Αυτοματοποίηση της παραγωγής και θεωρία των κεφαλαιοκρατικών κρίσεων: μια κριτική στις απόψεις των «Gruppe Krisis» και Anselm Jappe

του καθηγητή Θεόδωρου Μαριόλη

Σε αντίθεση με ό,τι συχνά υποστηρίζεται, σε μαρξι(στι)κούς όρους, αποδεικνύεται ότι η πλήρης αυτοματοποίηση της παραγωγής δεν οδηγεί κατανάγκην στο μηδενισμό των κερδών, καίτοι οδηγεί, εξορισμού, στο μηδενισμό της υπεραξίας.

Ως εκ τούτου, οι – κατεξοχήν παραδοσιακές –απόψεις των «Gruppe Krisis» και του Jappe, ότι η συνεχής κεφαλαιοκρατική εκμηχάνιση της παραγωγής, πρώτον, αποτελεί πηγή των υφέσεων-κρίσεων, λόγω της επακόλουθης τάσης μείωσης της μάζας των συνολικών κερδών ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος, και, δεύτερον, ενέχει, στο οριζόμενο από την πλήρη αυτοματοποίηση όριό της, την αυτοαναίρεση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Η θεωρία των κεφαλαιοκρατικών υφέσεων- κρίσεων και υπέρβασης του αντίστοιχου τρόπου παραγωγής θα πρέπει, επομένως, να συγκροτηθεί επί άλλης βάσης.

1. Εισαγωγή

Αντικείμενο του παρόντος άρθρου είναι το βασικό θεωρητικό πλαίσιο των απόψεων της ομάδας «Krisis» και του Anselm Jappe σχετικά με την αυτοματοποίηση, τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής και τις οικονομικές κρίσεις, απόψεις οι οποίες έχουν προκαλέσει (και) στη χώρα μας ορισμένες ενδιαφέρουσες συζητήσεις.

O Anselm Jappe έγινε γνωστός στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό με τη δημοσίευση της αξιοσημείωτης μελέτης του: Guy Debord (1998, Αθήνα, εκδ. Ελεύθερος Τύπος). Επίσης, είναι μάλλον λιγότερο γνωστός από το βιβλίο του: Το Τέλος της Τέχνης στον Αντόρνο και τον Ντεμπόρ (2007, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις των ξένων), ενώ φαίνεται να είναι ελάχιστα γνωστό (ή, έστω, συνεκτιμώμενο) ότι έχει μαθητεύσει στον Mario Perniola (Καθηγητή Αισθητικής στο 2ο Πανεπιστήμιο της Ρώμης), του οποίου μόνον ένα, δυστυχώς, βιβλίο, το: Η Κοινωνία των Ομοιωμάτων (1991, Αθήνα, εκδ. Αλεξάνδρεια), έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά. Τέλος, μέχρι πρόσφατα ήταν τελείως άγνωστες, για το ίδιο κοινό, οι αναλύσεις της ομάδας «Krisis» («Gruppe Krisis»), η οποία συγκροτήθηκε το 1986 στη Νυρεμβέργη, εμπνεόμενη, κατά βάση, από το έργο των Theodor Adorno και Guy Debord, και εκδίδει το περιοδικό Krisis (υπότιτλος: «Συμβολή σε μία Κριτική της Εμπορευματικής Κοινωνίας»).

Σχετικά, ο Jappe (2007, σελ. 8) σημειώνει: «Δεν είναι τυχαίο που όλα αυτά τα κείμενα [εννοεί τα κείμενα αυτού του βιβλίου του – Θ. Μ.] δημοσιεύτηκαν στο Krisis. Είναι πολύ σημαντική η συμβολή του περιοδικού αυτού από το 1987 στην επεξεργασία μίας νέας, ριζοσπαστικής κριτικής του σημερινού καπιταλισμού και των προϋποθέσεών του, κριτικής που περιστρέφεται γύρω από τις έννοιες εμπόρευμα και γενικό ισοδύναμο της αξίας, εργασία και χρήμα, αγορά και κράτος.». Έτσι, ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης δεν μπορεί παρά να αισθανθεί ικανοποιημένος με την έκδοση του τόμου Κείμενα για την Εργασία και την Κρίση (2010, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις των ξένων), το οποίο περιέχει, μεταξύ άλλων, ένα εκτενές κείμενο του «Gruppe Krisis», με τίτλο: «Μανιφέστο ενάντια στην εργασία» (πρωτοκυκλοφόρησε στα γερμανικά το 1999) και ένα, πιο σύντομο αλλά συναφές, κείμενο του Jappe με τίτλο: «Πίστωση επί θανάτου» (πρωτοδημοσίευτηκε στο γαλλικό περιοδικό Lignes, τ. 30, Οκτώβριος 2010). Μάλιστα, όπως σημειώνουν οι εκδότες του εν λόγω τόμου, αυτά τα κείμενα «ακολουθώντας το κοινό νήμα μιας διαυγούς κριτικής της αξίας, εξετάζουν τα δεινά και τα όρια του καπιταλισμού. Το «Μανιφέστο» […] προεικονίζει την παρούσα κρίση και περιγράφει εις βάθος τα δομικά αδιέξοδα της καπιταλιστικής κοινωνίας και των θεμελίων της: της εργασίας, του χρήματος, του εμπορεύματος, του κράτους. […] Τ[ο] κείμενο του Anselm Jappe αναλύ[ει] τις βαθύτερες αιτίες της σημερινής παγκόσμιας κρίσης – η οποία βρίσκεται ακόμη στην αρχή της – και προτείν[ει] μια ριζοσπαστική διέξοδο.».

Στα ακόλουθα δεν θα πραγματευθώ το σύνολο των απόψεων που εμπεριέχονται σε αυτά τα δύο κείμενα, αλλά μόνον τη βάση, από την οποία προσεγγίζουν τις κεφαλαιοκρατικές οικονομικές κρίσεις και, γενικότερα, «τα όρια του καπιταλισμού». Ειδικότερα, θα δείξω, εν συντομία, ότι αυτή η βάση είναι εσωτερικά ασυνεπής.

2. Η υποτιθέμενη δυναμική αντίφαση του καπιταλισμού

Σύμφωνα με τον Marx:

(i). Η παραγωγή θετικής υπεραξίας προϋποθέτει την ύπαρξη εργασιακής δύναμης και, ειδικότερα, την εκμετάλλευση αυτής.

(ii). Υπάρχει εκμετάλλευση όταν, και μόνον όταν, η παραγωγικότητα της εργασίας σε όρους εργασιακών αξιών (ή, αλλιώς, σε όρους «ενσωματωμένων-αποκρυσταλλωμένων» ποσοτήτων εργασίας, οι οποίες έχουν ξοδευτεί, άμεσα και έμμεσα, στην παραγωγή των διαφόρων αγαθών και υπηρεσιών), δηλαδή η εργασιακή αξία του καθαρού προϊόντος του συστήματος ανά μονάδα απασχολούμενης εργασίας, υπερβαίνει την εργασιακή αξία του πραγματικού μισθού ανά μονάδα απασχολούμενης εργασίας, δηλαδή την εργασιακή αξία του πραγματικού ωρομισθίου (αυτή η σχέση είναι γνωστή ως «μαρξική συνθήκη εκμετάλλευσης»: βλ. Μαρξ, 1978, τ. 1, Μέρος 3, και, σε φορμαλιστικούς-αλγεβρικούς όρους, π.χ. Fujimori, 1982, ch. 1, και Valtukh, 1987, chs 2 and 3).

(iii). Η υπεραξία είναι η «πηγή από την οποία αναβλύζουν» τα κέρδη και, σε αλγεβρικούς όρους, τα συνολικά κέρδη ισούνται με τη συνολική υπεραξία (Μαρξ, 1978, τ. 3, κεφ. 9-10)(1).

(iv). Tόσο ο ανταγωνισμός μεταξύ κεφαλαιοκρατών και εργαζομένων όσο και ο – ενδοκλαδικός και διακλαδικός – ανταγωνισμός μεταξύ κεφαλαιοκρατών προάγουν τη συστηματική αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας μέσω συνεχούς εκμηχάνισης της παραγωγικής διαδικασίας (Μαρξ, 1978, τ. 1, κεφ. 10-23, τ. 3, κεφ. 13-15).

Κατά συνέπεια, είναι δυνατόν να θεωρηθεί(2) ότι, τουλάχιστον από ένα σημείο και μετά, η εκμηχάνιση, μειώνοντας την εργασία που απαιτείται (άμεσα και έμμεσα) για την παραγωγή μίας μονάδας προϊόντος, συνεπάγεται τη μείωση της υπεραξίας ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος και, έτσι, επιδρά αρνητικά στα κέρδη ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος. Το νοητό όριο της όλης διαδικασίας είναι η πλήρης αυτοματοποίηση της παραγωγής, κατάσταση, στην οποία αντιστοιχεί, προφανώς, ο μηδενισμός της παραγόμενης υπεραξίας και, συνεπώς, των κερδών. Επομένως, η εκδίπλωση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής ενέχει, τελικά, την αυτοαναίρεση αυτού του βασιζόμενου στην παραγωγή υπεραξίας τρόπου παραγωγής, φαινόμενο το οποίο συνιστά εξαιρετικής σημασίας περίπτωση «διαλεκτικής ανάπτυξης».

Η εσωτερική συνέπεια και η ισχύς αυτού, ακριβώς, του θεωρητικού σχήματος δεν αποτελεί μόνον ακλόνητη πεποίθηση διαφόρων, ετερογενών μεταξύ των, συγγραφέων, οι οποίοι εντάσσονται, με τον έναν ή άλλον τρόπο, στο μαρξι(στι)κό ρεύμα(3), αλλά και το «αρχιμήδειο σημείο» της ανάλυσης που αναπτύσσεται στον τόμο Gruppe Krisis et al. (2010). Για να μην επιβαρύνω ασκόπως τη συζήτηση, παραθέτω μερικά μόνον, καίτοι χαρακτηριστικά, αποσπάσματα(4): «Ότι [η κοινωνία της εργασίας] θα έφτανε αργά ή γρήγορα σ’ αυτά τα [απόλυτα ιστορικά της] όρια ήταν λογικά προβλέψιμο. Από την γέννησή του, το σύστημα της εμπορευματικής παραγωγής δοκιμάζεται από μία μοιραία αντίφαση. Από τη μία πλευρά, συντηρείται χάρη στην τεράστια εισροή ανθρώπινης ενέργειας που δημιουργείται από τη δαπάνη καθαρής εργασιακής δύναμης. Από την άλλη, ο νόμος του λειτουργικού ανταγωνισμού υποχρεώνει σε μία διαρκή αύξηση της παραγωγικότητας, η οποία επιφέρει την αντικατάσταση της ανθρώπινης εργασιακής δύναμης από τεχνικό-επιστημονικό βιομηχανικό κεφάλαιο. Αυτή η αντίφαση ήταν στην πραγματικότητα η βασική αιτία όλων των προηγούμενων κρίσεων, περιλαμβανομένης της καταστροφικής παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 1929-33 (σελ. 56). […] Εξαιτίας της αναδιάρθρωσης της παραγωγής [που συντελείται με την τρίτη βιομηχανική επανάσταση της μικροηλεκτρονικής], μειώνεται η απαιτούμενη εργασία σε βαθμό μεγαλύτερο από ό,τι μπορεί να επαναπορροφηθεί διά της επέκτασης των αγορών. Ως λογική συνέπεια της αναδιάρθρωσης, η ηλεκτρονική ρομποτική αντικαθιστά την ανθρώπινη ενέργεια ή, αντιστοίχως, η νέα επικοινωνιακή τεχνολογία καθιστά την εργασία πλεονάζουσα. Ολόκληροι τομείς και τμήματα της κατασκευής, της προώθησης των προϊόντων, της αποθήκευσης, της διανομής και της διαχείρισης «γίνονται καπνός». Για πρώτη φορά, το είδωλο της εργασίας αυτοπεριορίζεται ακούσια σε διαρκείς μερίδες πείνας, προξενώντας μ’ αυτόν τον τρόπο τον ίδιο του το θάνατο (σελ. 58). […] Στη διάρκεια της κρίσης έγινε και πάλι του συρμού η αναφορά στον Μαρξ. Όμως, ο γερμανός στοχαστής δεν έχει μιλήσει μόνο για πάλη των τάξεων. Προέβλεψε επίσης την πιθανότητα μια μέρα η καπιταλιστική μηχανή να σταματήσει από μόνη της, να εξαντληθεί η δυναμική της. Γιατί; Η καπιταλιστική παραγωγή των εμπορευμάτων εμπεριέχει, εξ αρχής, μία εσωτερική αντίφαση, μία πραγματικά βραδυφλεγή βόμβα, που βρίσκεται στα ίδια τα θεμέλιά της. Το κεφάλαιο μπορεί να αυξάνεται, και άρα να συσσωρεύεται, μόνο εκμεταλλευόμενο την εργασιακή δύναμη. Όμως, ο εργαζόμενος, για να παράγει κέρδος για τον εργοδότη του, πρέπει να είναι εξοπλισμένος με τα απαραίτητα εργαλεία – σήμερα, την τεχνολογία αιχμής. Προκύπτει έτσι μία διαρκής κούρσα – όπως υποχρεώνει ο ανταγωνισμός – στη χρήση της τεχνολογίας. Κάθε φορά, ο πρώτος εργοδότης που προσφεύγει σε νέες τεχνολογίες κερδίζει, γιατί οι εργάτες του παράγουν περισσότερο από αυτούς που δεν διαθέτουν αυτά τα εργαλεία. Όμως, το συνολικό σύστημα χάνει, γιατί οι τεχνολογίες αντικαθιστούν ανθρώπινη εργασία. Έτσι, η αξία του κάθε μεμονωμένου εμπορεύματος περιλαμβάνει ολοένα και μικρότερα κομμάτια ανθρώπινης εργασίας – η οποία, ωστόσο, είναι η μοναδική πηγή υπεραξίας, και άρα κέρδους. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας μειώνει τα κέρδη στο σύνολό τους (σσ. 141-142). […] Βέβαια, δεν μπορούμε να «αποδείξουμε» αφηρημένα ότι παρακολουθούμε το τέλος της υπεραιωνόβιας εμπορευματικής κοινωνίας. Όμως, ορισμένες πρόσφατες τάσεις είναι πραγματικά καινούργιες. Έχουμε φτάσει σ’ ένα εξωτερικό όριο με την εξάντληση των πόρων […] καθώς και με τις μη αντιστρέψιμες αλλαγές του κλίματος, τα αφανισμένα είδη της φύσης, τα κατεστραμμένα τοπία. Ο καπιταλισμός οδεύει επίσης προς ένα εσωτερικό όριο, καθώς η πορεία ανάπτυξής του είναι γραμμική, σωρευτική και μη αντιστρέψιμη, και όχι κυκλική και επαναλαμβανόμενη όπως άλλες μορφές παραγωγής. Είναι η μοναδική κοινωνία που υπήρξε ποτέ η οποία εμπεριέχει στη βάση της μία δυναμική αντίφαση, και όχι μόνο έναν ανταγωνισμό: ο μετασχηματισμός της εργασίας σε αξία είναι προορισμένος ιστορικά να εξαντληθεί, εξαιτίας των τεχνολογιών που αντικαθιστούν την εργασία (σελ. 153).»(5).

Στα ακόλουθα θα διαπιστώσουμε, ωστόσο, ότι ένα πλήρως αυτοματοποιημένο σύστημα είναι απολύτως δυνατόν να παράγει θετικά κέρδη.

3. Πλήρης αυτοματοποίηση και θετικά κέρδη

Πριν από 115 χρόνια (!), ο Vladimir Karpovich Dmitriev, «ρομαντική και μυστηριώδης μορφή, που θεμελίωσε τα μαθηματικά οικονομικά στη Ρωσία» (Samuelson, 1975, p. 491), απέδειξε,

Αυτοματοποίηση της παραγωγής και θεωρία των κεφαλαιοκρατικών κρίσεων: μια κριτική στις απόψεις των τόσο σε αυστηρά μαθηματικούς όσο και σε οικονομολογικούς όρους, ότι ένα σύστημα (πλήρως αυτοματοποιημένο ή όχι) παράγει θετικά κέρδη όταν, και μόνον όταν, για την παραγωγή 1 μονάδας κάθε εμπορεύματος, το οποίο εισέρχεται (άμεσα ή/και έμμεσα) στην παραγωγή όλων των άλλων εμπορευμάτων του συστήματος, απαιτείται (άμεσα και έμμεσα) μικρότερη ποσότητα από το ίδιο (βλ. Dmitriev, 1898, pp. 59-62, ο οποίος τονίζει, επίσης, ότι μία επιμέρους έκφραση αυτής της γενικής συνθήκης είναι ό,τι ονομάστηκε αργότερα «Θεμελιώδες Μαρξικό Θεώρημα», υπό την έννοια, δηλαδή, ότι αυτό το θεώρημα αφορά – αποκλειστικά – στο εμπόρευμα «εργασιακή δύναμη»). Εφαρμόζοντας αυτήν τη συνθήκη κερδοφορίας σε πλήρως αυτοματοποιημένα συστήματα απέδειξε ότι αυτά όντως μπορούν να παράγουν θετικά κέρδη και, έτσι, επεσήμανε ότι «η εκπήγαση του […] κέρδους δεν βρίσκεται σε καμία «ιδιαίτερη» σχέση με την ανθρώπινη εργασία που χρησιμοποιείται στην παραγωγή. Το κέρδος δύναται εξίσου καλά να υπάρξει και σε άλλες [μη χρησιμοποιούσες ανθρώπινη εργασία – Θ. Μ.] παραγωγικές διαδικασίες [διάβαζε: συστήματα παραγωγής], υπό τον όρο ότι ικανοποιείται η προαναφερθείσα συνθήκη. Το εάν τέτοια συστήματα μπορούν ή όχι να υπάρξουν, με τη σημερινή κατάσταση της τεχνικής γνώσης, δεν είναι ζήτημα της Πολιτικής Οικονομίας.» (Dmitriev, 1898, p. 64)(6).

Επειδή η απόδειξη του Dmitriev απαιτεί μάλλον εξειδικευμένες γνώσεις (και μαθηματικών), θα περιορισθούμε σε ένα αριθμητικό παράδειγμα, το οποίο, χωρίς βλάβη της γενικότητας (αλλά προς όφελος της κρινόμενης άποψης), βασίζεται σε εξαιρετικά απλουστευτικές υποθέσεις(7). Θεωρούμε, λοιπόν, ένα σύστημα παραγωγής 1 μονάδας του εμπορεύματος Μ και 1 μονάδας του εμπορεύματος Κ. Το εμπόρευμα Μ είναι ένα μέσο παραγωγής (μηχανή), το οποίο φθείρεται πλήρως στη διάρκεια μίας περιόδου παραγωγής (π.χ. έτος), ενώ το εμπόρευμα Κ είναι ένα μέσο κατανάλωσης (για μισθωτούς και κεφαλαιοκράτες). Για την παραγωγή 1 μονάδας του εμπορεύματος Μ απαιτούνται 0.5 μονάδες του ιδίου αυτού εμπορεύματος και LΜ μονάδες άμεσης («ζωντανής») εργασίας. Για την παραγωγή 1 μονάδας του εμπορεύματος Κ απαιτούνται 0.25 μονάδες του εμπορεύματος Μ και LΚ μονάδες άμεσης εργασίας (η εργασιακή δύναμη υποτίθεται ομοιογενής). Τέλος, οι μισθοί πληρώνονται εξολοκλήρου στην αρχή της περιόδου παραγωγής, το πραγματικό ωρομίσθιο είναι 0.25 μονάδες του εμπορεύματος Κ, και η τιμή 1 μονάδας του εμπορεύματος Κ τίθεται ίση με 1 νομισματική μονάδα (ήτοι η τιμή του Μ εκφράζεται σε όρους του Κ). Εάν συμβολίσουμε με pM την τιμή 1 μονάδας του εμπορεύματος Μ, με r το διατομεακά ενιαίο ποσοστό κέρδους του συστήματος, με P τα συνολικά κέρδη, και με S τη συνολική υπεραξία, και θέσουμε π.χ. LΜ = LΚ = 1, τότε από τα δεδομένα μας έπεται ότι (όλα τα αριθμητικά αποτελέσματα είναι με προσέγγιση δευτέρου δεκαδικού ψηφίου)(8):

(i). pm = 1.62

(ii). r = 53%, P = 0.91

(iii). S = 1.25.

Έτσι, διαπιστώνεται ότι, σε αντίθεση με την άποψη του Marx, τα συνολικά κέρδη δεν ισούνται με τη συνολική υπεραξία. Αυτό είχε, βέβαια, επισημανθεί πριν από τον Dmitriev και, συγκεκριμένα, από τον Wolfgang Mühlpfordt (1893, 1895), τις εργασίες, ωστόσο, του οποίου κατακεραύνωσαν (όπως μας πληροφορεί ο ίδιος, με μία υποσημείωσή του – βλ. Mühlpfordt, 1895) ειδήμονες του Die Neue Zeit, δηλαδή του τότε (1883-1923) θεωρητικού περιοδικού του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (SPD)(9). Το μόνο ζήτημα είναι, όμως, ότι, ακόμα και μέχρι σήμερα, πολλοί μαρξιστές (καίτοι όχι όλοι) επιθυμούν να αγνοούν αυτήν την απόκλιση κερδών-υπεραξίας ή, στην καλύτερη περίπτωση, να την αντιμετωπίζουν ως μάλλον ασήμαντη ποσοτική περιπλοκή.

Τώρα, θεωρούμε ένα παρόμοιο σύστημα, το οποίο διαφέρει, δηλαδή, από το αρχικό μόνον στο ότι ο τομέας παραγωγής του εμπορεύματος Κ δεν χρησιμοποιεί άμεση εργασία (LΚ = 0), δηλαδή είναι αυτοματοποιημένος. Συνεπώς, προκύπτουν:

(i). pm = 2.41

(ii). r = 66%, P = 1.35

(iii). S = 0.88.

Δεδομένου ότι στον τομέα παραγωγής του Κ δεν παράγεται υπεραξία, συνεπεία της αυτοματοποίησής του, όσοι σκέπτονται σε παραδοσιακούς, μαρξι(στι)κούς όρους θα τείνουν να θεωρήσουν ότι τα συνολικά κέρδη (που ισούνται, βέβαια, με το άθροισμα των κερδών των δύο τομέων: 0.96 + 0.39) εκπηγάζουν από την παραγόμενη στον τομέα παραγωγής του Μ υπεραξία (= 0.88), η οποία «μεταφέρεται», εν μέρει, στον τομέα Κ, και «μετασχηματίζεται-μεταμορφώνεται», κατά το μέγεθός της, λόγω της «διαφορετικής οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου» ανάμεσα στους δύο τομείς (βλ. Μαρξ, 1978, τ. 3, κεφ. 9, και π.χ. Shaikh, 1977). Ωστόσο, η περίπτωση που ακολουθεί δείχνει ότι αυτή η θεώρηση δεν μπορεί να υποστηριχθεί: Έστω, λοιπόν, ότι και ο τομέας παραγωγής του εμπορεύματος Μ είναι αυτοματοποιημένος (LΜ = LΚ = 0), ήτοι ότι έχουμε ένα πλήρως αυτοματοποιημένο σύστημα(10). Σε αυτήν την περίπτωση προκύπτουν(11):

(i). pm = 2

(ii). r = 100%, P = 1.5

(iii). S = 0

Ποιος «μετασχηματισμός-μεταμόρφωση» μετατρέπει, εδώ, το «απόλυτο 0» (συνολική υπεραξία) σε 1.5 (συνολικά κέρδη); Όσο και να σκεφτεί κανείς, εντός του μαρξι(στι)κού πλαισίου, δεν θα κατορθώσει να λύσει το αίνιγμα.

Τέλος, το Σχήμα 1 απεικονίζει, σε πιο γενικούς όρους, τη μεταβολή της συνολικής υπεραξίας (διακεκομμένη καμπύλη) και των συνολικών κερδών (συνεχής καμπύλη), κατά τη μετάβαση (νοητική) από το κατά σειρά πρώτο σύστημα (με LΜ = LΚ = L > 0) στο πλήρως αυτοματοποιημένο σύστημα (L = 0), υπό την υπόθεση ότι η άμεση εργασία μειώνεται (έως μηδενισμού) με τον ίδιο ρυθμό και στους δύο τομείς παραγωγής, ενώ το Σχήμα 2 απεικονίζει την αντίστοιχη μεταβολή του ποσοστού κέρδους(12).

 

ΣΧΗΜΑ 1. Συνολική υπεραξία και συνολικά κέρδη συναρτήσει της αυτοματοποίησης

ΣΧΗΜΑ 2. Το ποσοστό κέρδους συναρτήσει της αυτοματοποίησης

Διαπιστώνεται, λοιπόν, ότι, πρώτον, αυξανομένου του «βαθμού» της αυτοματοποίησης, τα συνολικά κέρδη και η συνολική υπεραξία δύνανται να κινούνται προς αντίθετες κατευθύνσεις (βλ. το Σχήμα 1, όπου τα κέρδη αυξάνονται συνεχώς, ενώ η υπεραξία ακολουθεί, από ένα σημείο και μετά, ήτοι για L = 4 / 3 = 1.33, φθίνουσα πορεία) και, δεύτερον, σε καθεστώς πλήρους αυτοματοποίησης τα κέρδη είναι θετικά, ενώ η υπεραξία είναι, προφανώς, ίση με το μηδέν.

Δεν απαιτείται να τονιστεί ότι, υπό την υπόθεση ότι οι κεφαλαιοκράτες αποταμιεύουν- επενδύουν ένα σταθερό κλάσμα των συνολικών κερδών, ο ποσοστιαίος ρυθμός μεγέθυνσης του συνολικού κεφαλαίου (και, συνεπώς, ο ποσοστιαίος ρυθμός μεγέθυνσης του συστήματος) είναι τόσο μεγαλύτερος όσο μεγαλύτερος είναι ο «βαθμός» της αυτοματοποίησης: για παράδειγμα, εάν το εν λόγω κλάσμα είναι 10%, τότε ο ποσοστιαίος ρυθμός μεγέθυνσης του πλήρως αυτοματοποιημένου συστήματος είναι 10%, ενώ αυτός του αρχικού συστήματος (L = 1) είναι 5.3%(13). Από την άλλη πλευρά, για να ληφθεί υπόψη και η – διόλου ασήμαντη – κοινωνικο-πολιτική διάσταση του ζητήματος της αυτοματοποίησης, απαιτείται να τονισθεί ότι, ακόμα και εάν οι μη έχοντες, πλέον, αντικείμενο εργασίας, συντηρούνται μέσω μεταβιβαστικών πληρωμών του δημοσίου, και, μάλιστα, σε ένα επίπεδο ίδιο με το αρχικό, τότε το καθαρό (μετά τη φορολόγηση) ποσοστό κέρδους δεν αποκλείεται να είναι μεγαλύτερο από αυτό του αρχικού συστήματος. Και στο συγκεκριμένο παράδειγμά μας συμβαίνει να είναι μεγαλύτερο: Οι συνολικοί χρηματικοί μισθοί του αρχικού συστήματος ισούνται με 0.5 νομισματικές μονάδες. Εάν, λοιπόν, αφαιρεθεί αυτό το μέγεθος από τα κέρδη του πλήρως αυτοματοποιημένου συστήματος, προκειμένου να διατεθεί, ως μεταβιβαστική πληρωμή, στους πρώην εργαζομένους, τότε, δεδομένου ότι η χρηματική αξία του συνολικού κεφαλαίου ισούται με 1.5 νομισματικές μονάδες, το καθαρό ποσοστό κέρδους ισούται με (1.5 – 0.5) / 1.5 = 67% (> 53%).

Εν κατακλείδι, και όπως με αξεπέραστο τρόπο διατυπώθηκε από τον Steedman (1985b), στα πλαίσια συζυγούς συζήτησης, «[η] άποψη ότι η πλήρης αυτοματοποίηση είναι ασυνεπής με θετικά κέρδη αποτελεί ανοησία – ανοησία ευθέως προερχόμενη από την εσφαλμένη θεώρηση των κερδών ως «μετασχηματισμένης [ή μεταμορφωμένης – Θ. Μ.] υπεραξίας». […] Αυτό που αποκαλύπτεται με την πλήρη αυτοματοποίηση δεν είναι το «εσωτερικό όριο» του καπιταλισμού αλλά μάλλον το «εσωτερικό όριο» της εργασιακής θεωρίας της αξίας και της θεώρησης σε όρους υπεραξίας. […] Από αυτά δεν έπεται ότι η [συνεπεία πλήρους αυτοματοποίησης] εξάλειψη της μισθωτής εργασίας, ως πηγή εισοδήματος, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε κοινωνικά ή πολιτικά προβλήματα(14)! […] Όποια, όμως, και εάν είναι αυτά τα προβλήματα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η απουσία κέρδους, η οφειλόμενη στην απουσία υπεραξίας [πρόσθετη έμφαση], δεν θα είναι ένα από αυτά.».

Από την όλη προηγηθείσα ανάλυση δεν συνάγεται κατανάγκην, θα πρέπει να υπογραμμιστεί, ότι, σε ένα μη πλήρως αυτοματοποιημένο σύστημα, τα θετικά κέρδη δεν αποτελούν προϊόν εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης. Συνάγονται μόνον τα ακόλουθα:

(i). Σε ένα πλήρως αυτοματοποιημένο σύστημα, είναι απολύτως δυνατή η παραγωγή θετικών κερδών. Και όντως παράγονται θετικά κέρδη όταν, και μόνον όταν, ικανοποιείται η συνθήκη κερδοφορίας του Dmitriev.

(ii). Σε ένα μη αυτοματοποιημένο σύστημα, τα θετικά κέρδη είτε δεν αποτελούν προϊόν εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης είτε αποτελούν προϊόν εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης, αλλά η υπεραξία δεν συνιστά κατάλληλο μέτρο μέτρησης αυτής της εκμετάλλευσης (αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι, ακόμα και σε ένα τέτοιο σύστημα, η συνύπαρξη θετικών (μη θετικών) συνολικών κερδών και μη θετικής (θετικής) συνολικής υπεραξίας είναι απολύτως δυνατή – για τη διερεύνηση όλων των υφιστάμενων περιπτώσεων, βλ. Μαριόλης, 2000, και Mariolis, 2006a). Εάν, ωστόσο, η ανάλυση βασιστεί στην έννοια της «κοινωνικής-αφηρημένης εργασίας» (και όχι σε αυτήν της «ενσωματωμένης-αποκρυσταλλωμένης εργασίας»), τότε δύναται να υποστηριχθεί ότι ορθή είναι η κατά σειρά δεύτερη από τις προαναφερθείσες δυνατότητες: Τα θετικά κέρδη αποτελούν προϊόν εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης, αλλά η υπεραξία δεν συνιστά κατάλληλο μέτρο μέτρησης αυτής της εκμετάλλευσης. Κατάλληλο μέτρο συνιστούν τα κέρδη (βλ. Mariolis, 2006b, και Μαριόλης, 2010, Δοκίμιο 7)(15).

4. Συμπερασματικές παρατηρήσεις και ερωτήματα

Η ανάλυση των κρίσεων, των «στιγμιαίων βίαιων λύσεων των υπαρχουσών αντιφάσεων […] που αποκαθιστούν για μία στιγμή τη διαταραγμένη ισορροπία» (Μαρξ, 1978, τ. 3, σελ. 315), συνιστά ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα (εάν όχι το δυσκολότερο) της πολιτικής οικονομίας ή της «κριτικής της πολιτικής οικονομίας» (δεν έχει σημασία, σε αυτό το σημείο, ποια οπτική υιοθετεί κανείς). Θα ήταν, λοιπόν, εξαιρετικά παράδοξο να μπορούσε να συμβάλλει σε αυτήν την ανάλυση μία θεωρία, όπως η παραδοσιακή εργασιακή θεωρία της αξίας, η οποία παρουσιάζει ανυπέρβλητα προβλήματα ακόμα και όταν εφαρμόζεται στη μελέτη στατικών συστημάτων. Κατά την άποψή μου, η διαδικασία συγκρότησης μίας συνεκτικής και σχετικά πλήρους θεωρίας των κεφαλαιοκρατικών διακυμάνσεων και κρίσεων δεν έχει την ευχέρεια να παρακάμπτει τη διαλεκτική σύνθεση εκείνων των πλευρών του έργου των Marx, Keynes, Kaldor, Kalecki, Sraffa και Goodwin, οι οποίες αποδεικνύονται στέρεες και γόνιμες(16), ενώ, σε κάθε περίπτωση, προϋποθέτει εξοικείωση όχι μόνον με τις Αρχές όλων των Σχολών της πολιτικής οικονομίας αλλά και με τον κύριο όγκο της σχετικής, θεωρητικής και εμπειρικής γνώσης, που έχει ήδη παραχθεί. Στα πλαίσια μίας τελείως διαφορετικής συζήτησης, «κάποιος» έγραψε, με ένταση αλλά μάλλον όχι με ευχαρίστηση, το εξής: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Γκόρκι είναι ένα τεράστιο λογοτεχνικό ταλέντο που ωφέλησε και θα ωφελήσει πολύ το παγκόσμιο προλεταριακό κίνημα. Μα τι θέλει ο Γκόρκι και καταπιάνεται με την πολιτική;» (Λένιν, 1917, σελ. 55). Κρίνω ότι, πέρα από πρόσωπα, κοινωνικές τάξεις, κινήματα και αντικείμενα δραστηριότητας, αυτή η επισήμανση αποτελεί, πάντοτε, καλό οδηγό.

Γενικά, δεν έχει, ίσως, προσεχθεί όσο θα έπρεπε ότι, εκτός από τις ασυνέπειες που ήδη επισημάναμε (και από αυτές που δεν απαιτήθηκε να επισημάνουμε, εδώ, ρητά), ακόμα και η έννοια «εργασιακή αξία», αυτή καθαυτή, δεν έχει νόημα όταν το πραγματικό ωρομίσθιο είναι εξωγενώς καθορισμένο ή, σε πιο γενικούς όρους, όταν η εργασιακή δύναμη δεν συνιστά τον ενεργό- υποκειμενικό παράγοντα του συστήματος παραγωγής. Στο 2ο κεφάλαιο του βιβλίου του ο Sraffa (1960) τονίζει: «Μέχρι αυτό το σημείο [όπου, ας σημειωθεί, η εν λόγω έννοια δεν εμφανίζεται καθόλου στο κείμενό του – Θ. Μ.] θεωρήσαμε ότι οι μισθοί αποτελούνται από τα αναγκαία μέσα συντήρησης των εργατών και, άρα, ότι εισέρχονται στο σύστημα με την ίδια σημασία που έχουν τα καύσιμα για τις μηχανές και οι τροφές για τα ζώα. Πρέπει τώρα να λάβουμε υπόψη μας την άλλη άποψη των μισθών, αφού, εκτός του στοιχείου της συντήρησης, που πάντα υπάρχει, μπορούν να περιλαμβάνουν ένα μερίδιο του πλεονάζοντος προϊόντος. Λόγω αυτού του διπλού χαρακτήρα του μισθού θα ήταν πρόσφορο, όταν φτάσουμε στην εξέταση της διανομής του πλεονάσματος μεταξύ καπιταλιστών και εργατών, να διαχωρίσουμε τα δύο συστατικά μέρη του μισθού και να θεωρήσουμε μόνο το πλεονάζον τμήμα ως μεταβλητό. Ενώ τα αγαθά, που είναι απαραίτητα για τη συντήρηση των εργατών, θα συνεχίζουν να εμφανίζονται μαζί με τα καύσιμα κ.λπ.., μεταξύ των μέσων παραγωγής. Εντούτοις, σε αυτό το βιβλίο δεν θα παραποιήσουμε την παραδοσιακή έννοια του μισθού και θα ακολουθήσουμε τη συνηθισμένη πρακτική της μεταχείρισης όλου του μισθού ως μεταβλητής ποσότητας (pp. 9-10). […] [Επομένως – Θ. Μ.] [η] ποσότητα εργασίας που απασχολείται σε κάθε τομέα πρέπει τώρα να παρασταθεί ρητά, αντικαθιστώντας τις αντίστοιχες ποσότητες των μέσων συντήρησης. (p. 10)» (πρόσθετη έμφαση – έτσι, η έννοια «εργασιακή αξία» εμφανίζεται, εκ των πραγμάτων και για πρώτη φορά, σε μία από τις αμέσως επόμενες σελίδες του βιβλίου: βλ. p. 12). Σχετικά με ένα σύστημα, όπου το πραγματικό ωρομίσθιο καθορίζεται εξωγενώς, ένας από τους πιο σημαντικούς συνεχιστές του έργου του Sraffa σημειώνει: «Η εργασία λογίζεται απλά ως ένα ακόμα εμπόρευμα. Όπως και κάθε άλλο εμπόρευμα, χρειάζεται ορισμένες εισροές (εμπορεύματα κατανάλωσης επιβίωσης […]) και παράγει ορισμένες εκροές (υπηρεσίες εργασίας). Ένα τέτοιο οικονομικό σύστημα θα μπορούσε, προφανώς, να θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε μία κοινωνία σκλάβων, με τους εργάτες να είναι σκλάβοι και κατά συνέπεια μέσα παραγωγής, όπως ακριβώς και τα ζώα που μεταφέρουν ή έλκουν φορτία […]. Το ίδιο, όμως, σχήμα έχει θεωρηθεί ότι αναφέρεται και σε μία δυϊκή οικονομία, στην οποία η υπό ανάλυση παραγωγική διαδικασία είναι εκείνη του βιομηχανικού τομέα της οικονομίας, ο οποίος μπορεί να απορροφά εργασία σε απεριόριστες ουσιαστικά ποσότητες (από τον μη βιομηχανοποιημένο τομέα, ο οποίος θεωρείται αυτάρκης), με ωρομίσθιο που προσδιορίζεται αυστηρά σε φυσικούς όρους.» (Pasinetti, [1977] 1991, σελ. 230 – πρόσθετη έμφαση. Για την περαιτέρω θεωρητική ανάλυση αυτού του συστήματος, βλ. Μαριόλης, 2010, Δοκίμιο 6).

Κατά τον Ντεμπόρ ([1978] χ.χ.), το κατεξοχήν κοινό της μοντέρνας «κοινωνίας του θεάματος» προσδιορίζεται ως ακολούθως: «Πρόκειται για μισθωτούς φουκαράδες που περνιούνται για ιδιοκτήτες, για παραμυθιασμένους αδαείς που περνιούνται για μορφωμένοι, για νεκρούς που νομίζουν ότι ψηφίζουν (σελ. 7). […] Ωστόσο, αυτοί οι προνομιούχοι εργαζόμενοι της ολοκληρωμένης εμπορευματικής κοινωνίας, διαφέρουν από τους σκλάβους στο ότι οφείλουν να μεριμνούν οι ίδιοι για την συντήρησή τους. Η κατάστασή τους μπορεί να συγκριθεί μάλλον με την δουλοπαροικία, επειδή είναι προσκολλημένοι αποκλειστικά σε μιαν επιχείρηση και στην επιτυχή της πορεία, αν και δίχως αμοιβαίο όφελος και, προπάντων, επειδή είναι αναγκασμένοι να κατοικούν σ’ ένα και μοναδικό χώρο: το ίδιο κύκλωμα κατοικιών, γραφείων, αυτοκινητοδρόμων, θερέτρων και αεροδρομίων, πάντα πανομοιότυπων. Αλλά μοιάζουν επίσης με τους σύγχρονους προλετάριους ως προς το αβέβαιο των αποδοχών τους, που αντιφάσκει με την προγραμματισμένη ρουτίνα των εξόδων τους και το γεγονός ότι είναι αναγκασμένοι να εκμισθώνουν τον εαυτό τους στην ελεύθερη αγορά, δίχως να κατέχουν κανένα από τα εργαλεία της εργασίας τους: επειδή έχουν ανάγκη από χρήματα. Είναι αναγκασμένοι ν’ αγοράζουν εμπορεύματα και τους έχουν φέρει σε σημείο να μην μπορούν να διατηρήσουν επαφή με οτιδήποτε δεν είναι εμπόρευμα. Αλλά εκεί που η οικονομική τους κατάσταση προσιδιάζει ακριβέστερα στο ιδιότυπο σύστημα δουλοπαροικίας, την «πεονία», είναι ότι δεν τους παραχωρείται πια ούτε η πρόσκαιρη διαχείριση του χρήματος γύρω από το οποίο περιστρέφεται όλη η δραστηριότητά τους. Προφανώς, δεν μπορούν παρά να το ξοδεύουν, αφού το λαμβάνουν σε πολύ μικρή ποσότητα για να το συσσωρεύσουν. Τελικά, όμως, υποχρεώνονται να καταναλώνουν επί πιστώσει, αλλά η πίστωση που τους παρέχεται παρακρατείται από τον μισθό τους κι έτσι για να την εξοφλήσουν πρέπει να δουλέψουν ακόμα περισσότερο. Καθώς ολόκληρη η οργάνωση της διανομής των αγαθών είναι συνδεδεμένη με την οργάνωση της παραγωγής και του Κράτους, τους ροκανίζουν ανενόχλητα το μερίδιο που τους αναλογεί, τόσο σε τροφή όσο και σε χώρο, ποσοτικά και ποιοτικά. Αν και τυπικά παραμένουν ελεύθεροι εργαζόμενοι και καταναλωτές, δεν μπορούν να απευθυνθούν αλλού, γιατί παντού τους εμπαίζουν (σσ. 9-10)». Εάν αυτά είναι βάσιμα και εάν είναι επίσης βάσιμο ότι:

(i) «[η] επιλογή είναι πάντοτε μόνο μεταξύ της Coca-Cola και της Pepsi, της πανούκλας και της χολέρας, της ξεδιαντροπιάς και της βλακείας, του Κολ και του Σρέντερ» (Gruppe Krisis et al., 2010, σελ. 54),

(ii) «μέσα στο θέαμα [όπου εκπληρώνεται απόλυτα η αρχή του φετιχισμού του εμπορεύματος] ο αισθητός κόσμος αντικαθίσταται από μία επιλογή εικόνων, η οποία υπάρχει πάνω από αυτόν και, την ίδια στιγμή, κατορθώνει να αναγνωρίζεται ως το κατεξοχήν αισθητό» (Debord, [1967] 1971, p. 23),

(iii) «το ενσωματωμένο θέαμα είναι πιο ολοκληρωμένο από τα προηγούμενα συστήματα, αφού διαπερνά ολόκληρη την κοινωνία, την προσαρμόζει στις δικές του ανάγκες και καταστρέφει και τα τελευταία υπολείμματα αυτόνομης πραγματικότητας από τον συνδικαλισμό και τα περιοδικά μέχρι τις πόλεις και τα βιβλία» (Jappe, 2007, σελ. 24),

(iv) «[τ]α άτομα, απομονωμένα και χωρίς ανεξάρτητη πρόσβαση στον κόσμο, μπορούν να πεισθούν για οτιδήποτε, αφού ούτως ή άλλως δεν υπάρχει πια δυνατότητα επαλήθευσης» (Jappe, 2007, σελ. 24), και

(v) «[τ]ο προλεταριάτο και η αστική τάξη δεν μπορούν να είναι κάτι άλλο πέρα από ζωντανά εργαλεία του μεταβλητού και του σταθερού κεφαλαίου: είναι οι κομπάρσοι και όχι οι σκηνοθέτες της οικονομικής και της κοινωνικής ζωής» (Jappe, 1998, σελ. 52 – πρόσθετη έμφαση),

τότε μήπως στην «κοινωνία του θεάματος» δεν αντιστοιχεί καν (ή, έστω, αντιστοιχεί σε όλο και πιο ασήμαντο βαθμό) η έννοια «εργασιακή αξία»; Παράλληλα, τι ακριβώς εννοείται, και υπάρχει κάποια σχέση με τα προηγηθέντα, όταν γράφεται ότι: «Αν προχωρήσουμε βαθύτερα, σ’ αυτόν τον κόσμο που επισήμως ξεχειλίζει από σεβασμό για όλες τις οικονομικές αναγκαιότητες, ποτέ κανείς δεν ξέρει πόσο κοστίζει πραγματικά οποιοδήποτε προϊόν: στην πραγματικότητα, το πιο σημαντικό μέρος του πραγματικού κόστους δεν υπολογίζεται ποτέ και το υπόλοιπο κρατιέται μυστικό.» (Ντεμπόρ, 1988, σελ. 51);

Ακόμα και αν οι εσωτερικές ασυνέπειες της προαιώνιας εργασιακής θεωρίας της αξίας είτε δεν αποτελούσαν κοινό τόπο στην παγκόσμια βιβλιογραφία (εδώ και 40 χρόνια, τουλάχιστον) είτε δεν είχαν καν εντοπισθεί, το ρεύμα του «Gruppe Krisis» (και όχι μόνον αυτό) θα όφειλε, σε συμφωνία με τις δικές του θεωρητικές αφετηρίες, να εμμείνει στα προαναφερθέντα ερωτήματα προτού χρησιμοποιήσει την εν λόγω θεωρία για τον εντοπισμό του πιθανού «εσωτερικού ορίου» του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Πάντως, ο Ντεμπόρ ([1978] χ.χ., σελ. 24) έχει γράψει: «Είναι κοινότοπη η παρατήρηση ότι, ακόμα και στις περιόδους που συγκλονίζονται από μεγάλες αλλαγές, ακόμα και τα πιο νεωτεριστικά πνεύματα δύσκολα απαλλάσσονται από πολλές αντιλήψεις του παρελθόντος που έχουν πλέον χάσει τη συνοχή τους και διατηρούν τουλάχιστον ορισμένες απ’ αυτές, γιατί θα ήταν αδύνατο να απορρίψουν τελείως ως λανθασμένες και άνευ αξίας κάποιες βεβαιότητες καθολικά αποδεκτές.».

Ευχαριστίες

Μία πρώτη εκδοχή του παρόντος παρουσιάστηκε σε συναντήσεις του «Study Group on Sraf­fian Economics», κατά τον Μάιο του 2011, και δημοσιοποιήθηκε, εν συνεχεία, στο διαδίκτυο: Ευχαριστώ τους Κώστα Παπουλή, Νίκο Ροδουσάκη, Στέλιο Σφακιωτάκη και Γιώργο Σώκλη για σχόλια, παρατηρήσεις και προτάσεις. Επίσης, λήφθηκαν υπόψη πορίσματα προγενέστερων συναντήσεων, οι οποίες είχαν ως αντικείμενο συναφείς περιοχές του έργου των Gyula Hevesi, Georg Lukács, Karl Korsch, Guy Debord και Jean Baudrillard. Για παλαιότερες (περί το 2000), χρήσιμες συζητήσεις, πάνω σε τεχνικές και οικονομικές διαστάσεις της αυτοματοποίησης, ευχαριστώ τον Χαράλαμπο Μηλάτο. Για πρόσφατες συζητήσεις, ιδίως πάνω στο έργο του Victor M. Glushkov, ευχαριστώ τους Βασίλη Ζαργάνη και Θόδωρο Φιλόπουλο. Τέλος, για συζητήσεις πάνω στη μαρξική έννοια της εκμετάλλευσης, με αφορμή την πρώτη εκδοχή του παρόντος, ευχαριστώ τους Χρήστο Βανδώρο και Λευτέρη Τσουλφίδη.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Η φορμαλιστική εκδοχή του πρώτου σκέλους της πρότασης είναι γνωστή ως «Θεμελιώδες ΜαρξικόΘεώρημα»: βλ. Okishio (1955, pp. 75-78, 1993, Essays 3 and 6), Morishima and Seton (1961, pp. 207-209), Morishima (1974, 1980) και Morishima and Catephores (1980, ch. 2), ενώ για ορισμένες κριτικές του, βλ. Steedman (1977, pp. 57-59, and chs 7 and 11, 2008), Petri (1980, 1987), Roemer (1980, pp. 520-521), Μαριόλης (1998) και Mariolis (2006a). Όπως θα διαπιστωθεί στην Ενότητα 2 του παρόντος, το δεύτερο σκέλος της πρότασης, ήτοι η ισότητα συνολικής υπεραξίας και συνολικών κερδών, δεν είναι, στη γενική περίπτωση, αληθές.

2 Αυτή η διατύπωση δηλώνει πως ό,τι ακολουθεί δεν αντιστοιχεί κατανάγκην στην άποψη του ίδιου του Marx. Για την ακρίβεια, εκφράζεται μεν ρητά στο Μαρξ (1990, σσ. 534 και 537-539), αλλά όχι και στο Κεφάλαιο. Ωστόσο, εκεί όχι μόνον υποδηλώνεται, αλλά είναι και κρίσιμο (βλ. Μαρξ, 1978, τ. 3, σσ. 312-313) για τη συναγωγή του λεγομένου «νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους», ενώ αποτελεί, ταυτοχρόνως, λογική συνέπεια της θεωρίας του περί αξίας-υπεραξίας-κέρδους και συνεχούς εκμηχάνισης της παραγωγικής διαδικασίας. Για μία αναλυτική κριτική έκθεση του όλου ζητήματος, βλ. Μαριόλης (2010, Δοκίμιο 10), μία εκδοχή του οποίου είναι διαθέσιμη στη διεύθυνση:

http://mpra.ub.uni-muenchen.de/22461/1/MPRA_paper_22461.pdf).

3 Βλ. π.χ. Debord ([1967] 1971, pp. 27-28), Μαντέλ ([1972] 1975, σσ. 197-198), Κοριά (1985, σσ. 50-53 και 156-168) και Καφετζής (1998).

4 Τα δύο πρώτα αποσπάσματα είναι από το κείμενο του «Gruppe Krisis», ενώ τα υπόλοιπα δύο από αυτό του Jappe.

5 Ο αναγνώστης παραπέμπεται, επίσης, στις ακόλουθες σελίδες του ίδιου τόμου: 57-58, 60, 63, 70-71, 113-115, 127-128 και 142-145, καθώς επίσης και στα Jappe (1998, σσ. 174-175, και, 2011).

6 Για την αναλυτική έκθεση της συμβολής του Dmitriev, βλ. Nuti (1974), Μαριόλης (1996, 2010, Δοκίμιο 2 και 3), Gehrke (1998) και Mariolis and Rodousaki (2011). Ογδόντα χρόνια πριν από τον Dmitriev, o Robert Torrens ([1821] 1965) είχε συλλάβει τη δυνατότητα παραγωγής κέρδους σε καθεστώς πλήρους αυτοματοποίησης, ήτοι μία θεωρία την οποία ο Pasinetti ([1977] 1991, σελ. 95) αποκαλεί, πολύ εύστοχα, «καθαρά κεφαλαιουχική θεωρία της αξίας».

7 Όπως έχει αποδειχθεί διεξοδικά από τους συνεχιστές του έργου του Piero Sraffa (1960), και ιδίως από τον Ian Steedman (1975, 1976, 1977, 1985a, 1991, και, 2008), όσο πιο ρεαλιστικές γίνονται οι υποθέσεις τόσο περισσότερο μεγεθύνονται οι ασυνέπειες της μαρξι(στι)κής «εργασιακής θεωρίας της αξίας», δηλαδή του εγχειρήματος θεώρησης και ανάλυσης του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής σε όρους «ενσωματωμένων-αποκρυσταλλωμένων ποσοτήτων εργασίας και υπερεργασίας» (περαιτέρω, βλ. Mariolis, 2006a, Μαριόλης, 2010, Δοκίμια 8 και 9, Mariolis and Soklis, 2010, και Soklis, 2009, 2011). Για την πλήρη μελέτη της «Θεωρίας της Παραγωγής», η οποία υπονοείται εδώ, βλ. Pasinetti ([1977] 1991) και Kurz and Salvadori (1995) (οι δεύτεροι αναλύουν, επίσης, την περίπτωση των «εξαντλούμενων πόρων» – βλ. ch. 12). Τέλος, για μία πρόταση ανασυγκρότησης της μαρξικής θεωρίας της αξίας, σε όρους κοινωνικής-αφηρημένης (και όχι «ενσωματωμένης») εργασίας, η οποία φαίνεται ότι υπερβαίνει όλες μάλλον τις ασυνέπειες της αντίστοιχης παραδοσιακής μαρξιστικής θεωρίας, βλ. Μαριόλης (1998, 2010, Δοκίμιο 7) και Mariolis (2006b).

8 Ορισμένες διευκρινήσεις είναι, ίσως, απαραίτητες, για τον μη οικονομολόγο (αν και σε μία πρώτη ανάγνωση θα μπορούσε να τις αντιπαρέλθει): το καθαρό προϊόν του συστήματος (ακαθάριστο προϊόν μείον φθαρέντα μέσα παραγωγής) αποτελείται από 1 – (0.5 + 0.25) = 0.25 μονάδες του εμπορεύματος Μ (το 0.5 δηλώνει τις μονάδες του Μ που αναλώνονται στη δική του παραγωγή και το 0.25 τις μονάδες του Μ που αναλώνονται στην παραγωγή του Κ) και από 1 μονάδα του εμπορεύματος Κ. Εφόσον το πραγματικό ωρομίσθιο συνίσταται σε 0.25 μονάδες του Κ και το σύστημα χρησιμοποιεί (LΜ + LΚ) μονάδες άμεσης εργασίας, έπεται ότι οι συνολικοί πραγματικοί μισθοί είναι [0.25 (LΜ + LΚ)] μονάδες του K, και, άρα, το υπερπροϊόν του συστήματος (καθαρό προϊόν μείον πραγματικοί μισθοί) συνίσταται σε 0.25 μονάδες του Μ και [1 – 0.25 (LΜ + LΚ )] μονάδες του Κ. Τα συνολικά κέρδη είναι, εξορισμού, το υπερπροϊόν εκφρασμένο σε τιμές, ενώ η συνολική υπεραξία είναι, εξορισμού, το υπερπροϊόν εκφρασμένο σε εργασιακές αξίες, δηλαδή σε ποσότητες εργασίας που είναι «ενσωματωμένες» στην παραγωγή των εμπορευμάτων Μ και Κ. Οι τιμές των εμπορευμάτων και το ποσοστό κέρδους προσδιορίζονται από το ακόλουθο σύστημα εξισώσεων:

pM = (pM 0.5 + pK 0.25 LΜ) (1 + r)

pΚ = (pM 0.25 + pK 0.25 LΚ) (1 + r)

όπου pM είναι η τιμή 1 μονάδας του M, και pK είναι η τιμή 1 μονάδας του Κ. Αυτές οι εξισώσεις δηλώνουν ότι, σε κάθε τομέα, οι ακαθάριστες εισπράξεις ισούνται με το κόστος παραγωγής (σε μέσα παραγωγής και μισθούς) συν τα κέρδη. Για παράδειγμα, στον τομέα παραγωγής του Μ το κόστος σε μέσα παραγωγής είναι pM 0.5 και το κόστος σε μισθούς είναι pK 0.25 LΜ. Συνεπώς, το συνολικό κόστος είναι: (pM 0.5 + pK 0.25 LΜ), και, επειδή το ποσοστό κέρδους ισούται με τα κέρδη προς το συνολικό κόστος, τα κέρδη του τομέα ισούνται με:

(pM 0.5 + pK 0.25 LΜ) r.

Θέτοντας, λοιπόν, στις δύο αρχικές εξισώσεις pK = 1 και LΜ = LΚ = 1, προσδιορίζονται τα pM ( = 1.62) και r (= 53%). Συνεπώς, τα συνολικά κέρδη ισούνται με:

P = pM 0.25 + pΚ 0.5 = 0.91.

Τέλος, εάν συμβολίσουμε με vM και vΚ τις εργασιακές αξίες των Μ και Κ, αντιστοίχως, τότε αυτές υπολογίζονται από τις εξισώσεις:

vM = vM 0.5 + LΜ

vΚ = vM 0.25 + LΚ

οι οποίες δηλώνουν ότι η εργασιακή αξία 1 μονάδας κάθε εμπορεύματος ισούται με την εργασιακή αξία των μέσων παραγωγής της συν την άμεση εργασία που αναλώνεται στην παραγωγή της.

Έτσι, για LΜ = LΚ = 1 λαμβάνουμε vM = 2 και vΚ = 1.5. Συνεπώς, η συνολική υπεραξία ισούται με:

S = vM 0.25 + vΚ 0.5 = 1.25.

Τονίζεται ότι δεν θα άλλαζε κάτι, επί της ουσίας, εάν, αντί για pK = 1, θέταμε pK = vΚ = 1.5. Σε αυτήν την περίπτωση, το ποσοστό κέρδους δεν θα άλλαζε, το pM θα ήταν ίσο με 2.43 (φυσικά ο λόγος ανταλλαγής των εμπορευμάτων δεν μεταβάλλεται, ήτοι pM / pK = 1.62) και τα συνολικά κέρδη θα ήταν ίσα με 1.36.

9 Η δυνατότητα απόκλισης κερδών-υπεραξίας αποδείχθηκε εκ νέου αργότερα, και σε πιο γενικούς όρους, από τον από τον Ladislaus von Bortkiewicz (1906-7, 1907), ο οποίος δεν γνώριζε τη συμβολή του Mühlpfordt, καίτοι είχε μελετήσει αυτήν του Dmitriev, για την οποία εκφράζεται, μάλιστα, εξαιρετικά επαινετικά. Πάντως ούτε ο Dmitriev γνώριζε τη συμβολή του Mühlpfordt (1895), καίτοι είναι ως εάν να ξεκινάει, ακριβώς, τις διερευνήσεις του από τον επίλογο αυτής (βλ. Μαριόλης, 1996, σελ. 208-210).

10 Φυσικά, δεν απασχολεί, εδώ, η δυνατότητα εμφάνισης πλήρως αυτοματοποιημένων συστημάτων (ή, έστω, «εκτενών» υποσυστημάτων), τα οποία – πιθανότατα – θα «χρησιμοποιούν φυσικές δυνάμεις για την κινητοποίησή των», όπως γράφει και ο Dmitriev (1898, p. 63). Από ό,τι μπορώ να αντιληφθώ, καίτοι απαιτούνται ειδικές γνώσεις, οι μέχρι σήμερα γνωστοί νόμοι της Φυσικής, γενικά, και οι εργασίες π.χ. του John von Neumann σχετικά με τις «αυτο-αναπαραγόμενες μηχανές», ειδικά, παραπέμπουν στο ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ των προτέρων. Σε αυτή συνάφεια δύνανται να αναφερθούν, επίσης, οι πρωτοπόρες διερευνήσεις, στο πεδίο της «κυβερνητικής επιστήμης», του Victor Μ. Glushkov («Εθνικό Αυτοματοποιημένο Σύστημα Διεύθυνσης της Οικονομίας» (OGAS – ΕΣΣΔ, δεκαετία 1960) και του Anthony Stafford Βeer («Cybersyn» – Χιλή, αρχές δεκαετίας 1970, επί κυβέρνησης του Salvador Allende: Σχετικά, βλ. π.χ. Gerovitch (2008). Άλλοι, πάλι, μελετητές εκτιμούν, βάσει των υφιστάμενων τεχνολογικών και κοινωνικο-οικονομικών τάσεων, ως πιθανότερη τη «συγχώνευση ανθρώπου και μηχανής» (βλ. π.χ. Kurzweil, 2003).

11 Όπως εύκολα διαπιστώνεται, τα κέρδη είναι θετικά επειδή για την παραγωγή 1 μονάδας του μοναδικού, στην προκείμενη περίπτωση, εμπορεύματος που εισέρχεται στην παραγωγή όλων των εμπορευμάτων του συστήματος (δηλαδή του Μ), απαιτείται μικρότερη ποσότητα από το ίδιο (ήτοι, 0.5 μονάδες). Δηλαδή, ικανοποιείται η συνθήκη κερδοφορίας του Dmitriev (βλ. την αρχή της παρούσης ενότητας). Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι εάν αυτή η συνθήκη παραβιαζόταν, τότε και κάθε αντίστοιχο μη αυτοματοποιημένο σύστημα δεν θα ήταν σε θέση να παράγει θετικά κέρδη, ανεξαρτήτως του ύψους του πραγματικού ωρομισθίου και του ύψους των LΜ, LΚ.

12 Τα σχήματα δείχνουν ότι υπάρχει μία θετική τιμή του L, όπου σημειώνεται μηδενισμός όλων των απεικονιζόμενων μεγεθών. Όπως μπορεί να υπολογιστεί, αυτή η τιμή είναι ίση με: 8 / 3 (= 2.67), ενώ για αυτήν την τιμή (και άνω), και δεδομένου του υποτιθέμενου ύψους του πραγματικού ωρομισθίου, παραβιάζονται τόσο η συνθήκη εκμετάλλευσης του Marx (βλ. το σημείο (ii) στην αρχή της Ενότητας 2 του παρόντος) όσο και η συνθήκη κερδοφορίας του Dmitriev. Συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να υπάρχει ούτε θετική υπεραξία ούτε θετικό κέρδος. Με άλλα λόγια, οι δύο συνθήκες (Marx, Dmitriev) αποδεικνύονται αλγεβρικά ισοδύναμες για κάθε τιμή του L, εκτός της μηδενικής, όπου αυτή του Marx αστοχεί.

13 Σε γενικούς όρους: εάν s είναι το κλάσμα των κερδών που αποταμιεύονται-επενδύονται , και C η χρηματική αξία του κεφαλαίου του συστήματος (σε μέσα παραγωγής και μισθούς), οι καθαρές επενδύσεις ισούνται με sP και, συνεπώς, ο ποσοστιαίος ρυθμός μεγέθυνσης του κεφαλαίου ισούται με (sP) / C ή sr, δεδομένου ότι r = P / C.

14 Εντός ορισμένων ορίων, θα μπορούσε να γίνει μία προβολή στο ιστορικό παρελθόν και, συγκεκριμένα, στην περίοδο παρακμής της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας: «Το τοτινό προλεταριάτο δεν ήταν βιομηχανικό, δεν ήταν καν παραγωγική τάξη, ήταν μία λίγο πολύ παρασιτική τάξη, μία τεράστια μάζα κατεστραμμένων χωρικών, που είχαν καταστραφεί από την ανάπτυξη των «Λατιφουντίων», δηλαδή των απέραντων χτημάτων των ευγενών. Στα κτήματα αυτά αναπτυσσόταν συνήθως η κτηνοτροφία και χρησιμοποιούταν η δουλειά των δούλων ενώ οι αχτήμονες χωρικοί μαζεύονταν στις πόλεις. Επίσης διαρκώς απελευθερώνονταν πολλοί δούλοι. Αν και μερικοί απ’ τους απελεύθερους αυτούς επέρναγαν στη μπουρζουαζία, εμπορευόντουσαν και πλουτίζανε, οι περισσότεροί τους έμεναν απλώς άστεγοι και ενωνόντουσαν με το προλεταριάτο. Σε πολλές μεγάλες πόλεις, όπου μοίραζαν ψωμί για ν’ αποτρέψουν τις επαναστάσεις και οργανώνανε θεάματα για τις μάζες, ήταν συγκεντρωμένες δεκάδες και εκατοντάδες χιλιάδες προλετάριοι.

Μέσα στη Ρώμη υπήρχε τουλάχιστο ένα εκατομμύριο τέτοιων κατεστραμμένων ανθρώπων, που ζούσαν σε βάρος του κράτους, δεν έκαναν καμία ασχολία, μέρα με τη μέρα τρεφόντουσαν χειρότερα και ήταν τρομερά καταπιεζόμενοι και καταφρονεμένοι ο καθένας τους χωριστά, αν και κάποτε σαν μάζα τρομοκρατούσαν κι’ αυτούς τους κυβερνήτες. Οι δούλοι κι’ οι προλετάριοι ήταν η κυριότερη βάση του χριστιανικού κινήματος» (Λουνατσάρσκυ, 1987, σελ. 104).

15 Αν και είναι αδύνατον να σταθούμε εδώ, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η αναίρεση των βασιζομένων στην «Αυστριακή Θεωρία του Κεφαλαίου και του Τόκου» θέσεων, οι οποίες υποστηρίζουν είτε την ανυπαρξία, σε κάθε περίπτωση, εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης στον κεφαλαιοκρατικό τόπο παραγωγής (Böhm-Bawerk, [1884] 1959) είτε την ύπαρξη αυτής όταν, και μόνον όταν, ένα τμήμα των κερδών καταναλώνεται (Samuelson and von Weizsäcker, 1971), απαιτεί πρόσθετα, και άλλης φύσεως, επιχειρήματα. Για αυτήν τη θεωρία και τις σχέσεις της με τη μαρξική, βλ. επίσης von Weizsäcker (1973, 1977) και Negishi (1989, pp. 206-213 and ch. 8).

16 Προς αυτήν την κατεύθυνση, βλ. Marglin (1984), Dutt (1990), και Μαριόλης (2006, κεφ. 5, και, 2011, Δοκίμιο 3).183

ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Böhm-Bawerk, E. von ([1884] 1959) Capital and Interest. The History and the Critique of Interest

Theories, South Holland, Illinois, Libertarian Press.

Bortkiewicz, L. von (1906-7) Wertrechnung und Preisrechnung im Marxschen System, Archiv für

Sozialwissenschaft und Sozialpolitik, 23 (1906), pp. 1-50, 25 (1907), pp. 10-51 and 445-488.

Bortkiewicz, L. v. (1907) Zur Berichtigung der grundlegenden theoretischen Konstruktion von Marx

im 3. Band des ‘Kapital’, Jahrbücher für Nationalökonomie und Statistik, 34, pp. 319-335.

Debord, G. ([1967] 1971) La Société du Spectacle, Paris, Champ Libre (ελληνικές εκδόσεις: Αθήνα, 1986, Ελεύθερος Τύπος, 2000, Διεθνής Βιβλιοθήκη, και Θεσσαλονίκη, 1986, Εκδοτική Θεσσαλονίκης).

Dmitriev, V. K. (1898) The theory of value of David Ricardo: an attempt at a rigorous analysis, in:

V. K. Dmitriev ([1904] 1974] Economic Essays on Value, Competition and Utility, London, Cambridge University Press.

Dutt, A. K. (1990) Growth, Distribution and Uneven Development, Cambridge, Cambridge University Press.

Fujimori, Y. (1982) Modern Analysis of Value Theory, Berlin, Springer-Verlag.

Gehrke, C. (1998) Dmitriev, Vladimir Karpovich, in: H. D. Kurz and N. Salvadori (Eds) (1998)

The Elgar Companion to Classical Economics, vol. 1, Cheltenham, Edward Elgar.

Gerovicth, S. (2008) InterNyet: why the Soviet Union did not build a nationwide computer network,

History and Technology, 24, pp. 335-350.

Gruppe Krisis, Trenkle, N. και Jappe, A. (2010) Κείμενα για την Εργασία και την Κρίση, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις των ξένων.

Jappe, A. (1998) Γκυ Ντεμπόρ, Αθήνα, Ελεύθερος Τύπος.

Jappe, A. (2007) Το Τέλος της Τέχνης στον Αντόρνο και τον Ντεμπόρ, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις των ξένων.

Jappe, A. (2011) Η Απονάπτυξη (προδημοσίευση διαθέσιμη στη διεύθυνση:

http://parallhlografos.wordpress.com/).

Καφετζής, Γ. (1998) Γιατί οι μηχανές δεν μπορούν να δημιουργήσουν αξία;, Αθήνα, αντισχολείο.

Κοριά, Μ. (1985) Επιστήμη, Τεχνική και Κεφάλαιο, Αθήνα, Α/συνέχεια.

Kurz, H. D. and Salvadori, N. (1995) Theory of Production. A Long-Period Analysis, Cambridge, Cambridge University Press.

Kurzweil, R. (2003) Ησυγχώνευσηανθρώπουκαιμηχανής: οδεύουμεπροςτο Matrix;, στο: G. Yeffeth

(επιμ.) (2003) Πάρε το Κόκκινο Χάπι. Επιστήμη, Φιλοσοφία και Θρησκεία στο Τhe Matrix, Αθήνα, Publish.

Λένιν, Β. Ι. (1917) Γράμμα 4. Πώς να πετύχουμε την ειρήνη;, στο: Β. Ι. Λένιν (1975) Γράμματα από Μακρυά, Αθήνα, Οδυσσέας.

Λουνατσάρσκυ, Α. (1987) Εισαγωγή στην Ιστορία των Θρησκευμάτων, Αθήνα, Αλφειός.

Μαντέλ, Ε. ([1972] 1975) Ο Ύστερος Καπιταλισμός, Αθήνα, Gutenberg.

Μαριόλης, Θ. (1996) Η συμβολή του V. K. Dmitriev στη θεωρία των τιμών, της κατανομής και του

κεφαλαίου, Τεύχη Πολιτικής Οικονομίας, 18, σσ. 57-91, και 19, σσ. 175-218.

Μαριόλης, Θ. (1998) Σχετικά με το λεγόμενο ζήτημα του μετασχηματισμού των αξιών σε τιμές, Ουτοπία, 28, σσ. 205-215 (αγγλικήεκδοχή (1999): The so-called problem of transforming values into prices, Political Economy. Review of Political Economy and Social Sciences, 5, pp. 45-58).

Μαριόλης, Θ. (2000) Το ασήμαντον και το εσφαλμένον του λεγόμενου Θεμελιώδους Μαρξικού Θεωρήματος: θετική (μη θετική) υπεραξία με μη θετικά (θετικά) κέρδη, Political Economy. Review of Political Economy and Social Sciences, 7, σσ. 81-126.

Μαριόλης, Θ. (2006) Εισαγωγή στη Θεωρία των Ενδογενών Οικονομικών Διακυμάνσεων. Γραμμικοί και Μη Γραμμικοί Οικονομικοί Ταλαντωτές, Αθήνα, Τυπωθήτω.

Μαριόλης, Θ. (2010) Δοκίμια στη Λογική Ιστορία της Πολιτικής Οικονομίας, Αθήνα, Matura.

Μαριόλης, Θ. (2011) Ελλάδα, Ευρωπαϊκή Ένωση και Οικονομική Κρίση, Αθήνα, Matura.

Μαρξ, Κ. (1978) Το Κεφάλαιο, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ. (1990) Βασικές Γραμμές Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, τ. 2, Αθήνα, Στοχαστής.

Marglin, S. A. (1984) Growth, Distribution and Prices, Cambridge, Harvard University Press.

Mariolis, T. (2006a) A critical note on Marx’s theory of profits, Asian-African Journal of Economics and Econometrics, 6, pp. 1-11. (διαθέσιμο στη διεύθυνση:

http://mpra.ub.uni-muenchen.de/24044/1/MPRA_paper_24044.pdf).

Mariolis, T. (2006b) Α critique of the so-called ‘New Approach’ to the transformation problem and a proposal, Indian Development Review, 4, pp. 23-37 (αναδημοσιεύθηκεστο: T. Mariolis and L. Tsoulfidis (Eds) (2006) Distribution, Development and Prices. Critical Perspectives, New Delhi, Serials Publications, καιείναιδιαθέσιμοστηδιεύθυνση:

http://mpra.ub.uni-muenchen.de/24019/1/MPRA_paper_24019.pdf).

Mariolis, T. and Soklis, G. (2010) Additive labour values and prices: evidence from the supply and use tables of the French, German and Greek economies, Economic Issues, 15, pp. 87-107.

Mariolis, T. and Rodousaki, E. (2011) Total requirements for gross output and intersectoral linkages: a note on Dmitriev’s contribution to the theory of profits, Contributions to Political Economy, 30, pp. 67-75.

Morishima, M. (1974) Marx in the light of modern economic theory, Econometrica, 42, pp. 611-632.

Morishima, M. (1980) Positive profit without exploitation: a comment on F. Petri’s note,

Econometrica, 48, p. 534.

Morishima, M. and Seton, F. (1961) Aggregation in Leontief matrices and the labour theory of value, Econometrica, 29, pp. 203-220.

Morishima, M. and Catephores, G. (1978) Value, Exploitation and Growth, London, McGraw-Hill.

Mühlpfordt, W. (1893) Preis und Einkommen in der Privatkapitalistischen Gesellschaft, Königsberg, Hartungsche Buchdruckerei.

Mühlpfordt, W. (1895) Karl Marx und die durchschnittsprofitrate, Jahrbücher für Nationalökonomie und Statistik, 65, pp. 92-99.

Ντεμπόρ, Γ. ([1978] χ.χ.) In girum imus nocte et consumimur igni, Αθήνα, ΕλεύθεροςΤύπος.

Ντεμπόρ, Γ. (1988) Σχόλια πάνω στην Κοινωνία του Θεάματος, Αθήνα, Ελεύθερος Τύπος.

Negishi, T. (1989) History of Economic Theory, Amsterdam, North-Holland.

Nuti, D. M. (1974) Introduction, in: V. K. Dmitriev ([1904] 1974] Economic Essays on Value, Competition and Utility, London, Cambridge University Press.

Okishio, N. (1955) Monopoly and the rates of profit, Kobe University Economic Review, 1, pp. 71-88.

Okishio, N. (1993) Essays on Political Economy. Collected Papers, edited by M. Krüger and P. Flaschel, Frankfurt am Main, Peter Lang.

Pasinetti, L. ([1977] 1991) Παραδόσεις Θεωρίας της Παραγωγής, Αθήνα, Κριτική.

Petri, F. (1980) Positive profit without exploitation: a note on the generalized Fundamental Marxian

Theorem, Econometrica, 48, pp. 531-533.185

Petri, F. (1987) Rate of Exploitation, in: J. Eatwell, M. Milgate, P. Newman (Eds) The New Palgrave.

A Dictionary of Economics, Vol. 4, pp. 66-68, London, Macmillan.

Roemer, J. (1980) A general equilibrium approach to Marxian economics, Econometrica, 48, pp. 505-530.

Shaikh, A. (1977) Η θεωρία της αξίας του Marx και το «πρόβλημα του μετασχηματισμού», στο:

Α. Βλάχου (επιμ.) (2009) Πολιτική Οικονομία του Καπιταλισμού, Αθήνα, Κριτική.

Samuelson, P. A. (1975) Review of V. K. Dmitriev, Economic Essays on Value, Competition and Utility, Journal of Economic Literature, 13, pp. 491-495.

Samuelson, P. A. and Weizsäcker C. C. von (1971) A new labor theory of value for rational planning through use of the bourgeois profit rate, Proceedings of the National Academy of Science 68, pp. 1192-1194.

Soklis, G. (2009) Alternative value bases and prices: evidence from the input-output tables of the

Swedish economy, Journal of Applied Input-Output Analysis, 15, pp. 21-39.

Soklis, G. (2011) Shape of wage-profit curves in joint production systems: evidence from the supply and use tables of the Finnish economy, Metroeconomica, 62, 548-560 (διευρυμένη εκδοχή διαθέσιμη στη διεύθυνση:

http://mpra.ub.uni-muenchen.de/30183/1/MPRA_paper_30183.pdf).

Sraffa, P. (1960) Production of Commodities by Means of Commodities. Prelude to a Critique of Economic Theory, Cambridge, Cambridge University Press (ελληνικήέκδοση: Θεσσαλονίκη, 1986, Σύγχρονα Θέματα).

Steedman, I. (1975) Positive profits with negative surplus value, Economic Journal, 85, pp. 114-123.

Steedman, I. (1976) Positive profits with negative surplus value: a reply, Economic Journal, 86, pp. 604-607.

Steedman, I. (1977) Marx after Sraffa, London, New Left Books.

Steedman, I. (1985a) Heterogeneous labour, money wages, and Marx’s theory, History of Political Economy, 17, 551-574.

Steedman, I. (1985b) Robots and capitalism: a clarification, New Left Review, 151, pp. 125-128.

Steedman, I. (1991) The irrelevance of Marxian values, in: G. A. Caravale (Ed.) (1991) Marx and Modern Economic Analysis, vol. 1, Aldershot, Edward Elgar.

Steedman, I. (2008) Marx after Sraffa and the open economy, Bulletin of Political Economy, 2, pp. 165-174.

Torrens, R. ([1821] 1965) An Essay on the Production of Wealth, New York, A. M. Kelly.

Valtukh, K. K. (1987) Marx’s Theory of Commodity and Surplus Value. Formalised Exposition, Moscow, Progress Publishers.

Weizsäcker, C. C. von (1973) Modern capital theory and the concept of exploitation, Kyklos, 26, pp. 245-281.

Weizsäcker, C. C. von (1977) Organic composition of capital and average period of production, Revue d’ Économie Politique, 87, pp. 198-231.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.