Harry Braverman:Οι βασικές επιπτώσεις του επιστημονικού μάνατζμεντ

Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του H.Braverman “Εργασία και Μονοπωλιακό Κεφάλαιο: Η υποβάθμιση της Εργασιας στον 20ο αιώνα, τόμος Α”, εκδ/μτφ. Λέσχη των Κατασκόπων, σελ 145-158 και συγκεκριμένα από το κεφάλαιο “Η Εργασία και το Μανατζμέντ”.

 

 

 

ΟΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΜΑΝΑΤΖΜΕΝΤ

 

 

 

Όπως ς αναφέρθηκε προηγουμένως, η γενίκευση των πρακτικών του επιστημονικού μάνατζμεντ συμβαδίζει με την επιστημονική-τεχνολογική επανάσταση. Συμβαδίζει επίσης με μια σειρά από θεμελιακές αλλαγές, τόσο στη δομή και τη λειτουργία του καπιταλισμού όσο και στη σύνθεση της εργατικής τάξης. Στο κεφάλαιο αυτό, θα κάνουμε μια εισαγωγική συζήτηση για τις επιδράσεις του επιστημονικού μάνατζμεντ στην εργατική τάξη· σε επόμενα κεφάλαια, θα επιστρέφουμε στην ίδια συζήτηση, αφού πρώτα θέσουμε τις προϋποθέσεις για μια πληρέστερη κατανόησή της.

Σε οποιοδήποτε δεδομένο επίπεδο της παραγωγής, ο διαχωρισμός της διανοητικής από την χειρωνακτική εργασία περιορίζει την ανάγκη για εργάτες που απασχολούνται απευθείας στην παραγωγή, καθώς αποσπά από τους εργάτες αυτούς χρονοβόρες διανοητικές λειτουργίες και τις αναθέτει αλλού. Αυτό είναι αληθές, ασχέτως αν το αποτέλεσμα του διαχωρισμού είναι τελικά η αύξηση της παραγωγικότητας, αφού σε αυτή την περίπτωση, οι χειρώνακτες που απαιτούνται για να επιτευχθεί μια δεδομένη απόδοση μειώνονται ακόμη περισσότερο.

Μια αναπόφευκτη συνέπεια του διαχωρισμού ανάμεσα σε σύλληψη και εκτέλεση είναι το γεγονός ότι η εργασιακή διαδικασία διανέμεται σε ξεχωριστά τμήματα του εργοστασίου και σε ξεχωριστές ομάδες εργατών. Σε ένα τμήμα επιτελείται η φυσική διαδικασία της παραγωγής. Σε άλλο τμήμα συγκεντρώνονται ο προγραμματισμός, ο σχεδιασμός, ο υπολογισμός και η τήρηση των αρχείων.

Η νοητική σύλληψη της εργασιακής διαδικασίας, προτού αυτή τεθεί σε κίνηση, η απεικόνιση των δραστηριοτήτων του κάθε εργάτη, προτού αυτές ξεκινήσουν στην πραγματικότητα, ο προσδιορισμός κάθε λειτουργίας, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο αυτή θα επιτελεστεί και ο χρόνος που θα καταναλώσει, η ρύθμιση και ο έλεγχος της εξελισσόμενης διαδικασίας από τη στιγμή που θα ξεκινήσει, και η εκτίμηση των αποτελεσμάτων με τη συμπλήρωση κάθε σταδίου της διαδικασίας- όλες αυτές οι πλευρές της παραγωγής μεταφέρθηκαν από το εργαστήριο στο γραφείο της διεύθυνσης. Οι διαδικασίες της παραγωγής διεξάγονται τώρα λίγο έως πολύ στα τυφλά, όχι μόνο από τους εργάτες που τις επιτελούν, αλλά συχνά και από χαμηλόβαθμους υπαλλήλους που ασκούν εποπτική εργασία. Οι μονάδες παραγωγής λειτουργούν σαν ένα χέρι, που παρακολουθείται, ρυθμίζεται και ελέγχεται από έναν μακρινό εγκέφαλο.

Η αντίληψη του ελέγχου που υιοθετήθηκε από το σύγχρονο μάνατζμεντ επιβάλλει κάθε δραστηριότητα της παραγωγής να αντιστοιχεί σε αρκετές παράλληλες δραστηριότητες μέσα στο κέντρο διεύθυνσης: η κάθε διαδικασία πρέπει να έχει από πριν επινοηθεί και υπολογιστεί, να έχει δοκιμαστεί και σχεδιαστεί, να έχει ανατεθεί και παραγγελθεί, να ελέγχεται και να επιθεωρείται, να καταγράφεται κατά τη διάρκειά της και μετά το πέρας της. Το αποτέλεσμα είναι ότι η διαδικασία της παραγωγής καταγράφεται σε χαρτί προτού συμβεί, καθώς συμβαίνει και αφού έχει συμβεί στη φυσική της μορφή.  Aακριβώς όπως η ανθρώπινη εργασία λαμβάνει χώρα τόσο στον εγκέφαλο του εργάτη, όσο και στη φυσική του δραστηριότητα, έτσι τώρα η νοητική απεικόνιση της εργασιακής διαδικασίας, καθώς απομακρύνεται από την παραγωγή προς μια ξεχωριστή τοποθεσία και προς μια ξεχωριστή ομάδα, ελέγχει την ίδια τη διαδικασία.

Η καινοτομία αυτής της εξέλιξης τον τελευταίο αιώνα δεν βρίσκεται στη διαχωρισμένη ύπαρξη χεριού και εγκεφάλου, σύλληψης και εκτέλεσης, αλλά στο πόσο αυστηρά χέρι και εγκέφαλος χωρίστηκαν το ένα από το άλλο, για να ακολουθήσουν έπειτα όλο και περισσότερες υποδιαιρέσεις, ώσπου στο τέλος η διαδικασία της σύλληψης συγκεντρώθηκε, όσο ήταν δυνατό να γίνει κάτι τέτοιο, σε ακόμα πιο περιορισμένες ομάδες μέσα στη διεύθυνση ή σε στενή σχέση με αυτή. Έτσι, μέσα στο περιβάλλον των ανταγωνιστικών κοινωνικών σχέσεων, της αλλοτριωμένης εργασίας, το χέρι και ο εγκέφαλος δεν γίνονται απλώς ξεχωριστές, αλλά εχθρικές οντότητες, και η ανθρώπινη ενότητα χεριού και εγκεφάλου μετατρέπεται στο αντίθετό της, σε κάτι λιγότερο από ανθρώπινο.

Αυτή η χάρτινη ρέπλικα της παραγωγής, η σκιώδης μορφή που αντιστοιχεί στη φυσική μορφή, γεννά μια ποικιλία από νέα επαγγέλματα, που το ουσιώδες χαρακτηριστικό τους είναι πως δεν βρίσκονται πάνω στη ροή των πραγμάτων, αλλά πάνω στη ροή του χαρτιού. Η παραγωγή έχει τώρα χωριστεί στα δύο, και εξαρτάται από τις δραστηριότητες και των δύο ομάδων. Στο βαθμό που ο τρόπος παραγωγής οδηγήθηκε από τον καπιταλισμό σ’ αυτή τη διαιρεμένη συνθήκη, διαχωρίστηκαν οι δύο πλευρές της εργασίας- αλλά παρέμειναν και οι δύο εξίσου απαραίτητες για τηψ παραγωγή, και σ’ αυτή τη αναγκαιότητα, η εργασιακή διαδικασία διατηρεί τη ενότητά της.

Ο διαχωρισμός του χεριού από τον εγκέφαλο είναι η σημαντικότερη μεμονωμένη πρόοδος του καπιταλιστικού καταμερισμού της εργασίας. Πρόκειται για διαχωρισμό έμφυτο στον συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής από τις απαρχές του, που εξελίσσεται, βάσει των επιταγών της καπιταλιστικής διοίκησης, σε όλη την ιστορία του καπιταλισμού. Μόνο κατά τη διάρκεια του τελευταίου αιώνα όμως η κλίμακα της παραγωγής, οι πόροι που έγιναν διαθέσιμοι στη σύγχρονη επιχείρηση από τη ραγδαία συσσώρευση του κεφαλαίου, καθώς και οι αντιληπτικοί μηχανισμοί και το εκπαιδευμένο προσωπικό έκαναν εφικτή τη θεσμική συγκρότηση αυτού του διαχωρισμού σε μια συστηματική και τυπική μορφή*.

 

 

* Οι Hammonds αναφέρονται στον Boulton, ο οποίος τον δέκατο όγδοο αιώνα διηύθυνε ένα μεγάλης κλίμακας εργοστάσιο εργαλειομηχανών στο Soho της Αγγλίας, σε συνεργασία με τον James Wall ως «ειδικό του επιστημονικού μάνατζμεντ». Αλλά οι περιγραφές που χρησιμοποιούν για τις μεθόδους του ανατρέπουν από μόνες τους αυτήν την ιδέα του «ειδικού» και έρχονται σε καταφανή αντίθεση με τις μεθόδους του σύγχρονου μάνατζμεντ: ·Ενώ καθόταν στο κέντρο του εργοστασίου του, περιτριγυρισμένος από το χτύπημα των σφυριών και τον θόρυβο των μηχανών, συνήθως μπορούσε να αντιληφθεί οποιαδήποτε διακοπή, ή αν μια μηχανή πήγαινε πολύ γρήγορα ή πολύ αργά, και να δώσει τις κατάλληλες εντολές». (J. L. και Barbara Hammond, The Rise of Modem Industry (Λονδίνο, 1925· ανατυπωμένηέκδ., ΝέαΥόρκη, 1969), σ. 119). Ο Boulton, παρόλ’ αυτά, διέθετε όντως μια άρτια αναπτυγμένη οργάνωση της γραμμής επίβλεψης.

 

 

Τα τεράστια τμήματα βιομηχανικής διοίκησης και τήρησης αρχείων των σύγχρονων επιχειρήσεων έχουν τις ρίζες τους στα τμήματα σχεδιασμού, υπολογισμού και χωροταξίας, που αναπτύχθηκαν στις απαρχές του κινήματος του επιστημονικού μάνατζμεντ. Τα πρώιμα αυτά τμήματα ήταν αναγκασμένα να αντιμετωπίσουν τους φόβους των διευθυντικών στελεχών που ανησυχούσαν για το κόστος της όλης διαδικασίας.

Ο Taylor προσπαθούσε να τους πείσει με το παρακάτω επιχείρημα: «Με μια πρώτη ματιά, η λειτουργία ενός τμήματος σχεδιασμού, μαζί με τις υπόλοιπες καινοτομίες, θα φαινόταν να περιλαμβάνει μια μεγάλη ποσότητα επιπλέον εργασίας και επιπλέον κόστους, και η πιο φυσική ερώτηση θα ήταν [sic] αν η αυξημένη αποτελεσματικότητα του εργαστηρίου αρκεί για να αντισταθμίσει αυτές τις δαπάνες. Πρέπει όμως να λάβουμε υπόψη ότι, με την εξαίρεση της μελέτης των πρότυπων χρόνων, δεν υπάρχει σχεδόν κανένα κομμάτι δουλειάς που να γίνεται στο τμήμα σχεδιασμού και να μην έχει ήδη γίνει μέσα στο εργαστήριο.

Η εγκαθίδρυση ενός τέτοιου τμήματος απλώς συγκεντρώνει τη δουλειά του σχεδιασμού, και πολλή ακόμα διανοητική εργασία, σε λίγους ανθρώπους που είναι κατάλληλοι και ειδικά εκπαιδευμένοι για αυτό ακριβώς το καθήκον, εκεί που μέχρι σήμερα οι εν λόγω εργασίες ανατίθονταν σε ακριβοπληρωμένους μηχανουργούς, ικανούς μεν να εξασκούν την τέχνη τους, αλλά ελάχιστα εκπαιδευμένους για να κάνουν μια δουλειά υπαλληλική από τη φύση της»1.

Προσέθεσε όμως την εξής προειδοποίηση: «Αναμφισβήτητα, το κόστος της παραγωγής μειώνεται με τον διαχωρισμό της εργασίας σχεδιασμού και της διανοητικής εργασίας εν γένει από τη χειρωνακτική εργασία. Είναι όμως προφανές, πως όπου συμβαίνει κάτι τέτοιο πρέπει η εργασία που ανατίθεται στους διανοητικούς εργάτες να είναι αρκετή, ώστε να τους κρατά διαρκώς απασχολημένους. Δεν πρέπει να τους επιτρέπεται να κυκλοφορούν άπραγοι στη διάρκεια του ωραρίου τους, περιμένοντας να προκύψει κάποια δουλειά πάνω στον τομέα τους, όπως συμβαίνει αρκετά συχνά»2.Αυτό ως υπενθύμιση ότι κανένα κομμάτι της καπιταλιστικής εργασίας δεν απαλλάσσεται από τις μεθόδους που πρώτα εφαρμόστηκαν στο εργαστήριο.

Με μια πρώτη ματιά, η οργάνωση της εργασίας με βάση απλοποιημένα καθήκοντα που επινοούνται και ελέγχονται από κάπου αλλού – εκεί που οι προηγούμενες μορφές βασίζονταν στη γνώση και τις δεξιότητες του τεχνίτη – οδηγεί στην υποβάθμιση των τεχνικών ικανοτήτων του εργάτη. Όσον αφορά όμως το αποτέλεσμα της νέας οργάνωσης στο σύνολο του εργαζόμενου πληθυσμού, τα πράγματα γίνονται περισσότερο πολύπλοκα λόγω της ραγδαίας ανάπτυξης της εξειδικευμένης εργασίας του διοικητικού και τεχνικού προσωπικού, καθώς επίσης και της μεγάλης αύξησης της παραγωγής, της μαζικής στροφής σε νέες βιομηχανίες και σε νέα επαγγέλματα στο εσωτερικό των βιομηχανικών διαδικασιών.

Η συζήτηση αυτού του θέματος ξεκίνησε στην εποχή του Taylor βασιζόμενη σε ένα μοτίβο που ακολουθείται μέχρι σήμερα. «Υπάρχουν πολλοί που θα απορρίψουν το όλο πλάνο ενός τμήματος σχεδιασμού του οποίου η δουλειά είναι να σκέφτεται για λογαριασμό των ανθρώπων*, και μιας σειράς από επιστάτες που θα βοηθούν και θα καθοδηγούν τον κάθε έναν στην εργασία του, με βάση το επιχείρημα ότι αυτή η διαδικασία δεν προωθεί την ανεξαρτησία, την αυτοδυναμία και την πρωτοτυπία του ατόμου», έγραψε στο Shop Management. «Όσοι όμως έχουν τέτοιες απόψεις, ούτως ή άλλως διαφωνούν με τη συνολική κατεύθυνση της σύγχρονης βιομηχανικής ανάπτυξης»3.

*Καλώ τον αναγνώστη να σημειώσει, παρεμπιπτόντως, την ωμότητα της φράσης «ένα τμήμα σχεδιασμού που η δουλειά του είναι να σκέφτεται για λογαριασμό των ανθρώπων». Οι λειτουργίες των τμημάτων σχεδιασμού δεν έχουν αλλάξει σήμερα, αλλά στην περίπλοκη εποχή που ζούμε, όπου οργιάζουν οι διαμάχες γύρω από την οργάνωση της εργασίας, οι μάνατζερ είναι περισσότερο υποψιασμένοι και δεν το θεωρούν απαραίτητο να μιλούν με τόση σαφήνεια.

Και στο The Principles of Scientific Management: «’Όταν λοιπόν μέσα από όλη αυτήν την εκπαίδευση και τη λεπτομερή καθοδήγηση η δουλειά γίνεται κατά τα φαινόμενα πολύ στρωτή και εύκολη για τον εργάτη, η πρώτη εντύπωση είναι πως το όλο σχέδιο τείνει να τον μετατρέψει σε αυτόματο, σε αχυράνθρωπο. Ό πω ς λένε συχνά οι ίδιοι οι εργάτες όταν έρχονται αντιμέτωποι με αυτό το σύστημα για πρώτη φορά,

“Δηλαδή τι; Δεν μου επιτρέπεται να σκέφτομαι ή να κινούμαι χωρίς να παρεμβαίνει κάποιος ή να το κάνει εκείνος για μένα;”. Η ίδια κριτική και οι ίδιες αντιρρήσεις όμως θα μπορούσαν να εγερθούν απέναντι στο σύνολο του σύγχρονου καταμερισμού της εργασίας»4.

Οπωσδήποτε όμως, αυτές οι απαντήσεις δεν ικανοποιούσαν τον Taylor, ιδιαιτέρως από τη στιγμή που καταλόγιζαν ως ένοχο τον αγαπημένο του «σύγχρονο καταμερισμό της εργασίας». Έτσι, και στα δύο βιβλία προχώρησε σε επιπλέον επιχειρήματα, που στο Shop Management πήραν την εξής μορφή:

 

 

 

Είναι αλήθεια, για παράδειγμα, ότι το τμήμα σχεδιασμού και η λειτουργική επιστασία δίνουν τη δυνατότητα σε έναν έξυπνο απλό εργάτη ή βοηθό να αναλάβει εν καιρώ ένα κομμάτι της δουλειάς που σήμερα γίνεται από τον μάστορα. Δεν είναι αυτό καλό πράγμα για τον απλό εργάτη και τον βοηθό; Και βέβαια είναι, αφού του ανατίθεται μια εργασία ανωτέρου επιπέδου, που του δίνει τη δυνατότητα να εξελιχθεί και να αυξήσει το μισθό του.

Στην αμέριστη συμπάθειά μας προς τον μάστορα, παραβλέψαμε την περίπτωση του απλού εργάτη. Και η συμπάθειά μας για τον μάστορα όμως χαραμίζεται, αφού ο μάστορας, με τη βοήθεια του νέου συστήματος, θα ανέλθει με τη σειρά του σε μια υψηλότερη εργασιακή κλάση, στην οποία δεν θα μπορούσε να αντεπεξέλθει στο παρελθόν. Επιπλέον, η διαφορική ή λειτουργική επιστασία θα δημιουργήσει περισσότερες θέσεις εργασίας σε αυτήν την υψηλότερη κλάση και έτσι κάποιοι που ειδάλλως θα έμεναν μάστορες για μια ζωή, τώρα θα έχουν την ευκαιρία να ανελιχθούν και να γίνουν επιστάτες.

Η ζήτηση για καινοτόμους και μυαλωμένους ανθρώπους ποτέ δεν ήταν μεγαλύτερη α π’ ό,τι είναι σήμερα, και ο σύγχρονος καταμερισμός της εργασίας δεν εξαφανίζει τους ανθρώπους, αντίθετα τους δίνει τη δυνατότητα να ανέλθουν σε ένα υψηλότερο επίπεδο αποτελεσματικότητας, που περιλαμβάνει ταυτόχρονα και λιγότερη μονοτονία και περισσότερη διανοητική εργασία. Ο άνθρωπος που μέχρι πρότινος ήταν μεροκαματιάρης και έσκαβε στη λάσπη, σήμερα φτιάχνει παπούτσια σε εργοστάσιο παπουτσιών. Σήμερα τα σκαψίματα τα κάνουν Ιταλοί και Ούγγροι.5

 

Το συγκεκριμένο επιχείρημα ενισχύεται από τα δεδομένα της εποχής· μια περίοδος ανάπτυξης, ραγδαίας συσσώρευσης του κεφαλαίου μέσω της παραγωγής σε όλο και μεγαλύτερη κλίμακα, και συνεχούς εμφάνισης νέων πεδίων για την καπιταλιστική συσσώρευση σε νέα είδη βιομηχανίας ή στην κατάκτηση προκαπιταλιστικών μορφών παραγωγής από το κεφάλαιο.

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, γίνεται στρατολόγηση νέων εργατών σε δουλειές ήδη υποβαθμισμένες συγκριτικά με την εργασία του μάστορα που επικρατούσε στο παρελθόν· στο βαθμό όμως που δεν προέρχονται από την υπάρχουσα εργατική τάξη, αλλά κυρίως από κατεστραμμένους και αποδεκατισμένους αγροτικούς πληθυσμούς, οι νέοι αυτοί εργάτες εισέρχονται σε μια διαδικασία άγνωστη σε αυτούς και ανύπαρκτη στην προηγούμενη εμπειρία τους, οπότε θεωρούν δεδομένη τη συγκεκριμένη οργάνωση της εργασίας. Εντωμεταξύ, νέες προοπτικές ανοίγονται για την εξέλιξη κάποιων εργατών στα τμήματα σχεδιασμού, χωροταξίας ή υπολογισμού, ή στις επιστασίες (ειδικά δύο ή τρεις γενιές πριν από σήμερα, όταν τέτοιες δουλειές τις έκαναν κατά παράδοση τεχνίτες από το εργαστήριο).

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι βραχυπρόθεσμες τάσεις που επιτρέπουν την ανέλιξη κάποιων εργατών μέσα στα πλαίσια ραγδαία αναπτυσσόμενων βιομηχανιών, συνδυάζονται με τις ολοένα και μειούμενες απαιτήσεις δεξιότητας στο χαμηλότερο επίπεδο ειδίκευσης, εκεί όπου μεγάλες μάζες εργατών ξεκινούν να δουλεύουν στη βιομηχανία, στα γραφεία ή στην αγορά για πρώτη φορά· το αποτέλεσμα είναι η συγκάλυψη της αδιάκοπης υποβάθμισης της εργατικής τάξης ως συνόλου και της υπαγωγής της σε συνθήκες δεξιότητας και εργασίας υποδεέστερες από κάθε προηγούμενη εποχή.

Καθώς η κατάσταση αυτή συνεχίζεται για αρκετές γενιές, αλλάζουν χωρίς να το καταλαβαίνουμε και τα κριτήρια βάσει των οποίων διερευνά κανείς αυτήν την τάση, και η ίδια η έννοια της «δεξιότητας» υποβαθμίζεται. Οι κοινωνιολόγοι και οι οικονομολόγοι εξακολουθούν παρόλ’ αυτά να επαναλαμβάνουν το επιχείρημα του Taylor σε έναν εργασιακό κόσμο που έχει γίνει, για τα μεγαλύτερα τμήματα του εργαζόμενου πληθυσμού, όλο και πιο απογυμνωμένος από κάθε περιεχόμενο είτε ως προς τη δεξιότητα, είτε ως προς την επιστημονική γνώση. Έτσι ο Michel Crozier, στο The World of the Office Worker, παραδέχεται ότι, καθώς η δουλειά γραφείου έχει γίνει ένας πολύ διογκωμένος επαγγελματικός κλάδος, τα πλεονεκτήματά της ως προς το μισθό και το κύρος απέναντι στη δουλειά στο εργοστάσιο έχουν στην ουσία εξαφανιστεί: «Μια σειρά από απλές και αμετάβλητες λειτουργίες ανατίθενται σε μια μεγάλη μάζα ανειδίκευτων εργαζόμενων». «Αυτό το γενικό μοντέλο εξέλιξης – που παρεμπιπτόντως είχαν προβλέψει οι μαρξιστές θεωρητικοί», λέει ο Crozier, «συνιστά το βασικό επιχείρημα υπέρ της θέσης περί της προλεταριοποίησης των εργαζομένων σε δουλειές γραφείου».

 Η απάντηση που δίνει είναι πολύ παρόμοια με εκείνη του Taylor- η μόνη διαφορά είναι πως στην θέση «των Ιταλών και των Ούγγρων», ο Crozier χρησιμοποιεί ευχαρίστως τις γυναίκες ως την κατηγορία εκείνη του εργατικού δυναμικού για την οποία «δουλειά να ναι κι ό,τι να ναι»: «Η προλεταριοποίηση των εργατών γραφείου δεν έχει καθόλου την ίδια έννοια εάν πρόκειται για γυναίκες, και όχι για τους αρχηγούς της οικογένειας, που αποτελούν και το μεγαλύτερο κομμάτι της συγκεκριμένης ομάδας εργατών»6.

 Όπως εξηγεί ο Crozier:

Από την άλλη μεριά, είναι αλήθεια ότι οι 900.000 Γάλλοι εργάτες γραφείου του 1920 είχαν οπωσδήποτε καλύτερη κοινωνική θέση από τους 1.920.000 υπάλληλους γραφείου του 1962. Αλλά στους 600.000 άνδρες εργαζόμενους του 1920 πιθανότατα αντιστοιχούν σήμερα 350.000 προϊστάμενοι και 250.000 εργαζόμενοι υψηλών προσόντων, των οποίων η κοινωνική θέση είναι τουλάχιστον ισοδύναμη με εκείνη των προκατόχων τους το 1920. Όσο για τις 650.000 γυναίκες που πρόσφατα μπήκαν στο επάγγελμα, πριν τριάντα χρόνια ήταν απλές εργάτριες, μοδίστρες ή υπηρέτριες. Η εξορθολογισμένη εργασία τους μπορεί να είναι ανούσια ή να τις οδηγεί στην αλλοτρίωση, αλλά γι’ αυτές ίσως να αποτελεί προαγωγή.

… Ομολογουμένως τα επαγγέλματα των υπάλληλων γραφείου και των κατώτερων στελεχών είναι, στο σύνολό τους, σε σημαντικό βαθμό υποτιμημένα σε σύγκριση με τη θέση που απολάμβαναν πριν μόλις πενήντα χρόνια. Όμως αυτή η υποτίμηση συνοδεύεται σε πολλές δουλειές από μία ακόμα μεγαλύτερη διαφοροποίηση και αλλαγή στον τρόπο στελέχωσης. Η πλειοψηφία των καθηκόντων που αναλαμβάνουν οι υπάλληλοι γραφείου σήμερα είναι λιγότερο ενδιαφέροντα, έχουν μικρότερο κύρος και αποφέρουν μικρότερες αμοιβές, πρόκειται όμως για δουλειές που τις κάνουν πια γυναίκες με μειωμένες φιλοδοξίες…7

 

Καθώς η τέχνη του μάστορα καταστρέφεται ή απογυμνώνεται από το παραδοσιακό της περιεχόμενο, σπάνε πλέον εντελώς οι ήδη ισχνοί και εξασθενημένοι δεσμοί ανάμεσα στον εργαζόμενο πληθυσμό και την επιστήμη.

Στο παρελθόν, η σύνδεση αυτή γινόταν κυρίως εφικτή μέσα από τα μέλη της εργατικής τάξης που ήταν τεχνίτες ή μάστορες, και στις πρώιμες περιόδους του καπιταλισμού ήταν πολύ στενή. Πριν το μάνατζμεντ διεκδικήσει το μονοπώλιό του πάνω στην επιστήμη, το μαστοριλίκι ήταν το βασικό ντεπόζιτο της τεχνικής επιστημονικής παραγωγής, στη μορφή που είχε τότε η τελευταία, και υπάρχουν ιστορικές αναφορές που εντοπίζουν τις απαρχές της επιστήμης στην τεχνική του μάστορα. «Από ιστορική σκοπιά», λέει ο Elton Mayo, «νομίζω ότι μπορεί να ισχυριστεί κανείς πως η επιστήμη γεννήθηκε σε γενικές γραμμές ως προϊόν μιας καλά ανεπτυγμένης τεχνικής δεξιότητας σε ένα δεδομένο πεδίο δραστηριότητας.

Κάποιος επιδέξιος εργάτης επιχείρησε κάποια στιγμή να διατυπώσει ρητά όσα βρίσκονταν απόρρητα μέσα στις ίδιες του τις δεξιότητές… Η επιστήμη έχει βαθιές ρίζες στη δεξιότητα του τεχνίτη και μπορεί να επεκταθεί μόνο μέσα από την πειραματική και συστηματική ανάπτυξη κάποιας δεδομένης δεξιότητας. Κατά συνέπεια, όλες οι επιτυχημένες επιστήμες έχουν ταπεινή καταγωγή – κατάφεραν να αναπτύξουν επιμελώς υπάρχουσες δεξιότητες μέχρι να φτάσουν στο σημείο όπου η περαιτέρω εξέλιξή τους μπορούσε να αφεθεί στη λογική και το πείραμα» .

Το επάγγελμα του μηχανικού είναι μια σχετικά πρόσφατη εξέλιξη. Πριν τον μηχανικό, οι λειτουργίες της σύλληψης και του σχεδιασμού ήταν στη δικαιοδοσία του μάστορα· από αυτόν μάλιστα ξεπηδούσαν και οι διάφορες καινοτομίες μέσω των οποίων εξελίσσονταν οι κατασκευαστικές πρακτικές. «Η εμφάνιση του σύγχρονου μηχανικού», λέει ο Bernal, «ήταν ένα νέο κοινωνικό φαινόμενο. Δεν ήταν ο απευθείας απόγονος του στρατιωτικούμηχανικού, αλλά μάλλον του συντηρητή και του μεταλλουργού της εποχής των μαστόρων. Ο Bramah (1748-1814), ο Maudslay (1771-1831), ο Muir (1806-88), ο Whitworth (1803-87), και ο μεγάλος George Stephenson (1781-1848) ήταν όλοι άνδρες αυτού του είδους»9.

 Όσοι γνωρίζουν έστω και ελάχιστα την ιστορία της τεχνολογίας θα αναγνωρίσουν τη σημασία των ονομάτων που παραθέτει ο Bernal, στα οποία μπορούμε να προσθέσουμε τον James Watt, που ήταν κατασκευαστής μαθηματικών οργάνων· τον Samuel Crompton, που ο ίδιος ήταν υφαντουργός από δεκατεσσάρων χρονών και, καθώς δεν υπήρξε πατέντα για να τον προστατέψει, συνέχισε να εργάζεται ως υφαντουργός ακόμα κι όταν η κλωστική μηχανή που ο ίδιος εφηύρε ήταν πλέον ευρείας χρήσης· και πολλοί ακόμα.*

 

 

 

*Παρά την πρόσφατη πληθώρα μηχανικών εφευρέσεων, θα ήταν αδύνατο να φτιάξει κανείς έναν τέτοιο κατάλογο για ολόκληρο τον εικοστό αιώνα. Μπορούμε να θυμηθούμε τον Frank Whittle, αρχικά μονταριστή μεταλλικών αεροσκαφών, που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εφεύρεση του αεριωθούμενου κινητήρα, και τον John Harwood, ωρολογοποιό και επισκευαστή ρολογιών που εφηύρε το αυτόματα κουρδιζόμενο ρολόι χειρός και το πατεντάρισε το 1923. Ο Hoxie αναφέρει πως ενώ προετοίμαζε τη μελέτη του πάνω στο επιστημονικό μάνατζμεντ, κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, είδε «σε κάποιο εργαστήριο μια αυτόματη μηχανή που την είχε επινοήσει ένας εργάτης και η χρήση της αντικαθιστούσε πολλά εργατικά χέρια. “Πήρε κάποια ανταμοιβή γι’ αυτό;”, ρώτησα, “Α, ναι”, μου απάντησαν, “η αμοιβή του αυξήθηκε από 17 σε 22 σεντς την ώρα”. Σίγουρα υπάρχουν πολλές παρόμοιες περιπτώσεις». [Robert F. Hoxie, Scientific Management and Labor (Νέα Υόρκη και Λονδίνο, 1918), σ. 94]. Σε πιο πρόσφατες εποχές όμως, τέτοιες περιπτώσεις σπανίζουν.

Μια μελέτη σχετικά με τα επαγγελματικά χαρακτηριστικά ενός τυχαίου δείγματος ατόμων που τους παραχωρήθηκε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1953, έδειξε ότι «σε ποσοστό περίπου 60 τοις εκατό ήταν μηχανικοί, χημικοί, μεταλλουργοί και διευθυντές τμημάτων έρευνας και ανάπτυξης, και οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους ήταν στελέχη άλλων τμημάτων· σχεδόν κανείς δεν ήταν εργάτης παραγωγής». [National Commission on Technology, Automation, and Economic Progress, The Employment Impact of Technological Change, Appendix Volume II, Technology and the American Economy (Ουάοινγκτον, D.C., 1966), σ. 109].

Ας κάνουμε μια παύση εδώ, και ας θάψουμε με τις πρέπουσες τιμές το τρίτο επιχείρημα του Adam Smith υπέρ του τεχνικού καταμερισμού της εργασίας: ότι δηλαδή ο εργάτης, όταν η προσοχή του είναι συγκεντρωμένη σε μία μοναδική και επαναλαμβανόμενη λειτουργία, θα επινοήσει εν καιρώ το μηχανικό εξοπλισμό που θα διευκολύνει αυτή τη λειτουργία. Αν υπήρχε κάποτε αλήθεια σ’ αυτό, έχει εδώ και πολύ καιρό εξαφανιστεί μέσα στις συνθήκες της καπιταλιστικής παραγωγής, όπου ο εργάτης και η εργάτρια ούτε ενθαρρύνονται, αλλά ούτε και τους επιτρέπεται να κατανοούν την εργασία τους.

 

 

Πρέπει επίσης να σημειώσουμε ότι μέχρι το 1824, ήταν παράνομο ένας Βρετανός μηχανουργός να δουλέψει στο εξωτερικό, απαγόρευση εντελώς αδιανόητη στην εποχή μας· οι λόγοι όμως ήταν προφανείς, από τη στιγμή που ο τεχνίτης εξακολουθούσε να αποτελεί τη δεξαμενή της τεχνικής γνώσης στην παραγωγική διαδικασία.

Ακόμη και η συνηθισμένη καθημερινή εργασία του μάστορα, ήταν στενά συνδεδεμένη με τις τεχνικές και επιστημονικές γνώσεις της εποχής. Ο θεσμός της μαθητείας συχνά περιλάμβανε εκπαίδευση στα μαθηματικά (άλγεβρα, γεωμετρία και τριγωνομετρία), στην προέλευση και τις ιδιότητες των υλικών που χρησιμοποιούνταν στη συγκεκριμένη τέχνη, στις φυσικές επιστήμες και στο μηχανολογικό σχέδιο. Οι καλά οργανωμένες μαθητείες πρόσφεραν συνδρομές σε συντεχνιακά και επιστημονικά περιοδικά, έτσι ώστε οι μαθητευόμενοι να παρακολουθούν τις εξελίξεις*.

*Οι επιπτώσεις της παρακμής του θεσμού της μαθητείας ήταν αισθητές ακόμα και την εποχή της αναφοράς του Hoxie, στην οποία λέγεται: «Είναι όμως προφανές πως η έμφυτη ικανότητα της εργατικής τάξης θα έρθει αντιμέτωπη με τις συνέπειες της παραμέλησης του θεσμού της μαθητείας, αν δεν βρεθεί σύντομα κάποιο άλλο μέσο βιομηχανικής εκπαίδευσης.

Οι ίδιοι οι μάνατζερ έχουν εκφράσει τα παράπονά τους για την κακή και άνομη ποιότητα του ανθρώπινου υλικού από το οποίο στρατολογούν τους εργάτες τους, συγκριτικά με τους αποτελεσματικούς και φιλότιμους τεχνίτες που δούλευαν στα εργοστάσια είκοσι χρόνια πριν». [Hoxie, Scientific Management and Labor, a. 134]. Οι μάνατζερ δεν σταμάτησαν να παραπονιούνται, όπως το συνηθίζουν άλλωστε, για τα χαρακτηριστικά του εργατικού πληθυσμού που οι ίδιοι διαμόρφωσαν για να εξυπηρετεί τους σκοπούς τους, αλλά ακόμα δεν βρήκαν τον τρόπο να φτιάχνουν εργάτες υποβαθμισμένους ως προς τη θέση τους στην εργασιακή διαδικασία, και ταυτόχρονα ευσυνείδητους και περήφανους για τη δουλειά τους.

Σε μια συζήτηση για τους τεχνίτες της Βιομηχανικής Επανάστασης, ο David Landes γράφει: «Ακόμα πιο εντυπωσιακή είναι η θεωρητική γνώση αυτών των ανθρώπων. Δεν ήταν καθόλου, τουλάχιστο στο σύνολό τους, τα αγράμματα μαστοράκια της ιστορικής μυθολογίας. Ακόμα και ο κοινός συντηρητής, όπως σημειώνει ο Fairbairn, ήταν συνήθως αρκετά καλός στην αριθμητική, ήξερε κάτι από γεωμετρία και αναλυτική γεωμετρία, και σε κάποιες περιπτώσεις ήταν πολύ καλός γνώστης των πρακτικών μαθηματικών.

Μπορούσε να υπολογίσει την ταχύτητα, την ισχύ και τη δύναμη των μηχανών: μπορούσε να σχεδιάσει κατόψεις και κατατομές ..». Πολλά από αυτά τα «ανώτερα επιτεύγματα» και τις «διανοητικές δυνάμεις» μπορούσαν να αποδοθούν στις άφθονες υποδομές τεχνικής εκπαίδευσης που υπήρχαν σε «χωριά» όπως το Μάντσεστερ κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, από τις ακαδημίες των Dissenters01 και τις οργανώσεις των λόγιων, μέχρι τις διαλέξεις, τα απογευματινά μαθήματα των σχολών «μαθηματικών και εμπορίου», καθώς και την ευρεία κυκλοφορία πρακτικών εγχειριδίων, περιοδικών και εγκυκλοπαιδειών». [David S. Landes, The Unbound Prometheus: Technological Change and Industrial Development in Western Europe from 1750 to the Present (Κέμπριτζ και Νέα Υόρκη, 1969), σ. 63].

 

 

Πιο σημαντικό όμως από την επίσημη ή ανεπίσημη εκπαίδευση ήταν το γεγονός ότι η ίδια η εξάσκηση της τέχνης αποτελούσε έναν καθημερινό συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην επιστήμη και την εργασία, καθώς ο τεχνίτης καλούταν συνεχώς να εφαρμόσει στοιχειώδεις επιστημονικές γνώσεις, μαθηματικά, σχέδιο, κλπ, στην καθημερινή του πρακτική’. Οι τεχνίτες αυτοί αποτελούσαν σημαντικό κομμάτι του επιστημονικού κοινού της εποχής τους, και κατά κανόνα έδειχναν περισσότερο ενδιαφέρον για την επιστήμη και τον πολιτισμό απ’ όσο απαιτούσαν τα εργασιακά τους καθήκοντα.

Τα Ινστιτούτα Μηχανουργών που ανθούσαν στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, και στη Βρετανία έφταναν τα 1.200 περίπου με περισσότερα από 200.000 μέλη, είχαν κατά κύριο λόγο αναλάβει να καλύπτουν αυτό το αυξημένο ενδιαφέρον μέσα από διαλέξεις και βιβλιοθήκες10. Το Βασιλικό Ινστιτούτο, που ιδρύθηκε στην Αγγλία για να προωθήσει την επιστήμη και την εφαρμογή της στη βιομηχανία, όταν έγινε πολύ της μόδας και θέλοντας να διατηρήσει την αποκλειστικότητα για τα μέλη του, αναγκάστηκε να χτίσει την πίσω πόρτα του, για να μην μπορούν να μπαίνουν οι μηχανουργοί που είχαν τη συνήθεια να τρυπώνουν μέσα στα κλεφτά11.

Ο Samuel Gompers, ένας παρασκευαστής πούρων που ζούσε στην πυκνοκατοικημένη εργατική περιοχή του Lower East Side της Νέας Υόρκης τη δεκαετία του 1860, είχε άμεση εμπειρία των συγκεκριμένων ενδιαφερόντων της εργατικής τάξης:

Το Συνδικάτο των Βαρελάδων οργάνωνε μαθήματα καθώς και διαλέξεις κάθε Σάββατο, τις οποίες παρακολουθούσαν από διακόσια πενήντα έως και τρεις χιλιάδες άτομα. Τίποτα και κανένας δεν μπορούσε να με κάνει να χάσω αυτές τις διαλέξεις του σαββατόβραδου. Μ’ έπιανε τρέμουλο από την τόσο μεγάλη μου λαχτάρα να μάθω. Η διανοητική πείνα είναι τόσο επώδυνη όσο η φυσική πείνα. Κάθε Σάββατο βράδυ μιλούσε σε μια ανοιχτή συνάντηση κάποιος ειδικός και μας παρουσίαζε τα πιο θαυμαστά επιτεύγματα των σύγχρονων ερευνών και πειραματισμών.

Καμιά φορά ο καθηγητής μας μιλούσε για τα θαύματα της αστρονομίας – για το τι είχε μάθει η επιστήμη για το χρόνο και την απόσταση, για το φως, για την κίνηση, κλπ. Οι αλήθειες που αποκόμισα από τις διαλέξεις αυτές έγιναν το πιο ζωτικό κομμάτι της ύπαρξής μου, με ενέπνευσαν, και ο κόσμος απέκτησε για μένα ένα θαυμαστό νόημα.

 Οι διαλέξεις ήταν μια ανεκτίμητη ευκαιρία για να ακούσει κανείς τις επιστημονικές αυθεντίες να μιλούν γι’ αυτά που σκέφτονται κι αυτά που κάνουν. Παρακολουθούσα τις διαλέξεις και τα μαθήματα ανελλιπώς για πάνω από είκοσι χρόνια.12

 

 

Μπορούμε να θαυμάσουμε επίσης τους Βρετανούς μεταξοϋφαντουργούς στο Spitalfields, τους οποίους στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα ο Mayhew βρήκε να ζουν σε συνθήκες απίστευτης φτώχιας και υποβάθμισης, αλλά λίγο καιρό πριν, όταν η εποχή του ειδικευμένου υφαντουργού που χειριζόταν τον χειροκίνητο αργαλειό δεν είχε ακόμα δύσει, είχαν κάνει την περιοχή τους στο Λονδίνο κέντρο της επιστήμης και του πολιτισμού:

 

 

Οι υφαντουργοί υπήρξαν σε προηγούμενες εποχές σχεδόν οι μοναδικοί βοτανολόγοι στη μητρόπολη, και η αγάπη τους για τα λουλούδια χαρακτηρίζει μέχρι και σήμερα την τάξη τους. Μας είπαν ότι κάποια χρόνια πριν, οι υφαντουργοί περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους ή δειπνούσαν με τις οικογένειές τους τις Κυριακές, στους μικρούς κήπους στα περίχωρα του Λονδίνου, οι περισσότεροι από τους οποίους σήμερα έχουν οικοδομηθεί. Μέχρι πρόσφατα υπήρχε μια Εντομολογική Εταιρεία, και οι υφαντουργοί ήταν οι πιο επιμελείς εντομολόγοι σε ολόκληρο το βασίλειο.

Η ιδιαίτερη αυτή προτίμηση, αν και όχι τόσο διαδεδομένη όσο παλιότερα, εξακολουθεί να αποτελεί χαρακτηριστικό της τάξης τους. Υπήρχε επίσης παλιότερα και μια Ανθοκομική Εταιρεία, μια Ιστορική Εταιρεία και μια Μαθηματική Εταιρεία, που όλες τις διατηρούσαν οι εργαζόμενοι μεταξοϋφαντουργοί· ο περίφημος Dollond, ο εφευρέτης του αχρωματικού τηλεσκόπιου, ήταν υφαντουργός· το ίδιο και οι μαθηματικοί Simpson και Edwards, πριν τους πάρουν από τον αργαλειό και τους βάλουν στην υπηρεσία της κυβέρνησης, να διδάσκουν μαθηματικά στους σπουδαστές του Woolwich και του Chatham .13

 

Ανάλογη εντυπωσιακή ιστορία έχουν και οι υφαντουργοί του Yorkshire και του Lancashire, όπως σημειώνει ο Ε. P. Thompson: «Όλες οι περιοχές των υφαντουργών έχουν τους υφαντουργους-ποιητές τους, τους βιολόγους, τους μαθηματικούς, τους μουσικούς, τους γεωλόγους, τους βοτανολόγους… Στον βορρά υπάρχουν μουσεία και εταιρείες φυσικής ιστορίας που έχουν ακόμα στην κατοχή τους αρχεία ή συλλογές λεπιδόπτερων που φτιάχτηκαν από υφαντουργούς· υπάρχουν ακόμα αναφορές για υφαντουργούς που ζούσαν σε απομονωμένα χωριά και μάθαιναν μόνοι τους γεωμετρία, σχεδιάζοντας με κιμωλία πάνω στις πλάκες των δρόμων, πάντα πρόθυμοι για παθιασμένες συζητήσεις σχετικά με τον διαφορικό λογισμό»14.

Η καταστροφή της τέχνης του μάστορα την περίοδο που αναδύθηκε το επιστημονικό μάνατζμεντ δεν πέρασε απαρατήρητη από τους εργάτες. Αντιθέτως, οι εργάτες είναι κατά κανόνα πολύ πιο ευαίσθητοι σε μια τέτοια απώλεια τη στιγμή που αυτή λαμβάνει χώρα, παρά αφού έχει συμβεί και έχουν πια γενικευτεί οι νέες συνθήκες παραγωγής. Ο τεϊλορισμός ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων στα συνδικάτα τα πρώτα χρόνια του αιώνα.

Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτές οι πρώτες αντιδράσεις δεν επικεντρώθηκαν στις τρανταχτές καινοτομίες του συστήματος του Taylor, όπως το χρονόμετρο και η μελέτη κινήσεων. Αντίθετα, στόχευαν στην ουσία του συστήματος, δηλαδή στη συστηματική του προσπάθεια να αποσπάσει από τους εργάτες τη γνώση και τον αυτόνομο έλεγχο της τέχνης και να τους εντάξει σε μια εργασιακή διαδικασία εντελώς απογυμνωμένη από τη σκέψη, στην οποία θα λειτουργούσαν σαν να ήταν μοχλοί και γρανάζια. Σε ένα εισαγωγικό άρθρο του International Molders Journal διαβάζουμε:

 

 

Η μοναδική περιουσία του μισθωτού εργάτη είναι η τέχνη του, η μαστοριά του. Συνήθως σκεφτόμαστε ότι η τέχνη του μάστορα είναι η ικανότητα του εργάτη να χειρίζεται επιδέξια τα εργαλεία και τα υλικά που χρησιμοποιεί σε μια τέχνη ή σε ένα επάγγελμα.

Η πραγματική τέχνη του μάστορα όμως, είναι κάτι πολύ περισσότερο. Το ουσιώδες στοιχείο στην τέχνη του μάστορα δεν είναι η επιδεξιότητα των χεριών, αλλά κάτι που βρίσκεται μέσα στο μυαλό του εργάτη. Αυτό το κάτι είναι κατά ένα μέρος η βαθιά γνώση του χαρακτήρα και των χρήσεων των εργαλείων, των υλικών και των διαδικασιών της τέχνης του, που την απέκτησε μέσα από την παράδοση και την εμπειρία.

Πέρα όμως από αυτό και πάνω από αυτό, η τέχνη του μάστορα είναι η γνώση που του δίνει τη δυνατότητα να κατανοεί και να ξεπερνά τις δυσκολίες που συνεχώς προκύπτουν, οι οποίες πηγάζουν μέσα από τις παραλλαγές και τις διαφοροποιήσεις όχι μόνο των εργαλείων και των υλικών, αλλά και των συνθηκών κάτω από τις οποίες πρέπει να γίνει μια συγκεκριμένη δουλειά.

 

Το εισαγωγικό άρθρο συνεχίζει τονίζοντας τον διαχωρισμό της «γνώσης του τεχνίτη» από την «δεξιότητα του τεχνίτη» σε «ένα όλο και ευρύτερο πεδίο και με μια ολοένα αυξανόμενη επιτάχυνση» και περιγράφει ως την πιο επικίνδυνη μορφή του διαχωρισμού αυτού

τη συλλογή όλης της διασκορπισμένης γνώσης του τεχνίτη, της συστηματοποίησής της και της συγκέντρωσής της στα χέρια του εργοδότη, και μετέπειτα την αναδιανομή της με τη μορφή λεπτομερών οδηγιών, που παρέχουν στον κάθε εργάτη μόνο τη γνώση που του χρειάζεται για τη διεκπεραίωση ενός συγκεκριμένου και σχετικά ασήμαντου καθήκοντος.

 Είναι προφανές ότι η διαδικασία αυτή διαχωρίζει τη δεξιότητα από τη γνώση ακόμα και στις περιπτώσεις που συνδέονται στενά μεταξύ τους. ‘όταν ολοκληρωθεί, ο εργάτης δεν είναι πλέον κατά καμία έννοια τεχνίτης, αλλά ένα έμψυχο εργαλείο στα χέρια της διεύθυνσης.15

Μισού αιώνα αναλύσεις πάνω στο επιστημονικό μάνατζμεντ δεν κατάφεραν να παράγουν καλύτερη διατύπωση του ζητήματος*.

 

 

Βιβλιογραφικές αναφορές τον συγγραφέα

 

 

 

1.Frederick W. Taylor, Shop Management, cno Scientific Management (Νέα Υόρκη και Λονδίνο, 1947), σ. 65-66.

2.Στο ίδιο, σ. 121.

3.Στο ίδιο, σ. 146.

4.Frederick W. Taylor, The Principles of Scientific Management (Νέα Υόρκη, 1967),σ. 125.

5.Taylor, Shop Management, a. 146-47.

6.Michel Crozier, The World of the Office Worker (Σικάγο και Λονδίνο, 1971), σ. 13-17.

7.Στο ίδιο, σ. 18-19. Σχετικά με αυτό το θέμα, δες επίσης το Industrial Society του Friedmann, στο οποίο συνοψίζονται «οι πρώτες αντιδράσεις των εργατών» στον τεϊλορισμό στις ΗΠΑ, την Αγγλία, τη Γερμανία και τη Γαλλία [Georges Friedmann, Industrial Society (Γκλενκό, εικ., 1955), σ. 41-43],

8.Elton Mayo, The Social Problems of an Industrial Civilization (Βοστόνη, 1945), σ.17-18.

9.J.D. Bernal, Sdence in History (Λονδίνο, 1954· αναθεωρημένη έκδοση 1957), σ.389.

10.Βλέπε J. Η. Stewart Reid, The Origins of the British Labour Party (Μινεάπολις, Μινεσότα, 1955), ο. 19 και Ε. J. Hobsbawm, The Age of Revolution (Νέα Υόρκη, 1962), σ. 213-214.

11.Bernal, Science in History,a. 383.

12.Samuel Gompers, Seventy Years o f Life and Labor (1925· Νέα Υόρκη, 1957), σ.57.

13.Henry Mayhew, στο The Unknown Mayhew, επιμ. Eileen Yeo και E. P. Thompson, (Νέα Υόρκη, 1971), σ. 105-106.

14.E. P. Thompson, The Making of the English Working Class (Νέα Υόρκη, 1964), σ. 291-292.

15.Hoxie, Scientific Management and Labor, a. 131-132.

 

 

 

Σημειώσεις των μεταφραστών

 

 

(1). Οι Dissenters ήταν θρησκευτικές ομάδες μεταρρυθμιστών, οι οποίες αντιτίθονταν στην ανάμιξη και τον ισχυρό ρόλο του Κράτους μέσα στην Αγγλικανική Εκκλησία. Εξαιτίας των παραπάνω αντιλήψεων τους δεν έχαιραν μεγάλης εύνοιας από το κράτος και ίδρυσαν δικές τους κοινότητες και θεσμούς (οι ακαδημίες που συναντήσαμε στο κείμενο). Στους Dissenters συγκαταλέγονται διάφορες αιρέσεις όπως οι Αναβαπτιστές, οι Βαπτιστές, οι Πρεσβυτεριανοί, οι Μεθοδιστές, οι Κουακέροι, κλπ.__

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *