Όταν έκλαψε ο Rousseau: Ο Μητσοτάκης, ο Τσίπρας και η διάκριση των εξουσιών.

 

Όταν έκλαψε ο Rousseau: Ο Μητσοτάκης, ο Τσίπρας και η διάκριση των εξουσιών.

 

 

 

Το τέλος της χθεσινής στημένης κοκορομαχίας των αστικών κομμάτων στην βουλή για τα θέματα διαπλοκής άφησε άλλη μια χαρακτηριστική στιγμή της κατάστασης των αστών πολιτικών και γενικότερα της αστικής πολιτικής σκέψης και του συστήματος που υποστηρίζει: Ο πολυπτυχιούχος μεγαλοαστός αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κ.Μητσοτάκης, προσπαθώντας να αναμετρηθεί με τον μικροαστό Τσίπρα,  ανάμεσα σε περιγραφές για το ότι είναι…..αυτοδημιούργητος και ότι αυτός διάβαζε και πήρε τρία πτυχία (ενώ άλλοι έκαναν καταλήψεις), είπε τα εξής:

Ίσως ο Ρουσσώ και η έννοια της διάκρισης των εξουσιών να σας είναι λίγο ξένοι, ξέρετε, όταν κάνετε τέτοιες αναφορές δεν αρκεί να σας τις γράφει κάποιος λογογράφος, πρέπει να τις καταλαβαίνετε κιόλας“.

Δυστυχώς όμως για τον Κ.Μητσοτάκη, όπως γνωρίζουν όχι απλά οι πολυπτυχιούχοι των ξένων πανεπιστημίων αλλά οι μαθητές του Λυκείου ή  και του Γυμνασίου, ο Rousseau δεν είναι ο εμπνευστής της “διάκρισης των εξουσιών”.  Στην πραγματικότητα η ιδέα αυτή, με διαφορετικούς τρόπους και μορφές, έχει εμφανιστεί από  την αρχαία Ελλάδα και το έργο του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Πλευρές της υπήρχαν και στην μετέπειτα συζήτηση, προσαρμοσμένες στις συνθήκες των εκάστοτε ταξικών κοινωνιών. Όμως με την σύγχρονη μορφή άρχισε να εμφανίζεται με την αυγή της αστικής σκέψης και του καπιταλισμού, όταν οι νέες αστικές τάξεις πάλευαν να περιορίσουν την εξουσία των μοναρχιών για να μπορέσουν να ασκούν ελεύθερα τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες.

Τελικά, μετά από μια σειρά κλασικά έργα πολιτικής φιλοσοφίας, η “διάκριση των εξουσιών” βρήκε την πιο ολοκληρωμένη της έκφραση στο έργο του Σαρλ Λουί ντε Σεκοντά, ευρέως γνωστού ως Μοντεσκιέ (Montesquieu). Ο Montesquieu, επηρεασμένος από την αγγλική πραγματικότητα και το έργο του J.Locke έγραψε το διάσημο έργο του  «το Πνεύμα των νόμων» (De l’esprit Des Lois- 1748).

Σε αυτό το έργο, εκφράζεται από τη μια μεριά η πεποίθηση ότι η εξουσία πρέπει να ακολουθεί τριμερή διαίρεση, με τρόπο τέτοιο, ώστε σε κάθε ένα από τα είδη εξουσίας να αντιστοιχούν διακεκριμένα όργανα του κράτους. Από την άλλη, ο Γάλλος φιλόσοφος αναλύει μια πολιτική τριών καθεστώτων, της μοναρχίας, του δεσποτισμού και της δημοκρατίας, αν και τα δύο τελευταία εκτοπίζονται από το προσκήνιο λόγω δυσκολίας εφαρμογής.

Η έννοια λοιπόν της “διάκρισης των εξουσιών” δεν ανήκει στον Rousseau, όπως υποστήριξε ο αγράμματος πολυπτυχιούχος αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας, αλλά στον Montesquieu. Φυσικά και ο Rousseau είχε αναφερθεί στην διάκριση των εξουσιών, στο βιβλίο του “το Κοινωνικό Συμβόλαιο”, που γράφτηκε αρκετά χρόνια μετά το έργο του Montesquieu ((1762). Και μάλιστα όχι μόνο δεν είναι αντίθετος με τη διάκριση των εξουσιών, αλλά μάλιστα θεωρεί πως, πρώτον, ο λαός στο ρόλο του κυρίαρχου πρέπει να είναι ο μοναδικός νομοθέτης, δεύτερον, η κυβέρνηση που αποτελεί την εκτελεστική εξουσία, δεν δικαιούται να νομοθετεί αλλά δικαιούται να έχει τη δική της βούληση, και τρίτον, ο λαός στο ρόλο του υπηκόου οφείλει να υπακούει. Μάλιστα είχε  κάνει και μια τέταρτη διάκριση μεταξύ του κυρίαρχου που νομοθετεί και εκείνου που συντάσσει τους νόμους.

Φυσικά ο πρωθυπουργός δεν άφησε ανεκμετάλλευτη τέτοια επίδειξη αγραμματοσύνης από τον “διαβασμένο” πτυχιούχο του Harvard (το εκπληκτικό είναι ότι τα πτυχία του έχουν σχέση και με…..κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες). Και απάντησε ανάλογα. Ο πρωθυπουργός βέβαια έχει πρωτοστατήσει και αυτός σε ανάλογες “διαβασμένες” εκτιμήσεις, όπως όταν μπέρδεψε την συγγραφέα Ν.Κλαίν (που έχει γράψει το “Δόγμα του Σοκ”) με την ……Ναόμι Κάμπελ. Μάλιστα αυτό έγινε σε δημόσια εκδήλωση τον Μάιο του 2013 όπου ήταν παρών άλλο ένα “διαβασμένο” αστέρι του χώρου αυτού (διεθνές μάλιστα), ο S.Zizek, ο οποίος………… συμφώνησε απόλυτα.

 

Η εικόνα της διαμάχης των αστών πολιτικών μέσα σε ένα κλίμα κουβέντας καφενείου, με το ξεκατίνιασμα των κοινοβουλευτικών ομάδων και τα “αυθόρμητα” χειροκροτήματα, παίρνει  την συμβολική μορφή της σύγκρουσης της μεγαλοαστικής φαυλότητας με το μικροαστικό παπατζιλίκι. Και είναι χαρακτηριστικό ότι  όλα αυτά συμβαίνουν την ώρα που όλοι μαζί έχουν υπογράψει και εφαρμόζουν τις αντεργατικές πολιτικές.

Είναι λάθος να υποστηρίζουμε ότι όλα τα παραπάνω είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Αρκεί να δει κανείς την προεκλογική εκστρατεία των δύο υποψήφιων στις Ηνωμένες Πολιτείες η τους “ηγέτες” της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όσο ο καπιταλισμός δείχνει το πραγματικό βάρβαρο πρόσωπο του, τόσο μέσα στις καπιταλιστικές χώρες, όσο και σε διεθνές επίπεδο, τόσο θα παράγει και θα αναδεικνύει τους αντίστοιχους “ηγέτες”. Και θα πληθαίνουν οι νοσταλγικές αναφορές για τους “μεγάλους ηγέτες του παρελθόντος” που θα επιχειρούν να (ανά) κατασκευάσουν την ιστορία. Αφού το σύστημα δεν βρίσκει πια ικανοποιητικούς ηγέτες ζωντανούς, θα προσπαθεί να ξαναφτιάξει τους νεκρούς, για να συντηρείται η αντιδραστική αντίληψη ότι δεν φταίει το σύστημα αλλά ο διαχειριστής και έτσι να είναι πάντα ανοιχτός ο δρόμος για τους νέους αστούς πολιτικάντηδες, δεξιούς και αριστερούς.

 

 

 

Η διάκριση των εξουσιών.

 

 

 

Πέρα όμως από τις χθεσινές ψευτοδιαμάχες, υπάρχει και κάτι άλλο πιο σημαντικό που δεν ακούστηκε χθες στην αίθουσα του κοινοβουλίου από τα αστικά κόμματα. Το ίδιο το «το ιερό τέρας» του αστικού συνταγματισμού, η «αρχή της διάκρισης των εξουσιών». Για μια ολόκληρη ιστορική εποχή αυτή η αρχή ήταν το εργαλείο με το οποίο η ανερχόμενη αστική τάξη πάλεψε για να αφαιρέσει βαθμιαία από τη μοναρχία και τους γαιοκτήμονες αριστοκράτες όλες τις εξουσίες. Προηγουμένως, είχε κατακτήσει το κοινοβούλιο και τη νομοθετική εξουσία για να βάλει φρένο στην εξουσία του βασιλιά και να τον υποτάξει στους νόμους. Έπειτα, μέσω της αρχής της αυτονομίας των δικαστών, εξασφάλισε ένα δικαστικό σύστημα το οποίο να εγγυάται την άσκηση των ελευθεριών και των δικαιωμάτων της και πρωτίστως, την απρόσκοπτη άσκηση του δικαιώματος στην ιδιοκτησία.

Σε μια επόμενη ιστορική φάση, με την ανάπτυξη του προλεταριάτου ως κοινωνικού ανταγωνιστή της αστικής τάξης, η αρχή της διάκρισης των εξουσιών άλλαξε  και από εργαλείο επίθεσης της αστικής τάξης έγινε το βασικό της εργαλείο συντηρητικής άμυνας. Απέναντι στην επέκταση της καθολικής ψηφοφορίας και στην ανάπτυξη των προλεταριακών μαχών, απέναντι στον κίνδυνο οι λαϊκές τάξεις να μπορούν να θέτουν υπό αμφισβήτηση την ασφάλεια της ατομικής ιδιοκτησίας και την ελευθερία του κεφαλαίου, η διαστρεβλωμένη αρχή της διάκρισης των εξουσιών έλαβε, και ως τώρα διατηρεί, μια σημασία και ένα σκοπό αρκετά καθαρό, αρκετά διαφορετικό από εκείνο που εκθειάζουν αστοί πολιτικοί και δικαστές.

Από τη μια πλευρά, η αυτονομία των δικαστών από το λαϊκό έλεγχο παρέχει στην αστική τάξη μια εγγύηση ότι αυτοί, επιλεγμένοι με διαγωνισμό, θα ανήκουν, λόγω ιδεολογικής διαμόρφωσης και υλικών συνθηκών διαβίωσης, στην ίδια κυρίαρχη τάξη και θα υπερασπίζουν τα θεμελιώδη συμφέροντά της: από την άλλη, η αυτονομία του κρατικού και γραφειοκρατικού μηχανισμού από τη νομοθετική εξουσία εγγυάται στην κυρίαρχη αστική τάξη ότι αυτή θα συνεχίσει να λειτουργεί για αυτό που είναι ο έμφυτος σκοπός της: η εγγύηση της επιβίωσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Για την Ελλάδα συγκεκριμένα θα πρέπει να συνυπολογίσουμε και τον ρόλο της Εκκλησίας (με τα πρόσφατα παραδείγματα σκοταδισμού και αντικομμουνισμού), που οι “διαβασμένοι” αστοί πολιτική της “διάκρισης των εξουσιών” “ξέχασαν” στην χθεσινή συζήτηση.

Ουσιαστικά δεν υπάρχει ανεξαρτησία της δικαιοσύνης στο δικαιοδο­τικό της έργο. Τυπικά μόνο και κατά το φαινόμενο. Αλλά δεν υπάρχει ανεξαρτησία ούτε από την εκάστοτε κυβέρνηση (εκτελεστική εξουσία). Ειδικότερα το ισχύον Σύνταγμα επί του θέματος ορίζει: «Οι προαγωγές στις θέ­σεις του προέδρου και των αντιπροέδρων του Συμβουλίου Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενεργούν­ται με Προεδρικό Διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Η προαγωγή στη θέση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ενεργείται με όμοια διατάγματα. Οι αποφάσεις ή πράξεις κατά τις διατάξεις του ίδιου του συντάγματος δεν προσβάλλονται στο Συμβούλιο της Επικρατείας». Το ίδιο λοιπόν το Σύνταγμα, ενώ με διάφορες διατάξεις του διακηρύσσει πανη­γυρικά την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 9 την αναιρεί.

Το δικαστήριο καλείται να εφαρμόσει το ισχύον ταξικό δίκαιο. Στα πλαίσια αυτά ανήκει στη διακριτική του ευχέρεια η ερμηνεία των αόριστων νομικών ερμηνειών, που δίνει τη δυνατότητα να χτυπιούνται τα δικαιώματα της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων.

Με βάση τα παραπάνω είναι φανερό ότι σε κοινωνίες, όπως και η ελληνική, διαιρεμένες σε ανταγωνιστικές τάξεις από τις οποίες ο ένας εκμεταλλεύεται τους άλλους, δεν μπορεί να υπάρχει ανεξαρτησία της δικαιοσύνης στο δικαιοδοτικό της έργο. Απόδειξη γι’ αυτό αποτελεί και η θεσμοθετημένη ελληνική νομοθεσία.

Η λεγόμενη ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας είναι καθαρά ψευδεπίγραφη και παραπλανητική. Αντανακλά μόνο τη σχετική αυτοτέλεια κάθε στοιχείου του εποικοδομήματος, η οποία σκόπιμα προβάλλεται ως «ανεξαρτησία» προκειμένου οι δικαστικές αποφάσεις να καλλιεργούν τη συμμόρφωση και υποταγή των λαϊκών στρωμάτων στο αστικό σύστημα εξουσίας. Μια τέτοια αρχή αποκρύπτει το γεγονός ότι οι δικαστές, στην αστική κοινωνία, είναι ανεξάρτητοι πρώτα από όλα από το λαό.

Συνιστούν, εκ των πραγμάτων, μια πραγματική συντεχνία, ένα σώμα κλειστό και αποσπασμένο, μια κάστα αξιοζήλευτη για τα προνόμια που διαθέτει.  Καθώς δεν εκλέγονται από το λαό, οι δικαστές δεν μπορούν ούτε να ανακαλούνται από το λαό, ο οποίος δεν έχει καμία εξουσία να ελέγχει το έργο τους.  Με δεδομένο το ταξικό ένστικτο, στην κοινωνία του κεφαλαίου και της εκμετάλλευσης της εργασίας, το προλεταριάτο πάντοτε ένιωθε μακριά και ξένη προς αυτό τη λεγόμενη «διαδικασία της απονομής της Δικαιοσύνης».

Έτσι την ίδια ώρα που γίνεται η κοκορομαχία στην βουλή για την “διάκριση των εξουσιών”, οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα στην Ελλάδα βιώνουν αυτήν την “διάκριση”, ως προκάλυμμα της εκμετάλλευσης αφού όλες οι εξουσίες που υποτίθεται ότι “διακρίνονται”, είναι απόλυτα στρατευμένες στην ίδια αντεργατική πολιτική, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια:

Όλα τα κοινοβούλια, με δεξιούς και αριστερούς στις κυβερνήσεις, ψηφίζουν τα μνημόνια, όλοι οι εκτελεστικοί μηχανισμοί τα εφαρμόζουν. Την ίδια στιγμή  οι λειτουργοί της δικαστικής εξουσίας (δικαστές, εισαγγελείς κλπ.) αθωώνουν τους επιχειρηματίες από εργοδοτικά εγκλήματα (έλλειψη μέτρων ασφαλείας στο χώρο δουλειάς, θανατηφόρα ατυχήματα κλπ.) και με αλλεπάλληλες δικαστικές αποφάσεις κηρύσσουν τις απεργίες «παράνομες και καταχρηστικές». Ποινικές διώξεις ασκούνται σε συνδικαλιστές εργάτες και σε αγωνιστές γιατί πρωτοστάτησαν στους λαϊκούς αγώνες. Και φυσικά οι επιχειρηματίες και οι αστοί πολιτικοί (με εξαίρεση ελάχιστες περιπτώσεις για ξεκάρφωμα) την βγάζουν πάντα καθαρή, χάρη στους νόμους και τις τροπολογίες που βγάζει το κοινοβούλιο αλλά και τα νομικά τερτίπια, τις αναβολές κ.α.

Επανέρχεται έτσι με δραματικό τρόπο η σημασία της πείρας του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, οι ιστορικές κατακτήσεις που έδειξαν ότι μπορεί να γίνει πράξη μια τελείως διαφορετική οργάνωση της δικαιοσύνης: Με τα λόγια του Μαρξ (για την Παρισινή Κομμούνα):

«Από τους δικαστικούς λειτουργούς αφαιρέθηκε η λεγόμενη ανεξαρτησία, που δεν χρησίμευε για τίποτε άλλο παρά για να αποκρύπτει την ξεδιάντροπη υποταγή τους σε όλες τις κυβερνήσεις που ακολούθησαν.». «Το δικαστικό σώμα και οι δικαστές έπρεπε να εκλέγονται, να φέρουν ευθύνη και να μπορούν να ανακαλούνται όπως όλοι οι άλλοι δημόσιοι λειτουργοί». (Κάλεσμα του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς Ένωσης Εργατών, 1871).

Η αρχή της εκλογιμότητας, της ευθύνης και της ανακλητότητας των δικαστών ήταν μια από τις βάσεις της συνταγματικής τάξης των σοσιαλιστικών κρατών και των κρατών της λαϊκής δημοκρατίας που προέκυψαν από την Οκτωβριανή Επανάσταση και τη νίκη των αντιφασιστικών και αντιναζιστικών δυνάμεων στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Αυτές λοιπόν είναι και οι μόνες βάσεις απο τις οποίες μπορεί να ξεκινήσει να γίνει σήμερα οποιαδήποτε συζήτηση για “δικαιοσύνη” και “διαφθορά” που δεν θα κοροιδεύει τους εργαζόμενους. Τα υπόλοιπα είναι για ψηφοθηρία και για να αποκρύπτουν το ταξικό τους πρόσωπο οι αστοί πολιτικοί με συζητήσεις περί “κάθαρσης”

Δεν γνωρίζουμε τι θα έλεγε ο Rousseau ακούγοντας την “διαβασμένη” διαμάχη Μητσοτάκη-Τσίπρα. Ίσως να τους θύμιζε αυτό που έγραψε στο “Κοινωνικό Συμβόλαιο” (το οποίο είναι σίγουρο ότι κανείς από τους δύο δεν έχει διαβάσει ή καταλάβει-αν το διάβασε-): «Οι φορείς της εκτελεστικής εξουσίας δεν είναι αφέντες του λαού, μα υπάλληλοί του. Ο λαός πρέπει να μπορεί να τους διορίζει και να τους απολύει όποτε θέλει. Δεν υπάρχει θέμα να συμβληθούν με το λαό, πρέπει να τον υπακούουν». O Rousseau δεν θα μπορούσε στην εποχή του να γνωρίζει ότι η αστική δημοκρατία  ποτέ δεν θα  καταφέρει να υλοποιήσει αυτήν την αρχή, αφού στηρίζεται στην κοινωνία της ταξικής εκμετάλλευσης. Όμως, όπως  όλοι οι μεγάλοι φιλόσοφοι, άφησε  την κληρονομιά της σκέψης του για το εργατικό κίνημα και ΄τους κοινωνικούς αγώνες της σημερινής εποχής, παρακαταθήκη για τις λευκές σελίδες της ιστορίας που είναι μπροστά μας.

 

 

Γιώργος Γόδας

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.