György Lukács: Επαναστατική «ρεαλιστική πολιτική»

 

 

6. Επαναστατική «ρεαλιστική πολιτική»

 

 

 

Το προλεταριάτο καταλαμβάνει την κρατική εξουσία και εγκαθιδρύει την επαναστατική του δικτατορία: αυτό σημαίνει ότι η πραγμάτωση του σοσιαλισμού έχει γίνει θέμα ημερήσιας διάταξης. Είναι ένα πρόβλημα για το οποίο το προλεταριάτο δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένο ιδεολογικά. Γιατί η «ρεαλιστική πολιτική» της σοσιαλδημοκρατίας που χειρίστηκε πάντοτε τα καθημερινά ζητήματα σαν απλά καθημερινά ζητήματα, χωρίς να τα συσχετίζει με τη συνολική εξέλιξη, χωρίς να τα συνδέει με τα τελικά προβλήματα της ταξικής πάλης, άρα χωρίς ποτέ να ξεπεράσει πραγματικά και συγκεκριμένα τον ορίζοντα της αστικής κοινωνίας, έδωσε έτσι πάλι στο σοσιαλισμό το χαρακτήρα μιας ουτοπίας στα μάτια των εργατών. Ο διαχωρισμός του τελικού στόχου από το κίνημα δεν παραποιεί μονάχα τη σωστή προοπτική απέναντι στα καθημερινά ζητήματα, στο κίνημα, αλλά μετατρέπει ταυτόχρονα τον τελικό στόχο σε ουτοπία. Αυτό το πισωγύρισμα στον ουτοπισμό εκφράζεται με διάφορες μορφές. Πρώτα απ’ όλα στο γεγονός ότι ο σοσιαλισμός δεν φαίνεται στα μάτια των ουτοπιστών σαν διαδικασία σε εξέλιξη, αλλά σαν κάτι το δοσμένο.

Μ’ άλλα λόγια, τα προβλήματα του σοσιαλισμού δεν εξετάζονται -στο βαθμό που εξετάζονται- παρά μόνο σε σχέση με το ποια οικονομικά, πολιτιστικά κτλ. ζητήματα και ποιες ευνοϊκές τεχνικές κτλ. λύσεις είναι δυνατές, όταν ο σοσιαλισμός έχει ήδη μπει στο στάδιο της πρακτικής εφαρμογής. Όμως δεν τίθεται ούτε το ερώτημα για το πώς μια τέτοια κατάσταση είναι κοινωνικά δυνατή, πώς μπορεί να επιτευχθεί, ούτε το ερώτημα για το πώς μια τέτοια κατάσταση πραγματοποιείται κοινωνικά συγκεκριμένα, ποιους ταξικούς συσχετισμούς, ποιες οικονομικές μορφές βρίσκει το προλεταριάτο την ιστορική στιγμή όπου αναλαμβάνει το καθήκον της πραγμάτωσης του σοσιαλισμού. (Με τον ίδιο τρόπο που ο Φουριέ στον καιρό του ανέλυσε με μεγάλη ακρίβεια την εγκαθίδρυση των φαλανστηρίων, χωρίς να μπορέσει να δείξει τον συγκεκριμένο δρόμο που επιτρέπει την πραγματοποίησή τους).

Ο οπορτουνιστικός εκλεκτικισμός, η απομάκρυνση της διαλεκτικής από τη μέθοδο της σοσιαλιστικής σκέψης, αποκόβει. λοιπόν, τον ίδιο το σοσιαλισμό από το ιστορικό προτσές της ταξικής πάλης. Αυτοί που έχουν προσβληθεί από το δηλητήριο αυτής της σκέψης πρέπει επομένως, να αντιλαμβάνονται τόσο τις προϋποθέσεις της πραγμάτωσης του σοσιαλισμού όσο και τα προβλήματα της πραγμάτωσής του μέσα από μια αλλοιωμένη προοπτική. Το σφάλμα αυτής της βασικής θέσης πάει τόσο βαθιά που κυριεύει όχι μόνο τη σκέψη των οπορτουνιστών για τους οποίους ο σοσιαλισμός παραμένει πραγματικά πάντοτε ένας μακρινός τελικός στόχος, αλλά οδηγεί επίσης ειλικρινείς επαναστάτες σε διαστρεβλωμένες αντιλήψεις. Αυτοί, ένα μεγάλο μέρος της Αριστεράς της Β’ Διεθνούς, εκτίμησαν βέβαια την ίδια την επαναστατική διαδικασία, την πάλη για την εξουσία σαν διαδικασία, σε σχέση με τα καθημερινά πρακτικά ζητήματα, στάθηκαν όμως ανίκανοι να συμπεριλάβουν σ’ αυτή τη σχέση την κατάσταση του προλεταριάτου μετά την κατάληψη της εξουσίας και τα συγκεκριμένα προβλήματα που απορρέουν από αυτή την κατάσταση. Εδώ πάλι κατάντησαν ουτοπιστές.

 Ο θαυμάσιος ρεαλισμός με τον οποίο ο Λένιν χειρίστηκε όλα τα προβλήματα του σοσιαλισμού στη διάρκεια της δικτατορίας, με τον οποίο κέρδισε την εκτίμηση ακόμα και των αστών και μικροαστών αντιπάλων του, δεν είναι λοιπόν τίποτε παραπάνω από τη συνεπή εφαρμογή του μαρξισμού, του ιστορικοδιαλεκτικού τρόπου θεώρησης των επίκαιρων πλέον προβλημάτων του σοσιαλισμού.

Στα γραπτά και τους λόγους του Λένιν -όπως εξάλλου και στα έργα του Μαρξ- πολύ λίγο γίνεται λόγος για το σοσιαλισμό σαν κατάσταση. Αντίθετα, όμως, γίνεται πολύ λόγος για τα βήματα που μπορούν να οδηγήσουν στην πραγμάτωση του. Γιατί μας είναι αδύνατο να φανταστούμε συγκεκριμένα το σοσιαλισμό σαν κατάσταση σ’ όλες του τις λεπτομέρειες. Όσο σημαντική κι αν είναι η θεωρητικά ακριβής γνώση της βασικής δομής του, η σημασία αυτής της γνώσης βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι αποτελεί μέτρο για την ορθότητα των βημάτων που κάνουμε προς την κατεύθυνση του σοσιαλισμού. Η συγκεκριμένη γνώση του σοσιαλισμού είναι, όπως ο ίδιος ο σοσιαλισμός άλλωστε, το αποτέλεσμα της πάλης που διεξάγεται γι’ αυτόν. Δεν αποκτιέται παρά μόνο μέσα στην πάλη για το σοσιαλισμό και μόνο με αυτή. Και κάθε προσπάθεια για να φτάσουμε σε μια γνώση για το σοσιαλισμό που δεν θα ακολουθούσε το δρόμο της διαλεκτικής αλληλεπίδρασής του με τα καθημερινά προβλήματα της ταξικής πάλης, μετατρέπει αυτή τη γνώση σε μεταφυσική, σε ουτοπία, κάτι το καθαρά διανοητικό και όχι πρακτικό.

 Ο ρεαλισμός του Λένιν, η «ρεαλιστική πολιτική» του αποτελεί λοιπόν την οριστική συντριβή κάθε ουτοπισμού, τη συγκεκριμένη εκπλήρωση του περιεχομένου του προγράμματος του Μαρξ. Δηλαδή, μια θεωρία που έγινε πρακτική, μια θεωρία της πράξης. Ο Λένιν έκανε το ίδιο πράγμα με το πρόβλημα του σοσιαλισμού, με εκείνο που είχε κάνει με το πρόβλημα του κράτους: το απόσπασε από τη μέχρι τώρα μεταφυσική απομόνωση, την αστικοποίηση, για να το συμπεριλάβει στο σύνολο των προβλημάτων της ταξικής πάλης. Δοκίμασε μέσα στη συγκεκριμένη ζωή της ιστορικής διαδικασίας τις μεγαλοφυείς υποδείξεις που ο Μαρξ έδωσε στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα και σε άλλα έργα, τις κατέστησε στην ιστορική πραγματικότητα πιο συγκεκριμένες και πιο ολοκληρωμένες απ’ όσο ήταν δυνατό να γίνει στην εποχή του Μαρξ, έστω κι από μια ιδιοφυΐα όπως ο Μαρξ.

 Τα προβλήματα του σοσιαλισμού είναι κατά συνέπεια τα προβλήματα της οικονομικής δομής και των ταξικών συσχετισμών τη στιγμή που το προλεταριάτο καταλαμβάνει την κρατική εξουσία. Απορρέουν απευθείας από την κατάσταση κάτω από την οποία το προλεταριάτο εγκαθιδρύει τη δικτατορία του. Γι’ αυτό μόνο μέσα από αυτά τα προβλήματα μπορούν να κατανοηθούν και να επιλυθούν. Περιλαμβάνουν όμως, για τον ίδιο λόγο, σε σχέση με αυτή την κατάσταση και με όλες τις προηγούμενες καταστάσεις παρ’ όλα αυτά ένα νέο από άποψη αρχών στοιχείο. Ας απορρέουν από το παρελθόν, όλα τα στοιχεία τους, ο συνδυασμός τους με τη διατήρηση και εδραίωση της κυριαρχίας του προλεταριάτου γεννάει προβλήματα που δεν μπορούσαν να περιέχονται ούτε στον Μαρξ ούτε σε άλλες προηγούμενες θεωρίες και δεν είναι δυνατό να γίνουν αντιληπτά και να επιλυθούν παρά μέσα σ’ αυτή την ουσιαστικά νέα κατάσταση.

 Αν ανατρέξει κανείς στη σχέση της και στα θεμέλιά της, η «ρεαλιστική πολιτική» του Λένιν αποκαλύπτεται σαν το απόγειο, μέχρι στιγμής της υλιστικής διαλεκτικής. Από τη μια μεριά, είναι μια αυστηρά μαρξιστική, λιτή και νηφάλια ανάλυση, που φτάνει βαθιά στα συγκεκριμένα ζητήματα της δοσμένης κατάστασης, της οικονομικής δομής και των ταξικών συσχετισμών. Από την άλλη μεριά, είναι μια ξεκάθαρη άποψη απέναντι σ’ όλες τις νέες τάσεις που προκύπτουν από αυτή την κατάσταση, και που δεν παραποιείται από καμιά θεωρητική προκατάληψη, καμιά ουτοπική επιθυμία. Όμως, αυτή η απαίτηση που είναι φαινομενικά απλή και στην πραγματικότητα απορρέει από την ουσία της υλιστικής διαλεκτικής -που είναι, βέβαια, θεωρία της ιστορίας- δεν είναι εύκολο να ικανοποιηθεί.

Οι συνήθειες, ως προς τον τρόπο σκέψης, του καπιταλισμού έχουν εμφυτέψει σ’ όλους τους ανθρώπους και ιδιαίτερα σ’ όσους είναι προσανατολισμένοι στις επιστήμες, την τάση να θέλουν να εξηγήσουν το νέο αποκλειστικά και μόνο από το παλιό, το σήμερα εξολοκλήρου από το χτες. (Ο ουτοπισμός των επαναστατών είναι μια προσπάθεια σαν του πνιγμένου που πιάνεται από τα μαλλιά του, μια προσπάθεια να μεταφερθούν μ’ ένα πήδημα σ’ έναν εντελώς νέο κόσμο, αντί να αντιληφθούν με τη βοήθεια της διαλεκτικής, τη διαλεκτική εμφάνιση του νέου μέσα από το παλιό). «Γι΄ αυτό το λόγο», λέει ο Λένιν, «ο όρος κρατικός καπιταλισμός κάνει πολλούς, πάρα πολλούς να τα χάνουν. Για να μη γίνεται αυτό, πρέπει να θυμόμαστε το βασικό, δηλαδή ότι καμιά θεωρία, καμιά φιλολογία δεν αναλύει τον κρατικό καπιταλισμό με τη μορφή που υπάρχει σε μας, για τον απλούστατο λόγο, ότι όλες οι συνηθισμένες έννοιες που συνδέονται μ’ αυτές τις λέξεις, αναφέρονται στην αστική εξουσία της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ενώ η δική μας κοινωνία βγήκε από την καπιταλιστική τροχιά και δεν μπήκε ακόμη σε καινούργια τροχιά […]».

 Όμως, ποιο συγκεκριμένο, πραγματικό περιβάλλον βρίσκει για την πραγμάτωση του σοσιαλισμού το ρώσικο προλεταριάτο που έχει καταφέρει να κυριαρχήσει; Πρώτα έναν σχετικά αναπτυγμένο μονοπωλιακό καπιταλισμό που καταρρέει λόγω του παγκόσμιου πολέμου, σε μια καθυστερημένη αγροτική χώρα της οποίας η αγροτιά δεν μπορούσε να απελευθερωθεί από τα δεσμά των φεουδαρχικών υπολειμμάτων παρά σε σχέση με την προλεταριακή επανάσταση. Δεύτερο, έξω από τη Ρωσία, ένα εχθρικά διακείμενο καπιταλιστικό περιβάλλον που εννοεί φυσικά να πέσει με όλα τα μέσα που διαθέτει πάνω στο νεοϊδρυμένο κράτος των εργατών και αγροτών και που θα ήταν αρκετά ισχυρό για να συντρίψει το κράτος αυτό στρατιωτικά ή οικονομικά, αν δεν ήταν το ίδιο βαθιά διασπασμένο από τις πάντοτε αυξανόμενες επιδράσεις των αντιθέσεων του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού, έτσι που το προλεταριάτο έχει πάντοτε ευκαιρίες να εκμεταλλευτεί αυτούς τους ανταγωνισμούς κτλ. προς όφελός του. (Δεν επισημάναμε, βέβαια, εδώ παρά μόνο τα δύο σύνολα θεμελιωδών προβλημάτων. Σε μερικές όμως σελίδες ούτε καν αυτά τα δύο δεν μπορούν να εξεταστούν με ολοκληρωμένο τρόπο).

 Η υλική βάση του σοσιαλισμού σαν ανώτερης οικονομικής μορφής που αντικαθιστά τον καπιταλισμό, δεν μπορούν παρά να είναι η αναδιοργάνωση, η ανώτερη ανάπτυξη της βιομηχανίας, η προσαρμογή της στις ανάγκες των εργαζομένων τάξεων, ο μετασχηματισμός της στην κατεύθυνση μιας ζωής που αποκτάει όλο και περισσότερο νόημα (κατάργηση της αντίθεσης πόλη-ύπαιθρος, πνευματική και χειρωνακτική εργασία κτλ.). Η κατάσταση αυτής της υλικής βάσης του σοσιαλισμού προϋποθέτει έτσι τις δυνατότητες και τους δρόμους της συγκεκριμένης πραγμάτωσής του.

Ήδη από το 1917, πριν από την κατάληψη της κρατικής εξουσίας, ο Λένιν καθόρισε σαφώς την οικονομική κατάσταση και τα καθήκοντα που απορρέουν απ’ αυτή για το προλεταριάτο. «Αυτή ακριβώς είναι η διαλεκτική της ιστορίας: ότι ο πόλεμος επιτάχυνε σε εξαιρετικό βαθμό τη μετατροπή του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό και έφερε έτσι την ανθρωπότητα πάρα πολύ κοντά στο σοσιαλισμό. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι η παραμονή της σοσιαλιστικής επανάστασης. Κι αυτό όχι μόνο γιατί ο πόλεμος γεννάει με τις φρίκες του την προλεταριακή εξέγερση -καμιά εξέγερση δεν θα δημιουργήσει το σοσιαλισμό, αν δεν έχει ωριμάσει οικονομικά- αλλά και γιατί ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός είναι η πληρέστερη ολική προετοιμασία του σοσιαλισμού, είναι τα πρόθυρά του, είναι το σκαλοπατάκι εκείνο της ιστορικής κλίμακας, που ανάμεσα σ’ αυτό και στο σκαλοπατάκι που λέγεται σοσιαλισμός, δεν υπάρχουν άλλα ενδιάμεσα σκαλοπάτια». Κατά συνέπεια, «ο σοσιαλισμός δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το κρατικό-καπιταλιστικό μονοπώλιο, που χρησιμοποιείται, προς όφελος όλου του λαού και γι’ αυτό το λόγο έπαψε να είναι καπιταλιστικό μονοπώλιο». Και προσθέτει στις αρχές του 1918, ότι «ο κρατικός καπιταλισμός θα ήταν ένα βήμα προς τα μπρος σε σύγκριση με την κατάσταση πραγμάτων που υπάρχει σήμερα στη Σοβιετική μας Δημοκρατία. Αν, λ.χ., ύστερα από έξι μήνες εγκαθιδρυόταν στη χώρα μας ο κρατικός καπιταλισμός, αυτό θα ήταν τεράστια επιτυχία και η πιο σίγουρη εγγύηση ότι ύστερα από ένα χρόνο θα εδραιωθεί στη χώρα μας οριστικά και θα γίνει ακατανίκητος ο σοσιαλισμός».

 Έπρεπε να αναφερθούν λεπτομερειακά αυτά τα αποσπάσματα για να αντικρουστεί ο πλατιά διαδομένος αστικός και σοσιαλδημοκρατικός μύθος, σύμφωνα με τον οποίο ο Λένιν, μετά την αποτυχία της «δογματικής μαρξιστικής» προσπάθειας να εισαγάγει τον κομμουνισμό «μεμιάς», είχε δήθεν κάνει ένα συμβιβασμό από «ρεαλιστική σύνεση» και είχε απομακρυνθεί από την αρχική γραμμή της πολιτικής του. Η ιστορική αλήθεια είναι ακριβώς το αντίθετο. Ο λεγόμενος πολεμικός κομμουνισμός που ο Λένιν αποκαλεί «προσωρινό μέτρο» που «επέβαλε ο πόλεμος και η καταστροφή» και που «δεν ήταν και δεν μπορούσε να είναι μια πολιτική που ανταποκρίνεται στα οικονομικά καθήκοντα του προλεταριάτου» ήταν η παρέκκλιση από τη γραμμή με την οποία πραγματοποιείται, σύμφωνα με τις θεωρητικές προβλέψεις του, η εξέλιξη προς το σοσιαλισμό. Ήταν σίγουρα ένα μέτρο που επέβαλε ο εσωτερικός και εξωτερικός εμφύλιος πόλεμος, άρα αναπόφευκτο, αλλά ωστόσο προσωρινό. Όμως, σύμφωνα με τον Λένιν, θα είχε αποβεί μοιραίο για το επαναστατικό προλεταριάτο αν είχε παραγνωρίσει το χαρακτήρα αυτό του πολεμικού κομμουνισμού και μάλιστα αν τον είχε αξιολογήσει -όπως έγινε από πολλούς τίμιους επαναστάτες που, όμως, δεν ήταν στο θεωρητικό ύψος του Λένιν-  σαν ένα πραγματικό βήμα στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού.

 Δεν πρόκειται, λοιπόν, για το πόσο καθαρά σοσιαλιστικό χαρακτήρα έχουν οι εξωτερικές μορφές της οικονομικής ζωής, αλλά αποκλειστικά για το πόσο καταφέρνει το προλεταριάτο να κυριαρχήσει πραγματικά σ’ εκείνον τον οικονομικό μηχανισμό που πήρε στα χέρια του με την κατάληψη της εξουσίας και που ταυτόχρονα είναι η βάση του κοινωνικού του Είναι, τη μεγάλη βιομηχανία, και να θέτει αυτή την κυριαρχία πραγματικά στην υπηρεσία των ταξικών του στόχων. Όμως το περιβάλλον αυτών των ταξικών στόχων και επομένως τα μέσα της πραγμάτωσής τους όσο κι αν μεταβάλλονται, η γενική τους βάση πρέπει ωστόσο να παραμένει η ίδια, δηλαδή η συνέχιση της ταξικής πάλης, καθοδηγώντας τα πάντοτε ασταθή ενδιάμεσα στρώματα (κυρίως τους αγρότες) στο αποφασιστικό μέτωπο, στο μέτωπο ενάντια στην αστική τάξη. Και σ’ αυτό το σημείο δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι παρά την πρώτη του νίκη το προλεταριάτο παραμένει ακόμα η πιο αδύναμη τάξη, και θα παραμένει για μεγάλο ακόμα χρονικό διάστημα, μέχρι τη νίκη της επανάστασης σε παγκόσμια κλίμακα.

Ο αγώνας του πρέπει, λοιπόν, να διέπεται οικονομικά από δύο αρχές: από τη μια να συγκρατήσει όσο το δυνατό γρηγορότερα και πληρέστερα τη διάλυση της μεγάλης βιομηχανίας από τον πόλεμο και τον εμφύλιο πόλεμο, γιατί χωρίς αυτή τη βάση το προλεταριάτο σαν τάξη θα εξαφανιστεί. Από την άλλη, να ρυθμίσει με τέτοιο τρόπο όλα τα προβλήματα της παραγωγής και διανομής, ώστε η αγροτιά, που με την επαναστατική λύση του αγροτικού ζητήματος έχει μεταβληθεί σε σύμμαχο του προλεταριάτου, να παραμείνει σ’ αυτή τη συμμαχία χάρη στην όσο το δυνατό μεγαλύτερη ικανοποίηση των υλικών της συμφερόντων. Τα μέσα για την πραγμάτωση αυτών των στόχων αλλάζουν ανάλογα με τις συνθήκες. Αλλά η σταδιακή εφαρμογή αυτών των στόχων είναι ο μοναδικός δρόμος για τη διατήρηση της κυριαρχίας του προλεταριάτου, η πρώτη προϋπόθεση του σοσιαλισμού.

 Η ταξική πάλη ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο συνεχίζεται, λοιπόν, με αμείωτη ορμητικότητα στο εσωτερικό μέτωπο της οικονομίας. Η μικρή επιχείρηση που είναι εντελώς ουτοπικό να την καταργήσει, να την «κοινωνικοποιήσει» κανείς σ’ αυτό το στάδιο, «παράγει τον καπιταλισμό και την αστική τάξη αδιάκοπα, κάθε μέρα, κάθε ώρα, με στοιχειώδη τρόπο και σε μαζική κλίμακα». Εκείνο που έχει σημασία είναι ποιος θα νικήσει σ’ αυτόν τον αγώνα, η αστική τάξη που αναδιαμορφώνεται και συσσωρεύει και πάλι ή η κρατική μεγάλη βιομηχανία που ελέγχεται από το προλεταριάτο. Το προλεταριάτο πρέπει να ρισκάρει αυτόν τον αγώνα αν δεν θέλει να ρισκάρει μακροπρόθεσμα, με το στραγγαλισμό των μικρών επιχειρήσεων, του εμπορίου κτλ. (του οποίου η πραγματική εφαρμογή είναι έτσι κι αλλιώς απατηλή), να χαλαρώσει τη συμμαχία με τους αγρότες.

Επιπλέον, η αστική τάξη μπαίνει ακόμη στον αγώνα με τη μορφή του ξένου κεφαλαίου, των παραχωρήσεων κτλ. Εδώ προκύπτει η παράδοξη κατάσταση να μπορεί αυτό το κίνημα -όποιες κι αν είναι οι προθέσεις του- να γίνει αντικειμενικά και οικονομικά σύμμαχος του προλεταριάτου, εφόσον μέσα απ’ αυτό ενισχύεται η οικονομική δύναμη της μεγάλης βιομηχανίας. Έτσι γεννιέται «μια συμμαχία κατά των στοιχείων της μικρής επιχείρησης». Αλλά, από την άλλη μεριά, πρέπει να καταπολεμηθεί δραστήρια η φυσική τάση του κεφαλαίου εκχώρησης να μετατρέψει σταδιακά το προλεταριακό κράτος σε καπιταλιστική αποικία (όροι εκχώρησης, μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου κτλ.).

 Δεν είναι δυνατό με αυτές τις λίγες παρατηρήσεις να σκιαγραφήσουμε έστω και σε αδρές γραμμές την οικονομική πολιτική του Λένιν. Ό,τι αναφέρουμε εδώ θα πρέπει μονάχα να χρησιμεύσει σαν παράδειγμα για να φανούν κάπως καθαρά οι αρχές της πολιτικής του Λένιν, η θεωρητική βάση τους. Και η αρχή αυτή είναι: διατήρηση, πάση θυσία, της κυριαρχίας του προλεταριάτου σ’ έναν κόσμο δηλωμένων και αδήλωτων εχθρών και ασταθών συμμάχων. Όπως και η βασική αρχή της πολιτικής του πριν από την κατάληψη της εξουσίας ήταν μέσα από τη σύγχυση και τη διασταύρωση κοινωνικών τάσεων του καπιταλισμού που βούλιαζε, να βρεθούν εκείνες οι στιγμές που, αν το προλεταριάτο τις εκμεταλλευόταν, θα μπορούσε να γίνει η πρωτοπόρα κυρίαρχη τάξη της κοινωνίας. Ο Λένιν έμεινε ακλόνητα πιστός όλη του τη ζωή σ’ αυτήν την αρχή, χωρίς παραχωρήσεις.

Έμεινε, όμως, πιστός σ’ αυτή την αρχή -και πάλι χωρίς την παραμικρή παραχώρηση- σαν διαλεκτική αρχή. Με την έννοια ότι «η αρχή τής μαρξιστικής διαλεκτικής συνίσταται στο ότι όλα τα όρια της φύσης και της ιστορίας υπάγονται σε συνθήκες και ταυτόχρονα είναι κινητά, ότι δεν υπάρχει ούτε ένα φαινόμενο που να μη μπορεί κάτω από ορισμένες συνθήκες να μετατραπεί στο αντίθετό του». Γι’ αυτό η διαλεκτική «απαιτεί ολοκληρωμένη εξέταση του προκείμενου κοινωνικού φαινομένου, στην εξέλιξή του, καθώς και τον περιορισμό των εξωτερικών και έκδηλων ροπών στις βασικές δρώσες δυνάμεις, στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και στην ταξική πάλη».

Το μεγαλείο του Λένιν σαν διαλεκτικού έγκειται στο γεγονός ότι συνέλαβε καθαρά τις βασικές αρχές της διαλεκτικής, την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την ταξική πάλη πάντοτε σύμφωνα με τη βαθιά τους ουσία, συγκεκριμένα, χωρίς αφηρημένες προκαταλήψεις, αλλά και χωρίς φετιχιστική σύγχυση από επιφανειακά φαινόμενα. Ότι συνέδεσε πάντοτε όλα τα φαινόμενα με τα οποία ασχολήθηκε με την τελική τους βάση: τη συγκεκριμένη δράση συγκεκριμένων ανθρώπων (δηλαδή που εξαρτιόνταν από την ταξική τους τοποθέτηση) πάνω στη βάση των πραγματικών τους ταξικών συμφερόντων. Με βάση αυτή την αρχή καταρρέει ο μύθος του «έξυπνου ρεαλιστή πολιτικού» Λένιν, του «μάστορα των συμβιβασμών» και αποκαλύπτεται μπροστά μας ο πραγματικός Λένιν, ο συνεπής συνεχιστής της διαλεκτικής του Μαρξ.

 Πρώτα απ’ όλα πρέπει να απορρίψουμε καθορίζοντας την έννοια του συμβιβασμού κάθε νόημα που αποδίνεται σαν να πρόκειται για τέχνασμα, για καπατσοσύνη, για ραφιναρισμένη εξαπάτηση. «Οι άνθρωποι», έλεγε ο Λένιν, «που εννοούν σαν πολιτική μικρά ταχυδακτυλουργικά κόλπα που αγγίζουν καμιά φορά τα όρια της αισχροκέρδειας, πρέπει να προσκρούουν πάνω στην πιο κατηγορηματική μας άρνηση. Οι τάξεις δεν είναι δυνατόν να εξαπατηθούν». Ο συμβιβασμός σημαίνει, λοιπόν, για τον Λένιν το εξής: να εκτιμηθούν οι πραγματικές τάσεις εξέλιξης των τάξεων (ενδεχομένως των εθνών, όπως για παράδειγμα στους καταπιεσμένους λαούς), που, κάτω από ορισμένες συνθήκες, για κάποιο χρονικό διάστημα, σε ορισμένα ζητήματα, ακολουθούν ένα δρόμο παράλληλο με τα ζωτικά συμφέροντα του προλεταριάτου, γι’ αυτόν το σκοπό και προς όφελος των δύο.

 Ωστόσο κάποιοι συμβιβασμοί μπορούν επίσης να αποτελέσουν μια μορφή της ταξικής πάλης με τον αποφασιστικό εχθρό της εργατικής τάξης, την αστική τάξη. (Βλέπε, για παράδειγμα, τις σχέσεις της σοβιετικής Ρωσίας με τα ιμπεριαλιστικά κράτη). Και οι θεωρητικοί του οπορτουνισμού αρπάζονται και από αυτή την ιδιαίτερη μορφή των συμβιβασμών, εν μέρει για να εγκωμιάσουν ή να υποβιβάσουν τον Λένιν σαν «μη δογματικό ρεαλιστή πολιτικό», και εν μέρει για να βρουν έτσι κάλυψη για τους δικούς τους συμβιβασμούς. Τονίσαμε ήδη πόσο αστήρικτο είναι το πρώτο επιχείρημα. Για την εκτίμηση του δεύτερου πρέπει να ληφθεί υπόψη, όπως και σε κάθε ζήτημα της διαλεκτικής, το σύνολο εκείνο που αποτελεί το συγκεκριμένο πλαίσιο του συμβιβασμού. Και αμέσως γίνεται φανερό το γεγονός ότι ο συμβιβασμός του Λένιν και ο συμβιβασμός των οπορτουνιστών ξεκινούν από διαμετρικά αντίθετες προϋποθέσεις.

Ομολογημένη ή ασυνείδητη, η σοσιαλδημοκρατική τακτική βασίζεται στο ότι η πραγματική επανάσταση είναι ακόμη μακριά. Οι αντικειμενικές συνθήκες της κοινωνικής επανάστασης δεν υπάρχουν ακόμη. Το προλεταριάτο δεν είναι ακόμη ιδεολογικά ώριμο για την επανάσταση. Το Κόμμα και τα συνδικάτα είναι ακόμη πολύ αδύνατα κτλ. Γι’ αυτόν το λόγο το προλεταριάτο πρέπει να κάνει συμβιβασμούς με την αστική τάξη. Όσο περισσότερο υπάρχουν οι υποκειμενικές και αντικειμενικές προϋποθέσεις της κοινωνικής επανάστασης, τόσο πιο «καθαρά» θα μπορέσει το προλεταριάτο να πραγματοποιήσει τους ταξικούς του στόχους. Έτσι ώστε ο συμβιβασμός έχει συχνά στην πράξη σαν άλλη όψη έναν μεγάλο ριζοσπαστισμό, μια τάση να «διατηρηθούν αγνές οι αρχές σε σχέση με τους «τελικούς στόχους». (Είναι αυτονόητο ότι σε σχέση μ’ αυτό μπορούμε γενικά να λάβουμε υπόψη μας μόνο εκείνες τις σοσιαλδημοκρατικές θεωρίες που, μ’ έναν οποιονδήποτε τρόπο, θεωρούν ότι πρέπει να εξακολουθήσουν να εμμένουν στη θεωρία της ταξικής πάλης. Γιατί για τις άλλες απόψεις, ο συμβιβασμός δεν είναι πλέον συμβιβασμός, αλλά φυσική συνεργασία των διαφόρων επαγγελματικών στρωμάτων για το καλό του συνόλου).

 Αντίθετα για τον Λένιν ο συμβιβασμός απορρέει απευθείας και λογικά από την επικαιρότητα της επανάστασης. Αν ο βασικός χαρακτήρας όλης της εποχής είναι η επικαιρότητα της επανάστασης, αν αυτή η επανάσταση μπορεί να επέλθει ανά πάσα στιγμή, τόσο σε κάθε ξεχωριστή χώρα όσο και σε παγκόσμια κλίμακα, χωρίς ποτέ η στιγμή αυτή να μπορεί να καθοριστεί από τα πριν, και αν ο επαναστατικός χαρακτήρας ολόκληρης της εποχής εκδηλώνεται με την όλο και μεγαλύτερη αποσύνθεση της αστικής κοινωνίας, πράγμα που έχει σαν αναγκαία συνέπεια να εναλλάσσονται και να διασταυρώνονται ασταμάτητα οι πιο διαφορετικές τάσεις, όλα αυτά σημαίνουν, λοιπόν, ότι το προλεταριάτο δεν μπορεί να αρχίσει και να ολοκληρώσει την επανάστασή του κάτω από τις «πιο ευνοϊκές» συνθήκες που θα έχει επιλέξει το ίδιο, και ότι, κατά συνέπεια, πρέπει να εκμεταλλευτεί σε κάθε περίπτωση κάθε τάση που, έστω και προσωρινά, μπορεί να προωθήσει την επανάσταση ή τουλάχιστον να αποδυναμώσει τους εχθρούς της.

Παραθέσαμε προηγούμενα μερικά αποσπάσματα του Λένιν που δείχνουν πόσο λίγες αυταπάτες έτρεφε -πριν ακόμα από την κατάληψη της εξουσίας- όσον αφορά το ρυθμό πραγμάτωσης του σοσιαλισμού. Οι φράσεις που ακολουθούν, παρμένες από ένα απ’ τα τελευταία άρθρα που έγραψε μετά την περίοδο των «συμβιβασμών», δείχνουν το ίδιο καθαρά ότι αυτή η πρόβλεψη δεν σήμανε ποτέ για εκείνον μετάθεση της επαναστατικής δραστηριότητας: «Ο Ναπολέων έγραφε: “Ξεκινάμε και μετά βλέπουμε”. Σε ελεύθερη μετάφραση αυτό πάει να πει: “Πρέπει πρώτα να ξεκινήσουμε σοβαρά τον αγώνα κι έπειτα θα δούμε τη συνέχεια”. Έτσι ξεκινήσαμε έναν πρώτο σοβαρό αγώνα τον Οκτώβρη του 1917 κι έπειτα μερικές λεπτομέρειες μας φάνηκαν ήδη καθαρά (απ’ την άποψη της παγκόσμιας ιστορίας δεν αποτελούν προφανώς παρά λεπτομέρειες), όπως η ειρήνη του Μπρεστ-Λιτόφσκ ή η “Νέα Οικονομική Πολιτική” κτλ.»

Η λενινιστική θεωρία και τακτική των συμβιβασμών δεν αποτελούν επομένως παρά την αντικειμενική – λογική συνέπεια της μαρξιστικής, της διαλεκτικής ιστορικής αντίληψης σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι φτιάχνουν βέβαια οι ίδιοι την ιστορία τους, αλλά δεν μπορούν να τη φτιάξουν κάτω από συνθήκες επιλεγμένες απ’ αυτούς. Αποτελεί συνέπεια της αντίληψης ότι η ιστορία δημιουργεί πάντοτε κάτι νέο, ότι, επομένως, οι ιστορικές αυτές στιγμές, στιγμιαίες αλληλοδιασταυρώσεις τάσεων, δεν επανέρχονται ποτέ με την ίδια μορφή, ότι σήμερα μπορεί να αξιολογηθούν τάσεις υπέρ της επανάστασης, που αύριο μπορεί να σημαίνουν θανάσιμο κίνδυνο γι’ αυτήν και αντίστροφα. Έτσι, την 1η του Σεπτέμβρη 1917 πρότεινε στους μενσεβίκους και τους εσέρους μια κοινή δράση, έναν συμβιβασμό με βάση το παλιό μπολσεβίκικο σύνθημα: «Όλη η εξουσία στα σοβιέτ». Ωστόσο, ήδη στις 17 του Σεπτέμβρη, γράφει: «Τελικά, είναι ήδη πάρα πολύ αργά για να προταθεί ένας συμβιβασμός. Ίσως οι λίγες μέρες όπου μια ειρηνική εξέλιξη θα ήταν ακόμη δυνατή να έχουν ήδη παρέλθει. Πραγματικά, όλα δείχνουν φανερά ότι έχουν ήδη παρέλθει». Η εφαρμογή αυτής της θεωρίας στο Μπρεστ-Λιτόφσκ, στις παραχωρήσεις κτλ. είναι αυτονόητη.

 Ίσως ακόμη πιο καθαρά φαίνεται στους θεωρητικούς αγώνες του Λένιν κατά της αριστερής πτέρυγας του ίδιου του του κόμματος (μετά την πρώτη επανάσταση και μετά την ειρήνη του Μπρεστ-Λιτόφσκ στα ρώσικα πλαίσια και στη διάρκεια των ετών 1920 και 1921 στα ευρωπαϊκά πλαίσια) σε ποιο βαθμό όλη του η θεωρία των συμβιβασμών στηρίζεται στη βασική του αντίληψη για την επικαιρότητα της επανάστασης. Σ’ όλες αυτές τις διαμάχες το σύνθημα των αριστερών ριζοσπαστών ήταν η άρνηση κάθε συμβιβασμού για λόγους αρχών. Και η πολεμική του Λένιν αποβλέπει στο να αποδείξει ουσιαστικά ότι στην άρνηση κάθε συμβιβασμού υπάρχει αποφυγή των αποφασιστικών αγώνων, ότι σ’ αυτή την αντίληψη υπάρχει ηττοπάθεια απέναντι στην επανάσταση. Γιατί η πραγματική επαναστατική κατάσταση -και αυτό για τον Λένιν είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής μας- εκφράζεται στο γεγονός ότι δεν μπορεί να υπάρξει πεδίο ταξικής πάλης χωρίς επαναστατικές δυνατότητες (ή αντεπαναστατικές).

Επομένως, ο πραγματικός επαναστάτης, αυτός που ξέρει ότι ζούμε σε επαναστατική εποχή και που βγάζει συμπεράσματα απ’ αυτή τη γνώση πρακτικά, πρέπει πάντοτε να κοιτάζει το σύνολο της κοινωνικοϊστορικής πραγματικότητας μέσα απ’ αυτό το πρίσμα και, για το συμφέρον της επανάστασης. να παίρνει υπόψη του ενεργά τα πάντα, το μεγαλύτερο και το μικρότερο, το συνηθισμένο, το ξαφνικό, ανάλογα με τη σπουδαιότητά του για την επανάσταση και μονάχα ανάλογα μ’ αυτό. Αποκαλώντας καμιά φορά τον αριστερό ριζοσπαστισμό αριστερό οπορτουνισμό, ο Λένιν έδειξε πολύ σωστά και σε βάθος τις κοινές ιστορικές προοπτικές αυτών των δύο κατά τα άλλα τόσο αντίθετων ρευμάτων, από τα οποία το ένα απαγορεύει κάθε συμβιβασμό και το άλλο βλέπει στο συμβιβασμό την αρχή της «ρεαλιστικής πολιτικής» σε αντίθεση με την «άκαμπτη εμμονή σε δογματικές αρχές»: μια απαισιοδοξία σχετικά με το πλησίασμα και την επικαιρότητα της προλεταριακής επανάστασης. Με τον τρόπο που, ξεκινώντας από την ίδια αρχή, απορρίπτει και τις δύο τάσεις, φαίνεται ότι στον Λένιν και τους οπορτουνιστές ο συμβιβασμός είναι μονάχα ίδια λέξη, που όμως, αναφέρεται σε μια ριζικά διαφορετική πραγματικότητα και, επομένως καλύπτει μια ριζικά διαφορετική έννοια στον καθένα τους.

 Η σωστή κατανόηση αυτού που ο Λένιν αντιλαμβανόταν σαν συμβιβασμό και του τρόπου με τον οποίο θεμελίωνε θεωρητικά την τακτική των συμβιβασμών δεν είναι μόνο πρωταρχικής σημασίας για να κατανοηθεί ακριβώς η μέθοδός του, αλλά έχει και πρακτικά μεγάλη σπουδαιότητα. Ο συμβιβασμός στον Λένιν είναι δυνατός μονάχα στη διαλεκτική αλληλεπίδραση με την εμμονή στις αρχές και τη μέθοδο του μαρξισμού. Στο συμβιβασμό φαίνεται πάντα το επόμενο πραγματικό βήμα της πραγμάτωσης της θεωρίας του μαρξισμού. Όπως αυτή η θεωρία και τακτική διακρίνονται καθαρά από τη μηχανιστική ακαμψία μιας εμμονής σε «αγνές» αρχές, έτσι πρέπει να κρατηθούν αυστηρά μακριά από κάθε χωρίς αρχές σχηματική «ρεαλιστική πολιτική».

Μ’ άλλα λόγια, δεν αρκεί για τον Λένιν, η αναγνώριση και εκτίμηση μέσα στην ύπαρξή τους, της συγκεκριμένης κατάστασης στα πλαίσια της οποίας ενεργεί κανείς, των συγκεκριμένων συσχετισμών δυνάμεων που καθορίζουν το συμβιβασμό, της τάσης της αναγκαίας παραπέρα ανάπτυξης του προλεταριακού κινήματος που καθορίζει την κατεύθυνσή του, αλλά θεωρεί ότι αυτό αποτελεί έναν τεράστιο πρακτικό κίνδυνο για το εργατικό κίνημα, όταν τέτοιες ακριβείς γνώσεις της πραγματικότητας δεν εντάσσονται στα πλαίσια της γενικά σωστής γνώσης ολόκληρης της ιστορικής διαδικασίας. Έτσι επιδοκίμασε την πρακτική στάση των γερμανών κομμουνιστών για μια «εργατική κυβέρνηση» μετά την κατάπνιξη του πραξικοπήματος του Καπ, τη λεγόμενη νόμιμη αντιπολίτευση, αλλά κατάκρινε με τον πιο αυστηρό τρόπο το γεγονός ότι αυτή η σωστή τακτική θεμελιώθηκε με θεωρητικά λαθεμένη, γεμάτη δημοκρατικές αυταπάτες ιστορική προοπτική.

 Η διαλεκτικά ορθή ένωση του γενικού και του ειδικού, η αναγνώριση του γενικού (της γενικής βασικής τάσης της ιστορίας) μέσα στο ειδικό (μέσα στη συγκεκριμένη κατάσταση) και η συγκεκριμενοποίηση της θεωρίας κου πηγάζει από αυτό, αποτελούν επομένως, τη βασική ιδέα αυτής της θεωρίας των συμβιβασμών. Εκείνοι που διακρίνουν στον Λένιν απλά και μόνο έναν έξυπνο και ενδεχόμενα μάλιστα, μεγαλοφυή «ρεαλιστή πολιτικό», παραγνωρίζουν απόλυτα την ουσία της μεθόδου του. Εκείνοι, όμως, που πιστεύουν ότι βρίσκουν στις αποφάσεις του «συνταγές» που μπορούν να εφαρμοστούν παντού, «οδηγίες» για μια ορθή πρακτική δράση, τον παρεξηγούν ακόμη πιο πολύ. Ο Λένιν δεν διατύπωσε ποτέ «γενικούς κανόνες» που να μπορούν να «εφαρμοστούν» σε μια σειρά περιπτώσεων. Οι «αλήθειες» του απορρέουν από τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης με τη βοήθεια της διαλεκτικής θεώρησης της ιστορίας. «Γενικεύοντας» μηχανικά τις σκέψεις και τις αποφάσεις του, μόνο μια καρικατούρα, ένας χυδαίος λενινισμός μπορεί να προκύψει.

Όπως για παράδειγμα, εκείνοι οι ούγγροι κομμουνιστές που, με την απάντησή τους στη νότα του Κλεμανσό, το καλοκαίρι του 1919, προσπάθησαν να μιμηθούν σχηματικά την ειρήνη του Μπρεστ-Λιτόφσκ, σε μια τελείως διαφορετική κατάσταση. Γιατί όπως επικρίνει αυστηρά ο Μαρξ μιλώντας στον Λασάλ: «Η διαλεκτική μέθοδος εφαρμόζεται λάθος. Ο Χέγκελ δεν αποκάλεσε ποτέ διαλεκτική την υπαγωγή ενός αριθμού “περιπτώσεων” under a general principle (κάτω από μια γενική αρχή)».

 Το γεγονός ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι τάσεις που υπάρχουν στην κάθε συγκεκριμένη κατάσταση, σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι οι τάσεις αυτές έχουν την ίδια βαρύτητα στη λήψη των αποφάσεων. Αντίθετα! Κάθε κατάσταση έχει ένα κεντρικό πρόβλημα και η απόφαση που θα παρθεί εξαρτάται τόσο απ’ όλα τα άλλα ταυτόχρονα ζητήματα όσο και από την παραπέρα ανάπτυξη όλων των κοινωνικών τάσεων στο μέλλον. «Πρέπει», έλεγε ο Λένιν, «να είμαστε σε θέση να εντοπίζουμε κάθε στιγμή εκείνο τον συγκεκριμένο κρίκο της αλυσίδας, από τον οποίο πρέπει να γαντζωθούμε με όλες μας τις δυνάμεις για να κρατήσουμε όλη την αλυσίδα και να προετοιμάσουμε το σταθερό πέρασμα στον επόμενο κρίκο. Και, στην περίπτωση αυτή, η διαδοχή των κρίκων, η μορφή τους, η σύνδεσή τους, οι διαφορές ανάμεσά τους στην ιστορική αλυσίδα των γεγονότων δεν είναι τόσο απλές και χωρίς σημασία όσο σε μια συνηθισμένη αλυσίδα που κατασκευάζει ο σιδεράς». Ποια στιγμή της κοινωνικής ζωής στη δοσμένη κατάσταση θα αποκτήσει μια τέτοια σημασία, δεν μπορεί να καθοριστεί παρά μόνο με τη μαρξιστική διαλεκτική, τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης.

Το καθοδηγητικό νήμα για να τη βρούμε είναι η επαναστατική θεώρηση της κοινωνίας σαν συνόλου που βρίσκεται σε εξέλιξη. Γιατί μόνο η σχέση αυτή προς το σύνολο δίνει στον κάθε φορά καθοριστικό κρίκο της αλυσίδας σπουδαιότητα: πρέπει να πιαστεί γιατί μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να πιαστεί το σύνολο. Ο Λένιν υπογραμμίζει ιδιαίτερα έντονα και συγκεκριμένα αυτό το πρόβλημα και πάλι σ’ ένα από τα τελευταία άρθρα του όπου αναφέρεται στους συνεταιρισμούς και τονίζει ότι «πολλά απ’ αυτά που στα όνειρα των παλιών συνεταιριστών έμοιαζαν φανταστικά ή ακόμη μύριζαν ρομαντισμό, έχουν γίνει η πιο χειροπιαστή πραγματικότητα».

Λέει: «Στην πραγματικότητα, δεν μας μένει παρά να κάνουμε ένα πράγμα, να “εκπολιτίσουμε” τον πληθυσμό μας με τέτοιο τρόπο που να κατανοήσει όλα τα προνόμια μιας προσωπικής συμμετοχής στο συνεταιρισμό και να προχωρήσει προς τη συμμετοχή αυτή. Δεν έχουμε παρά “μόνο” αυτό να κάνουμε. Δεν έχουμε σήμερα ανάγκη από άλλα τεχνάσματα για να περάσουμε στο σοσιαλισμό. Αλλά για να πραγματοποιηθεί το “μόνο” αυτό, χρειάζεται μια ολόκληρη μεταβολή, μια ολόκληρη ευθεία της πολιτιστικής ανάπτυξης όλων των λαϊκών μαζών».

Δεν είναι δυστυχώς δυνατό να αναλύσουμε εδώ λεπτομερειακά όλο το άρθρο. Αυτή η ανάλυση -και μάλιστα η ανάλυση οποιασδήποτε τακτικής οδηγίας του Λένιν- θα έδειχνε πως το σύνολο περιέχεται πάντοτε σε καθέναν από τους κρίκους της αλυσίδας. Ότι το κριτήριο της σωστής μαρξιστικής πολιτικής συνίσταται πάντοτε στο να τονίζουμε εκείνες τις στιγμές από τη διαδικασία και στο να συγκεντρώνουμε σ’ αυτές τη μεγαλύτερη δυνατή ενέργεια, στιγμές, που στη δοσμένη κατάσταση, στη δοσμένη φάση, κρύβουν μέσα τους αυτή τη σχέση προς το σύνολο του σήμερα και προς το κεντρικό πρόβλημα της εξέλιξης του μέλλοντος, επομένως και τη σχέση προς το μέλλον στο πρακτικά χειροπιαστό σύνολο. Το να πιάνουμε ενεργά τον επόμενο, τον αποφασιστικό κρίκο της αλυσίδας δεν σημαίνει επομένως με κανέναν τρόπο ότι αυτή η στιγμή πρέπει να αποκοπεί από το σύνολο και ότι οι άλλες στιγμές θα πρέπει να αγνοηθούν εξαιτίας της. Αντίθετα. Σημαίνει ότι όλες οι άλλες στιγμές πρέπει να συσχετιστούν μ’ αυτό το κεντρικό πρόβλημα και να κατανοηθούν και επιλυθούν σωστά σε αυτή τη σχέση. Ο συσχετισμός όλων των προβλημάτων μεταξύ τους δεν χαλαρώνει με αυτή την αντίληψη, αντίθετα γίνεται πιο έντονος και συγκεκριμένος.

 Οι στιγμές αυτές δημιουργούνται από την ιστορική διαδικασία, από την αντικειμενική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αλλά εξαρτάται από το προλεταριάτο αν αυτό είναι ικανό και σε ποιο βαθμό να τις καταλάβει, να τις αντιληφθεί και κατά συνέπεια να επηρεάσει την παραπέρα εξέλιξή τους. Το θεμελιώδες μαρξιστικό αξίωμα που έχουμε συχνά αναφέρει ότι οι άνθρωποι φτιάχνουν οι ίδιοι την ιστορία τους, αποκτά την εποχή της επανάστασης, μετά την κατάληψη της κρατικής εξουσίας, μια όλο και μεγαλύτερη σπουδαιότητα, έστω κι αν, όπως είναι αυτονόητο, είναι αναγκαίο το διαλεκτικό του συμπλήρωμα με τη σημασία των περιστάσεων που δεν διαλέγουμε οι ίδιοι, για να μείνει αληθινό.

Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι ο ρόλος του Κόμματος στην επανάσταση -η μεγάλη ιδέα του νεαρού Λένιν- γίνεται ακόμη πιο μεγάλος και πιο αποφασιστικός στην εποχή της μετάβασης στο σοσιαλισμό απ’ ό,τι στην εποχή της προετοιμασίας. Γιατί όσο πιο πολύ μεγαλώνει η ενεργός επιρροή του προλεταριάτου που καθορίζει την πορεία της ιστορίας, όσο πιο μοιραίες -με την καλή και την κακή έννοια της λέξης- γίνουν οι αποφάσεις του προλεταριάτου για το ίδιο και για ολόκληρη την ανθρωπότητα, τόσο περισσότερο ζωτική σημασία έχει να κρατηθεί σε καθαρή μορφή η μόνη πυξίδα σ’ αυτόν τον άγριο, θυελλώδη ωκεανό, η ταξική συνείδηση του προλεταριάτου, και να διαμορφωθεί σε όλο και μεγαλύτερη διαύγεια αυτό το πνεύμα, μοναδικός οδηγός στον αγώνα. Αυτή η σπουδαιότητα του ενεργά ιστορικού ρόλου του προλεταριακού κόμματος είναι θεμελιώδες χαρακτηριστικό της θεωρίας και επομένως της πολιτικής του Λένιν που δεν έπαψε ποτέ να τονίζει και να επιμένει στη σπουδαιότητά του όσον αφορά τις πρακτικές αποφάσεις.

Έτσι, στο 11ο Συνέδριο του ΚΚΡ, λέει επιτιθέμενος στους αντιπάλους της ανάπτυξης του κρατικού καπιταλισμού: «Ο κρατικός καπιταλισμός είναι ο καπιταλισμός εκείνος που θα μπορέσουμε να τον περιορίσουμε, που θα μπορέσουμε να καθορίσουμε τα όριά του. Αυτός ο κρατικός καπιταλισμός συνδέεται με το κράτος, και το κράτος είναι οι εργάτες, είναι το πρωτοπόρο κομμάτι των εργατών, είναι η πρωτοπορία, είμαστε, εμείς. […] Και από μας εξαρτάται τι είδους θα είναι αυτός ο κρατικός καπιταλισμός». Γι’ αυτό, κάθε στροφή στην εξέλιξη προς το σοσιαλισμό είναι πάντοτε και με καθοριστικό τρόπο, ταυτόχρονα ένα εσωτερικό πρόβλημα του Κόμματος. Είναι μια αναδιοργάνωση των δυνάμεων, μια προσαρμογή των κομματικών οργανώσεων στο νέο καθήκον: να επηρεάσει την εξέλιξη της κοινωνίας με την έννοια που υπαγορεύεται από την προσεκτική και ακριβή ανάλυση του συνόλου από την ταξική άποψη του προλεταριάτου. Γι αυτό το Κόμμα βρίσκεται στην ανώτατη θέση στην ιεραρχία των αποφασιστικών δυνάμεων μέσα στο κράτος που είμαστε εμείς. Γι’ αυτό όμως, αυτό το ίδιο το Κόμμα -δεδομένου ότι η επανάσταση δεν μπορεί να νικήσει παρά μόνο σε παγκόσμια κλίμακα και ότι το προλεταριάτο δεν μπορεί πραγματικά να συγκροτηθεί σε τάξη παρά μόνο σαν παγκόσμιο προλεταριάτο- είναι ενταγμένο και υπάγεται σαν τμήμα στο ανώτατο όργανο της προλεταριακής επανάστασης, στην Κομμουνιστική Διεθνή.

Η μηχανιστική ακαμψία της σκέψης, που χαρακτηρίζει όλους τους οπορτουνιστές και αστούς, θα βλέπει πάντοτε μέσα σε τέτοιους συσχετισμούς άλυτες αντιθέσεις. Δεν θα καταλάβει ποτέ πως οι μπολσεβίκοι, αφού «επέστρεψαν στον καπιταλισμό», εμμένουν ωστόσο στην παλιά διάρθρωση του Κόμματος, στην παλιά «αντιδημοκρατική» δικτατορία του Κόμματος. Δεν θα καταλάβει πώς η Κομμουνιστική Διεθνής δεν απαρνιέται ούτε για μια στιγμή την παγκόσμια επανάσταση, αντίθετα προσπαθεί να την προετοιμάσει και να την οργανώσει με όλα τα μέσα που διαθέτει, ενώ ταυτόχρονα το κράτος του ρώσικου προλεταριάτου προσπαθεί να προωθήσει την ειρήνη με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, την ενδεχόμενη συμμετοχή του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού, στην οικονομική ανοικοδόμηση της Ρωσίας. Δεν θα καταλάβει πως το Κόμμα εμμένει αμείλικτα στον εσωτερικό αυστηρό χαρακτήρα του και προωθεί με τα πιο δραστήρια μέσα την ιδεολογική και οργανωτική του εδραίωση, ενώ η οικονομική πολιτική της σοβιετικής δημοκρατίας μεριμνά με ανησυχία ώστε η συμμαχία με τους αγρότες, στην οποία οφείλει την ύπαρξή της, να μη χαλαρώσει, ενώ η σοβιετική δημοκρατία γίνεται στα μάτια των οπορτουνιστών όλο και περισσότερο αγροτικό κράτος, χάνει όλο και πιο πολύ τον προλεταριακό του χαρακτήρα κτλ.

Η μηχανιστική ακαμψία της αντιδιαλεκτικής σκέψης είναι ανίκανη να συλλάβει ότι αυτές οι αντιθέσεις είναι αντικειμενικές, υπαρκτές αντιθέσεις της σημερινής εποχής, ότι η πολιτική του ΚΚΡ (μπ), η πολιτική του Λένιν, είναι αντιφατική στο βαθμό που ψάχνει και βρίσκει τις διαλεκτικά σωστές απαντήσεις στις αντικειμενικές αντιθέσεις της ίδιας της της κοινωνικής ύπαρξης.

 Έτσι, η ανάλυση της πολιτικής του Λένιν μας επαναφέρει πάντοτε στις βάσεις της διαλεκτικής μεθόδου. Ολόκληρο το έργο του είναι η συνεπής εφαρμογή της διαλεκτικής του Μαρξ στα φαινόμενα μιας γιγάντιας μεταβατικής εποχής που αλλάζουν αδιάκοπα και δημιουργούν πάντοτε το νέο. Αλλά καθώς η διαλεκτική δεν είναι μια θεωρία έτοιμη που μπορεί να εφαρμοστεί μηχανικά στα φαινόμενα της ζωής, αλλά που υπάρχει μόνο σ’ αυτή την εφαρμογή, μέσα απ’ αυτή την εφαρμογή σαν θεωρία, η διαλεκτική μέθοδος έγινε με την πράξη του Λένιν πιο διευρυμένη, πιο ολοκληρωμένη και θεωρητικά πιο αναπτυγμένη από εκείνη που κληρονόμησε από τον Μαρξ και τον Ένγκελς.

 Είναι λοιπόν, απόλυτα δικαιολογημένο να μιλάμε για το λενινισμό σαν νέα φάση στην ανάπτυξη της υλιστικής διαλεκτικής. Ο Λένιν όχι μόνο αποκατέστησε την καθαρότητα της διδασκαλίας του Μαρξ, μετά από δεκαετίες ισοπέδωσης και παραποίησης που είχε προξενήσει ο χυδαίος μαρξισμός, αλλά ανέπτυξε παραπέρα την ίδια τη μέθοδο, την έκανε πιο συγκεκριμένη και πιο ώριμη. Αν όμως το χρέος των κομμουνιστών είναι τώρα να προχωρήσουν παραπέρα στο δρόμο του λενινισμού, αυτό μπορεί να δώσει καρπούς μόνο αν προσπαθήσουν να κρατήσουν απέναντι στον Λένιν τη στάση που ο ίδιος κράτησε απέναντι στον Μαρξ. Η μορφή και το περιεχόμενο αυτής της στάσης καθορίζεται από την εξέλιξη της κοινωνίας, τα προβλήματα και τα καθήκοντα που οι ιστορικές διαδικασίες θέτουν στον μαρξισμό, η επιτυχία καθορίζεται από το επίπεδο της προλεταριακής ταξικής συνείδησης μέσα στο ηγετικό κόμμα του προλεταριάτου. Ο λενινισμός σημαίνει ότι η θεωρία του ιστορικού υλισμού έχει πλησιάσει ακόμη πιο κοντά στους καθημερινούς αγώνες του προλεταριάτου, ότι έχει γίνει ακόμη πιο πρακτική απ’ ό,τι μπορούσε να είναι στην εποχή του Μαρξ.

Η λενινιστική παράδοση δεν μπορεί επομένως να βρίσκεται παρά στη χωρίς παραποιήσεις και ακαμψία διατήρηση αυτής της ζωντανής και ζωογόνας λειτουργίας του ιστορικού υλισμού που αυξάνεται συνεχώς και οδηγεί σε μια άνοδο. Γι’ αυτό, επαναλαμβάνουμε, πρέπει οι κομμουνιστές να μελετήσουν τον Λένιν, έτσι όπως ο Λένιν μελέτησε τον Μαρξ. Να τον μελετήσουν για να μάθουν να χειρίζονται τη διαλεκτική μέθοδο. Για να μάθουν πώς να βρίσκουν μέσα από τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης στο γενικό το ειδικό και στο ειδικό το γενικό. Πώς να βρίσκουν στην καινούργια στιγμή μιας κατάστασης, εκείνο που τη συνδέει με τη μέχρι τώρα διαδικασία και στη νομοτέλεια του ιστορικού προτσές το κάθε φορά νέο. Να βρίσκουν στο σύνολο το μέρος και στο μέρος το σύνολο. Να βρίσκουν στην αναγκαιότητα της εξέλιξης τη στιγμή της ενεργού δράσης και στη δραστηριότητα το συνδυασμό με την αναγκαιότητα του ιστορικού προτσές. Ο λενινισμός σημαίνει ένα άφταστο μέχρι σήμερα επίπεδο της συγκεκριμένης, μη σχηματικής, μη μηχανιστικής και καθαρά στραμμένης προς την πράξη σκέψης. Καθήκον των λενινιστών, είναι να διατηρηθεί αυτό. Όμως, μέσα στο ιστορικό προτσές μπορεί να διατηρηθεί μονάχα ό,τι αναπτύσσεται ζωντανά. Και να διατηρηθεί με αυτόν τον τρόπο η παράδοση του λενινισμού αποτελεί σήμερα το πιο ευγενικό καθήκον καθενός που παίρνει στα σοβαρά τη διαλεκτική μέθοδο σαν όπλο στην ταξική πάλη του προλεταριάτου.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.