίσω από τις πλάτες των δρώντων».2

Σε κάθε περίπτωση, η όξυνση της κρίσης ενεργοποιεί μια σειρά ιδεολογικών στρατηγικών και σημείων επίθεσης των κυρίαρχων διανοουμένων κατά του εργατικού κινήματος. Αυτά εντοπίζονται κυρίως: α) στη θέση ότι η άνοδος των μισθών και η αύξηση των δημοσίων δαπανών οδηγούν σε αύξηση του πληθωρισμού και σε μείωση της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Κατά συνέπεια, μειώνεται το επενδυτικό ενδιαφέρον και παλαιώνεται ο τεχνολογικός εξοπλισμός της παραγωγής χωρίς να αντικατασταθεί, β) στη θέση ότι η άνοδος των μισθών και η αύξηση των δημοσίων δαπανών δημιουργούν ένα άκαμπτο και ανελαστικό πλαίσιο για την καπιταλιστική ανάπτυξη και, τελικώς, μειώνουν τη διεθνή ανταγωνιστικότητα του κάθε εθνικού κεφαλαίου, γ) ότι, έτσι, τελικώς, ωθείται το κεφάλαιο στον τερματισμό των επενδύσεών του και στη μεταφορά του σε επενδύσεις εκτός συνόρων.

Ανατρέπεται, έτσι, μια θεωρητική παράδοση (βασισμένη στα «οικονομικά της ζήτησης»), η οποία θεωρούσε ότι η αύξηση του εργατικού εισοδήματος και η ενεργός οικονομική δραστηριότητα του κράτους δημιουργούσε αύξηση της ζήτησης και αποτελούσε την ατμομηχανή της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Σταδιακά, η απάντηση των κυρίαρχων κύκλων στην κρίση περνά από μετριοπαθείς στρατηγικές εντός του κεϋνσιανισμού/φορντισμού σε ρηξικέλευθες στρατηγικές ανατροπής του, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως νεοφιλελευθερισμός και εφαρμόζονται πιλοτικά από την κυβέρνηση της Μ. Θάτσερ στη Βρετανία και του Ρ. Ρέγκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ως τα μέσα του ’80 αυτές οι στρατηγικές παγιώνονται και υποτάσσουν όλο σχεδόν το φάσμα της πολιτικής σκηνής (από την άκρα Δεξιά ως τη σοσιαλδημοκρατική Αριστερά και σε ορισμένες περιπτώσεις εμμέσως και τα ΚΚ).

Οι στρατηγικές αυτές χτυπούν τον πυρήνα του φορντισμού και του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου ως «αντιαναπτυξιακά μέτρα» και ως «εμπόδια στην αξιοποίηση κεφαλαίου» και αναιρούν τα κύρια χαρακτηριστικά μιας ολόκληρης φάσης του μονοπωλιακού καπιταλισμού, της «παρεμβατικής-προνοιακής» φάσης (χονδρική χρονολόγηση από το 1945 ως το 1975, προηγείται η φάση σταθεροποίησης της κυριαρχίας μονοπωλιακού καπιταλισμού 1880-1945). Τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της φάσης (στη διάρκεια της οποίας και παγιώνεται ο καθεστωτικός χαρακτήρας της δυτικής σοσιαλδημοκρατίας) υπήρξαν τα ακόλουθα:

1) Η ταιυλορική οργάνωση της παραγωγής και η διάσπαση των γνώσεων/δεξιοτήτων του παραδοσιακού ειδικευμένου εργάτη και η υπαγωγή τους στην καπιταλιστική διεύθυνση (από τη δεκαετία του ’20).

2) Η τάση μετάβασης από την απόσπαση απόλυτης υπεραξίας (επιμήκυνση εργάσιμης ημέρας, εντατικοποίηση εργασίας) στη σχετική υπεραξία (μείωση αναγκαίου χρόνου μέσα από την άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας).

3) Η πλήρης εμπορευματοποίηση των υπηρεσιών αναπαραγωγής (κατάργηση αναπαραγωγής μέσα από την οικιακή εργασία) και ταυτόχρονα η ανάληψη ενός μεγάλου μέρους αυτών των υπηρεσιών από το κράτος (ανάπτυξη κοινωνικού κράτους χάρη στους εργατικούς αγώνες).

4) Η καταστροφή σημαντικών όψεων του πολιτισμού της εργατικής τάξης (Hirsch 1980).

5) Η άνοδος των δημόσιων δαπανών και η ενεργός επιχειρηματική δράση του κράτους ως μοχλού ανάπτυξης (από τη δεκαετία του ’30 και ιδίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο).

6) Η ανάπτυξη του κρατικού γραφειοκρατισμού και η εγκαινίαση της «κοινωνίας ελέγχου και επιτήρησης».

7) Η διάσπαση της ταξικής πολιτικής και η δημιουργία κομμάτων πολυταξικής «λαϊκής» (μη ταξικής) απεύθυνσης, όπως έχει δείξει ο Όττο Κιρχχάιμερ.

8) Μετωπική επίθεση στην κοινωνική και πολιτική Αριστερά.

9) Ο τριγωνικός συμβιβασμός μεταξύ εργατών-εργοδοτών και αστικού κράτους μέσα από την εκπροσώπηση οργανωμένων συμφερόντων.

Η στρατηγική αναδιάρθρωσης έχει μια πιο άμεση και μια πιο έμμεση διάσταση. Η άμεση αφορά τις στρατηγικές λιτότητας και αποδόμησης του κοινωνικού κράτους. Εδώ, ο στόχος είναι ακριβώς η μείωση του άμεσου εργατικού εισοδήματος (ως αναλογία των μισθών στο ακαθάριστο εθνικό προϊόν), ή και του έμμεσου λαϊκού εισοδήματος με τη μορφή της συρρίκνωσης των δημοσίων δαπανών και ιδίως αυτών που αφορούν κοινωνικές υπηρεσίες. Πρόκειται για τις πολιτικές που σχηματικά αποκαλούνται «νεοφιλελεύθερες».

Η έμμεση/μακροπρόθεσμη διάσταση αφορά την πλήρη αναδιοργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας, του όλου του αναπαραγωγικού και ηγεμονικού συστήματος και αυτής της ίδιας της δομής των ταξικών σχέσεων και των ταξικών αγώνων. Η στρατηγική αυτή επιζητεί, α) τη μερική αντικατάσταση του ταιυλορισμού από πιο σύνθετα και πλούσια σε διανοητική εργασία παραγωγικά συστήματα (αυτοματισμός, πληροφορικοποίηση κλπ.), β) την κατάργηση των συγκεντρωτικών μεγάλων παραγωγικών μονάδων και τη διάχυση των λειτουργιών τους σε πολλές αποκεντρωμένες μικρότερες υποομάδες, γ) τη μεταφορά επιχειρησιακών μονάδων –υπό όρους και προϋποθέσεις – σε άλλους σχηματισμούς όπου η συνολική ταξική πάλη επιτρέπει μεγαλύτερη ισχύ του κεφαλαίου, δ) την κατάργηση ολόκληρων κλάδων στο χώρο της μεταποίησης (π.χ. ανθρακωρυχεία στη Βρετανία), την απόλυση χιλιάδων εργαζόμενων και την απαξίωση έτσι κλάδων και επιχειρήσεων με μειωμένη κερδοφορία, ως «βαριδιών» κατά του ανταγωνισμού, ε) το τέλος της πλήρους απασχόλησης ως σκοπού κοινωνικής πολιτικής και την αποδοχή ενός ελάχιστου ποσοστού ανεργίας ως αναγκαίου τιμήματος για την ανάπτυξη και τις αντιπληθωριστικές πολιτικές, στ) τη μετάβαση σ’ ένα μοντέλο παραγωγής όπου ναι μεν δεν καταργείται σε καμία περίπτωση η υλική παραγωγή και η μεταποίηση αλλά όμως ενισχύεται σοβαρά ένας τομέας παραγωγής «άυλων εμπορευμάτων» που ενσωματώνουν αξία αλλά δεν έχουν απτή υλική μορφή. Εδώ, ο χώρος των υπηρεσιών γίνεται καθοριστικός – η ερμηνεία όλου αυτού του χώρου ως χώρου κυκλοφορίας και υλοποίησης της παραχθείσας αξίας είναι εσφαλμένη από μαρξιστική οπτική, ζ) πλήρη αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών όπως η πληροφορική, η βιοτεχνολογία και η γενετική μηχανική και ιδίως της κοινωνικής υποκειμενικότητας (φαντασία, πρωτοβουλία, καλλιτεχνικότητα) που γεννήθηκε μετά τα κινήματα του Μάη 1968, η) την τροποποίηση της αστικής ιδεολογίας ώστε όλη η κοινωνία να δεχθεί ότι η «εργατική υπερβολή» υπήρξε ο βασικός παράγων επιβράδυνσης της ανάπτυξης και του «γενικού συμφέροντος». Ο επαναπροσδιορισμός του «γενικού συμφέροντος» ώστε να αποκλείει τα εργατικά συμφέροντα από την υλικότητα του κράτους και των θεσμικών του συναινέσεων.

Γενικότερα, το νέο παραγωγικό και αναπαραγωγικό μοντέλο ενσωματώνει δυο διαπλεκόμενους μεταξύ τους στόχους, την αύξηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας ως προϋπόθεση εξόδου από την κρίση και τη δημιουργία ενός συστήματος ανθεκτικότερου στην ταξική πάλη και αποδιαρθρωτικού στη μορφή της ταξικής πάλης των δεκαετιών 1960 και 1970, του συγκεντρωποιημένου ταιυλορικού εργάτη της μεγάλης επιχείρησης, συνδικαλισμένου, ενταγμένου σε μαζικά αριστερά κόμματα και πολιτιστικά σχετικά συνεκτικού. Αν και η θέση που αναπτύχθηκε από τον ιταλικό εργατισμό της πλήρους προνομοποίησης της πολιτικής ως κινήτρου της αναδιάρθρωσης είναι εσφαλμένη και έντονα υποκειμενίστικη (το κεφάλαιο ως μυθικό υποκείμενο που δρα με καθαρά πολιτικά κριτήρια),3 πρέπει να θεωρηθεί δεδομένη η ύπαρξη μιας πολιτικής στρατηγικής προς την κατεύθυνση της αποδυνάμωσης της προϋπάρξασας ταξικότητας. Ο συνασπισμός εξουσίας των κυρίαρχων τάξεων, αν και αντιφατικός και διαμεσολαβημένος, εγγράφει σοφία και στρατηγική σκέψη, όπως έμαθε η Αριστερά μετά από πολλαπλά παθήματα.

Ταυτόχρονα, η επιβολή των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων συνδέεται πάντοτε με την προβολή των αναγκών μιας καπιταλιστικής οικονομίας ολοένα πιο διεθνοποιημένης. Απέναντι στη δήθεν «προστατευτική οικονομία» της προηγούμενης φάσης, τώρα αντιπροτείνεται μια κατάσταση ανοιχτών αγορών χωρίς έλεος. Όποιος δεν προσαρμοστεί και δεν ρίξει το εργατικό και κοινωνικό κόστος, θα συνθλιβεί. Οι διαχειριστές όλων των αποχρώσεων μυθοποιούν και διογκώνουν όψεις της καπιταλιστικής διεθνοποίησης για να δικαιολογήσουν τις πολιτικές της λιτότητας και των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων.

Η προσπάθεια επιβολής των στρατηγικών αυτών (άμεσων και έμμεσων επιθέσεων) συνάντησε αρχικά πολύ ισχυρή εργατική αντίσταση και ενεργοποίησε οξυμένες ταξικές συγκρούσεις ανάμεσα στα μέσα της δεκαετίας 1970 και τα τέλη της δεκαετίας 1980.

Οι περιπτώσεις της Βρετανίας και της Ιταλίας, κοινωνιών με πολύ ισχυρή ποσοτικά και ποιοτικά βιομηχανική εργατική τάξη ως και τη δεκαετία του 1980, είναι πολύ χαρακτηριστικές της σύγκρουσης και των συνεπειών της.

Α. Ήδη, από τις αρχές του 1970, οι αγώνες των εργαζομένων στη Βρετανία και ιδίως των ανθρακωρύχων διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην πολιτική ταξική πάλη και επέφεραν την ανατροπή της συντηρητικής κυβέρνησης Χηθ και την ήττα της περιοριστικής πολιτικής της μετά από ένα μεγάλο κύμα πολιτικών απεργιών (1974). Η ανατροπή του κοινωνικού συμβολαίου επέρχεται πολύ πριν από την άνοδο στη διακυβέρνηση της Μ. Θάτσερ από τις ίδιες τις Εργατικές κυβερνήσεις των Ουίλσον και Κάλλαχαν από το 1974 ως το 1979. Ήδη, με την κρίση της στερλίνας το 1976, μετά από έντονες πληθωριστικές πιέσεις αλλά και την πολιτική πίεση των Η.Π.Α., και μετά από έντονη ενδοκυβερνητική αντιπαράθεση, οι Εργατικοί δέχονται την εποπτεία του Δ.Ν.Τ. και τη σκληρή πολιτική λιτότητας που αυτό επιτάσσει και για πρώτη φορά αποσυνδέουν την πολιτική τους από τα αιτήματα των συνδικάτων.

Είναι, επίσης, η πρώτη φορά που η Αριστερά του Εργατικού Κόμματος συγκρούεται με την κυρίαρχη «ενδοτική» γραμμή της «προσαρμογής στις αγορές» (μια Αριστερά όπου συναντώνται ένα ρεύμα σοσιαλιστικής επαγγελίας και ένα ρεύμα παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης με εκφραστές τους Τ. Μπεν και Τ. Κρόσλαντ αντίστοιχα) και ηττάται κατά κράτος.4 Ήδη στην τριετία 1976-1979 τα συνδικάτα αρχίζουν μια διαδικασία αγώνα /διαπραγμάτευσης με μια Εργατική κυβέρνηση όλο και πιο ξένη προς τα συμφέροντά τους.

Η άνοδος της Θάτσερ σηματοδοτεί τη δεύτερη φάση επιθετικών στρατηγικών έναντι της μισθωτής εργασίας με μακροπρόθεσμο ορίζοντα, που αφορούν την αποδόμηση της μορφής της και τη μακροχρόνια υπονόμευση των αγώνων της. Δεν πρόκειται μόνο, πλέον, για το «νοικοκύρεμα των δημοσίων οικονομικών» με τη γενναία περιστολή των δημοσίων δαπανών και την καθήλωση/μείωση του εργατικού εισοδήματος, αλλά ιδίως για τη ριζική αλλαγή του οικονομικού και κοινωνικού τοπίου της Μεγάλης Βρετανίας. Ραγδαία αποβιομηχάνιση, κατάργηση ή απομείωση ολόκληρων κλάδων όπως τα ανθρακωρυχεία, η μεταλλουργία, τα ναυπηγεία κλπ. Το πρότυπο των τεράστιων καθετοποιημένων επιχειρήσεων (όπως ιδίως η εξόρυξη και επεξεργασία άνθρακα, μετάλλων κλπ.) καταργείται σε μεγάλο βαθμό με αποτέλεσμα και τη συντριβή του μοντέλου συνδικαλισμού που ιστορικά στηρίχθηκε σε αυτό. Αφ’ ενός μεν αυξάνει ραγδαία η ανεργία, παράγων που από μόνος του χτυπά την ταξική οργάνωση. Αφ’ ετέρου δε αποσυντίθεται το παραγωγικό/επιχειρησιακό μοντέλο που χάρη στο συγκεντρωτισμό του παρήγαγε τους ταξικούς αγώνες του ’60 και του ’70 αλλά εν πολλοίς και αυτούς του ’30 και του ’40.

Η τάση αποβιομηχάνισης συνδέεται με πολιτικές εκτεταμένων ιδιωτικοποιήσεων ιδίως στον χώρο των μεταφορών, της ενέργειας και των κοινωνικών υπηρεσιών και κοινωφελών αγαθών γενικότερα. Και στο πεδίο αυτό, η ιδιωτική νομική ιδιοκτησία συμβάλλει καθοριστικά στην ανατροπή των εργασιακών σχέσεων και την καίρια αποδυνάμωση των συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Στο πολιτικό επίπεδο, η σύγκρουση με τον θατσερισμό, ως την πιο επιθετική έκφανση του νέου ρεύματος διαχείρισης οδηγεί το Εργατικό Κόμμα σε μια μεταβατική φάση έντονης ριζοσπαστικοποίησης. Ιδίως, κατά την περίοδο 1979-1983, υπό την Προεδρία του Μάικλ Φουτ, το Εργατικό Κόμμα αναπτύσσει έντονη σοσιαλιστική ρητορική στην κατεύθυνση όχι μόνο της αποκατάστασης της κεϋνσιανής διαχείρισης αλλά και σοσιαλιστικών ακόμη συνθημάτων και προσδοκιών (δεν είναι τυχαίο ότι ο Τ. Μπεν, κλασικός εκφραστής της «σκληρής» μαρξίζουσας Αριστεράς των Εργατικών, προτείνεται ως αντιπρόεδρος του κόμματος το 1981 στη Συνδιάσκεψη του Μπράιτον και φθάνει κοντά στην εκλογή του –Βλ. Ντόναλντ Σασούν, Εκατό χρόνια σοσιαλισμού, Καστανιώτης, Αθήνα 2001, σ. 348.)

Προτείνεται η Εναλλακτική Οικονομική Στρατηγική, ένας συνδυασμός επιλεκτικών εθνικοποιήσεων, ένταξης του ιδιωτικού τομέα σε ένα είδος «δημοκρατικού σχεδιασμού», κρατικής τιμολόγησης των μεγάλων εταιρειών κλπ. Στην πραγματικότητα προτείνεται ένα είδος εθνικού κεϋνσιανισμού με πιο ισχυρό το δημόσιο τομέα από ό,τι στο παρελθόν – αλλά συνδυάζονται με αυτόν και ορισμένα ψήγματα «σοσιαλισμού», μορφές συμμετοχής κλπ. Η απόλυτα εθνοκεντρική οπτική της Αριστεράς του Εργατικού Κόμματος συνεπάγεται και στόχους εξόδου από την ΕΟΚ, κλεισίματος στην Κοινοπολιτεία κλπ. Το πιο «δεξιό»/φιλελεύθερο και ευρωπαϊστικό τμήμα του Εργατικού Κόμματος φεύγει και συγκροτεί το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SDP) με τους Όουεν, Τζένκινς κλπ.

Η στρατηγική της « σκληρής Αριστεράς» αποτυγχάνει εκλογικά το 1983, όταν οι Εργατικοί φτάνουν στο χαμηλότερο ποσοστό τους επί τέσσερις δεκαετίες. Την Προεδρία Φουτ διαδέχεται η Προεδρία Νηλ Κίννοκ, στη διάρκεια της οποίας το Εργατικό Κόμμα μετατοπίζεται προς έναν μετριοπαθή κεϋνσιανισμό και εγκαταλείπει τη σοσιαλιστική ρητορική. Η μετατόπιση της κοινωνικής βάσης των Εργατικών προς μετριοπαθέστερες θέσεις ή και προς τα αστικά κόμματα είναι, ακριβώς, αποτέλεσμα των σκληρών κοινωνικών και πολιτικών ηττών τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης από τη Θάτσερ. Έτσι, τα μεν «μεσαία στρώματα» (μια κατηγορία της αστικής κοινωνιολογίας που περιλαμβάνει τόσο ελεύθερα επαγγέλματα και μικροαστικά στρώματα όσο και διανοητικά κομμάτια της εργατικής και της μικροαστικής μισθωτής εργασίας) προσέγγισαν τα κόμματα του Κέντρου (Φιλελεύθεροι, Σοσιαλδημοκράτες) και απομακρύνθηκαν από το ριζοσπαστισμό της Αριστεράς, ενώ ένα σημαντικό τμήμα της παραδοσιακής εργατικής τάξης προεξόφλησε την κοινωνική του ήττα και στράφηκε στη συντηρητική ιδεολογία του «νοικοκυραίου» που πρότειναν οι Συντηρητικοί.5

Επίσης, τμήματα των νέων κοινωνικών κινημάτων (π.χ. φεμινίστριες) αποστασιοποιήθηκαν από τη «σκληρή Αριστερά» θεωρώντας την κρατιστική, πατριαρχική και κλειστή στις πολιτικές της ταυτότητας και του φύλου. Εκτός από την πολιτική εθνικοποιήσεων και πλήρους απασχόλησης, η «σκληρή Αριστερά» χρεώνεται και τη θεωρούμενη ως «μαξιμαλιστική» πολιτική του μονομερούς αφοπλισμού της Βρετανίας και της καταστροφής των πυρηνικών και απομάκρυνσης των βάσεων του ΝΑΤΟ. Σε συνδυασμό και με την κρίση των Φώκλαντ, όπου η θατσερική κυβέρνηση ανεβάζει τις κορώνες του εθνικισμού, η Αριστερά θεωρείται εκτός εθνικής πραγματικότητας και ανεπαρκής να στηρίξει την αμυντική πολιτική της χώρας.

Η δεκαετία του 1980 υπήρξε περίοδος αγώνα όσο και προσαρμογής για την εργατική τάξη αλλά και για το Εργατικό Κόμμα. Η «μαλακή Αριστερά» του Κίννοκ επέμεινε στη στήριξη της πλήρους εργατικής απασχόλησης και στο μη κλείσιμο των παραδοσιακών κλάδων. Επίσης, επέμεινε βασικά στη λογική του κεϋνσιανισμού, στη δυσπιστία προς την ΕΟΚ και στην πρόταση μιας φορολόγησης των υψηλών εισοδημάτων (σε αντίθεση με τις εκτεταμένες φοροαπαλλαγές των Συντηρητικών). Στη διάρκεια της μεγάλης απεργίας των ανθρακωρύχων, η ηγεσία Κίννοκ στάθηκε μεν αλληλέγγυα προς την ΝUM (το συνδικάτο των ανθρακωρύχων) και τον ηγέτη της Άρθουρ Σκάρτζιλ, αλλά δεν ταυτίσθηκε σε καμία περίπτωση μαζί του. Από ένα σημείο και μετά, το Εργατικό Κόμμα θεώρησε την άκαμπτη επιμονή των ανθρακωρύχων ως μια μορφή μάχης οπισθοφυλακών (άλλωστε, οι κυρίαρχοι κύκλοι έκαναν συστηματική κριτική στο Εργατικό Κόμμα ότι στηρίζει αυτή την ανέξοδη στάση).

Σταδιακά, η ηγεσία των Εργατικών αρχίζει να αποδέχεται τη «νέα ταξική σύνθεση». Αποδέχεται, δηλαδή, ότι η ταξική βάση και η κοινωνική γεωγραφία της χώρας αλλάζει, ότι ο συγκεντροποιημένος ταιϋλορικός εργάτης περιθωριοποιείται, ότι τα στρώματα των υπηρεσιών, της μορφωμένης μικροαστικής τάξης και των επιχειρήσεων αναβαθμίζονται και ότι το Εργατικό Κόμμα οφείλει να διαρρήξει τη σχέση του με τη μονοσήμαντη ταξική εκπροσώπηση. Η απεύθυνση στα στρώματα των υπηρεσιών, στα μεσαία στρώματα και στις πολιτικές των ταυτοτήτων τείνει να υποκαταστήσει την ταξική έγκληση στη δεκαετία ανάμεσα στην ήττα του 1987 και στη νίκη του «εκσυγχρονιστή» Μπλερ το 1997.

Βεβαίως, η ανερχόμενη τάση των «εκσυγχρονιστών» ασκώντας κριτική στην παλιά «αριστερή ηγεσία» για μάχες οπισθοφυλακών και για μη προσαρμογή στις απαιτήσεις της πλειοψηφίας της κοινωνίας και ιδίως των «δυναμικών στρωμάτων» αγνόησε τις ρίζες των προβλημάτων και απάντησε μόνο στα αποτελέσματα. Με λίγα λόγια, παρέκαμψε το γεγονός ότι δεκαετίες Εργατικής διαχείρισης των συνδικάτων και των μορφών εργατικής διαμαρτυρίας, αλλά και η πολύ ιδιόμορφη έκφραση της ταξικότητας στην πολιτική και ιδεολογική ζωή (κορπορατισμός) απέτρεψαν σε μεγάλο βαθμό μια επιτυχή άμυνα των συνδικάτων στη θατσερική επίθεση – τα συνδικάτα είχαν μάθει πρωτευόντως να διαπραγματεύονται και δευτερευόντως να αγωνίζονται στη βρετανική κοινωνία. Συνεπώς, η «εκσυγχρονιστική» λογική δεν ήταν το φάρμακο στην ασθένεια αλλά η κατάληξη μιας μακροχρόνιας ασθένειας σε μια οξύτερη τώρα μορφή – από την ταξική συμφωνία στην απουσία των τάξεων από την πολιτική.

Ο μετασχηματισμός του Εργατικού Κόμματος στο «Νέο Εργατικό Κόμμα» αποτελεί την ολοκλήρωση της εγκατάλειψης μιας λογικής έστω έμμεσης ταξικής εκπροσώπησης της μισθωτής εργασίας, προς μια πολιτική τεχνοκρατικής και αγοραίας διαχείρισης. Όλη η δεκαετία του 1990 ήταν μια περίοδος αποδοχής ενός πολύ σημαντικού μέρους του θατσερικού προγράμματος και ταυτόχρονα της άρνησης των πιο δευτερευουσών και ακραίων όψεών του. Ταυτόχρονα, το Εργατικό Κόμμα αποδέχθηκε τη λογική της νεοφιλελεύθερης ευρωπαϊκής ενοποίησης (Μάαστριχτ, Άμστερνταμ, κλπ.) και σταδιακά μετεξελίχθηκε σε σταυροφόρο του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη και σε κρίσιμο οπαδό και συνοδοιπόρο του ιμπεριαλισμού των Η.Π.Α (Γιουγκοσλαβία 1999, Αφγανιστάν 2001, Ιράκ 2003-2007). Το προφίλ αυτό, παρά τις υπαρκτότατες κοινωνικές μεταλλαγές (καταστροφή κλάδων, άνοδος ανεργίας, μείωση παραδοσιακής εργατικής τάξης προς όφελος νέων κατηγοριών της μισθωτής εργασίας) δεν ανταποκρινόταν παθητικά σε αυτές. Είχε δημιουργηθεί το βέλτιστο αστικό κόμμα για τη διαχείριση της συναίνεσης εντός της νέας πραγματικότητας.

Η περίπτωση της Βρετανίας είναι λοιπόν η ήττα ενός εργατικού κινήματος μαχητικού αλλά προσδιορισμένου από το σοσιαλδημοκρατικό κορπορατισμό και τη μη ριζική αμφισβήτηση των κυρίαρχων σχέσεων. Η υποχώρηση του εθνικού κεϋνσιανισμού τού τραβά το χαλί κάτω από τα πόδια.

Β. Η ιταλική περίπτωση παρουσιάζει ακόμη μεγαλύτερες αντιφάσεις από τη βρετανική. Ο λόγος έγκειται στο γεγονός ότι η ιταλική κοινωνία γνώρισε στις αρχές του 1970 μια περίοδο εκτεταμένης κοινωνικής αναταραχής στα όρια της προεπαναστατικής κατάστασης. Στις αρχές του 1970 (από το «θερμό φθινόπωρο του ’69 και μετά) η αναταραχή αφορά την εξέγερση των εργατών των μεγάλων εργοστασίων του Βορρά (του ταιυλορικού εργάτη της αλυσίδας παραγωγής του Μιλάνου, του Τορίνο κλπ.)6 – η αναταραχή αυτή οδηγεί σε μια ριζική αλλαγή της εργατικής νομοθεσίας επί το φιλεργατικότερον (νόμοι όπως το περίφημο Statuto dei Lavoratori) και σε μια άνθηση μορφών εργατικού ελέγχου (συμβούλια μέσα στις επιχειρήσεις κλπ.). Η αναταραχή αυτή συναντά και μια αντίστοιχη φοιτητική και εργατική νεολαιίστικη ριζοσπαστικοποίηση –άλλωστε, ως τα τέλη της δεκαετίας του ’60 στην Ιταλία δεν έχει παγιωθεί η συνείδηση του «κοινωνικού συμβολαίου».

Η δεύτερη φάση αυτής της αναταραχής εξαπλώνεται στα μέσα του 1970 όχι πια στις μεγάλες συγκεντροποιημένες επιχειρήσεις (οι οποίες και εδώ βαίνουν φθίνουσες) αλλά στην εργατική νεολαία, τους άνεργους, τους μερικά απασχολούμενους και τους εργαζόμενους των υπηρεσιών, στο φάσμα που η «Αυτονομία» θα προσδιορίσει ως «κοινωνικό» εργάτη ή ως «δεύτερη κοινωνία» (Νέγκρι 1983, όπ.π.). Ενώ η πρώτη φάση αποτελεί αμφισβήτηση του ηγετικού ρόλου του ΙΚΚ μέσα στο κίνημα, η δεύτερη φάση (1973-1979) είναι μια φάση ανοιχτής εχθρότητας και δυαδικότητας ανάμεσα στο ΙΚΚ του «Ιστορικού Συμβιβασμού» και το χώρο της επαναστατικής Αριστεράς (ιδίως τις ομάδες της Αυτονομίας). Είναι η περίοδος όπου παγιώνεται η επιλογή της ένοπλης πάλης για ένα τμήμα της επαναστατικής Αριστεράς με κορύφωση τη δολοφονία Μόρο (Μάιος 1978).

Η αναταραχή αυτή (η οποία είναι και το σημείο συνάντησης μεταξύ αντικαπιταλιστικής ανόδου και καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης) γνωρίζει δυο διαφορετικές πολιτικής διαχείρισης από την πλευρά της Αριστεράς.

Η πρώτη είναι αυτή του «Ιστορικού Συμβιβασμού» (ΙΣ) και της «εθνικής ενότητας» από το ΙΚΚ. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το ΙΚΚ, αφού πρώτα δοκιμάζει να ανακτήσει τον έλεγχο του εργατικού κινήματος απέναντι στα αντικαπιταλιστικά ρεύματα, στη συνέχεια διαμεσολαβεί συνολικά το χώρο της εργασίας σε ένα εγχείρημα μάξιμουμ πολιτικού συμβολαίου, το οποίο αποκλείει μόνον την Ακροδεξιά και την Άκρα Αριστερά. Στο πλαίσιο αυτού του συμβολαίου, συγκρούεται με τα αντικαπιταλιστικά ρεύματα.

H περίπτωση αυτή είναι, όντως, εντυπωσιακή. Το ΙΚΚ με τη στρατηγική του αυτή παρακάμπτει την εύλογη μορφή αριστερού κυβερνητισμού, το Μέτωπο με το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (ΙΣΚ). Με τα περίφημα κείμενά του για την πτώση της «Λαϊκής Ενότητας» στη Χιλή το 1973, ο Ε. Μπερλίνγκουερ ισχυρίζεται ότι μια ένωση της Αριστεράς δεν μπορεί να κυβερνήσει με το 51 % των ψήφων (το μάξιμουμ μιας τέτοιας προσπάθειας) αλλά χρειάζεται μια ευρύτατη πλειοψηφία, απαρτιζόμενη από τα τρία βασικά ρεύματα, το κομμουνιστικό, το σοσιαλιστικό και το καθολικό. Η συμμαχία αυτή παρουσιάζεται ως ο «νέος αντιφασιστικός άξονας», ως το «συνταγματικό τόξο» κατά της εκτροπής. Σε μια συγκυρία όπου ούτε η Χριστιανοδημοκρατία (ΧΔ) ούτε το ΙΚΚ μπορούν να κυβερνήσουν αυτοδύναμα (το 1976 το ΙΚΚ συγκεντρώνει το 34% των ψήφων έναντι 37 % της ΧΔ), η συνεργασία τους καθίσταται επιτακτική. Το ΙΣΚ είναι ουσιαστικά ο μη σπουδαίος τρίτος, η θέση του είναι ασήμαντη.

Η στρατηγική αυτή, κατά τις εκτιμήσεις της ηγεσίας του ΙΚΚ, είναι η μόνη που οδηγεί προς την εξουσία. Το κόμμα, παρά τη μετριοπάθειά του, παρά τη διαφοροποίησή του από την ΕΣΣΔ, παρά τη ρητή, τέλος, αναγνώριση της παραμονής στο ΝΑΤΟ το 1977, λογίζεται ως «αντίπαλος του Ψυχρού Πολέμου». Ουσιαστικά, το σύστημα λειτουργεί επί τη βάσει του μόνιμου αποκλεισμού του από τη διακυβέρνηση, από τη «συνωμοσία» των κομμάτων του νατοϊκού άξονα (την conventio ad escludendum) ώστε να μονοπωλούν την εξουσία. Άρα, η λύση είναι να νομιμοποιηθεί εντός συστήματος και να αποκτήσει κυβερνητικό ή έστω οιονεί κυβερνητικό ρόλο, με τη συναίνεση της ΧΔ. Να απομακρύνει τον κίνδυνο της «νατοϊκής εκτροπής» και να εσωτερικευθεί δια παντός ως κόμμα εξουσίας.7 Η μορφή, τελικώς, που επιλέγεται είναι η στήριξη της κυβέρνησης Τζ. Αντρεότι με αποχή των κομμουνιστών στη Βουλή το 1976 και η διαμόρφωση του Κοινού Προγράμματος τον Ιούνιο 1977.

Η διαμεσολάβηση του εργατικού κινήματος σε μια πολιτική «εθνικής ενότητας» σημαίνει και μια πολιτική αντιμετώπισης της κρίσης από κοινού με τα αστικά κόμματα. Αυτό σημαίνει ότι μετά από μια περίοδο πολύ αναβαθμισμένων εργατικών αιτημάτων και κατακτήσεων, η στήριξη του ΙΚΚ στη χριστιανοδημοκρατική κυβέρνηση συνεπάγεται και μια σειρά μέτρων λιτότητας και περιορισμού του εργατικού εισοδήματος με σκοπό την ενίσχυση της «εθνικής ανταγωνιστικότητας».

Προέκυψε έτσι μια παράδοξη θεωρία «κομμουνιστικής λιτότητας» και «κομμουνιστικά υποκινούμενου εκσυγχρονισμού».8 Σύμφωνα με αυτήν:

1.Η εργατική τάξη έχει άμεσο συμφέρον να εξέλθει η Ιταλία από την οικονομική κρίση, η οποία οφείλεται κυρίως στον πληθωρισμό και την υπερπαραγωγή εμπορευμάτων (και όχι στη μειωμένη κερδοφορία του κεφαλαίου και την υπερσυσσώρευση). Η έξοδος από την κρίση θα είναι η αφετηρία μιας αναπτυξιακής προσπάθειας με κέρδη για την κοινωνική προστασία των εργαζομένων και η υιοθέτηση ενός σχεδίου δημοκρατικού προγραμματισμού της οικονομίας. Ακολουθείται δηλαδή το σχήμα «πρώτα ανάπτυξη, μετά προστασία και αναδιανομή».

2.Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αποφευχθεί στο έδαφος της κρίσης η άμεση αναμέτρηση και σύγκρουση κεφαλαίου και εργασίας.

3.Η προοπτική του κόμματος σε αυτή τη φάση δεν είναι η οικοδόμηση του σοσιαλισμού αλλά η διάσωση της εθνικής οικονομίας και η αποδοχή θυσιών εκ μέρους των μισθωτών. Η κλίμακα τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των μισθών (scala mobile) θυσιάζεται σ’ αυτή την κατεύθυνση.

4.Ασκείται μια διπλή κριτική στην κρατική διοίκηση και στο καταναλωτικό μοντέλο του 1950 και 1960, το οποίο έχει καλλιεργήσει ο ιταλικός καπιταλισμός.

Επισημαίνονται οι αδυναμίες (πελατειακές σχέσεις, διαφθορά κλπ.) του χριστιανοδημοκρατικού κράτους και ζητείται ο αστικός εκσυγχρονισμός του (εξορθολογισμός, αποδοτική λειτουργία, παραγωγική και όχι παρασιτική παρέμβαση σε οικονομία κλπ.). Δεν αμφισβητείται τόσο ο ταξικός χαρακτήρας του αλλά η μη προσαρμοστικότητά του στις ανάγκες της διεθνούς αγοράς και της καπιταλιστικής ανάπτυξης (η διατύπωση θυμίζει αρκετά τις αναλύσεις των σοσιαλδημοκρατών στην Ελλάδα του 1990).

Από την άλλη πλευρά, ασκείται καταλυτική κριτική στον «καταναλωτισμό» όχι όμως από την οπτική των αξιών του εργατικού κινήματος ή μιας θεωρίας των «πραγματικών αναγκών» κλπ. (όπως έκαναν οι σχολές της Φραγκφούρτης, του Λούκατς κλπ.), αλλά από την οπτική της αναγκαίας ελάττωσης της εργατικής κατανάλωσης και της ιδεολογικής νομιμοποίησης της λιτότητας.9 Στη λιτότητα δίδεται «αντικαταναλωτικός» χαρακτήρας, καταπολέμηση της σπατάλης έως και ποιότητα αλληλεγγύης στον πενόμενο Τρίτο Κόσμο (ομιλία του Μπερλίνγκουερ στους διανοούμενους 1977). Προτείνεται ουσιαστικά η συγκράτηση ή και μείωση του εργατικού εισοδήματος υπέρ μιας αναπτυξιακής προσπάθειας που θα φέρει δουλειά κλπ.

Παρουσιάζεται, λοιπόν, η αντιφατική πραγματικότητα ,ένα κόμμα που θεωρητικά επαγγέλλεται τη σοσιαλιστική μετάβαση να υποστηρίζει όχι μόνο την κλασική προστασία των κοινωνικών κατακτήσεων αλλά και τη μείωσή τους για να διασωθεί το μοντέλο της κοινωνικής ειρήνης και διαπραγμάτευσης (ομοίως θα πράξει για μια περίοδο και το Γαλλικό ΚΚ εντός της κυβέρνησης Μιτεράν). Ο κυβερνητισμός του ΙΚΚ το ωθεί στο να αναλάβει καθήκοντα διαχειριστή της πρώτης φάσης της καπιταλιστικής κρίσης και τριτεγγυητή της στάσης των εργαζομένων απέναντι στον ιταλικό καπιταλισμό.

Η νομιμοποίηση της λιτότητας (όχι απλώς στήριξή της από την φιλοκομμουνιστική CGIL) είναι αποτέλεσμα μιας διακομματικής οικονομικής συμφωνίας για τον εξωτερικό δανεισμό της Ιταλίας και την υπαγωγή της στους όρους του ΔΝΤ. Η συμφωνία αυτή αποτελεί τμήμα της Προγραμματικής Συμφωνίας του 1977 (Σασούν 2001, όπ.π. σ. 202) και προϋποθέτει μείωση των δημοσίων δαπανών και συγκράτηση του εργασιακού κόστους.

Η διαχειριστική στάση του ΙΚΚ διασαφηνίζεται ακόμη περισσότερο στο ζήτημα της «δημόσιας ασφάλειας». Η ανάπτυξη αντικαπιταλιστικών ρευμάτων και πρακτικών στη δεκαετία του ’70 ενέτεινε το ζήτημα της πολιτικής βίας.

Η όξυνση της σύγκρουσης δημιούργησε τόσο ένα εκτεταμένο φάσμα διάχυτης κοινωνικής βίας όσο και τις γνωστές μαζικές οργανώσεις ένοπλης πολιτικής βίας («Ερυθρές Ταξιαρχίες» κλπ.). Η στάση του ΙΚΚ τροποποιείται ριζικά: ενώ σε μια πρώτη φάση, υπερασπίζεται τα δημοκρατικά δικαιώματα (π.χ. καταψήφιση του αντιδραστικού νόμου Ρεάλε), σε μια δεύτερη φάση δέχεται άκριτα τα έκτακτα μέτρα (αρμοδιότητες αστυνομίας κατά τη σύλληψη υπόπτων για «τρομοκρατία», φυλακές υψηλής ασφαλείας, αύξηση ορίων προφυλάκισης κλπ.), πρωτοστατεί στη στήριξή τους, και ενισχύει τη χριστιανοδημοκρατική «τρομοϋστερία». Ιδίως μετά τη δολοφονία Μόρο, το ΙΚΚ (το οποίο σθεναρά έχει αρνηθεί κάθε διαπραγμάτευση για την ανταλλαγή του Μόρο) υποστηρίζει την εκπληκτική αυταρχοποίηση που προωθεί ο Υπουργός Εσωτερικών Φρ. Κοσσίγκα.10

Κατά ένα διασταλτικό τρόπο, το ΙΚΚ, ιδίως μετά το 1977, προχωρά σε μια εξίσωση, όμοια με εκείνη του αστικού κράτους: όποιος τοποθετείται κριτικά από τα αριστερά του «Ιστορικού Συμβιβασμού» δεν είναι απλώς μια Αριστερά που διαφωνεί αλλά μια εκδοχή της «τρομοκρατίας» και του «εγκλήματος». Η ποινικοποίηση και απονομιμοποίηση της Άκρας Αριστεράς (και της Αυτονομίας ως ιδιαίτερου ρεύματος) οδηγεί στις μαζικές συλλήψεις και διώξεις του Απριλίου 1979 και στη συγκρότηση του «Θεωρήματος Καλότζερο», ενός ιδιότυπου εγκλήματος γνώμης. Όποιος αποδέχεται και επεξεργάζεται τη θεωρία της ένοπλης ανατροπής δεν μπορεί παρά να είναι και ο ιδεολογικός συνεργός ή και εγκέφαλος της «τρομοκρατίας».

Το ΙΚΚ, πολύ περισσότερο και από τη Χριστιανοδημοκρατία, γίνεται μετά τη δολοφονία Μόρο το κόμμα του «νόμου και της τάξης». Η έμφαση στην κατασταλτική λειτουργία του κράτους θα λειτουργήσει συντριπτικά κατά του κινήματος, όταν θα ξεσπάσει η μεγάλη σύγκρουση της FIAT.

Η στάση του ΙΚΚ στα μεγάλα ζητήματα της οικονομίας και της δημόσιας ασφάλειας στη δεκαετία του 1970 το καθιστά ένα κόμμα κυβερνητικό και μειώνει την αντιπολιτευτική του εμβέλεια. Έτσι, η στρατηγική να λειτουργεί ταυτόχρονα ως κόμμα του κινήματος και ως κόμμα της διαχείρισης προσκρούει σε σαφή όρια.

Το πρώτο όριο είναι αυτό της ίδιας της δομής του ιταλικού αστικού κράτους, ενός κράτους που έχει οικοδομήσει πελατειακά η ΧΔ από το 1947. Όπως αναφέρεται, κανένας διορισμός δεν μπορούσε να γίνει σε αυτό το κράτος χωρίς τη συναίνεση της ΧΔ ή των εκάστοτε συμμάχων της. Ο διοικητικός μηχανισμός δεν είχε το βαθμό αυτονομίας από τα κυβερνητικά κόμματα, που διαθέτει σε άλλες χώρες. Υπό αυτήν την έννοια, ακόμη και οι καλύτεροι νόμοι (παρά το γεγονός ότι το ΙΚΚ δεν προώθησε παρά νόμους φιλελεύθερης υφής στη διάρκεια του ΙΣ, π.χ. αποασυλοποίηση ψυχοπαθών) δεν μπορούσαν να αφομοιωθούν και να εφαρμοστούν από αυτό το κράτος. Το ΙΚΚ κατέληξε να φέρει ευθύνη για μια πολιτική που ούτε την εκπονούσε σε σημαντικό βαθμό ούτε είχε τους μηχανισμούς εφαρμογής της.

Το δεύτερο όριο ήταν αυτό της εσφαλμένης εκτίμησης της καπιταλιστικής κρίσης. Όπως έγινε φανερό και στο πρώτο κεφάλαιο, η κρίση υπερσυσσώρευσης δεν αποτελεί ούτε απόδειξη της «γενικής κρίσης του καπιταλισμού» (κατά τη σταλινική θεωρία), ούτε απόδειξη της «ολόπλευρης δομικής κρίσης» του (κατά την ευρωκομμουνιστική θεωρία). Αν δεν συντρέξουν όροι της πολιτικής πάλης των τάξεων, η οικονομική κρίση δεν γεννά από μόνη της ούτε όρους κοινωνικού μετασχηματισμού, ούτε όρους πολιτικής κρίσης.11

Το τρίτο όριο είναι το ροκάνισμα της κοινωνικής βάσης του ΙΚΚ μέσα από την κλιμάκωση της στρατηγικής καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Η εξέλιξη αυτή θα φανεί στο τέλος της φάσης του ΙΣ, όταν η διεύθυνση της FIAT αποφασίζει να κλείσει ένα μεγάλο μέρος της επιχείρησης στο Τορίνο και να προβεί σε χιλιάδες απολύσεις. Η FIAT αποτέλεσε ακριβώς το εφαλτήριο των μεγάλων αγώνων του ’60 και του ’70 και η επίθεση στην κοινωνική οργάνωση γύρω από αυτήν αποτελεί στρατηγικό πλήγμα στην οργάνωση της εργατικής τάξης στην Ιταλία –ανάλογο εκείνου των παραδοσιακών κλάδων (εξόρυξης, μεταλλουργίας κλπ.) στη Βρετανία. Ύστερα από μια πολύμηνη μαζική απεργία, το κλείσιμο επικυρώνεται μαζί με τις απολύσεις. Το ΙΚΚ αδυνατεί να στηρίξει αποφασιστικά αυτόν τον μεγάλο ταξικό αγώνα και υφίσταται τις συνέπειες της ήττας.

Συνειδητοποιώντας αυτά τα όρια, το ΙΚΚ απομακρύνεται από τον ΙΣ στα τέλη του έτους 1980 και περνά στην αντιπολίτευση προτείνοντας τη «Δημοκρατική Αλτερνατίβα», ένα είδος ενότητας της Αριστεράς. Η διάδοχη κυβερνητική λύση είναι η διαχείριση της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης από τη συμμαχία ΧΔ/ΙΣΚ με πρωθυπουργό τον Μπετίνο Κράξι. Η δεκαετία του 1980 είναι η δεκαετία του Κράξι.

H ιστορική αυτή περίοδος αποτελεί την αποκορύφωση και το τέλος της «διεφθαρμένης» πεντακομματικής Α΄ Ιταλικής Δημοκρατίας. H διαχείριση του Κράξι είναι «ρεαλιστικότερη» έναντι της νέας πραγματικότητας από εκείνη της σκιώδους συγκυβέρνησης ΧΔ-ΙΚΚ. Προχωρά αποφασιστικά στην αναδιάρθρωση διατηρώντας κατά τρόπο κορπορατίστικο/μερικό ορισμένες μορφές και δικαιώματα κοινωνικού κράτους. Μοχλός αυτής της ισορροπίας υπήρξε μια μορφή φιλελεύθερης προσωπολατρείας γύρω από το πρόσωπο και τις δεξιότητες του ίδιου του Κράξι (κατά απομίμηση του Μιτεράν). Είναι, άλλωστε, γνωστό ότι ο Κράξι επεδίωκε να ενισχύσει μια δομή της εκτελεστικής εξουσίας γύρω από αυτόν, μια μορφή προεδρικής δημοκρατίας μετά από αναθεώρηση του Συντάγματος. Το «προσωποκεντρικό» στυλ αυτό, με στοιχεία life-style, προετοίμασε ουσιαστικά τη μορφή διακυβέρνησης του «ανθρώπου των επιχειρήσεων», προσωποποιημένη στον Σύλβιο Μπερλουσκόνι.

Η αναντιστοιχία μεταξύ των αναγκών ενός κράτους ορθολογικοί, «ελάχιστου» και εκσυγχρονισμένου, απαλλαγμένου από «πελατειακά» βάρη και του υπαρκτού πελατειακού και δυσκίνητου ιταλικού κράτους της ΧΔ οδήγησε στην έκρηξη με τη μορφή των «σκανδάλων», του πολιτικού χρήματος, της διάλυσης των αστικών κομμάτων και της ανακήρυξης της Β΄ Ιταλικής Δημοκρατίας στην περίοδο 1992-1994.

Στο πλαίσιο αυτής της ενδοκαθεστωτικής αλλαγής μεταξύ 1989 και 1994, το καύχημα του δυτικού κομμουνισμού, το ΙΚΚ, αποφάσισε να εγκαταλείψει την κομμουνιστική φυσιογνωμία του και να μετεξελιχθεί σε κόμμα ευρωαριστερό, σε επαφή και σχέση με τη Σοσιαλιστική Διεθνή. Η διαδικασία αυτή ξεκινά με πρόταση του τότε ΓΓ του κόμματος Ακίλε Οκέτο τον Νοέμβριο 1989 (μετά την πτώση του τείχους) και ολοκληρώνεται το Φεβρουάριο του 1999 στο συνέδριο του Ρίμινι με τη μετονομασία του κόμματος σε «Δημοκρατικό Κόμμα της Αριστεράς» (PDS).12

Όπως εξήγησε ο Οκέτο, το κόμμα είχε μπει από καιρό στη διαδικασία να είναι ένα κόμμα «δημοκρατικού σοσιαλισμού» (δηλαδή σοσιαλδημοκρατίας) αλλά το όνομα και τα σύμβολά του εμπόδιζαν να το προσεγγίσει ένας ευρύς τομέας της κοινής γνώμης, που συμπαθούσε την Αριστερά αλλά δίσταζε να υποστηρίξει ένα κομμουνιστικό κόμμα. Η ίδια διαδικασία που ακολουθήθηκε από το ΙΚΚ επαναλήφθηκε πάρα πολλές φορές από τα πρώην ΚΚ της Ανατολικής Ευρώπης (που με λίγες εξαιρέσεις ή με μικρές διασπάσεις μετεξελίχθηκαν γοργά μετά το 1990 σε κόμματα της Σοσιαλιστικής Διεθνούς) αλλά σε κάποιες περιπτώσεις και από κόμματα της Δυτικής Ευρώπης (όπως το μικρού μεγέθους αλλά σημαντικής ιδεολογικής εμβέλειας ΚΚΕ εσωτ. στην Ελλάδα το 1986-1987). Προτείνεται δε ακόμη και σήμερα (2007) σε ένα κόμμα με την ιστορικότητα του γαλλικού ΚΚ μετά την ήττα του στις εκλογές του Μαΐου 2007.

Η μετεξέλιξη του ΙΚΚ απηχούσε μια επίλυση της αναντιστοιχίας ιδεολογικών συμβόλων και πραγματικής πολιτικής πρακτικής. Ένα κόμμα κοινωνικού συμβιβασμού μιλούσε με τη γλώσσα και τα σύμβολα της Τρίτης Διεθνούς. Αυτό έπρεπε να «αλλάξει».

Η μετεξέλιξη του ΙΚΚ σηματοδοτεί το «τέλος του κομμουνισμού», δηλαδή μια γενικότερη μετεξέλιξη του «ευρωκομμουνισμού», ως ιδιαίτερου ιδεολογικού σχηματισμού στη σκηνή της Δυτικής Ευρώπης, στην κατεύθυνση της «Κεντροαριστεράς». Βασική τομή στην ως τότε ιδεολογική συγκρότηση των ευρωκομμουνιστικών κομμάτων υπήρξε η θεωρία της «εξαφάνισης της εργατικής τάξης». Πρωτοδιατυπωμένη στη δεκαετία του 1950, επανήλθε τώρα με ισχυρότερα επιχειρήματα.

 

 

 

2.Η υπόθεση του «τέλους της εργατικής τάξης» και οι αντιφάσεις της

 

 

 

2.1. Ήδη, έχει αναφερθεί η ισχυρή τάση των δυτικών οικονομιών για: α) κατάτμηση των μεγάλων παραγωγικών μονάδων μεταποίησης, β) μεταφορά ορισμένων τμημάτων της παραγωγικής διαδικασίας σε επιλεγμένους (όχι αδιακρίτως) κοινωνικούς σχηματισμούς εκτός της Τριάδας ΗΠΑ-ΕΕ-Ιαπωνία, γ) στροφή σε κάποιο βαθμό από τα «βιομηχανικά» εμπορεύματα στα «άυλα», δ) αντικατάσταση της αλυσίδας παραγωγής από σύνθετα συστήματα, όπου ο ρόλος της επιστήμης και της διανοητικής εργασίας αυξάνεται σημαντικά.

Ως αποτέλεσμα των σύνθετων αυτών διαδικασιών, υποστηρίζεται από τη μεγάλη πλειοψηφία των κοινωνικών αναλυτών ότι η εργατική τάξη με την παραδοσιακή έννοια έχει συρρικνωθεί σημαντικά ως ποσοστό του όλου εργατικού δυναμικού και τείνει να εξαφανισθεί.

Η τάση μείωσης του τομέα της υλικής μεταποίησης (του λεγόμενου «δευτερογενούς τομέα», αν και η διάκριση αυτή είναι συμβατική – και στον «τριτογενή» τομέα υπάρχει σημαντικό μέρος υλικής παραγωγής) είχε παρατηρηθεί ήδη από την επαύριο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1953, ο Ράιτ Μιλλς (Οι χαρτογιακάδες. Η νέα μεσαία αμερικανική τάξη, εκδόσεις Κάλβος, Αθήνα 1970) υποστηρίζει ότι τα λεγόμενα «λευκά κολάρα» (υπάλληλοι, εργαζόμενοι στις υπηρεσίες και στο εμπόριο) έχουν υπερκεράσει σημαντικά τα «γαλάζια κολάρα» (τους βιομηχανικούς εργάτες) στις ΗΠΑ και ότι αυτή η κοινωνιολογική τάση επιφέρει σημαντικές αλλαγές και στη συνείδηση της μισθωτής εργασίας.

Το μοντέλο αυτό της αύξησης των «λευκών κολάρων» και της ανάπτυξης μιας «μεταϋλικής, μεταβιομηχανικής» κοινωνίας χρησιμοποιεί επίσης σημαντικό μέρος της μεταπολεμικής κοινωνιολογίας ως ένδειξη της υπέρβασης του βιομηχανικού πολιτισμού (ενδεικτικά, Ντ. Μπελλ Η μεταβιομηχανική κοινωνία, 1962, επίσης τα έργα των Σρεβάν-Σρεμπέρ, Τουραίν κ.ά.). Η μεταβιομηχανική κοινωνία θεωρείται ότι αντιμετωπίζει νέου τύπου αντιθέσεις και όχι την κλασική σύγκρουση κεφαλαίου-εργασίας, που αντιστοιχεί στη βιομηχανική αστική τάξη και το βιομηχανικό προλεταριάτο του Μαρξ.

Η τάση να αποσπάται η υλική μεταποίηση από την υπόλοιπη οικονομική διαδικασία και να διαχωρίζεται αυστηρά από εκείνη δεν συναντάται μόνο στην αστική κοινωνιολογία. Η διαίρεση της αστικής τάξης σε βιομηχανικό, τραπεζικό και εμπορικό κεφάλαιο στο έργο του Μαρξ και ιδίως στο Κεφάλαιο δεν συνεπάγεται για ορισμένους μαρξιστές και την αντίστοιχη διαίρεση σε μια βιομηχανική, τραπεζική και εμπορική εργατική τάξη. Η μαρξιστική θεωρία της εργασίας διαπερνάται και αυτή από σοβαρές αντιπαραθέσεις τάσεων και προσεγγίσεων.

2.2. H θέση ιδίως του Ν. Πουλαντζά αναφορικά με τη διάκριση μεταξύ παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας αποτελεί συνέχεια μιας παλαιότερης πολιτικοθεωρητικής προσέγγισης του εργατικού κινήματος, σύμφωνα με την οποία η εργατική τάξη περιορίζεται στο χώρο της υλικής παραγωγής και κυρίως της βιομηχανίας. Οι υπάλληλοι, όσοι εργάζονται στο εμπόριο και ακόμη περισσότερο όσοι εργάζονται στις υπηρεσίες έχουν διαφορετική ταξική θέση και συγγενεύουν με τα μικροαστικά στρώματα.

Η θέση αυτή έχει και ένα πραγματικό ιστορικό υπόβαθρο, καθώς οι «υπάλληλοι» είχαν συνήθως κάποια σχέση με τη διανοητική εργασία και από αυτή τη θέση τους απέρρεε μια ταξική αίσθηση αρκετά πιο αναβαθμισμένη από τη βιομηχανική εργατική τάξη. Η συχνή ώθησή τους στα αστικά κόμματα (αλλά και στη σοσιαλδημοκρατία εντός της Αριστεράς, ήδη από το Μεσοπόλεμο και πολύ περισσότερο μετά το 1945), το φλερτ τους με την Ακροδεξιά και το φασισμό στη δεκαετία του ’30 ενίσχυσε τη διαχωριστική γραμμή.

Η θεωρητική θέση του Πουλαντζά (η οποία βασίζεται και σε διατυπώσεις του Κεφαλαίου) είναι σε γενικές γραμμές η ακόλουθη:

Η παραγωγή αξίας και υπεραξίας συντελείται μόνο στον τομέα της υλικής παραγωγής.13 Η υλική παραγωγή, ο υλικός πλούτος, ο μετασχηματισμός της πρώτης ύλης σε τελικό προϊόν είναι εδώ η πεμπτουσία του καπιταλιστικού εμπορεύματος.

Στον τομέα του εμπορίου και των υπηρεσιών δεν έχουμε ούτε παραγωγική εργασία ούτε παραγωγή υπεραξίας. Ο μεν τομέας του εμπορίου είναι πεδίο πραγματοποίησης/ρευστοποίησης της παραχθείσας υπεραξίας, είναι το πεδίο της κυκλοφορίας όπου η υπεραξία πραγματώνεται αλλά και καθορίζεται η κατανομή της μεταξύ εμπορικού και βιομηχανικού κεφαλαίου. Εδώ λοιπόν δεν υπάρχει παραγωγή πρόσθετης αξίας ούτε και παραγωγή υπεραξίας. Υπάρχει, βεβαίως, παροχή μισθωτής εργασίας αλλά η εργασία αυτή δεν αποτελεί βάση για την παραγωγή αξίας και καπιταλιστικών εμπορευμάτων παρά μόνο επιτρέπει, καθιστά δυνατή την ολοκλήρωση της διαδικασίας αξιοποίησης που βασικά έχει συντελεσθεί αλλού.

Στην ουσία, έχουμε απόσπαση υπερεργασίας (όπως και στους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής), η δε αμοιβή για την αγορά της εργατικής δύναμης αποτελεί ένα μη παραγωγικό έξοδο για το κεφάλαιο και όχι τμήμα του μεταβλητού κεφαλαίου. Αλλά και στο ευρύτερο πεδίο των υπηρεσιών, ακόμη και όταν έχουμε μισθωτή εργασία, δεν έχουμε παραγωγική εργασία και παραγωγή αξίας και υπεραξίας. Ουσιαστικά, ο τομέας των υπηρεσιών δεν αποτελεί πεδίο παραγωγής καπιταλιστικών εμπορευμάτων, κατά την άποψη αυτήν. Η υπηρεσία είναι μια αξία χρήσης, η οποία δεν συγκροτείται σε καπιταλιστικό εμπόρευμα αλλά ανταλλάσσεται με εισόδημα.14

Κατά την αντίληψη αυτή, είτε η υπηρεσία παράγεται από τον αυτοαπασχολούμενο είτε από το μισθωτό αποτελεί μη παραγωγική εργασία.15

Τα ίδια ισχύουν, κατ’ αναλογία, και στην «παραγωγή» υπηρεσιών εντός του κράτους και του δημόσιου τομέα. Οι υπηρεσίες, εδώ, συντελούν είτε στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης (εκπαίδευση, υγεία, κοινωνικές υπηρεσίες κλπ.) είτε στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο δια του αστικού κράτους πληρώνει για την απόκτηση αυτών των υπηρεσιών, καθώς είναι αναγκαίες για τη διευρυμένη αναπαραγωγή του (οικονομικός ρόλος του κράτους). Σε τελική ανάλυση, οι εργαζόμενοι αυτοί του κράτους (δημόσιοι υπάλληλοι ή άλλοι εργαζόμενοι του κράτους) συμβάλλουν στην κοινωνική αναπαραγωγή του κεφαλαίου και πληρώνονται με μεταφορά υπεραξίας που έχει παραχθεί στην (υλική) καπιταλιστική παραγωγή. Παρέχουν απλήρωτη εργασία με τη μορφή υπερεργασίας χωρίς να παράγουν εμπορεύματα και αξία/ υπεραξία. Η διαβάθμιση μεταξύ τους (αστική/νέα μικροαστική τάξη) καθορίζεται από τη θέση τους εντός της αντίθεσης χειρωνακτικής/ διανοητικής εργασίας και του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας γενικότερα.

Όλες οι παραπάνω κατηγορίες μη παραγωγικής μισθωτής εργασίας εντάσσονται κατ’ αρχήν στη νέα μικροαστική τάξη, τα όρια της οποίας διευρύνονται σε πολύ μεγάλο βαθμό (μη παραγωγικοί μισθωτοί, στελέχη της παραγωγικής διαδικασίας αλλά και ελεύθεροι επαγγελματίες).

2.3. Η κοινωνική, οικονομική και εργασιακή εξέλιξη των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών μετά το 1980 έχει επιφέρει αναμφισβήτητα μια σημαντική μείωση των «παραγωγικών εργαζόμενων» με την έννοια που δίνει ο Ν. Πουλαντζάς (των εργαζομένων στο δευτερογενή τομέα και τις μεταφορές) εντός της μισθωτής εργασίας αλλά και μια αύξηση της συνολικής μισθωτής εργασίας εντός του οικονομικά ενεργού πληθυσμού.

Μέσα από σειρά στατιστικών, ο Ντ. Σασούν δείχνει ότι το ποσοστό των εργαζόμενων στη μεταποίηση («παραδοσιακών εργατών») εντός του οικονομικά ενεργού πληθυσμού έχει πέσει σημαντικά μεταξύ 1960-61 και 1993 στις περισσότερες αναπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες της Δυτικής Ευρώπης (όπ.π. σσ. 286-287). Ειδικότερα: στην Ο.Δ. Γερμανίας από 36,5 σε 28,2%, στη Γαλλία από 27,0 σε 18,9 %, στην Ιταλία από 31,1 σε 19,8 %, στο Ηνωμένο Βασίλειο από 34,8 σε 18,9 % κλπ..

Η κοινωνική αυτή μεταβολή συνδέεται και με τη μείωση (αν και όχι της ίδιας τάξης) των συνδικαλισμένων μισθωτών επί του συνόλου των μισθωτών στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Επίσης συνδέεται με μια ενίσχυση του «ευέλικτου», μη πλήρως απασχολούμενου, κακοπληρωμένου, μη υποκείμενου στις συλλογικές συμβάσεις εργαζόμενου. Τέλος, με μια σημαντική αύξηση της γυναικείας εργασίας, η οποία εντάσσεται περισσότερο στις ευέλικτες και κακοπληρωμένες θέσεις εργασίας.

Η υποχώρηση της μορφής του συνδικαλισμένου και πλήρως απασχολούμενου εργαζόμενου και ιδίως αυτού της κλασικής βιομηχανικής παραγωγής σηματοδοτεί μια μείωση της επιρροής του στα αριστερά κόμματα και μια εξασθένηση της ταξικότητάς τους (υπό την έννοια τουλάχιστον της συμπερίληψης των ταξικών αυτών συμφερόντων σε μια κυβερνητική στρατηγική). Επισημαίνεται ότι στα 1989 εντός ενός κλασικού κόμματος εργατικής ταξικής απεύθυνσης όπως το βρετανικό Εργατικό Κόμμα μόνον ένα στα τέσσερα μέλη του ήταν χειρώνακτες εργάτες, ενώ είχε ενισχυθεί πολύ η θέση των υπαλλήλων και ιδίως αυτών του δημοσίου τομέα και των κοινωνικών υπηρεσιών.16

Η μετατόπιση αυτή –σε συνδυασμό και με άλλα γεγονότα, όπως η πτώση του «Υπαρκτού Σοσιαλισμού» – οδήγησε σε βαθιά κρίση όχι μόνο τα ΚΚ αλλά και τις ίδιες τις δυνάμεις του αμιγώς μεταρρυθμιστικού σοσιαλισμού. Μετά το ’89 η σοσιαλδημοκρατία υπέστη μια ιδεολογική ήττα πολύ σοβαρή αν και όχι τόσο εκκωφαντική όσο ο κομμουνισμός, αφού και η δική της στρατηγική αναδιανομής στηριζόταν σε ένα συνεκτικό σχετικά (αν και πιο πολύμορφο από τα ΚΚ) κοινωνικό υποκείμενο.

Η εικόνα που παρουσιάζουν οι περισσότεροι αναλυτές είναι αυτή του «Τέλους του Προλεταριάτου» και του κοινωνικού του ρόλου. Σε αυτό το σημείο φαίνεται να θριαμβεύει η επανακάμπτουσα θεωρία ότι δεν υπάρχει πλέον η εργατική τάξη ως επαναστατική τάξη, ούτε καν ως συνεκτική τάξη (βλ. π.χ. έργα όπως: Α. Γκορτς Αντίο Προλεταριάτο, Νέα σκέψη, Αθήνα 1986).

Είναι γεγονός ότι –όπως δείχθηκε και στα παραδείγματα της Ιταλίας και Βρετανίας– οι ήττες της εργατικής τάξης οδήγησαν τόσο, α) στη μεταβολή της μορφής της και β) στην απόσπαση της πολιτικής των αριστερών κομμάτων από την όποια έκφραση των συμφερόντων της. Είναι, επίσης, γεγονός –αν και αποκρύβεται– ότι η ανεπάρκεια και ο συμβιβαστικός χαρακτήρας αυτών των κομμάτων υποβοήθησε σε μεγάλο βαθμό την επέλευση των ηττών. Ήταν οι «στρατηγοί της ήττας», όπως χαρακτήρισε κάποτε επιτυχημένα ο Τρότσκυ τη σταλινική Γ΄ Διεθνή.

Σημαίνει, όμως, αυτό ότι τα σημερινά μισθωτά στρώματα είναι, απλώς, ένα «πέλαγος μεσοστρωμάτων» ή μια πλατιά «νέα μικροαστική τάξη» κατά την ορολογία του Ν. Πουλαντζά; Κι ακόμη περαιτέρω, είναι αυτή η αιτιολογία της αστικής ηγεμονίας πάνω στα αριστερά κόμματα; Με λίγα λόγια, η υπαγωγή της σοσιαλδημοκρατίας (και σ’ ένα βαθμό ακόμη και της Ευρωαριστεράς) στη νεοφιλελεύθερη διαχείριση είναι αποτέλεσμα ότι αυτά τα κόμματα πλημμύρισαν από υπαλλήλους σούπερ μάρκετ, δημόσιους υπάλληλους, τραπεζοϋπαλλήλους, κοινωνικούς λειτουργούς και κομπιουτεράδες; Και ότι όλοι αυτοί αξίωσαν να μην αντιμετωπίζονται ως «εργάτες»; Η ειρωνική διατύπωση του ερωτήματος δεν αναιρεί καθόλου το σοβαρό του χαρακτήρα.

Η εξάπλωση της μισθωτής εργασίας (π.χ. μείωση αυτοαπασχολούμενων, παραδοσιακών μικροαστών, κλπ.) και η ταυτόχρονη υποχώρηση του παραδοσιακού εργάτη της κλασικής βιομηχανικής/υλικής μεταποίησης θέτουν το ερώτημα των ορίων της εργατικής τάξης. Αν, δηλαδή, η μαρξιστική θέση οφείλει να αποδεχθεί το επιχείρημα της «παραγωγικής εργατικής τάξης» εξορίζοντας πλήθος μισθωτών κατηγοριών (που απασχολούνται στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις του τριτογενούς τομέα) στην έννοια-καταφύγιο της «νέας μικροαστικής τάξης», ή αν τα πράγματα είναι διαφορετικά και, άρα, οδηγούμαστε σε μια διευρυμένη κοινωνικά έννοια της εργατικής τάξης.

Στο πλαίσιο της μαρξιστικής θεωρίας, είναι γνωστός ο ορισμός του Λένιν, ο οποίος επιχειρεί να συνδυάσει ως προς την έννοια της τάξης τα κριτήρια, α) της σχέσης προς τα μέσα παραγωγής, β) της σχέσης προς την κοινωνική οργάνωση/κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, γ) της σχέσης προς την κατανομή/ιδιοποίηση του υλικού πλούτου.17 Το στοιχείο της ταξικής εκμετάλλευσης/οικονομικής κυριαρχίας είναι συνδετικό και των τριών στοιχείων, ενώ η κυριαρχία αυτή συναρτάται και με τις μορφές πολιτικής και ιδεολογικής κυριαρχίας με τρόπο δομικά διαφορετικό σε κάθε τρόπο παραγωγής.

Ήδη, στο πλαίσιο της ελληνικής μαρξιστικής βιβλιογραφίας έχει υποστηριχθεί επανειλημμένα η ανεπάρκεια και ο εσφαλμένος χαρακτήρας αυτής της θέσης του Ν. Πουλαντζά.18 Μια αναλυτική παρουσίαση αυτού του ζητήματος θα μας απομάκρυνε από το βασικό αντικείμενο της μελέτης, τη στρατηγική για το σοσιαλισμό/κομμουνισμό και τους κοινωνικούς της όρους. Περιοριζόμαστε στην επισήμανση μιας σειράς ζητημάτων που έχει θέσει η ισχυρή και βάσιμη κριτική στη «στενή» προσέγγιση της εργατικής τάξης από τον Πουλαντζά.

-Ο Πουλαντζάς ορίζει πολύ στενά την έννοια της «παραγωγικής εργασίας» ταυτίζοντάς την με την υλική (κλασική βιομηχανική) μεταποίηση. Αφαιρεί έτσι από την παραγωγή εμπορευμάτων έναν τεράστιο κλάδο «υπηρεσιών», αναπτυγμένο ιδίως από τα μέσα του αιώνα και μετά χάρη στη φορντιστική εμπορευματοποίηση πρωτογενών κοινωνικών λειτουργιών (π.χ. έτοιμο φαγητό, τουρισμός, αναψυχή κλπ.) όπου σαφώς παράγεται μέσω της εργασιακής διαδικασίας αξία και υπεραξία, όπου παράγεται ένα καπιταλιστικό εμπόρευμα με την κλασική έννοια, παρά το γεγονός ότι αυτό το εμπόρευμα δεν έχει πάντοτε υλική μορφή (άυλο εμπόρευμα). Είναι σαφές ότι εδώ έχουμε –όπως και στην κλασική μεταποίηση–παραγωγική εργασία (με την έννοια της παραγωγής αξίας και υπεραξίας) αλλά και καπιταλιστική εκμετάλλευση.19

Αξίζει να σημειωθεί, ακόμη, ότι ο τομέας των «υπηρεσιών» έχει οργανωθεί από τα μέσα του 20ού αιώνα όλο και περισσότερο με βάση την ταιυλορική οργάνωση εργασίας και έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά κατακερματισμού και συγκεντρωτικής διεύθυνσης όμοια, όλο και περισσότερο, με την κλασική ταιυλορική βιομηχανία του 20ού αιώνα.

-Πέρα, όμως, από τον τομέα των υπηρεσιών, και στο χώρο του εμπορίου και της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι εδώ δεν ενσωματώνεται νέα αξία στο προϊόν αλλά απλώς ρευστοποιείται η ήδη παραχθείσα αξία, υπάρχει το στοιχείο της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης για τους μισθωτούς. Εδώ, λοιπόν, κατά την επικρατούσα άποψη, δεν παράγεται αξία αλλά ρευστοποιείται η παραχθείσα αξία. Όμως, υπάρχει πώληση του εμπορεύματος εργατική δύναμη από τον εμποροϋπάλληλο στον έμπορο/καπιταλιστή. Κατά τον αναγκαίο κοινωνικά χρόνο ο εμποροϋπάλληλος δεν αναπαράγει την αξία της εργατικής του δύναμης αλλά ρευστοποιεί τόση ποσότητα αξίας όση αντιστοιχεί στην αξία της εργατικής του δύναμης. Κατά τον πρόσθετο χρόνο, ο υπάλληλος «ρευστοποιεί», χωρίς αμοιβή, μια τέτοια μάζα εμπορευμάτων που η συνολική αξία της ισούται με το μέσο κέρδος και με το άθροισμα των υπολοίπων, εκτός του μεταβλητού κεφαλαίου, εξόδων κυκλοφορίας.20 Έχουμε δηλαδή καπιταλιστική εκμετάλλευση (όπως συμβαίνει στον παραγωγικό τομέα).

Τόσο η κοινή συνισταμένη της εκμετάλλευσης όσο και εκείνη της υπαγωγής στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας (σχέση διεύθυνσης/εκτέλεσης) και στη συνολική καπιταλιστική κυριαρχία ενισχύουν την υπόθεση ότι έχουμε να κάνουμε με τμήμα της εργατικής τάξης και όχι με μικροαστικό στρώμα.21 

– Πιο σύνθετα είναι τα ζητήματα που αφορούν τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα και στις κοινωνικές υπηρεσίες όπως και τους με τη στενή έννοια κρατικούς λειτουργούς (δημόσιους υπάλληλους). Βεβαίως, υπάρχει ένας σημαντικός τομέας παραγωγικών εργαζόμενων εντός του δημοσίου τομέα, όπου παράγονται καπιταλιστικά εμπορεύματα, τα οποία διαχειρίζεται το Δημόσιο υπό τη μορφή υπηρεσιών που πωλούνται στο κοινό (μεταποίηση, ενέργεια, ύδρευση, μεταφορές, τράπεζες). Είναι σαφές ότι οι μισθωτοί εργαζόμενοι σε αυτό το παραγωγικό τμήμα (όχι όμως και τα στελέχη) ανήκουν στην «παραγωγική» εργατική τάξη με την έννοια που δόθηκε παραπάνω (της παραγωγής υλικών αλλά και άυλων καπιταλιστικών εμπορευμάτων).

Ζήτημα τίθεται για τους εργαζόμενους που παράγουν «υπηρεσίες» προς το κοινό μη πωλούμενες αλλά παρεχόμενες δωρεάν (π.χ. εκπαίδευση, υπάλληλοι υπουργείων). Εδώ αποδεχόμαστε την προσέγγιση του Σακελλαρόπουλου, η οποία δίνει έμφαση στην ένταξη των εργαζομένων αυτών στις λειτουργίες του συλλογικού εργάτη και στο γενικότερο κοινωνικό καταμερισμό εργασίας. Υπό την παραπάνω έννοια, ο απλός (μη παραγωγικός) μισθωτός του δημοσίου τομέα που δεν επιτελεί λειτουργίες διεύθυνσης (αστική τάξη) ή ενδιάμεσου εποπτεύοντος (νέα μικροαστική τάξη) μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει στην εργατική τάξη (Σακελλαρόπουλος 2001, όπ.π.. σσ. 159-160).

Βεβαίως, το ζήτημα της ταξικής ένταξης στο δημόσιο τομέα είναι πολύ σύνθετο και δεν επιλύεται με τις παραπάνω γενικές επισημάνσεις. Ζητήματα πολιτικών ιδεολογιών, «ιδεολογιών μηχανισμώ του κράτους», αντιθέσεις γραφειοκρατικών μερίδων παίζουν σημαντικό ρόλο. Η συγκεκριμένη ανάλυση είναι, λοιπόν, αναγκαία κάθε φορά.

Προκύπτει λοιπόν ότι το πολύ μεγάλο τμήμα των μισθωτών των «υπηρεσιών», του εμπορίου και του δημόσιου τομέα δεν είναι ένα «πέλαγος μεσοστρωμάτων», όπως επιχειρεί να αποδείξει η ευρύτερη αστική κοινωνιολογία προκειμένου να το αξιοποιήσει και πολιτικά, αλλά εντάσσεται στην εργατική τάξη, με τη μαρξιστική έννοια του όρου.

Βεβαίως, η διαπίστωση αυτή δεν αναιρεί τη «δυσκολία του πραγματικού»: την εξαιρετικά μεγάλη πολυμορφία των τρόπων ύπαρξης, των μορφών εκμετάλλευσης, των μορφών αναπαραγωγής και συσσώρευσης.22 Πράγματι, το καθεστώς εργασίας της εργατικής τάξης είναι πολύ πιο αποκεντρωμένο, διάχυτο και πολύμορφο στον μεταφορντικό καπιταλισμό από ό,τι ήταν στον 19ο αλλά και στον 20ό αιώνα. 

2.4. Από πολιτική άποψη, σημαντικότερη από τη διάκριση «παραγωγικής» και «μη παραγωγικής» εργατικής τάξης εμφανίζεται, πλέον, να είναι η διάκριση «ασφαλούς» και «ανασφαλούς» τομέα της εργατικής τάξης. 

Οι σημαντικότεροι μαρξιστές αναλυτές της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης συμφωνούν στο σημείο ότι η αναδιαρθρωτική κίνηση και η παγίωση ενός ασταθούς μεταφορντικού μοντέλου ηγεμονίας/ συσσώρευσης έχει διασπάσει την ενιαία αγορά μισθωτής εργασίας. Τόσο αυτοί που επικεντρώνουν στην «έννοια της δομής» (π.χ. θεωρία της ρύθμισης ή θεωρία της αναδιατύπωσης – Γ. Χιρς, Μπ. Τζέσσοπ) όσο και εκείνοι που επιμένουν στην προτεραιότητα της πάλης έναντι της δομής (π.χ. ο Β. Μπόνεφελντ) αποδέχονται την εκτίμηση ότι ο μεταφορντικός καπιταλισμός έχει διασπάσει την κεντρική μορφή του ταιυλορικού εργάτη σε δυο υπομορφές: Α) τη μορφή ενός εργάτη του πυρήνα (“core”) της παραγωγής με υψηλή ειδίκευση, υψηλές δεξιότητες και γνώσεις, πληροφορικοποιημένου κλπ., στον οποίο αποδίδεται πλήρης απασχόληση, καλή αμοιβή, ασφάλιση, σταθερό εργασιακό καθεστώς και γενικότερα ευνοϊκές συνθήκες απασχόλησης. Ο εργάτης αυτός εκφράζει την τάση προς την υψηλή παραγωγικότητα, τα νέα σύνθετα και ευέλικτα συστήματα παραγωγής και την εργασιακή ασφάλεια. Β) Τη μορφή ενός περιφερειακού εργάτη με χαμηλή ειδίκευση, μονότονη και επαναληπτική εργασία (ταιϋλορικού τύπου), χαμηλή αμοιβή και ανασφαλή εργασία, ελαστικό εργασιακό καθεστώς. Τόσο στην παραδοσιακή μεταποίηση όσο και στις υπηρεσίες αναπτύσσεται αυτή η μορφή της «περιφέρειας» σε μεγάλη κλίμακα. Εδώ εντάσσεται κυρίως η γυναικεία και μεταναστευτική απασχόληση.23 Η μορφή αυτή εκφράζει την τάση για ευέλικτη και ανασφαλή απασχόληση, για άρση της προστασίας και για εντατικοποίηση της εργασίας με την πιο κλασική έννοια.

Κατά τους συγγραφείς αυτούς, αυτή η αναδυόμενη «δυαδικοποίηση» εντός της εργατικής τάξης θυμίζει αρκετά την «νοτιοαφρικανοποίηση ή μπαντουστανοποίηση» της Νότιας Αφρικής επί απαρτχάιντ, τη δημιουργία δηλαδή στεγανών, μη συγκοινωνούντων και εποπτευόμενων από το αστικό κράτος εργασιακών θυλάκων.

Η «δυαδικοποίηση» της εργασίας δημιουργεί σημαντικά ζητήματα όσον αφορά τις στρατηγικές ηγεμονίας και διαχείρισης των ταξικών συγκρούσεων. Ενώ οι εργάτες του «πυρήνα» θα εξακολουθήσουν να εκπροσωπούνται από τα συνδικάτα και εν μέρει από τα σοσιαλδημοκρατικά και άλλα αριστερά κόμματα, τα άμεσα συμφέροντά τους δηλαδή θα διεμβολίζουν το πολιτικό σύστημα και θα αρθρώνονται γύρω από αυτό (έστω με πιο έμμεση και δευτερεύουσα μορφή από ό,τι στη φορντική περίοδο), οι εργάτες της «περιφέρειας» κατά κανόνα δεν βρίσκουν πολιτική έκφραση και εκπροσώπηση ως προς τα δικά τους άμεσα συμφέροντα.

Εδώ ξεκινά μια ριζική τροποποίηση της ταξικής σύγκρουσης και της ηγεμονικής διάρθρωσης. Ενώ στον 20ό αιώνα και για πολλές δεκαετίες η μέριμνα για τις εργαζόμενες τάξεις λογίζονταν ως καθήκον του αστικού κράτους, αλλά επίσης υπήρχε και μια ενεργητική ιδεολογία συμμετοχής και διεκδίκησης αυτών των δικαιωμάτων από την ίδια την εργατική τάξη (ως δικαίωμα πολιτικής συμμετοχής αλλά και ως δικαίωμα επιβολής της συμμετοχής στις κοινωνικές διαδικασίες, αξίωσης λήψης θετικών μέτρων κλπ.) τώρα αυτό το «πλαίσιο ενεργητικής αξίωσης» εγκαταλείπεται και το ενδιαφέρον για τον «περιφερειακό εργάτη» (με τη μορφή του μετανάστη, του νέου εργαζόμενου) αποκτά τον ρόλο της παραδοσιακής κοινωνικής φιλανθρωπίας.

Στο πεδίο της κρατικής κοινωνικής πολιτικής αυτό μεταφράζεται, α) στις ελάχιστες παροχές ενός δικτύου ασφαλείας αντί της πλήρους κοινωνικής αρωγής, β) σε λογικές «ελάχιστου εισοδήματος» και κάλυψης της απόλυτης φτώχειας. Στο πεδίο των ηγεμονικών μηχανισμών της «κοινωνίας των πολιτών» αυτή η ανάγκη μεταφράζεται στο δίκτυο των ΜΚΟ και της οργανωμένης κοινωνικής φιλανθρωπίας. Η κεντρική πολιτική αντικαθίσταται από μερικές θεματικές πολιτικές, οι οποίες καλύπτουν και αντισταθμίζουν τα μεγάλα κενά που δημιουργεί η εγκατάλειψη του κράτους-πρόνοιας.

Αυτή η νέα θεώρηση της «κοινωνίας των πολιτών» έχει αρκετά διαφορετικά χαρακτηριστικά από την «κοινωνία των πολιτών» του 19ου αιώνα. Εκεί, το αίτημα που διατυπωνόταν από τη φωτισμένη αστική ελίτ ήταν η χάραξη μιας γενικής γραμμής προόδου για την κοινωνία και μιας δημοκρατικής κοινής βούλησης (όπως εύστοχα επισημαίνει ο νεοσυντηρητικός Σ. Χάντινγκτον στο έργο του Ποιοι είμαστε; Η αμερικάνικη ταυτότητα στον 21ο αιώνα, Νέα Σύνορα, Αθήνα 2006). Η τωρινή θεώρηση της «κοινωνίας των πολιτών» υποστηρίζει ότι έπαψε να υφίσταται η δυνατότητα μιας «γενικής γραμμής» και προσανατολίζεται στις μερικές ευαισθησίες, ανάγκες και δικαιώματα. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η δυαδικότητα στο χώρο της μισθωτής εργασίας αναπαράγει (και αλληλοτροφοδοτείται από) μια κερματισμένη, μερική και μετανεοτερική υποκειμενικότητα στο πεδίο της άρχουσας ιδεολογίας.

Στο σημείο αυτό, θα χρειαστεί να υπερνθυμίσουμε δυο διαστάσεις της «τάσης δυαδικοποίησης», μια αντικειμενική συνέπειά της στο πεδίο της πολιτικής ταξικής πάλης και μια αντανάκλασή της στο πεδίο της ιδεολογικής ταξικής πάλης.

-Ξεκινώντας από την υποκειμενική διάσταση: η δυαδικοποίηση ερμηνεύεται από την κυρίαρχη σοσιαλδημοκρατία στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ως η επερχόμενη «κοινωνία των δυο τρίτων».24 Στο πλαίσιο αυτού του σχήματος, η δυαδικοποίηση είναι μια αναπόφευκτη πραγματικότητα, απέναντι στην οποία η Αριστερά οφείλει να υποταγεί. Αν η Αριστερά συνεχίσει να αντιδρά κατά της αναδιάρθρωσης, ο κίνδυνος μεταφοράς των επιχειρήσεων στο εξωτερικό και της διόγκωσης του ανασφαλούς «ενός τρίτου» θα ενισχυθεί. Η πολιτική λογική αυτών των αναλυτών είναι η διατύπωση «έγκυρων προτάσεων διεξόδου από την κρίση», όπως η αποδοχή του κλεισίματος των προβληματικών και μη κερδοφόρων κλάδων και η συνεισφορά όλων των τάξεων (και των εργαζομένων σε «ασφαλές καθεστώς») για την επανεκπαίδευση, ειδίκευση, προσαρμογή κλπ. των ανέργων ώστε να εξεύρουν εργασία. Μια άλλη παραλλαγή είναι αυτή της μείωσης των «προνομίων» των «ασφαλών εργαζομένων» (π.χ. μονιμότητα στο δημόσιο τομέα) ή της συγκράτησης/μείωσης αποδοχών ώστε να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας. Τα «ρετιρέ» (συνήθως ισχυροί τομείς συνδικαλιστικής οργάνωσης) επικρίνονται, καθώς η άκαμπτη στάση τους υποδηλώνει αναισθησία για τους «άνεργους», τους χαμηλόμισθους κλπ., σαν να ήταν αυτές οι κατηγορίες που επέφεραν την ανεργία, τους χαμηλούς μισθούς κλπ.

Όλες αυτές οι προβληματικές καταλήγουν σε μια εσωτερική αναδιανομή εντός της εργατικής τάξης, η οποία δεν αγγίζει ποτέ το κεφάλαιο. Μ’ έναν παρεμφερή τρόπο στην ιταλική κοινωνία του τέλους της δεκαετίας του 1970 αναπτύσσεται από τους θεωρητικούς του ΙΚΚ το σχήμα των «δυο κοινωνιών». Εδώ, η πρώτη κοινωνία είναι αυτή που διαπερνάται από την κανονική ταξική πάλη (όπου οι δύο πόλοι, η αστική τάξη και η εργατική ανταγωνίζονται αλλά και ομονοούν για το «κοινό καλό»). Η δεύτερη είναι αυτή του υποπρολεταριάτου, της τρομοκρατίας και του κοινού εγκλήματος, οι δυνάμεις αποσταθεροποίησης της ομαλότητας και του νόμου. Εδώ, η λογική δεν είναι η αλληλεγγύη αλλά ο ανταγωνισμός μεταξύ των «δυο κοινωνιών».25

Όσον αφορά την αντικειμενική διάσταση του προβλήματος: η μη εκπροσώπηση του «ανασφαλούς» τμήματος από τα αριστερά κόμματα και η μη πολιτική άρθρωση των αναγκών του –παρά μόνο μέσα από τα δίκτυα της κοινωνικής φιλανθρωπίας και του «εθελοντισμού» – έχει ως αποτέλεσμα τη μη συνάντηση, συχνά, των αγώνων του «ασφαλούς» και του «ανασφαλούς/αποκλεισμένου» τομέα. Έτσι, οι αγώνες στη Γαλλία κατά του Ευρωσυντάγματος το 2005 ή κατά του Συμφώνου Πρώτης Απασχόλησης το 2006 δεν συναντήθηκαν με την εξέγερση των περιθωριοποιημένων νέων των προαστίων το φθινόπωρο του 2005. Η στάση αυτών των νέων αντιμετωπίσθηκε ακόμη και από την Αριστερά ως «ακατανόητη», «μη πολιτική» και εν τέλει κάπως μηδενιστική. Με ανάλογο τρόπο τα κομμάτια της εναλλακτικής, πράσινης ή και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στις ΗΠΑ, τα οποία απηχούν τμήματα της «ασφαλούς» εργατικής τάξης και της μικροαστικής τάξης δεν συνδέθηκαν με «άγριες εξεγέρσεις», όπως αυτή του Λος Άντζελες το 1992.

 

 

 

3.Τάξη χωρίς ταξική συνείδηση;

 

 

 

Παρά το ότι οι ταξικοί αγώνες συνεχίζονται, ενίοτε δε οξύνονται, η συνείδηση του «ανήκειν στην εργατική τάξη» φαίνεται τις τελευταίες δεκαετίες να εξασθενεί. Τι ακριβώς συμβαίνει;

Αν δεχθούμε ότι η εργατική τάξη συγκροτείται κατά μία έννοια πρωτογενώς με βάση την «εκμετάλλευση» (και, άρα, με βάση τους δομικούς της προσδιορισμούς26) εντός των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και δευτερογενώς ως μία τάξη με πολιτική ταξική συνείδηση, με σαφή πολιτική ταξική τοποθέτηση, είτε επαναστατική είτε πάντως ανοιχτά συγκρουσιακή (ως «προλεταριάτο»), τότε είναι νοητή η χρόνια ύπαρξη ή και επέκταση ακόμη μιας εργατικής τάξης, η οποία πλειοψηφικά δεν έχει τα πολιτικά χαρακτηριστικά του «προλεταριάτου», χωρίς να έχει απολέσει την τάση να ξαναϋπάρξει ως «προλεταριάτο». Αυτή, όμως, η θέση δεν είναι αδιαμφισβήτητη.

Στο πλαίσιο του μαρξισμού, έχουν υποστηριχθεί και οι δύο αντικρουόμενες απόψεις: τόσο η θέση ότι η εργατική τάξη υπάρχει μόνον από τη στιγμή που συγκροτείται σε ένα σύνολο με ομοιογενή ταξική συνείδηση (η άποψη του E. P. Thompson [1961] αλλά και του E. Hobsbawm [1971]) αλλά και η αντίθετη θέση ότι η εργατική τάξη –όπως και οι υποτελείς τάξεις των προκαπιταλιστικών τρόπων παραγωγής και ιδίως οι δούλοι– μπορεί να υπάρξει κοινωνικά χωρίς να αναπτύσσει πολιτική ταξική συνείδηση και να εκδηλώνει ανοιχτό πολιτικό αγώνα ως διακριτή δύναμη27. Ιδίως, ο Ste Croix υποστηρίζει με αναφορά σε περισσότερα έργα του Μαρξ (Κεφάλαιο, 18η Μπρυμαίρ, Φιλοσοφία της Αθλιότητας, βλ. Ste Croix 1988, σσ. 95-103) ότι η ύπαρξη της τάξης εδράζεται αναγκαστικά στην ύπαρξη σχέσεων εκμετάλλευσης (απόσπασης πλεονάσματος). Η ταξική εκμετάλλευση συνεπάγεται αναγκαστικά σχέσεις πάλης και αντιπαλότητας, μορφές ένταξης σε ανταγωνιστικές κατηγοριοποιήσεις και συλλογικές ταυτότητες, «μοριακές» ή συλλογικές μορφές πάλης. Δεν συνεπάγεται όμως αναγκαστικά –σίγουρα όχι στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες και πιθανότατα ούτε στην καπιταλιστική– την αυτοτελή ή έστω εμμέσως αυτοτελή πολιτική συγκρότηση της τάξης και την ανάπτυξη από αυτήν ενός διακριτού πολιτικού προγράμματος.

Η θεώρηση αυτή μοιάζει να είναι πειστικότερη από εκείνη της «τάξης» που συγκροτείται ή απο-συντίθεται με γνώμονα την ύπαρξη διακριτής πολιτικής ταξικής συνείδησης. Η τελευταία θέση θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει στην άποψη του «τέλους» όχι μόνο της εργατικής τάξης αλλά και γενικότερα της ταξικής πολιτικής σύγκρουσης στον υπερώριμο αναπτυγμένο καπιταλισμό. Βρισκόμαστε σε μία μακροχρόνια συγκυρία όπου η ήττα των εργατικών κινημάτων καταλήγει (όχι αναγκαστικά μόνιμα) στη σε μεγάλο βαθμό απουσία αυτοτελούς πολιτικής εκπροσώπησής τους, είτε λόγω της έκλειψης των ιστορικών μαρξιστικών κομμάτων, είτε εξαιτίας της σημαντικής εξασθένησης των ρεφορμιστικών πολιτικών προγραμμάτων και των ρεφορμιστικών συνδικάτων. Η θέση που αντιλαμβάνεται την εργατική πολιτική συγκρότηση «προοδευτικά» είτε ως ένα ρεύμα βασισμένο στον «ιστορικό νόμο της κοινωνικοποίησης της παραγωγής και της αντιστοίχησης παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων» (σοβιετικός μαρξισμός), είτε ως ένα ρεύμα αναγκαίας δικαίωσης και διαρκούς ευθύγραμμης εμβάθυνσης των ιστορικών αναγκών της ανθρωπότητας, και άρσης μιας και δια παντός των φενακισμών και των ατελών κοινωνικών συνειδήσεων, (ως δείκτη αναδιάταξης και πτώσης της κοσμοαντίληψης μιας άρχουσας τάξης –εκδοχές της λουκατσιανής προσέγγισης) μοιάζει να είναι αμήχανη απέναντι σε ένα προτσές οπισθοδρομήσεων, τεθλασμένων γραμμών, ταλαντεύσεων και αναστοχασμού, απέναντι στην ιστορική αλλά όχι αμετάκλητα ανίκητη ισχύ του κεφαλαίου, πριν από μία νέα φάση κινηματικών επιθέσεων.

Όπως έχει επισημάνει ο Ν. Πουλαντζάς,28 ασκώντας κριτική στην προβληματική του Λούκατς, η ταξική συνείδηση της εργατικής τάξης δεν κινείται σταθερά προς μία κατάσταση «τελείωσης» και ηγεμονικής ολοκλήρωσης, ούτε κινείται απομονωμένα από την αστική ιδεολογία, σαν κάθε τάξη να χαρακτηρίζεται από μία ιδεολογία-ταυτότητα. Η συνείδηση και η ιδεολογία της εργατικής τάξης καθορίζεται σε αλληλεξάρτηση προς τις άλλες τάξεις κατά την πολιτική και ιδεολογική ταξική πάλη και επηρεάζεται από την έκβαση αυτής.

Η χρονικά οριοθετημένη αδυναμία αυτοτελούς πολιτικής εκπροσώπησης και αγώνα δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση απουσία της ταξικής πάλης ή μιας μορφής ταξικής ένταξης και συνείδησης. Κατ’ αρχήν η ίδια η ύπαρξη των ανταγωνιστικών αλλά και των μη ανταγωνιστικών τάξεων δεν υπάρχει εν κενώ αλλά μόνο μέσα και δια της ταξικής πάλης. Μιας ταξικής πάλης που ξεκινά από πρακτικές (ακόμη και μοριακές) στην παραγωγή, σπάει την «οικονομική απομόνωση» των παραγωγών, δημιουργεί οικονομικούς αγώνες, προχωρά στην ανάπτυξη πολιτιστικών αντιστάσεων στο κεφάλαιο, χρωματίζει τα ρεύματα της «αποκλεισμένης νεολαίας» και την αντίστασή τους, διαπερνά και καθορίζει ακόμη και την ανάπτυξη των «μη εργατικών» κινημάτων και των αξιών τους, αναπαράγεται στην ακόμη και κάτω από δυσκολίες συντήρηση των συνδικαλιστικών και οικονομικών ταξικών διεκδικήσεων, φιλτράρει ως έναν βαθμό ακόμη και τις τροποποιούμενες σχέσεις εκπροσώπησης των σοσιαλφιλελεύθερων ή και των συντηρητικών κομμάτων, καλλιεργεί μία δυσανεξία και έλλειψη ικανοποίησης ακόμη και στις κοινωνίες του μητροπολιτικού καπιταλισμού.

Το πρόβλημα λ.χ. της κοινωνικής και πολιτικής βίας είναι ένας σημαντικός δείκτης της αναπαραγωγής, κάτω από λανθάνουσες έστω μορφές, της όξυνσης της ταξικής πάλης.29 Παρά τις αντιρρήσεις ενός δημοφιλούς «αριστερού» μύθου περί επιστροφής στη μη-βία (βλ. τις όψιμες θέσεις του Φ. Μπερτινότι30), η αύξηση μορφών βίας από τμήματα της άνεργης και της ανασφαλούς εργασιακά εργατικής τάξης (και μιας νέας εργατικής νεολαίας), όπως έχουμε δει στην περίπτωση της εξέγερσης τους Λος Άντζελες το 1992, στην εξέγερση το φθινόπωρο των γαλλικών προαστίων, στην εξέγερση του Δεκέμβρη στην Ελλάδα, αλλά και σε εκρήξεις «ακραίων» τμημάτων του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης (βλ. Γένοβα 2001) δείχνει ακριβώς την αδυναμία τμημάτων που ασφυκτιούν να υπαχθούν σε μία αναιμική έως νεκρή παραδοσιακή πολιτική εκπροσώπηση της εργασίας και την έστω τυφλή, έστω «μη πολιτική» ακόμη αντίδρασή τους, ακόμη τη σημαντική τους διαφοροποίηση από τη μορφή αντίστασης πιο ασφαλών και πιο αγκιστρωμένων κοινωνικά τομέων της εργασίας. Δεν είναι άσχετη και η αδυναμία ικανοποιητικής επικοινωνίας μεταξύ του μπλοκ του «όχι» στη Γαλλία του 2005 και του εξεγερμένου «κόσμου των προαστίων». Παρά όμως την αίσθηση «μη διεξόδου» που μαρτυρούν αυτές οι αντιδράσεις, αποτελούν ταυτοχρόνως και μορφές ανάκλησης του ζητήματος της εξέγερσης και όχι αποκλειστικά μορφές ενός αδιέξοδου «μηδενισμού».

Κατά έναν αντίστοιχο τρόπο, η εμμονή τμημάτων του ισλαμικού κόσμου σε μία διεθνή ένοπλη βία («τρομοκρατία») και μάλιστα με αυξημένη την τάση για αισθητικοποίηση/θεαματικοποίηση αυτής της βίας είναι επίσης μια ισχυρή ένδειξη όχι μόνο ενός αντιδραστικού πρωτοφασιστικού ισλαμισμού –όπως θα ήθελε η φιλελεύθερη Αριστερά για να ξεμπερδέψει με τους «παράλληλους φονταμενταλισμούς» ως Δίδυμους Πύργους– αλλά και μιας διάχυσης της τάσης για κοινωνική και πολιτιστική εξέγερση κατά του ιμπεριαλισμού και του διεθνοποιούμενου καπιταλισμού σε τεράστια πληβειακά στρώματα της περιφέρειας, αλλά και σε σημαντικά τμήματα των περιφερειακών αρχουσών ομάδων (π.χ. αραβική αστική τάξη) που, πράγματι, δεν διαχέεται πια μέσα από κλασικά νεοτερικά πολιτικά κινήματα. Ταινίες όπως η «Συριάνα» του Κλούνυ ή το “V for Vendetta” του Moore αποδεικνύουν έναν έντονο δυτικό-αριστερό θαυμασμό για αυτά τα ένοπλα κινήματα, που αν και αδιαμόρφωτος, είναι πάντως υγιέστερος από τη φιλελεύθερη καταδίκη τους.

Όμως τα παραπάνω έχουν, όντως, ένα σαφές όριο ακόμη. Η εκ νέου μετάβαση από την απλή στη διευρυμένη αναπαραγωγή της ταξικής πάλης προϋποθέτει την επανανακάλυψη της εργατικής πολιτικής και του εργατικού πολιτικού πολιτισμού.

Αν αυτό δεν ενδυναμωθεί και δεν οδηγήσει στη διαμόρφωση εκ νέου προγραμμάτων διακριτής εργατικής πολιτικής –τα οποία, βεβαίως, θα ενσωματώνουν και ευρύτερες κινηματικές πρακτικές χωρίς όμως να διασκορπίζονται μέσα σε αυτές– τότε η ισχυρή τάση για μία εργατική τάξη που θα δρα, ακόμη και στις στιγμές της εντονότερης σύγκρουσής της, εντός του κόσμου του κεφαλαίου, ως δύναμη κλονισμού και αναδιάρθρωσής του και όχι ως δύναμη ανατροπής του μακροπρόθεσμα θα παγιωθεί. Θα έχουμε, δηλαδή, την επιστροφή από μία κυριαρχούμενη τάξη φορέα μιας δυνατότητας για επαναστατική ανατροπή της ταξικής κοινωνίας (όπως εννοεί ο Μαρξισμός την εργατική τάξη ονομάζοντάς την «προλεταριάτο») σε μία αγωνιζόμενη κυριαρχούμενη τάξη που θα αποτελεί μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης του, όπως ήταν οι κυριαρχούμενες τάξεις των προκαπιταλιστικών σχηματισμών. Η αλληλεγγύη με αυτήν την τάξη θα εξακολουθεί να είναι ηθικοπολιτικά κρίσιμη, δεν θα αναδεικνύει, όμως, την τάση προς τον κομμουνισμό, αλλά προς έναν εφικτό περιορισμό της αθλιότητας του κεφαλαίου ή –πιθανόν– προς ένα επόμενο σύστημα ταξικής κυριαρχίας.

Αν οι ήττες της επανάστασης οδήγησαν για πολλές δεκαετίες σε μία –κατά τον Λένιν, τον Γκράμσι ή τον Λούκατς– ατελή μεταρρυθμιστική πολιτική συνείδηση ως κύρια όψη, η αποδιάρθρωση του μεταρρυθμισμού χωρίς την επιστροφή του ανατρεπτικού προτάγματος θα μπορούσε να οδηγήσει στην πλήρη εξαφάνιση της εργατικής πολιτικής συνείδησης. Κατά έναν φαινομενικά παράδοξο τρόπο, η παρακμή της εργατικής πολιτικής δεν θα σήμαινε μόνο την απομάκρυνση στις καλένδες του ζητήματος του κομμουνισμού αλλά και την παρακμή τόσο του όποιου μεταρρυθμισμού και των ιστορικών δομών της αστικής δημοκρατίας, αλλά και της ίδιας της πολιτικής λειτουργίας του κράτους-έθνους. Έτσι, η εργατική τάξη θα παράσερνε στο θάνατο όχι μόνο το όραμα της χειραφέτησής της αλλά και θεσμούς που σε σημαντικό βαθμό υπήρξαν τόσο κατακτήσεις της όσο και κοινωνικά της δεσμά ή περιορισμοί. Αυτό θα ήταν το τίμημα του θανάτου της ως δυνάμει ηγεμονικής τάξης.

 

 

 

 

1 Βλ. σε Μπ. Κοριά Ο εργάτης και το χρονόμετρο, Αθήνα 1986, Κομμούνα. Αναλυτικά για τις θεωρίες των καπιταλιστικών κρίσεων βλ. σε Γιόαχιμ Χιρς «Φορντισμός και Μεταφορντισμός. Η παρούσα κοινωνική κρίση και οι συνέπειές της» στο Β. Μπόνεφελντ – Τζ. Χόλλογουαιυ Μεταφορντισμός και κοινωνική μορφή-μια μαρξιστική συζήτηση για το μεταφορντιστικό κράτος σ. 16 επ. Στο πλαίσιο της ελληνικής βιβλιογραφίας και Γ. Σταμάτη (επιμ.) Κρίση και οικονομική πολιτική, Κριτική, Αθήνα 1986, Γ. Μηλιός Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός-από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη, Κριτική, Αθήνα 2000, Η.Ιωακείμογλου Για την αντικαπιταλιστική έξοδο από την κρίση, Θεσσαλονίκη 1987, Γ. Μηλιός, Δ. Δημούλης, Γ. Οικονομάκης Η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό, Νήσος, Αθήνα 2005, κεφ. 7-9.

2 Στο σημείο αυτό ο Χιρς συμφωνεί ουσιαστικά με πλευρές της επιχειρηματολογίας του Κοριά και άλλων μαρξιστών συγγραφέων που επιμένουν στο ότι υπάρχει όντως μια ανάλογη σχέση ανάμεσα στη μείωση της καπιταλιστικής κερδοφορίας και της ανόδου των ταξικών αγώνων (“profit squeeze theory”). H κριτική του Χιρς σε αυτή την τάση επισημαίνει ότι υπερτονίζουν τη σφαίρα της διανομής (αύξηση μισθών) έναντι εγγενών τάσεων στην ίδια την παραγωγή, αλλά και δεν λαμβάνουν υπ’ όψη τους επαρκώς τα ιδεολογικά και θεσμικά πεδία της όλης σύγκρουσης (αφού η σύγκρουση επεκτείνεται σε όλη την κοινωνία και όχι μόνο στην παραγωγική διαδικασία). Για τη θέση του Μαντέλ βλ. σε Μαντέλ Ο ύστερος καπιταλισμός, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1987.

3 Βλ. και Τ. Νέγκρι, Ο ιταλικός Μάης – από τον εργάτη-μάζα στον κοινωνικό εργάτη, Αθήνα 1983, Κομμούνα.

4 Βλ. Ντόναλντ Σασούν, Εκατό χρόνια σοσιαλισμού, Καστανιώτης, Αθήνα 2001, σσ. 85-100.

5 Όψεις αυτής της διαδικασίας περιγράφηκαν από την αρθρογραφία του περιοδικού Marxism Today στις αρχές του 1980. Το περιοδικό αυτό, που πρόσκειτο στο ευρωκομμουνιστικό ΚΚ Μεγάλης Βρετανίας, έβγαλε το συμπέρασμα ότι ήταν αναγκαία η προσαρμογή σε ορισμένες θετικές πλευρές του θατσερισμού. Ο αριστερός αναθεωρητισμός βρήκε εδώ την πρώτη του κοιτίδα προτού εγκατασταθεί ως κυρίαρχη τάση στους Εργατικούς.Βλ. σε Stuart HallMartin Jaques, The Changing Face of Politics, London 1989 (συλλογή άρθρων του περιοδικού).

6 Βλ. σε Ν. Μπαλεστρίνι, Τα θέλουμε όλα, Αθήνα 1979, Στοχαστής και Il Manifesto, 200 θέσεις για τον κομμουνισμό», Εξάντας, Αθήνα 1976. Επίσης, Π. Σωτήρης, «La rossa primavera», σε Θέσεις 104, σσ. 115-164 και www.theseis.com.

7 Βλ. Σασούν όπ. π. 190-200. Κατά το συγγραφέα, ο σκοπός του ΙΣ ήταν βασικά η εξάλειψη της «συνθήκης αποκλεισμού». Με αυτή την έννοια, το ΙΚΚ γνώρισε το δικό του Μπαντ Γκόντεσμπεργκ (τη δοκιμασία διακυβέρνησης) πολύ πριν μεταλλαχθεί σε Κόμμα Δημοκρατικής Αριστεράς (PDS) το 1991.

8 Bλ. «Έκθεση στην Κεντρική Επιτροπή ΙΚΚ» του Οκτωβρίου 1976, του Ενρίκο Μπερλίνγκουερ, Εκλογικό πρόγραμμα ΙΚΚ του 1976, ομιλία του Λουτσιάνο Λάμα τον Οκτώβριο 1976 σε συνδικαλιστές της CGIL, ομιλία του Μπερλίνγκουερ στους διανοούμενους τον Ιανουάριο 1977. Όλα παρατίθενται σε Ε. Μαντέλ, Κριτική του Ευρωκομμουνισμού, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1981, σσ. 206-230, «Το Ιταλικό ΚΚ απόστολος της λιτότητας».

9 Βλ. Μαντέλ όπ.π. σσ. 224 επ.

10 Βλ. σε Δ. Μπελαντή, Αντιτρομοκρατική νομοθεσία και αρχή του κράτους δικαίου, Π. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 1997, σ. 551 επ., Δ. Δεληολάνη Το φαινόμενο της τρομοκρατίας –άνοδος και πτώση των «Ερυθρών Ταξιαρχιών», Στοχαστής, Αθήνα 1992. Βλ. και V. Ferrari “Symbolischer Nutzen der Gesetzgebung zur inneren Sicherheit in Italien”, σε von Blankenburg (Hrg.) Politik der inneren Sicherheit, Frankfurt/Main 1980 σσ. 90 επ.

11 Όπως ορθά επισημαίνεται, από σοσιαλδημοκρατική θέση, από τον Σασούν 2001, όπ.π., σ. 208.

12 Βλ. Σασούν 2001, όπ.π. σσ. 420-421.

13 Βλ. σε Ν. Πουλαντζά, Οι κοινωνικές τάξεις στο σύγχρονο καπιταλισμό, Θεμέλιο, Αθήνα1990, σσ. 261-276.

14 Όπ.π. σ. 264 Ο Πουλαντζάς παραπέμπει στο Κεφάλαιο (στον ανολοκλήρωτο Τρίτο Τόμο του): «Αυτή δεν είναι μια σχέση όπου μετατρέπω το χρήμα σε κεφάλαιο ή μέσω της οποίας αυτός που παρέχει υπηρεσία, ο καθηγητής, με μετατρέπει σε κεφαλαιούχο του, σε αφεντικό του. Για να προσδιορίσω τον οικονομικό χαρακτήρα της σχέσης αυτής δεν με ενδιαφέρει διόλου αν ο γιατρός με θεραπεύσει, αν η διδασκαλία του καθηγητή είναι αποτελεσματική, αν ο δικηγόρος κερδίσει την υπόθεσή μου. Αυτό που πληρώνω είναι η υπηρεσία σαν τέτοια..». Όμως, το χωρίο αυτό διακρίνει την υπηρεσία από το συγκεκριμένο της περιεχόμενο, δεν απαντά στο αν η υπηρεσία συγκροτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση καπιταλιστικό εμπόρευμα ή παρέχεται απλώς ως αξία χρήσης.

15 Για την παρουσίαση και κριτική των απόψεων αυτών βλ. Γιάννης Μηλιός και Γιώργος Οικονομάκης, «Εργατική τάξη και μεσαίες τάξεις: Ταξική θέση και ταξική τοποθέτηση (Μια κριτική προσέγγιση στη θεωρία των κοινωνικών τάξεων του Νίκου Πουλαντζά)», Θέσεις τ. 99, σσ. 19-55 και Γιάννης Μηλιός και Γιώργος Οικονομάκης, «Για τον ταξικό προσδιορισμό της εργατικής και της νέας μικροαστικής τάξης. Μια απάντηση», Θέσεις τ. 105, σσ. 15-31, αμφότερα επίσης στο διαδικτυακό τόπο www.theseis.com.

16 Σασούν όπ.π. σσ. 291-292.

17 Β. Ι. Λένιν Άπαντα, τ. 39, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1988, σ. 15.

18 Πέραν των κειμένων των Γ. Μηλιού και Γ. Οικονομάκη που αναφέραμε σε προηγούμενη υποσημείωση βλ. Σπ. Σακελλαρόπουλου Η Ελλάδα στη Μεταπολίτευση, Νέα Σύνορα, Αθήνα 2001, σσ. 121-168 και Γ. Μαυρή «Το πρόβλημα της μικροαστικής τάξης στην Ελλάδα», Θέσεις τ. 9/1984.

19 Βλ. σε Σακελλαρόπουλο όπ.π. σ. 150, όπου επίσης ο συγγραφέας παραπέμπει και στη σχετική μνεία του Μαρξ ότι παραγωγική εργασία είναι αυτή που ανταλλάσσεται με κεφάλαιο: στον 3ο Τόμο του Κεφαλαίου, σσ. 362, 363 (έκδοση «Σύγχρονη Εποχή»).

20 Βλ. σε Σακελλαρόπουλο οπ.π. σ. 128.

21 Η άποψη ότι στον τομέα του εμπορίου και της κυκλοφορίας δεν παράγεται (αλλά απλώς αναδιανέμεται) αξία και υπεραξία ελέγχεται, πάντως, από τη σκοπιά της μαρξιστικής Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας. Βλ. χαρακτηριστικά Γ. Σταμάτης, «Η θέση της “κυκλοφορίας” στην αναπαραγωγή του οικονομικού συστήματος και στην παραγωγή υπεραξίας και κέρδους», Θέσεις τ. 29, 1989, σσ. 119-32 και www.theseis.com.

22 «Όμως το να υποστηρίζει κανείς ότι οι ανθρακωρύχοι, το προσωπικό καθαριότητας των νοσοκομείων, οι χρήστες ηλεκτρονικών υπολογιστών, οι ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι, οι καθηγητές πανεπιστημίου, οι ποδοσφαιριστές και οι μπράβοι των νάιτ κλαμπ και άλλοι “μισθωτοί” έχουν όλοι συγγενική ταξική θέση –και επομένως την ίδια ταυτότητα και τα ίδια συμφέροντα– είναι μάλλον μη ευλογοφανές», Σασούν όπ.π. σ. 285. Πρόκειται για λογικό άλμα: Απορρίπτοντας ο συγγραφέας το ανομοιογενές μείζον, απορρίπτει και το σχετικά ομοιογενές έλασσον.

23 Γ. Χιρς όπ.π. σσ. 39-42, Β. Μπόνεφελντ «Αναδιατύπωση της θεωρίας του κράτους», σε Μεταφορντισμός… (1994) όπ.π. σσ. 51 επ., 78, 81, 85. Για την σχετικά ανάλογη σχέση αύξησης της γυναικείας απασχόλησης και της μερικής-ανασφαλούς απασχόλησης βλ. σε Σασούν όπ.π. σ. 293 επ.

24 Βλ. Π. Γκλοτς, Μανιφέστο για μια νέα ευρωπαϊκή Αριστερά, Οδυσσέας, Αθήνα 1987.

25 Βλ. Τ. Νέγκρι 1983, όπ.π., όπου ασκείται κριτική ιδίως στις απόψεις του Μ. Τρόντι και του Α.Αζόρ-Ρόζα για τη «δυαδική κοινωνία».

26 Βλ. σε Ν. Πουλαντζά Οι κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό, Θεμέλιο, Αθήνα 1981, σσ. 18 επ. για τη σχέση δομικού προσδιορισμού και ταξικής τοποθέτησης στη συγκυρία, όπου επισημαίνεται ότι οι σχέσεις πολιτικής και ιδεολογικής κυριαρχίας είναι ενύπαρκτες στις σχέσεις παραγωγής, δεν δημιουργείται πρώτα η τάξη καθ’ εαυτήν, η οποία θα καταλήξει αναγκαστικά στην τάξη για τον εαυτό της.

27 Ως προς την α΄ άποψη βλ. σε E.P. Thompson, The making of the English working class, 1961 και E. Hobsbawm, “Class Consciousness in History”, in Aspects of History and Class Consciousness, 1971. Αυτή η άποψη, της ολοκλήρωσης της τάξης δια της απόκτησης «ταξικής συνείδησης» διατρέχει και όλο το Ιστορία και Ταξική Συνείδηση του Γκ. Λούκατς. Ως προς τη β΄ άποψη βλ. G. Ste Croix, Ο ταξικός αγώνας στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1998, Εισαγωγή.

28 Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, Θεμέλιο, Αθήνα 1975, τ. Β΄, κεφάλαιο 2.

29 Βλ. σε Δ. Μπελαντή, Αναζητώντας τον εσωτερικό εχθρό –διαστάσεις της αντιτρομοκρατικής πολιτικής, Αθήνα 2004, τρίτο κεφάλαιο.

30 Φ. Μπερτινότι «Η Αριστερά και η βία», σχόλιο σε Αυγή, 22/2/2007 (του Στάθη Λουκά). Και σε www.ananeotiki.gr/readText.as?textID=1642. Ο Μπερτινότι προτείνει μια επανεκτίμηση της «μη βίας» ως βασικής αξιακής αρχής της Αριστεράς.

 

 

 

 

http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1077

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.