Georges Politzer: Το τέλος της ψυχανάλυσης

 

 

Georges Politzer: Όταν οι Ναζί τουφέκισαν την διαλεκτική

 

 

Αναδημοσιεύουμε το κείμενο “Το τέλος της ψυχανάλυσης” του μεγάλου Γάλλου διαλεκτικού Georges Politzer (1903-1942). Ο Politzer ήταν από τους πρώτους μαρξιστές που ασχολήθηκαν με τα θέματα της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης. Ήταν μεγάλος αντίπαλος  του “φρουδομαρξισμού“, ο οποίος έγινε μόδα μετά τον πόλεμο. Έγραψε τις πρώτες πρωτοπόρες εργασίες του στα τέλη της δεκαετίας του 1920, πρίν ακόμα γίνει 30 χρονών. Το έργο του ήταν βασική επιρροή για μεγάλους επιστήμονες όπως ο Vygotsky.

O Politzer ηταν Ουγγρικής καταγωγής και είχε πάρει μέρος στην επανάσταση στην Ουγγαρία το 1919. Στρατεύτηκε ενεργά στο Κομμουνιστικό κίνημα και ήταν απο τους θεμελιωτές μιας σχολής για τους εργάτες στη Γαλλία, στην οποία έδινε μαθήματα διαλεκτικού υλισμού. Πήρε ενεργό μέρος στην αντίσταση μαζί με την γυναίκα του Mai. ΄Και οι δύο συνελήφθησαν το φεβρουάριο του 1942. Μετά απο βασανιστήρια, του προτάθηκε απο τους Γάλλους δοσίλογους να αρχίσει να γράφει βιβλία για τον εθνικοσοσιαλισμό αλλιώς θα τον παρέδιδαν στους Ναζί για εκτέλεση. O Politzer αρνήθηκε και εκτελέστηκε τον Μάιο του 1942. Ήταν μόλις 39 χρονών. Η γυναίκα του μεταφέρθηκε στο Auschwitz και πέθανε εκεί ένα χρόνο μετά.

Το έργο και οι εργασίες του Politzer παραμένουν επίκαιρα και σήμερα.

 

 

Βαγγέλης Ζέρβας.

 

 

 

Georges Politzer: Το τέλος της ψυχανάλυσης

 

(1939)

 

Το ενδιαφέρον γύρω από τις θεωρίες και τις μεθόδους που έχουν συνδεθεί με το όνομα του Φρόυντ μειώθηκε πολύ στα τελευταία χρόνια. Μπορεί μάλιστα να πεις κανείς ότι εξαφανίστηκε στους προοδευμένους επιστημονικούς κύκλους.

Η ιστορία της ψυχανάλυσης χωρίζεται σε τρεις περιόδους: στην περίοδο της επεξεργασίας, στην περίοδο των μεγάλων αντιρρήσεων και του συνεχώς αυξανόμενου κύρους της και, τέλος, στην περίοδο της παραδοχής της από την επίσημη επιστήμη και της σχολαστικής κατάπτωσής της.

Αμέσως μετά τη ρήξη του Φρόυντ με τον Μπρόιερ, η ψυχανάλυση, πολύ λίγο γνωστή ακόμα, χτυπήθηκε από τους αντιπροσώπους της ακαδημαϊκής ψυχιατρικής. Οι συζητήσεις γίνονται πιο ζωηρές όσο ο “φροϋδισμός” διαδίδεται, όχι μόνο ανάμεσα στους γιατρούς, αλλά και ανάμεσα στους συγγραφείς και στο “καλλιεργημένο κοινό”. Στα χρόνια που ακολούθησαν τον πρώτο πόλεμο, η αίγλη της ψυχανάλυσης φθάνει στο απόγειό της. Τότε, οι γεμάτες πάθος συζητήσεις σταματάνε, η “αντίσταση” των κλασσικών ψυχιάτρων παύει· η ψυχανάλυση γίνεται δεκτή, με τη σειρά της, από την επίσημη ιατρική, ενώ στα χέρια των “αυθεντικών” της εκπροσώπων γίνεται τελείως σχολαστική. Οι έννοιες λίμπιντο, συμπλέγματα, υπερεγώ κλπ, γίνονται κλισέ και οι ψυχαναλυτικές εργασίες αναμασάνε συνεχώς τα ίδια θέματα.

Εάν στα δέκα χρόνια τα πριν από τον πόλεμο του 1914 – 1918 η ψυχανάλυση είχε γίνει πασίγνωστη στις χώρες της κεντρικής Ευρώπης και αρκετά γνωστή στους επιστημονικούς κύκλους των αγγλοσαξωνικών χωρών, αντίθετα, στη Γαλλία, ήταν σχεδόν άγνωστη. Η προσπάθεια του Υβ Ντελάζ να αναιρέσει τη φροϋδική θεωρία του ονείρου ήταν μια προσπάθεια μεμονωμένη.

Η διάδοση της ψυχανάλυσης στη Γαλλία άρχισε την επομένη του πολέμου. Στην αρχή, οι αντιπρόσωποι της επίσημης επιστήμης χτύπησαν κι εδώ την ψυχανάλυση με επιχειρήματα που δεν ήταν πάντοτε επιστημονικά. Ο Σαρλ Μπλοντέλ, καθηγητής τότε στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου, δεν έγραψε σε ένα μικρό σύγγραμμα, προορισμένο να χτυπήσει την ψυχανάλυση, ότι οι ιδέες και η πρακτική που τη χαρακτηρίζουν μπορούσαν να συμφωνήσουν με το γερμανικό πνεύμα, αλλά ήταν ασυμβίβαστες με το λατινικό;

Παρ’ όλα αυτά, η διάδοση της ψυχανάλυσης συνεχίστηκε στη Γαλλία και σήμερα συνυπάρχει μαζί με τις κλασικες μεθόδους και θεωρίες που οι οπαδοί της ψυχανάλυσης πίστευαν ότι είχαν έρθει για να εκδιώξουν. Ο ίδιος ο Φρόυντ επισήμανε τις αλλαγές στην τύχη της ψυχανάλυσης.

Το 1932 είπε ότι η ψυχανάλυση “θεωρείται σαν μια επιστήμη”, ότι “κατέλαβε τη θέση της στο Πανεπιστήμιο”, ότι αν και “οι αγώνες γύρω απ’ αυτήν, δεν έχουν ακόμα σταματήσει”, “συνεχίζονται όμως με λιγότερη οξύτητα” (“Νέες Διαλέξεις πάνω στην ψυχανάλυση”, σ. 189).

Τίποτα δε δείχνει ότι η ψυχανάλυση πολιτογραφήθηκε στο κράτος της επιστήμης από τα θετικά αποτελέσματα που παρουσίασε κυρίως στην ψυχιατρική.

Δίχως να επιμείνουμε σ’ αυτή τη μελέτη σε μια λεπτομερή εξέταση της ψυχανάλυσης όσον αφορά τη θεραπευτική της αξία, μπορούμε να πούμε ότι από τότε είναι βεβαιωμένο πως η μέθοδος του Φρόυντ δεν δικαίωσε τις μεγάλες ελπίδες που είχε προκαλέσει.

Πολλοί από τους γιατρούς επικαλούνται την ψυχανάλυση μέσα στις κλινικές. Στην πραγματικότητα, όμως, χρησιμοποιούν, στο μεγαλύτερο ποσοστό των περιπτώσεων, μια εκλεκτική μέθοδο. Γενικά, δεν έχει αποδειχτεί επιστημονικά ότι τα πρακτικά αποτελέσματα, που προήλθαν ειδικά από τις φροϋδικές μεθόδους, έχουν καλυτερεύσει τις δυνατότητες ενέργειας πάνω στις ψυχικές ασθένειες. Τα αποτελέσματα που πετύχαμε με την ψυχανάλυση δεν είναι ανώτερα απ’ αυτά που μπορεί να πετύχει κανείς με άλλες μεθόδους της ψυχολογικής λεγόμενης θεραπευτικής και πρέπει, άλλωστε, να υπάρχει πάντα η αμφιβολία για τη φύση της μεθόδου με την οποία βγάζουμε ένα αποτέλεσμα. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος ο Φρόυντ, μιλώντας στα τελευταία του έργα για την αποτελεσματικότητα της ψυχανάλυσης, ομολόγησε ότι όταν αυτή συγκριθεί με τις άλλες μεθόδους, δεν είναι παρά prima inter pares.

Το γεγονός είναι ότι και μετά τον ερχομό της ψυχανάλυσης, τα μέσα επέμβασης στην ψυχιατρική παραμένουν τόσο ανεπαρκή όσο ήταν και πριν. Το πρόβλημα που τίθεται σ’ αυτό το πεδίο ξεπερνάει πιθανώς τα πλαίσια τόσο των ψυχολογικών και φυσιολογικών μεθόδων θεραπευτικής όταν τις πάρει κανείς ξεχωριστά, όσο και των μεθόδων που αρκούνται στο να τις συνδυάσουν χωρίς να παίρνουν υπ’ όψη τις αντικειμενικές ιστορικές συνθήκες μέσα στις οποίες αναπτύσσεται ο ψυχοπαθής σαν κοινωνικό φαινόμενο και την ανάγκη επέμβασης στις ίδιες τις συνθήκες.

Δεν θα επεκταθούμε περισσότερο για μια άλλη άποψη της ψυχανάλυσης, που στην αρχή έκανε κι αυτή μεγάλο θόρυβο, δηλαδή την παιδαγωγική εφαρμογή της.

Σήμερα είναι φανερό ότι και σ’ αυτό τον τομέα, οι ελπίδες που στηρίχτηκαν στην ψυχανάλυση έμειναν αδικαίωτες. Η υποτιθέμενη απόδειξη με τα “αποτελέσματα” που προτείνουν, με τη συνηθισμένη τους ασάφεια, οι ψυχαναλυτές, είναι χωρίς καμιά αξία.

Όπως στην ψυχοθεραπευτική, έτσι και στην παιδαγωγική, οι μέθοδοι που εφαρμόζονται αποτελεσματικά από τους ψυχαναλυτές είναι δύο ειδών.

Υπάρχουν μέθοδοι που είναι ευεργετικές, αλλά που δεν έχουν τίποτα το ειδικά φροϋδικό, και τέτοιες είναι οι μέθοδοι που αντιδρούν κατά της βαρβαρότητας που περιέχει το πατροπαράδοτο παιδαγωγικό μας σύστημα. Έτσι, η μέθοδος που καταδικάζει τον τρόπο με τον οποίο θέλουν να λύσουν με τη βία τα προβλήματα που θέτει ο σχηματισμός του χαρακτήρα στο παιδί, δεν έχει τίποτα το ειδικά ψυχαναλυτικό. Όσο για τις ειδικά ψυχαναλυτικές μεθόδους, στο μεγαλύτερο ποσοστό των περιπτώσεων, δεν είναι αποτελεσματικές. Το αντίθετο, μάλιστα, είναι βλαβερές, ιδίως όταν πρόκειται για μεθόδους που στρέφουν την προσοχή της αγωγής στις συγκρούσεις με σεξουαλικό χαρακτήρα.

Υπάρχει μια φυσική και κοινωνική πραγματικότητα που δεν προσδιορίζεται καθόλου από τους μηχανισμούς, που είναι τόσο γνώριμοι στους ψυχαναλυτές. Η πραγματικότητα μέσα στην οποία είναι υποχρεωμένα να ζουν αγόρια και κορίτσια θέτει προβλήματα με διαφορετικούς αντικειμενικούς όρους απ’ αυτούς που προκάλεσαν τα Αριάδνεια ή Οιδιπόδεια συμπλέγματα. Όταν η αγωγή βάζει για κύριο σκοπό της, ή για έναν από τους κύριους σκοπούς της, το να διαλύσει τα συμπλέγματα ή να βρει τη λύση των συγκρούσεων που τα προκαλούν, διαστρέφει στο παιδί την “προσοχή του στη ζωή”, για να μεταχειριστώ την έκφραση ενός διάσημου φιλόσοφου. Η ψυχαναλυτική παιδαγωγική, που έχει πάρει σαν μέθοδος αυτό τον προσανατολισμό, εμπνέεται ασφαλώς από τη θέση αυτών που νομίζουν ότι τα αντικειμενικά, οικονομικά ή άλλα προβλήματα έχουν λυθεί, εφ’ όσον ο κόσμος γι’ αυτούς φαίνεται να γυρίζει γύρω από τις συγκρούσεις του σεξουαλικού ενστίκτου.

Υπάρχουν βέβαια κοινωνικοί κύκλοι με υλική βάση η οποία επιτρέπει μια τέτοια αφαίρεση, και σ’ αυτή την περίπτωση η ψυχανάλυση περιέχει μια δόση αλήθειας. Οι μεγάλες, όμως, μάζες βρίσκονται μπροστά σε ασχολίες πολύ πιο κρίσιμες από τις σχέσεις μεταξύ του Ich (εγώ) και του Es (αυτό).

Αυτός είναι ασφαλώς ο λόγος των προσπαθειών που έγιναν για να συμπληρωθεί η ατομική ψυχαναλυτική παιδαγωγική με μια κοινωνική παιδαγωγική, την οποία όμως αντιλαμβάνονται πάνω στις ίδιες αρχές. Τέλος, η ψυχανάλυση παρουσιάζει πιο πολύ ενδιαφέρον σαν ιστορικό γεγονός παρά σαν επιστημονική κίνηση και γίνεται πιο διδακτική με τα κοινωνικά δεδομένα των οποίων τις αντανακλάσεις τους περιέχει, παρά με τις θεωρίες που θέλησε να μας διδάξει. Εντούτοις, αν και η ψυχανάλυση έχει χάσει πολύ από το κύρος της, κι αν ακόμα από λογοτεχνική άποψη τα θέματα με λίμπιντο και τα πρόσωπα με συμπλέγματα δεν έχουν καμιά απόδοση, υπάρχει ακόμα το καθαρά θεωρητικό μέρος του φροϋδικού κινήματος που προκαλεί σχετικά τις μεγαλύτερες αυταπάτες. Κατά τη γνώμη μας, λοιπόν, δεν είναι ανώφελο να επεκταθούμε περισσότερο σ’ αυτή την άποψη του προβλήματος.

***

Το θεωρητικό μέρος της ψυχανάλυσης αποτελείται από έναν εκλεκτισμό πολύ ετερόκλιτο. Μπορεί να σας εκπλήξει το ότι κατηγορούμε το Φρόυντ για εκλεκτισμό, εφ’ όσον από τους πιο ετερόδοξους μαθητές του κατηγορήθηκε κυρίως για δογματισμό και μάλιστα όταν о ίδιος έφθασε μέχρι του σημείου να βεβαιώσει ότι η ψυχανάλυση, όπως την συνελάμβανε αυτός, αποτελούσε ένα σύνολο από το οποίο δεν έπρεπε να αφαιρεθεί κανένα ουσιαστικό κομμάτι.

Αλλά ο δογματισμός και ο εκλεκτικισμός δεν αποκλείει καθόλου ο ένας τον άλλο. Η ιστορία των ιδεών μάς προσφέρει πολλές τέτοιες αποδείξεις. Ο Βίκτωρ Κουζέν, αρχηγός της εκλεκτικής Σχολής, δεν υπήρξε μήπως δογματικός, μέχρι του σημείου να θέλει να επιβάλει μια επίσημη φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο;

Αυτό συμβαίνει γιατί ο δογματισμός δεν εκφράζει τη σταθερότητα του μελετητή στο να δέχεται μόνο τη συμφωνία που υπάρχει ανάμεσα στις ιδέες και στα γεγονότα, αλλά εκφράζει την επιμονή του στο να κρατήσει έναν ιδεολογικό εξοπλισμό που, όταν βρεθεί η ευκαιρία, θα εξαπολύσει ενάντια στα γεγονότα. Οι αντιπρόσωποι όλων των συστημάτων που είναι ασυνεπή και ασυνάρτητα είναι δογματικοί· αυτοί είναι, άλλωστε, που χρειάζονται το δογματισμό. Μια σκέψη που πραγματικά προχωρεί σε βάθος και που η μόνη της φιλοδοξία είναι να πλησιάσει από πιο κοντά την πραγματικότητα, προσαρμόζεται πολύ φυσικά στα καινούργια δεδομένα και στις καινούργιες καταστάσεις. Για τον αυθεντικό επιστήμονα ή τον μελετητή, το καινούργιο δεδομένο, η καινούργια ανακάλυψη είναι πάντοτε ευτυχή γεγονότα, ενώ οι ψευτοεπιστήμονες ή οι μελετητές που ζούνε με απροσάρμοστες ιδέες, χτυπάνε με τόση μανία τους πρωτοπόρους, όσο περισσότερο τούς ενόχλησαν στο εκλεκτικό τους εφησύχασμα.

Ο Φρόυντ υπήρξε δογματικός και εκλεκτικός κι ο εκλεκτισμός του υπήρξε καθοριστικός για το μέλλον της ψυχανάλυσης.

Εαν εξετάσει κανείς τις πρώτες θεωρητικές συλλήψεις του Φρόυντ, βλέπει πολύ καθαρά την επίδραση ενός μηχανιστικού υλισμού, αυτού ακριβώς που είχε διαδοθεί τόσο πολύ μεταξύ των γιατρών του περασμένου αιώνα και είχε εκλαϊκευτεί από τους αντιπροσώπους του χυδαίου υλισμού όπως ήταν ο Μάλεσκοτ και ο Μπύχνερ.

Ο μηχανιστικός αυτός υλισμός εμφανίζεται στον Φρόυντ όταν, π.χ., στο βιβλίο του “Τρία δοκίμια πάνω στο σεξουαλισμό” ζητάει να αποδώσει την έλξη του ενός φύλου προς το άλλο σα μια πράξη φυσικο-χημική. Ο μηχανιστικός αυτός υλισμός εμφανίζεται στα “μοντέλα” στα οποία ο Φρόυντ στήριζε τις παρατηρήσεις του. Οι βασικές θεωρητικές συλλήψεις του συγγραφέα του Traumdeutung κυριαρχούνται πραγματικά απ’ αυτά τα μηχανιστικά “μοντέλα”. Γενικά, κατά το Φρόυντ, η ιδεώδης επιστημονική εξήγηση συνίσταται στο να παρουσιάσεις τις ψυχικές εξελίξεις σαν ένα παιχνίδι από δυνάμεις κατασκευασμένες πάνω στα πρότυπα των φυσικών δυνάμεων. Απ’ εδώ προέρχεται και η έννοια του “συμπλέγματος”, που ορίζεται σαν η ενέργεια μιας δύναμης πάνω σε μια παράσταση. Απ’ εδώ και η έννοια του “λίμπιντο” με συνεχή χρησιμοποίηση του στοιχείου της ενέργειας που δρα με μια σχηματοποίηση καθαρά φυσική.

Αυτό το πνεύμα διακρίνει ακόμη και τα τελευταία έργα του Φρόυντ.

Η αλήθεια είναι ότι ο Φρόυντ θέλησε να αντιδράσει σε μερικές θεωρίες που είχαν τη σφραγίδα του μηχανιστικού υλισμού.

Στην εισαγωγή του Traumdeutung, εξετάζει και αποκρούει τις καθαρά φυσιολογικές θεωρίες για το όνειρο. Επιμένει ακριβώς στην ιδέα ότι δεν είναι δυνατό να εξηγήσουμε το όνειρο μόνο με τη φυσιολογία, γιατί το όνειρο έχει και ένα περιεχόμενο. Όπως είναι γνωστό, ο Φρόυντ θέλησε να αφιερώσει την κύρια προσπάθειά του σ’ αυτό το πεδίο, στην εξήγηση, δηλαδή, του περιεχομένου του ονείρου. Θέλησε να εξηγήσει γιατί ένα καθορισμένο άτομο είδε ένα καθορισμένο όνειρο και κράτησε μια ανάλογη στάση απέναντι στις νευρώσεις και στις ψυχώσεις, προσπαθώντας να εξηγήσει το περιεχόμενο των συμπτωμάτων.

Έτσι ο Φρόυντ πλησίασε ένα πεδίο με τεράστια σημασία που οι θεωρίες οι εμπνεόμενες από το μηχανιστικό υλισμό ήταν εντελώς ανίκανες να πλησιάσουν με καποια χρησιμότητα.

Πραγματικά, όταν θελήσουμε να εξηγήσουμε αυτό που συνήθως ονομάζουμε ψυχική ζωή πρέπει αναγκαστικά να την διακρίνουμε – και η διάκριση είναι βασική – από το φαινόμενο της παραγωγής των “ιδεών” που σχηματίστηκαν. Το φαινόμενο της παραγωγής των ιδεών προέρχεται από το μυαλό, αλλά οι ιδέες που σχηματίστηκαν έχουν ένα “περιεχόμενο” που δεν είναι δυνατό να εξηγηθεί ούτε χωρίς το μυαλό, ούτε μόνο με το μυαλό. Είναι φανερό ότι το μυαλό είναι προϋπόθεση απαραίτητη, αλλά όχι και προϋπόθεση επαρκής. Αν, για να σκεφτεί κανείς την ιδέα της ελευθερίας, πρέπει να έχει ένα μυαλό, ο διαφορετικός τρόπος με τον οποίο οι διάφορες κοινωνικές τάξεις αντιλαμβάνονται την ελευθερία δεν εξηγείται ασφαλώς από τις διαφορές στην εγκεφαλική κατασκευή. Το πρόβλημα τίθεται με το εξής επιχείρημα: δεν υπάρχει παραλληλισμός ανάμεσα στην ανάπτυξη των ιδεών και στην ανάπτυξη του μυαλού. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσουμε να αναζητούμε μιαν αποτελεσματική πραγματικότητα που θα μπορούσε να χρησιμεύσει σαν υλικό υπόστρωμα στην ιστορία των ιδεών. Αυτό σημαίνει μάλλον ότι πρέπει να αναζητήσουμε αυτή την πραγματικότητα έξω από το μυαλό.

Ο μηχανιστικός υλισμός είναι ακριβώς ανίκανος να κάμει ένα τέτοιο πράγμα, γιατί δεν προχωρεί πέρα από τις εξηγήσεις τις καθαρά φυσιολογικές και δεν δέχεται άλλες υλιστικές εξηγήσεις. Έτσι, αφού είναι ανίκανος να εξηγήσει το συγκεκριμένο περιεχόμενο της “ψυχικής ζωής”, παύει να ενδιαφέρεται γι’ αυτό και πέφτει στην αφαίρεση ή, καλύτερα, ξαναβρίσκεται τον ιδεαλισμό.

Αλλά ούτε βέβαια και ο ιδεαλισμός ασχολείται με το ακριβές περιεχόμενο της ψυχικής ζωής. Επειδή οι “ιδέες” δεν αναφέρονται στο μυαλό, επειδή δεν μπορούμε να “επαγάγουμε” τις ιδέες από το “μυαλό”, υψώνει τις ιδέες σε ανεξάρτητες πραγματικότητες, κατασκευάζει έναν κόσμο εξωκοσμικό και δεν ενδιαφέρεται για τον συγκεκριμένον άνθρωπο. Ο μηχανιστικός υλισμός και ο ιδεαλισμός δεν μπορούν να αποφύγουν ο ένας τον άλλο. Και τούτο γιατί, απ’ τη μια μεριά, ο μηχανιστικός υλισμός περιέχει μια ορισμένη δόση ιδεαλισμού και, απ’ την άλλη μεριά, οι ιδεαλιστικές θεωρίες σχηματίζονται από το περιεχόμενο των παραστάσεων που είναι σχεδόν πάντοτε αντιγραφές, περισσότερο ή λιγότερο λεπτές, της ύλης.

Ο Φρόυντ κατηγόρησε τις ψυχολογικές και ψυχοπαθολογικές θεωρίες, τις εμπνεόμενες από το μηχανιστικό υλισμό, ότι αδιαφορούν για το περιεχόμενο της ψυχικής ζωής. Θα αφήσουμε κατά μέρος το ζήτημα αν οι ίδιοι οι όροι με τους οποίους έθεσε το πρόβλημα είναι σωστοί. Τέτοιο είναι π.χ. το πρόβλημα της αναζήτησης της σημασίας κάθε ονείρου και κάθε νευρωτικού συμπτώματος.

Το σπουδαιότερο είναι ότι ο μηχανιστικός υλισμός και ο ιδεαλισμός – οι λεγόμενες φυσιολογικές θεωρίες και οι θεωρίες της κλασικής ενδοσκοπικής ψυχολογίας – κάνουν το σφάλμα της αφαίρεσης. Η αφαίρεση αυτή δε θα μπορούσε να ξεπεραστεί παρά μόνο με την απελευθέρωση από το μηχανιστικό υλισμό και τον ιδεαλισμό συγχρόνως. Χωρίς αυτό, αντιδρώντας στον μηχανιστικό υλισμό, ξαναπέφτει κανείς στον ιδεαλισμό. Κι αυτό ακριβώς έγινε με τον Φρόυντ.

Υποχρεωμένος ο Φρόυντ να υπογραμμίσει με πολλή έμφαση την αδυναμία των καθαρά φυσιολογικών εξηγήσεων στην ψυχολογία και στην ψυχιατρική, αντιπαράθεσε τις ψυχαναλυτικές εξηγήσεις στις φυσιολογικές εξηγήσεις. Αρνήθηκε, όσον αφορά την ψυχική ζωή, μια υλιστική γένεση που την αντιλαμβανόταν εσφαλμένα, χωρίς όμως να μπορεί να δώσει μιαν άλλη εξήγηση πιο σωστή της υλιστικής αυτής γένεσης. Γι’ αυτό, ένα από τα αποτελέσματα της διαμάχης του Φρόυντ με τις μηχανιστικές ιδέες ήταν ότι η θεωρία του μπόρεσε να χρησιμοποιηθεί για στήριγμα της άποψης, σύμφωνα με την οποία, η σκέψη δεν εξηγείται από το μυαλό. Από τότε, η ψυχανάλυση πέρασε στη σφαίρα που επηρέαζαν οι αντιδραστικοί κύκλοι στο τέλος του 19ου αιώνα, για να υποστεί σιγά-σιγά όλο και περισσότερο την ολέθρια επίδρασή τους.

Οι οπαδοί του φροϋδισμού, για να αποκρούσουν την κατηγορία ότι ο προσανατολισμός της ψυχανάλυσης είναι ιδεαλιστικός, επικαλούνται συχνά τον “βιολογισμό” του Φρόυντ. Παρατηρούν, δηλαδή, ότι μια από τις βασικότερες απόψεις, ίσως η βασικότερη, της θεωρίας του Φρόυντ, είναι η σημασία που δίνει στον αποφασιστικό ρόλο των ενστίκτων που έχουν βιολογική, επομένως, υλική βάση.

Παρ’ όλα αυτά, μια θεωρία που θα εξηγούσε όλη την ψυχική ζωή, είτε με το παιχνίδι των ενστίκτων, είτε με ένα κυρίαρχο ένστικτο, θα εξακολουθούσε ακόμα να κινείται μέσα στα πλαίσια ενός μηχανιστικού υλισμού. Και τέτοιος ακριβώς είναι ο προσανατολισμός που χαρακτηρίζει μια από τις όψεις της φροϋδικής θεωρίας των ενστίκτων και της λίμπιντο ιδιαίτερα. Αυτή έχει συλληφθεί πράγματι από την αρχή σαν ενεργητικό “πρότυπο”. Η έννοια της λίμπιντο υπήρξε από την αρχή μια τέλεια αντιγραφή της έννοιας της φυσικής ενέργειας. Είναι χαρακτηριστικό, εξάλλου, ότι ο Φρόυντ δεν μπόρεσε να παραμείνει σ’ αυτή την άποψη με συνέπεια.

Αλλά μια τέτοια θεωρία, επειδή ακριβώς προέρχεται από το μηχανιστικό υλισμό, συναντιέται με τον ιδεαλισμό σ’ όλα τα ζητήματα, γιατί ο ιδεαλισμός στο πεδίο της ιστορίας είναι, κατά την έκφραση του Ένγκελς, μια από τις “ειδικές στενότητες” αυτής της αντίληψης.

Αν τα ένστικτα έχουν οργανική, δηλαδή, υλική βάση, αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι κάθε εξήγηση, που χρησιμοποιεί τα ένστικτα, είναι υλιστική, στην επιστημονική σημασία του όρου. Πραγματικά, τα ένστικτα έχουν για άμεση ατομική πηγή το ατομικό σώμα, αλλά μια εξήγηση των ιστορικών φαινομένων με τα ένστικτα μάς οδηγεί πρακτικά σε μια εξήγηση της ιστορίας με την ατομική ψυχολογία, στην οποία δεν δίνουμε τη σωστή της θέση, αλλά την υψώνουμε σε αποφασιστικά προσδιοριστικό παράγοντα. Ξέρουμε, έτσι, ότι ο μηχανισμός των “συμπλεγμάτων” χρησιμοποιήθηκε από το Φρόυντ και για την εξήγηση κοινωνικών και ιστορικών φαινομένων.

Μια από τις θεωρητικές αρετές της ψυχανάλυσης ήταν ακριβώς, κατά το Φρόυντ και τους μαθητές του, ότι “επαναστατικοποίησαν” τις κοινωνικές επιστήμες. Έτσι, η ψυχανάλυση ήταν επόμενο να στραφεί ενάντια στον ιστορικό υλισμό. Στην αρχή αυτό έγινε μ’ έναν τρόπο “υποσυνείδητο” που ήταν αποτέλεσμα της σύγχυσής της. Μετά, συναντήθηκε συνειδητά με το ιδεαλιστικό και αντιδραστικό ρεύμα, κι από τότε αναπτύχθηκε συστηματικά αυτή η πλευρά της ψυχανάλυσης: η “ψυχαναλυτική κοινωνιολογία” ορθώθηκε ενάντια στη διαλεκτική κοινωνιολογία.

Φτάνει μόνο να φυλλομετρήσει κανείς ένα οποιοδήποτε ψυχαναλυτικό έργο, για να αντιληφθεί σε τι παιδαριωδίες μπορεί να καταλήξει η “φροϋδική κοινωνιολογία”. Σημειώνουμε μόνο ότι ο Φρόυντ και οι μαθητές του κατάληξαν να προτείνουν τα “συμπλέγματα” στη θέση των πραγματικών κινητηρίων δυνάμεων της ιστορίας. Έτσι, η “κοινωνιολογία” τους έβγαλε στην επιφάνεια τον ιδεαλισμό που η όλη θεωρία περιέχει στη βάση της.

Απ’ αυτή την άποψη, το κίνημα που βγήκε από το Φρόυντ πέρασε όχι μόνο στη φιλοσοφική, αλλά και στην κοινωνική και πολιτική αντίδραση.

Όπως είναι γνωστό, ο Φρόυντ εισήγαγε στη θεωρία του για τα όνειρα τη διάκριση ανάμεσα στο “φανερό περιεχόμενο” και στο “λανθάνον περιεχόμενο”. Η μέθοδος εξήγησης συνίσταται στο να βγάλει κανείς, κάτω από το φως του υλικού που θα του δώσει το υποκείμενο, το λανθάνον περιεχόμενο από το φανερό περιεχόμενο. Αυτή η αναγωγή παρουσιάστηκε σαν μια διείσδυση στα βάθη της ψυχής του υποκειμένου και γι’ αυτό το λόγο η ψυχανάλυση θεωρήθηκε σαν μια “ψυχολογία του βάθους”.

Ο Φρόυντ γενίκευσε, ύστερα, αυτή τη διάκριση ανάμεσα στο φανερό και στο λανθάνον περιεχόμενο, και την εφάρμοσε όχι μόνο στην εξήγηση των νευρωτικών συμπτωμάτων αλλά και στα κοινωνιολογικά και ιστορικά ζητήματα. Έτσι λοιπόν εφαρμόστηκε και στην ιστορία των ιδεών.

Αλλά εκεί ακριβώς ο ψυχαναλυτής είναι ανίκανος να συλλάβει πώς η κατ’ αρχήν φανταστική αντανάκλαση του πραγματικού κόσμου στην ανθρώπινη συνείδηση γίνεται μια αντανάκλαση όλο και περισσότερο πιστή. Κι ακόμη πιο πολύ: ζητάει μέσα στις ιδέες όχι την αντανάκλαση του πραγματικού κόσμου, αλλά την αντανάκλαση των συμπλεγμάτων, που τα αντιλαμβάνεται, στην πραγματικότητα, έξω από την ιστορία. Έτσι οδηγήθηκαν οι ψυχαναλυτές στο να προσκολλήσουν στα “συμπλέγματα” την κοινωνική κίνηση. Φυσικά, μια θεωρία που θέλει να εξηγήσει την πραγματικότητα, είναι απατηλή, ανάλογα με το βαθμό της προέλευσής της από έναν ψυχολογικό συμβολισμό.

Επειδή οι μαθητές του Φρόυντ ήθελαν να εφαρμόσουν την “ψυχαναλυτική μέθοδο” στα κοινωνικά φαινόμενα, αντί να τα εξηγήσουν σύμφωνα με τα πραγματικά ιστορικά αίτια, έδωσαν φανταστικές εξηγήσεις με φανταστικά αίτια. Αυτή, όμως, την πλευρά της θεωρίας τους παραδέχονται ακόμη και σήμερα όλοι αυτοί που θέλουν να “ανασκευάσουν” μιαν επιστημονική κοινωνιολογία και να χτυπήσουν το κοινωνικό κίνημα που τρέφεται απ’ αυτήν. Εδώ βρίσκεται η αιτία κάθε είδους “ψυχανάλυσης” του μαρξισμού ή του σοσιαλισμού που παρουσίασαν μερικοί κύκλοι.

Για να συλλάβει κανείς την ασυναρτησία, που αποτελεί τη βάση της ψυχανάλυσης, σ’ όλη την αντιεπιστημονική χυδαιότητά της, δεν έχει παρά να δει αυτή την “κοινωνιολογική” πλευρά της.

Σ’ αυτό που συνήθως ονομάζουμε ψυχολογία, γεννιέται συνεχώς, όταν μελετούμε τις “ανώτερες ψυχικές λειτουργίες”, το πρόβλημα των σχέσεων μεταξύ του ατόμου και της πραγματικότητας η οποία επιδρά επάνω του, όπως κι αυτό με τη σειρά του επιδρά πάνω της. Ο Φρόυντ και οι μαθητές του ποτέ δεν κατόρθωσαν να δουν ξεκάθαρα τις σχέσεις ανάμεσα στο άτομο, δηλαδή, στον ψυχολογικό ατομικό νόμο, και στον ιστορικό νόμο.

Όταν μελετάει κανείς ένα κοινωνικό φαινόμενο, πρέπει βέβαια να ασχοληθεί με το ρόλο των ατόμων, εφ’ όσον, σε τελευταία ανάλυση, η ιστορία δημιουργείται από τα άτομα που δρουν. Το να εξηγήσει κανείς γιατί ένα καθορισμένο άτομο μπορεί να παίξει έναν καθορισμένο ρόλο, να εξηγήσει τους λόγους που τον οδήγησαν να εκλέξει αυτό το ρόλο, είναι ένα πρόβλημα που δεν πρέπει να το συγχέουμε με την εξήγηση του ίδιου του κοινωνικού φαινομένου.

Ακόμα και μια τέτοια διάκριση είναι ανεπαρκής υπό αυτή τη μορφή. Ο ρόλος που είναι υποχρεωμένο ένα άτομο να παίξει δεν μπορεί να εξηγηθεί στα ιστορικά του γνωρίσματα μόνον από το ίδιο το άτομο. Ο ρόλος αυτός βγήκε μέσα από την ιστορική ανάπτυξη και αυτό που εξαρτιέται από το άτομο, είναι μόνο η επιλογή που θα κάνει η “ψυχολογία” του ανάμεσα στις ιστορικα δοσμένες δυνατότητες μιας εποχής.

Ούτε όμως κι αυτή η “ψυχολογία” είναι δυνατόν να χωριστεί από τη συγκεκριμένη ιστορία της ανθρωπότητας.

Μπορεί “ψυχολογικοί μηχανισμοί” να εκλέγουν άλλους για το ρόλο του ήρωα κι άλλους για το ρόλο του δειλού, αλλά κι αυτοί οι “μηχανισμοί” έχουν την ιστορική τους γένεση και τους κοινωνικούς τους όρους ύπαρξης.

Ο Φρόυντ και οι μαθητές του βάζουν μερικούς μηχανισμούς ατομικής ψυχολογίας στη βάση όχι μόνο των ατομικών ενεργειών στην πιο ατομιστική τους σύλληψη, αλλά και στη βάση των κοινωνικών φαινομένων.

Αν υποθέσουμε ότι τα βασικά συμπλέγματα όπως είναι το “Οιδιπόδειο σύμπλεγμα” και το “σύμπλεγμα της Αριάδνης” υπάρχουν πραγματικά με τα χαρακτηριστικά και τις διαστάσεις που τους δίνουν οι ψυχαναλυτές, πρέπει να παραδεχτούμε ότι πρόκειται για “μηχανισμούς” οι οποίοι θα μπορούσαν ακόμη περισσότερο να εξηγήσουν την τάση ενός ατόμου προς έναν ορισμένο τύπο δράσης με τα συγκεκριμένα ιστορικά του χαρακτηριστικά. Έτσι δεν έλειψαν οι προσπάθειες να εξηγήσουν και το ναζισμό σύμφωνα με την ψυχαναλυτική μέθοδο.

Η κτηνωδία των ναζί, με τη συχνότητα των ερωτικών τους απόψεων, φαίνεται να οδηγεί σε μια τέτοιου είδους εξήγηση. Εντούτοις, αν μπορούμε στην ανάγκη να εξηγήσουμε γιατί ένας ναζί Α κι όχι ένας ναζί Β δέχεται να παίζει το ρόλο του βασανιστή μέσα σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, αυτό δε σημαίνει ότι μπορούμε να εξηγήσουμε μ’ αυτό τον τρόπο το ναζισμό σαν ιστορικό φαινόμενο.

Ο Φρόυντ μετάτρεψε την πρωταρχική σύγχυση που έκανε ανάμεσα στην ψυχολογία και την ιστορία, σε δογματική θέση, και φαντάστηκε ότι τα “συμπλέγματά” του χρησιμεύουν σαν το κλειδί της ιστορίας.

Οι “εφαρμογές της ψυχανάλυσης στις κοινωνιολογικές επιστήμες” δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν χωρίς να καταλήξουν σε μια διπλή αφαίρεση. Τα περίφημα “συμπλέγματα δεν είναι – όσο βέβαια μπορούν να είναι – παρά σχήματα πολύ γενικά. Η γενικότητα αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι συναντάμε π.χ. μέσα σ’ όλη την ιστορία της ανθρωπότητας τις σεξουαλικές σχέσεις ανάμεσα σ’ άντρα και γυναίκα.

Στην πραγματικότητα, τις σχέσεις αυτές δεν τις συναντάει κανείς παρά σε συγκεκριμένες κοινωνικές καταστάσεις, δηλαδή σε καθορισμένες κοινωνίες με δεδομένα τα μέσα παραγωγής και όλο το πολυσύνθετο εποικοδόμημά τους. Αντίθετα, στη φροϋδική θεωρία, η κοινωνία μ’ όλη της τη συνθετότητα, μπαίνει μέσα στον ιστό των σεξουαλικών σχέσεων. Ο Φρόυντ, θέλοντας να εξηγήσει τα κοινωνικά δεδομένα με τα “συμπλέγματα”, έφτασε στο σημείο να χρησιμοποιήσει μερικές τυποποιημένες φράσεις που κολλάνε οπουδήποτε και να παραμελήσει τον συγκεκριμένο άνθρωπο μέσα στην ιστορική του πραγματικότητα. Γι’ αυτό το λόγο, η ψυχαναλυτική κοινωνιολογία δεν είναι παρά μια επανέκδοση, με διαφορετικό λεξιλόγιο, της παλιάς ιδεαλιστικής κοινωνιολογίας.

Μια άλλη πλευρά της ιδεαλιστικής αφαίρεσης του φροϋδισμού γίνεται φανερή όταν κοιτάξουμε τον τροπο με τον οποίο ο Φρόυντ και οι μαθητές του αντιλαμβάνονται τις σχέσεις ανάμεσα στην αντικειμενική πραγματικότητα και στα προϊόντα του ανθρωπίνου πνεύματος. Θ’ αφήσουμε κατά μέρος τις φιλοσοφικές εξομολογήσεις του Φρόυντ στις οποίες βρίσκει κανείς εύκολα επιχειρήματα για ν’ αποδείξει μέχρι ποιο σημείο επηρεάστηκε από τον ιδεαλισμό. Προτιμάμε να εξετάσουμε μόνο ό,τι εμφανίζεται αποφασιστικά στις καθαρά ψυχαναλυτικές του απόψεις.

Ξέρουμε ότι ο Φρόυντ, αφού προσπάθησε να εξηγήσει τα όνειρα και τα νευρωτικά συμπτώματα με την ψυχανάλυση, θέλησε να εξηγήσει με την ίδια μέθοδο, όχι μόνο τους μύθους, αλλά και τα φιλολογικά έργα, ακόμα και τα φιλοσοφικά και τα επιστημονικά.

Η μέθοδος συνίσταται όχι μόνο στο να επανασυσταίνει κανείς ένα “λανθάνον” περιεχόμενο, όπου ξαναβρίσκει τα βασικά “συμπλέγματα” της ψυχανάλυσης, αλλά και στο να αποδίδει στην επέμβαση αυτών των συμπλεγμάτων τον προσδιοριστικό ρόλο στην εξήγηση π.χ. ενός μύθου. Όταν ο Φρόυντ αναφέρει την εξήγηση, σύμφωνα με την οποία ο μύθος του Λαβύρινθου συμβολίζει τη δακτυλική γέννηση όπου ο μίτος της Αριάδνης παριστάνει τον ομφάλιο λώρο, νομίζει ότι δίνει έτσι το ουσιαστικότερο μέρος της εξήγησης.

Μ’ αυτό τον τρόπο, η αντανάκλαση του εξωτερικού κόσμου μέσα στην ανθρώπινη συνείδηση εξαφανίζεται και καταλήγουμε πάλι σε μια φοβερή αφαίρεση. Το ανθρώπινο πνεύμα, δηλαδή, εργάζεται για την κατασκευή συμβόλων σε άμεση σχέση με τα “συμπλέγματά” του. Έτσι, ο ιδεαλισμός ξαναβρίσκεται πάλι μεταφερμένος σε ψυχαναλυτική γλώσσα. Στον “φυσιολογικό ιδεαλισμό” με το ένδοξο παρελθόν, έρχεται να ενωθεί ο “ψυχαναλυτικός ιδεαλισμός” και η “ειδική ενέργεια των εγκεφαλικών νεύρων” του Μίλλερ αντικαθίσταται από τη “λίμπιντο” του Φρόυντ.

Πολλοί ειναι οι υπαινιγμοί που ο Φρόυντ και οι μαθητές του κάνουν σχετικά με την επίδραση της κοινωνίας πάνω στο άτομο. Το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα δεν προϋποθέτει την κοινωνική πείρα της οικογένειας; Μπορούσε, λοιπόν, να σκεφτεί κανείς ότι οι ψυχαναλυτές έπρεπε να έχουν εμβαθύνει σ’ αυτή την πλευρά του ζητήματος. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν εμβάθυναν, γιατί δεν είχαν κανένα μέσο για μια τέτοια εμβάθυνση και γιατί μια τέτοια εργασία είναι αντίθετη στο πνεύμα της ψυχανάλυσης.

Συνεχίζοντας την εξέταση μ’ αυτό τον τρόπο, βλέπουμε τον εξαιρετικά ιστορικό χαρακτήρα των συμπλεγμάτων και καταλαβαίνουμε έτσι πόσο ανεπαρκείς είναι οι καθαρά ψυχολογικές μέθοδοι για την εξήγηση της ιστορίας.

Η ψυχανάλυση, όμως, προσπαθεί να εξηγήσει την ιστορία με τη βοήθεια της ψυχολογίας και όχι την ψυχολογία με τη βοήθεια της ιστορίας και γι’ αυτό πέφτει αναγκαστικά στη μεταφυσική θεώρηση του ανθρώπου. Είναι πολύ παράξενο πώς μερικοί μπόρεσαν να βρουν στην ψυχανάλυση μια διαλεκτική αντίληψη.

Εξάλλου, κάθε λεπτομερής μελέτη επιβεβαιώνει αυτά που είπαμε για να αποδείξουμε τον ιδεαλιστικό προσανατολισμό της ψυχανάλυσης. Αυτός ο ιδεαλισμός, μάλιστα, γίνεται φανερός και μ’ άλλον τρόπο.

Ο ιδεαλισμός, όπως και όσο αναπτύχθηκε μετά το τέλος του 19ου αιώνα, γινόταν όλο και περισσότερο αντιορθολογικός. Η ψυχανάλυση δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να προμηθεύει τροφή σ’ αυτό το κίνημα.

Όπως είναι γνωστό, η ψυχανάλυση ονομάστηκε “ψυχολογία του βάθους”, κυρίως από τις “ανακαλύψεις” της που αφορούσαν το “ασυνείδητο”.

Ξέρουμε ότι όταν θέλουν να επαινέσουν πολύ έναν θεωρητικό επιστήμονα, λένε ότι πραγματοποίησε μια κοπερνίκεια επανάσταση. Οι μαθητές του Φρόυντ δεν ξέχασαν να κάνουν έναν τέτοιο έπαινο στο δάσκαλο της Βιέννης. Η κοπερνίκεια επανάσταση έγκειται εδώ στο ότι ο Φρόυντ αντικατέστησε την ψυχολογία που γυρνούσε γύρω από τη συνείδηση με την ψυχολογία που γυρνάει γύρω από το ασυνείδητο. Τα σπουδαιότερα θεωρητικά συμπεράσματα του Traumdeutung είναι ότι το υποσυνείδητο που δεν ήταν τίποτα, έγινε τώρα το παν.

Ένα τέτοιο συμπέρασμα συμφωνούσε με το πνεύμα των αντιορθολογικών θέσεων στις οποίες η ψυχανάλυση έφερε καινούργια επιχειρήματα. Κι εδώ ακόμα, οι ψυχαναλυτές συμφώνησαν με ένα αντιδραστικό ιδεολογικό ρεύμα και το αντιορθολογικό και ασυνείδητο έγιναν ο νόμος της ψυχικής ζωής. Το πέρασμα από τη θεωρητική στην κανονιστική πλευρά έγινε έτσι εύκολα: μια που η ψυχική ζωή βασίζεται στο δυναμικό ασυνείδητο, γιατί να παλέψουμε κατά του ασυνείδητου και να μη βυθιστούμε μεσα σ’ αυτό; Έτσι, η ψυχανάλυση που παρουσιάστηκε στην αρχή σαν να δίνει για τις μυστικιστικές απόψεις ασεβείς εξηγήσεις, που χαρακτηρίστηκαν μάλιστα βέβηλες, κατάληξε να υποστηρίζει τη μυστικοπάθεια σ’ όλες της τις μορφές. Οι συνεχείς επαφές ανάμεσα στη θρησκεία και την ψυχανάλυση, η συχνότητα των ψυχαναλυτικών απασχολήσεων στους κάθε είδους σκοταδιστές, συμπεριλαμβανομένων και των ναζί, το αποδεικνύουν αυτό αρκετά.

Η ψυχανάλυση φάνηκε να κατακτάει τον κόσμο. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτή η ιδέα κύλησε από επίδραση σε επίδραση κι έφτασε μέχρι τα πιο αντιδραστικά ιδεολογικά ρεύματα.

Ύστερα από όσα είπαμε πιο πάνω, θ’ αρκούσε να πούμε ότι αυτοί που προσπάθησαν να παρουσιάσουν την ψυχανάλυση σαν ένα συμπλήρωμα που έλειπε από το διαλεκτικό υλισμό για να συγχρονιστεί, δεν γνωρίζουν ούτε την ψυχανάλυση, ούτε το διαλεκτικό υλισμό.

Πρέπει, όμως, να τονίσουμε ότι αυτού του είδους οι προσπάθειες είναι πολύ χαρακτηριστικές και φέρνουν πάλι την προσοχή μας στον κοινωνικό χαρακτήρα του φροϋδισμού. Στην πραγματικότητα, οι φλυαρίες γύρω από τη σύνθεση του διαλεκτικού υλισμού και της ψυχανάλυσης καλλιεργήθηκαν μέσα στους αναθεωρητικούς κύκλους. Η ψυχανάλυση, με την ικανότητά της να χρησιμεύσει σαν φάκελος των αναθεωρητικών ιδεών σε μια δοσμένη στιγμή αποκάλυψε τους δεσμούς της μ’όλες τις πηγές απ’ τις οποίες αντλούσαν οι αναθεωρητικοί.

Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι έχουν πολλά ειπωθεί για τον επαναστατικό χαρακτήρα της ψυχανάλυσης. Το σπουδαιότερο επιχείρημα είναι ότι η ψυχανάλυση τόλμησε επιτέλους να δώσει την πραγματική θέση στο σεξουαλικό ένστικτο, στη λίμπιντο, στον ερωτισμό. Μερικοί συγγραφείς, μάλιστα, δεν δείλιασαν να κάνουν, πάνω σ’ αυτή τη βάση, έναν παραλληλισμό ανάμεσα στην ψυχανάλυση και στην επιστημονική κοινωνιολογία. Η επιστημονική κοινωνιολογία, είπαν, κατανόησε την αληθινή θέση του προλεταριάτου μέσα στην κοινωνία, η ψυχανάλυση κατανόησε την αληθινή θέση του σεξουαλισμού. Η επιστημονική κοινωνιολογία δημιούργησε τις θεωρητικές βάσεις για την εξαφάνιση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Η ψυχανάλυση έσπασε τις αλυσίδες του σεξουαλικού ενστίκτου. Επομένως, πρόκειται και στις δύο περιπτώσεις για μια θεωρία.

Νομίζουμε ότι είναι περιττό να επιμείνουμε στο να δείξουμε πόσο ανόητο είναι να παραλληλίζει κανείς το προλεταριάτο, δηλαδή, μια κοινωνική τάξη, με το σεξουαλικό ένστικτο, που στην καλύτερη περίπτωση, είναι μια έννοια βιολογική. Πρέπει, όμως, να σημειώσουμε ότι τέτοιου είδους διαβεβαιώσεις δείχνουν προσανατολισμό που δεν έχει καμία σχέση με την επιστημονική κοινωνιολογία.

Ο μεγάλος ουτοπιστής Φουριέ μάς είχε δώσει περίφημες αναλύσεις της υποκρισίας αυτού που είχε ονομάσει αστική ηθική και κυρίως τα έργα του περιέχουν λαμπρά δείγματα πάνω στο “σεξουαλικό πρόβλημα”. Γι’ αυτόν, όμως, η έκλυση των ηθών, η υποκρισία κλπ, χαρακτηρίζουν αυτό που ονομάζει εποχή του “πολιτισμού”, δηλαδή τον ιστορικό σταθμό που παρουσιάζει ο καπιταλισμός, και κατάλαβε σωστά ότι η υγιεινή σεξουαλική ζωή είναι, στην κλίμακα την κοινωνική, λειτουργία της κοινωνίας, και ότι η λύση του “σεξουαλικού προβλήματος” εξαρτάται από τη λύση του κοινωνικού προβλήματος και όχι η λύση του κοινωνικού προβλήματος από τη λύση του “σεξουαλικού προβλήματος”, όπως έχουν την τάση να πιστεύουν οι ψυχαναλυτές.

Αυτή η τάση της ψυχανάλυσης αποκαλύπτει την αφαίρεση που είναι χαρακτηριστική στους μικροαστικούς κύκλους. Γιατί δεν είναι βέβαια οι λαϊκές μάζες που έδωσαν στην ψυχανάλυση τις κοινωνικές της βάσεις.

Εκείνο που δημιούργησε σ’ αυτό το πεδίο πολλές παρεξηγήσεις, είναι το γεγονός ότι, κυρίως στην αρχή, η ψυχανάλυση βρήκε βίαιους αντιπάλους στους συντηρητικούς κύκλους. Αυτή η αντίδραση των συντηρητικών κύκλων συνδέεται με θρησκευτικές πεποιθήσεις. Πρέπει, όμως, σ’ αυτό το σημείο, να ξεκαθαριστούν δύο πράγματα. Πρώτο, ότι το να βάζουμε στο κέντρο των απασχολήσεών μας την πάλη για την “αναγνώριση του σεξουαλικού δικαίου” είναι στάση καθαρά μικροαστική. Δεύτερο, ότι η θέση της ψυχανάλυσης άλλαξε, και είδαμε και πιο πάνω ότι επίσημες σχέσεις συνάφθηκαν μεταξύ θρησκείας και ψυχανάλυσης.

Πολλές φορές στους ψυχαναλυτικούς κύκλους μίλησαν για την εξορία του Φρόυντ σαν να συμβόλιζε την καταδίκη της ψυχανάλυσης από τους ναζί.

Πράγματι, υπήρξαν ναζιστικές εκδηλώσεις ενάντια στην ψυχανάλυση. Αλλά εξίσου αληθινό είναι ότι η ψυχανάλυση και οι ψυχαναλυτές προμήθευσαν αρκετές απόψεις στους θεωρητικούς του ναζισμού, ανάμεσα στις οποίες, και το ασυνείδητο.

Η πρακτική αντιμετώπιση της ψυχανάλυσης από μέρους του ναζισμού, καθορίζεται κυρίως από λόγους τακτικής. Εμφανιζόμενοι σαν εικονοκλάστες, οι ψυχαναλυτές πρόσβαλαν βαθιά τα αισθήματα των μεσαίων τάξεων, όπως ακριβώς κάνει κι ο μικροαστικός αναρχισμός. Έξω λοιπόν από το φυλετικό ζήτημα, ακριβώς για να εκμεταλλευτεί το γεγονός αυτό, ο ναζισμός αρνήθηκε λίγο το φροϋδισμό, χωρίς αυτό να τον εμποδίσει ούτε να κατατάσσει τους ψυχαναλυτές ανάμεσα στο ναζιστικό προσωπικό, ούτε να δανίζεται θέματα από τη φροϋδική θεωρία.

Προσπαθήσαμε να αποδείξουμε ότι οι θεωρητικές βάσεις της ψυχανάλυσης χαρακτηρίζονται από ένα μπερδεμένο εκλεκτισμό. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ο Φρόυντ είχε κακό εξοπλισμό, με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, για να αναλύσει σωστά τα νέα ή σχετικά νέα φαινόμενα που μπόρεσε να διακρίνει. Και πραγματικά, όσο αναπτυσσόταν η ψυχανάλυση, τόσο περισσότερο έπεφτε κάτω από την επίδραση αντιπροοδευτικών ιδεολογικών ρευμάτων. Όσο είναι γεγονός ότι η κλασική ψυχολογία μιλούσε πολύ λίγο για τη σεξουαλικότητα κι ότι δεν ενδιαφέρθηκε καθόλου για το συγκεκριμένο άτομο και για το συγκεκριμένο ιστορικό του περιβάλλον, το ζωτικό του περιβάλλον, άλλο τόσο γεγονός είναι ότι η ψυχανάλυση έδωσε μεγάλη προσοχή και επέμεινε υπερβολικά σ’ αυτά τα θέματα “ταμπού”. Αλλά δεν μπορούμε να μιλάμε για “απαγορευμένα θέματα” στο επιστημονικό πεδίο, και είναι φανερό πια σήμερα ότι η ψυχανάλυση δεν έκανε τίποτα περισσότερο, αφού δεν έριξε κανένας καινούργιο φως στα προβλήματα που θέτουν τα φαινόμενα και με τα οποία ασχολήθηκε.

Για να καταλάβει κανείς σωστά τα προβλήματα που άγγιξε η ψυχανάλυση, πρέπει να τα ξαναμελετήσει. Η ίδια η ψυχανάλυση οφείλει την επιτυχία της, όχι στα καινούργια μέσα που μας πρόσφερε για να γνωρίσουμε μια πλευρά της πραγματικότητας και να επενεργούμε πάνω σ’ αυτή, αλλά στην ανταπόκριση, στις απασχολήσεις και στην κατάσταση ορισμένων κοινωνικών κύκλων. Έγινε μια μόδα, με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, και η ανάπτυξή της εξηγείται από τις συνθήκες που γνωρίσαμε στα χρόνια που ακολούθησαν τον πόλεμο του 1914 – 1918.

 Είναι σίγουρο σήμερα ότι η ψυχανάλυση θα έχει την ίδια τύχη με την φρενολογία και τον υπνωτισμό. Σαν κι αυτά, ανήκει πια στο παρελθόν. Ο δρόμος των πραγματικών ανακαλύψεων και της αποτελεσματικής επιστήμης του ανθρώπου δεν σταματάει στις φανταχτερές “μικρογραφίες” της ψυχανάλυσης. Περνάει με την ακριβή μελέτη των φυσιολογικών και ιστορικών φαινομένων υπό το φως αυτής της άποψης της οποίας όλες μαζί οι σύγχρονες φυσικές επιστήμες εξασφαλίζουν τη θεμελίωσή της.

 

Μετάφραση Α.Κ.(με ελάχιστες τροποποιήσεις από το parapoda)

 

Δημοσιεύτηκε στην Επιθεώρηση Τέχνης, Γενάρης 1956, σ.σ.60 – 67.

 

 

Στην Ε.Τ. υπάρχει ο πρόλογος ότι “Η μελέτη γράφτηκε λίγο πριν από την εκτέλεση του συγγραφέα από τους Γερμανούς”, δηλαδή, το 1942. Εδώ, ωστόσο, υπάρχει η αναφορα ότι το κείμενο δημοσιεύτηκε στη La Pensée, ν.3, τεύχος Οκτώβρη – Νοέμβρη – Δεκέμβρη 1939, σ.σ.13-23, υπό το ψευδώνυμο Th. W. Morris

 

 

Αναδημοσίευση: https://parapoda.wordpress.com/2015/12/28/georges-politzer-%cf%84%ce%bf-%cf%84%ce%ad%ce%bb%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%cf%88%cf%85%cf%87%ce%b1%ce%bd%ce%ac%ce%bb%cf%85%cf%83%ce%b7%cf%82/

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *