Anton Pannekoek: Κάποιες παρατηρήσεις σχετικά με τον  κοινοβουλευτισμό

Δημοσιεύουμε κείμενο που λάβαμε στο mail του ιστολογίου, στα πλαίσια του διαλόγου.

Anton Pannekoek: Κάποιες παρατηρήσεις σχετικά με τον  κοινοβουλευτισμό

 

[Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Left, No 149(σελ. 49-53), το Μάιο του 1950. Σημείωση του αρχισυντάκτη του Left: – Η συντακτική ομάδα του “Left” έχει τη μεγάλη τιμή να δημοσιεύσει αυτό το άρθρο του καθηγητή Άντον Πάννεκουκ, του παλαίμαχου Ολλανδού ελευθεριακού σοσιαλιστή και, αναμφισβήτητα, ενός από τους σπουδαιότερους εν ζωή σοσιαλιστές στοχαστές και επιστήμονες.]

 

 

 

I

 

 

Κατά τη δεύτερη πενηκονταετία του 19ου αιώνα, διαδόθηκε ευρέως στην εργατική τάξη η άποψη ότι ο σοσιαλισμός μπορεί και πρέπει να γίνει πραγματικότητα με την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας μέσω της κοινοβουλευτικής οδού× μάλιστα, τους φαινόταν ότι αυτό θα πραγματοποιούνταν πολύ σύντομα. Στον 20ό αιώνα, η απογοήτευση έφερε σκεπτικισμό× ρεφορμιστικά κόμματα, αυτοαποκαλούμενα σοσιαλιστικά, αναρριχήθηκαν στην εξουσία, αλλά εκφυλίστηκαν σε υπηρέτες του καπιταλισμού. Πολλές από τις αγνότερες ομάδες αγωνιστών έπαψαν να πιστεύουν στην κοινοβουλευτική δράση, ενώ οι μάζες μένουν αδιάφορες και αμέτοχες. Άραγε τι θα μπορούσε να είναι η αιτία;

Το σκεπτικό της κοινοβουλευτικής οδού έχει ως εξής: Η σοσιαλιστική προπαγάνδα είναι εις θέσιν να δείξει με σαφήνεια την υπεροχή μιας σοσιαλιστικής τάξης πραγμάτων σε σχέση με το χάος και την εκμετάλλευση που επικρατούν στον καπιταλισμό. Οι μάζες των εργαζομένων αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού, και έχουν στα χέρια τους την ψήφο. Εφόσον δουν την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού, μπορούν με την ψήφο τους να φέρουν στο κοινοβούλιο μια πλειοψηφία που θα εγκαθιδρύσει μια σοσιαλιστική κυβέρνηση. Και τότε, τα νομοθετήματα του κοινοβουλίου και τα μέτρα που θα πάρει η κυβέρνηση μπορούν να επιφέρουν τις απαραίτητες αλλαγές στην κοινωνική διάρθρωση. Έτσι, η εργατική τάξη θα έχει κατακτήσει την κοινωνική εξουσία, θα έχει κερδίσει το σοσιαλισμό χωρίς τίποτε που να φέρνει στο νου μια βίαιη επανάσταση. Είναι πανεύκολο.

Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα: είναι υπερβολικά εύκολο. Στην περίπτωση που επιτίθεσαι σε ένα άπαρτο κάστρο και βρίσκεις τις πύλες του ανοιχτές, σα να σε προσκαλούν να μπεις μέσα, υποψιάζεσαι ότι υπάρχουν παγίδες ή τουλάχιστον αντιλαμβάνεσαι ότι η πραγματική μάχη πρόκειται να λάβει χώρα κάπου αλλού. Όλοι το ξέρουν ότι η κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη, η κατάκτηση της κυριαρχίας της στην κοινωνία, η κατάργηση του καπιταλισμού, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον ως αποτέλεσμα ενός μακρόχρονου και επίπονου ταξικού πολέμου, μιας τεράστιας προσπάθειας, ενός πεισματικού αγώνα και μεγάλων θυσιών. Άρα, κάτι δεν πάει καλά στην επιχειρηματολογία της κοινοβουλευτικής προσέγγισης.

Η εργατική τάξη βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν εχθρό που ποτέ δεν υπήρξε ισχυρότερος στην ιστορία όλων των κυρίαρχων τάξεων. Η αστική τάξη δεν είναι κυρίαρχη απλώς και μόνον επειδή έχει την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο. Ολόκληρο το υφάδι των πολιτικών θεσμών, της κρατικής διοίκησης και των γραφειοκρατών, των υψηλόβαθμων και των χαμηλόβαθμων στελεχών, είναι δικοί της άνθρωποι. Η πρακτική της τωρινής κυβέρνησης[1] είναι εξαιρετικά διδακτική γιατί δείχνει ολοκάθαρα με ποιον τρόπο αυτές οι δυνάμεις είναι εις θέσιν να ακολουθούν τις δικές τους παλιές κατευθύνσεις, ασκώντας πολιτική ανεξάρτητα από το κοινοβούλιο.

Παρόλο που η κρατική εξουσία είναι το ισχυρότερό της εργαλείο για να κρατά τις μάζες υποταγμένες, η δύναμη της αστικής τάξης έχει βαθύτερες ρίζες στην κοινωνία, ρίζες που είναι υλικής και πνευματικής φύσης. Η υλική της ισχύς συνίσταται στην ιδιοκτησία όλου του πλούτου που υπάρχει στη Γη, ολόκληρου του παραγωγικού μηχανισμού από τον οποίο εξαρτώνται οι εργαζόμενοι για την επιβίωσή τους. Η πνευματική της ισχύς συνίσταται στο γεγονός ότι ο τρόπος σκέψης της, η κοσμοθεωρία της αστικής τάξης, είναι κυρίαρχος στο νου των μαζών, οι οποίες κρατούνται σε πνευματική εξάρτηση από αυτόν μέσω της γραπτής και προφορικής παράδοσης, μέσω του Τύπου, της λογοτεχνίας και της τέχνης, του κινηματογράφου και της ραδιοτηλεόρασης, με μια συνεχή, συστηματική και αποτελεσματική προπαγάνδα.

Για να κατανικήσει αυτήν την ολομέτωπη ισχύ, η εργατική τάξη πρέπει να αναπτύξει μια ακόμη μεγαλύτερη ισχύ. Εξαιτίας της ίδιας της ανάπτυξης του καπιταλισμού, αποτελεί ολοένα και περισσότερο την πλειοψηφία του πληθυσμού. Μετά από τη συρρίκνωση του μικροεμπορίου, της χειροτεχνικής και της μικροβιοτεχνικής παραγωγής, η εργατική τάξη κρατάει στα χέρια της τη σπουδαιότερη λειτουργία στην κοινωνία : η ζωή της κοινωνίας εξαρτάται από την παραγωγική της εργασία, τον χειρισμό του παραγωγικού μηχανισμού. Από την καθημερινή ζωή και την πρακτική της εργασίας, αναπτύσσει την ταξική της συνείδηση× η επίγνωση του πραγματικού χαρακτήρα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης που αποκτιέται με αυτόν τον τρόπο υπονομεύει τις αστικές ιδέες και διδαχές. Μέσω της πρακτικής της αδιάκοπης πάλης στην οποία εξαναγκάζεται για να διατηρήσει ή να βελτιώσει τις εργασιακές και βιοτικές της συνθήκες, αποκτά την ισχυρή ενότητα, την αλληλεγγύη, την αφοσίωση στα κοινά ταξικά συμφέροντα, όλα αυτά που μεταμορφώνουν τα διαφορετικά άτομα σε ένα ακλόνητο, αρραγές μπλοκ που είναι ικανό να αντέξει και στο τέλος να συντρίψει τη δύναμη του εχθρού.

Η πεποίθηση ότι η εργατική τάξη μπορεί να κερδίσει την κυριαρχία της στην κοινωνία μέσω μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας σημαίνει ότι αρκεί η χρήση μόνον του ενός από τους παράγοντες της ισχύος της, δηλαδή του μεγάλου αριθμού, και διαθέτοντας μόνον κάποια ίχνη ταξικής συνείδησης. Αυτό που μετράει, όμως, πολύ περισσότερο από τον αριθμό των μελών μιας τάξης, είναι το ειδικό της βάρος, η σπουδαιότητά της μέσα στην κοινωνία. Μια πλειοψηφούσα τάξη χωρίς μια σημαντική λειτουργία μέσα στην κοινωνική οικονομία, δεν μπορεί να κατακτήσει την εξουσία στην κοινωνία, και μάλιστα, αν κάποια στιγμή καταφέρει να την κατακτήσει, δεν θα μπορέσει να τη διατηρήσει. Η αδιαμφισβήτητη σπουδαιότητα που έχει στη σημερινή κοινωνία η εργατική τάξη είναι η κυριότερη εγγύηση ότι θα είναι εις θέσιν να νικήσει. Αυτό το στοιχείο, όμως, αποσιωπάται εντελώς στη διαδικασία των κοινοβουλευτικών εκλογών. Στην πιο άμεσα εξαναγκαστική της μορφή, αυτή η κοινωνική σπουδαιότητα της εργατικής τάξης φανερώνεται στην περίπτωση μιας πολιτικής απεργίας, όπως αυτή που έγινε το 1893 στο Βέλγιο, χάρη στην οποία κατακτήθηκε το καθολικό δικαίωμα ψήφου ενάντια σε μια κυρίαρχη τάξη που αρνιόταν να το δεχτεί.

Επιπλέον, για να ψηφίσει κανείς έναν σοσιαλιστή υποψήφιο, δεν του χρειάζεται κάτι παραπάνω από μια ταξική συνείδηση στη στοιχειωδέστερη μορφή της, όχι εκείνη που είναι απαραίτητη, ενός πολύ πιο ώριμου χαρακτήρα, της βαθιάς επίγνωσης μεταξύ των εργατών σχετικά με την δομή της κοινωνίας, στην οποία περιλαμβάνεται και η πεποίθηση ότι είναι ικανοί να διαχειριστούν αυτοί οι ίδιοι τη δουλειά τους, να αναλάβουν δηλαδή την κοινωνική παραγωγή. Έτσι, όμως, δεν αξιοποιείται καθόλου αυτό που αποτελεί τον ειδικό τους ταξικό χαρακτήρα, αυτό στο οποίο συνίσταται η κύρια δύναμη της εργατικής τάξης, η ισχυρή ενότητα και η αίσθηση ότι ανήκουν σε μια κοινότητα, αυτό, δηλαδή, που συνιστά την ουσιαστικότερη προϋπόθεση για να κατατροπώσουν την εξουσία της αστικής τάξης και του κράτους.

Η κατάκτηση της κυριαρχίας και της ελευθερίας της εργατικής τάξης θα είναι ένας σκληρός και δύσκολος αγώνας. Μέσα από τις κρίσιμες καταστάσεις αυτού του αγώνα, μέσα από τις θυσίες που θα απαιτήσει, τις κακουχίες, τους κινδύνους, στην ήττα και τη νίκη, η εργατική τάξη πρέπει να αποκτήσει εκείνες τις αρετές που θα την κάνουν δυνατή και ικανή να αυτοδιοικηθεί και να κυβερνήσει την κοινωνία. Πώς θα μπορούσε άραγε να αποκαλείται αγώνας οποιουδήποτε είδους το να βάλει κάποιος ένα σταυρό δίπλα σ’ ένα όνομα και να ρίξει μετά ένα ψηφοδέλτιο μέσα σε μια κάλπη; Τι είδους θυσίες, τι κακουχίες, τι κινδύνους συνεπάγεται;

Οι κοινοβουλευτικές εκλογές μπορεί να επιτρέψουν να γίνει κάποια προπαγάνδα που να αυξάνει κάπως την επίγνωση της κοινωνικής κατάστασης, καθώς επίσης μπορεί να αναζωογονήσει την αυτοπεποίθηση των εργαζομένων × αυτό είναι όλο κι όλο που μπορεί να συμβεί. Στη λαμπρή εποχή της, η γερμανική σοσιαλδημοκρατία κατάφερνε αυτό να το συνδυάζει με μια πλατιά οργάνωση και εκπαίδευση των μαζών× της έλειπε, όμως, η πραγματική δύναμη που θα της επέτρεπε να αντισταθεί στην καπιταλιστική και κρατική εξουσία × έτσι, όταν κλήθηκε να τους πολεμήσει, αναγκάστηκε να υποταχτεί, και μετά από αυτό άρχισε η παρακμή της. Σύμφωνα με τo αφηρημένο δόγμα του κοινοβουλευτισμού, μια σοσιαλιστική πλειοψηφία στο κοινοβούλιο θα μπορούσε να εκλεγεί από μάζες που είναι υποταγμένες, αδαείς και εγωιστικές, όπως ήταν στα πρώτα στάδια του καπιταλισμού. Στην πράξη, αυτό σίγουρα δεν γίνεται× αντίθετα, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι έστω και ένα ενστικτώδες προαίσθημα των εργαζομένων ότι η ελευθερία και η κυριαρχία δεν μπορούν να κατακτηθούν με αυτόν τον τρόπο αρκεί για να τους αποθαρρύνει να ψηφίσουν για τη σοσιαλιστική επανάσταση και να κατευθύνει τις ψήφους τους σε αυτούς που τάζουν άμεσες μεταρρυθμίσεις του καπιταλισμού.

Επομένως, μπορούμε να συνοψίσουμε την πρώτη από τις παρατηρήσεις μας ως εξής: στην κοινοβουλευτική δράση αξιοποιούνται μόνον οι λιγότερο ουσιαστικοί παράγοντες από αυτούς που συγκροτούν τη δύναμη της εργατικής τάξης.

 

ΙΙ

 

 

Ο σοσιαλισμός ή ο κομμουνισμός, στο αρχικό τους νόημα, σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι παίρνουν τη μοίρα τους ολότελα στα δικά τους χέρια. Η ιδέα της κοινοβουλευτικής κατάκτησης της εξουσίας σημαίνει ότι εναποθέτουν τη μοίρα τους στα χέρια ενός κοινοβουλίου και μιας κυβέρνησης× αυτοί πρέπει να μετασχηματίσουν την κοινωνία και να καταργήσουν τον καπιταλισμό μέσω κοινοβουλευτικών πράξεων νομοθετικού περιεχομένου και κυβερνητικών ρυθμίσεων. Την ουσιαστική δουλειά την κάνουν το κοινοβούλιο και η κυβέρνηση× ο ρόλος των εργαζομένων, από τη στιγμή που θα έχουν ψηφίσει, είναι κυρίως παθητικός. Αυτός είναι ο λόγος που δεν χρειάζεται να αξιοποιηθούν άλλες αρετές της εργατικής τάξης.

Η κατάκτηση της εξουσίας έμοιαζε τόσο εύκολη ακριβώς επειδή δεν επρόκειτο καθόλου για κατάκτηση : απλώς, καινούριοι καλύτεροι κυβερνήτες αντικατέστησαν τους παλιούς κακούς κυβερνήτες. Οι εργαζόμενοι δεν είναι κύριοι των μέσων παραγωγής× η παραγωγή οργανώνεται και ρυθμίζεται από το κράτος, την κοινότητα όπως το αποκαλούν, δηλαδή, στην πραγματικότητα, από τα κρατικά όργανα, τους κρατικούς αξιωματούχους. Μόνον έμμεσα μπορούν να ασκήσουν την επιρροή τους οι εργαζόμενοι.  Το γενικό πρόσταγμα το έχουν κατ’ ανάγκην εκείνοι που κάνουν την ουσιαστική δουλειά, εκείνοι που αποφασίζουν. Έτσι, το αποτέλεσμα μιας κοινοβουλευτικής κατάκτησης της εξουσίας δεν μπορεί να είναι άλλο από κρατικός σοσιαλισμός, που βασίζεται στη δημόσια ιδιοκτησία του παραγωγικού μηχανισμού. Τα όργανα και οι αξιωματούχοι του κράτους, έχοντας στην πραγματικότητα στα χέρια τους τη διαχείριση και το δικαίωμα διάθεσης της παραγωγής, του προϊόντος και της κατανομής του μεταξύ των εργαζομένων, των αξιωματούχων, των δημοσίων δαπανών, κλπ., εξελίσσονται κατ’ ανάγκην σε μια νέα κυρίαρχη και εκμεταλλεύτρια τάξη.

Η σύλληψη της ιδέας της κοινοβουλευτικής κατάκτησης της εξουσίας ήρθε φυσιολογικά και επιβλήθηκε ως αναγκαία στον 19ο αιώνα, όταν η εργατική τάξη ήταν μια ανίσχυρη μάζα αναξιοπαθούντων ανθρώπων. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η νομοθετική δράση μιας κρατικής εξουσίας που θα την διαχειρίζονταν κάποιοι πεφωτισμένοι σοσιαλιστές, φαινόταν ως ο μόνος τρόπος για να απελευθερωθούν οι εργαζόμενοι από την εκμετάλλευση και να καταργηθεί ο καπιταλισμός. Αυτή η απελευθέρωση επρόκειτο να γίνει η ένδοξη αποστολή της Σοσιαλδημοκρατίας, μιας παράταξης ηγετών, διανοουμένων, πολιτικών και επαναστατών, με την υποστήριξη του πλήθους των οπαδών και των μελών. Στη συνέχεια, επήλθε η παρακμή της σοσιαλδημοκρατίας× αυτή η παρακμή, εμφανής στα σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά κόμματα που ασπάζονται ή που κυβερνώντας υπηρετούν τη μία ή την άλλη μορφή καπιταλισμού, δείχνει ότι αυτή η ιδέα είναι πια ξεπερασμένη.

Η εργατική τάξη εισέρχεται σε μια άλλη φάση του αγώνα της. Σήμερα, είναι διαφορετική από αυτό που ήταν έναν αιώνα πριν× από την παρουσία της και μόνον, εξελίσσεται σε μια κοινωνική δύναμη που καθορίζει όλην την πολιτική× αρχίζει να αισθάνεται πεπεισμένη ότι θα μπορέσει να κατακτήσει την ηγεμονία στην κοινωνία. Τώρα πια, η άποψη ότι αρκεί να ρίξουν την ψήφο τους και ότι έτσι κάποιοι άλλοι θα έλθουν να τους απελευθερώσουν, έχει μόνον παραλυτική επίδραση στις προσπάθειες που καταβάλουν στηριζόμενοι στις δικές τους δυνάμεις. Πρέπει να αποδεχτούν τη σκληρή αλλά πολλά υποσχόμενη αλήθεια ότι πρέπει να τα κάνουν όλα οι ίδιοι, μόνοι τους.

Οργανώνοντας και διευθύνοντας την παραγωγή, η κρατική εξουσία ή η κυβέρνηση το πραγματοποιούν διατάζοντας από τα πάνω. Οργανώνοντας και διευθύνοντας την παραγωγή, δηλαδή τη δουλειά τους την ίδια, το περιεχόμενο της ζωής τους, οι εργαζόμενοι το πραγματοποιούν από τα κάτω, μέσω της αμοιβαίας κατανόησης που βασίζεται στο αίσθημα της συντροφικότητας. Για να επιτευχθεί αυτός ο σκοπός, οφείλουν να οικοδομήσουν μια κοινωνική οργάνωση της παραγωγής που να εκφράζει και να εξασφαλίζει την αυτενέργεια του ανθρώπινου είδους στην παραγωγική του εργασία, η οποία, κατά συνέπεια, θα είναι διαφορετική από αυτήν των πολιτικών οργάνων που τη χαρακτηρίζει η έξωθεν προσταγή. Μια τέτοιου είδους αυτόνομη και αυτόβουλη οργάνωση, απόλυτα ελεγχόμενη από τους εργαζόμενους, είναι αυτή που συνηθίστηκε να δηλώνεται με το όνομα συμβουλιακή οργάνωση. Στους αγώνες που θα γίνουν από τώρα και στο εξής για την κυριαρχία στην κοινωνία, αυτή η μορφή οργάνωσης είναι πιθανόν να αντικαταστήσει το κοινοβούλιο –το γνήσιο όργανο της αστικής τάξης-, ως το όργανο της επαναστατικής εργατικής τάξης.

H Αγγλία είναι μια χώρα με πανίσχυρες κοινοβουλευτικές παραδόσεις× ακόμη κι εκεί, όμως, σε καταστάσεις αναταραχής που συνοδεύονται από σοβαρής σημασίας κοινωνικές διαδηλώσεις, όταν εκλέγονται κοινοβούλια με καθαρές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, η ουσιαστική δουλειά της νέας οργάνωσης πρέπει να γίνεται στα εργοστάσια και τα συνεργεία, από τους εργάτες τους ίδιους. Ο μετασχηματισμός της κοινωνίας δεν μπορεί να επιτευχθεί με διατάγματα εκ των άνω× συνίσταται στην εγκαθίδρυση νέων εργασιακών συνθηκών, νέων αμοιβαίων σχέσεων μέσα στις επιχειρήσεις, στα κύτταρα της καθημερινής ζωής. Στη Γαλλική Επανάσταση, προτού ακόμη διατυπωθεί το νέο νομοθετικό πλαίσιο και να γίνουν θεσμοί οι νέες συνθήκες, οι αγρότες είχαν ήδη πάρει τις γαίες και είχαν ήδη κάψει τους τίτλους ιδιοκτησίας, ενώ στα αστικά κέντρα οι πολίτες είχαν ήδη πάρει στα χέρια τους τη διακυβέρνηση και τη δικαστική εξουσία.

Η δεύτερη παρατήρησή μας, λοιπόν, μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: ο κοινοβουλευτισμός δεν μπορεί να φέρει την ελευθερία και την κυριαρχία στην εργατική τάξη× μπορεί να φέρει μόνον καινούρια αφεντικά στη θέση των παλιών αφεντικών.

 

ΙΙI

 

Στο κοινοβουλευτικό πεδίο, σε όλες τις χώρες, τα κόμματα ανταγωνίζονται ποιο από αυτά, με το δικό του τρόπο το καθένα, θα κυβερνήσει και θα διευθύνει τις μάζες των εργαζομένων× την ίδια στιγμή, οι εργαζόμενοι από την πλευρά τους συμμετέχουν σε έναν κοπιώδη και επώδυνο αγώνα ενάντια στους κυρίαρχους με απεργίες που ξεσπούν συνεχώς. Πρόκειται για μια αδιάκοπη πάλη για την ίδια τη ζωή, για τη μόνη γνήσια ταξική πάλη. Ο παρακμασμένος, κατεστραμμένος και εξαθλιωμένος καπιταλισμός[2] μπορεί να συνεχίσει να επιβιώνει μόνον ξεζουμίζοντας τη ζωή και χειροτερεύοντας τις εργασιακές συνθήκες της εργατικής τάξης στο μέγιστο βαθμό. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή οι καπιταλιστές έχουν γίνει πιο άπληστοι απ’ ό,τι στο παρελθόν× πρόκειται απλώς για το γεγονός ότι ο παραγωγικός μηχανισμός, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, έχει καταστραφεί από τον παγκόσμιο πόλεμο. Για να τον ξαναφτιάξει, ο καπιταλισμός είναι αναγκασμένος να δαπανά μεγαλύτερο μέρος από τη συνολική κοινωνική εργατική δύναμη στα μέσα παραγωγής και λιγότερο για τα είδη κατανάλωσης. Αφού τα μέσα παραγωγής είναι ιδιοκτησία των καπιταλιστών, αυτό σημαίνει ότι το μερίδιό τους στο συνολικό προϊόν πρέπει να αυξηθεί, ενώ το μερίδιο των μισθών των εργαζομένων πρέπει να μειωθεί. Αυτό είναι το νόημα της «ανασυγκρότησης».

Ανταποκρινόμενες σε αυτό το κάλεσμα, όλες οι δυνάμεις του καπιταλισμού έχουν ριχτεί στη μάχη για να εντείνουν την εκμετάλλευση, να συμπιέσουν το βιοτικό επίπεδο, να εντατικοποιήσουν τους ρυθμούς εργασίας, να στύψουν στο μέγιστο βαθμό την εργατική δύναμη. Και επειδή οι μεμονωμένοι καπιταλιστές δεν μπορούν να το επιτύχουν αυτό όσο θα ήθελαν, το κοινό τους όργανο, το κράτος, παρέχει τη φυσική και ηθική του δύναμη για αυτόν τον ευγενή σκοπό, για τη σωτηρία του καπιταλιστικού κόσμου.

Έτσι, οι εργαζόμενοι υποχρεώνονται να αντισταθούν, παλεύοντας απεγνωσμένα, αγωνιζόμενοι για την ίδια τους τη ζωή, εναντίον όλων των δυνάμεων που τους εξουσιάζουν, τους καπιταλιστές, το κράτος, τις εργατικές συνομοσπονδίες, τα πολιτικά κόμματα. Ακάλυπτοι από συνομοσπονδίες και κόμματα, ξεσπούν σε αυθόρμητες απεργίες, ξανά και ξανά, επειδή κάθε πρόσφατα κερδισμένη αύξηση του ονομαστικού μισθού ποτέ δεν είναι αρκετή να φτάσει στο επίπεδο του συνεχώς αυξανόμενου κόστους ζωής. Σε αυτές τις απεργίες, βρίσκονται μόνοι και αβοήθητοι απέναντι σε έναν ολόκληρο εχθρικό κόσμο. Σε αυτή την περίσταση, η μόνη δυνατότητα που έχουν να πετύχουν τους στόχους τους είναι να αναπτύξουν εκείνες τις ηθικές και πνευματικές αρετές που κάποια στιγμή θα τους καταστήσουν ικανούς να κερδίσουν την ελευθερία τους, δηλαδή την τόλμη, την αλληλεγγύη, την αφοσίωση και το ψυχικό σθένος.

Ενώ σε όλες τις άλλες δράσεις τους οι εργαζόμενοι παίζουν το ρόλο των οπαδών που διευθύνονται και καθοδηγούνται από άλλους, στις αυθόρμητες και αχειραγώγητες απεργίες τους τούς βλέπουμε να επανακτούν την ελευθερία δράσης, να διευθύνουν οι ίδιοι τη δράση τους. Αυτό αποτελεί ένα θεμελιώδους σημασίας άλμα προς τα εμπρός.

Μέχρι στιγμής, αυτές οι δράσεις είναι πολύ περιορισμένες για να έχουν σημαντικά αποτελέσματα. Πρόκειται για αυθόρμητα ξεσπάσματα ενός πνεύματος αντίστασης που καταπιεζόταν για πολύ καιρό λόγω κάποιων αφόρητων συνθηκών× τους λείπει, όμως, η συνειδητοποίηση των ευρύτερων σκοπών. Επειδή είναι μικρές, διασκορπισμένες και ασυντόνιστες, οι απεργιακές ομάδες ηττώνται η μια μετά την άλλη. Από τη στιγμή που θα συνειδητοποιήσουν αυτήν την πραγματικότητα και οι απεργίες τους πάρουν μαζικό χαρακτήρα, θα στραφούν κατ’ ανάγκην εναντίον της κρατικής εξουσίας, επειδή αυτή είναι ο ισχυρότερος και αμεσότερος εχθρός. Καθώς η κατασταλτική δύναμη του κράτους θα προσπαθήσει να τους συντρίψει, θα πρέπει να επιτεθούν εναντίον της και να την κατανικήσουν με μαζικές δράσεις που θα βασίζονται στην ανώτερη, σφιχτοδεμένη και ακλόνητη ισχύ της ενωμένης εργατικής τάξης.

Αυτή είναι η σημασία των απεργιακών κινημάτων που φουντώνουν αδιάκοπα σε διάφορες χώρες. Κάθε σοσιαλιστής πρέπει να τα παρακολουθεί με προσοχή, να τα μελετά και να τα υποστηρίζει. Δεν είμαστε σε θέση να προσδιορίσουμε ποιες μορφές δράσης θα είναι οι καταλληλότερες στο μέλλον× η ευρηματικότητα μιας αγωνιζόμενης τάξης θα βρει τρόπο να τις επινοήσει στο μέλλον όπως έγινε και στο παρελθόν. Το ουσιώδες, όμως, είναι ότι αυτές οι ικανότητες και δυνάμεις κυοφορούν στις τωρινές συγκρούσεις αυτό που θα διαμορφώσει τις βασικές προϋποθέσεις της επανάστασης της εργατικής τάξης.

Η τρίτη παρατήρησή μας, λοιπόν, μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: ο γνησιότερος και σπουδαιότερος αγώνας των εργαζομένων ενάντια στην τάξη των καπιταλιστών, που συνεχίζεται αδιάκοπα σήμερα και που τους προετοιμάζει για την επανάσταση, στέκεται έξω από το βασίλειο του κοινοβουλευτισμού.

 

Μετάφραση από τα αγγλικά: Γ. Παπαπαναγιώτου

Ιούνης 2019

 

 

[1] (στμ.) Στην Ολλανδία, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (Social Democratic Workers’ Party – Sdap) συνενώθηκε με το αριστερό φιλελεύθερο κόμμα, την προοδευτική προτεσταντική χριστιανοδημοκρατική ένωση, με διάφορα προοδευτικά μέλη των προτεσταντικών κομμάτων, καθώς και με κάποια μέλη του κινήματος των καθολικών που αντιστάθηκαν στους ναζί. Το νέο κόμμα ονομάστηκε Εργατικό Κόμμα, το οποίο, με ένα διάλειμμα μιας διετίας, κυβέρνησε την Ολλανδία από το 1946 μέχρι το 1958. Ένας από τους σύγχρονους πολιτικούς του ολλανδικού Εργατικού Κόμματος είναι και ο γνωστός από τα μνημόνια Γερούν Νταϊσσελμπλούμ.

[2] (στμ.) Το άρθρο γράφηκε το 1950. Με τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, στην Ολλανδία, ο παραγωγικός μηχανισμός είχε υποστεί εκτεταμένες καταστροφές.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.