L.D Trotsky: Η Ηθική τους και η Ηθική μας

 (1937-1939)

 

 

 

Μέρος Πρώτο

Ηθικές Αναθυμιάσεις

 

 

 

Σε μια εποχή όπου η αντίδραση θριαμβεύει, οι κ.κ. δημοκράτες, σοσιαλδημοκράτες, αναρχικοί και όλοι οι άλλοι εκπρόσωποι του «αριστερού» στρατοπέδου, αρχίζουν να διπλασιάζουν τις συνηθισμένες ηθικές αναθυμιάσεις τους, όμοια με τους ανθρώπους εκείνους που τους πιάνει ταχύπνοια μπροστά στο φόβο. Παραφράζοντας τις Δέκα Εντολές ή την Ομιλία του Όρους των Ελαιών, οι ηθικολόγοι αυτοί απευθύνονται όχι τόσο στη θριαμβεύουσα αντίδραση όσο στους επαναστάτες εκείνους που υποφέρουν κάτω από τις διώξεις της, γιατί με τις «υπερβολές» και τις «αμοραλιστικές» αρχές τους «προκαλούν» την αντίδραση και την δικαιώνουν ηθικά. Επιπλέον, προτείνουν έναν απλό, μα σίγουρο τρόπο για την αποφυγή της αντίδρασης: το μόνο που χρειάζεται είναι να παλεύει κανείς και ηθικά για να ανανεώνει τον εαυτό του. Δείγματα ηθικής τελειότητας, για όσους τα χρειάζονται, προσφέρονται δωρεάν απ’ όλα τα ενδιαφερόμενα εκδοτικά γραφεία.

Η ταξική βάση του ψεύτικου και πομπώδους αυτού κηρύγματος είναι η μικροαστική ιντελιγκέντσια[1]. Η πολιτική βάση –η αδυναμία και η σύγχισή τους μπροστά στην αντίδραση που πλησιάζει. Η ψυχολογική βάση –η προσπάθεια τους να υπερνικήσουν το αίσθημα της δικής τους κατωτερότητας, μεταμφιεζόμενοι με τη γενειάδα ενός προφήτη.

Η αγαπημένη μέθοδος του ηθικολόγου φιλισταίου είναι να καταχωρεί τη συμπεριφορά της αντίδρασης και τη συμπεριφορά της επανάστασης κάτω από τον ίδιο τίτλο. Και πετυχαίνει στο τέχνασμά του, καταφεύγοντας σε τυπικές αναλογίες. Γι’ αυτόν, ο τσαρισμός[2] και ο μπολσεβικισμός[3] είναι δίδυμοι. Δίδυμοι επίσης αποκαλύπτονται ο φασισμός και ο κομμουνισμός. Κάνει μια απογραφή των κοινών χαρακτηριστικών του καθολικισμού –ή ειδικότερα του ιησουϊτισμού[4] – και του μπολσεβικισμού. Από την πλευρά τους, ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι, χρησιμοποιώντας την ίδια ακριβώς μέθοδο, αποκαλύπτουν ότι ο φιλελευθερισμός, η δημοκρατία και ο μπολσεβικισμός δεν είναι παρά διαφορετικές εκδηλώσεις ενός και του ίδιου κακού. Η αντίληψη ότι ο σταλινισμός και ο τροτσκισμός είναι «ουσιαστικά» ένα και το ίδιο πράγμα, έχει τώρα την κοινή επιδοκιμασία των φιλελευθέρων, των δημοκρατών, των αφοσιωμένων καθολικών, των ιδεαλιστών, των πραγματιστών, των αναρχικών και των φασιστών. Αν οι σταλινικοί αδυνατούν να προσχωρήσουν σ’ αυτό το «Λαϊκό Μέτωπο» είναι μόνο και μόνο γιατί, κατά σύμπτωση, είναι απασχολημένοι με την εξόντωση των τροτσκιστών.

Το βασικό γνώρισμα αυτών των προσεγγίσεων και παρομοιώσεων βρίσκεται στο γεγονός ότι αγνοούν πλήρως την υλική βάση των διαφόρων ρευμάτων, δηλαδή την ταξική τους φύση και, κατά συνέπεια, τον αντικειμενικό ιστορικό τους ρόλο. Αντίθετα, εκτιμούν και ταξινομούν διαφορετικά ρεύματα, σύμφωνα με κάποια εξωτερική και δευτερεύουσα εκδήλωση, και πολύ συχνά σύμφωνα με τη δική τους σχέση με τη μια ή την άλλη αφηρημένη αρχή, που για τον συγκεκριμένο ταξινομητή έχει μια ειδική επαγγελματική αξία. Έτσι, για τον πάπα της Ρώμης, οι μασόνοι και οι δαρβινιστές, οι μαρξιστές και οι αναρχικοί, είναι δίδυμοι, γιατί όλοι αυτοί αρνούνται ιερόσυλα την άσπιλη σύλληψη. Για το Χίτλερ, ο φιλελευθερισμός και ο μαρξισμός είναι δίδυμοι, γιατί αγνοούν «αίμα και τιμή». Για ένα δημοκράτη, ο φασισμός και ο μπολσεβικισμός είναι δίδυμοι, γιατί δεν υποκλίνονται μπροστά στην καθολική ψηφοφορία κλπ., κλπ.

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι τα ρεύματα που πιο πάνω παραθέσαμε έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά. Αλλά όλο το ζήτημα βρίσκεται στο γεγονός ότι η εξέλιξη της ανθρωπότητας δεν εξαντλείται ούτε με την καθολική ψηφοφορία, ούτε με το «αίμα και τιμή», ούτε με το δόγμα της άσπιλης σύλληψης. Το ιστορικό προτσές σημαίνει πρώτα απ’ όλα την πάλη των τάξεων. Επιπλέον, διαφορετικές τάξεις στο όνομα διαφορετικών σκοπών μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να χρησιμοποιήσουν όμοια μέσα. Ουσιαστικά δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Οι στρατοί που συγκρούονται είναι πάντα λίγο ή πολύ συμμετρικοί. Αν δεν υπήρχε τίποτε το κοινό στις μέθοδες πάλης τους, δεν θα μπορούσαν να καταφέρουν πλήγματα ο ένας στον άλλον.

Αν ένας αμαθής χωρικός ή μαγαζάτορας, που δεν καταλαβαίνει ούτε την προέλευση, ούτε την έννοια του αγώνα ανάμεσα στο προλεταριάτο και την μπουρζουαζία, ανακαλύψει ότι βρίσκεται ανάμεσα σε δυο πυρά, θα αντικρίσει και τα δυο εμπόλεμα στρατόπεδα με το ίδιο μίσος. Και ποιοι είναι όλοι αυτοί οι δημοκράτες ηθικολόγοι; Ιδεολόγοι ενδιάμεσων στρωμάτων που βρίσκονται ή φοβούνται μήπως βρεθούν ανάμεσα σε δυο πυρά. Τα κύρια χαρακτηριστικά των προφητών αυτού του τύπου είναι η αποξένωσή τους από τα μεγάλα ιστορικά κινήματα, η αποστεωμένη συντηρητική νοοτροπία τους, μια αυτάρεσκη στενοκεφαλιά και μια πολύ πρωτόγονη πολιτική ανανδρία. Περισσότερο από οτιδήποτε, οι ηθικολόγοι αυτοί επιθυμούν να τους αφήσει η ιστορία ήσυχους, με τα βιβλιαράκια τους, τα περιοδικάκια τους, τους συνδρομητές τους, την κοινή λογική και τα ηθικολογικά τους σημειωματάρια. Αλλά η ιστορία δεν τους αφήνει σε ησυχία. Τους χτυπάει πότε από τα αριστερά, πότε από τα δεξιά. Είναι ολοφάνερο –επανάσταση και αντίδραση, τσαρισμός και μπολσεβικισμός, κομμουνισμός και φασισμός, σταλινισμός και τροτσκισμός– όλα είναι δίδυμα. Όποιος αμφιβάλλει γι’ αυτό, μπορεί να ψηλαφίσει και να βρει τα συμμετρικά καρούμπαλα, τόσο από τη δεξιά όσο και από την αριστερή πλευρά, στο κεφάλι των γνήσιων αυτών ηθικολόγων.

 

 

Μαρξιστικός Αμοραλισμός και Αιώνιες Αλήθειες

 

 

Η πιο δημοφιλής και πιο επιβλητική κατηγορία που εκτοξεύεται ενάντια στον μπολσεβίκικο «αμοραλισμό» βασίζεται στο λεγόμενο ιησουΐτικο αξίωμα του μπολσεβικισμού: «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Απ’ αυτό δεν είναι δύσκολο να φθάσουν στο παρακάτω συμπέρασμα: μια που οι τροτσκιστές, όπως όλοι οι μπολσεβίκοι (ή οι μαρξιστές), δεν αναγνωρίζουν τις αρχές της ηθικής, δεν υπάρχει, κατά συνέπεια, καμιά διαφορά «αρχής» ανάμεσα στον τροτσκισμό και το σταλινισμό. Όπερ έδει δείξαι.

Ένα ολότελα χυδαίο και κυνικό μηνιαίο αμερικανικό περιοδικό δημοσίευσε ένα ερωτηματολόγιο σχετικά με την ηθική φιλοσοφία του μπολσεβικισμού. Το ερωτηματολόγιο, όπως συνηθίζεται, απόβλεπε στο να υπηρετήσει, ταυτόχρονα, ηθικούς και διαφημιστικούς σκοπούς. Ο αμίμητος Χ. Τζ. Ουέλς, που την αχαλίνωτη φαντασία του μόνο η ομηρική αυτοϊκανοποίησή του την ξεπερνά, δεν άργησε να ταχθεί αλληλέγγυος με τους αντιδραστικούς σνομπ του περιοδικού «Κοινή Λογική». Εδώ το κάθετι μπήκε σε τάξη. Αλλά ακόμα και εκείνοι που θεώρησαν αναγκαίο να υπερασπιστούν τον μπολσεβικισμό, στις περισσότερες περιπτώσεις, το έκαναν όχι χωρίς δειλές υπεκφυγές (Ίστμαν): οι αρχές του μαρξισμού είναι, βέβαια, κακές, αλλά, παρόλα αυτά, ανάμεσα στους μπολσεβίκους υπάρχουν αξιόλογοι άνθρωποι. Μα την αλήθεια, τέτοιοι «φίλοι» είναι πιο επικίνδυνοι από τους εχθρούς.

Αν θά ’πρεπε να πάρουμε στα σοβαρά τους κυρίους κατήγορους, τότε το πρώτο που θα είχαμε να κάνουμε θά ’ταν να τους ρωτήσουμε: ποιές είναι οι δικές σας ηθικές αρχές; Αυτό είναι ένα ερώτημα στο οποίο σπάνια απαντάει κανείς. Ας δεχτούμε για μια στιγμή πως ούτε προσωπικοί, ούτε κοινωνικοί σκοποί μπορούν να δικαιολογήσουν τα μέσα. Τότε είναι ολοφάνερο ότι πρέπει να αναζητήσουμε κριτήρια έξω από την ιστορική κοινωνία και από τους σκοπούς εκείνους που πηγάζουν από την εξέλιξή της. Αλλά πού; Αν όχι στη γη, τότε στους ουρανούς. Στη Θεία Αποκάλυψη οι παπάδες ανακάλυψαν, εδώ και πολύ καιρό, αλάθητα ηθικά κριτήρια. Οι κατώτεροι κληρικοί μιλούν για αιώνιες ηθικές αλήθειες χωρίς να ονομάζουν την αρχική τους πηγή. Ωστόσο, έχουμε το δικαίωμα να συμπεράνουμε: μια που αυτές οι αλήθειες είναι αιώνιες, θά ’πρεπε να υπήρχαν όχι μόνο πριν την εμφάνιση του μισοπίθηκου/μισοάνθρωπου πάνω στη γη, αλλά και πριν από την εξέλιξη του ηλιακού συστήματος. Από που λοιπόν πηγάσανε; Η θεωρία της αιώνιας ηθικής δεν μπορεί με κανένα τρόπο να επιζήσει χωρίς το θεό.

Οι ηθικολόγοι του αγγλοσαξονικού τύπου, στο βαθμό που δεν περιορίζονται στον ορθολογιστικό ωφελιμισμό[5], την ηθικολογία της αστικής καταστιχογραφίας, εμφανίζονται συνειδητοί ή ασυνείδητοι μαθητές του κόμητα Σάφτσμπερι που –στις αρχές του 18ου αιώνα!– έβγαλε ηθικά διδάγματα από μια ιδιαίτερη «ηθική αίσθηση» που, υποτίθεται, έχει δοθεί μια για πάντα στην ανθρωπότητα. Η υπερταξική ηθική οδηγεί αναπόφευκτα στην αναγνώριση μιας ιδιαίτερης υπόστασης, μιας «ηθικής αίσθησης», μιας «συνείδησης», κάποιου είδους απόλυτου που δεν είναι τίποτε περισσότερο από το ντροπαλό φιλοσοφικό ψευδώνυμο του θεού. Ανεξάρτητη από «σκοπούς» –δηλαδή ανεξάρτητη από την κοινωνία– η ηθική, είτε την συμπεράνουμε από τις αιώνιες αλήθειες είτε από τη «φύση του ανθρώπου», αποδείχνεται στο τέλος μια μορφή «φυσικής θεολογίας». Ο ουρανός μένει το μόνο οχυρό για στρατιωτικές επιχειρήσεις ενάντια στον διαλεκτικό υλισμό.

Στο τέλος του περασμένου αιώνα στη Ρωσία εμφανίστηκε μια ολόκληρη σχολή από «μαρξιστές» (Στρούβε, Μπέρντιεφ, Μπουλγκάκοφ και άλλοι) που θέλανε να συμπληρώσουν τις διδασκαλίες του Μαρξ με μια αυτάρκη, δηλαδή υπερταξική ηθική αρχή. Οι άνθρωποι αυτοί άρχισαν, βέβαια, με τον Καντ και την κατηγορική προσταγή[6]. Αλλά πού κατέληξαν; Ο Στρούβε είναι τώρα ένας αποτραβηγμένος υπουργός του βαρόνου της Κριμαίας, Βράγκελ, και ένα πιστό τέκνο της Εκκλησίας. Ο Μπουλγκάκοφ είναι ορθόδοξος παπάς. Ο Μπέρντιεφ εκθέτει την αποκάλυψη σε διάφορες γλώσσες. Αυτές οι μεταμορφώσεις, που με την πρώτη ματιά φαίνονται τόσο απροσδόκητες, δεν εξηγούνται καθόλου με τη «σλαβική ψυχή» –ο Στρούβε έχει γερμανική ψυχή– αλλά από το χείμαρρο των κοινωνικών αγώνων στη Ρωσία. Στην ουσία, η θεμελιώδης τάση αυτής της μεταμόρφωσης είναι διεθνής.

Ο κλασικός φιλοσοφικός ιδεαλισμός, στο μέτρο που, στην εποχή του, απόβλεπε στο να κάνει εγκόσμια την ηθική, δηλαδή να την απελευθερώσει από τις θρησκευτικές κυρώσεις, αντιπροσώπευε ένα τεράστιο βήμα προς τα μπρος (Χέγκελ). Αλλά, ξεκόβοντας από τον ουρανό, η ηθική φιλοσοφία αναγκάστηκε να βρει ρίζες στη γη. Κι ένα από τα καθήκοντα του υλισμού ήταν να αποκαλύψει αυτές τις ρίζες. Μετά τον Σάφτσμπερι ήρθε ο Ντάρβιν, μετά τον Χέγκελ ο Μαρξ. Το να επικαλείσαι τώρα τις «αιώνιες ηθικές αλήθειες» σημαίνει να προσπαθείς να γυρίσεις τους τροχούς προς τα πίσω. Ο φιλοσοφικός ιδεαλισμός δεν είναι παρά ένας σταθμός: από τη θρησκεία στον υλισμό ή, αντίστροφα, από τον υλισμό στη θρησκεία.

 

 

«Ο Σκοπός Αγιάζει τα Μέσα»

 

 

Το Τάγμα των Ιησουϊτών, που οργανώθηκε στο πρώτο μισό του 16ου αιώνα για να πολεμήσει τον προτεσταντισμό, ποτέ δεν δίδαξε, πρέπει να το πούμε αυτό, ότι κάθε μέσο, ακόμα κι όταν είναι εγκληματικό από την άποψη της καθολικής ηθικής, είναι θεμιτό, αρκεί να οδηγεί στο «σκοπό», δηλαδή στο θρίαμβο του καθολικισμού. Ένα τέτοιο εσωτερικά αντιφατικό και ψυχολογικά παράλογο δόγμα είχε μοχθηρά αποδοθεί στους ιησουΐτες από τους προτεστάντες και ως ένα μέρος από τους καθολικούς αντιπάλους τους, που δεν είχαν κανένα δισταγμό στην εκλογή των μέσων για την πραγματοποίηση των δικών τους σκοπών. Οι ιησουΐτες θεολόγοι που, όπως οι θεολόγοι όλων των άλλων σχολών, είχαν απασχοληθεί με το ζήτημα της προσωπικής ευθύνης, στην πραγματικότητα δίδαξαν ότι το μέσο αυτό καθαυτό μπορεί να είναι ένα ζήτημα αδιάφορο, αλλά ότι η ηθική δικαίωση ή η καταδίκη του δοσμένου μέσου απορρέει από το σκοπό. Έτσι, ο φόνος αυτός καθαυτός είναι ένα ζήτημα αδιάφορο: το να πυροβολήσεις ένα λυσσασμένο σκυλί που απειλεί ένα παιδί –είναι αρετή. Το να πυροβολήσεις με σκοπό να βιάσεις ή να δολοφονήσεις –αυτό είναι έγκλημα. Πέρα απ’ αυτές τις κοινοτοπίες, οι θεολόγοι αυτού του Τάγματος δεν έκαναν καμιά άλλη διακήρυξη.

Όσο για την πρακτική ηθική τους, οι ιησουΐτες δεν ήταν καθόλου χειρότεροι από τους άλλους καλόγερους ή καθολικούς παπάδες. Αντίθετα, ήταν ανώτεροι απ’ αυτούς. Σε κάθε περίπτωση, ήταν πιο συνεπείς, πιο τολμηροί και πιο οξυδερκείς. Οι ιησουΐτες αντιπροσώπευαν μια μαχητική οργάνωση, αυστηρά συγκεντρωτική, επιθετική και επικίνδυνη όχι μονάχα για τους εχθρούς, μα και για τους συμμάχους. Στην ψυχολογία και στη μέθοδο δράσης του, ο ιησουΐτης της «ηρωικής» περιόδου ξεχώριζε από ένα συνηθισμένο παπά όσο ο πολεμιστής μιας θρησκείας από εκείνον που την εμπορεύεται. Δεν έχουμε κανένα λόγο να εξιδανικεύσουμε τον ένα ή τον άλλο. Αλλά είναι εντελώς ανεπίτρεπτο να αντικρίζεις έναν φανατικό πολεμιστή με τα μάτια που βλέπεις έναν στενοκέφαλο και νωθρό μαγαζάτορα.

Αν είναι να μείνουμε στο πεδίο των καθαρά τυπικών ή ψυχολογικών παρομοιώσεων, τότε μπορούμε, αν θέλετε, να πούμε ότι οι μπολσεβίκοι, σε σχέση με τους δημοκράτες και σοσιαλδημοκράτες κάθε απόχρωσης, φαίνονται όπως φαίνονταν οι ιησουΐτες σε σχέση με την ειρηνική εκκλησιαστική ιεραρχία. Σε σύγκριση με τους επαναστάτες μαρξιστές, οι σοσιαλδημοκράτες και οι κεντριστές[7] μοιάζουν σαν πνευματικά ανάπηροι ή σαν κομπογιαννίτες μπροστά σ’ ένα γιατρό: δεν σκέπτονται ένα πρόβλημα ως το τέλος του, αλλά πιστεύουν στη δύναμη του εξορκισμού και άνανδρα αποφεύγουν κάθε δυσκολία, ελπίζοντας σε ένα θαύμα. Οι οπορτουνιστές είναι οι ειρηνικοί έμποροι των σοσιαλιστικών ιδεών, ενώ οι μπολσεβίκοι είναι οι απτόητοι πολεμιστές τους. Από εδώ πηγάζουν το μίσος και οι συκοφαντίες ενάντια στους μπολσεβίκους όλων εκείνων που έχουν στην πλάτη τους άφθονα από τα ιστορικά καθορισμένα ελαττώματα των μπολσεβίκων, αλλά καμιά από τις αρετές τους.

Ωστόσο, ο παραλληλισμός μπολσεβικισμού και ιησουϊτισμού μένει ολότελα μονόπλευρος και επιφανειακός, μάλλον φιλολογικού παρά ιστορικού τύπου. Από την άποψη του χαρακτήρα και των συμφερόντων των τάξεων εκείνων πάνω στις οποίες βασίζονταν, οι ιησουΐτες αντιπροσώπευαν την αντίδραση, οι προτεστάντες την πρόοδο. Με τη σειρά του, ο περιορισμένος χαρακτήρας αυτής της «προόδου», βρήκε την άμεση έκφραση του στην ηθική των προτεσταντών. Έτσι, οι διδασκαλίες του Χριστού, «φιλτραρισμένες» από τους προτεστάντες, δεν εμπόδισαν καθόλου τον αστό Λούθηρο να απαιτήσει να εκτελεστούν οι επαναστατημένοι χωρικο[8] σαν «λυσσασμένα σκυλιά». Ο δόκτωρ Μαρτίνος θεωρούσε προφανώς ότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» πριν αυτό το αξίωμα να αποδοθεί στους ιησουΐτες. Με τη σειρά τους, οι ιησουΐτες, συναγωνιζόμενοι τους προτεστάντες, προσαρμόζονταν ολοένα και περισσότερο στο πνεύμα της αστικής κοινωνίας, και από τις τρεις επαγγελίες –φτώχεια, αγνότητα και υπακοή– διατήρησαν μόνο την τρίτη, κι αυτήν σε μια άκρως αμβλυμμένη μορφή. Από την άποψη του χριστιανικού ιδανικού, η ηθική των ιησουϊτών εκφυλιζόταν όσο αυτοί έπαυαν να είναι ιησουΐτες. Οι πολεμιστές της Εκκλησίας έγιναν οι γραφειοκράτες της Εκκλησίας και, όπως όλοι οι γραφειοκράτες, ήταν ολοκληρωμένοι απατεώνες.

 

 

Ιησουϊτισμός και Ωφελιμισμός

 

 

Η σύντομη αυτή ανασκόπηση είναι αρκετή, ίσως, για να δείξει πόση άγνοια και στενοκεφαλιά χρειάζεται για να πάρει κανείς στα σοβαρά την αντιπαράθεση στην «ιησουΐτικη» αρχή, «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», μιας άλλης φαινομενικά ανώτερης ηθικής, σύμφωνα με την οποία κάθε «μέσο» κουβαλάει μαζί του τη δική του ηθική ταμπέλα, όπως τα εμπορεύματα έχουν τις καθορισμένες τιμές τους σε κάθε μαγαζί. Είναι αξιοσημείωτο ότι η κοινή λογική του αγγλοσάξονα φιλισταίου έχει καταφέρει να αγανακτήσει με την «ιησουΐτικη» αρχή και ταυτόχρονα να εμπνευστεί από την ωφελιμιστική ηθική, την τόσο χαρακτηριστική της βρετανικής φιλοσοφίας. Παρόλα αυτά, το κριτήριο των Μπένθαμ-Τζον Μιλ, «η μεγαλύτερη δυνατή ευτυχία σ’ όσους το δυνατόν περισσότερους», σημαίνει ότι ηθικά είναι εκείνα τα μέσα που οδηγούν στην κοινή ευημερία σαν τον ανώτερο σκοπό. Στις γενικές του φιλοσοφικές διατυπώσεις ο αγγλοσαξονικός ωφελιμισμός συμπίπτει έτσι πλήρως με την «ιησουΐτικη» αρχή, «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Ο εμπειρισμός, βλέπετε, υπάρχει στον κόσμο μόνο για να μας ελευθερώνει από την ανάγκη να προσδιορίσουμε τους σκοπούς που μας προσιδιάζουν.

Ο Χέρμπερτ Σπένσερ, που στον εμπειρισμό του μπόλιασε ο Ντάρβιν την ιδέα της «εξέλιξης» σαν ένα ειδικό εμβόλιο, δίδαξε ότι στη σφαίρα της ηθικής η εξέλιξη προχωρεί από τις «αισθήσεις» στις «ιδέες». Οι αισθήσεις επιβάλλουν το κριτήριο της άμεσης απόλαυσης, ενώ οι ιδέες επιτρέπουν στον άνθρωπο να κατευθύνεται από το κριτήριο της μελλοντικής, διαρκούς και ανώτερης απόλαυσης. Έτσι, το ηθικό κριτήριο είναι κι εδώ επίσης η «απόλαυση» και η «ευτυχία». Αλλά το περιεχόμενο αυτού του κριτηρίου αποκτά πλάτος και βάθος, που εξαρτώνται από το επίπεδο της «εξέλιξης». Μ’ αυτόν τον τρόπο ακόμα και ο Χέρμπερτ Σπένσερ, με τις μέθοδες του δικού του «εξελικτικού» ωφελιμισμού, έδειξε ότι η αρχή, «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», δεν περιέχει τίποτε το ανήθικο.

Είναι, ωστόσο, αφέλεια να περιμένουμε από την αφηρημένη αυτή «αρχή» μια απάντηση στο πρακτικό ερώτημα: Τι επιτρέπεται και τι δεν επιτρέπεται να κάνουμε; Πέρα απ’ αυτό, η αρχή, «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», θέτει, φυσικά, το ερώτημα: και τι αγιάζει το σκοπό; Στην πρακτική ζωή, όπως και στην ιστορική κίνηση, ο σκοπός και τα μέσα αλλάζουν διαρκώς θέσεις. Ένα μηχάνημα υπό κατασκευή είναι ένας παραγωγικός «σκοπός» και μόνο όταν μπει στο εργοστάσιο μπορεί να γίνει «μέσο». Η δημοκρατία σε ορισμένες περίοδες είναι ο «σκοπός» του ταξικού αγώνα, και μόνο αργότερα μπορεί να μετατραπεί σε «μέσο» του. Χωρίς να περικλείνει τίποτε το ανήθικο, η λεγόμενη ιησουΐτικη αρχή αδυνατεί, ωστόσο, να λύσει το ηθικό πρόβλημα.

Με τον ίδιο τρόπο, ο «εξελικτικός» ωφελιμισμός του Σπένσερ μας αφήνει στα μισά του δρόμου, χωρίς μια απάντηση, αφού, σύμφωνα με τον Ντάρβιν, προσπαθεί να διαλύσει τη συγκεκριμένη ιστορική ηθική στις βιολογικές ανάγκες ή στα «κοινωνικά ένστικτα» –χαρακτηριστικά των ζώων που ζούνε κατά αγέλες– και αυτό σε μια εποχή που η πραγματική κατανόηση της ηθικής αναδύεται αποκλειστικά από ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον, δηλαδή από μια κοινωνία χωρισμένη σε τάξεις.

Ο αστικός εξελικτισμός σταματά ανίσχυρος στο κατώφλι της ιστορικής κοινωνίας γιατί δεν θέλει να αναγνωρίσει την κινητήρια δύναμη στην εξέλιξη των κοινωνικών μορφών: την πάλη των τάξεων. Η ηθική είναι μια από τις ιδεολογικές λειτουργίες σ’ αυτήν την πάλη. Η άρχουσα τάξη επιβάλλει τους δικούς της σκοπούς πάνω στην κοινωνία και την συνηθίζει να θεωρεί όλα αυτά τα μέσα που αντιτίθενται στους δικούς της σκοπούς σαν ανήθικα. Αυτή είναι ουσιαστικά η δουλειά της επίσημης ηθικής. Επιδιώκει τη «μεγαλύτερη δυνατή ευτυχία» όχι για την πλειοψηφία, αλλά για μια μικρή και ολοένα συρρικνούμενη μειοψηφία. Ένα τέτοιο καθεστώς δεν θα μπορούσε, μόνο με τη βία, να κρατήσει ούτε για μια βδομάδα. Έχει ανάγκη από το τσιμέντο της ηθικής. Η παραγωγή αυτού του τσιμέντου είναι το επάγγελμα των μικροαστών θεωρητικών και ηθικολόγων, που ακτινοβολούν όλα τα χρώματα της ίριδας, αλλά σε τελευταία ανάλυση παραμένουν οι απόστολοι της σκλαβιάς και της υποταγής.

 

 

«Οι Υποχρεωτικοί για Όλους Ηθικοί Κανόνες»

 

 

Όποιος δεν θέλει να γυρίσει πίσω στο Μωυσή, στο Χριστό ή στο Μωάμεθ, όποιος δεν ικανοποιείται με εκλεκτικιστικά συνονθυλεύματα, πρέπει να αναγνωρίσει ότι η ηθική είναι προϊόν της κοινωνικής εξέλιξης, ότι τίποτε σ’ αυτήν δεν είναι αμετάβλητο, ότι υπηρετεί κοινωνικά συμφέροντα, ότι αυτά τα συμφέροντα είναι αντιφατικά, ότι η ηθική, περισσότερο από κάθε άλλη μορφή ιδεολογίας, έχει έναν ταξικό χαρακτήρα.

Μα δεν υπάρχουν μήπως στοιχειώδη ηθικά αξιώματα, που η ανθρωπότητα τα επεξεργάστηκε στην εξέλιξή της σαν όλο και που είναι απαραίτητα για την ύπαρξη κάθε συλλογικού σώματος; Αναμφίβολα, τέτοια αξιώματα υπάρχουν, αλλά η επίδρασή τους είναι εξαιρετικά περιορισμένη και ασταθής. Όσο πιο οξυμένο χαρακτήρα αποκτά η πάλη των τάξεων, τόσο λιγότερο ισχυροί γίνονται οι «υποχρεωτικοί για όλους» κανόνες. Η ανώτατη μορφή ταξικής πάλης είναι ο εμφύλιος πόλεμος, που τινάζει στον αέρα όλους τους ηθικούς δεσμούς ανάμεσα στις αντίπαλες τάξεις.

Κάτω από «ομαλές» συνθήκες, ένας «φυσιολογικός» άνθρωπος τηρεί την εντολή: «Ου φονεύσεις». Αλλά αν σκοτώσει κανείς κάτω από εξαιρετικές συνθήκες αυτοάμυνας, το δικαστήριο τον αθωώνει. Αν πέσει θύμα δολοφόνου, το δικαστήριο θα θανατώσει το δολοφόνο. Η ανάγκη για δικαστήρια, όπως και για αυτοάμυνα, απορρέει από ανταγωνιστικά συμφέροντα. Όσον αφορά το κράτος, αυτό σε ειρηνικές περίοδες περιορίζεται σε νομιμοποιημένες εκτελέσεις ατόμων, έτσι που σε περίοδο πολέμου να μπορεί να μετατρέψει την «υποχρεωτική» εντολή, «Ου φονεύσεις», στο αντίθετό της. Οι πιο «ανθρωπιστικές» κυβερνήσεις, που σε ειρηνικές περίοδες «απεχθάνονται» τον πόλεμο, στη διάρκεια του πολέμου διακηρύσσουν ότι το ύψιστο καθήκον του στρατού τους είναι να εξοντώσει όσο μπορεί περισσότερους ανθρώπους.

Τα λεγόμενα «γενικώς αναγνωρισμένα» ηθικά αξιώματα έχουν ουσιαστικά έναν αλγεβρικό, δηλαδή απροσδιόριστο χαρακτήρα. Απλά εκφράζουν το γεγονός ότι ο άνθρωπος, στην ατομική του συμπεριφορά, δεσμεύεται από ορισμένους κοινούς κανόνες που απορρέουν από την ιδιότητά του ως μέλους της κοινωνίας. Η ανώτερη γενίκευση αυτών των κανόνων είναι η «κατηγορική προσταγή» του Καντ. Αλλά παρά το γεγονός ότι ο Καντ κατέχει μια υψηλή θέση στον φιλοσοφικό Όλυμπο, αυτή η προσταγή δεν ενσαρκώνει τίποτε το κατηγορικό γιατί δεν περιέχει τίποτε το συγκεκριμένο. Είναι ένα τσόφλι χωρίς περιεχόμενο.

Αυτή η κενότητα των υποχρεωτικών για όλους κανόνων, απορρέει από το γεγονός ότι σε όλα τα αποφασιστικά ζητήματα ο άνθρωπος νιώθει βαθύτερα και αμεσότερα πως είναι μέλος μιας τάξης παρά πως είναι μέλος μιας «κοινωνίας». Οι κανόνες της «υποχρεωτικής» ηθικής είναι στην πραγματικότητα γεμάτες με ταξικό, δηλαδή ανταγωνιστικό περιεχόμενο. Ο ηθικός κανόνας γίνεται τόσο περισσότερο κατηγορικός όσο λιγότερο είναι «υποχρεωτικός για όλους». Η αλληλεγγύη των εργατών, ιδιαίτερα των απεργών ή των μαχητών στα οδοφράγματα, είναι ασύγκριτα πιο «κατηγορική» από την ανθρώπινη γενικά αλληλεγγύη.

Η μπουρζουαζία, που ξεπερνά κατά πολύ το προλεταριάτο σε τελειότητα και αδιαλλαξία ταξικής συνείδησης, ενδιαφέρεται ζωτικά να επιβάλει τη δική της ηθική φιλοσοφία στις εκμεταλλευόμενες μάζες. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο οι συγκεκριμένοι κανόνες της καπιταλιστικής κατήχησης κρύβονται κάτω από ηθικές αφαιρέσεις, πατροναρισμένες από τη θρησκεία, τη φιλοσοφία, ή από εκείνο το νόθο πλάσμα που λέγεται «κοινή λογική». Η έκκληση σε αφηρημένους κανόνες δεν είναι ένα απλό, αμερόληπτο φιλοσοφικό λάθος, αλλά ένα αναγκαίο στοιχείο στο μηχανισμό της ταξικής απάτης. Η αποκάλυψη αυτής της απάτης, που διατηρεί στη ζωή την παράδοση χιλιάδων χρόνων, είναι το πρώτο καθήκον κάθε προλετάριου επαναστάτη.

 

 

Η Κρίση της Δημοκρατικής Ηθικής

 

 

Για να εξασφαλίσουν το θρίαμβο των συμφερόντων τους στα μεγάλα ζητήματα, οι κυρίαρχες τάξεις είναι υποχρεωμένες να κάνουν παραχωρήσεις στα δευτερεύοντα ζητήματα, και φυσικά μόνο στο βαθμό που αυτές οι παραχωρήσεις συμβιβάζονται με τα λογιστικά τους κατάστιχα. Στην εποχή της καπιταλιστικής ανόδου, ιδιαίτερα στις τελευταίες δεκαετίες πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι παραχωρήσεις αυτές, τουλάχιστο όσον αφορά τα ανώτερα στρώματα του προλεταριάτου, ήταν πέρα για πέρα πραγματικές. Η βιομηχανία εκείνη την περίοδο αναπτυσσόταν σχεδόν αδιάκοπα. Η ευημερία των πολιτισμένων εθνών –κι ως ένα μέρος και των εργαζομένων μαζών– ολοένα μεγάλωνε. Η δημοκρατία φαινόταν στερεή. Οι εργατικές οργανώσεις αναπτύσσονταν. Ταυτόχρονα, οι ρεφορμιστικές τάσεις βάθαιναν. Οι σχέσεις ανάμεσα στις τάξεις, εξωτερικά τουλάχιστον, διαρκώς αμβλύνονταν. Έτσι, ορισμένα στοιχειώδη ηθικά αξιώματα είχαν εγκαθιδρυθεί στις κοινωνικές σχέσεις, μαζί με τους κανόνες της δημοκρατίας και τις συνήθειες της συνεργασίας των τάξεων. Είχε δημιουργηθεί η εντύπωση για μια όλο και πιο ελεύθερη, πιο δίκαιη και πιο ανθρώπινη κοινωνία. Η ανοδική γραμμή της προόδου φαινόταν ατέλειωτη στην «κοινή λογική».

Όμως, αντί γι’ αυτό, ξέσπασε ο πόλεμος μαζί με μια σειρά από σπασμούς, κρίσεις, καταστροφές, επιδημίες και θηριωδίες. Η οικονομική ζωή της ανθρωπότητας έφτασε σε αδιέξοδο. Οι ταξικοί ανταγωνισμοί οξύνθηκαν και έγιναν πιο ωμοί. Οι ασφαλιστικές δικλίδες της δημοκρατίας άρχισαν να τινάζονται, η μια μετά την άλλη, στον αέρα. Τα στοιχειώδη ηθικά αξιώματα αποδείχτηκε ότι ήταν πιο εύθραυστα από τους δημοκρατικούς θεσμούς και τις ρεφορμιστικές αυταπάτες. Το ψέμα, η συκοφαντία, η εξαχρείωση, η δωροδοκία, ο καταναγκασμός, ο φόνος, αναπτύχθηκαν σε χωρίς προηγούμενο διαστάσεις. Σ’ έναν ζαλισμένο και αφελή, όλα αυτά τα εξοργιστικά φαινόμενα φαίνονταν σαν προσωρινό αποτέλεσμα του πολέμου. Στην πραγματικότητα ήταν και παραμένουν εκδηλώσεις της ιμπεριαλιστικής παρακμής. Η σήψη του καπιταλισμού δείχνει τη σήψη της σύγχρονης κοινωνίας μαζί με τους νόμους της και την ηθική της.

Η «σύνθεση» της ιμπεριαλιστικής αχρειότητας είναι ο φασισμός, άμεσος καρπός της χρεοκοπίας της αστικής δημοκρατίας μπροστά στα προβλήματα της ιμπεριαλιστικής εποχής. Απομεινάρια δημοκρατίας συνεχίζουν να υπάρχουν ακόμα μόνο στις πλούσιες καπιταλιστικές αριστοκρατίες: για κάθε «δημοκράτη» στην Αγγλία, τη Γαλλία, την Ολλανδία και το Βέλγιο υπάρχει ένας ορισμένος αριθμός αποικιακών σκλάβων. «Εξήντα Οικογένειες»[9] έχουν κάτω από τον έλεγχό τους τη Δημοκρατία των Ηνωμένων Πολιτειών και ούτω καθεξής. Πέρα απ’ αυτό, φιντάνια του φασισμού φυτρώνουν με γοργό ρυθμό σε όλες τις δημοκρατίες. Ο σταλινισμός, με τη σειρά του, είναι το προϊόν της ιμπεριαλιστικής πίεσης πάνω σ’ ένα καθυστερημένο και απομονωμένο εργατικό κράτος –ένα ιδιόμορφο συμμετρικό συμπλήρωμα του φασισμού.

Ενώ οι ιδεαλιστές φιλισταίοι –ανάμεσα στους οποίους οι αναρχικοί κατέχουν, φυσικά, την πρώτη θέση– ξεσκεπάζουν ακούραστα τον μαρξιστικό «αμοραλισμό» από τον Τύπο τους, τα αμερικανικά τραστ, σύμφωνα με τον Τζον Λιούις του Συνεδρίου Βιομηχανικών Οργανώσεων (C.I.O.), ξοδεύουν όχι λιγότερα από 80 εκατομμύρια δολάρια το χρόνο στον πρακτικό αγώνα ενάντια στην επαναστατική «ανηθικοποίηση», δηλαδή σε κατασκοπία, εξαγορά εργατών, συνωμοσίες και καταχθόνιες δολοφονίες. Η κατηγορική προσταγή προτιμά καμιά φορά πλάγιους δρόμους για το θρίαμβό της!

Είναι δίκαιο να σημειώσουμε ότι οι πιο ειλικρινείς και ταυτόχρονα οι πιο στενοκέφαλοι μικροαστοί ηθικολόγοι εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να ζουν μέσα στις εξιδανικευμένες αναμνήσεις του χθες και να ελπίζουν στην επιστροφή του. Δεν καταλαβαίνουν ότι η ηθική είναι μια λειτουργία της ταξικής πάλης, ότι η δημοκρατική ηθική αντιστοιχεί στην εποχή του φιλελεύθερου και προοδευτικού καπιταλισμού, ότι η όξυνση της πάλης των τάξεων, περνώντας στην τελευταία της φάση, κατάστρεψε οριστικά και αμετάκλητα αυτή την ηθική και ότι στη θέση της ήρθε, από τη μια μεριά, η ηθική του φασισμού, και, από την άλλη, η ηθική της προλεταριακής επανάστασης.

 

 

«Κοινή Λογική»

 

 

Η δημοκρατία και η «γενικώς αναγνωρισμένη» ηθική δεν είναι τα μόνα θύματα του ιμπεριαλισμού. Ο τρίτος μάρτυρας είναι η «παγκόσμια» κοινή λογική. Η κατώτερη αυτή μορφή νόησης δεν είναι απλά αναγκαία κάτω απ’ όλες τις συνθήκες, μα και κάτω από ορισμένους όρους είναι ακόμα και επαρκής. Το βασικό κεφάλαιο της κοινής λογικής αποτελείται από στοιχειώδη συμπεράσματα γενικής εμπειρίας: μη βάζεις το δάκτυλο στη φωτιά, όταν μπορείς προχώρα ίσια στο δρόμο σου, μην πειράζεις άγρια σκυλιά κλπ., κλπ. Κάτω από ένα σταθερό κοινωνικό περιβάλλον η κοινή λογική φτάνει για να παζαρεύει κανείς, να φροντίζει την υγεία του, να γράφει άρθρα, να διευθύνει εργατικά συνδικάτα, να ψηφίζει στη βουλή, να παντρεύεται και να διαιωνίζει το είδος του. Αλλά όταν η ίδια αυτή κοινή λογική δοκιμάσει να προχωρήσει πέρα από τα καθορισμένα όριά της και να μπει στην αρένα πιο πολύπλοκων γενικεύσεων, παρουσιάζεται σαν ένα κουβάρι από προκαταλήψεις μιας ορισμένης τάξης και μιας ορισμένης εποχής. Μια απλή καπιταλιστική κρίση είναι αρκετή για να φέρει την κοινή λογική σε αδιέξοδο, και μπροστά σε τέτοιες καταστροφές όπως είναι η επανάσταση, η αντεπανάσταση και ο πόλεμος, η κοινή λογική αποδείχνεται μια καθαρή τρέλα. Για να καταλάβουμε τις καταστροφικές παραβιάσεις της «ομαλής» πορείας των γεγονότων χρειάζονται ανώτερες ιδιότητες νόησης, και αυτές έχουν εκφραστεί μέχρι τώρα φιλοσοφικά μόνο από τον διαλεκτικό υλισμό.

Ο Μαξ Ίστμαν, που με επιτυχία προσπαθεί να προικίσει την «κοινή λογική» με ένα πιο ελκυστικό φιλολογικό στιλ, δεν κατάφερε με την πάλη του ενάντια στη διαλεκτική τίποτε περισσότερο από το να δημιουργήσει ένα επάγγελμα για τον εαυτό του. Ο Ίστμαν παίρνει στα σοβαρά τις συντηρητικές κοινοτοπίες, τις ντυμένες μ’ ένα ωραίο στιλ, της κοινής λογικής σαν την «επιστήμη της επανάστασης». Υποστηρίζοντας τους αντιδραστικούς σνομπ του περιοδικού «Κοινή Λογική», βεβαιώνει την ανθρωπότητα με αμίμητη αυτοπεποίθηση ότι αν ο Τρότσκι καθοδηγούνταν όχι από τη μαρξιστική θεωρία, αλλά από την κοινή λογική, δεν θα …έχανε την εξουσία. Η εσώτερη εκείνη διαλεκτική, που μέχρι τώρα εμφανίστηκε σε μια διαδοχή καθορισμένων σταδίων σ’ όλες τις επαναστάσεις, δεν υπάρχει για τον Ίστμαν. Γι’ αυτόν, ο παραμερισμός της επανάστασης από την αντίδραση οφείλεται στον ανεπαρκή σεβασμό προς την κοινή λογική. Ο Ίστμαν δεν καταλαβαίνει ότι ο Στάλιν είναι εκείνος που με μια ιστορική έννοια, έπεσε θύμα της κοινής λογικής, δηλαδή της ανεπάρκειάς της, αφού η εξουσία που κατέχει υπηρετεί σκοπούς εχθρικούς προς τον μπολσεβικισμό. Αντίθετα, η μαρξιστική θεωρία μάς επέτρεψε να ξεκόψουμε έγκαιρα από τη θερμιδοριανή γραφειοκρατία και να συνεχίσουμε να υπηρετούμε τους σκοπούς του διεθνούς σοσιαλισμού.

Κάθε επιστήμη, μαζί και η «επιστήμη της επανάστασης», επαληθεύεται από την εμπειρία. Μια που ο Ίστμαν ξέρει καλά πώς να διατηρήσει την επαναστατική εξουσία κάτω από συνθήκες παγκόσμιας αντεπανάστασης, τότε θα ξέρει επίσης, ας το ελπίσουμε, το πώς να κατακτήσει την εξουσία. Πολύ θα επιθυμούσαμε να μας αποκαλύψει στο τέλος τα μυστικά του. Και ακόμα καλύτερα αν τό ’κανε αυτό με τη μορφή ενός σχεδίου προγράμματος για ένα επαναστατικό κόμμα με τον τίτλο: «Πώς να Καταχτάς και να Διατηρείς την Εξουσία». Φοβούμαστε, ωστόσο, ότι ακριβώς η κοινή λογική είναι εκείνη που θα τον αναγκάσει να παραιτηθεί από μια τέτοια επικίνδυνη δουλειά. Και αυτή τη φορά η κοινή λογική θά ’χει δίκιο.

Η μαρξιστική θεωρία, που, αλίμονο, ο Ίστμαν ποτέ δεν την κατάλαβε, μας επέτρεψε να προβλέψουμε το αναπόφευκτο, κάτω από ορισμένες ιστορικές συνθήκες, του Σοβιετικού Θερμιδόρ[10] με όλη την αλυσίδα των εγκλημάτων του. Η ίδια αυτή θεωρία, πριν από πολύ καιρό, πρόβλεψε το αναπόφευκτο της πτώσης της αστικής δημοκρατίας και της ηθικής της. Στο μεταξύ, οι δογματικοί της «κοινής λογικής» πιάστηκαν στον ύπνο από το φασισμό και το σταλινισμό. Η κοινή λογική λειτουργεί με αμετάβλητα μεγέθη μέσα σ’ έναν κόσμο όπου μόνο η αλλαγή είναι αμετάβλητη. Αντίθετα, η διαλεκτική παίρνει όλα τα φαινόμενα, τους θεσμούς και τους κανόνες στη γέννηση, την ανάπτυξη και την παρακμή τους. Η άποψη της διαλεκτικής ότι η ηθική είναι ένα δευτερεύον και παροδικό προϊόν της πάλης των τάξεων φαίνεται στην κοινή λογική σαν «αμοραλισμός». Κι όμως δεν υπάρχει τίποτε πιο μπαγιάτικο, πιο ρηχό, πιο γεμάτο αυτοϊκανοποίηση και κυνισμό από την ηθική της κοινής λογικής!

 

 

Οι Ηθικολόγοι και η Γκε Πε Ου

 

 

Οι Δίκες της Μόσχας[11] πρόσφεραν την ευκαιρία για μια σταυροφορία ενάντια στον μπολσεβίκικο «αμοραλισμό». Ωστόσο, η σταυροφορία δεν άνοιξε μονομιάς. Η αλήθεια είναι ότι στην πλειοψηφία τους οι ηθικολόγοι, άμεσα η έμμεσα, ήταν φίλοι του Κρεμλίνου. Σαν τέτοιοι προσπαθούσαν για καιρό να κρύψουν την κατάπληξή τους κι ακόμα προσποιούνταν ότι τίποτε το ασυνήθιστο δεν είχε συμβεί.

Αλλά οι Δίκες της Μόσχας δεν ήταν καθόλου ένα ατύχημα. Η δουλική υποταγή, η υποκρισία, η επίσημη λατρεία του ψέματος, η δωροδοκία και άλλες μορφές διαφθοράς είχαν αρχίσει ήδη να ανθούν στη Μόσχα από το 1924-1925. Οι μελλοντικές δικαστικές πλεκτάνες προετοιμάζονταν ανοικτά μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου. Δεν έλειψε η προειδοποίηση. Οι «φίλοι», όμως, δεν είχαν τη διάθεση να δούνε τίποτε. Δεν πρέπει να απορεί κανείς: οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους κυρίους, ασυμφιλίωτα εχθρικοί την εποχή της Οκτωβριανής Επανάστασης, έγιναν φίλοι της Σοβιετικής Ένωσης στο βαθμό που προχωρούσε ο θερμιδοριανός εκφυλισμός της –οι μικροαστοί δημοκράτες της Δύσης αναγνώρισαν στη μικροαστική γραφειοκρατία της Ανατολής μια συγγενική ψυχή.

Οι άνθρωποι αυτοί πίστευαν πραγματικά τις κατηγορίες της Μόσχας; Μόνο οι πιο ηλίθιοι. Οι άλλοι δεν επιθυμούσαν να μπουν στον κόπο της επαλήθευσης. Είναι μήπως λογικό να εκθέσεις σε κίνδυνο την κολακευτική, βολική και συχνά καλοπληρωμένη φιλία με τις σοβιετικές Πρεσβείες; Ύστερα –ω, δεν το ξέχασαν κι αυτό!– η αδιάκριτη αλήθεια μπορεί να βλάψει το γόητρο της ΕΣΣΔ. Οι άνθρωποι αυτοί έκριναν τα εγκλήματα με ωφελιμιστικά κριτήρια, δηλαδή εφαρμόζοντας ανοικτά την αρχή: «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».

Ο Πριτ, ο σύμβουλος του βασιλιά της Αγγλίας, που τα κατάφερνε να συνδυάζει με επιτυχία τον τίτλο του ευγενούς με το ρόλο του συνηγόρου του σταλινισμού, αφού ανακάλυψε ότι το κάθετι ήταν εντάξει, ανέλαβε την αδιάντροπη πρωτοβουλία. Ο Ρομέν Ρολάν, που το ηθικό του κύρος βρίσκεται υψηλά ανάμεσα στους σοβιετικούς εκδοτικούς οίκους, έσπευσε να τυπώσει ένα μανιφέστο του, στο οποίο ο μελαγχολικός λυρισμός πάει χέρι χέρι με τον ξεμωραμένο κυνισμό. Η Γαλλική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που κατακεραύνωσε τον «αμοραλισμό του Λένιν και του Τρότσκι» το 1917, όταν αυτοί σπάσανε τη στρατιωτική συμμαχία με τη Γαλλία, έσπευσε το 1936 να κρίνει τα εγκλήματα του Στάλιν κάτω από το πρίσμα των συμφερόντων του Γάλλο-σοβιετικού Συμφώνου[12]. Ένας πατριωτικός σκοπός αγιάζει, όπως είναι γνωστό, κάθε μέσο. «Το Έθνος» και «Η Νέα Δημοκρατία» έκλειναν τα μάτια τους μπροστά στα κατορθώματα του Γιαγκόντα, μια και η «φιλία» τους με την ΕΣΣΔ εγγυούνταν το δικό τους κύρος. Πριν ένα μόλις χρόνο αυτοί οι κύριοι κάθε άλλο παρά διακήρυσσαν ότι ο σταλινισμός και ο τροτσκισμός είναι ένα και το ίδιο πράγμα. Έπαιρναν ανοιχτά το μέρος του Στάλιν, για το ρεαλισμό του, για τη δικαιοσύνη του και για τον Γιαγκόντα του. Κρατήθηκαν σ’ αυτή τη θέση όσο περισσότερο μπορούσαν.

Μέχρι τη στιγμή της εκτέλεσης του Τουχατσέφσκι, του Γιακίρ και των άλλων στρατηγών, η μεγάλη μπουρζουαζία των δημοκρατικών χωρών παρακολουθούσε την εκτέλεση των επαναστατών στην ΕΣΣΔ, όχι χωρίς ευχαρίστηση, αν και κάτω από μια επίφαση απέχθειας. Μ’ αυτήν την έννοια «Το Έθνος» και «Η Νέα Δημοκρατία», για να μη μιλήσουμε για τον Ντιούραντι, τον Λουίς Φίσερ και τις συγγενικές τους εκπορνευμένες πένες, απηχούσαν στο ακέραιο τα συμφέροντα του «δημοκρατικού» ιμπεριαλισμού. Η εκτέλεση των στρατηγών τρόμαξε την μπουρζουαζία, αναγκάζοντάς την να καταλάβει ότι η προχωρημένη αποσύνθεση του σταλινικού μηχανισμού διευκόλυνε το έργο του Χίτλερ, του Μουσολίνι και του Μικάδο. Οι «Τάιμς της Νέας Υόρκης», με προφύλαξη, αλλά και επιμονή, άρχισαν να διορθώνουν το δικό τους Ντιούραντι. Στο Παρίσι «Ο Χρόνος» άνοιξε τις στήλες του για να χύσει λίγο φως στην πραγματική κατάσταση της ΕΣΣΔ. Όσο για τους μικροαστούς ηθικολόγους και κόλακες, αυτοί δεν ήταν τίποτε περισσότερο από δουλικές απηχήσεις της καπιταλιστικής τάξης. Επιπλέον, όταν η Διεθνής Επιτροπή Έρευνας[13], με πρόεδρο τον Τζον Ντιούι, δημοσίευσε την ετυμηγορία της, έγινε καθαρό σε κάθε άνθρωπο που είχε λίγο μυαλό ότι η παραπέρα ανοικτή υπεράσπιση της Γκε Πε Ου[14] ισοδυναμούσε με κίνδυνο πολιτικού και ηθικού θανάτου. Μόνο εκείνη τη στιγμή οι «φίλοι» αποφάσισαν να φέρουν τις αιώνιες ηθικές αλήθειες στον κόσμο του θεού, δηλαδή να υποχωρήσουν στη δεύτερη σειρά χαρακωμάτων.

Οι τρομοκρατημένοι σταλινικοί και μισοσταλινικοί δεν κατέχουν την τελευταία θέση ανάμεσα στους ηθικολόγους. Ο Εβγκένι Λάιον για αρκετά χρόνια συγκατοικούσε ευγενικά με τη θερμιδοριανή κλίκα, θεωρώντας τον εαυτό του σχεδόν μπολσεβίκο. Αποτραβηγμένος από το Κρεμλίνο –για λόγους που μας είναι αδιάφοροι– υψώθηκε, όπως ήταν φυσικό, αμέσως στα σύννεφα του ιδεαλισμού. Ο Λίστον Όουκ είχε μέχρι τελευταία τόσο πολύ την εμπιστοσύνη της Κόμιντερν ώστε του ανατέθηκε να κατευθύνει την αγγλική προπαγάνδα υπέρ της δημοκρατικής Ισπανίας. Αυτό δεν τον εμπόδισε, φυσικά, μόλις παράτησε το πόστο του να παρατήσει επίσης και το μαρξιστικό αλφάβητο. Ο εκπατρισμένος Βάλτερ Κριβίτσκι, διακόπτοντας τις σχέσεις του με την Γκε Πε Ου, προσχώρησε αμέσως στην αστική δημοκρατία. Προφανώς αυτή είναι επίσης η μεταμόρφωση του υπέργηρου Σαρλ Ράποπορ. Έχοντας πετάξει το σταλινισμό στη θάλασσα, οι άνθρωποι αυτού του είδους –και είναι πολλοί– είναι αδύνατο να μη ζητήσουν αποζημίωση στα δόγματα της αφηρημένης ηθικής για την απογοήτευση και τον ξεπεσμό των ιδεωδών που γνώρισαν. Ρωτήστε τους: Γιατί μεταπηδήσατε από τις γραμμές της Κόμιντερν ή της Γκε Πε Ου στο στρατόπεδο της μπουρζουαζίας;. Έχουν έτοιμη την απάντηση: Ο τροτσκισμός δεν είναι καλύτερος από το σταλινισμό.

 

 

Η Νοοτροπία των Πολιτικών Σκακιστών

 

 

«Ο τροτσκισμός είναι επαναστατικός ρομαντισμός. Ο σταλινισμός είναι πρακτική πολιτική». Από τη χυδαία αυτή αντιπαράθεση, με την οποία ο μέσος φιλισταίος δικαιολογούσε ως τα χθες τη φιλία του με το Θερμιδόρ ενάντια στην Επανάσταση, δεν απομένει σήμερα ούτε ίχνος. Γενικά, σήμερα ο τροτσκισμός και ο σταλινισμός δεν αντιπαραθέτονται αλλά ταυτίζονται. Ταυτίζονται, όμως, μόνο στη μορφή, όχι στην ουσία. Έχοντας υποχωρήσει στον μεσημβρινό της «κατηγορικής προσταγής», οι δημοκράτες συνεχίζουν στην πραγματικότητα να υπερασπίζουν την Γκε Πε Ου, αλλά αυτή τη φορά με καλύτερο καμουφλάζ και μεγαλύτερη δυσπιστία. Αυτός που συκοφαντεί το θύμα βοηθάει τον εκτελεστή. Σ’ αυτή την περίπτωση, όπως και σε άλλες, η ηθική υπηρετεί την πολιτική.

Ο δημοκράτης φιλισταίος και ο σταλινικός γραφειοκράτης είναι, αν όχι δίδυμοι, αδελφοί στο πνεύμα. Όπως και νά ’χει, πολιτικά ανήκουν στο ίδιο στρατόπεδο. Το σημερινό κυβερνητικό σύστημα της Γαλλίας και –αν προσθέσουμε τους αναρχικούς– της δημοκρατικής Ισπανίας, βασίζονται στη συνεργασία των σταλινικών, των σοσιαλδημοκρατών και των φιλελευθέρων.

Αν το βρετανικό Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα[15] φαίνεται αναστατωμένο, είναι γιατί για ορισμένα χρόνια δεν αποτραβήχτηκε από το αγκάλιασμα της Κόμιντερν. Το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα διέγραψε τους τροτσκιστές από τις γραμμές του ακριβώς όταν ετοιμάστηκε να ενωθεί με τους σταλινικούς. Αν η ενοποίηση δεν πραγματοποιήθηκε, δεν ήταν γιατί υπήρχαν διαφορές αρχών –τι απομένει πια απ’ αυτές;– αλλά γιατί οι σοσιαλδημοκράτες καριερίστες φοβούνταν για τα πόστα τους. Επιστρέφοντας από την Ισπανία, ο Νόρμαν Τόμας δήλωσε ότι «αντικειμενικά» οι τροτσκιστές βοηθούν το Φράνκο, και μ’ αυτή του την υποκειμενική ηλιθιότητα πρόσφερε «αντικειμενική» υπηρεσία στους δήμιους της Γκε Πε Ου.

Ο ακριβοδίκαιος αυτός άνθρωπος διέγραψε τους αμερικάνους «τροτσκιστές» από το κόμμα του, ακριβώς όπως η Γκε Πε Ου τσάκισε τους ομοϊδεάτες τους στην ΕΣΣΔ και στην Ισπανία. Σε πολλές δημοκρατικές χώρες οι σταλινικοί, παρόλο τους τον «αμοραλισμό», έχουν διεισδύσει στον κρατικό μηχανισμό όχι χωρίς επιτυχία. Στα εργατικά συνδικάτα συγκατοικούν άνετα με γραφειοκράτες άλλων αποχρώσεων. Πραγματικά, οι σταλινικοί κρατάνε εξαιρετικά ελαφρόμυαλη στάση απέναντι στον Ποινικό Κώδικα και μ’ αυτό τον τρόπο τρέπουν σε φυγή τους «δημοκράτες» φίλους τους σε ειρηνικές περίοδες. Σε εξαιρετικές, όμως, περιστάσεις, όπως έδειξε το παράδειγμα της Ισπανίας, γίνονται ακόμα πιο σίγουρα οι αρχηγοί της μικρομπουρζουαζίας ενάντια στο προλεταριάτο.

Η Δεύτερη Διεθνής[16] και η Διεθνής του Άμστερνταμ[17] δεν πήραν, φυσικά, πάνω τους την ευθύνη για τις σκευωρίες. Αυτή τη δουλειά την άφησαν στην Κόμιντερν (Κομμουνιστική Διεθνή)[18]. Οι ίδιες κάθισαν ήσυχες. Ιδιωτικά εξήγησαν ότι από «ηθική» άποψη ήταν ενάντια στον Στάλιν, αλλά από πολιτική άποψη ήταν μαζί του. Μόνο όταν το Λαϊκό Μέτωπο[19] στη Γαλλία ράγισε ανεπανόρθωτα και υποχρέωσε τους Σοσιαλιστές να σκεφτούν για το αύριο, ο Λεόν Μπλουμ βρήκε, στο βάθος του καλαμαριού του, τις αναγκαίες φόρμουλες για ηθική αγανάκτηση.

Αν ο Ό­το Μπά­ουερ κα­τα­δί­κα­σε με μισόλογα τη δι­καιο­σύ­νη του Βι­σίν­σκι, το έ­κα­νε μό­νο και μόνο για να υ­πο­στη­ρί­ξει την πο­λι­τι­κή του Στά­λιν με με­γα­λύ­τε­ρη «α­με­ρο­λη­ψί­α». Η μοί­ρα του σο­σια­λι­σμού, σύμ­φω­να με πρό­σφα­τη δή­λω­ση του Μπά­ουερ, εί­ναι δε­μέ­νη με τη μοί­ρα της Σο­βιε­τι­κής Έ­νω­σης. «Και η μοί­ρα της Σο­βιε­τι­κής Έ­νω­σης», συ­νε­χί­ζει, «εί­ναι η μοί­ρα του στα­λι­νι­σμού ό­σο (!) η ε­σω­τε­ρι­κή α­νά­πτυ­ξη της ί­διας της Σο­βιε­τι­κής Έ­νω­σης δεν ξε­περ­νά τη στα­λι­νι­κή φά­ση α­νά­πτυ­ξης». Ο­λό­κλη­ρος ο Μπά­ουερ, ο­λό­κλη­ρος ο Αυ­στρο­μαρ­ξι­σμός[20], ο­λό­κλη­ρη η ψευ­τιά και η σα­πί­λα της Σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τί­ας, βρί­σκο­νται συ­γκε­ντρω­μέ­να στην α­ξιο­ση­μεί­ω­τη αυ­τή φρά­ση: «Ό­σο» η στα­λι­νι­κή γρα­φειο­κρα­τί­α θα εί­ναι αρ­κε­τά ι­σχυ­ρή ώ­στε να σκο­τώ­νει τους προ­ο­δευ­τι­κούς εκ­προ­σώ­πους της «ε­σω­τε­ρι­κής α­νά­πτυ­ξης», ο Μπά­ουερ θα είναι κολ­λη­μέ­νος πάνω στον Στά­λιν. Ό­ταν, σε πεί­σμα του Μπά­ουερ, οι ε­πα­να­στα­τι­κές δυ­νά­μεις α­να­τρέ­ψουν τον Στά­λιν, τό­τε ο Μπά­ουερ θα α­να­γνω­ρί­σει γεν­ναιό­φρο­να την «ε­σω­τε­ρι­κή α­νά­πτυ­ξη» –με κα­θυ­στέ­ρη­ση ό­χι με­γα­λύ­τε­ρη α­πό 10 χρό­νια.

Πί­σω α­πό τις πα­λιές Διε­θνείς σέρ­νο­νται οι κε­ντρι­στές, το Γρα­φεί­ο του Λον­δί­νου[21], που συν­δυά­ζει με ε­πι­τυ­χί­α τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ε­νός παι­δι­κού κή­που, ε­νός σχο­λειού δια­νο­η­τι­κά κα­θυ­στε­ρη­μέ­νων ε­φή­βων και ε­νός α­σύ­λου αναπήρων. Ο γραμ­μα­τέ­ας του Γρα­φεί­ου, Φέ­νερ Μπροκ­γουέ­ι, άρ­χι­σε με τη δια­κή­ρυ­ξη ό­τι η έ­ρευ­να για τις Δί­κες της Μό­σχας θα μπο­ρού­σε να «βλά­ψει την ΕΣ­ΣΔ», και πρό­τει­νε, α­ντί­θε­τα, μια έ­ρευ­να για …την πο­λι­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα του Τρό­τσκι α­πό μια «α­με­ρό­λη­πτη» ε­πι­τρο­πή που θα την α­πο­τε­λού­σαν πέ­ντε ά­σπον­δοι ε­χθροί του Τρό­τσκι. Ο Μπρά­ντλερ και ο Λόβ­στοουν τά­χτη­καν α­νοι­κτά αλ­λη­λέγ­γυοι με το Για­γκό­ντα. Δια­χώ­ρι­σαν τη θέ­ση τους μό­νο α­πό το Γιέ­ζοφ. Ο Γιά­κο­μπ Βάλ­χερ, μ’ έ­να φα­νε­ρά ψεύ­τι­κο πρό­σχη­μα, αρ­νή­θη­κε να κά­νει δυ­σμε­νή κα­τά­θε­ση για τον Στά­λιν στη Διε­θνή Ε­πι­τρο­πή που προ­ε­δρευό­ταν α­πό τον Τζον Ντιούι. Η σά­πια η­θι­κή αυ­τών των αν­θρώ­πων εί­ναι προ­ϊ­όν της σά­πιας πο­λι­τι­κής τους.

Αλ­λά ο πιο α­ξιο­θρή­νη­τος ρό­λος εί­ναι ί­σως ε­κεί­νος που παί­ξα­νε οι αναρχικοί. Αν ο στα­λι­νι­σμός και ο τρο­τσκι­σμός εί­ναι έ­να και το ί­διο πράγ­μα, ό­πως δια­βε­βαιώ­νουν σε κά­θε τους φρά­ση, τό­τε για­τί οι ι­σπα­νοί α­ναρ­χι­κοί βο­η­θούν τους στα­λι­νι­κούς να εκ­δι­κη­θούν τους τρο­τσκι­στές και ταυ­τό­χρο­να τους ε­πα­να­στά­τες α­ναρ­χι­κούς; Οι πιο ει­λι­κρι­νείς α­ναρ­χι­κοί θε­ω­ρη­τι­κοί α­πα­ντούν: αυ­τό εί­ναι το τί­μη­μα για τα πο­λε­μο­φό­δια. Με άλ­λα λό­για: ο σκο­πός α­γιά­ζει τα μέ­σα. Αλ­λά ποιος εί­ναι ο σκο­πός τους: Ο α­ναρ­χι­σμός; Ο σο­σια­λι­σμός; Ό­χι, όχι, –α­πλά η διά­σω­ση της ί­διας ε­κεί­νης α­στι­κής δη­μο­κρα­τί­ας που προ­ε­τοί­μα­σε την ε­πι­τυ­χί­α του φασισμού. Στους τα­πει­νούς σκο­πούς α­ντι­στοι­χούν πάντα τα­πει­νά μέ­σα.

Αυ­τή εί­ναι η πραγ­μα­τι­κή διά­τα­ξη των πιο­νιών στην πα­γκό­σμια πο­λι­τι­κή σκακιέρα.

 

 

Στα­λι­νι­σμός –έ­να Προ­ϊ­όν της Πα­λιάς Κοι­νω­νί­ας

 

 

Η Ρω­σί­α έ­κα­νε το με­γα­λύ­τε­ρο άλ­μα στην ι­στο­ρί­α, έ­να άλ­μα στο ο­ποί­ο οι πιο προ­ο­δευ­τι­κές δυ­νά­μεις της χώ­ρας βρή­καν την έκ­φρα­σή τους. Τώ­ρα, στη ση­με­ρι­νή α­ντί­δρα­ση, που η ορ­μή της εί­ναι α­νά­λο­γη με την ορ­μή τής τότε ε­πα­νά­στα­σης, η κα­θυ­στέ­ρη­ση παίρ­νει την εκ­δί­κη­σή της. Ο στα­λι­νι­σμός εν­σαρ­κώ­νει αυ­τή την α­ντί­δρα­ση. Η βαρ­βα­ρό­τη­τα της πα­λιάς ρω­σι­κής ι­στο­ρί­ας πά­νω σε νέ­ες κοι­νω­νι­κές βά­σεις φαί­νε­ται α­κό­μα πιο α­πο­κρου­στι­κή για­τί εί­ναι υποχρε­ωμέ­νη να κρύ­βε­ται πί­σω α­πό μια υ­πο­κρι­σί­α που δεν έ­χει το προ­η­γού­με­νο της στην ι­στο­ρί­α.

Οι φι­λε­λεύ­θε­ροι και οι σο­σιαλ­δη­μο­κρά­τες της Δύ­σης, που η Ρω­σι­κή Ε­πα­νά­στα­ση τους είχε α­να­γκά­σει να αμ­φι­βά­λουν για τις σά­πιες ι­δέ­ες τους, δο­κι­μά­ζουν τώ­ρα έ­να νέ­ο κύ­μα κου­ρά­γιου. Η η­θι­κή γάγ­γραι­να της σο­βιε­τι­κής γρα­φειο­κρα­τί­ας τούς φά­νη­κε σαν α­πο­κα­τά­στα­ση του φιλελευθερισμού. Τα τε­τρά­δια με τα στε­ρε­ό­τυ­πα σύ­ρο­νται ξα­νά στο φως της η­μέ­ρας: «Κά­θε δι­κτα­το­ρί­α κρύ­βει μέ­σα της τους σπό­ρους του ί­διου του εκ­φυ­λι­σμού της», «Μό­νο η δη­μο­κρα­τί­α εγ­γυά­ται την α­νά­πτυ­ξη της προ­σω­πι­κό­τη­τας» κλπ., κλπ.

Η α­ντι­πα­ρά­θε­ση δη­μο­κρα­τί­ας και δι­κτα­το­ρί­ας, που στη δο­σμέ­νη πε­ρί­πτω­ση πε­ρι­λαμ­βά­νει την κα­τα­δί­κη του σο­σια­λι­σμού προς ό­φε­λος του α­στι­κού κα­θε­στώ­τος, προ­κα­λεί κα­τά­πλη­ξη α­πό θε­ω­ρη­τι­κή ά­πο­ψη με την α­γραμ­μα­το­σύ­νη και την α­συ­νει­δη­σί­α της. Η στα­λι­νι­κή μό­λυν­ση – μια ι­στο­ρι­κή πραγ­ματικότητα, α­ντι­πα­ρα­τί­θε­ται στη δη­μο­κρα­τί­α – σε μια υ­πε­ρι­στο­ρι­κή α­φαί­ρε­ση. Αλ­λά και η δη­μο­κρα­τί­α έ­χει ε­πί­σης μια ι­στο­ρί­α α­πό την ο­ποί­α δε λεί­πει η μό­λυν­ση. Για να χα­ρα­κτη­ρί­σου­με τη σο­βιε­τι­κή γρα­φειο­κρα­τί­α, δα­νει­στή­κα­με τους ό­ρους «Θερ­μι­δόρ» και «Βο­να­παρ­τι­σμός» α­πό την ι­στο­ρί­α της α­στι­κής δη­μο­κρα­τί­ας για­τί –ας γί­νει κι αυ­τό γνω­στό στους ό­ψι­μους δογ­μα­τι­κούς του φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού– η δη­μο­κρα­τί­α δεν ήρ­θε κα­θό­λου στον κό­σμο α­πό το δημο­κρα­τι­κό δρό­μο. Μό­νο έ­να χυ­δαί­ο πνεύ­μα μπο­ρεί να ι­κα­νο­ποι­η­θεί α­να­μα­σώ­ντας τη θε­ω­ρί­α ό­τι ο βοναπαρ­τι­σμός ήταν «ο φυ­σι­κός καρ­πός» του γιακομπινισμού, η ι­στο­ρι­κή τι­μω­ρί­α για την πα­ρα­βί­α­ση της δη­μο­κρα­τί­ας κλπ. Δί­χως τα δί­καια μέ­τρα των Για­κο­μπί­νων ε­νά­ντια στο φε­ου­δα­λι­σμό, η α­στι­κή δη­μο­κρα­τί­α θα ήταν α­πο­λύ­τως αδιανόητη. Η α­ντι­πα­ρά­θε­ση των συ­γκε­κρι­μέ­νων ι­στο­ρι­κών φά­σε­ων του για­κο­μπι­νι­σμού, του θερ­μι­δόρ και του βο­να­παρ­τι­σμού στην ε­ξι­δα­νι­κευ­μέ­νη α­φαί­ρε­ση της «δη­μο­κρα­τί­ας» εί­ναι τό­σο α­νό­η­τη ό­σο η α­ντι­πα­ρά­θε­ση των πό­νων της γέν­νας σ’ έ­να ζω­ντα­νό παιδί.

Ο στα­λι­νι­σμός με τη σει­ρά του δεν εί­ναι μια α­φηρη­μένη έν­νοια της «δι­κτα­το­ρί­ας», αλ­λά μια τε­ρά­στια γρα­φειο­κρα­τι­κή α­ντί­δρα­ση ε­νά­ντια στην προ­λε­τα­ρια­κή δι­κτα­το­ρί­α σε μια κα­θυ­στε­ρη­μέ­νη και α­πο­μο­νω­μέ­νη χώρα. Η Ο­κτω­βρια­νή Ε­πα­νά­στα­ση κα­τάρ­γη­σε τα προ­νό­μια, κή­ρυ­ξε τον πό­λε­μο ε­νά­ντια στην κοι­νω­νι­κή ανισότη­τα, α­ντι­κα­τέ­στη­σε τη γρα­φειο­κρα­τί­α με την αυ­το­κυ­βέρ­νη­ση των ερ­γα­ζο­μέ­νων, κα­τάρ­γη­σε τη μυ­στι­κή διπλω­μα­τί­α, πά­σχι­σε να κά­νει ό­λες τις κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις ε­ντε­λώς διά­φα­νες. Ο στα­λι­νι­σμός ε­γκα­θί­δρυ­σε ξα­νά τις πιο α­πο­κρου­στι­κές μορ­φές προ­νο­μί­ων και έ­δο­σε στην α­νι­σό­τη­τα προ­κλη­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα, στραγγά­λι­σε την αυ­τε­νέρ­γεια των μα­ζών με τον α­στυ­νο­μι­κό α­πο­λυ­ταρ­χι­σμό, με­τα­μόρ­φω­σε τη διοί­κη­ση σε μο­νο­πώ­λιο της ο­λι­γαρ­χί­ας του Κρεμ­λί­νου και ξα­νά­φε­ρε στη ζω­ή το φε­τι­χι­σμό της ε­ξου­σί­ας με μορ­φές που δε θα τολ­μού­σε να ο­νει­ρευ­τεί ού­τε η α­πό­λυ­τη μο­ναρ­χί­α.

Η κοι­νω­νι­κή α­ντί­δρα­ση, σ’ ό­λες της τις μορ­φές, εί­ναι υπο­χρεωμέ­νη να κρύ­βει τους πραγ­μα­τι­κούς της σκο­πούς. Ό­σο πιο α­πό­το­μο εί­ναι το πέ­ρα­σμα α­πό την ε­πα­νά­στα­ση στην α­ντί­δρα­ση, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο η αντίδραση ε­ξαρ­τά­ται α­πό τις πα­ρα­δό­σεις της ε­πα­νά­στα­σης, δη­λα­δή τό­σο με­γα­λύ­τε­ρος εί­ναι ο φό­βος της μπρο­στά στις μά­ζες –τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο εί­ναι α­να­γκα­σμέ­νη να κα­τα­φεύ­γει στο ψέ­μα και στη σκευω­ρί­α στον α­γώ­να της ε­νά­ντια στους εκ­προ­σώ­πους της ε­πα­νά­στα­σης. Οι στα­λι­νι­κές σκευ­ω­ρί­ες δεν εί­ναι καρ­πός του μπολσεβίκικου «α­μο­ρα­λι­σμού». Ό­χι, ό­πως ό­λα τα ση­μα­ντι­κά γε­γο­νό­τα στην ι­στο­ρί­α, εί­ναι προ­ϊ­όν ε­νός συγκε­κρι­μέ­νου κοι­νω­νι­κού α­γώ­να και μά­λι­στα του πιο ύ­που­λου και του πιο σκλη­ρού απ’ ό­λους: του α­γώ­να μιας και­νού­ριας α­ρι­στο­κρα­τί­ας ε­νά­ντια στις μά­ζες που την α­νέ­βα­σαν στην ε­ξου­σί­α.

Πραγ­μα­τι­κά, χρειά­ζε­ται α­πε­ριό­ρι­στη πνευ­μα­τι­κή και η­θι­κή αμ­βλύ­τη­τα για να ταυ­τί­σει κανείς την α­ντι­δρα­στι­κή α­στυ­νο­μι­κή η­θι­κή του στα­λι­νι­σμού με την ε­πα­να­στα­τι­κή η­θι­κή των μπολσεβίκων. Το κόμ­μα του Λέ­νιν έχει πά­ψει α­πό πο­λύν και­ρό να υ­πάρ­χει –συ­ντρί­φτη­κε α­νά­με­σα στις ε­σω­τε­ρι­κές δυ­σχέ­ρειες και στον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό. Στη θέ­ση του υ­ψώ­θη­κε η στα­λι­νι­κή γρα­φειο­κρα­τί­α, με­τα­βι­βα­στι­κός μη­χα­νι­σμός του ιμπεριαλισμού. Σε πα­γκό­σμια κλί­μα­κα, η γρα­φειο­κρα­τί­α α­ντι­κα­τέ­στη­σε την πά­λη των τά­ξε­ων με τη συ­νερ­γα­σί­α των τά­ξε­ων και το διε­θνι­σμό με το σοσιαλπατριωτισμό. Για να προ­σαρ­μό­σει το κυ­βερ­νη­τι­κό κόμ­μα στους σκο­πούς της α­ντί­δρα­σης, η γρα­φειοκρα­τί­α «α­να­νέ­ω­σε» τη σύν­θε­σή του, ε­κτε­λώ­ντας τους ε­πα­να­στά­τες και στρα­το­λο­γώ­ντας κα­ριε­ρί­στες.

Κά­θε α­ντί­δρα­ση ξα­να­γεν­νά, τρέ­φει και δυ­να­μώ­νει ε­κεί­να τα στοι­χεί­α του ι­στο­ρι­κού πα­ρελ­θό­ντος που η ε­πα­νά­στα­ση χτύ­πη­σε, αλ­λά δεν μπό­ρε­σε να εξαφανίσει. Οι μέ­θο­δες του στα­λι­νι­σμού ο­δη­γούν στην πιο με­γά­λη έ­ντα­ση, σ’ έ­να κο­ρύ­φω­μα και ταυ­τό­χρο­να σ’ έ­ναν πα­ρα­λο­γι­σμό ό­λες ε­κεί­νες τις μέ­θο­δες της ψευ­τιάς, της κτη­νω­δί­ας και της χα­μέρ­πειας που α­πο­τε­λούν το μη­χα­νι­σμό ε­λέγ­χου σε κά­θε τα­ξι­κή κοι­νω­νί­α, συ­μπε­ριλαμβα­νό­με­νης και της δημοκρατίας. Ο στα­λι­νι­σμός εί­ναι μο­νά­χα έ­νας κρί­κος σ’ ό­λες τις τε­ρα­τω­δί­ες του ι­στο­ρι­κού κρά­τους –η πιο μο­χθη­ρή κα­ρι­κα­τού­ρα του και η πιο α­πο­κρου­στι­κή του γκρι­μά­τσα. Ό­ταν οι εκ­πρό­σω­ποι της πα­λιάς κοι­νω­νί­ας α­ντιπα­ρα­τάσ­σουν που­ρι­τα­νι­κά μια απο­στειρωμένη δη­μο­κρα­τι­κή α­φαί­ρε­ση στη γάγ­γραι­να του στα­λι­νι­σμού, με όλο μας το δίκιο μπο­ρούμε να τους συ­στή­σου­με –ό­πως και στους εκπροσώπους κά­θε πα­λιάς κοι­νω­νί­ας– να κοι­τά­ξουν τον ε­αυ­τό τους μέ­σα στον πα­ρα­μορ­φω­τι­κό κα­θρέ­φτη του σταλινικού Θερμιδόρ. Α­λη­θι­νά, η Γκε Πε Ου ξε­περ­νά κα­τά πο­λύ ό­λα τα άλ­λα κα­θε­στώ­τα με την ω­μό­τη­τα των ε­γκλη­μά­των της. Αλ­λά αυ­τό α­πορ­ρέ­ει α­πό την τε­ρά­στια έ­κτα­ση των γε­γο­νό­των που συ­γκλο­νί­ζουν τη Ρω­σί­α κά­τω α­πό την ε­πί­δρα­ση της ε­ξα­χρεί­ω­σης του πα­γκό­σμιου ιμπεριαλισμού.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

 

[1]. Ιντελιγκέντσια. Η διανόηση, το σύνολο (γενικά των μορφωμένων ανθρώπων) σαν ένα ιδιαίτερο κοινωνικό στρώμα –(Σελ. 19).

[2]. Τσαρισμός. Το ιδιαίτερα απολυταρχικό καθεστώς που υπήρχε στην προεπαναστατική Ρωσία –ένας ασιατικός δεσποτισμός συνδυασμένος με τη βυζαντινή αυταρχία που οι ρώσοι τσάροι είχαν υιοθετήσει από τον 15ο κιόλας αιώνα –(Σελ. 20).

[3]. Μπολσεβικισμός και Οκτώβρης. Το επαναστατικό ρεύμα που θεμελιώθηκε το 1903 κάτω από την άμεση καθοδήγηση του Λένιν και ανδρώθηκε στη μακριά πορεία της πάλης με τους Μενσεβίκους στο Ρωσικό Σοσιαλ/Δημοκρατικό Εργατικό Κόμμα. Βασισμένος στην αναγκαιότητα της οικοδόμησης ενός επαναστατικού, πειθαρχημένου, δημοκρατικο/συγκεντρωτικού, διεθνιστικού κόμματος, ο Νικολάι Λένιν προετοίμασε με αυτή του την πάλη τους όρους για να οδηγηθούν σε πέρας τα καθήκοντα της σοσιαλιστικής επανάστασης και της κατάληψης της εξουσίας από την οργανωμένη σε σοβιέτ εργατική τάξη στη Ρωσία σαν αναπόσπαστο και αναφαίρετο μέρος ενός παγκόσμιου επαναστατικού καθήκοντος. Μ’ αυτήν την έννοια, ο μπολσεβικισμός είναι η θεωρία και η πράξη της οικοδόμησης του παγκόσμιου κόμματος της κοινωνικής επανάστασης και της δικτατορίας του προλεταριάτου στη μετάβαση προς τον κομμουνισμό –σε μια κοινωνία χωρίς τάξεις που θα κατέχει, θα σχεδιάζει, θα οργανώνει και θα αναπτύσσει συλλογικά τα μέσα παραγωγής της, συμπεριλαμβανόμενης της δύναμης εργασίας και των δημιουργικών ικανοτήτων των μελών της.

Κάτω από τη σκληρή και πολύχρονη πάλη του Λένιν, ο μπολσεβικισμός μπόρεσε, ενάντια στον εκφυλισμό και την προδοσία της Σοσιαλ/Δημοκρατίας, να συνεχίσει την επαναστατική παράδοση και την ανάπτυξη του Μαρξισμού στον 20ό αιώνα.

Από έναν διαφορετικό και την ίδια στιγμή ταυτόσημο δρόμο και μέσα από ιδεολογικές διαφωνίες και συγκρούσεις, ο Τρότσκι κατάληξε στο ίδιο συμπέρασμα με τον Λένιν: στον μπολσεβικισμό (όπως απόδειξαν και οι τρεις ρωσικές επαναστάσεις η πολιτική του Τρότσκι συνέπεφτε, για να μην πούμε ταυτιζόταν, στις αποφασιστικές στιγμές της ταξικής σύγκρουσης, με την πολιτική του Λένιν).

Οι δρόμοι τους ενώθηκαν το 1917: με τις Θέσεις του Απρίλη ο Λένιν υιοθετεί τη Διαρκή Επανάσταση και ο Τρότσκι, με το Έκτο Ενωτικό Συνέδριο, προσχωρεί στο Μπολσεβίκικο Κόμμα!

Ο Λένιν αρπάχτηκε από τις στρατιωτικές ικανότητες του Τρότσκι, τον μόνο άνθρωπο που μπόρεσε «μέσα σε ένα χρόνο να ορ­γανώσει έναν σχεδόν πρότυπο στρατό», και καθοδηγώντας τον τόν έρριξε στην πάλη για την εξουσία της εργατικής τάξης –πρόεδρος του Σοβιέτ της Πετρούπολης, ο Τρότσκι εκλέχτηκε πρόεδρος της Επαναστατικής Στρατιωτικής Επιτροπής που οργάνωσε και οδήγησε στη νίκη την εξέγερση του Οκτώβρη. Με ένα σχεδόν αναίμακτο πραξικόπημα ανάτρεψαν την κυβέρνηση Κερένσκι και κατέλαβαν την εξουσία. Οργανωτής και Αρχηγός του Κόκκινου Στρατού, ο Τρότσκι, πάντα κάτω από την καθοδήγηση του Λένιν και του Μπολσεβίκικου Κόμματος, απέκρουσε νικηφόρα την επέμβαση των ιμπεριαλιστικών στρατευμάτων και σύντριψε τους στρατηγούς και τις στρατιές της εσωτερικής αντεπανάστασης.

Δεκατέσερεις ιμπεριαλιστικές στρατιές: Αμερικανοί, Βρετανοί, Γάλλοι, Γερμανοί, Γιαπωνέζοι, Έλληνες, Γιουγκοσλάβοι, Εσθονοί, Λετονοί, Λιθουανοί, Πολωνοί, Ρουμάνοι, Τσεχοσλοβάκοι και Φιλανδοί, μαζί με τους ντόπιους συμμάχους τους, αναμετρήθηκαν με τον μπολσεβικισμό και κυριολεκτικά γελοιοποιήθηκαν. Μέσα από μια σύγκρουση που κράτησε τρία ολόκληρα χρόνια το Μπολσεβίκικο Κόμμα, με επικεφαλής τον Λένιν και τον Τρότσκι, θριάμβευσε, εγκαθιδρύοντας το πρώτο στον κόσμο εργατικό κράτος –ένα κράτος νέου τύπου που κορυφωνόταν στους εκλεγμένους και κάθε στιγμή ανακλητούς αντιπροσώπους των ένοπλων εργαζομένων μαζών.

Σήμερα το εργατικό αυτό κράτος δεν υπάρχει πια. Το οδήγησαν στον εκφυλισμό και την καταστροφή, στην καπιταλιστική του παλινόρθωση, τα προνόμια και το κνούτο της κομματικής και σοβιετικής γραφειοκρατίας που φύτρωσε στο έδαφος της ασιατικής καθυστέρησης και της διεθνούς απομόνωσης των κατακτήσεων του Οκτώβρη.

Οι Μπολσεβίκοι και η Επανάσταση του Οκτώβρη δεν νικήθηκαν, βέβαια, στη Σοβιετική Ρωσία ή στη Μόσχα, τσακίστηκαν στην Ευρώπη και ειδικά στο Βερολίνο το 1923 –κι όχι χωρίς την ευθύνη της ανερχόμενης σταλινικής γραφειοκρατίας, που στη συνέχεια, πατώντας γερά στα πόδια της, οδήγησε στην ήττα τη μεγάλη Γενική Απεργία των άγγλων εργατών, έρριξε στη σφαγή την Κινέζικη Επανάσταση του 1925-1927, παράδωσε πισθάγκωνα δεμένο το γερμανικό προλεταριάτο στο φασισμό το 1933 με την άλλοπρόσαλλη κι έτσι καταστροφική πολιτική του «σοσιαλφασισμού», πρόδωσε το γαλλικό προλεταριάτο και κατακρεούργησε την ισπανική εργατική τάξη στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’30, την ώρα που περνούσε από λεπίδι την ηγεσία της Οκτωβριανής Επανάστασης και του Κόκκινου Στρατού. Μ’ αυτά έστρωσαν το δρόμο για το Δεύτερο Ιμπεριαλιστικό Σφαγείο και τις νέες προδοσίες των κινημάτων στη Γαλλία, την Ιταλία, την Ελλάδα, παντού –στην Ευρώπη και τον αποικιακό κόσμο. Έτσι μονάχα μπόρεσαν οι σταλινικοί ηγέτες, με τα αντεπαναστατικά τους πραξικοπήματα, να μεταμορφωθούν από τη μια μέρα στην άλλη σε τραπεζίτες και χρηματιστές ή πράγμα που είναι το ίδιο μαφιόζοι και λωποδύτες .

Αν και η ίδια η παλινόρθωση βρίσκεται ακόμα σε πλήρες αδιέξοδο, το πισωγύρισμα αυτό είναι ένα ισχυρό χτύπημα στη διεθνή εργατική τάξη και την πρωτοπορία της που πρέπει να βγάλουν τα μαθήματα από την ιστορική αυτή αναστροφή στην πάλη για την παγκόσμια επανάσταση –μια πάλη που δεν μπορεί να είναι καρποφόρα αν δεν πατάει σταθερά στο έδαφος του μαρξισμού, στις αρχές του μπολσεβικισμού, στις θεωρητικές, πολιτικές και μεθοδολογικές κατακτήσεις του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος, της Οκτωβριανής Επανάστασης, της ίδρυσης και των τεσσάρων πρώτων συνεδρίων της Κομμουνιστικής Διεθνούς, της πάλης της Αριστερής Αντιπολίτευσης και της Τέταρτης Διεθνούς για την απελευθέρωση της παγκόσμιας εργατικής τάξης και γενικά των εκμεταλλευομένων και καταπιεσμένων μαζών του πλανήτη –(Σελ. 20).

[4]. Ιησουϊτισμός. Ιησουΐτες είναι τα μέλη ενός καθολικού τάγματος, που ιδρύθηκε στο Παρίσι το 1534 με το όνομα «Εταιρία του Ιησού», ενάντια στον Προτεσταντισμό και γενικότερα ενάντια στη Μεταρρύθμιση.

Οι Ιησουΐτες είχαν μια αυστηρά συγκεντρωτική οργάνωση που πάλευε λυσσασμένα για την υπεράσπιση και τη διάδοση του καθολικισμού και τη σταθεροποίηση της παπικής εξουσίας –με αιχμή τους πάντα τη στρατολόγηση και το πέρασμα της νεολαίας στην υπηρεσία της εκκλησίας και στην τυφλή και απόλυτη υποταγή στον πάπα της Ρώμης και τους θεσμούς του Καθολικισμού. Έτσι, οι Ιησουΐτες, οι μεγάλοι αυτοί αντίπαλοι της Μεταρρύθμισης, μπόρεσαν στο 16ο αιώνα να εδραιώσουν τις θέσεις τους στην ευρωπαϊκή ήπειρο και να απλωθούν στην Ινδία, την Ιαπωνία, τις Φιλιππίνες και την Κίνα. Στις αρχές του 17ου αιώνα επεκτάθηκαν στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική όπου και δημιούργησαν το Ιησουΐτικο Κράτος της Παραγουάης, αποδεκατίζοντας κυριολεκτικά τους Ινδιάνους της περιοχής. Κάτω από την αναγεννητική πνοή της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης ο πάπας υποχρεώθηκε να διαλύσει το τάγμα των Ιησουϊτών, για να το επανασυστήσει και πάλι στην περίοδο της Παλινόρθωσης. Στην εποχή μας το Ιησουΐτικο τάγμα διαθέτει 30 με 40 χιλιάδες μέλη, έχει κάτω από τον έλεγχό του πάνω από 1300 εφημερίδες και περιοδικά και ελέγχει πολλά ιδρύματα ανώτερης και μέσης εκπαίδευσης –(Σελ. 20).

[5]. . Ωφελιμισμός. Η θεωρία της ωφελιμότητας (σύμφωνα με την οποία η ηθική αξία των πράξεων και των σχέσεων των ανθρώπων είναι ανάλογη με την ωφελιμότητα που αποφέρουν), διατυπώθηκε από τον άγγλο κοινωνιολόγο και φιλόσοφο Μπένθαμ Τζέραμι και αναπτύχθηκε παραπέρα από τον επίσης άγγλο οικονομολόγο και φιλόσοφο Μιλ Τζον Στιούαρτ.

Για τον αγγλοσαξονικό ωφελιμισμό, που όπως τονίζει ο Τρότσκι στην Υπεράσπιση του Μαρξισμού (σελ. 130), είναι η αθλιότερη απ’ όλες τις φιλοσοφίες, το αποτέλεσμα (και ο σκοπός) μιας πράξης είναι καλό και ηθικό αν είναι ωφέλιμο, χρήσιμο και συμφέρον. Κι ακόμα παραπέρα: αν μας προσφέρει χαρά, ηδονή, απόλαυση, ευημερία, ευτυχία. Αλλιώς είναι κακό και ανήθικο. Ωστόσο, σε μια ταξική κοινωνία, η θεωρία του ωφελιμισμού, «η μεγαλύτερη δυνατή ευτυχία σ’ όσους το δυνατόν περισσότερους», είναι ένα κάλεσμα στην ατομική απόλαυση και ευτυχία, δηλαδή στην ευημερία των κυρίαρχων τάξεων –αυτό είναι το ηθικό κριτήριο του αγγλικού ωφελιμισμού, (βλ. επίσης τα βιογραφικά των Μπένθαμ Τζέραμι και Μιλ Τζον Στιούαρτ) –(Σελ. 22).

[6]. Κατηγορική προσταγή. Είναι ο όρος που εισήγαγε ο γερμανός φιλόσοφος Ιμάνουελ Καντ για να χαρακτηρίσει το θεμελιώδη νόμο της ηθικής του. Σύμφωνα με τον Καντ, η κατηγορική προσταγή είναι μια γενική ηθική αρχή υποχρεωτική μια για πάντα και για όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από την προέλευση και την κοινωνική τους θέση. «Πράττε έτσι, έλεγε, που η πράξη σου να μπορεί να αποτελέσει αξίωμα συμπεριφοράς για κάθε εποχή». Κι ακόμα: «Πράττε έτσι, ώστε να βλέπεις την ανθρωπότητα είτε στο δικό σου πρόσωπο, είτε στο πρόσωπο ενός άλλου, πάντοτε σαν σκοπό και ποτέ μόνο σαν μέσο».

Η αφηρημένη αυτή φύση της κατηγορικής προσταγής έγινε αντικείμενο κριτικής τόσο από τον Χέγκελ όσο και από τους θεμελιωτές του μαρξισμού. Η κατηγορική προσταγή είναι «ένα τσόφλι χωρίς περιεχόμενο», γράφει χαρακτηριστικά λίγο πιο κάτω ο Λ.Τρότσκι –(Σελ. 23).

[7]. Κεντρισμός και Κεντριστές. Είναι οι μαρξιστικοί όροι που συχνά χρησιμοποιεί ο Τρότσκι για να χαρακτηρίσει τις πιο ποικίλες τάσεις και ομάδες στο εργατικό κίνημα που συνήθως ταλαντεύονται ανάμεσα στο ρεφορμισμό και τον επαναστατικό μαρξισμό –τέτοιες ήταν κυρίως οι ομάδες που αποσπούνταν από τα Εργατικά και Σοσιαλιστικά Κόμματα της Δεύτερης Διεθνούς και αργότερα από το σταλινισμό.

Ο Τρότσκι διέκρινε πάντα τους «επαγγελματίες» κεντριστές (όπως οι οργανώσεις που ήταν συνδεμένες με το λεγόμενο Γραφείο του Λονδίνου), «τους πορτοφολάδες της ιστορίας» όπως τους έλεγε, από τα κεντριστικά εκείνα ρεύματα που προσανατολίζονταν προς το μαρξισμό και των οποίων την πορεία διευκόλυνε πάντα με μια ανάλογη τακτική –(Σελ. 24).

[8]. Επαναστατημένοι Χωρικοί. Εδώ ο Τρότσκι αναφέρεται στον Πόλεμο των Χωρικών στη Γερμανία (1517-1525) και ειδικότερα στο Λούθηρο που στη σύγκρουσή του με τη Ρώμη, έκανε το πρώτο διάστημα φλογερές εκκλήσεις σ’ όλους τους πιστούς –αγρότες και πρίγκιπες, πληβείους και αστούς– καλώντας τους να ενωθούν στην πιο αποφασιστική επαναστατική δραστηριότητα ενάντια στον πάπα, (βλ. Λούθηρος Μαρτίνος).

Οι εκκλήσεις αυτές είχαν μεγάλη απήχηση τόσο στα εκμεταλλευόμενα στρώματα, τους χωρικούς και τους πληβείους, οι οποίοι νόμισαν ότι ήρθε η στιγμή να αναμετρηθούν με τους καταπιεστές τους που βρίσκονταν κάτω από την προστατευτική ασπίδα του Καθολικισμού, όσο και σε τμήματα των κυρίαρχων τάξεων που θέλανε να ξεφύγουν από την εξάρτηση της Ρώμης, να καταργήσουν την εξουσία των παπάδων και ν’ αρπάξουν την εκκλησιαστική περιουσία.

Όταν, όμως, ξεσηκώθηκαν οι χωρικοί και απειλούσαν να σαρώσουν τα πάντα με την αγροτική-πληβειακή επανάστασή τους, ο Λούθηρος σταμάτησε τις επιθέσεις ενάντια στον πάπα της Ρώμης και συμφιλιώθηκε με τους μέχρι τότε «εχθρούς» του –εγκατέλειψε τα λαϊκά στοιχεία του κινήματος και συμμάχησε με τους αριστοκράτες, τους πρίγκιπες και τους αστούς «Ενάντια στα Δολοφονικά και Ληστρικά Στίφη των Αγροτών», όπως τιτλοφόρησε ένα φυλλάδιό του που τυπώθηκε το Μάη του 1525 στη Βιτεμβέργη και με το οποίο καλούσε τους πρίγκιπες να σφάξουν χωρίς έλεος τους εξεγερμένους χωρικούς.

Στη βάση αυτής της σύγκρουσης, ολόκληρη η γερμανική αυτοκρατορία χωρίστηκε σε τρία στρατόπεδα: 1) Το συντηρητικό καθολικό κατεστημένο –που συγκέντρωνε την αυτοκρατορική εξουσία (με αυτόκράτορα τον Κάρολο τον 5ο), ένα μέρος των πριγκίπων, τους ανώτερους κληρικούς, το πιο πλούσιο τμήμα της αριστοκρατίας και τους πατρίκιους των πόλεων σ’ ένα πολύχρωμο όλο που υπεράσπιζε την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, 2) Την αστική μετριοπαθή λουθηριανή πτέρυγα –που, ενάντια στη Ρώμη, πόνταρε σε μια μεταρρύθμιση η οποία θα ευνοούσε οικονομικά τους αστούς και την κατώτερη αριστοκρατία κι ως ένα μέρος τους πρίγκιπες εκείνους που πάλευαν για μεγαλύτερη ανεξαρτησία από την αυτοκρατορία και 3) Το Επαναστατικό Κόμμα –που ένωσε τα πιο καταπιεσμένα στρώματα, τους χωρικούς με τους πληβείους κάτω από την ηγεσία του Τόμας Μίντσερ, του επαναστάτη με τον «μεγαλοφυή οραματισμό» (Έγκελς) που ενάντια στον Λούθηρο –την «τρυφηλή αυτή σάρκα που καλοπερνά στη Βιτεμβέργη» (Μίντσερ)– έπαιξε έναν αποφασιστικό ηγετικό ρόλο στον Πόλεμο των Χωρικών, καθοδηγώντας δεκάδες άλλους επαναστάτες κληρικούς [Βέε Χανς-Γιακόμπ (Λάιπχάιμ), Γκάισμάιερ Μίχαελ (Τιρόλο), Γκρέμπελ Κόνραντ (Ν. Γερμανία) Μάντελ Γιόχαν (Στουτγάρδη), Ρέμπμαν Φρανς (Μέλανα Δρυμό), Σάπελερ Χριστόφορο (Άνω Σβάμπεν), Χουμπμάγερ Μπαλτάζαρ (Μέλανα Δρυμό), κ.ά.], που οργάνωσαν ολόκληρους στρατούς ενάντια στους πρίγκιπες και την παπαδοκρατία.

Ακολουθώντας την παράδοση των τελευταίων είκοσι χρόνων (με το Παπούτσι της Ένωσης και τον Φτωχό Κόνραντ), οι χωρικοί εξεγέρθηκαν γιατί ζούσαν κάτω από ανυπόφορες συνθήκες: αν εξαιρέσουμε τους πληβείους, όλες οι άλλες τάξεις της αυτοκρατορίας, πρίγκιπες, αριστοκρατία, ανώτερος κλήρος, πατρίκιοι, ιππότες και αστοί ζούσαν από την απομύζηση του αγρότη. Υποτελή ή δουλοπάροικο, όλοι τον μεταχειρίζονταν σαν πράγμα ή ζώο. Όλη σχεδόν τη μέρα δούλευε στα κτήματα του κυρίου του κι από τον ελάχιστο χρόνο που δούλευε για τον εαυτό του έπρεπε να πληρώσει τη δεκάτη, τα δοσίματα, την έγγεια πρόσοδο, τους φόρους γάμου, τους πολεμικούς, επαρχιακούς και αυτοκρατορικούς φόρους. Την ίδια στιγμή, πέρα από τις κανονικές αγγαρείες, ήταν υποχρεωμένος να κόβει ξύλα, να μαζεύει σανό, φράουλες, βατόμουρα, σαλιγκάρια για τον «ελεήμονα κύριό του». Κι όπως έκανε με την εργασία του, ο αφέντης χρησιμοποιούσε όπως ήθελε τον ίδιο τον αγρότη και την οικογένειά του, τη γυναίκα του και την κόρη του –είχε το δικαίωμα της πρώτης νύχτας, μπορούσε να τους κλείσει φυλακή και να τους ζητάει λύτρα, μπορούσε να τους χτυπήσει μέχρι θανάτου ή να τους αποκεφαλίσει.

Οι πληβείοι, από την άλλη, λόγω της παρακμής και της αποσύνθεσης της φεουδαρχίας που είχε κορυφωθεί στα τέλη του 15ου και στις αρχές του 16ου αιώνα, αποτελούσαν μια τεράστια μάζα από λούμπεν προλετάριους, καλφάδες, μεροκαματιάρηδες, ξεπεσμένους αστούς και κατοίκους των πόλεων, αποκλεισμένους από κάθε αστικό δικαίωμα –άνθρωποι χωρίς καθορισμένο επάγγελμα και μόνιμη κατοικία που περιπλανούνταν, ζητιανεύοντας στην ύπαιθρο, ή προσπαθούσαν με όποιο τρόπο να επιζήσουν, κάνοντας κάποιο μεροκάματο στις πόλεις. Μόνο με τον Πόλεμο των Χωρικών οι πληβείοι άρχισαν να παρουσιάζονται σαν κόμμα ξέχωρο από την αστική αντιπολίτευση που μέχρι τότε αποτελούσαν την ουρά της. Ένα μέρος των πληβείων, το πιο εξαθλιωμένο, κατατάχτηκαν σαν μισθοφόροι στο στρατό των πριγκίπων ενάντια στους εξεγερμένους χωρικούς. Ένα άλλο μέρος κατατάχτηκε στο στρατό των χωρικών, αλλά μόνο για να τους μεταδώσει την απειθαρχία του και να τους μεταφέρει την αποθάρρυνση, επιταχύνοντας έτσι την αποσύνθεση και την ήττα του αγροτικού στρατού, ενώ ένα τρίτο μέρος συμμετείχε στις συγκρούσεις των κομμάτων στις πόλεις.

Μόνο στη Θουριγγία, κάτω από την άμεση επιρροή του Τόμας Μίντσερ, μπόρεσε ο εξαθλιωμένος αυτός όχλος να πάρει τον γνήσιο προλεταριακό του χαρακτήρα και να επισκιάσει όλες τις άλλες μερίδες του κινήματος.

Ο Τόμας Μίντσερ γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1490 στο Στόλμπεργκ του Χάρτς. Από παιδί οργάνωσε στη Σχολή του Χάλε μια μυστική εταιρία ενάντια στην Καθολική Εκκλησία που είχε φαίνεται στείλει στην αγχόνη τον πατέρα του. Ήταν θεολόγος και ιεροκήρυκας, αλλά πίστευε και δίδασκε έναν πανθεϊσμό που σε πολλά του σημεία έφθανε μέχρι τον αθεϊσμό –το ίδιο συνέβαινε και με την πολιτική του πλατφόρμα: απόρριπτε συνολικά το υπάρχον τότε καθεστώς και υιοθετούσε τις πιο απλοϊκές κομμουνιστικές αντιλήψεις.

Όταν ο Μίντσερ διακήρυσσε τη «Βασιλεία του Θεού», εννοούσε ένα κοινωνικό καθεστώς στο οποίο δεν υπάρχουν πια ταξικές διαφορές, δεν υπάρχει ιδιοκτησία, δεν υπάρχει εξουσία ξένη και ανεξάρτητη κι από το τελευταίο μέλος της κοινωνίας. Κάθε εξουσία, στο βαθμό που δεν δεχόταν να υποταχτεί και να προσχωρήσει στην Επανάσταση, έπρεπε να ανατραπεί. Οι εργασίες και τα αγαθά έπρεπε να μοιράζονται από κοινού και να καθιερωθεί η πιο πλήρης ισότητα. Έπρεπε να οργανωθεί μια Ένωση για να τα επιβάλει όλα αυτά, όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά σ’ ολόκληρη τη χριστιανοσύνη. Αν οι πρίγκιπες και οι αφέντες αρνούνταν να προσχωρήσουν στην Ένωση θα έπρεπε να τους ανατρέψουν με τα όπλα και να τους σκοτώσουν. Αυτές ήταν οι αρχές του Τόμας Μίντσερ και γι’ αυτό στάθηκε ο πιο συνεπής και ο πιο δραστήριος ιδεολογικοπολιτικός εκφραστής και καθοδηγητής του πληβειακού-αγροτικού επαναστατικού ρεύματος της Μεταρρύθμισης. Και πρέπει να είναι καθαρό ότι κάτω από τη θρησκευτική τους μορφή οι εξεγέρσεις του 16ου αιώνα έκρυβαν ένα υλικό ταξικό περιεχόμενο.

Ενάντια στην υποταγή του Λούθηρου, ο Μίντσερ συνέχισε να οργανώνει και να καλεί σε ένοπλη επίθεση και ανατροπή των «άθεων της Ρώμης» και των ντόπιων ευγενών και προνομιούχων. Η ρίζα της τοκογλυφίας, της κλοπής και της αρπαγής, διακήρυσσε το 1524, είναι οι πρίγκιπες και οι αφέντες –αρπάζουν για τον εαυτό τους… κι ύστερα κάνουν κήρυγμα στους φτωχούς με την εντολή: ου κλέψεις. Οι ίδιοι, όμως, αρπάζουν ότι βρουν, γδέρνουν τον αγρότη και το χειροτέχνη. «…Αχ, αγαπητοί κύριοι, τι ωραία που θα τσακίσει ο Θεός όλα αυτά τα παλιοτετζερικά με ένα σιδερένιο λοστό. Όταν το λέω, θεωρούμαι ταραχοποιός. Ας είμαι!». Ο Λούθηρος τον κατάγγειλε αμέσως σαν όργανο του σατανά.

Από το 1517 μέχρι το 1524 δεν πέρασε χρόνος που να μην έχουμε κινητοποιήσεις και εξεγέρσεις των χωρικών, που λεηλατούσαν και έκαιγαν τους πύργους και τα μοναστήρια. Όμως, από την άνοιξη του 1524, οι εξεγέρσεις αυτές πήραν ένα συστηματικό χαρακτήρα.

Έτσι, σαν αρχή του Πολέμου των Χωρικών μπορεί να θεωρήσει κανείς την εξέγερση των αγροτών του Στίλιγκεν, η οποία άρχισε στο τέλος του Αυγούστου του 1524 με επικεφαλής τον Μίλερ Χανς φον Μπούλγκενμπαχ που καθώς λέει ο Έγκελς πρόδωσε τελικά τους αγρότες. Το Γενάρη του 1525 η εξέγερση είχε απλωθεί σ’ ολόκληρη την περιοχή που περικλείνεται από τους ποταμούς Δούναβη, Ρήνο και Λεχ.

Στο μεταξύ είχε κυκλοφορήσει η «Επιστολή των Άρθρων» –το Μανιφέστο του Επαναστατικού Κόμματος, που καλούσε την αγροτιά να μπει στη «Χριστιανική Ένωση» στην πάλη για την κατάργηση των βαρών είτε με το καλό, «πράγμα μάλλον απίθανο», είτε με τη βία. Το Μανιφέστο του Μίντσερ εξυμνούσε την επανάσταση και καλούσε στη μάχη για την ολοκληρωτική συντριβή των κυρίαρχων τάξεων. «Ο “κοσμικός αφορισμός”, τόνιζε, αφορά μόνο τους καταπιεστές και τους προδότες που πρέπει να θανατωθούν, τους πύργους που πρέπει να πυρποληθούν, τα μοναστήρια και τα εκκλησιαστικά ιδρύματα που πρέπει να κατασχεθούν και να μετατραπούν οι θησαυροί τους σε χρήμα», (Φ.Έγκελς: Ο Πόλεμος των Χωρικών στη Γερμανία, σελ. 117). Η μόνη σωτηρία, τόνιζε το Μανιφέστο, για τους ευγενείς, τους παπάδες και τους μοναχούς ήταν να εγκαταλείψουν εθελοντικά τους πύργους και τα εκκλησιαστικά ιδρύματα και να μετακομίσουν σε κανονικά σπίτια.

Κάτω από τις επαναστατικές προτροπές του Μανιφέστου, οι αγρότες συνέχισαν, ωστόσο, να συγκεντρώνονται και να εξοπλίζονται. Έτσι, στις αρχές του Μάρτη 1525 στο Σβάμπεν είχαν συγκεντρωθεί 40.000 περίπου ένοπλοι αγρότες, μοιρασμένοι σε έξι στρατόπεδα και τον Απρίλη η εξέγερση είχε απλωθεί σ’ όλη τη Νότια Γερμανία.

Την ίδια περίοδο, ο Μίντσερ είχε μετατρέψει σε κέντρο της εξέγερσης την αυτοκρατορική πόλη Μιλχάουζεν, στη Β. Γερμανία, όπου και έμενε. Εκεί η επαναστατική τάση του Μίντσερ είχε κερδίσει ολόκληρη τη μικροαστική μάζα της πόλης, που, παρά τις προσπάθειες του Μίντσερ να τους συγκρατήσει, ξεσηκώθηκαν και, πριν αρχίσει η γενική εξέγερση στη Ν. Γερμανία, ανέτρεψαν το συμβούλιο των πατρικίων και το αντικατέστησαν με το «αιώνιο συμβούλιο», όπως ονόμασαν το νεοεκλεγμένο συμβούλιο στο οποίο ηγούνταν ο Μίντσερ. Τα μέλη, ωστόσο, του νέου συμβουλίου αποτελούνταν στο σύνολό τους από τους νεογέννητους τότε αστούς.

Πέρα από τις μεταρρυθμίσεις που έκανε στο Μιλχάουζεν, αυτή την περίοδο κορυφώθηκε η επαναστατική δραστηριότητα του Μίντσερ: έστελνε προς όλες τις κατευθύνσεις δικούς του ανθρώπους, αγγελιοφόρους, αντιπροσώπους, συμβούλους κλπ. Τα κηρύγματα, οι συμβουλές, οι οδηγίες, οι επιστολές και τα φυλλάδια που σκορπούσε παντού, γενικά τα γραπτά του Μίντσερ αυτή την περίοδο απόπνεαν και μετέδιδαν έναν πρωτοφανή επαναστατικό φανατισμό και ζήλο. Πρέπει, ωστόσο, να πούμε ότι το επαναστατικό κόμμα του Τόμας Μίντσερ, αν και αποτελούσε την ψυχή των εξεγερμένων σ’ όλα τα στρατόπεδα, ήταν παντού μειοψηφία.

Έτσι, μέσα στο Μάρτη είχαν εξεγερθεί και οι αγρότες της Β. Γερμανίας –στη Θουριγγία, στο Άιχσφελντ, στο Χάρτς, στη Σαξονία, στην Έση, παντού συγκεντρώνονταν σε ένοπλα τμήματα και πυρπολούσαν τους πύργους και τα μοναστήρια. Από τις αρχές του Απρίλη οι αιματηρές συγκρούσεις γενικεύτηκαν σ’ όλη τη Γερμανία.

Αριθμητικά οι δυνάμεις των αγροτών υπερτερούσαν παντού σε σύγκριση με τα ομοσπονδιακά στρατεύματα και τις δυνάμεις των πριγκίπων. Όμως, σε όλα τα άλλα βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση. Πρώτα απ’ όλα, οι αγρότες σαν τάξη «δεν ήταν μόνοι τους σε θέση, όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο Έγκελς, να διεξάγουν μια επανάσταση». Ύστερα ήταν η τοπικιστική στενοκεφαλιά και ο επαρχιακός κατακερματισμός, που τις περισσότερες φορές τους οδήγησε σε ήττα από δυνάμεις που δεν εκπροσωπούσαν ούτε το 1/10 των δικών τους δυνάμεων –οι ευγενείς απομόνωναν και τσάκιζαν τμηματικά τις εξεγερμένες μάζες των χωρικών, που πεισματικά αρνούνταν να ενώσουν τις δυνάμεις τους. Σ’ όλες τις περιπτώσεις που βρέθηκαν μπροστά σε ενοποιημένες αγροτικές δυνάμεις οι κυρίαρχες τάξεις απέφυγαν τη σύγκρουση.

Από την άλλη, από την ίδια τη φύση τους οι αγρότες ήταν πάντα πρόθυμοι να συμβιβαστούν με τις κυρίαρχες τάξεις. Εκείνο που ζητούσαν, ήταν κάποια υπόσχεση. Και μόλις αποσπούσαν αυτή την υπόσχεση για ικανοποίηση των αιτημάτων τους, ήταν έτοιμοι ακόμα και να διαλυθούν σαν ένοπλο τμήμα. Κι αυτό ήταν το κυριότερο όπλο των ευγενών σ’ όλη τη διάρκεια του Πολέμου των Χωρικών: υποσχέσεις, δόλιες συμφωνίες και εξαπάτηση, αιφνιδιαστική επίθεση και σφαγή των αγροτών –αυτή ήταν η μόνιμη τακτική του Γκέοργκ Τρούχζεν φον Βάλντμπρουργκ που ηγούνταν στα ομοσπονδιακά στρατεύματα του Σβάμπεν και του Φράνκεν. Την ίδια τακτική εφάρμοσαν και ο κόμης Φίλιππος της Έσης και ο δούκας Φρειδερίκος ο 3ος της Σαξονίας. Πρέπει, βέβαια, να πούμε ότι το ιππικό που χρησιμοποιούσαν ήταν ένα πολύ ισχυρό όπλο ενάντια στους αγρότες. Στην ήττα και τη σφαγή των αγροτών σημαντικό ρόλο έπαιξαν και τα γαλλικά στρατεύματα. Με 30.000 μισθοφόρους, ο δούκας Αντώνιος της Λορένης κατέλαβε όλη την Αλσατία που το Μάη του 1525 ήταν στα χέρια των εξεγερμένων αγροτών.

Σε μια φοβερή σύγκρουση στο Σλάχτμπεργκ (το βουνό της μάχης, όπως λέγεται ακόμα και σήμερα), με τα ενωμένα στρατεύματα των δουκάτων, στα μέσα του Μάη του 1525, ο ίδιος ο Μίντσερ τραυματίστηκε, πιάστηκε αιχμάλωτος και θανατώθηκε ύστερα από φρικτά βασανιστήρια. Ταυτόχρονα οι δυνάμεις που ο Τόμας Μίντσερ διοικούσε τσακίστηκαν ανελέητα –από τους 8.000 μαχητές του, πάνω από 5.000 έπεσαν στο πεδίο της μάχης.

«Ο πόλεμος των χωρικών, θα γράψει το 1844 ο Κ. Μαρξ, το ριζοσπαστικότερο γεγονός της γερμανικής ιστορίας, απέτυχε προσκρούοντας στο εμπόδιο της θεολογίας», (Κ. Μαρξ: Κριτική της Χεγκελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου, σελ. 25, Εκδ. Παπαζήση) –(Σελ. 25).

[9]. Εξήντα Οικογένειες. Όρος που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά, το 1937, από τον Φερντινάντ Λίντμπεργκ, αμερικανό συγγραφέα του βιβλίου: Οι Εξήντα Αμερικανικές Οικογένειες. Το βιβλίο αναφέρεται στις πιο πλούσιες οικογένειες που είχαν κάτω από την κυριαρχία και τον έλεγχό τους ολόκληρη την Αμερική.

«Οι Ενωμένες Πολιτείες, γράφει ο Λίντμπεργκ, κατέχονται και κυριαρχούνται σήμερα από μια ιεραρχία 60 πλούσιων οικογενειών, που στηρίζονται από άλλες 90 λιγότερο πλούσιες οικογένειες», (βλ. Λ.Τρότσκι: Δυο Δοκίμια για τον Καρλ Μαρξ, σελ. 25). Είναι μια χρηματιστική ολιγαρχία αδιάσπαστα δεμένη «με δεσμούς συγγένειας και κοινά συμφέροντα» που σήμερα περιορίζεται σε μια χούφτα άτομα που κυριαρχούν και λυμαίνονται ολόκληρο τον πλανήτη (βλ. τη σημείωση Συγκέντρωση του Πλούτου και της Αθλιότητας στο a μέρος) –(Σελ. 29).

[10]. Θερμιδόρ και Βοναπαρτισμός. Έννοιες που ο Τρότσκι δανείστηκε από την ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης για να φωτίσει με την ιστορική αναλογία του την άνοδο της προνομιούχας κομματικής και σοβιετικής γραφειοκρατίας, με επικεφαλής τον Στάλιν, στην εξουσία της ΕΣΣΔ, στα μέσα της δεκαετίας του 1920.

Θερμιδόρ είναι ο μήνας Ιούλης και Μπριμέρ ο Νοέμβρης στο ημερολόγιο της Γαλλικής Επανάστασης –στις 9 του Θερμιδόρ (27/7/1794) η αντεπανάσταση έκανε το πραξικόπημά της και εκτέλεσε τους επαναστάτες γιακομπίνους ηγέτες Ροβεσπιέρο, Σεν Ζιστ, Κουτόν, Λεμπά κλπ., ανοίγοντας έτσι την περίοδο της θερμιδοριανής αντίδρασης. Το Διευθυντήριο που εγκαθίδρυσε ήταν ένα καθεστώς τρομοκρατίας ενάντια στις δημοκρατικές δυνάμεις και εκπροσωπούσε τα συμφέροντα της μεγαλομπουρζουαζίας. Λίγα χρόνια αργότερα, στις 18 του Μπριμέρ (9/11/1799), το Διευθυντήριο παραμερίστηκε από τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη που επέβαλε τη στρατιωτική δικτατορία του –(Σελ. 32).

[11]. Οι Δίκες της Μόσχας. Είναι οι ψευτο-δίκες που σκηνοθέτησε ο Στάλιν και η Γκε Πε Ου με πρόσχημα τη δολοφονία του Σεργκέι Κίροφ (που οι ίδιοι είχαν οργανώσει). «Το ενοποιημένο τρομοκρατικό τροτσκιστοζινοβιεφικό κέντρο», που τάχα ανακάλυψαν, ετοιμαζόταν να δολοφονήσει ολόκληρη την ηγεσία του Κόμματος: τους Βοροσίλοφ, Καγκάνοβιτς, Ορτζονικίτζε, Κοσιόρ, Ζντάνοφ κλπ., αρχίζοντας, φυσικά, από τον ίδιο το Στάλιν.

Στην πραγματικότητα, ήταν το ξεκίνημα μιας πορείας που σκόπευε στη φυσική συντριβή κάθε ανεξάρτητης φωνής, κάθε αντιπολιτευόμενου (από τα αριστερά ή από τα δεξιά) την προνομιούχα γραφειοκρατική κλίκα –και δεν αφορούσε μόνο την ΕΣΣΔ, αλλά ολόκληρο τον κόσμο.

Η Πρώτη Δίκη, του «τροτσκιστοζινοβιεφικού κέντρου», άρχισε στις 19 του Αυγούστου 1936 με 16 κατηγορούμενους, βασικά παλιούς ηγέτες της ΚΕ και του ΠΓ του Μπολσεβίκικου Κόμματος. Οι Ζινόβιεφ, Κάμενεφ, Σμιρνόφ, Μρατσκόφσκι, Τερ-Βαγκανιάν, Εβδοκίμοφ, Μπακάγιεφ, κλπ., κλπ. –όλοι τους, στη συνοπτική διαδικασία που ακολούθησε, «ομολόγησαν» την ενοχή τους και εκτελέστηκαν την επόμενη μέρα, (βλ. επίσης Βισίνσκι και Γιαγκόντα). Μια ενδιάμεση δίκη γίνεται στο Νοβοσίμπιρσκ στις 22 Νοέμβρη του 1936: 200 περίπου μπολσεβίκοι στάλθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Στη Δεύτερη σκηνοθετημένη Δίκη, που άρχισε στις 27 του Γενάρη 1937, 18 ακόμα ηγέτες του Κόμματος, που αποτελούσαν τάχα «το εφεδρικό κέντρο τρομοκρατίας», με ηγετικές μορφές τους Ράντεκ, Πιατάκοφ, Μουράλοφ, Σερεμπριάκοφ, Μπογκουσλάβσκι, Σοκόλνικοφ, Ντρόμπνις κλπ., καταδικάστηκαν πάλι σε θάνατο και εκτελέστηκαν –με εξαίρεση τον πλήρη υποταγμένο Ράντεκ που καταδικάστηκε σε 10 χρόνια καταναγκαστικά έργα, (βλ. επίσης Γιέζοφ).

Τον Ιούνη του 1937 άρχισαν οι μαζικές εκκαθαρίσεις στον Κόκκινο Στρατό που συνεχίστηκαν μέχρι την έναρξη του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Εδώ θύματα ήταν τα πιο εκλεκτά στελέχη του Κόκκινου Στρατού –οι αξιωματικοί που είχαν αναδειχθεί στη διάρκεια της Επανάστασης και του Εμφυλίου Πολέμου– που η γραφειοκρατία τα έστελνε κατά χιλιάδες στα εκτελεστικά αποσπάσματα, (βλ. επίσης Ι.Γιακίρ και Μ.Τουχατσέφσκι). Το ίδιο έγινε με τους στρατιωτικούς ηγέτες που είχαν σταλθεί στην Ισπανία και ηγήθηκαν στις Διεθνείς Ταξιαρχίες: παρά τα εγκλήματα που διέπραξαν εκεί με δική του εντολή ενάντια στους ισπανούς επαναστάτες, ο Στάλιν τους δολοφόνησε όλους όταν επέστρεψαν στην ΕΣΣΔ, μαζί και τον πρώην επαναστάτη Αντόνοφ-Οβσέγενκο που ηγήθηκε στον αντεπαναστατικό μηχανισμό που οι σταλινικοί είχαν στήσει στην Ισπανία.

Η Τρίτη στημένη Δίκη άρχισε στις 2 του Μάρτη 1938 ενάντια στο λεγόμενο «αντισοβιετικό μπλοκ τροτσκιστών και δεξιών» και περιλάβαινε 21 κατηγορούμενους, που οι περισσότεροί τους ήταν επίσης ηγετικές φυσιογνωμίες του Μπολσεβίκικου Κόμματος: ο πρόεδρος της Κομμουνιστικής Διεθνούς και υπεύθυνος της «Πράβντα», Μπουχάριν, ο διάδοχος του Λένιν στην προεδρία των Επιτρόπων του Λαού, Ρίκοφ, ο επικεφαλής των συνδικάτων, Τόμσκι, ο πρόεδρος του Συμβουλίου των Επιτρόπων του Λαού στην Ουκρανία, Ρακόβσκι, ένας από τους Γραμματείς του Κόμματος το 1920, ο Κρεστίνσκι κλπ., κλπ. Όλοι τους καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν, πλην του Τόμσκι που είχε την πολυτέλεια να αυτοκτονήσει στη διάρκεια της δίκης και να αποφύγει τον εξευτελισμό των «ομολογιών».

Σ’ όλες τις δίκες ο κύριος κατηγορούμενος ήταν πάντα ο Λεόν Τρότσκι. Ο γιος του, ο Λ.Σεντόφ, που ήταν κατηγορούμενος στις δυο πρώτες δίκες και είχε καταδικαστεί σε θάνατο, όπως όλοι οι άλλοι κατηγορούμενοι, εκτελέστηκε στις 16 του Φλεβάρη 1938 από τους πράκτορες του Στάλιν στο Παρίσι σε μια κλινική όπου είχε εισαχθεί για εγχείριση σκωληκοειδίτιδας. Στις 20 του Αυγούστου 1940 θα εκτελεστεί και ο ίδιος ο Λ.Τρότσκι μέσα στο σπίτι του στο μακρινό Μεξικό. Την ίδια τύχη είχαν οι συγγενείς, οι γραμματείς, οι φίλοι του Τρότσκι, τα ηγετικά στελέχη του τροτσκισμού στην Ισπανία, στη Γαλλία και σ’ όλο τον κόσμο.

Πέρα, όμως από τις δημόσιες δίκες, εκατοντάδες άλλες μυστικές δίκες έγιναν σ’ όλη τη χώρα με θύματα μεσαία και ανώνυμα στελέχη του Μπολσεβίκικου Κόμματος. Άλλοι δολοφονήθηκαν στα μουγκά, χωρίς δίκη. Την ίδια στιγμή εκτελούνται κατά χιλιάδες οι συγγενείς, οι φίλοι, ακόμα και οι γνωστοί των εκτελεσμένων. Άλλοι, πάλι πήραν κατά εκατομμύρια το δρόμο για τη Σιβηρία.

Στην προσπάθειά του να υπερασπιστεί τους μπολσεβίκους ηγέτες και γενικά τους συντρόφους του, ο Τρότσκι κατάγγειλε σε μια συγκέντρωση που οργάνωσε η Επιτροπή Έρευνας και οι αμερικανοί τροτσκιστές στον Ιππόδρομο της Νέας Υόρκης, στις 9 Φλεβάρη του 1937, τους αδίστακτους σκηνοθέτες της Μόσχας (η ομιλία θα γινόταν τηλεφωνικά, αλλά ύστερα από σαμποτάζ των σταλινικών οι οργανωτές διάβασαν στους χιλιάδες συγκεντρωμένους το κείμενο που προληπτικά τους είχε στείλει ο Τρότσκι). «Οι δίκες της Γκε Πε Ου, έγραφε ανάμεσα σ’ άλλα ο μπολσεβίκος ηγέτης,, έχουν χαρακτήρα βαθιά ιεροεξεταστικό: κι αυτό είναι όλο το μυστήριο των ομολογιών. Υπάρχουν ίσως σ’ αυτό τον κόσμο όχι λίγοι ήρωες που μπορούν να αντέξουν σ’ όλα τα σωματικά και ψυχικά μαρτύρια και να υπομείνουν τα ίδια μαρτύρια στις γυναίκες τους και στα παιδιά τους… Δεν ξέρω τίποτε γι’ αυτό… Οι προσωπικές μου παρατηρήσεις μου διδάσκουν ότι η ικανότητα αντίστασης των νεύρων του ανθρώπου έχει τα όριά της. Με την Γκε Πε Ου ο Στάλιν μπορεί να φέρει το θύμα του σε τέτοια φρίκη και απελπισία, σε τέτοια ταπείνωση και ντροπή ώστε η παραδοχή και του πιο ειδεχθούς εγκλήματος, ανοίγοντας μια προοπτική εκτέλεσης ή αφήνοντας μιαν αμυδρή πιθανότητα ζωής, καταντάει η μόνη λύση… Οι δίκες της Μόσχας δεν ατιμάζουν την επανάσταση, γιατί είναι οι καρποί της αντίδρασης. Δεν ατιμάζουν την παλιά μπολσεβίκικη γενιά. Επιμαρτυράνε μόνο ότι οι μπολσεβίκοι είναι φτιαγμένοι από σάρκα και αίμα και δεν αντέχουν απεριόριστα κάτω από την απειλή του θανάτου», (Λεόν Τρότσκι: Τα Εγκλήματα του Στάλιν, σελ. 125, Εκδόσεις «ΑΛΛΑΓΗ»).

Οι σκηνοθετημένες δίκες συνεχίστηκαν και μετά τον πόλεμο. Το Γενάρη του 1953 ξεσπάει η «συνωμοσία των γιατρών» στη Ρωσία που κατηγορούνταν ότι δολοφόνησαν το 1948 τον Ζντάνοφ και ετοιμάζονταν να δολοφονήσουν όλους τους ηγέτες τις ΕΣΣΔ. Παράλληλα αρχίζουν οι δίκες στις λεγόμενες Λαϊκές Δημοκρατίες –η δίκη του Λάζλο Ράικ και των «συνενόχων» του το 1949 στην Ουγγαρία, η δίκη τον ίδιο χρόνο του Τράικο Κοστόφ και των συντρόφων του στη Βουλγαρία, η δίκη του Ρούντολφ Σλάνσκι το 1952 στην Τσεχοσλοβακία και άλλες μικρότερες δίκες στην Πολωνία και την Ανατολική Γερμανία (βλ. το άρθρο «Οι Σταλινικές Δικαστικές Σκευωρίες στην Ανατολική Ευρώπη 1949-1952» του Τομ Κεμπ στην Επαναστατική Μαρξιστική Επιθεώρηση, Νο 20-21, Ιούλης-Σεπτέμβρης 1980) –(Σελ. 32).

[12]. Γαλλοσοβιετικό Σύμφωνο (1935). Συμφωνία με την οποία ο Στάλιν επιδοκίμασε την πολιτική του επανεξοπλισμού της Γαλλίας. Με εντολή της Μόσχας και στη βάση αυτής της συμφωνίας το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας παραιτήθηκε από την πάλη ενάντια στην επιστράτευση και την ψήφιση των πολεμικών δαπανών του γαλλικού ιμπεριαλισμού –(Σελ. 33).

[13]. Διεθνής Επιτροπή Έρευνας. Ενάντια στους πλαστογράφους της Μόσχας, ο Λεόν Τρότσκι πάλεψε για τη συγκρότηση μιας Διεθνούς Επιτροπής Έρευνας, η οποία να απαρτίζεται από ανθρώπους που κανείς να μην μπορεί να αμφισβητήσει την εντιμότητα και την ειλικρίνειά τους.

Έτοιμος να παρουσιαστεί σε ένα τέτοιο αμερόληπτο και δημόσιο δικαστήριο που θα εξετάσει μία προς μία τις κατηγορίες του Στάλιν, ο Λεόν Τρότσκι δήλωσε στις 9 του Φλεβάρη 1937 στο Λόγο του στον Ιππόδρομο της Νέας Υόρκης: «Αν αυτή η Επιτροπή με βρει στο παραμικρό ένοχο για τα εγκλήματα που μου καταλογίζει ο Στάλιν, αναλαβαίνω προκαταβολικά την υποχρέωση να παραδοθώ στους δήμιους της Γκε Πε Ου. Αυτό είναι ξάστερο, ελπίζω. Το ακούσατε όλοι; Το δηλώνω μπροστά σ’ όλο τον κόσμο. Ζητώ από τον Τύπο να φέρει αυτά τα λόγια στις πιο απόμακρες γωνιές του πλανήτη. Μα αν η Επιτροπή αποδείξει –με ακούτε καλά;– ότι οι δίκες της Μόσχας είναι συνειδητές και προμελετημένες απάτες, χτισμένες πάνω στα νεύρα και τους σκελετούς των ανθρώπων, δεν θα ζητήσω από τους κατήγορούς μου να προσφέρουν εθελοντικά τον εαυτό τους στις σφαίρες. Τους φτάνει η αιώνια καταισχύνη στη μνήμη των γενεών! Οι εισαγγελείς του Κρεμλίνου με ακούνε; Τους ρίχνω κατάμουτρα την πρόκληση. Περιμένω την απάντησή τους!».

Η πρώτη Επιτροπή σχηματίστηκε στην Αμερική. Σε ηλικία 78 χρονών, ο διακεκριμένος φιλόσοφος και παιδαγωγός, βετεράνος του αμερικάνικου φιλελευθερισμού, Τζον Ντιούι, ανάλαβε να προεδρεύσει της Επιτροπής. Πλάι του στην Επιτροπή βρέθηκαν η συγγραφέας Σουζάν Λα Φολέτ, ο δημοσιολόγος της αριστεράς Βενιαμίν Στόλμπεργκ, ο γερμανός μαρξιστής Ότο Ρούλε, ο αναρχικός αγωνιστής και διευθυντής της εφημερίδας «Ιλ Μαρτέλο», Κάρλο Τέσκα (που λίγο αργότερα βρέθηκε δολοφονημένος στη Νέα Υόρκη), ο πιο σημαντικός αμερικανός κοινωνιολόγος Έντουαρντ Άσγουορθ Ρος, ο ραβίνος Έντουαρντ Ισραέλ, ο δημοσιογράφος Τζον Τσάμπερλεν, ο γερμανός επαναστάτης Βέντελιν Τόμας, ο δημοσιογράφος και παλιό μέλος της ηγεσίας των μεξικάνικων συνδικάτων Φρανσίσκο Ζαμόρα και πολλοί άλλοι. Μια παρόμοια Επιτροπή, με διανοούμενους και βετεράνους του εργατικού κινήματος, συγκροτήθηκε και στο Παρίσι.

Η Επιτροπή της Νέας Υόρκης προσπάθησε, φυσικά μάταια, να πείσει τη σοβιετική Πρεσβεία, το Κομμουνιστικό Κόμμα και τους «Φίλους της ΕΣΣΔ» να πάρουν μέρος στην έρευνα. Από την άλλη, η αμερικάνικη κυβέρνηση αρνήθηκε να δώσει βίζα στον Τρότσκι. Έτσι, η Επιτροπή της Νέας Υόρκης αποφάσισε να στείλει μια προκαταρκτική ανακριτική Επιτροπή στο Μεξικό για να πάρει την κατάθεση του Τρότσκι. Με την άφιξή της στο Μεξικό η Επιτροπή προσκάλεσε τους εκπροσώπους του Τύπου, το ΚΚ, τα συνδικάτα κι όλες τις εργατικές οργανώσεις της χώρας να πάρουν μέρος στην ανάκριση με το δικαίωμα να θέτουν κάθε λογής ερώτηση και να απαιτούν την επαλήθευση κάθε ισχυρισμού.

Η Επιτροπή συγκροτήθηκε σε δικαστικό σώμα με πρόεδρο τον Τζον Ντιούι, γραμματέα την Σουζάν Λα Φολέτ, και μέλη τους Βενιαμίν Στόλμπεργκ, Ότο Ρούλε και Κάρλτον Μπηλς (ένα σταλινικό δημοσιογράφο της Νέας Υόρκης που παλιότερα δούλευε στο πρακτορείο «Τας» και ο οποίος, σε πλήρες αδιέξοδο, παραιτήθηκε την προτελευταία μέρα της ανάκρισης –αφού, όπως έγραψε ο Τρότσκι, «είχε εξαντλήσει τα φτωχά του μέσα και δεν του έμενε άλλο από το να αποσυρθεί»). Η Επιτροπή είχε προσλάβει ως νομικό σύμβουλο της τον παλιό ιρλανδό επαναστάτη και υπερασπιστή των Σάκο και Βαντζέτι, Τζον Φάινερτι, ενώ την υπεράσπιση του Τρότσκι είχε αναλάβει ο δικηγόρος του, Άλμπερτ Γκόλντμαν. Καταχωρητής των συζητήσεων ήταν ο ορκωτός στενογράφος Άλμπερτ Γκλόλτζερ.

Σε 13 συνεδριάσεις της, από τις 10 μέχρι τις 17 του Απρίλη 1937, η Επιτροπή εξέτασε λεπτομερειακά όλες τις κατηγορίες της Μόσχας, ακόμα και τις πιο παράλογες και τις πιο ακαθόριστες. Ύστερα από όλη αυτή την εργασία η ανακριτική επιτροπή συνέταξε την έκθεσή της και στις 9 του Μάη σε μια συγκέντρωση στη Νέα Υόρκη ο Ντιούι διάβασε την έκθεση αυτή στη Διεθνή Επιτροπή Έρευνας. Η έκθεση κατάληγε ως εξής: «Η Υποεπιτροπή σάς υποβάλλει το στενογραφημένο πρακτικό των συζητήσεων, καθώς και τις έγγραφες αποδείξεις που προσκομίστηκαν. Αυτό το πρακτικό μας πείθει ότι ο Τρότσκι δικαίωσε απόλυτα την αναγκαιότητα μιας ανάκρισης. Γι’ αυτούς τους λόγους συσταίνουμε τη συνέχιση των εργασιών της Επιτροπής ως το τέλος».

Τα στενογραφημένα πρακτικά αυτής της ανάκρισης εκδόθηκαν με τον τίτλο: Η Περίπτωση Λεόν Τρότσκι, από τις εκδόσεις «Χάρπερ» της Νέας Υόρκης σ’ έναν τόμο 620 σελίδων. Η Επιτροπή συνέχισε τις εργασίες της και στις 12 του Δεκέμβρη σε μια δημόσια συγκέντρωση ο Τζον Ντιούι ανακοίνωσε την ομόφωνη απόφασή της: «Θεωρούμε σκευωρία τις δίκες της Μόσχας. Ο Λεόν Τρότσκι και ο Λεόν Σεντόφ είναι αθώοι».Η απόφαση αυτή αποτελούμενη από 247 εισηγητικές εκθέσεις κυκλοφόρησε από τις ίδιες εκδόσεις στις αρχές του 1938 σ έναν τόμο 400 σελίδων με τον τίτλο: ΝΟΤ GUILTY (ΟΧΙ ΕΝΟΧΟΙ). Η ετυμηγορία της Διεθνούς Επιτροπής Έρευνας έμεινε στην ιστορία σαν μια κατάκτηση του παγκόσμιου εργατικού κινήματος –(Σελ. 34).

[14]. Γκε Πε Ου. (Γκοσουντάρστβενόγιε Πολιτίτσεσκογιε Ουπραβλένιε = Γενική Πολιτική Υπηρεσία). Τσεκά ήταν η συντομογραφία της πρώτης Έκτακτης Επιτροπής (Τσρεσβιτσάιναγια Κομίσια Ντέγια Μπόργμπι = Έκτακτη Επιτροπή για την Καταπολέμηση της Αντεπανάστασης και της Κερδοσκοπίας) που, με ηγέτη τον Φέλιξ Τζερζίνσκι, ίδρυσαν οι μπολσεβίκοι αμέσως μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση (20 του Δεκέμβρη 1917) στην πάλη ενάντια στο σαμποτάζ της αστικής τάξης και των τσιφλικάδων.

Αργότερα, το έκτακτο αυτό όργανο για την άμυνα της επανάστασης, μεταμορφώθηκε στα χέρια του Στάλιν και της βοναπαρτιστικής κλίκας του στην περιβόητη μυστική πολιτική αστυνομία (κατά καιρούς έγινε γνωστή σαν Γκε Πε Ου, Μι Βε Ντε, Κα Κε Μπε) που ο κύριος στόχος της ήταν η εξόντωση της επαναστατικής πρωτοπορίας στην ΕΣΣΔ και σ’ όλο τον κόσμο. Από τον Ιούλη του 1934 οι υπηρεσίες της πολιτικής αστυνομίας μεταφέρθηκαν στο Λαϊκό Κομισαριάτο Εσωτερικών Υποθέσεων (Νι Κα Βε Ντε = Ναρόντνικι Κομισαριάτ Βνουτρένιχ Ντελ) –(Σελ. 34).

[15]. Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα Μ. Βρετανίας. Ιδρύθηκε το Γενάρη του 1893 με ηγέτες τους Τζ. Χάρντι και Τζ. Μακντόναλντ. Συμμετείχε στη Συνδιάσκεψη η οποία δημιούργησε την Επιτροπή Εργατικής Εκπροσώπησης που το 1906 μετονομάστηκε σε Εργατικό Κόμμα –το σημερινό κόμμα των Εργατικών. Σαν συλλογικό μέλος του Εργατικού Κόμματος προσπαθούσε να διατηρήσει την πολιτική και οργανωτική ανεξαρτησία του, αλλά το 1931 διαγράφηκε από το Εργατικό Κόμμα.

Το 1932 έπαιξε κεντρικό ρόλο στην ίδρυση του Γραφείου του Λονδίνου με γραμματέα τον Φένερ Μπροκγουέι –μια διεθνή κεντριστική οργάνωση που πάλεψε με λύσσα ενάντια στην ίδρυση της Τέταρτης Διεθνούς. Με το πλησίασμα του πολέμου τα περισσότερα μέλη του ΑΕΚ επέστρεψαν στο Εργατικό Κόμμα –(Σελ. 35).

[16]. Δεύτερη Διεθνής. Η Διεθνής Ένωση των Εργατικών Κομμάτων ιδρύθηκε το 1889 σαν διάδοχος της Διεθνούς Ένωσης Εργατών –της Πρώτης Διεθνούς που διαλύθηκε το 1876. Κύριος οργανωτής και ιδεολογικός καθοδηγητής της Δεύτερης Διεθνούς υπήρξε ο Φρ.Έγκελς που, ταυτόχρονα, επεξεργάστηκε τις αρχές και το πρόγραμμα της. Η Δεύτερη Διεθνής ήταν, ωστόσο, μια εντελώς χαλαρή οργάνωση με μεγάλη ποικιλία εργατικών οργανώσεων –στις γραμμές της συγκέντρωνε όλα τα χρώματα της ίριδας: μαρξιστές και οπορτουνιστές, επαναστάτες και ρεφορμιστές.

Στο τέλος του 1912 η Δεύτερη Διεθνής συγκέντρωνε στις γραμμές της μια τεράστια δύναμη: 27 μαζικά κόμματα με 3,8 εκατομμύρια μέλη –επιπλέον στα συνδικάτα και στους συνεταιρισμούς που έλεγχε είχε οργανώσει 20 περίπου εκατομμύρια μέλη. Το πιο δυνατό της τμήμα ήταν το Γερμανικό Σοσιαλ-Δημοκρατικό Κόμμα. Αλλά από το Τέταρτο κιόλας Συνέδριό της, που συνήρθε στο Λονδίνο τον Αύγουστο του 1896 –έναν ακριβώς χρόνο από το θάνατο του Έγκελς– οι αποφάσεις της δεν αναφέρονταν πια στην αναγκαιότητα της επαναστατικής ανατροπής της εξουσίας της αστικής τάξης ή στη συντριβή του κρατικού μηχανισμού και στην εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Ωστόσο, σ’ όλα της τα συνέδρια πριν το 1914, από το 3ο Συνέδριο του 1893 στη Ζυρίχη (με εισήγηση του Γ.Β.Πλεχάνοφ) μέχρι το 9ο Συνέδριο του 1912 στη Βασιλεία, είχαν παρθεί αποφάσεις κι όλοι υπόσχονταν ότι θα αντιταχθούν στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο με την κινητοποίηση της διεθνούς εργατικής τάξης –στην ημερήσια διάταξη, λέγανε, θα μπει η γενική πανεργατική απεργία κι ο εμφύλιος πόλεμος.

Όμως, τον Αύγουστο του 1914, αποκαλύφθηκε η διαφθορά και η προδοσία της διεθνούς ηγεσίας της. Σε όλες τις χώρες, οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες ενώθηκαν με τις αντίστοιχες κυρίαρχες τάξεις σε μια προσπάθεια να στείλουν τους εργάτες αδιαμαρτύρητα στο ιμπεριαλιστικό σφαγείο. Οι ηγέτες των πιο μεγάλων Κομμάτων της Διεθνούς (Γερμανία, Αγγλία, Γαλλία, Βέλγιο κλπ.) όχι μόνο υπερψήφισαν τις πολεμικές πιστώσεις στα αντίστοιχα κοινοβούλια των χωρών τους, αλλά και έγιναν υπουργοί της μπουρζουαζίας.

Στις συνδιασκέψεις των σοσιαλιστών τόσο των χωρών της Αντάντ (το Φλεβάρη του 1915), όσο και των χωρών του γερμανοαυστριακού συνασπισμού (τον Απρίλη του 1915) οι σοσιαλπροδότες διακήρυξαν ότι θα στηρίξουν τον πόλεμο «ως την τελική νίκη». Μόνο μια μικρή μειοψηφία, με ηγέτες τον Λένιν, τον Τρότσκι, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, το Λίμπκνεχτ κ.ά., υποστήριξε την προλεταριακή πάλη ενάντια στον πόλεμο. Μια κεντριστική τάση, με ηγέτη τον Κάουτσκι, προσπάθησε να ακολουθήσει μια ενδιάμεση, ανάμεσα στο μαρξισμό και τον σοσιαλπατριωτισμό, γραμμή.

Από το 1914, ο Λένιν και οι σύντροφοί του πάλευαν να προετοιμάσουν τους όρους για την ίδρυση μιας νέας διεθνούς και ταυτόχρονα να αναλύσουν τις ταξικές δυνάμεις που οδήγησαν στον εκφυλισμό της Δεύτερης Διεθνούς. Μετά τον πόλεμο, τα ρεφορμιστικά κόμματα ξαναοργάνωσαν ένα διεθνές κίνημα, για να πολεμήσουν την επιρροή της Τρίτης (Κομμουνιστικής) Διεθνούς που ιδρύθηκε το Μάρτη του 1919 στη Μόσχα, και να βοηθήσουν τους ιμπεριαλιστές να στραγγαλίσουν τη Σοβιετική Ένωση –το πρώτο στον κόσμο εργατικό κράτος που εγκαθίδρυσε η νικηφόρα Οκτωβριανή Επανάσταση.

Η Διεθνής της Βέρνης, όπως το αποκάλεσαν, έζησε από το 1919 μέχρι το 1923. Το 1923 η Διεθνής της Βέρνης ενώθηκε με τη 2,1/2 Διεθνή και ίδρυσαν τη Σοσιαλιστική Διεθνή των Εργατών που στα αμέσως επόμενα χρόνια, μαζί με την ήδη σταλινισμένη Κομμουνιστική Διεθνή, έκαναν ότι μπορούσαν για την υποταγή της παγκόσμιας εργατικής τάξης και την προετοιμασία του νέου ιμπεριαλιστικού πολέμου. Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1951, τα Σοσιαλδημοκρατικά Κόμματα ίδρυσαν, στη Φραγκφούρτη, τη Σοσιαλιστική Διεθνή που στο τέλος της δεκαετίας του ’70 συγκέντρωνε 56 κόμματα με 8 περίπου εκατομμύρια μέλη και 80 εκατομμύρια ψηφοφόρους –μια σημαντική δύναμη ικανή να διαχειριστεί όλη τη μεταπολεμική περίοδο την κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού ενάντια στη διεθνή εργατική τάξη και τα κινήματα των καταπιεσμένων εθνών του πλανήτη –(Σελ. 35).

[17]. Διεθνής του Άμστερνταμ. Διεθνής Ομοσπονδία των Συνδικάτων –παγκόσμια συνδικαλιστική οργάνωση ελεγχόμενη από τους ρεφορμιστές. Ιδρύθηκε τον Ιούλη του 1919 με έδρα το Άμστερνταμ της Ολλανδίας. Με ηγέτες τον Λ.Ζουό (Γαλλία), τον Κ.Μέρτενς (Βέλγιο) και τους Έπλτον και Σιτρίν (Μ.Βρετανία), έλεγχε στην αρχή τα συνδικαλιστικά κινήματα 14 χωρών με 17.738.000 μέλη, ενώ το 1937 έλεγχε τα συνδικαλιστικά κέντρα 26 χωρών με 9.426.000 μέλη.

Η ηγεσία αυτή αρνήθηκε τη συμμετοχή στα σοβιετικά συνδικάτα και απόκλεισε τη συντριπτική πλειοψηφία των συνδικάτων των καθυστερημένων χωρών –της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής. Η Διεθνής του Άμστερνταμ εξασθένησε αισθητά με το πλησίασμα και την έκρηξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και διαλύθηκε οριστικά με τη συνθηκολόγηση της Γαλλίας το 1940. Το Δεκέμβρη του 1945, μετά την ίδρυση της Παγκόσμιας Συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας (ΠΣΟ), οι ηγέτες της αναγκάστηκαν να εξαγγείλουν και επίσημα τη διάλυση της Διεθνούς του Άμστερνταμ. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, Διεθνής Συνομοσπονδία Ελεύθερων Συνδικάτων (στήθηκε το 1949 από τη CIA) και Συνδικαλιστική Επιτροπή Υπερατλαντικής Συνεργασίας, που ιδρύθηκαν μεταπολεμικά είχαν ένα και μόνο στόχο: να υποτάξουν την ευρωπαϊκή εργατική τάξη στην πολιτική και τις ανάγκες των ευρωπαίων και αμερικάνων καπιταλιστών –(Σελ. 35).

[18]. Τρίτη (Κομμουνιστική) Διεθνής . Ιδρύθηκε το Μάρτη του 1919 σαν διεθνής επαναστατική οργάνωση που στόχο της είχε να οργανώσει σε Κομμουνιστικά Κόμματα όλους εκείνους που είχαν παλέψει ενάντια στην προδοσία της εργατικής τάξης και των σοσιαλιστικών αρχών από τους ηγέτες της Δεύτερης Διεθνούς, το 1914, και να καθοδηγήσει πολιτικά τους αγώνες τη παγκόσμιας εργατικής τάξης. Μόνο μ’ αυτό τον τρόπο μπορούσε η εμπειρία της Οκτωβριανής Επανάστασης να μπει στην υπηρεσία της διεθνούς εργατικής τάξης, να γίνει δυνατή η υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης από την ιμπεριαλιστική επίθεση, μέσα από την πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας ιδιαίτερα στις αναπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες και να ολοκληρωθεί η παγκόσμια επανάσταση που το πρώτο βήμα της έγινε το 1917 στη Ρωσία με το σπάσιμο της παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής αλυσίδας.

Στα τέσσερα πρώτα συνέδριά της, από το 1919 μέχρι το 1922, η Κομμουνιστική Διεθνής (Κόμιντερν) επεξεργάστηκε τις αρχές, τα προγράμματα και τις μέθοδες του παγκόσμιου μαρξιστικού κινήματος στην εποχή μας –όλα τα ντοκουμέντα των πρώτων αυτών Συνεδρίων της είναι γραμμένα από τον Λένιν και τον Τρότσκι. Από το 1923 και μετά η παγκόσμια κομμουνιστική αυτή οργάνωση άρχισε να λικβιντάρεται συστηματικά από το σταλινισμό. Κυριαρχώντας στην ΕΣΣΔ, η σταλινική γραφειοκρατία κυριάρχησε και στη νέα Διεθνή, μετατρέποντας τα Κομμουνιστικά Κόμματα, και την Κόμιντερν σαν όλο, σε επιτελεία της εξωτερικής της πολιτικής, πρακτορεία των απόψεών της και όργανα υπεράσπισης των ιδιαιτέρων προνομίων της.

Το Έβδομο και τελευταίο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς έγινε το 1935 για να προβάλει την προδοτική γραμμή του «Λαϊκού Μετώπου» ενάντια στο Ενιαίο Μέτωπο της λενινιστικής περιόδου. Το πως η λενινιστική προοπτική της παγκόσμιας επανάστασης αντικαταστάθηκε με την πολιτική του «σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα», που διακηρύχθηκε το 1924 από τον Στάλιν, και το πως λικβινταρίστηκε η Διεθνής φαίνεται ανάγλυφα στη σύγκλιση των συνεδρίων της: στα τέσσερα πρώτα χρόνια, μέχρι το 1922, έγιναν τα τέσσερα πρώτα της συνέδρια, για να ακολουθήσουν τρεις παρωδίες συνεδρίων στα επόμενα είκοσι χρόνια –το 1925, το 1928 και το 1935. Τελικά, η Κόμιντερν θυσιάστηκε στην προσπάθεια της σταλινικής γραφειοκρατίας να εδραιώσει τις σχέσεις της με τους ιμπεριαλιστές συμμάχους της στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο –χωρίς συνέδριο, απλά με εντολή του Στάλιν, η Τρίτη (Κομμουνιστική)Διεθνής διαλύθηκε και επίσημα το καλοκαίρι του 1943 –(Σελ. 35).

[19]. Λαϊκό Μέτωπο. Το Έβδομο και τελευταίο Συνέδριο της εκφυλισμένης Κομμουνιστικής Διεθνούς επεξεργάστηκε το 1935 την πολιτική του Λαϊκού Μετώπου με εισήγηση του Δημητρόφ –μια πολιτική που εγκαινίαζε τη συνεργασία των τάξεων, απορρίπτοντας το Μαρξισμό.

Σύμφωνα με το Στάλιν και το Δημητρόφ, τα ΚΚ θα έπρεπε να παραιτηθούν από την πάλη για επανάσταση και εξουσία και να ψάξουν για συμμάχους στα αστικά δημοκρατικά κόμματα, εγκαθιδρύοντας έτσι πλατιούς συνασπισμούς και συμμαχικές κυβερνήσεις ευνοϊκά διατεθειμένες προς τη Σοβιετική Ένωση.

Θα έπρεπε να υποστηρίξουν τέτοιες μεταρρυθμίσεις ώστε να κερδίσουν τις μικροαστικές μάζες και ταυτόχρονα να παλέψουν για μια πολιτική συλλογικής ασφάλειας, στηριγμένης στην Κοινωνία των Εθνών, που θα περιλάμβανε και την ΕΣΣΔ.

Όλη η θεωρητική επεξεργασία και κληρονομιά των Μαρξ-Έγκελς-Λένιν και των μαρξιστών γενικά για την πάλη των τάξεων και το αστικό κράτος «σαν όργανο για την καταπίεση της μιας τάξης από την άλλη», με τα ένοπλα σώματα, τις φυλακές και τους κάθε είδους καταπιεστικούς θεσμούς του, πετάχτηκε στο καλάθι των αχρήστων από τους σταλινικούς και το Έβδομο Συνέδριο της Κόμιντερν και ξαναζωντάνεψαν τις ρεφορμιστικές αυταπάτες α λα Σπάακ και Βαντερβέλντε για δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, για εθνικούς ειρηνικούς και κοινοβουλευτικούς δρόμους προς το σοσιαλισμό.

Η πολιτική αυτή οδηγήθηκε σε αδιέξοδο όταν οι γάλλοι εργάτες αμέσως μετά την εκλογική επιτυχία του Λαϊκού Μετώπου, το Μάη του 1936, κατάλαβαν τα εργοστάσια. Το ΚΚ αναλαμβάνει τότε το ρόλο του απεργοσπάστη για να σώσει τη συμμαχία του με τους αστούς Ριζοσπάστες και να κρατήσει στην εξουσία τον Λ.Μπλουμ! Στη Γαλλία, βέβαια μ’ ένα ισχυρό ΚΚ και τον Τορέζ που «ήξερε πως να σταματάει μια απεργία», τα κατάφεραν σχεδόν χωρίς θύματα. Στην Ισπανία, όμως, που το ΚΚ ήταν αναιμικό, ο Στάλιν με τους αστούς δημοκράτες συμμάχους του χρειάστηκαν πολυβόλα –με χιλιάδες θύματα– για να βγάλουν τους εργάτες από τα εργοστάσια και να σώσουν τον καπιταλισμό που βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο όλη τη δεκαετία του ’30 (δες Ισπανική Επανάσταση).

Μετά τον πόλεμο, το Λαϊκό Μέτωπο οδήγησε σε τραγωδία τους ένοπλους εργάτες στη Γαλλία (δες Τορέζ), στην Ιταλία, στην Ελλάδα, και καθώς το Λαϊκό Μέτωπο γίνεται η επίσημη πολιτική των Κομμουνιστικών Κομμάτων σ’ όλο τον κόσμο, το εργατικό κίνημα οδηγείται από ήττα σε ήττα και από σφαγή σε σφαγή με εκατοντάδες χιλιάδες θύματα (Τζακάρτα, Σαντιάγο κλπ.).

Αυτό ήταν το τίμημα από την εγκατάλειψη της επαναστατικής πολιτικής για την κατάληψη της εξουσίας που πάει πλάι πλάι με την εγκατάλειψη της πολιτικής του Ενιαίου Μετώπου που είχε επεξεργαστεί η Κομμουνιστική Διεθνής στο Τρίτο και Τέταρτο Συνέδριό της κάτω από την ηγεσία του Λένιν και του Τρότσκι –πολιτική που αρνιόταν την ιδεολογικοπολιτική «ενότητα» όχι μόνο με τους αστούς δημοκράτες, αλλά και με τα σοσιαλιστικά ρεφορμιστικά κόμματα. «Όχι κοινή πλατφόρμα, γράφει ο Λ.Τρότσκι, με τη σοσιαλδημοκρατία ή με τους ηγέτες των γερμανικών συνδικάτων, όχι κοινές εκδόσεις, λάβαρα ή πλακάτ! Προχωρήστε χωριστά, αλλά χτυπάτε μαζί! Συμφωνήστε μόνο στο πώς να χτυπήσετε, ποιόν να χτυπήσετε και πότε να χτυπήσετε!… Είναι ανάγκη, χωρίς καμιά αναβολή, να επεξεργαστούμε τελικά ένα πρακτικό σύστημα μέτρων –όχι απλά για να «εκθέσουμε» τη σοσιαλδημοκρατία (μπροστά στους κομμουνιστές), αλλά με στόχο την πραγματική πάλη ενάντια στο φασισμό», (Λ.Τρότσκι: Γερμανία 1931-1932, εκδόσεις NEW PARK, σελ 34). Τότε βέβαια οι σταλινικοί ταυτίζανε τη σοσιαλδημοκρατία με το φασισμό –αποκαλούσαν του σοσιαλιστές «σοσιαλφασίστες» –(Σελ. 25).

[20]. Αυστρομαρξισμός. Είναι ο ρεφορμισμός που ακολουθούσαν στην πολιτική τους πράξη οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες Ότο Μπάουερ, Καρλ Ρένερ, Ρούντολφ Χίλφερντιγκ, Μαξ Άντλερ, Φρίντριχ Άντλερ κ.ά., καμουφλαρισμένος με μια τυπική –στα λόγια– προσήλωση στο μαρξισμό.

«Ο αυστρομαρξισμός, θα γράψει ο Τρότσκι το 1920, την εποχή του εμφυλίου πολέμου, καθώς έτρεχε από το ένα μέτωπο στο άλλο με το θωρακισμένο τρένο του, είναι η σχολαστική και μεγαλόσχημη θεωρία της παθητικότητας και των συνθηκολογήσεων».

Η ουσία αυτή του Αυστρομαρξισμού δεν άργησε να έρθει στην επιφάνεια: το Φλεβάρη του 1921 οι αυστρομαρξιστές, μαζί με άλλους σοσιαλδημοκράτες ηγέτες, προσπάθησαν να στήσουν μια παγίδα στους αγωνιστές εργάτες που προσανατολίζονταν προς την Τρίτη (Κομμουνιστική) Διεθνή, ιδρύοντας τη «2,1/2 Διεθνή» (Συνδιάσκεψη της Βιένης), τη λεγόμενη Διεθνή Ένωση των Σοσιαλιστικών Κομμάτων ή Διεθνή της Βιένης –ένα ενδιάμεσο «επαναστατικό» κέντρο στο οποίο συμμετείχαν σοσιαλιστικά κόμματα και ομάδες από την Αυστρία, τη Γερμανία, την Αγγλία, το Βέλγιο, την Ελλάδα, την Ισπανία, την Πολωνία, τη Γαλλία, τις ΕΠΑ, τη Ρουμανία, κλπ. Επίσης συμμετείχαν οι Μενσεβίκοι και οι Εσέροι. Στην ηγεσία της, δίπλα στους Άντλερ και Μπάουερ καμάρωναν οι Λ.Μάρτοφ και Β.Τσερνόφ –κάνοντας κριτική στη Δεύτερη Διεθνή γιατί εγκατέλειψε τις βασικές επαναστατικές της θέσεις: την ένοπλη εξέγερση και τη δικτατορία του προλεταριάτου.

Ύστερα από δυο χρόνια, το Μάη του 1923, οι «αυστρομαρξιστές επαναστάτες» και η «2,1/2 Διεθνής» τους εγκατέλειψαν τα λόγια και συγχωνεύθηκαν με τη Διεθνή της Βέρνης, τους παλιούς σοσιαλδημοκράτες συνεταίρους τους, συγκροτώντας τη Σοσιαλιστική Διεθνή Εργατών. Έτσι επαληθεύτηκε η εκτίμηση του Λένιν που έγραφε ότι «Οι κύριοι αυτοί της 2,1/2 Διεθνούς που θέλουν να ονομάζονται επαναστάτες, σε κάθε σοβαρή κατάσταση αποκαλύπτονται στην πράξη αντεπαναστάτες», («Άπαντα», τόμ. 44, σελ. 105–10).

Αργότερα σ’ ένα άλλο τυχοδιωκτικό ζικ ζακ τους, οι αυστρομαρξιστές, σε αντίξοες γενικά συνθήκες και χωρίς μια σοβαρή προετοιμασία, οργάνωσαν ορισμένες δυνάμεις και, το Φλεβάρη του 1934, κάλεσαν τους εργάτες της Αυστρίας σε εξέγερση «ενάντια στην αυστριακή φασιστική κυβέρνηση», φορτώνοντας μια φοβερή ήττα στην πλάτη της εργατικής τάξης. Μετά τον πόλεμο οι αυστρομαρξιστές και το Σοσιαλιστικό Κόμμα Αυστρίας απόρριψαν και επίσημα πια το μαρξισμό –(Σελ. 36).

[21]. Γραφείο του Λονδίνου. Διεθνής κεντριστική οργάνωση που σχηματίστηκε το Μάη του 1932 με πρωτοβουλία του βρετανικού Ανεξάρτητου Εργατικού Κόμματος (ILP) και του Νορβηγικού Εργατικού Κόμματος (NAP). Το Γραφείο του Λονδίνου είχε την έδρα του στο Λονδίνο και Γραμματέα του τον Μπροκγουέι Φένερ, έναν από τους ηγέτες του Ανεξάρτητου Εργατικού Κόμματος Βρετανίας. Αργότερα, στο Γραφείο του Λονδίνου πήραν μέρος κι άλλες οργανώσεις από διάφορες χώρες, όπως το ΠΟΥΜ από την Ισπανία, το γερμανικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (SAP), η ομάδα του Γιωτόπουλου από την Ελλάδα κλπ. Με το ξέσπασμα του πολέμου το Γραφείο του Λονδίνου διαλύθηκε, όπως και το ίδιο το ΑΕΚ που τα μέλη του επέστρεψαν στο Εργατικό Κόμμα, ενώ πολύ νωρίτερα το Νορβηγικό Εργατικό Κόμμα είχε εγκαταλείψει τα διεθνή παιχνίδια και είχε γυρίσει στο εθνικό του έδαφος –(Σελ. 36).

 

 

Μέρος Δεύτερο

 

Ηθική και Επανάσταση

 

 

 

Ανάμεσα στους φιλελεύθερους και τους ριζοσπάστες δεν είναι λίγοι εκείνοι που έχουν αφομοιώσει τις μέθοδες της υλιστικής ερμηνείας των γεγονότων και που θεωρούν τον εαυτό τους μαρξιστή. Αυτό, ωστόσο, δεν τους εμποδίζει να μένουν αστοί δημοσιογράφοι, καθηγητές ή πολιτικοί. Δεν μπορεί, βέβαια, να διανοηθεί κανείς έναν μπολσεβίκο χωρίς την υλιστική μέθοδο και στη σφαίρα επίσης της ηθικής. Μα αυτή η μέθοδος του χρησιμεύει όχι απλά για την ερμηνεία των γεγονότων, αλλά για την οικοδόμηση ενός επαναστατικού κόμματος του προλεταριάτου. Και είναι αδύνατο να φέρει σε πέρας αυτό το καθήκον δίχως την πλήρη ανεξαρτησία από την μπουρζουαζία και την ηθική της.

Ωστόσο, η αστική κοινή γνώμη βασιλεύει ακόμα και σήμερα παντοδύναμη στο επίσημο εργατικό κίνημα, από τον Γουίλιαμ Γκριν στις Ενωμένες Πολιτείες, τον Λεόν Μπλουμ και τον Μορίς Τορέζ στη Γαλλία, μέχρι τον Γκάρθια Όλιβερ στην Ισπανία. Στο γεγονός αυτό ο αντιδραστικός χαρακτήρας της τωρινής περιόδου φτάνει στην οξύτερή του έκφραση.

Ένας επαναστάτης μαρξιστής δεν μπορεί να προσεγγίσει την ιστορική του αποστολή δίχως νά ’χει ξεκόψει ηθικά από την αστική κοινή γνώμη και τους πράκτορές της μέσα στο προλεταριάτο. Γι’ αυτό χρειάζεται ένα ηθικό θάρρος διαφορετικού διαμετρήματος από εκείνο που απαιτείται για ν’ ανοίγεις διάπλατα το στόμα σου στις συγκεντρώσεις και να φωνάζεις: «Κάτω ο Χίτλερ! Κάτω ο Φράνκο!». Και είναι αυτή ακριβώς η αποφασιστική, ολοκληρωτική στην έκτασή της, και άκαμπτη ρήξη των μπολσεβίκων με τη συντηρητική ηθική φιλοσοφία όχι μόνο της μεγάλης, αλλά και της μικρομπουρζουαζίας που τρομοκρατεί θανάσιμα τους δημοκράτες φρασεοκόπους, τους προφήτες των σαλονιών και τους ήρωες των παρασκηνίων. Απ’ αυτό απορρέουν οι μομφές τους για τον «αμοραλισμό» των μπολσεβίκων.

Το ότι ταυτίζουν την αστική ηθική με την ηθική «γενικά», αυτό κάλλιστα μπορεί να επαληθευτεί αν ρίξουμε μια ματιά στην άκρα αριστερή πτέρυγα των μικροαστών και συγκεκριμένα στα κεντριστικά κόμματα του λεγόμενου Γραφείου του Λονδίνου. Μια που η οργάνωση αυτή «αναγνωρίζει» το πρόγραμμα της προλεταριακής επανάστασης, οι διαφωνίες μας μαζί της φαίνονται, από πρώτη ματιά, σαν δευτερεύουσες.

Στην πραγματικότητα, η «αναγνώρισή» τους είναι χωρίς αξία, γιατί δεν τους δεσμεύει σε τίποτε. «Αναγνωρίζουν» την προλεταριακή επανάσταση όπως αναγνώριζαν οι καντιανοί την κατηγορική προσταγή, δηλαδή σαν μια ιερή αρχή που όμως είναι ανεφάρμοστη στην καθημερινή ζωή. Στη σφαίρα της πρακτικής πολιτικής, ενώνονται με τους χειρότερους εχθρούς της επανάστασης (τους ρεφορμιστές και τους σταλινικούς) στον αγώνα ενάντιά μας. Όλη τους η σκέψη είναι διαποτισμένη από διπλοπροσωπία και ψευτιά. Αν οι κεντριστές, κατά γενικό κανόνα, δεν έχουν φτάσει στο σημείο να κάνουν εγκλήματα, είναι γιατί μένουν πάντοτε στο περιθώριο της πολιτικής: είναι, για να το πούμε έτσι, οι πορτοφολάδες της ιστορίας. Γι’ αυτό το λόγο πιστεύουν πως η αποστολή τους είναι να αναγεννήσουν το εργατικό κίνημα με μια καινούρια ηθική.

Στην άκρα αριστερή πτέρυγα της «αριστερής» αυτής αδελφότητας στέκεται μια μικρή και πολιτικά εντελώς ασήμαντη ομάδα γερμανών εμιγκρέδων που βγάζουν την εφημερίδα «Ο Νέος Δρόμος». Ας σκύψουμε κι ας αφουγκραστούμε τους «επαναστάτες» αυτούς κατήγορους του μπολσεβίκικου αμοραλισμού. Σ’ έναν τόνο διφορούμενου ψευτοέπαινου, «Ο Νέος Δρόμος» δηλώνει ότι οι μπολσεβίκοι ξεχωρίζουν από τα άλλα κόμματα γιατί δεν είναι υποκριτές –διακηρύσσουν ανοικτά αυτό που οι άλλοι εφαρμόζουν αθόρυβα στην πράξη, δηλαδή την αρχή «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Αλλά σύμφωνα με τις πεποιθήσεις του «Νέου Δρόμου», μια τέτοια «αστική» αρχή είναι ασυμβίβαστη με ένα «υγιές σοσιαλιστικό κίνημα». «Το ψέμα και άλλα χειρότερα δεν είναι μέσα που επιτρέπονται στον αγώνα, όπως ο Λένιν τα θεωρούσε ακόμα». Η λέξη «ακόμα» σημαίνει προφανώς πως ο Λένιν δεν τα κατάφερε να κατανικήσει τις αυταπάτες του μόνο και μόνο γιατί δεν πρόλαβε να ζήσει ως την ανακάλυψη αυτή του «Νέου Δρόμου».

Στη φόρμουλα «το ψέμα και άλλα χειρότερα», το «χειρότερα» σημαίνει προφανώς τη βία, το φόνο κλπ., μια που, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, η βία είναι χειρότερη από το ψέμα –και ο φόνος η ακρότατη μορφή βίας. Έτσι, φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι το ψέμα, η βία και ο φόνος είναι ασυμβίβαστα με ένα «υγιές σοσιαλιστικό κίνημα». Ποια είναι, όμως, η σχέση μας με την επανάσταση; Ο εμφύλιος πόλεμος είναι η πιο άγρια μορφή πολέμου. Και είναι αδιανόητος όχι μονάχα χωρίς βία ενάντια σε τρίτα πρόσωπα, αλλά, με τη σύγχρονη τεχνική, και χωρίς το σκοτωμό γερόντων και γυναικόπαιδων.

Χρειάζεται να υπενθυμίσουμε την Ισπανία; Η μόνη δυνατή απάντηση των «φίλων» της Δημοκρατικής Ισπανίας ηχεί περίπου έτσι: ο εμφύλιος πόλεμος είναι καλύτερος από τη φασιστική σκλαβιά. Αλλά αυτή η πέρα για πέρα σωστή απάντηση σημαίνει μονάχα ότι ο σκοπός (Δημοκρατία ή Σοσιαλισμός) δικαιολογεί, κάτω από ορισμένες συνθήκες, τέτοια μέσα όπως είναι η βία και ο φόνος. Για τα ψέματα βέβαια δεν γίνεται λόγος! Χωρίς ψέματα ο πόλεμος θα ήταν αδιανόητος –σαν μια μηχανή χωρίς πετρέλαιο. Για να προστατεύσει ακόμα και τη σύνοδο των Κορτές (1η Φλεβάρη 1938) από τις φασιστικές βόμβες, η κυβέρνηση της Βαρκελώνης εξαπάτησε πολλές φορές εσκεμμένα τους δημοσιογράφους και τον ίδιο της το λαό. Μπορούσε να ενεργήσει με άλλον τρόπο; Εκείνος που δέχεται το σκοπό: τη νίκη ενάντια στον Φράνκο, οφείλει να δεχτεί και το μέσο: τον εμφύλιο πόλεμο με τα επακόλουθά του –τη φρίκη και τα εγκλήματα.

Παρόλα αυτά, το ψέμα και η βία, «αυτά καθεαυτά», πρέπει να καταδικαστούν; Φυσικά, όπως ακριβώς και η ταξική κοινωνία που τα γεννάει. Μια κοινωνία χωρίς ταξικές αντιφάσεις θα είναι φυσικά μια κοινωνία χωρίς ψέματα και βία. Όμως, δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος να χτίσουμε μια γέφυρα που να φέρνει σ’ αυτήν την κοινωνία πέρα από την επανάσταση, δηλαδή τα βίαια μέσα. Η επανάσταση αυτή καθεαυτή είναι προϊόν της ταξικής κοινωνίας και αναγκαστικά φέρνει μέσα της τα χαρακτηριστικά της. Από την άποψη των «αιώνιων αληθειών» η επανάσταση είναι βέβαια «αντι-ηθική». Αλλά αυτό σημαίνει απλά ότι η ιδεαλιστική ηθική είναι αντεπαναστατική, δηλαδή στην υπηρεσία των εκμεταλλευτών.

«Ο εμφύλιος πόλεμος», θα απαντήσει ίσως ο παγιδευμένος στην άγνοια φιλόσοφος, «είναι, ωστόσο, μια θλιβερή εξαίρεση. Αλλά σε ειρηνικές περίοδες ένα υγιές σοσιαλιστικό κίνημα θα πρέπει να τα καταφέρνει χωρίς βία και ψέματα». Μια τέτοια απάντηση, όμως, δεν αντιπροσωπεύει τίποτε άλλο από μια παθητική υπεκφυγή. Δεν υπάρχει σαφής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην «ειρηνική» ταξική πάλη και την επανάσταση. Κάθε απεργία κλείνει μέσα της σε εμβρυακή μορφή όλα τα στοιχεία του εμφυλίου πολέμου. Κάθε πλευρά πασχίζει να εντυπωσιάσει τον αντίπαλο με μια διογκωμένη εικόνα για την αγωνιστική της αποφασιστικότητα και για τα υλικά της μέσα. Με τον Τύπο τους, τους πράκτορες και τους σπιούνους τους, οι καπιταλιστές προσπαθούν να τρομοκρατήσουν και να αποθαρρύνουν τους απεργούς. Από την πλευρά τους, οι απεργιακοί φρουροί, όπου δεν φτάνει η πειθώ, αναγκάζονται να καταφύγουν στη βία. Έτσι, «το ψέμα και άλλα χειρότερα» αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ταξικής πάλης ακόμα και στην πιο στοιχειώδη μορφή της. Εκείνο που μένει να προσθέσουμε είναι ότι η ίδια η αντίληψη για την αλήθεια και το ψέμα γεννιέται από τις ταξικές αντιφάσεις.

 

 

Η Επανάσταση και ο Θεσμός των Ομήρων

 

 

Ο Στάλιν συλλαμβάνει και τουφεκίζει τα παιδιά των αντιπάλων του, αφού οι αντίπαλοι του αυτοί έχουν ήδη εκτελεστεί με ψεύτικες κατηγορίες. Με τη βοήθεια του θεσμού των οικογενειακών ομήρων, ο Στάλιν υποχρεώνει εκείνους τους σοβιετικούς διπλωμάτες που επιτρέψανε στον εαυτό τους μια έκφραση αμφιβολίας για το αλάθητο του Γιαγκόντα ή του Γιέζοφ να γυρίσουν από το εξωτερικό. Οι ηθικολόγοι του «Νέου Δρόμου» θεωρούν αναγκαίο και, με την ευκαιρία αυτή, επίκαιρο να μας υπενθυμίσουν το γεγονός ότι ο Τρότσκι το 1919 εισηγήθηκε «επίσης» ένα νόμο για τους ομήρους. Αλλά εδώ γίνεται αναγκαίο να παραθέσουμε κατά λέξη: «Η σύλληψη αθώων συγγενών από τον Στάλιν είναι μια αηδιαστική βαρβαρότητα. Αλλά ήταν το ίδιο βαρβαρότητα όταν υπαγορευόταν από τον Τρότσκι (1919)». Να ο ιδεαλιστής ηθικολόγος σ’ όλη του την ομορφιά! Τα κριτήριά του είναι τόσο ψεύτικα όσο και οι κανόνες της αστικής δημοκρατίας –υποτίθεται πως στις δυο αυτές περιπτώσεις υπάρχει κάποια ομοιότητα, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ούτε ίχνος απ’ αυτήν.

Δεν θα επιμείνουμε εδώ στο γεγονός ότι το Διάταγμα του 1919 σπάνια οδήγησε έστω και σε μια εκτέλεση συγγενούς των τσαρικών εκείνων στρατηγών που η δολιότητά τους όχι μόνο κόστισε την απώλεια αναρίθμητων ανθρώπινων υπάρξεων, αλλά και απείλησε την ίδια την επανάσταση με άμεση εκμηδένιση. Σε τελευταία ανάλυση το ζήτημα δεν είναι αυτό. Αν η επανάσταση είχε δείξει λιγότερη περιττή γενναιοψυχία από την πρώτη της στιγμή, εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπινες ζωές θα είχαν σωθεί. Έτσι ή αλλιώς παίρνω πάνω μου ολόκληρη την ευθύνη για το Διάταγμα του 1919. Ήταν ένα αναγκαίο μέτρο στην πάλη ενάντια στους καταπιεστές. Μόνο μέσα στο ιστορικό περιεχόμενο αυτής της πάλης βρίσκεται η δικαίωση του Διατάγματος, όπως γενικά η δικαίωση ολόκληρου του εμφυλίου πολέμου που, επίσης, μπορεί να χαρακτηριστεί, κι όχι αβάσιμα, «αηδιαστική βαρβαρότητα».

Αφήνουμε σε κάποιον Εμίλ Λούντβιχ ή στους όμοιούς του να φτιάξουν το πορτρέτο του Αβραάμ Λίνκολν με μικρές ροζ φτερούγες. Όλη η αξία του Λίνκολν βρίσκεται στο ότι δεν δίστασε μπροστά στα πιο σκληρά μέσα –μόλις τα βρήκε αναγκαία– για να πραγματοποιήσει ένα μεγάλο ιστορικό σκοπό που έμπαινε στην ημερήσια διάταξη από την ανάπτυξη ενός νεαρού έθνους. Το ζήτημα ακόμα δεν βρίσκεται στο ποιο από τα εμπόλεμα στρατόπεδα προκάλεσε ή είχε το μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων. Η ιστορία έχει διαφορετικά μέτρα και σταθμά για την ωμότητα των Βορείων και την ωμότητα των Νοτίων στον Εμφύλιο Πόλεμο. Ας μην τολμήσουν οι κατάπτυστοι ευνούχοι να μας πουν ότι ένας δουλοκτήτης, που με την πονηριά και τη βία κρατάει έναν δούλο αλυσοδεμένο, και ένας δούλος, που με την πονηριά ή τη βία σπάζει τις αλυσίδες του, μπορεί να είναι ίσοι μπροστά σε ένα δικαστήριο ηθικής!

Όταν η Παρισινή Κομμούνα[1] πνίγηκε στο αίμα και οι αντιδραστικοί υποκριτές όλου του κόσμου σύρανε τη σημαία της στη λάσπη του εξευτελισμού και της συκοφαντίας, δεν ήταν λίγοι οι δημοκράτες φιλισταίοι που, προσαρμοζόμενοι στην αντίδραση, επικρίνανε τους κομμουνάρους γιατί τουφέκισαν 64 ομήρους με πρώτο τον αρχιεπίσκοπο του Παρισιού. Ο Μαρξ δεν δίστασε ούτε στιγμή να υπερασπίσει αυτή την αιματηρή πράξη της Κομμούνας. Σε μια εγκύκλιο που έβγαλε το Γενικό Συμβούλιο της Πρώτης Διεθνούς, όπου κόχλαζε η έτοιμη να ξεχυθεί λάβα, ο Μαρξ μας θυμίζει πρώτα ότι η μπουρζουαζία υιοθετεί το θεσμό των ομήρων τόσο στον αγώνα ενάντια στους αποικιακούς λαούς όσο και ενάντια στις δικές της εργαζόμενες μάζες και ύστερα αναφέρεται στη συστηματική εκτέλεση των αιχμαλώτων κομμουνάρων από τους ξέφρενους αντιδραστικούς. Και συνεχίζει:

»…Η Κομμούνα για να προστατέψει τη ζωή τους (των αιχμαλώτων) ήταν υποχρεωμένη να καταφύγει στην πρωσική πρακτική της σύλληψης ομήρων. Η ζωή των ομήρων πληρώθηκε ξανά και ξανά με το συνεχιζόμενο τουφεκισμό αιχμαλώτων απομέρους των Βερσαγιέζων[2]. Πώς θα μπορούσαν να τους κρατήσουν στη ζωή ύστερα από τη σφαγή με την οποία οι πραιτοριανοί του Μακ-Μαόν γιόρτασαν την είσοδό τους στο Παρίσι; Η ύστατη εγγύηση ενάντια στην ανενδοίαστη θηριωδία των αστικών κυβερνήσεων –η σύλληψη ομήρων– έπρεπε να αποδειχτεί ένα φιάσκο;».

Έτσι υπερασπίστηκε ο Μαρξ την εκτέλεση των ομήρων, παρόλο που, πίσω από την πλάτη του, στο Γενικό Συμβούλιο, κάθονταν όχι λίγοι Φένερ Μπροκγουέι, Νόρμαν Τόμας και άλλοι Ότο Μπάουερ. Αλλά ήταν τόσο νωπή η αγανάκτηση του παγκόσμιου προλεταριάτου ενάντια στη θηριωδία των Βερσαγιέζων ώστε οι ηθικολογικά μαθητευόμενοι αντιδραστικοί προτίμησαν να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό, περιμένοντας πιο ευνοϊκούς καιρούς –που, αλίμονο, δεν άργησαν νά ’ρθουν. Μόνο ύστερα από τον οριστικό θρίαμβο της αντίδρασης οι μικροαστοί ηθικολόγοι, μαζί με τους γραφειοκράτες των συνδικάτων και τους αναρχικούς αερολόγους, κατέστρεψαν την Πρώτη Διεθνή[3].

Όταν η Οκτωβριανή Επανάσταση αμυνόταν ενάντια στις ενωμένες δυνάμεις του ιμπεριαλισμού σε μέτωπο πέντε χιλιάδων μιλίων, οι εργάτες όλου του κόσμου παρακολουθούσαν την πορεία της πάλης με τόση φλογερή συμπάθεια ώστε στις συγκεντρώσεις τους ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο να κατηγορήσει κανείς το θεσμό των ομήρων για «αηδιαστική βαρβαρότητα». Χρειάστηκε ο πλήρης εκφυλισμός του σοβιετικού κράτους και ο θρίαμβος της αντίδρασης σε μια σειρά χώρες για να βγουν έρποντας από τις τρύπες τους οι ηθικολόγοι …για να βοηθήσουν τον Στάλιν. Αν είναι αλήθεια ότι τα καταπιεστικά μέτρα για την προστασία των προνομίων της νέας αριστοκρατίας έχουν την ίδια ηθική αξία με τα αναγκαία επαναστατικά μέτρα του απελευθερωτικού αγώνα, τότε ο Στάλιν δικαιώνεται πλήρως, αν … αν δεν καταδικάζεται πέρα για πέρα η προλεταριακή επανάσταση.

Αναζητώντας παραδείγματα ανηθικότητας στα γεγονότα του ρωσικού εμφυλίου πολέμου, οι κύριοι κύριοι ηθικολόγοι βρίσκονται την ίδια στιγμή υποχρεωμένοι να κλείνουν τα μάτια μπροστά στο γεγονός ότι η Ισπανική Επανάσταση[4] υιοθέτησε κι αυτή το θεσμό των ομήρων, τουλάχιστο στην περίοδο που ήταν γνήσια επανάσταση των μαζών. Αν οι κατήγοροι δεν τολμούν να επιτεθούν ενάντια στους ισπανούς εργάτες για την «αηδιαστική βαρβαρότητα» τους, είναι γιατί το έδαφος της χερσονήσου των Πυρηναίων είναι ακόμα πάρα πολύ καυτό γι’ αυτούς. Είναι σημαντικά πιο βολικό να γυρίσουν στα 1919. Η εποχή αυτή ανήκει ήδη στην ιστορία –οι γέροι την έχουν ξεχάσει και οι νέοι δεν την έχουν ακόμα διδαχτεί. Για τον ίδιο λόγο οι κάθε λογής φαρισαίοι γυρίζουν με τέτοιο πείσμα στην Κρονστάνδη[5] και στο Μάχνο –εδώ υπάρχει ελεύθερη διέξοδος για ηθικές αναθυμιάσεις!

 

 

«Η Ηθική των Κάφρων»

 

 

Είναι αδύνατο να μη συμφωνήσει κανείς με τους ηθικολόγους στο ότι η ιστορία διαλέγει δύσκολα μονοπάτια. Αλλά τι είδους συμπέρασμα για πρακτική δράση βγαίνει απ’ αυτό; Ο Λεόν Τολστόι συνιστούσε να αγνοήσουμε τις κοινωνικές συμβατικότητες και να τελειοποιήσουμε τον εαυτό μας. Ο Μαχάτμα Γκάντι μας συμβουλεύει να πίνουμε γάλα κατσίκας. Αλίμονο, οι «επαναστάτες» ηθικολόγοι του «Νέου Δρόμου» δεν απέχουν πολύ από αυτές τις συνταγές. «Πρέπει», κηρύσσουν αυτοί, «να ελευθερώσουμε τον εαυτό μας από την ηθική των Κάφρων[6], για την οποία μόνο αυτό που κάνει ο εχθρός είναι κακό». Υπέροχη συμβουλή! «Πρέπει να ελευθερώσουμε τον εαυτό μας…».

Ο Τολστόι συνιστούσε επιπρόσθετα να ελευθερώσουμε τον εαυτό μας από τα αμαρτήματα της σάρκας. Οι στατιστικές, ωστόσο, δεν φαίνεται να επιβεβαιώνουν την επιτυχία της σύστασης. Τα κεντριστικά μας ανθρωπάκια έχουν κατορθώσει, μέσα σε μια ταξική κοινωνία, να υψώσουν τον εαυτό τους σε μια υπερταξική ηθική. Αλλά έχουν περάσει 2000 σχεδόν χρόνια από τότε που ειπώθηκε: «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών…», «Πρόσφερε και την ετέραν παρειάν σου…». Ωστόσο, ακόμα και ο Άγιος Πατέρας της Ρώμης δεν έχει «ελευθερώσει τον εαυτό του» από το μίσος ενάντια στους εχθρούς του. Μα την αλήθεια, ο Σατανάς, ο εχθρός αυτός της ανθρωπότητας, είναι ακόμα παντο-δύναμος!

Το να εφαρμόζεις διαφορετικά κριτήρια για τις πράξεις των εκμεταλλευτών και για τις πράξεις των εκμεταλλευομένων, αυτό σημαίνει, σύμφωνα με τα αξιοθρήνητα αυτά ανθρωπάκια, ότι στέκεις στο επίπεδο της «ηθικής των Κάφρων». Πρώτα απ’ όλα μια τέτοια περιφρονητική αναφορά στους Κάφρους δεν ταιριάζει καθόλου στην πένα των «σοσιαλιστών». Είναι πραγματικά τόσο κακή η ηθική των Κάφρων; Να τι λέει πάνω σ’ αυτό η «Βρετανική Εγκυκλοπαίδεια»:

«Στις κοινωνικές και πολιτικές τους σχέσεις δείχνουν μεγάλη λεπτότητα και νοημοσύνη. Είναι αξιοσημείωτα γενναίοι, φιλοπόλεμοι και φιλόξενοι και ήταν τίμιοι και ειλικρινείς ως τη στιγμή που, στην επαφή τους με τους λευκούς, έγιναν φιλύποπτοι, εκδικητικοί και κλέφτες, πέρα από το ότι απόκτησαν τα περισσότερα ελαττώματα των Ευρωπαίων». Είναι αδύνατο να μη φθάσει κανείς στο συμπέρασμα ότι οι λευκοί ιεραπόστολοι, οι κήρυκες των αιώνιων ηθικών αξιών, συμμετείχαν στη διαφθορά των Κάφρων.

Αν λέγαμε σ’ έναν κάφρο εργάτη ότι οι εργάτες ξεσηκώθηκαν σ’ ένα μέρος του πλανήτη μας και έπιασαν στο ύπνο τους εκμεταλλευτές τους, αυτό θα τον ευχαριστούσε πολύ. Από την άλλη, όμως, θα στεναχωριόταν αν ανακάλυπτε ότι οι καταπιεστές είχαν κατορθώσει να ξεγελάσουν τους καταπιεζόμενους. Ένας Κάφρος, που δεν έχει διαφθαρεί ως το μεδούλι από τους ιεραπόστολους, ποτέ δεν θα εφαρμόσει τους ίδιους αφηρημένους ηθικούς κανόνες στους καταπιεστές και τους καταπιεζόμενους. Κι ακόμα, δεν θα δυσκολευτεί να σας καταλάβει αν του εξηγήσετε πως ο προορισμός αυτών των αφηρημένων κανόνων είναι να εμποδίζουν τους καταπιεζόμενους να ξεσηκώνονται ενάντια στους καταπιεστές τους.

Τι διδακτική σύμπτωση! Για να συκοφαντήσουν τους μπολσεβίκους, οι ιεραπόστολοι του «Νέου Δρόμου» αναγκάστηκαν να συκοφαντήσουν ταυτόχρονα και τους Κάφρους. Πέρα από αυτό και στις δυο περιπτώσεις η συκοφαντία ακολουθεί τη γραμμή της επίσημης καπιταλιστικής ψευδολογίας: ενάντια στους επαναστάτες και ενάντια στις έγχρωμες φυλές. Όχι, εμείς προτιμούμε τους Κάφρους από όλους τους ιεραπόστολους, πνευματικούς και λαϊκούς!

Ωστόσο, σε καμιά περίπτωση δεν είναι ανάγκη να υπερτιμούμε την ευσυνειδησία των ηθικολόγων του «Νέου Δρόμου» και των άλλων χρεοκόπων. Οι προθέσεις αυτών των ανθρώπων δεν είναι τόσο κακές. Αλλά, παρά τις προθέσεις τους, χρησιμεύουν σαν μοχλοί στο μηχανισμό της αντίδρασης. Σε μια περίοδο σαν τη σημερινή, όπου τα μικροαστικά κόμματα γαντζώνονται από τη φιλελεύθερη μπουρζουαζία ή τη σκιά της (την πολιτική του «Λαϊκού Μετώπου») και παραλύουν το προλεταριάτο, στρώνοντας το δρόμο στο φασισμό (Ισπανία, Γαλλία κλπ.), οι μπολσεβίκοι, δηλαδή οι επαναστάτες μαρξιστές, γίνονται ιδιαίτερα μισητά πρόσωπα στα μάτια της καπιταλιστικής κοινής γνώμης. Η βασική πολιτική πίεση της εποχής μας γλιστράει από τα δεξιά προς τ’ αριστερά. Σε τελευταία ανάλυση ολόκληρο το βάρος της αντίδρασης πέφτει πάνω στους ώμους μιας μικρής επαναστατικής μειοψηφίας. Η μειοψηφία αυτή αποκαλείται Τέταρτη Διεθνής[7] Voila l’ennemi! Να ο εχθρός!

Στο μηχανισμό της αντίδρασης ο σταλινισμός κατέχει πολλές ηγετικές θέσεις. Όλες οι ομάδες της καπιταλιστικής κοινωνίας, μαζί και οι αναρχικοί, χρησιμοποιούν τη βοήθειά του στην πάλη ενάντια στην προλεταριακή επανάσταση. Την ίδια στιγμή, οι μικροαστοί δημοκράτες επιχειρούν να φορτώσουν τουλάχιστον το 50% της απέχθειας για τα εγκλήματα των συμμάχων τους στη Μόσχα πάνω στην αδάμαστη επαναστατική μειοψηφία. Σ’ αυτό βρίσκεται η ουσία του σλόγκαν που είναι τώρα της μόδας: «Ο τροτσκισμός και ο σταλινισμός είναι ένα και το ίδιο πράγμα». Οι αντίπαλοι των μπολσεβίκων και των Κάφρων βοηθούν έτσι την αντίδραση να συκοφαντήσει το κόμμα της επανάστασης.

 

 

Ο «Αμοραλισμός» του Λένιν

 

 

Οι Ρώσοι Σοσιαλ/Επαναστάτες[8] ήταν πάντα τα πιο ηθικά άτομα: ουσιαστικά ήταν η ενσάρκωση της ηθικής. Όμως, αυτό δεν τους εμπόδισε την εποχή της επανάστασης να εξαπατήσουν τους ρώσους αγρότες. Στο παρισινό όργανο του Κερένσκι, εκείνου του ηθικότατου σοσιαλιστή που στάθηκε ο πρόδρομος του Στάλιν στη χάλκευση ψεύτικων κατηγοριών ενάντια στους μπολσεβίκους, ένας άλλος παλιός σοσιαλεπαναστάτης, ο Ζενζίνοφ, γράφει: «Ο Λένιν, όπως είναι γνωστό, δίδασκε ότι προκειμένου να πετύχουν τους επιθυμητούς σκοπούς τους, οι κομμουνιστές μπορούν, και μερικές φορές οφείλουν, “να καταφεύγουν σε κάθε είδους τεχνάσματα, μανούβρες και υπεκφυγές”...», («Νέα Ρωσία», 17 Φλεβάρη 1938, σελ. 3). Από αυτό βγάζουν το τελετουργικό συμπέρασμα: ο σταλινισμός είναι ο φυσικός γόνος του λενινισμού.

Δυστυχώς, ο ηθικός κατήγορος δεν είναι καν σε θέση να αντιγράψει τίμια. Ο Λένιν έλεγε: «Είναι αναγκαίο να είμαστε ικανοί… να καταφεύγουμε σε κάθε είδους τεχνάσματα, μανούβρες και παράνομες μέθοδες, στην υπεκφυγή και στην πρόφαση για να διεισδύσουμε στα εργατικά συνδικάτα, να παραμείνουμε σ’ αυτά και να αναπτύξουμε σ’ αυτά κομμουνιστική δράση με κάθε θυσία». Η ανάγκη για υπεκφυγές και μανούβρες, σύμφωνα με την εξήγηση του Λένιν, επιβάλλεται από το γεγονός ότι η ρεφορμιστική γραφειοκρατία, προδίνοντας τους εργάτες στο κεφάλαιο, δελεάζει τους επαναστάτες, τους καταδιώκει και ακόμα στρέφει ενάντιά τους την αστική αστυνομία. Οι «μανούβρες» και οι «υπεκφυγές» δεν είναι σε αυτή την περίπτωση παρά οι μέθοδες νόμιμης αυτοάμυνας ενάντια στη δόλια ρεφορμιστική γραφειοκρατία.

Το κόμμα του ίδιου του Ζενζίνοφ έδρασε παράνομα ενάντια στον τσαρισμό, και αργότερα ενάντια στους μπολσεβίκους. Και στις δυο περιπτώσεις κατέφυγε στην πονηριά, στην πρόφαση, στα πλαστά διαβατήρια και σ’ άλλες μορφές «υπεκφυγής». Όλα αυτά τα μέσα θεωρούνταν όχι μόνο «ηθικά», αλλά και ηρωικά γιατί ανταποκρίνονταν στους πολιτικούς σκοπούς της μικροαστικής τάξης. Αλλά η κατάσταση αλλάζει αμέσως όταν οι προλετάριοι επαναστάτες αναγκάζονται να καταφύγουν σε συνωμοτικά μέτρα ενάντια στη μικροαστική δημοκρατία. Το κλειδί της ηθικής αυτών των κυρίων έχει, όπως βλέπουμε, έναν ταξικό χαρακτήρα!

Ο «αμοραλιστής» Λένιν δίνει ανοιχτά, στον Τύπο, συμβουλές σχετικά με τη στρατιωτική πανουργία ενάντια σε δόλιους ηγέτες. Και ο ηθικολόγος Ζενζίνοφ κακόβουλα κόβει και τις δυο άκρες από την παράθεση του Λένιν με στόχο να εξαπατήσει τον αναγνώστη –ο ηθικός κατήγορος αποδείχνεται, όπως συνήθως, ένας μικροαπατεώνας. Δεν ήταν χωρίς λόγο που ο Λένιν επαναλάμβανε κάθε τόσο: είναι πολύ δύσκολο να συναντήσεις έναν ευσυνείδητο αντίπαλο!

Ένας εργάτης που δεν κρύβει την «αλήθεια» για τα σχέδια των απεργών από τους καπιταλιστές, είναι απλά ένας προδότης που αξίζει την περιφρόνηση και το μποϊκοτάζ. Ο στρατιώτης που φανερώνει την «αλήθεια» στον εχθρό τιμωρείται σαν κατάσκοπος. Ο Κερένσκι επιχείρησε να προσάψει στους μπολσεβίκους την κατηγορία ότι είχαν αποκαλύψει την «αλήθεια» στο επιτελείο του Λούντεντορφ. Φαίνεται ότι ακόμα και η «ιερή αλήθεια» δεν είναι αυτή καθεαυτή ένας σκοπός. Πάνω της δεσπόζουν πιο επιτακτικά κριτήρια που, όπως δείχνει η ανάλυση, έχουν έναν ταξικό χαρακτήρα.

Ο αγώνας ζωής και θανάτου είναι αδιανόητος χωρίς στρατιωτική πανουργία, με άλλα λόγια χωρίς ψέμα και απάτη. Ο γερμανός προλετάριος δεν έχει το δικαίωμα να εξαπατήσει την αστυνομία του Χίτλερ; Ή μήπως οι σοβιετικοί μπολσεβίκοι-λενινιστές τηρούν «ανήθικη» στάση όταν εξαπατούν την Γκε Πε Ου; Κάθε ευσεβής μπουρζουάς χειροκροτεί την ευφυΐα της αστυνομίας που επιτυγχάνει με την πανουργία να συλλάβει έναν επικίνδυνο γκάνγκστερ. Η στρατιωτική πανουργία είναι αλήθεια απαράδεκτη όταν πρόκειται για την ανατροπή των γκάνγκστερ του ιμπεριαλισμού;

Ο Νόρμαν Τόμας μιλάει για «τον παράξενο κομμουνιστικό αμοραλισμό για τον οποίο τίποτε δεν έχει σημασία έξω από το κόμμα και την εξουσία του», («Σοσιαλιστική Πρόσκληση», 12 του Μάρτη 1938, σελ. 5). Επιπλέον, ο Νόρμαν Τόμας βάζει στο ίδιο σακί τη σημερινή Κόμιντερν, δηλαδή τη συνωμοσία της γραφειοκρατίας του Κρεμλίνου ενάντια στην εργατική τάξη, με το Μπολσεβίκικο Κόμμα, που αντιπροσώπευε μια συνωμοσία των προχωρημένων εργατών ενάντια στην μπουρζουαζία. Αυτή η πέρα για πέρα ανήθικη ταύτιση αποκαλύφθηκε αρκετά παραπάνω. Ο σταλινισμός απλά κρύβεται πίσω από τη λατρεία του Κόμματος. Στην πραγματικότητα καταστρέφει και κυλάει το Κόμμα στη λάσπη.

Είναι, ωστόσο, αλήθεια πως για έναν μπολσεβίκο το Κόμμα είναι το παν. Ο Τόμας, ο σοσιαλιστής του σαλονιού, μένει κατάπληκτος και απορρίπτει μια παρόμοια σχέση ανάμεσα σε έναν επαναστάτη και την επανάσταση γιατί ο ίδιος δεν είναι παρά ένας μπουρζουάς μ’ ένα σοσιαλιστικό «ιδανικό». Στα μάτια του Τόμας και των ομοίων του, το Κόμμα είναι απλά ένα βοηθητικό όργανο για εκλογικές κομπίνες κι άλλες παρόμοιες δουλειές –τίποτε περισσότερο. Η προσωπική του ζωή, τα συμφέροντα, οι δεσμοί και τα ηθικά κριτήριά του υπάρχουν έξω από το Κόμμα. Με εχθρική έκπληξη αντικρίζει τον μπολσεβίκο για τον οποίο το Κόμμα είναι ένα όπλο για τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, κι εδώ περιλαμβάνεται και η ηθική της. Για έναν επαναστάτη μαρξιστή δεν μπορεί να υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στην προσωπική ηθική και στα συμφέροντα του Κόμματος, αφού το Κόμμα, στη συνείδησή του, ενσωματώνει τα πιο υψηλά καθήκοντα και σκοπούς της ανθρωπότητας. Είναι αφέλεια να φανταστούμε ότι ο Τόμας έχει ανώτερη κατανόηση της ηθικής από τους μαρξιστές. Απλά έχει μια πολύ χαμηλή αντίληψη για το Κόμμα.

«Καθετί που γεννιέται αξίζει να πεθάνει», λέει ο διαλεκτικός Γκέτε. Η κατάστροφή του Μπολσεβίκικου Κόμματος –ένα επεισόδιο στην παγκόσμια αντίδραση– δεν μειώνει, ωστόσο, την παγκόσμια ιστορική του σημασία. Στην περίοδο της επαναστατικής του ανόδου, δηλαδή όταν πραγματικά αντιπροσώπευε την προλεταριακή πρωτοπορία, ήταν το πιο έντιμο κόμμα της ιστορίας. Φυσικά, όποτε μπορούσε, εξαπατούσε τις εχθρικές τάξεις. Από την άλλη μεριά, όμως, έλεγε στους εκμεταλλευόμενους την αλήθεια, όλη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια. Μόνο χάρη σ’ αυτό κατόρθωσε να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους και σ’ ένα τέτοιο βαθμό που ποτέ δεν τον πέτυχε κανένα άλλο κόμμα στον κόσμο.

Οι υπηρέτες της άρχουσας τάξης αποκαλούν τους οργανωτές αυτού του κόμματος «αμοραλιστές». Στα μάτια των συνειδητών εργατών αυτή η κατηγορία έχει το χαρακτήρα επαίνου. Αυτό σημαίνει: ο Λένιν αρνήθηκε να αναγνωρίσει τους ηθικούς κανόνες που καθιέρωσαν οι δουλοκτήτες για τους σκλάβους τους –κανόνες που ποτέ δεν τηρήθηκαν από τους ίδιους τους δουλοκτήτες. Καλούσε το προλεταριάτο να επεκτείνει την ταξική του πάλη και στην ηθική σφαίρα επίσης. Εκείνος που υποκλίνεται μπροστά σε αξιώματα που έχουν εγκαθιδρυθεί από τον εχθρό, δεν θα νικήσει ποτέ αυτόν τον εχθρό!

Ο «αμοραλισμός» του Λένιν, δηλαδή η απόρριψη της υπερταξικής ηθικής, δεν τον εμπόδισε να παραμείνει πιστός σ’ ένα και το ίδιο ιδανικό για όλη του τη ζωή. Δεν τον εμπόδισε να αφιερώσει όλο του το Είναι στην υπόθεση των καταπιεζομένων, να δείξει τη μεγαλύτερη ευσυνειδησία στη σφαίρα των ιδεών και το πιο υψηλό θάρρος στη σφαίρα της δράσης, να διατηρήσει μια στάση αμόλυντη από κάθε ίχνος έπαρσης απέναντι στον «συνηθισμένο» εργάτη, στην ανυπεράσπιστη γυναίκα, στο παιδί. Δεν είναι φανερό ότι ο «αμοραλισμός» στη δοσμένη περίπτωση είναι απλά το ψευδώνυμο της ανώτερης ανθρώπινης ηθικής;

 

 

Ένα Διδακτικό Επεισόδιο

 

 

Εδώ είναι η κατάλληλη στιγμή να αφηγηθούμε ένα επεισόδιο που, παρά τον περιορισμένο χαρακτήρα του, δεν απεικονίζει άσχημα τη διαφορά ανάμεσα στην ηθική τους και την ηθική μας. Το 1935, με ένα γράμμα στους βέλγους φίλους μου, ανέπτυξα την αντίληψη ότι η απόπειρα ενός νεαρού επαναστατικού κόμματος να οργανώσει «δικά του» συνδικάτα ισοδυναμεί με αυτοκτονία. Πρέπει να βρίσκουμε τους εργάτες εκεί που είναι. Αλλά αυτό σημαίνει να πληρώνουμε συνδρομές για να συντηρούμε έναν οπορτουνιστικό μηχανισμό; «Φυσικά, απάντησα, για να έχουμε το δικαίωμα να υπονομεύουμε τους ρεφορμιστές είναι ανάγκη να τους προσφέρουμε προσωρινά τη συνδρομή μας». Μα οι ρεφορμιστές θα μας επιτρέψουν μήπως να τους υπονομεύσουμε; «Είναι αλήθεια, αποκρίθηκα, πως η υπονόμευση απαιτεί συνωμοτικά μέτρα. Οι ρεφορμιστές είναι η πολιτική αστυνομία της μπουρζουαζίας μέσα στην εργατική τάξη. Πρέπει να δράσουμε χωρίς την άδεια τους και ενάντια στις απαγορεύσεις τους…».

Σε μια επιδρομή στο σπίτι του συντρόφου Ντ., που συνδεόταν, αν δεν κάνω λάθος, με το ζήτημα της αποστολής όπλων στους ισπανούς εργάτες, η βελγική αστυνομία κατάσχεσε το γράμμα μου. Μέσα σε λίγες μέρες το γράμμα αυτό δημοσιεύτηκε. Κι όπως ήταν φυσικό, ο Τύπος του Βαντερβέλντε, του Ντε Μαν και του Σπάακ άστραψε και βρόντησε ενάντια στο «μακιαβελισμό» και τον «ιησουϊτισμό» μου.

Και ποιοι είναι αυτοί οι κατήγοροι; Ο Βαντερβέλντε, πρόεδρος για πολλά χρόνια της Δεύτερης Διεθνούς, έχει γίνει από καιρό έμπιστος υπηρέτης του βελγικού κεφαλαίου. Ο Ντε Μαν, που με μια σειρά χοντρούς τόμους εξευγένισε το σοσιαλισμό με ιδεαλιστικές ηθικολογίες, κάνοντας παραχωρήσεις στη θρησκεία, άρπαξε την πρώτη κατάλληλη ευκαιρία για να προδώσει τους εργάτες και να γίνει ένας κοινός αστός υπουργός. Ακόμα πιο χαριτωμένη είναι η περίπτωση του Σπάακ. Εδώ κι ενάμιση χρόνο αυτός ο τζέντλεμαν ανήκε στην αριστερή σοσιαλιστική αντιπολίτευση και ήρθε και με βρήκε στη Γαλλία για να με συμβουλευτεί για τις μέθοδες πάλης ενάντια στη γραφειοκρατία του Βαντερβέλντε. Του ανέπτυξα τις ίδιες αυτές αντιλήψεις που αργότερα αποτέλεσαν το γράμμα μου. Αλλά ένα χρόνο μετά την επίσκεψή του, ο Σπάακ προτίμησε τα ρόδα από τ’ αγκάθια. Προδίνοντας τους συντρόφους του της αντιπολίτευσης, έγινε ένας από τους πιο κυνικούς υπουργούς του βελγικού κεφαλαίου.

Στα εργατικά συνδικάτα και μέσα στο ίδιο τους το κόμμα αυτοί οι τζέντλεμεν πνίγουν κάθε κριτική φωνή, συστηματικά δωροδοκούν και διαφθείρουν τους πιο προχωρημένους εργάτες και το ίδιο συστηματικά διαγράφουν αυτούς που δεν υποτάσσονται. Το μόνο που τους ξεχωρίζει από την Γκε Πε Ου είναι ότι δεν κατέφυγαν ακόμα στην αιματοχυσία –σαν καλοί πατριώτες φυλάνε το αίμα των εργατών για τον ερχόμενο ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Είναι ολοφάνερο –πρέπει νά ’ναι κανείς τέρας της Αποκάλυψης, ηθικό εξάμβλωμα, «Κάφρος», μπολσεβίκος για να συμβουλεύει τους επαναστάτες εργάτες να παίρνουν συνωμοτικά μέτρα στην πάλη ενάντια σ’ αυτούς τους τζέντλεμεν!

Από την άποψη της βελγικής νομοθεσίας, το γράμμα μου, φυσικά, δεν περιείχε τίποτε το εγκληματικό. Το καθήκον της «δημοκρατικής» αστυνομίας ήταν να επιστρέψει το γράμμα στον παραλήπτη του και να του ζητήσει συγνώμη. Το καθήκον του Σοσιαλιστικού Κόμματος ήταν να διαμαρτυρηθεί ενάντια στην επιδρομή που είχε υπαγορευτεί και αφορούσε τα συμφέροντα του στρατηγού Φράνκο. Αλλά οι κύριοι σοσιαλιστές δεν ντράπηκαν καθόλου να χρησιμοποιήσουν την αυθαιρεσία της αστυνομικής υπηρεσίας χωρίς την οποία δεν θα μπορούσαν να έχουν την ευχάριστη ευκαιρία να εκθέσουν γι’ άλλη μια φορά την ανωτερότητα της ηθικής τους απέναντι στον αμοραλισμό των μπολσεβίκων.

Το κάθετι έχει συμβολική σημασία σ’ αυτό το επεισόδιο. Οι βέλγοι σοσιαλ δημοκράτες άδειασαν πάνω μου τους κουβάδες της αγανάκτησής τους ακριβώς την ώρα που οι νορβηγοί ομοϊδεάτες τους κρατούσαν εμένα και τη γυναίκα μου κλειδαμπαρωμένους για να μην μπορέσουμε να αμυνθούμε ενάντια στις κατηγορίες της Γκε Πε Ου. Η νορβηγική κυβέρνηση ήξερε καλά ότι οι κατηγορίες της Μόσχας ήταν ψεύτικες –η ημιεπίσημη εφημερίδα των σοσιαλδημοκρατών το διαβεβαίωσε αυτό ανοιχτά από τις πρώτες κιόλας μέρες. Αλλά η Μόσχα έθιγε τους νορβηγούς εφοπλιστές και ψαρέμπορους στο πορτοφόλι –και οι κύριοι σοσιαλ-δημοκράτες βιάστηκαν να προσκυνήσουν. Ο αρχηγός του κόμματος[9], Μαρτίν Τράνμαελ, δεν είναι απλά μια αυθεντία στην ηθική σφαίρα, αλλά κι ένας ανοιχτά ενάρετος πολίτης: δεν πίνει, δεν καπνίζει, αποφεύγει το κρέας και το χειμώνα κολυμπάει στα παγωμένα νερά. Αυτά δεν τον εμπόδισαν, αφού μας συνέλαβε με εντολή της Γκε Πε Ου, να βάλει ειδικά έναν νορβηγό πράκτορα της Γκε Πε Ου, κάποιον Τζάκομπ Φρις –έναν αστό χωρίς εντιμότητα ή συνείδηση– να με συκοφαντήσει. Αλλά αρκετά είπαμε…

Η ηθική αυτών των κυρίων αποτελείται από συμβατικά διδάγματα και τρόπους έκφρασης, που υποτίθεται ότι συγκαλύπτουν τα συμφέροντα, τις ορέξεις και τους φόβους τους. Στην πλειοψηφία τους είναι έτοιμοι για κάθε προστυχιά –εγκατάλειψη πεποιθήσεων, δολιότητα, προδοσία– για χάρη της φιλοδοξίας ή της απληστίας τους. Στην ιερή σφαίρα των ατομικών συμφερόντων ο σκοπός αγιάζει, γι’ αυτούς, κάθε μέσο. Και είναι ακριβώς γι’ αυτό το λόγο που απαιτούν ειδικούς κώδικες ηθικής, μόνιμους και ταυτόχρονα ελαστικούς, σαν καλές τιράντες. Μισούν κάθε άνθρωπο που ξεσκεπάζει τα επαγγελματικά τους μυστικά στις μάζες. Σε «ειρηνικές» εποχές το μίσος τους εκφράζεται σε συκοφαντίες –στη γλώσσα της ψαραγοράς ή σε φιλοσοφική διάλεκτο. Σε εποχές οξυμένων κοινωνικών συγκρούσεων, όπως στην Ισπανία, οι ηθικολόγοι αυτοί δολοφονούν, χέρι χέρι με την Γκε Πε Ου, τους επαναστάτες. Και για να δικαιολογηθούν επαναλαμβάνουν διαρκώς: «Ο τροτσκισμός και ο σταλινισμός είναι ένα και το ίδιο πράγμα».

 

 

Διαλεκτική Αλληλεξάρτηση Σκοπού και Μέσων

 

 

Ένα μέσο μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο από το σκοπό του. Μα ο σκοπός, με τη σειρά του, χρειάζεται να δικαιολογηθεί κι αυτός. Από την άποψη του μαρξισμού, που εκφράζει τα ιστορικά συμφέροντα του προλεταριάτου, ο σκοπός δικαιολογείται αν οδηγεί στην αύξηση της κυριαρχίας της ανθρωπότητας πάνω στη Φύση και στην κατάργηση της κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο.

Μ’ αυτό θέλετε να πείτε ότι στην επιδίωξη αυτού του σκοπού το κάθετι επιτρέπεται;, ρωτάει σαρκαστικά ο φιλισταίος, αποδείχνοντας ότι δεν κατάλαβε τίποτα. Επιτρέπεται, απαντάμε, μόνο εκείνο που πραγματικά οδηγεί στην απελευθέρωση της ανθρωπότητας. Κι αφού αυτός ο σκοπός μπορεί να ολοκληρωθεί μόνο με την επανάσταση, η απελευθερωτική ηθική του προλεταριάτου είναι αναγκαστικά προικισμένη μ’ έναν επαναστατικό χαρακτήρα. Αντιτίθεται ασυμφιλίωτα όχι μονάχα στο θρησκευτικό δόγμα, αλλά και στα κάθε είδους ιδεολογικά φετίχ, τους φιλοσοφικούς αυτούς χωροφύλακες της άρχουσας τάξης. Συνάγει τους κανόνες της συμπεριφοράς του από τους νόμους ανάπτυξης της κοινωνίας, και πρωταρχικά από την πάλη των τάξεων, που είναι ο νόμος όλων των νόμων.

Αλλά ο ηθικολόγος επιμένει: Αυτό σημαίνει ότι στον ταξικό αγώνα ενάντια στους καπιταλιστές επιτρέπονται όλα τα μέσα: το ψέμα, η συνωμοσία, η προδοσία, ο φόνος και ούτω καθεξής; Επιτρεπόμενα και αναγκαία, απαντάμε, είναι εκείνα και μόνον εκείνα τα μέσα που συνενώνουν το επαναστατικό προλεταριάτο, γεμίζουν την καρδιά του με ασυμφιλίωτη εχθρότητα στην καταπίεση, του διδάσκουν την περιφρόνηση στην επίσημη ηθική και τα δημοκρατικά της φερέφωνα, το διαποτίζουν με τη συνείδηση της ιστορικής του αποστολής και δυναμώνουν το θάρρος του και το πνεύμα αυτοθυσίας στον αγώνα.

Απ’ αυτά ακριβώς βγαίνει ότι δεν επιτρέπονται όλα τα μέσα. Όταν λέμε πώς ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, τότε το συμπέρασμα που βγαίνει για μας είναι ότι ο μεγάλος επαναστατικός σκοπός αποκρούει περιφρονητικά εκείνα τα χυδαία μέσα και τους τρόπους που στρέφουν ένα τμήμα της εργατικής τάξης ενάντια σ’ άλλα τμήματα της, ή που επιχειρούν να κάνουν τις μάζες ευτυχισμένες χωρίς τη δική τους συμμετοχή, ή ελαττώνουν την πίστη των μαζών στον εαυτό τους και στην οργάνωσή τους, αντικαθιστώντας την με τη λατρεία των «αρχηγών». Πρωταρχικά και ασυμφιλίωτα, η επαναστατική ηθική απορρίπτει τη δουλοπρέπεια απέναντι στην μπουρζουαζία και την υπεροψία απέναντι στους εργαζόμενους, δηλαδή απορρίπτει εκείνα τα χαρακτηριστικά στα οποία οι μικροαστοί σχολαστικοί και ηθικολόγοι είναι βουτηγμένοι ως το λαιμό.

Τα κριτήρια αυτά δεν προσφέρουν, φυσικά, μια έτοιμη απάντηση στο ερώτημα τι επιτρέπεται και τι δεν επιτρέπεται σε κάθε ιδιαίτερη περίπτωση. Δεν μπορεί να υπάρχουν τέτοιες αυτόματες απαντήσεις. Τα προβλήματα της επαναστατικής ηθικής είναι συνυφασμένα με τα προβλήματα της επαναστατικής στρατηγικής και τακτικής. Η ζωντανή πείρα του κινήματος κάτω από το φως της θεωρίας προσφέρει τη σωστή απάντηση σε αυτά τα προβλήματα.

Για το διαλεκτικό υλισμό δεν υπάρχει δυϊσμός ανάμεσα στα μέσα και το σκοπό. Ο σκοπός απορρέει φυσιολογικά από το ιστορικό κίνημα. Οργανικά τα μέσα είναι υποταγμένα στο σκοπό. Ο άμεσος σκοπός γίνεται το μέσο για ένα παραπέρα σκοπό. Στο θεατρικό του έργο «Φραντς φον Ζίκιγκεν»[10] ο Φερντινάντ Λασάλ βάζει τα παρακάτω λόγια στο στόμα ενός από τους ήρωές του:

                   «Δείξε μου το σκοπό, μα δείξε και το δρόμο.

                   Τόσο σφιχτοδεμένος είναι ο δρόμος με το σκοπό,

                   Που η αλλαγή του ενός σημαίνει αλλαγή και τ’ άλλου,

                    Κι οι νέοι δρόμοι πάντα νέους σκοπούς ανοίγουν».

Οι στίχοι του Λασάλ κάθε άλλο παρά τέλειοι είναι. Και το χειρότερο είναι ότι στην πρακτική πολιτική ο ίδιος ο Λασάλ ξέφυγε από το παραπάνω αξίωμα –είναι αρκετό να θυμηθούμε ότι έφτασε στο σημείο να κάνει μυστικές συμφωνίες με τον Μπίσμαρκ! Μα η διαλεκτική αλληλεξάρτηση ανάμεσα στα μέσα και το σκοπό εκφράζεται ολότελα σωστά στους παραπάνω στίχους. Πρέπει να σπαρθούν σπόροι σταριού για να φυτρώσουν στάχυα.

Η ατομική τρομοκρατία, λόγου χάρη, επιτρέπεται ή δεν επιτρέπεται από την άποψη της «καθαρής ηθικής» Στην αφηρημένη αυτή μορφή το ζήτημα δεν υπάρχει καθόλου για μας. Ο συντηρητικός Ελβετός μπουρζουάς ακόμα και τώρα εγκωμιάζει δημόσια τον τρομοκράτη Γουλιέλμο Τέλο. Οι συμπάθειές μας στρέφονται αμέριστα προς τους Ιρλανδούς, Ρώσους, Πολωνούς ή Ινδούς τρομοκράτες στον αγώνα τους ενάντια στην εθνική και πολιτική καταπίεση. Ο δολοφονημένος Κίροφ, ένας βάναυσος σατράπης, δεν γεννάει καμιά συμπάθεια. Η σχέση μας με το δολοφόνο παραμένει ουδέτερη μόνο γιατί δεν ξέρουμε τα κίνητρα που τον καθοδήγησαν. Αν αποδειχνόταν ότι ο Νικολάγιεφ ενήργησε σαν συνειδητός τιμωρός για τα εργατικά δικαιώματα τα ποδοπατημένα από τον Κίροφ, οι συμπάθειές μας θά ’ταν ολοκληρωτικά με το μέρος του δολοφόνου. Ωστόσο, εκείνο που για μας έχει αποφασιστική σημασία δεν είναι το ζήτημα των υποκειμενικών κινήτρων, αλλά το ζήτημα των αντικειμενικών αποτελεσμάτων.

Τα δοσμένα μέσα είναι πράγματι ικανά να μας οδηγήσουν στο σκοπό; Σε σχέση με την ατομική τρομοκρατία, τόσο η θεωρία όσο και η πείρα αποδείχνουν ότι δεν συμβαίνει αυτό. Λέμε στον τρομοκράτη: είναι αδύνατο να αντικαταστήσεις τις μάζες. Μόνο μέσα στο μαζικό κίνημα μπορείς να βρεις αποτελεσματική έκφραση του ηρωισμού σου. Ωστόσο, μέσα στις συνθήκες του εμφυλίου πολέμου, η δολοφονία μεμονωμένων καταπιεστών παύει να είναι πράξη ατομικής τρομοκρατίας. Αν, ας πούμε, ένας επαναστάτης τίναζε με μια βόμβα στον αέρα τον στρατηγό Φράνκο και το επιτελείο του, αυτή του η πράξη πολύ δύσκολα θα προκαλούσε ηθική αγανάκτηση ακόμα και στους δημοκρατικούς ευνούχους. Μέσα στις συνθήκες του εμφυλίου πολέμου μια παρόμοια πράξη θα ήταν πολιτικά πέρα για πέρα δικαιολογημένη. Έτσι, ακόμα και στο οξύτερο ζήτημα –το σκότωμα ανθρώπου από άνθρωπο– τα απόλυτα ηθικά αξιώματα αποδείχνονται μάταια. Οι ηθικές εκτιμήσεις, μαζί με τις πολιτικές, βγαίνουν από τις εσωτερικές ανάγκες του αγώνα.

Η απελευθέρωση των εργαζομένων δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο από τους ίδιους. Γι’ αυτό δεν υπάρχει μεγαλύτερο έγκλημα από το να εξαπατάς τις μάζες, να παρουσιάζεις τις ήττες για νίκες, τους φίλους για εχθρούς, να εξαγοράζεις τους εργατικούς ηγέτες, να φτιάχνεις θρύλους, να σκηνοθετείς ψεύτικες δίκες, με μια λέξη να κάνεις ό,τι κάνουν οι σταλινικοί. Τα μέσα αυτά ένα μόνο σκοπό μπορούν να υπηρετήσουν: να παρατείνουν την κυριαρχία μιας κλίκας που έχει ήδη καταδικαστεί από την ιστορία. Μα δεν μπορούν να συντελέσουν στην απελευθέρωση των μαζών. Να γιατί η Τέταρτη Διεθνής κάνει αγώνα ζωής και θανάτου ενάντια στο σταλινισμό.

Οι μάζες, φυσικά, δεν είναι καθόλου αναμάρτητες. Η εξιδανίκευση των μαζών μάς είναι εντελώς ξένη. Τις είδαμε κάτω από διάφορες συνθήκες, σε διάφορες φάσεις και επιπρόσθετα στους μεγαλύτερους πολιτικούς συγκλονισμούς. Έχουμε παρατηρήσει τις δυνατές και τις αδύνατες πλευρές τους. Η δυνατή τους πλευρά –αποφασιστικότητα, αυτοθυσία, ηρωισμός– βρήκε πάντοτε την πιο καθαρή της έκφραση σε εποχές επαναστατικής ανόδου. Σ’ αυτή την περίοδο οι μπολσεβίκοι βρίσκονταν επικεφαλής των μαζών. Κατόπιν, άνοιξε ένα διαφορετικό ιστορικό κεφάλαιο, όταν πέρασε στο προσκήνιο η αδύνατη πλευρά των καταπιεζομένων: ανομοιογένεια, πολιτιστική καθυστέρηση, στενότητα παγκόσμιας προοπτικής. Οι μάζες, κουρασμένες από την ένταση, καταλαμβάνονται από την απογοήτευση, χάνουν την πίστη στον εαυτό τους –και στρώνουν το δρόμο για τη νέα αριστοκρατία.

Σ’ αυτή την εποχή οι μπολσεβίκοι («τροτσκιστές») βρέθηκαν απομονωμένοι από τις μάζες. Πρακτικά μιλώντας, περάσαμε μέσα από δυο μεγάλους τέτοιους ιστορικούς κύκλους: 1897-1905, χρόνια πλημμυρίδας, 1907-1913, χρόνια αμπώτιδας, 1917-1923, περίοδος ανόδου χωρίς προηγούμενο στην ιστορία, τέλος, μια νέα περίοδος αντίδρασης που δεν τέλειωσε ακόμα μέχρι σήμερα.

Μέσα σ’ αυτά τα τεράστια γεγονότα οι «τροτσκιστές» διδάχτηκαν το ρυθμό της ιστορίας, δηλαδή τη διαλεκτική του ταξικού αγώνα. Διδάχτηκαν ακόμα, καθώς φαίνεται, κι ως ένα βαθμό μ’ επιτυχία, πώς να υποτάσσουν τα υποκειμενικά τους σχέδια και προγράμματα σ’ αυτόν τον αντικειμενικό ρυθμό. Μάθανε να μην απελπίζονται μπροστά στο γεγονός ότι οι νόμοι της ιστορίας δεν εξαρτώνται από τα ατομικά τους γούστα και δεν υποτάσσονται στα δικά τους ηθικά κριτήρια. Μάθανε να υποτάσσουν τις ατομικές τους διαθέσεις στους νόμους της ιστορίας. Μάθανε να μην τρομάζουν μπροστά στους πιο ισχυρούς εχθρούς όταν η δύναμη των τελευταίων βρίσκεται σε αντίφαση με τις ανάγκες της ιστορικής ανάπτυξης. Ξέρουν πώς να κολυμπάνε ενάντια στο ρεύμα με τη βαθιά πεποίθηση ότι η νέα ιστορική πλημμυρίδα θα τους φέρει στην αντικρινή όχθη. Δεν θα φτάσουν όλοι σ’ αυτή την όχθη, πολλοί θα πνιγούν. Μα το να συμμετέχεις σ’ αυτό το κίνημα με ανοιχτά τα μάτια και με αδάμαστη τη θέληση –αυτό μόνο μπορεί να δώσει την πιο υψηλή ηθική ικανοποίηση σ’ ένα σκεπτόμενο ον!

 

 

Κογιοακάν, 16 του Φλεβάρη 1938

 

 

Y.Γ. Έγραψα αυτές τις γραμμές τις μέρες που ο γιος μου, χωρίς να το ξέρω, πάλευε με το θάνατο. Αφιερώνω τη μικρή αυτή εργασία στη μνήμη του, που, ελπίζω, θά ’χε την επιδοκιμασία του. Ο Λεόν Σεντόφ ήταν ένας γνήσιος επαναστάτης και περιφρονούσε τους φαρισαίους.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

 

[1]. Κομμούνα του Παρισιού. Η πρώτη στην ιστορία προσπάθεια της εργατικής τάξης να ανατρέψει την κυρίαρχη τάξη και να καταλάβει η ίδια την κυβερνητική εξουσία. Την άνοιξη του 1871 οι επαναστατικοί αγώνες του γαλλικού προλεταριάτου κορυφώθηκαν –καταλήγοντας στην ανατροπή και στην εξουσία της εργατικής τάξης. Οι εξεγερμένοι του Παρισιού εγκαθίδρυσαν τη δικτατορία τους –την Κομμούνα του Παρισιού, που κράτησε από τις 18 του Μάρτη μέχρι τις 28 του Μάη του 1871.

Στο πρόσωπο της Κομμούνας, οι καταπιεσμένοι όλου του κόσμου χαιρέτησαν, όπως γράφει ο Π.Λαβρόφ, τη χαραυγή, αν και πολύ χλωμή, της πρώτης προλεταριακής Δημοκρατίας στον κόσμο.

Αλλά η έλλειψη ακόμα και μιας στοιχειώδους οργάνωσης και η ανωριμότητα των ηγετών της, εμπόδισαν την Κομμούνα να προχωρήσει σε αποφασιστικά μέτρα (επίθεση ενάντια στο Θιέρσο, πριν του δοθεί ο χρόνος να ανασυγκροτήσει τις διαλυμένες δυνάμεις του στις Βερσαλίες, και κατάληψη ολόκληρης της Γαλλίας, διάλυση του στρατού και τσάκισμα όλων των θεσμών του καπιταλιστικού κράτους, εθνικοποίηση της κεντρικής τράπεζας, κλπ.), δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στο Θιέρσο και στους στρατοκράτες του να ανασυνταχτούν, να αντεπιτεθούν και να πνίξουν στο αίμα την Κομμούνα, παρά την ηρωική αντίσταση των υπερασπιστών του Παρισιού.

Οι ηγέτες της Κομμούνας «δεν μπόρεσαν ποτέ να καταλάβουν, όπως δικαιολογημένα τους κατηγορεί ο ιστορικός της Κομμούνας Λισαγκαρέ, ότι η Κομμούνα ήταν οδόφραγμα κι όχι διοικητική υπηρεσία». Οι αστοί και οι στρατοκράτες τους στάθηκαν ανελέητοι στην καταστολή της Κομμούνας! –(Σελ. 44).

[2]. Βερσαγιέζοι. Οι αντεπαναστατικές στρατιωτικές δυνάμεις του Θιέρσου που με την Κομμούνα του Παρισιού, το 1871, είχαν καταφύγει στις Βερσαλίες όπου και ανασυγκροτήθηκαν για να επιτεθούν αργότερα και να πνίξουν την Κομμούνα στο αίμα: «Μονάχα την τελευταία βδομάδα του Μάη, έγραφε τότε ο μετριοπαθής και φιλελεύθερος ιστορικός Φιο, θάφτηκαν στο Παρίσι 17.000 πτώματα των εξεγερμένων… Στις 15 του Ιούνη σκότωναν ακόμα»!!! [Δες και Μακμαόν Μαρί –το βιογραφικό του μοναρχικού στρατάρχη που μαζί με το στρατηγό Μαρκήσιο ντε Γκαλιφέ (Γκαστόν) ηγήθηκαν στην ανελέητη καταστολή της Παρισινής Κομμούνας] –(Σελ. 44).

[3]. Πρώτη Διεθνής. Η Διεθνής Ένωση Εργατών ιδρύθηκε στις 28 του Σεπτέμβρη 1864 στο Λονδίνο. Ιδρυτές και καθοδηγητές της Πρώτης Διεθνούς ήταν οι θεμελιωτές του επιστημονικού σοσιαλισμού Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Έγκελς και αποτελούσε τη συνέχεια της Ένωσης Κομμουνιστών (1847-1852 –πρόδρομο της Πρώτης Διεθνούς, που στο Δεύτερο Συνέδριο της –29/11-8/12/1847– επεξεργάστηκε και υιοθέτησε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο).

Στο Ιδρυτικό Συνέδριο της Πρώτης Διεθνούς συμμετείχαν αντιπρόσωποι από την Αγγλία, τη Γαλλία, την Πολωνία, την Ιταλία, τη Γερμανία και την Ιρλανδία. Αργότερα προστέθηκαν κι άλλοι: Πολωνοί, Ρώσοι. Ούγγροι κλπ. Ο Μαρξ εκλέχτηκε στην καθοδηγητική επιτροπή που λίγο αργότερα ονομάστηκε Γενικό Συμβούλιο (το 1970 στο Γενικό Συμβούλιο μπήκε και ο Έγκελς). Έδρα της Διεθνούς ήταν το Λονδίνο.

Μετά την ήττα της Κομμούνας του Παρισιού η Διεθνής μεταφέρθηκε στην Νέα Υόρκη. Ο Μαρξ και ο Έγκελς στηρίζονταν στα μέλη του Γενικού Συμβουλίου Φ.Λέσνερ και Ι.Εκάριους (Γερμανία), Ε.Ντιπόν, Ο.Σεραγιέ και Π.Λαφάργκ (Γαλλία), Γ.Γιούγκ (Ελβετία), Ρ.Σο (Αγγλία), Τ.Μακ Ντόνελ (Ιρλανδία) κλπ., όπως και στους ομοϊδεάτες/συνεργάτες τους στα διάφορα τμήματα: Α.Μπέμπελ, Β.Λίμπκνεχτ, Φ.Μπέκερ, Χ.Μες, Π.Ιγκλέσιας, Φ.Ζόργκε, κλπ.

Στα πέντε Συνέδρια της Διεθνούς ο Μαρξ και ο Έγκελς μπόρεσαν, ενάντια στους προυντονιστές, τους αναρχικούς, τους λασαλικούς, τους άγγλους εργατιστές/μεταρυθμιστές κλπ., κλπ., να επεξεργαστούν προγραμματικές αρχές και να πάρουν σημαντικές αποφάσεις με τις οποίες έθεταν στην πρώτη γραμμή το ζήτημα της εξουσίας της εργατικής τάξης και του σοσιαλισμού ενάντια στο μικροαστικό ρεφορμισμό.

Ιδιαίτερα μετά την Κομμούνα του Παρισιού ήταν επιτακτική η ανάγκη να βγουν τα μαθήματα και να τεθούν όλα τα ζητήματα της πολιτικής πάλης: η αναγκαιότητα του κόμματος σαν προϋπόθεση για τη νίκη της προλεταριακής επανάστασης και η δικτατορία του προλεταριάτου. Αυτά τα ζητήματα απασχόλησαν τη συνδιάσκεψη των αντιπροσώπων της Διεθνούς που συνήρθε στο Λονδίνο το Σεπτέμβρη του 1871. Αποφάσισαν να ιδρύσουν σε κάθε χώρα ανεξάρτητο πολιτικό κόμμα της εργατικής τάξης και να εντείνουν τη δουλειά στα συνδικάτα, στις γυναίκες, στη νεολαία, στις αγροτικές περιοχές.

Στις αποφάσεις αυτές εναντιώθηκαν όλοι οι εχθροί της Διεθνούς, ιδιαίτερα οι οπαδοί του Μπακούνιν που κάλεσαν χωριστό συνέδριο το Νοέμβρη του 1871 στην Ελβετία για να καταγγείλουν τους μαρξιστές.

Το επόμενο συνέδριο (το Πέμπτο Συνέδριο που συνήρθε στη Χάγη το Σεπτέμβρη του 1872) έδωσε ένα συντριπτικό χτύπημα στους μπακουνιστές, στους «αναρχικούς αερολόγους», όπως τους αποκαλεί ο Λ.Τρότσκι, που είχαν συμμαχήσει με τους ρεφορμιστές αρχηγούς των Trade Union για να διαλύσουν τη Διεθνή. Επικυρώνοντας τις αποφάσεις της Συνδιάσκεψης, το Συνέδριο διέγραψε από τη Διεθνή τον Μπακούνιν και τον συνεργάτη του Τζ.Γκιγιόμ.

Τον επόμενο χρόνο η έδρα της Διεθνούς μεταφέρθηκε στη Νέα Υόρκη. «Από τα ίδια τα πράγματα, θα γράψει αργότερα στην Τρομοκρατία και Κομμουνισμό (σελ. 115) ο Λεόν Τρότσκι, η ήττα της Κομμούνας έφερε την κατάρρευση της Πρώτης Διεθνούς»: η Διεθνής διαλύθηκε επίσημα με απόφαση της Συνδιάσκεψης της Φιλαδέλφειας το 1876.

«Η Πρώτη Διεθνής, θα γράψει αργότερα ο Λένιν, έβαλε τα θεμέλια της παγκόσμιας οργάνωσης των εργατών για την προετοιμασία της επαναστατικής επίθεσης ενάντια στο κεφάλαιο», (Λένιν: «Η Τρίτη Διεθνής και η Θέση της στην Ιστορία», «Άπαντα», τόμ. 38, σελ. 302, «Σύγχρονη Εποχή») –(Σελ. 44).

[4]. Ισπανική Επανάσταση. Αν και έχει μια προϊστορία που ξεκινάει από την ανατροπή της Μοναρχίας το 1931, η Ισπανική Επανάσταση ουσιαστικά ξεσπάει το Φλεβάρη του 1936 ταυτόχρονα με τη νίκη του Λαϊκού Μετώπου. Στις 17 του Φλεβάρη, την επομένη των εκλογών, οι λαϊκές μάζες ξεχύθηκαν στους δρόμους.

Διαδηλώνοντας, σπάσανε τις φυλακές και απελευθέρωσαν τους δεκάδες χιλιάδες πολιτικούς κρατούμενους του καθεστώτος. [Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι στις 5 του Οκτώβρη 1934 ο Λάργκο Καμπαλέρο, η UGT (Γενική Ένωση Εργατών) και το Σοσιαλιστικό Κόμμα κάλεσαν σε γενική απεργία που στην Αστουρία, στη Μαδρίτη, στη Βαρκελώνη και αλλού εξελίχτηκε σε ένοπλη εξέγερση –μια εξέγερση που κατάληξε σε πραγματική σφαγή των εργατών: μόνο στα ορυχεία δολοφονήθηκαν 3.000 εργάτες και τραυματίστηκαν σοβαρά άλλοι 7.000. «Έγιναν χιλιάδες συλλήψεις, θα γράψουν οι Π.Μπρουέ και Ε.Τερίμ στο βιβλίο τους, Η Επανάσταση και ο Εμφύλιος Πόλεμος στην Ισπανία (σελ. 286), και οι αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν στις αστυνομικές φυλακές του Οβιέδο. Εκεί εκτελέστηκαν μαζικά χωρίς να προηγηθεί καμιά έστω και τυπική δίκη. Οι φυλακισμένοι που επέζησαν έφταναν τους 40.000»]!!!

Με γενική απεργία, λοιπόν, οι εργάτες απαιτούν την αποκατάσταση των πρώην φυλακισμένων συντρόφων τους (την πληρωμή των μισθών τους για τα δυο τελευταία χρόνια), απαιτούν επίσης αυξήσεις στους μισθούς και γενική βελτίωση των όρων ζωής των εργαζομένων –στα μέσα του Ιούλη απεργούν ενάμισι εκατομμύριο εργάτες.

Την ίδια στιγμή επαναστατικός αναβρασμός επικρατεί σ’ όλη την ύπαιθρο: στην επαρχία Πανταχόθ, στην Ανδαλουσία, στην Εστρεμαδούρα, στην Καστίλη, παντού οι εξεγερμένοι αγρότες, σε σύγκρουση με τη μισητή αστυνομία (Guardia Civil), καταλαμβάνουν τα αγροκτήματα και μοιράζουν τη γη.

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες η ανταρσία του στρατηγού Φράνκο τον Ιούλη του 1936 πυροδοτεί μια νέα κατάσταση σ’ ολόκληρη τη χώρα. Στις 19 του Ιούλη οι καταπιεσμένες μάζες της Ισπανίας με επικεφαλής τους αναρχικούς και τους Πουμιστές ξεσηκώθηκαν, απαιτώντας όπλα για να αντιμετωπίσουν το φασιστικό πραξικόπημα. Η κυβέρνηση τούς τα αρνείται –τα παίρνουν μόνοι τους από τους στρατώνες, αφού συμφιλιώνονται με τους φαντάρους ή σπάζοντας τις κρατικές στρατιωτικές αποθήκες. Παντού υψώνονται οδοφράγματα.

Παντού φυτρώνουν επιτροπές και συμβούλια. Οι εργάτες καταλαμβάνουν τα εργοστάσια και επιβάλουν εργατικό έλεγχο, οι αγρότες επεκτείνουν τις κινητοποιήσεις τους. Η λαϊκή πολιτοφυλακή αντικαθιστά την αστυνομία. Κατάσταση δυαδικής εξουσίας κυριαρχεί παντού: από τη μια, η παράλυτη αστική δημοκρατική κυβέρνηση που στηρίζεται από το Λαϊκό Μέτωπο και, από την άλλη, οι ένοπλες μάζες με τις επιτροπές τους.

Κύριοι της κατάστασης είναι η αναρχική Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας, η Ιβηρική Αναρχική Ομοσπονδία, το ΠΟΥΜ και οι Σοσιαλιστές της αριστεράς που ελέγχουν τις εξεγερμένες μάζες. «Τις μέρες που ακολούθησαν τη 19η του Ιούλη –θα γράψει ο σταλινικός ιστορικός Θ.Κλαουντίν– το καπιταλιστικό καθεστώς έπαψε πρακτικά να υπάρχει στη Δημοκρατική Ζώνη: τόσο τα μέσα παραγωγής όσο και η πολιτική εξουσία πέρασαν ντε φάκτο στα χέρια των εργατικών οργανώσεων», (Θ.Κλαουντίν: Το Κομμουνιστικό Κίνημα, σελ. 224).

Αλλά οι ηγέτες των αναρχικών και βασικά του ΠΟΥΜ, αντί να ενοποιήσουν τα όργανα αυτά των μαζών σε ανώτερες σοβιετικές μορφές και να μπουν επικεφαλής τους στην πάλη για εργατική εξουσία, οικοδομώντας ταυτόχρονα το αναγκαίο επαναστατικό κόμμα, μπήκαν οι ίδιοι στην αστική κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου ενάντια στις μάζες (δες επίσης ΠΟΥΜ).

Έτσι, δόθηκε η δυνατότητα στους σταλινικούς του Κρεμλίνου να επέμβουν –υποσχόμενοι όπλα που τόσο τα είχε ανάγκη η επανάσταση στην πάλη της με τις φασιστικές συμμορίες του στρατηγού Φράνκο. Το Σεπτέμβρη του 1936, μπροστά σε μια επικίνδυνα παρατεταμένη προεπαναστατική κατάσταση, ο Στάλιν επεμβαίνει με τις στρατιές των πρακτόρων του κι εδώ περιλαμβάνονται και οι Διεθνείς Ταξιαρχίες που, πέρα από τις προθέσεις χιλιάδων αγωνιστών που έτρεξαν εθελοντές απ’ όλο τον κόσμο για να υπερασπιστούν την Ισπανική Επανάσταση, αποτέλεσαν για τους σταλινικούς το πιο σίγουρο κάλυμμα των αντεπαναστατικών τους σχεδίων.

Τα γεγονότα είναι γνωστά: οι σταλινικοί με τη «θεωρία των δυο σταδίων» (πρώτα στρατιωτική νίκη και μετά κοινωνική ανατροπή) και με τη βοήθεια των αστών δημοκρατών συμμάχων τους διέλυσαν τους επαναστατικούς θεσμούς που είχαν δημιουργηθεί: εργοστασιακές επιτροπές, αγροτικά συμβούλια, λαϊκή πολιτοφυλακή, τοπικές επιτροπές, περίπολα ελέγχου και γενικά τα όργανα της κοινωνικής επανάστασης που είχαν φουντώσει σ’ όλη τη χώρα. Την ίδια στιγμή περιόρισαν την πάλη στα πλαίσια μιας αντιφασιστικής αντίστασης του δημοκρατικού καθεστώτος.

Αρνήθηκαν να στείλουν έστω και ένα όπλο στα μέτωπα που κυριαρχούσαν οι επαναστατικές πολιτοφυλακές των αναρχικών και του ΠΟΥΜ, όπως, λ.χ., στην Αραγονία. Και κάτι άλλο: είναι γνωστό ότι ο Φράνκο, πέρα από τη στρατιωτική καμαρίλα της Ισπανίας που έλεγχε, στην ουσία στηριζόταν στις αποικιακές δυνάμεις –11.000 στρατιώτες της Λεγεώνας των Ξένων και 14.000 μαροκινούς– που ήταν εξαιρετικά ευάλωτες. Οι μαροκινοί εθνικιστές ήρθαν αμέσως στη Βαρκελώνη και ζητούσαν όπλα για να ξεσηκώσουν τις φυλές του Ρίφ ενάντια στο Φράνκο. Το Λαϊκό Μέτωπο τους αρνήθηκε κάθε βοήθεια, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στον ίδιο τον Φράνκο να στείλει δυο μεραρχίες μαροκινών στρατιωτών να καταλάβουν την Ανδαλουσία –μια από τις πιο επαναστατικές περιοχές της χώρας.

Και κάτι άλλο: στα τέλη του 1937 ο εξόριστος μαροκινός εθνικιστής ηγέτης Αμπντ Ελ–Γκριμ ζήτησε από την κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου να τον αφήσει να γυρίσει στο Μαρόκο με τη συμφωνία ότι αναλαμβάνει να οργανώσει μια μαζική εξέγερση ενάντια στο Φράνκο. Αλλά οι σταλινικοί υπηρετούσαν την ισπανική μπουρζουαζία και θα έπρεπε, κατά συνέπεια, να διαφυλάξουν τα αποικιακά συμφέροντα της –αρνήθηκαν ωμά την πρόταση του μαροκινού ηγέτη.

Θα πρέπει επίσης να προσθέσουμε ότι οι σταλινικοί και το λαϊκό μέτωπό τους δεν έκαναν ούτε μια έκκληση στους επιστρατευμένους από το Φράνκο εργάτες και αγρότες ή τους αποικιακούς σκλάβους ενάντια στους φασίστες πραξικοπηματίες. Αντίθετα, η προσπάθεια τους ήταν να σώσουν το αστικό καθεστώς που κινδύνευε: στις αρχές του Οκτώβρη διαλύουν την Κεντρική Επιτροπή των Αντιφασιστικών Πολιτοφυλακών και το Δεκέμβρη διώχνουν το ΠΟΥΜ από την καταλάνικη κυβέρνηση (Χενεραλιτάτ).

Στα τέλη του 1936 ξεκινούν μια χωρίς προηγούμενο συκοφαντική εκστρατεία ενάντια στους αναρχικούς και το ΠΟΥΜ, που το κατηγορούν για πράκτορα του Χίτλερ, του Μουσολίνι και του Φράνκο (δεν πρέπει βέβαια να ξεχνάμε ότι από τον Αύγουστο του 1936 έχουν κιόλας αρχίσει οι Δίκες της Μόσχας) και ταυτόχρονα αρχίζουν να δολοφονούν εδώ κι εκεί τους αγωνιστές –δολοφονίες που μετά την προβοκάτσια του Μάη 1937 στο Κέντρο Τηλεπικοινωνιών (δες Γκάρθια Όλιβερ Ζόσε) και την ανατροπή της κυβέρνησης Λάργκο Καμπαλέρο, παίρνουν χαρακτήρα μαζικής σφαγής.

Σαν κράτος μέσα στο κράτος οι σταλινικοί είναι ασύδοτοι: έχουν τους δικούς τους μηχανισμούς, τα δικά τους ανακριτικά γραφεία, τα δικά τους στρατόπεδα, τις δικές τους φυλακές και πάνω απ’ όλα τη δική τους Servicio de Investigacion Militar –μια υπηρεσία αντικατασκοπίας 6.000 χαφιέδων που έχει γίνει ο φόβος και ο τρόμος στα στρατόπεδα και τις φυλακές τους.

Στα ίδια τα μέτωπα, οι σταλινικοί άφησαν ήσυχους τους φασίστες και συγκέντρωσαν τα πυρά τους ενάντια στις μεραρχίες των αναρχικών και του ΠΟΥΜ (δες το φιλμ του Κεν Λόουτς «Γη και Ελευθερία»), προετοιμάζοντας, έτσι, την ήττα της Ισπανικής Επανάστασης και τη σαραντάχρονη δικτατορία του στρατηγού Φράνκο –(Σελ. 45).

[5]. Η Ανταρσία της Κρονστάνδης. Την 1η του Μάρτη 1921 ξέσπασε η ανταρσία της φρουράς της Κρονστάνδης και των πληρωμάτων πολλών πολεμικών πλοίων του στόλου της Βαλτικής. Επικεφαλής της εξέγερσης ήταν αναρχικοί, σοσιαλεπαναστάτες και μενσεβίκοι με κύρια συνθήματά τους την ελευθερία του εμπορίου, την κατάργηση των επιτροπών και νέες εκλογές για την συγκρότηση Σοβιέτ χωρίς τους κομμουνιστές.

Στις 2 του Μάρτη συγκρότησαν μια Προσωρινή Επαναστατική Επιτροπή με επικεφαλής τον Σ.Πετριτσένκο, που συνέλαβε τα διοικητικά στελέχη και τους μπολσεβίκους ηγέτες της περιοχής. Την κρίση προσπάθησε να εκμεταλλευτεί η λευκοφρουρήτικη εμιγκράτσια και η καπιταλιστική αντεπανάσταση στη Δύση, υιοθετώντας τις θέσεις και τα συνθήματα της ανταρσίας. Η Κρονστάνδη ήταν η μεγάλη ναυτική βάση της Βαλτικής, το αποφασιστικής στρατηγικής σημασίας φρούριο της σοβιετικής εξουσίας στην είσοδο της Πετρούπολης.

Στη διάρκεια της επανάστασης και του εμφυλίου πολέμου οι δυνάμεις της Κρονστάνδης και του στόλου της Βαλτικής –στην πλειοψηφία τους ειδικευμένοι εργάτες από τα βιομηχανικά κέντρα– είχαν παίξει κυρίαρχο ρόλο και είχαν περιβληθεί με ένα επαναστατικό φωτοστέφανο. Σε κάποια στιγμή, όμως, η Κρονστάνδη στέρεψε, απογυμνώθηκε από κάθε ριζοσπαστική και επαναστατική πρωτοπορία, καθώς οι δυνάμεις της προσπαθούσαν να καλύψουν όλες τις ανάγκες της επανάστασης.

Έτσι, το 1921 η κοινωνική σύνθεση των ναυτών της Κρονστάνδης έχει ριζικά αλλάξει. Τώρα πια κυριαρχούσε απόλυτα το αγροτικό στοιχείο, που εκμεταλλεύεται την επαναστατική αυτή αίγλη, απαιτώντας ιδιαίτερα προνόμια, και μάλιστα σε μια στιγμή που ολόκληρη η χώρα, κατεστραμμένη από τον πόλεμο και τον εμφύλιο πόλεμο, βρισκόταν σε κατάσταση λιμού. Τα πάντα βρίσκονταν σε κατάσταση κατάρρευσης –η βιομηχανία είχε διαλυθεί, η γεωργία είχε κυριολεκτικά καταστραφεί, ενώ ένοπλες συμμορίες κυριαρχούσαν παντού και λυμαίνονταν όλη τη χώρα.

Με μια πλατύτερη έννοια θα μπορούσε να πει κανείς ότι η ανταρσία της Κρονστάνδης ήταν μια ένοπλη αντίδραση της μικρομπουρζουαζίας ενάντια στα δεινά του εμφυλίου πολέμου και την αυστηρότητα της προλεταριακής εξουσίας. Έτσι εκδηλώθηκαν οι ταλαντεύσεις και οι υποχωρήσεις της αγροτιάς, που βρισκόταν σε απελπιστική κατάσταση, μα και γενικότερα του μικροαστικού πληθυσμού της χώρας.

Γεγονότα παρόμοια, ίσως όχι αυτής της έκτασης, είχαμε παντού. Μέσα στο ίδιο το Μπολσεβίκικο Κόμμα το φαινόμενο αυτό εμφανίστηκε με τις ομάδες της «εργατικής αντιπολίτευσης» και του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού». Οι ναύτες της Κρονστάνδης, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, ήταν τα θύματα αυτών των υποχθόνιων δυνάμεων. Ύστερα από τις γενικές συνελεύσεις των πληρωμάτων των θωρηκτών, οι ναύτες κατέλαβαν το φρούριο. Όλες οι προσπάθειες για ειρηνικές διαπραγματεύσεις και συμβιβαστικές λύσεις δεν καρποφόρησαν. Σε ειδική σύνοδο του Δεκάτου Συνεδρίου του Μπολσεβίκικου Κόμματος, που εκείνη την περίοδο γινόταν στη Μόσχα, αποφασίστηκε η βίαιη καταστολή της ανταρσίας αν αρνούνταν να παραδώσουν το φρούριο με ειρηνικές διαπραγματεύσεις ή τελικά με τελεσίγραφο. Στην ίδια την καταστολή πήραν μέρος 300 περίπου αντιπρόσωποι του Δεκάτου Συνεδρίου του Μπολσεβίκικου Κόμματος.

Ο Λ.Τρότσκι δεν συμμετείχε στην καταστολή της ανταρσίας, όμως, σαν αρχηγός του Κόκκινου Στρατού, πήρε πάνω του όλη την ευθύνη. Στο άρθρο του: «Συμπληρωματικά για την Καταστολή της Κρονστάνδης», γράφει καθαρά το 1938:

«Τα συμπεράσματα του Β. Σερζ… δεν έχουν καμιά αξία για μένα. Πρόθυμα όμως αναγνωρίζω ότι ο εμφύλιος πόλεμος δεν είναι ένα σχολείο ανθρωπισμού. Οι ιδεαλιστές και οι ειρηνιστές πάντοτε κατηγορούσαν την επανάσταση για “υπερβολές”. Αλλά το κύριο ζήτημα είναι ότι αυτές οι “υπερβολές” απορρέουν από την ίδια τη φύση της επανάστασης που αυτή καθεαυτή είναι μια “υπερβολή” της ιστορίας. Όποιος το επιθυμεί μπορεί, πάνω σ’ αυτή τη βάση, να απορρίψει (με μικρά αρθράκια) την επανάσταση γενικά. Εγώ δεν την απορρίπτω. Με αυτήν την έννοια δέχομαι ολοκληρωτικά και πλήρη την ευθύνη για την καταστολή της ανταρσίας της Κρονστάνδης», (Λ.Τρότσκι: Για τον Αναρχισμό, εκδόσεις «ΑΛΛΑΓΗ», σελ. 72).

Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να καταλάβει την ανταρσία της Κρονστάνδης και τη γενικότερη αναταραχή σ’ όλη τη χώρα χωρίς πραγματικά να δει την πλήρη αποσύνθεση και κατάρρευση της σοβιετικής οικονομίας: το 1919 δούλευαν στη βιομηχανία 3 εκατομμύρια εργάτες, το 1920 έπεσαν στο 1,5 εκατομμύριο για να κατρακυλήσουν το 1921 στο 1,25. Η βιομηχανική παραγωγή είχε πέσει σε ποσότητα στο 20% και σε αξία στο 13% της προπολεμικής παραγωγής. Τα καλλιεργούμενα εδάφη σε σχέση με τα προπολεμικά αντιπροσώπευαν το 16%! Το 60% των ατμομηχανών ήταν εκτός χρήσης και το 63% των σιδηροδρομικών δικτύων άχρηστα.

Οι πιο καλοπληρωμένοι εργάτες κατανάλωναν από 1200 μέχρι 1900 θερμίδες την ημέρα αντί για 3000 που θεωρούνταν αναγκαίες. Μέσα σε 3 χρόνια η Πετρούπολη έχασε το 57,5% των κατοίκων της και η Μόσχα το 44,5%. (Αυτά είναι τα στοιχεία που δίνει ο Πιερ Μπρουέ στην Ιστορία του Κομμουνιστικού Κόμματος της ΕΣΣΔ, σελ. 148–49).

Πρέπει ακόμα να προσθέσουμε ότι το Γενάρη του 1921 η κυβέρνηση αναγκάστηκε από την έλλειψη τροφίμων να κόψει το ένα τρίτο από την ήδη λειψή μερίδα του ψωμιού που διένειμε στις πόλεις. Η «Πράβντα» της 12/2/1921 γράφει ότι στην περιοχή της Πετρούπολης έκλεισαν 60 εργοστάσια από την έλλειψη καυσίμων. Έτσι μόνο μπορεί κανείς να συλλάβει την κατάσταση που με έναν αυθόρμητο τρόπο καθοδήγησε την ανταρσία της Κρονστάνδης και ταυτόχρονα την αναγκαιότητα που ώθησε την επανάσταση με πλήρη συνείδηση να υπερασπιστεί τον εαυτό της.

[6]. Κάφροι. Ονομασία που δόθηκε από τους ευρωπαίους αποικιοκράτες στους διάφορους λαούς των Μπαντού (Ζουλού, Φέγγου και Ξόζα) που κατοικούσαν στα νοτιοανατολικά παράλια της Νοτιοαφρικανικής Ένωσης και ειδικότερα στη φυλή Αμά–Ξόζα (= άνθρωποι του Ξόζα).

Η λέξη Κάφρος είναι παρμένη από την αραβική λέξη καφίρ που σημαίνει άπιστος (–οι «πολιτισμένοι» σήμερα έχουν ταυτίσει τον Κάφρο με τον απολίτιστο, το βάρβαρο, τον άξεστο, τον αγροίκο). Η ένοπλη αντίσταση των Κάφρων ενάντια στους Αγγλο-Μπόερς κατακτητές κράτησε 110 περίπου χρόνια –από το 1770 μέχρι το 1880. Τελικά, οι ευρωπαίου ιμπεριαλιστές μπόρεσαν με τον σύγχρονο οπλισμό τους να συντρίψουν τους ντόπιους λαούς και να επεκτείνουν τα σύνορα της αποικίας του Ακρωτηρίου προς Ανατολάς, καταλαμβάνοντας όλη την περιοχή στην οποία κατοικούσαν οι Μπαντού –(Σελ. 45).

[7]. Τέταρτη Διεθνής (Παγκόσμιο Κόμμα της Σοσιαλιστικής Επανάστασης). Η Τέταρτη Διεθνής ιδρύθηκε στο Περινί, ένα προάστιο του Παρισιού, στις αρχές του Σεπτέμβρη του 1938. Στο Ιδρυτικό Συνέδριό της πήραν μέρος 30 αντιπρόσωποι από τις ΕΠΑ, τη Μ.Βρετανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τη Σοβιετική Ένωση, την Ιταλία, την Πολωνία, το Βέλγιο, την Ολλανδία, την Ελλάδα και από διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής –ενώ πολλές άλλες τροτσκιστικές οργανώσεις δεν μπόρεσαν, λόγω της παρανομίας και γενικά των αντίξοων συνθηκών, να στείλουν τους αντιπροσώπους τους.

Από πολιτική, θεωρητική και μεθοδολογική άποψη, η Τέταρτη Διεθνής στηρίχτηκε στην κληρονομιά και τις παραδόσεις του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος. Ήταν η μόνη διεθνής οργάνωση που διαμέσου του Τρότσκι και της Αριστερής Αντιπολίτευσης αντιπροσώπευε και ενσωμάτωνε τη θεωρητική παράδοση και την εμπειρία του Οκτώβρη και των λενινιστικών χρόνων της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Την ίδια στιγμή πάλευε σαν η ιστορική συνέχεια του μπολσεβικισμού, στη βάση του προλεταριακού διεθνισμού και της διαρκούς επανάστασης, ενάντια στο σταλινισμό που είχε πισωγυρίσει στη «θεωρία» του «σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα».

Η Αριστερή Αντιπολίτευση είχε προσδιορίσει με σαφήνεια ότι η νίκη του σταλινισμού ενάντια στην μπολσεβίκικη αντιπολίτευση ήταν το αποτέλεσμα της ήττας της γερμανικής επανάστασης του 1923 που έπαιξε και τον καθοριστικό ρόλο στη μετάθεση του άξονα της σοβιετικής πολιτικής από την παγκόσμια επανάσταση στο «σοσιαλισμό σε μια μόνη χώρα». Κι ότι μ’ αυτήν την ήττα άνοιξε η περίοδος της σχετικής σταθεροποίησης του ευρωπαϊκού καπιταλισμού που τώρα πια βασιζόταν στα φρέσκα αμερικάνικα κεφάλαια. Αυτή ήταν η δύναμη της ανερχόμενης γραφειοκρατίας.

Αποκαλύπτοντας τη φύση του σταλινισμού, η Αριστερή Αντιπολίτευση εγκαθίδρυε τον εαυτό της σαν τη συνέχεια και τον κληρονόμο ολόκληρης της ιστορίας του μαρξισμού. Κι αυτό έθετε το καθήκον της παραπέρα ανάπτυξης της θεωρίας –ένα καθήκον που δεν μπορούσε να νοηθεί έξω από την πάλη για την οικοδόμηση του Παγκόσμιου Κόμματος της Σοσιαλιστικής Επανάστασης, της Τέταρτης Διεθνούς.

Από το 1923 μέχρι τη συνθηκολόγηση του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος και την ιστορική ήττα της γερμανικής εργατικής τάξης, στις αρχές του 1933, η Διεθνής Αριστερή Αντιπολίτευση πάλευε για τη μεταρρύθμιση της Κομμουνιστικής Διεθνούς και των τμημάτων της, συμπεριλαμβανομένου και του Κ.Κ.Σοβιετικής Ένωσης. Η επιβολή του φασισμού στη Γερμανία χωρίς να διαμαρτυρηθεί ούτε ένα τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς ενάντια στην αντεπαναστατική πολιτική του «σοσιαλφασισμού» που τότε ακολουθούσε ο Στάλιν, σήμαινε για τον Τρότσκι και τη Διεθνή Αριστερή Αντιπολίτευση το τέλος της σταλινοκρατούμενης Διεθνούς.

Στην ημερήσια διάταξη έμπαινε η αναγκαιότητα της οικοδόμησης νέων επαναστατικών κομμάτων και μιας νέας Διεθνούς στην πάλη για την εξουσία της εργατικής τάξης, ταυτόχρονα με την Πολιτική Επανάσταση για την ανατροπή της προνομιούχας γραφειοκρατίας στην ΕΣΣΔ. Νέα Κόμματα, νέα Διεθνή και συνεχής εκπαίδευση των στελεχών τους στην υλιστική διαλεκτική μέθοδο –αυτό ήταν για τον Τρότσκι το ενιαίο καθήκον της εποχής.

Καθήκον που ο ίδιος το θεωρούσε πιο σημαντικό από τη μέχρι τότε συμβολή του στο διεθνές επαναστατικό κίνημα, την Οκτωβριανή Επανάσταση και την οικοδόμηση του Κόκκινου Στρατού. Ένα καθήκον, ωστόσο, που το έκαναν ακόμα πιο δύσκολο οι καταστροφικές ήττες της διεθνούς και της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης, ο φασισμός και τα Λαϊκά Μέτωπα που κυριαρχούσαν από τη μιαν άκρη της Ευρώπης μέχρι την άλλη, καθώς οργανωνόταν ανοικτά το νέο ιμπεριαλιστικό σφαγείο.

Ένα επιπλέον μεγάλο εμπόδιο ήταν η απεγνωσμένη πάλη των κεντριστών –ιδιαίτερα εκείνων που είχαν συγκεντρωθεί στο Γραφείο του Λονδίνου– να εμποδίσουν την ίδρυση της Τέταρτης Διεθνούς που είχε γίνει αναγκαία από τις προδοσίες της Σοσιαλ/Δημοκρατίας και του σταλινισμού. Με την ίδρυση της νέας Διεθνούς, ο Λεόν Τρότσκι σκόπευε να εξασφαλίσει την ιστορική συνέχεια της επαναστατικής ηγεσίας της εργατικής τάξης σε μια εποχή γεμάτη κινδύνους, καθώς πλησίαζε απειλητικός ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Η ιστορία έδειξε ότι ο Λεόν Τρότσκι είχε απόλυτο δίκιο!

Ήταν αυτήν την περίοδο που κορυφώθηκε η διείσδυση των σταλινικών πρακτόρων στις τροτσκιστικές οργανώσεις –με κεντρικό τους στόχο, όχι απλά να σκορπίσουν τη σύγχυση και τον αποπροσανατολισμό, μα και να δολοφονήσουν τους ηγέτες τους και να εμποδίσουν την ίδρυση της νέας Διεθνούς.

Λίγους μήνες πριν το Ιδρυτικό της Συνέδριο, και ενώ συνεχιζόταν η σφαγή των ρώσων επαναστατών, δολοφονείται στο Παρίσι ο Λεόν Σεντόφ –ο κύριος ηγέτης της Διεθνούς αν εξαιρέσουμε τον Λ.Τρότσκι που έτσι κι αλλιώς ήταν απομονωμένος στο Μεξικό και δεν μπορούσε να πάρει μέρος στις εργασίες του Συνεδρίου της. Την ίδια περίοδο δολοφονούνται κατά δεκάδες τα στελέχη της νέας Διεθνούς, ενώ στις παραμονές του Ιδρυτικού Συνεδρίου και τη στιγμή που εργαζόταν εντατικά για την προετοιμασία του, δολοφονείται στο Παρίσι ο γραμματέας της Τέταρτης Διεθνούς, Ρούντολφ Κλεμέντ.

Με την παρουσία των πρακτόρων του Στάλιν μέσα και έξω από την αίθουσα (Ζμπορόβσκι και Μερκαντέρ), το Ιδρυτικό Συνέδριο της Διεθνούς υιοθέτησε (3/9/1938) τις γραμμένες από τον Λεόν Τρότσκι αποφάσεις: «Η Θανάσιμη Αγωνία του Καπιταλισμού και τα Καθήκοντα της Τέταρτης Διεθνούς (Μεταβατικό Πρόγραμμα)», «Η Πάλη των Τάξεων και ο Πόλεμος στην Άπω Ανατολή» και άλλα ντοκουμέντα.

Λίγο πριν το ξέσπασμα του ιμπεριαλιστικού πολέμου η Διεθνής Γραμματεία μεταφέρεται στη Νέα Υόρκη όπου το Μάη του 1940, συνέρχεται η Συνδιάσκεψη Έκτακτης Ανάγκης για να υιοθετήσει το Μανιφέστο που είχε γράψει ο Τρότσκι: «Η Προλεταριακή Επανάσταση και ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος».

Ο πόλεμος, ωστόσο, συσσωρεύει νέες εκατόμβες για τη Διεθνή: κατά εκατοντάδες δολοφονούνται οι ηγέτες και τα στελέχη της από την Γκεστάπο και την Γκε Πε Ου, στην Ευρώπη και σ’ όλο τον κόσμο, με πρώτο φυσικά τον ίδιο τον ιδρυτή της Τέταρτης Διεθνούς, Λεόν Τρότσκι. [Στην Ελλάδα δολοφονήθηκαν, το 1943–1944, εκατοντάδες επαναστάτες, εκατοντάδες στελέχη του τροτσκισμού και του Αρχειομαρξισμού από την ΟΠΛΑ του Ζαχαριάδη –ο περιβόητος Φάνης (Βασίλης Μπαρτζιώτας) διεκδικεί 600 σκοτωμένους– την ίδια στιγμή στο Κούρνοβο και την Καισαριανή εκτελείται από τους ιταλούς και γερμανούς φασίστες κατακτητές ολόκληρη η τροτσκιστική ηγεσία].

Διείσδυση, δολοφονίες και αποπροσανατολισμός –αυτό ήταν το τρίπτυχο ενάντια στην ίδρυση και την οικοδόμηση της Τέταρτης Διεθνούς, που συνεχίστηκε και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ο αρχικατάσκοπος του Στάλιν, Τζακ Σόμπλ (Σομπολεβίκιους), καταθέτοντας στην Αμερική στη δίκη του αδερφού του, δήλωσε κυνικά ότι την ευθύνη για τη δουλειά των πρακτόρων της Γκε Πε Ου στο διεθνές τροτσκιστικό κίνημα την ανάθεσε το 1945–46 στον επίσης πράκτορα αδερφό του Ρόμπερτ Σόμπλεν.

Ο κίνδυνος από τις καταστροφές του πολέμου ήταν άμεσος και μεγάλος. Έπρεπε με κάθε τρόπο να σβηστεί κάθε σπινθήρας και να αφοπλιστεί η ευρωπαϊκή εργατική τάξη. Μόνο έτσι και με τη βοήθεια των σοσιαλ-δημοκρατών μπόρεσαν οι σταλινικοί ηγέτες, με το τέλος του πολέμου, να υποτάξουν τους ευρωπαίους εργάτες στους διαλυμένους από τον πόλεμο καπιταλιστικούς κρατικούς μηχανισμούς.

Παρά το προχώρημα και τις αισιόδοξες προοπτικές του Δευτέρου Συνεδρίου της Διεθνούς (Απρίλης–Μάης 1948) και το σύνθημά του «για την οικοδόμηση μαζικών επαναστατικών κομμάτων», οι δολοφονίες και οι ραδιουργίες των σταλινικών πρακτόρων μετουσιώθηκαν σε εγγενείς αδυναμίες που διευκόλυναν τελικά το λικβιντάρισμα της Διεθνούς –λικβιντάρισμα που την εμπόδισε να εκμεταλλευτεί τις επαναστατικές δυνατότητες που συσσώρευσε ο πεντάχρονος ιμπεριαλιστικός πόλεμος με την οικονομική καταστροφή ολόκληρης της ευρωπαϊκής ηπείρου.

Η λικβινταριστική θεωρία του «πολέμου–επανάσταση», που δεν θα επέτρεπε πια στη σταλινική γραφειοκρατία να προδώσει, διατυπώθηκε από τον ίδιο το γραμματέα της Διεθνούς, Μιχάλη Πάμπλο, που στις αρχές της δεκαετίας του ’50 κυριολεκτικά συνθηκολόγησε με το σταλινισμό, οδηγώντας, έτσι, στον κατακερματισμό της Τέταρτης Διεθνούς.

Να υπενθυμίσουμε ότι στο Τρίτο Συνέδριο (1951), που πυροδότησε και τη διεθνή διάσπαση, συμμετείχαν αντιπροσωπίες από 25 χώρες. Η αντίσταση στον παμπλικό ρεβιζιονισμό και η ίδρυση της Διεθνούς Επιτροπής της Τέταρτης Διεθνούς (ΔΕΤΔ) εξασφάλισε τη δυνατότητα στη συνέχεια του κινήματος και την οργάνωση της πάλης για την οικοδόμηση μαζικών επαναστατικών κομμάτων, βασισμένων στην ανάπτυξη του διαλεκτικού υλισμού ως η φιλοσοφία, η λογική και η θεωρία της γνώσης του μαρξισμού.

Η συνέχιση της πάλης του Τρότσκι για την ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας από την ηγεσία της ΔΕΤΔ, και ιδιαίτερα από το σύντροφο Τζέρι Χίλι, είναι η μοναδική και ανεκτίμητη συμβολή στη μέθοδο γνώσης του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος στη μεταπολεμική περίοδο.

Επιμένοντας στην πάλη για την ανάπτυξη της θεωρίας και, έτσι, της μεθόδου γνώσης του εξωτερικού αντικειμενικού κόσμου, η Διεθνής Επιτροπή μπόρεσε να προσεγγίσει και να αναλύσει τις μεταπολεμικές οικονομικές εξελίξεις ενάντια στα ιμπρεσιονιστικά κατασκευάσματα για «νεοκαπιταλισμούς» της παμπλικής ηγεσίας –που σ’ όλη την μεταπολεμική περίοδο συγκλονιζόταν από φραξιονιστικές συνωμοσίες και σχίσματα.

Οι συγκρούσεις και οι διασπάσεις, σαν η αντανάκλαση των διακυμάνσεων της ταξικής πάλης, δεν έλειψαν, βέβαια, κι από τη Διεθνή Επιτροπή, που στην πάλη της για θεωρία προσπαθούσε να ελέγξει, να οργανώσει και να καθοδηγήσει αυτές τις συγκρούσεις.

Έτσι, η ΔΕΤΔ συγκέντρωσε σημαντικές δυνάμεις στις γραμμές της μετά τον πόλεμο. Όταν, όμως, στο πιο κρίσιμο σημείο της ανάπτυξής της, που σφραγίστηκε με τις εργασίες και τις αποφάσεις του Δέκατου Παγκόσμιου Συνεδρίου της, το Γενάρη του 1985, στη Διεθνή Επιτροπή τέθηκε απερίφραστα το ζήτημα του βοναπαρτισμού και της πάλης για κρατική εξουσία, το κράτος οργάνωσε ένα σχίσμα για να καταστρέψει τη Διεθνή. Είναι τότε που η ρεβιζιονιστική ηγετική κλίκα των Μάικλ Μπάντα, Κλιφ Σλότερ και Ντέιβ Νορθ το έβαλε στα πόδια, δίνοντας ένα καταλυτικό χτύπημα στην οικοδόμηση της διεθνούς ηγεσίας.

Δεν γράφουμε την ιστορία της Τέταρτης Διεθνούς. Πρέπει, ωστόσο, να τονίσουμε ότι η Τέταρτη Διεθνής δεν μπόρεσε να οικοδομηθεί σαν η μαζική ηγεσία της παγκόσμιας εργατικής τάξης. Είναι ένα καθήκον που είναι μπροστά μας και τίθεται επιτακτικά σε κάθε επαναστάτη –καθήκον που δεν μπορεί, όμως, να εκπληρωθεί παρά αν ξεκινάει κανείς από την αντίληψη ότι μια επαναστατική ηγεσία της εργατικής τάξης, επαναστατικά κόμματα και μια Επαναστατική Διεθνής, ανεξάρτητα από το όνομά της, δεν μπορεί να οικοδομηθεί παρά πάνω στη βάση και στις αρχές του μαρξισμού –όπως αυτός αναπτύχθηκε θεωρητικά και πρακτικά μέσα από σκληρή πάλη από την εποχή του Μαρξ μέχρι τις μέρες μας –(Σελ. 47).

[8]. Ρωσικό Σοσιαλ/Επαναστατικό Κόμμα (Εσέροι). Ένα σοσιαλιστικό κόμμα με μεγάλη επιρροή στους ρώσους αγρότες. Σχηματίστηκε στις αρχές του αιώνα από τα υπολείμματα των ναρόντνικων στο εξωτερικό.

Το κύριο όπλο των Εσέρων στην πάλη ενάντια στον τσαρισμό ήταν η τρομοκρατία. Το 1917, μαζί με τους Μενσεβίκους, χρησιμοποίησαν τις δυνάμεις τους στα Σοβιέτ για να αντιμετωπίσουν την επανάσταση και να σώσουν το αστικό καθεστώς. Αλλά, η αριστερή τους πτέρυγα, οι Σοσιαλ/Επαναστάτες της Αριστεράς, συνεργάστηκαν με τους Μπολσεβίκους στην πρώτη μετεπαναστατική περίοδο. Ωστόσο, το Μάρτη του 1918, με την υπογραφή της Συνθήκης του Μπρεστ/Λιτόφσκ –την οποία αποκήρυξαν σαν προδοσία της επανάστασης– οι Σοσιαλ/Επαναστάτες της Αριστεράς διέκοψαν κάθε συνεργασία με την κυβέρνηση των Μπολσεβίκων και πέρασαν στην άλλη μεριά του οδοφράγματος.

Γενικά, οι Εσέροι συνέχισαν και μετά την κατάληψη της εξουσίας την παλιά τους τακτική της τρομοκρατίας, του σαμποτάζ και των δολοφονιών –μόνο που τώρα στόχευαν το σοβιετικό καθεστώς και τους ηγέτες του. Είναι γνωστή η απόπειρα δολοφονίας του ίδιου του Λένιν στις 30 του Αυγούστου 1918 από την Εσέρα τρομοκράτησα Φ.Καπλάν. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες έγινε η δίκη των Εσέρων ηγετών στη Μόσχα το καλοκαίρι του 1922.

Το Ανώτατο Επαναστατικό Στρατοδικείο καταδίκασε 34 ηγετικά στελέχη των Εσέρων σε θάνατο κι ανάμεσά τους τα μέλη της ΚΕ: Γκοτς, Ντονσκόι, Γκέντελμαν-Γκραμπόβσκι, Ράτνερ-Ελκίντ, Τιμοφέγεφ, κ.ά. Το προεδρείο της ΠΚΕΕ επικύρωσε την καταδίκη και αποφάσισε την εκτέλεση της ποινής σε περίπτωση που το Κόμμα των Εσέρων δεν παραιτηθεί από την ένοπλη πάλη και την τακτική της τρομοκρατίας και των δολοφονιών ενάντια στους σοβιετικούς ηγέτες –(Σελ. 47).

[9]. Νορβηγικό Εργατικό Κόμμα. Σοσιαλιστικό Κόμμα που ιδρύθηκε το 1887 και συμμετείχε το 1891 στην ίδρυση της Δεύτερης Διεθνούς. Το 1908-1910 άρχισε να διαμορφώνεται μια αριστερή πτέρυγα με ηγέτη τον Κ. Γκρεπ που τελικά αποκρυσταλλώθηκε κάτω από την επίδραση της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Στο Συνέδριο του 1918 κυριάρχησε η ηγεσία Γκρεπ και τον επόμενο χρόνο το ΝΕΚ εγκαταλείπει τη Δεύτερη Διεθνή και προσχωρεί στην Κομμουνιστική Διεθνή. Το 1921 το ΝΕΚ διασπάστηκε: η δεξιά του πτέρυγα αποσχίστηκε και ίδρυσε το Νορβηγικό Σοσιαλ/Δημοκρατικό Εργατικό Κόμμα.

Το 1922, οι κεντρώοι, κάτω από την ηγεσία του Μαρτίν Τράνμαελ, απόκτησαν την πλειοψηφία και αποφάσισαν την αποχώρηση του ΝΕΚ από την ΚΔ. Έτσι το 1923 είχαμε μια νέα διάσπαση και την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Νορβηγίας. Το 1927 το ΝΕΚ ενώθηκε με το Σοσιαλ/Δημοκρατικό Εργατικό Κόμμα.

Πρέπει, ωστόσο, να σημειώσουμε ότι το ΝΕΚ έμεινε ανεξάρτητο, δεν επέστρεψε στη Δεύτερη Διεθνή. Έτσι το 1932 το Νορβηγικό Εργατικό Κόμμα, μαζί με το Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα της Μεγάλης Βρετανίας και άλλες οργανώσεις, ίδρυσαν το Γραφείο του Λονδίνου. Το 1935 το ΝΕΚ κερδίζει τις εκλογές και σχηματίζει κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Γ. Νιγκάαρντσβολντ. Στις αρχές του 1935, σαν κυβερνητικό κόμμα, έδωσε άσυλο στον εξόριστο, και ανεπιθύμητο απ’ όλες τις αστικές κυβερνήσεις, Λ.Τρότσκι, με τη μόνη υποχρέωση να μην επεμβαίνει στην πολιτική ζωή της χώρας.

Αλλά τον Αύγουστο του 1936, με την ανακοίνωση της πρώτης δίκης της Μόσχας και κάτω από την πίεση των σταλινικών, η κυβέρνηση των νορβηγών Εργατικών κράτησε τον Τρότσκι για τέσσερεις μήνες φυλακισμένο στο σπίτι του. Τελικά τον απέλασαν στο Μεξικό, όπου η δημοκρατική κυβέρνηση του Καρντένας του παραχώρησε άσυλο, (δες σημείωση Γραφείο του Λονδίνου και βιογραφικό Τράνμαελ Μαρτίν) –(Σελ. 52).

[10]. Ζίκιγκεν, Φραντς (1481-1523). Γερμανός ιππότης, στρατιωτικός και πολιτικός ηγέτης της αριστοκρατίας. Η αριστοκρατία όπως και οι αστοί συσπειρώθηκαν από την αρχή του Πολέμου των Χωρικών γύρω από το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Λούθηρου γιατί οι διαφοροποιήσεις στις ίδιες τις γραμμές της αριστοκρατίας, η ανάδυση των πριγκίπων και η δημιουργία των πριγκιπάτων απειλούσαν με άμεση διάλυση την αυτοκρατορία. Η αριστοκρατία πάλευε ενάντια στον κλήρο και τη θρησκευτική εξάρτηση από τη Ρώμη. Ζητούσε τη διάλυση των πριγκιπάτων, την κατάσχεση των εκκλησιαστικών περιουσιών και την εγκαθίδρυση μιας δημοκρατίας της αριστοκρατίας με επικεφαλής έναν μονάρχη. Από την αποσύνθεση της αριστοκρατίας γεννήθηκαν από τη μια οι πρίγκιπες και από την άλλη οι υπηρέτες τους –οι ιππότες.

Παλεύοντας για τα ανεξάρτητα συμφέροντα της αριστοκρατίας, ο Ζίκιγκεν οργάνωσε το δικό του το στρατό και το Σεπτέμβρη του 1522 κήρυξε τον πόλεμο ενάντια στον πρίγκιπα αρχιεπίσκοπο της Τριρ. Αλλά με την επέμβαση των άλλων πριγκίπων, οι δυνάμεις του Ζίκιγκεν τσακίστηκαν και ο ίδιος αναγκάστηκε μαζί με μια μικρή φρουρά να κλειστεί στον πύργο του. Οι αριστοκράτες τον εγκατέλειψαν τελικά στην τύχη του: τραυματίστηκε θανάσιμα, παραδόθηκε και ύστερα από λίγο πέθανε. Από τότε η αριστοκρατία υποτάχτηκε, μπαίνοντας στην υπηρεσία των πριγκίπων –(Σελ. 54).

 

Μέρος Τρίτο

 

 

 

Οι Ηθικολόγοι και οι Συκοφάντες ενάντια στο Μαρξισμό

 

 

 

Οι Πραματευτές της Επιείκειας και οι Σοσιαλιστές Σύμμαχοί τους,
ή ο Κούκος σε μια Ξένη Φωλιά

 

 

 

 

Το Φυλλάδιο, Η Ηθική τους και η Ηθική μας, ανάγκασε ορισμένους φιλισταίους και συκοφάντες να αποκαλύψουν πλήρως τον εαυτό τους, κι έτσι απόκτησε μια αξία. Τα πρώτα αποκόμματα που πήρα από τον γαλλικό και τον βελγικό Τύπο, μου το δείχνουν καθαρά. Η πιο κατανοητή στο είδος της είναι η επισκόπηση που δημοσιεύτηκε στην παρισινή καθολική εφημερίδα «Ο Σταυρός». Οι κύριοι αυτοί έχουν ένα δικό τους σύστημα, και δεν ντρέπονται καθόλου να το υποστηρίζουν. Είναι υπέρ μιας απόλυτης ηθικής, και πάνω απ’ όλα υπέρ του δήμιου Φράνκο. Αυτή είναι η θέληση του θεού. Πίσω τους στέκεται ένας Ουράνιος Εξυγιαντής που μαζεύει και καθαρίζει όλη τη βρομιά που αφήνουν στο πέρασμά τους. Δεν μας ξαφνιάζει, λοιπόν, καθόλου το γεγονός ότι καταδικάζουν σαν ανάξια την ηθική των επαναστατών που παίρνουν την ευθύνη πάνω τους. Αλλά τώρα ενδιαφερόμαστε όχι για τους επαγγελματίες πραματευτές της επιείκειας, αλλά για τους ηθικολόγους που τα βγάζουν πέρα χωρίς το θεό, ζητώντας να τον υποκαταστήσουν οι ίδιοι.

Η «σοσιαλιστική» εφημερίδα των Βρυξελών, «Ο Λαός» –το κρησφύγετο αυτό της αρετής!– δεν μπόρεσε να βρει τίποτε άλλο στο μικρό μας βιβλίο πέρα από μια εγκληματική συνταγή για τη δημιουργία μυστικών πυρήνων που επιδιώκουν τον πιο ανήθικο απ’ όλους τους σκοπούς: την υπονόμευση του κύρους και των εισοδημάτων της βελγικής εργατικής γραφειοκρατίας. Σε απάντηση, βέβαια, μπορεί να πει κανείς ότι η γραφειοκρατία αυτή έχει στην καμπούρα της αναρίθμητες προδοσίες και πραγματικές απάτες (θά ’ταν αρκετό να υπενθυμίσουμε την ιστορία με την «Εργατική Τράπεζα»!), ότι σβήνει κάθε σπίθα κριτικής σκέψης μέσα στην εργατική τάξη κι ότι στην πρακτική ηθική της δεν είναι καθόλου ανώτερη από τον πολιτικό της σύμμαχο, την καθολική ιεραρχία. Αλλά, πρώτα πρώτα, μόνο άνθρωποι που δεν έχουν καλή ανατροφή θα μπορούσαν να αναφέρουν τέτοια δυσάρεστα πράγματα και, δεύτερο, όλοι αυτοί οι κύριοι, όποια κι αν είναι τα μικρά τους αμαρτήματα, κρατάνε για εφεδρεία τις πιο υψηλές αρχές της ηθικής. Αυτό σκέπτεται προσωπικά ο Ανρί ντε Μαν, και από το ύψος της αυθεντίας του εμείς οι μπολσεβίκοι δεν μπορούμε, φυσικά, να περιμένουμε καμιά επιείκεια.

Πριν περάσουμε στους άλλους ηθικολόγους, ας σταματήσουμε για μια στιγμή σε μια ανακοίνωση που τύπωσαν οι γάλλοι εκδότες του μικρού μας βιβλίου. Από την ίδια της τη φύση μια ανακοίνωση είτε παρουσιάζει ένα βιβλίο, ή, τουλάχιστον, περιγράφει με αντικειμενικότητα τα περιεχόμενά του. Μπροστά μας έχουμε μια εντελώς διαφορετικού τύπου ανακοίνωση. Είναι αρκετό να δώσουμε ένα μονάχα παράδειγμα: «Ο Τρότσκι, γράφουν, έχει τη γνώμη ότι το κόμμα του, που άλλοτε ήταν στην εξουσία και τώρα βρίσκεται στην αντιπολίτευση, αντιπροσωπεύει πάντα το γνήσιο προλεταριάτο και ο ίδιος τη γνήσια ηθική. Απ’ αυτό συμπεραίνει, για παράδειγμα, τα ακόλουθα: Η εκτέλεση των ομήρων αποκτά μια εντελώς διαφορετική σημασία ανάλογα με το ποιος δίνει τη διαταγή: ο Στάλιν ή ο Τρότσκι…».

Το απόσπασμα αυτό είναι υπεραρκετό για να υπολογίσει κανείς το σχολιαστή που βρίσκεται στα παρασκήνια. Υπάρχει το αναμφισβήτητο δικαίωμα κάθε συγγραφέα να ελέγχει μια παρουσίαση του βιβλίου του. Όταν, όμως, όπως στην περίπτωσή μας, ο συγγραφέας τυχαίνει να βρίσκεται στην άλλη πλευρά του ωκεανού, κάποιος «φίλος», επωφελούμενος προφανώς από την έλλειψη ενημέρωσης του εκδότη, κατάφερε να τρυπώσει σε μια ξένη φωλιά και να ακουμπήσει εκεί το μικρό του αβγό –ω!, ένα πολύ μικρό αβγό βέβαια, και σχεδόν παρθενικό! Ποιος είναι ο συγγραφέας αυτής της ανακοίνωσης; Ο Βικτόρ Σερζ, που μετέφρασε το βιβλίο και που ταυτόχρονα είναι ο πιο αυστηρός επικριτής του, μπορεί απλά και εύκολα να μας πληροφορήσει. Δεν θα ήταν έκπληξη για μένα αν αποδειχνόταν ότι η ανακοίνωση γράφτηκε… φυσικά, όχι από τον Βικτόρ Σερζ, αλλά από κάποιον από τους μαθητές του, που μιμείται τόσο τις ιδέες όσο και το στιλ του δασκάλου. Αλλά μήπως, ύστερα απ’ όλα αυτά, είναι ο ίδιος ο δάσκαλος, δηλαδή ο Βικτόρ Σερζ με την ιδιότητα του σαν «φίλος» του συγγραφέα;

«Ηθική Οτεντότων»!

Ο Σουβαρίν και οι άλλοι συκοφάντες έσπευσαν βέβαια να πιαστούν από το παραπάνω απόσπασμα της ανακοίνωσης που τους απαλλάσσει από τον κόπο να ψάχνουν για δηλητηριώδεις σοφιστείες. Όταν ο Τρότσκι πιάνει ομήρους αυτό είναι καλό, αν τους πιάνει ο Στάλιν αυτό είναι κακό. Μπροστά σε μια τέτοια «ηθική Οτεντότων»[1] δεν είναι δύσκολο να δώσει κανείς διέξοδο στην ιερή του αγανάκτηση. Ωστόσο, δεν υπάρχει τίποτε πιο εύκολο από το να αποκαλύψει κανείς, πάνω στη βάση του πρόσφατου αυτού παραδείγματος, τη ρηχότητα και την απάτη αυτής της αγανάκτησης. Ο Βικτόρ Σερζ έγινε δημόσια μέλος του P.O.U.M.[2], ενός καταλάνικου κόμματος που είχε δική του μιλίτσια στο μέτωπο στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Στο μέτωπο, όπως ξέρουμε όλοι μας, οι άνθρωποι πυροβολούν και σκοτώνουν. Έτσι, θα μπορούσε να πει κανείς: «Για τον Βικτόρ Σερζ οι σκοτωμοί αποκτούν μια εντελώς διαφορετική σημασία ανάλογα με το ποιος δίνει τη διαταγή: ο στρατηγός Φράνκο ή οι ηγέτες του κόμματος του ίδιου του Βικτόρ Σερζ». Αν ο ηθικολόγος μας είχε δοκιμάσει να σκεφτεί την έννοια των δικών του ενεργειών πριν βαλθεί να διδάξει τους άλλους, θα έλεγε πιθανότατα τα παρακάτω: Μα οι ισπανοί εργάτες αγωνίστηκαν για ν’ απελευθερώσουν το λαό, ενώ οι συμμορίες του Φράνκο πολέμησαν για το σκλάβωμά του! Ο Σερζ δεν θά ’ναι σε θέση να επινοήσει διαφορετική απάντηση. Με άλλα λόγια, θα αναγκαστεί να επαναλάβει το «οτεντότικο»[3] επιχείρημα του Τρότσκι σχετικά με τους ομήρους.

Και Πάλι για τους Ομήρους

Ωστόσο, είναι δυνατό κι ακόμα πιθανό οι ηθικολόγοι μας να αρνηθούν να πουν με ειλικρίνεια την αλήθεια και να επιχειρήσουν να καταφύγουν στην έκφραση: Είναι άλλο να σκοτώνεις στο μέτωπο κι άλλο να εκτελείς ομήρους!. Αυτό το επιχείρημα, όπως θ’ αποδείξουμε στη συνέχεια, είναι απλώς ηλίθιο. Αλλά ας σταματήσουμε για μια στιγμή πάνω στο έδαφος που διάλεξε ο αντίπαλός μας. Το σύστημα των ομήρων, λέτε, είναι ανήθικο «αυτό καθεαυτό»; Ωραία, αυτό ακριβώς θέλουμε να μάθουμε. Αλλά το σύστημα αυτό εφαρμόστηκε σ’ όλους τους εμφυλίους πολέμους της αρχαίας και νεότερης ιστορίας. Είναι ολοφάνερο ότι απορρέει από την ίδια τη φύση του εμφυλίου πολέμου. Απ’ αυτό, ένα μόνο συμπέρασμα μπορεί να βγάλει κανείς: ότι, δηλαδή, ο εμφύλιος πόλεμος είναι από την ίδια του τη φύση ανήθικος. Αυτή είναι η άποψη της εφημερίδας «Ο Σταυρός», που δεν ξεχνάει ότι είναι αναγκαίο να υπακούει στην υπάρχουσα εξουσία γιατί η εξουσία πηγάζει από το θεό.

Και ο Βικτόρ Σερζ; Αυτός δεν έχει ξεκαθαρισμένη άποψη. Το να αφήνεις ένα αβγουλάκι σε μια ξένη φωλιά είναι άλλο πράγμα, κι άλλο να παίρνεις ξεκάθαρη θέση πάνω σε περίπλοκα ιστορικά προβλήματα. Είμαι πρόθυμος να παραδεχτώ ότι άνθρωποι με τέτοια υπερβατική ηθική όπως ο Αθάνια, ο Καμπαλέρο, ο Νεγκρίν και Σία ήταν ενάντια στη σύλληψη ομήρων από το φασιστικό στρατόπεδο: Και στις δυο πλευρές έχουμε αστούς, δεμένους με δεσμούς οικογενειακούς και υλικούς που πιστεύουν ότι ακόμα και στην περίπτωση ήττας αυτοί όχι μόνο θα έσωζαν τα κεφάλια τους, αλλά και θα διατηρούσαν και τα μπιφτέκια τους. Με τον τρόπο τους, αυτοί είχαν δίκιο. Αλλά οι φασίστες έπιαναν ομήρους από τους προλετάριους επαναστάτες, και οι προλετάριοι, από τη μεριά τους, έπιαναν ομήρους από τη φασιστική μπουρζουαζία, γιατί αυτοί ξέρανε την απειλή που μια ήττα, έστω και μερική και προσωρινή, δημιουργούσε για τους ίδιους και για τα ταξικά τους αδέρφια.

Ο ίδιος ο Βικτόρ Σερζ δεν είναι σε θέση να πει αυτό ακριβώς που θέλει: θέλει να καθαρίσει τον εμφύλιο πόλεμο από την πρακτική των ομήρων ή θέλει να καθαρίσει την ανθρώπινη ιστορία από τον εμφύλιο πόλεμο; Ο μικροαστός ηθικολόγος σκέπτεται επεισοδιακά, κομματιαστά, σπασμωδικά, γιατί είναι ανίκανος να προσεγγίσει τα φαινόμενα στην εσωτερική τους αλληλοσύνδεση. Τεχνητά απομονωμένο, το ζήτημα των ομήρων είναι γι’ αυτόν ένα ιδιαίτερο ηθικό πρόβλημα, ανεξάρτητο από τις γενικές εκείνες συνθήκες που δημιουργούν οι ένοπλες συγκρούσεις ανάμεσα στις τάξεις. Ο εμφύλιος πόλεμος είναι η υπέρτατη έκφραση της ταξικής πάλης. Το να επιχειρείς να την υποτάξεις σε αφηρημένους «κανόνες» είναι στην πραγματικότητα σαν να αφοπλίζεις τους εργάτες μπροστά σ’ έναν εχθρό οπλισμένο ως τα δόντια. Ο μικροαστός ηθικολόγος είναι ο μικρότερος αδερφός του αστού πατσιφιστή που ονειρεύεται να «εξανθρωπίσει» τον πόλεμο, απαγορεύοντας τη χρήση ασφυξιογόνων, το βομβαρδισμό ανοχύρωτων πόλεων κλπ. Πολιτικά, τέτοιου είδους προγράμματα δεν κάνουν άλλο από το να αποσπούν τη σκέψη του λαού από την επανάσταση σαν τη μόνη μέθοδο για τον τερματισμό του πολέμου.

 

 

Ο Τρόμος Μπροστά στην Αστική Κοινή Γνώμη

 

 

Πνιγμένος στις αντιφάσεις του, ο ηθικολόγος θα μπορούσε ίσως να δοκιμάσει το επιχείρημα ότι άλλο πράγμα είναι ένας «ανοικτός» και «συνειδητός» αγώνας ανάμεσα σε δυο στρατόπεδα και άλλο η σύλληψη ατόμων που δεν συμμετέχουν στον αγώνα. Όμως, αυτό το επιχείρημα είναι απλά μια άθλια και ηλίθια υπεκφυγή. Στο στρατόπεδο του Φράνκο πολέμησαν δεκάδες χιλιάδες που είχαν εξαπατηθεί ή είχαν επιστρατευτεί με τη βία. Τα δημοκρατικά στρατεύματα πυροβολούσαν και σκότωναν τους δυστυχισμένους αυτούς δεσμώτες ενός αντιδραστικού στρατηγού. Ήταν αυτό ηθικό ή ανήθικο;

Πέρα απ’ αυτό, ο σύγχρονος πόλεμος με τα κανόνια μεγάλου βεληνεκούς, την αεροπορία, τα τοξικά αέρια και, τέλος, με τα επακόλουθά του: την πείνα, τις πυρκαγιές και τις επιδημίες, έχει σαν αναπόφευκτο αποτέλεσμα το θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων και εκατομμυρίων, κι εδώ περιλαβαίνονται γέροντες και παιδιά, που δεν παίρνουν μέρος άμεσα στη σύγκρουση. Εκείνοι που πιάνονται όμηροι συνδέονται τουλάχιστον με δεσμούς ταξικής και οικογενειακής αλληλεγγύης μ’ ένα από τα στρατόπεδα ή τους αρχηγούς αυτών των στρατοπέδων. Όταν πιάνει κανείς ομήρους μπορεί συνειδητά να κάνει επιλογή. Ενώ ένα βλήμα που εκτοξεύεται από ένα κανόνι ή μια βόμβα που ρίχνεται από ένα αεροπλάνο αφήνονται να πέσουν στην τύχη και μπορούν εύκολα να θανατώσουν όχι μονάχα εχθρούς, αλλά και φίλους ή τους γονείς και τα παιδιά τους. Γιατί, λοιπόν, οι ηθικολόγοι μας απομονώνουν το ζήτημα των ομήρων και κλείνουν τα μάτια τους σ’ ολόκληρο το περιεχόμενο του εμφυλίου πολέμου; Γιατί δεν έχουν το απαιτούμενο θάρρος. Σαν «αριστεροί» φοβούνται να σπάσουν ανοιχτά με την επανάσταση. Σαν μικροαστοί τρέμουν μην κόψουν τα γεφύρια με την επίσημη κοινή γνώμη. Καταδικάζοντας το σύστημα των ομήρων νιώθουν να βρίσκονται σε καλή συντροφιά –ενάντια στους μπολσεβίκους. Τηρούν μια άνανδρη σιωπή στο ζήτημα της Ισπανίας. Ενάντια στο γεγονός ότι οι ισπανοί εργάτες, αναρχικοί και Πουμιστές, έπιαναν ομήρους, ο Βικτόρ Σερζ θα διαμαρτυρηθεί …ύστερα από είκοσι χρόνια.

 

 

Ο Ηθικός Κώδικας του Εμφυλίου Πολέμου

 

 

Στην ίδια ακριβώς κατηγορία ανήκει και μια άλλη ακόμα από τις ανακαλύψεις του Βικτόρ Σερζ –η ανακάλυψη ότι ο εκφυλισμός των μπολσεβίκων χρονολογείται από τη στιγμή που δόθηκε στην Τσεκά το δικαίωμα να αποφασίζει κεκλεισμένων των θυρών για τη μοίρα των ανθρώπων. Ο Σερζ παίζει με την ιδέα της επανάστασης. Γράφει ποιήματα γι’ αυτήν, αλλά είναι ανίκανος να καταλάβει τι είναι.

Οι δημόσιες δίκες είναι δυνατές μόνο στις συνθήκες ενός σταθερού καθεστώτος. Ο εμφύλιος πόλεμος είναι μια κατάσταση υπέρτατης αστάθειας της κοινωνίας και του κράτους. Όπως ακριβώς είναι αδύνατο να δημοσιεύσεις στις εφημερίδες τα σχέδια του Γενικού Επιτελείου, το ίδιο είναι αδύνατο να αποκαλύψεις σε δημόσιες δίκες τις συνθήκες και τις περιστάσεις των συνωμοσιών, γιατί οι τελευταίες αυτές είναι άρρηκτα δεμένες με την πορεία του εμφυλίου πολέμου. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι οι μυστικές δίκες αυξάνουν πολύ το ενδεχόμενο να γίνουν λάθη. Αυτό σημαίνει απλά, και το παραδεχόμαστε πρόθυμα, ότι οι συνθήκες του εμφυλίου πολέμου είναι ελάχιστα ευνοϊκές για την αμερόληπτη λειτουργία της δικαιοσύνης. Τι άλλο όμως πέρα από αυτό;

Προτείνουμε ο Βικτόρ Σερζ να οριστεί πρόεδρος μιας επιτροπής που να αποτελείται, ας πούμε, από τους Μαρσό Πιβέρ, Μπορίς Σουβαρίν, Βάλντο Φρανκ, Μαξ Ίστμαν, Μαντλέιν Παζ και άλλους, για να συντάξουν το σχέδιο ενός κώδικα ηθικής για τον εμφύλιο πόλεμο. Ο γενικός χαρακτήρας του είναι ολοκάθαρος από τα πριν: και οι δυο πλευρές υπόσχονται ότι δεν θα πιάσουν ομήρους. Οι δίκες θα γίνονται δημόσια. Και για την καλύτερη λειτουργία της δικαιοσύνης, η πλήρης ελευθερία του Τύπου θα διατηρηθεί σε όλη τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Ο βομβαρδισμός πόλεων, που είναι επιζήμιος για τη δημόσια δικαιοσύνη, την ελευθερία του Τύπου και το απαραβίαστο των ατομικών δικαιωμάτων, απαγορεύεται αυστηρά. Για παρόμοιους και για διάφορους άλλους λόγους η χρήση του πυροβολικού τίθεται εκτός νόμου. Και δεδομένου ότι τα ντουφέκια, οι χειροβομβίδες, ακόμα και οι μπαγιονέτες, ασκούν, αναμφισβήτητα, ολέθρια επίδραση πάνω στα ανθρώπινα όντα, όπως και πάνω στη δημοκρατία γενικά, η χρήση οποιωνδήποτε όπλων, πυροβόλων ή μη, απαγορεύεται αυστηρότατα στον εμφύλιο πόλεμο.

Θαυμάσιος κώδικας! Μεγαλοπρεπές μνημείο στη ρητορική του Βικτόρ Σερζ και της Μαντλέιν Παζ! Ωστόσο, όσο ο κώδικας αυτός, σαν κανόνας συμπεριφοράς, θα είναι απαράδεκτος και για τους καταπιεστές και για τους καταπιεζόμενους, οι εμπόλεμες τάξεις θα επιδιώκουν να κερδίσουν τη νίκη με κάθε μέσο, ενώ οι μικροαστοί ηθικολόγοι θα συνεχίσουν, όπως και πριν, να παραδέρνουν συγχυσμένοι ανάμεσα στα δυο στρατόπεδα. Υποκειμενικά, συμπαθούν τους καταπιεζόμενους –κανείς δεν αμφιβάλλει γι’ αυτό. Αλλά, αντικειμενικά, παραμένουν δεσμώτες της ηθικής της άρχουσας τάξης και επιδιώκουν να την επιβάλουν πάνω στους καταπιεζόμενους, αντί να τους βοηθήσουν να επεξεργαστούν την ηθική της εξέγερσης.

 

 

Οι Μάζες δεν Έχουν Καμιά Σχέση μ’ Αυτά!

 

 

Παρεκβατικά, ο Βικτόρ Σερζ αποκάλυψε ποια ήταν η αιτία της κατάρρευσης του Μπολσεβίκικου Κόμματος: υπερβολικός συγκεντρωτισμός, δυσπιστία προς τον ιδεολογικό αγώνα, έλλειψη φιλελεύθερου («libertaire», στην πραγματικότητα αναρχικού) πνεύματος. Περισσότερη εμπιστοσύνη στις μάζες, και περισσότερη ελευθερία!

Όλα αυτά είναι εκτός τόπου και χρόνου. Γιατί οι μάζες δεν είναι πάντα ταυτόσημες. Υπάρχουν μάζες, επαναστατικές, υπάρχουν παθητικές μάζες, υπάρχουν αντιδραστικές μάζες. Οι ίδιες αυτές μάζες, σε διάφορες εποχές, εμπνέονται από διαφορετικούς πόθους και σκοπούς. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο είναι απαραίτητη μια συγκεντροποιημένη οργάνωση της πρωτοπορίας. Μόνο ένα κόμμα, χρησιμοποιώντας το κύρος που έχει αποκτήσει, είναι ικανό να υπερνικήσει την ταλάντευση των ίδιων των μαζών. Το να αγιοποιείς τις μάζες και να περιορίζεις το πρόγραμμά σου σε μια άμορφη «δημοκρατία» είναι σαν να διαλύεσαι μέσα στην τάξη όπως αυτή είναι, είναι σαν να μετατρέπεσαι από πρωτοπορία σε οπισθοφυλακή και μ’ αυτόν ακριβώς τον τρόπο να εγκαταλείπεις τα επαναστατικά σου καθήκοντα. Από την άλλη μεριά, αν η δικτατορία του προλεταριάτου έχει κάποιο νόημα, αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από το ότι η πρωτοπορία της τάξης οπλίζεται με τους πόρους του κράτους για να αποκρούσει τους κινδύνους που ανάμεσά τους είναι και οι κίνδυνοι που προέρχονται από τα καθυστερημένα στρώματα του ίδιου του προλεταριάτου. Όλα αυτά είναι στοιχειώδη. Όλα αυτά αποδείχτηκαν από την εμπειρία της Ρωσίας και επιβεβαιώθηκαν από την πείρα της Ισπανίας.

Αλλά όλο το μυστικό είναι ότι ο Βικτόρ Σερζ, ζητώντας ελευθερία «για τις μάζες», στην πραγματικότητα ζητάει ελευθερία για τον εαυτό του και τους ομοίους του, ελευθερία από κάθε έλεγχο, από κάθε πειθαρχία, κι αν είναι δυνατό, από κάθε κριτική. Οι «μάζες» δεν έχουν καμιά σχέση μ’ αυτά. Όταν ο «δημοκράτης» μας πηδάει από τα δεξιά στα αριστερά, και από τα αριστερά στα δεξιά, σπέρνοντας σύγχιση και σκεπτικισμό, φαντάζεται πώς αυτό είναι η πραγματοποίηση μιας σωτήριας ελευθερίας της σκέψης. Αλλά όταν εμείς εκτιμούμε από μαρξιστική σκοπιά τις ταλαντεύσεις ενός απογοητευμένου μικροαστού διανοούμενου, αυτό του φαίνεται σαν μια επίθεση κατά της προσωπικότητάς του. Τότε συμμαχεί μ’ όλους τους κομφουζιονιστές σε μια σταυροφορία ενάντια στο δεσποτισμό και το σεχταρισμό μας.

Η δημοκρατία στο εσωτερικό του επαναστατικού κόμματος δεν είναι αυτοσκοπός. Πρέπει πάντα να συμπληρώνεται και να περιορίζεται από το συγκεντρωτισμό. Για έναν μαρξιστή το ερώτημα ήταν πάντα: δημοκρατία για ποιο σκοπό; Για ποιο πρόγραμμα; Τα πλαίσια ενός προγράμματος είναι ταυτόχρονα τα πλαίσια της δημοκρατίας. Ο Βικτόρ Σερζ ζητούσε από την Τέταρτη Διεθνή να δώσει ελευθερία δράσης σ’ όλους τους κομφουζιονιστές, τους σεκταριστές και τους κεντριστές του P.O.U.M., τύπου Βερίκεν και Μαρσό Πιβέρ, στους συντηρητικούς γραφειοκράτες τύπου Σνίβλιετ ή στους απλούς τυχοδιώκτες τύπου Μολινιέ. Από την άλλη μεριά, ο Βικτόρ Σερζ βοηθούσε συστηματικά τις κεντριστικές οργανώσεις να διώξουν από τις γραμμές τους τούς οπαδούς της Τέταρτης Διεθνούς. Τον ξέρουμε πολύ καλά αυτό τον δημοκρατισμό: είναι υποχωρητικός, συμβιβαστικός και συμφιλιωτικός –απέναντι στη δεξιά. Ταυτόχρονα είναι απαιτητικός, κακόβουλος και δόλιος –απέναντι στην αριστερά. Απλά εκπροσωπεί το καθεστώς της αυτοάμυνας του μικροαστικού κεντρισμού.

 

 

Η Πάλη Ενάντια στο Μαρξισμό

 

 

Αν η στάση του Βικτόρ Σερζ απέναντι στα προβλήματα της θεωρίας ήταν σοβαρή, θα στενοχωριόταν πολύ που προβάλλει σαν «ανανεωτής» και μας τραβάει προς τα πίσω στο Μπέρνσταϊν, στο Στρούβε και σ’ όλους τους ρεβιζιονιστές του περασμένου αιώνα που προσπάθησαν να μπολιάσουν το μαρξισμό με καντιανισμό ή, με άλλα λόγια, να υποτάξουν την ταξική πάλη του προλεταριάτου σε αρχές που τάχα υψώνονταν πάνω από αυτήν. Όπως ο ίδιος ο Καντ, παρουσίασαν κι αυτοί την «κατηγορική προσταγή» (την ιδέα του καθήκοντος) σαν έναν απόλυτο κανόνα ηθικής, που ισχύει για όλους τους ανθρώπους. Στην πραγματικότητα, αυτή είναι απλά ένα ζήτημα «καθήκοντος» προς την αστική κοινωνία.

Με το δικό τους τρόπο, ο Μπέρνσταϊν, ο Στρούβε και ο Φορλάιντερ κράτησαν μια σοβαρή στάση απέναντι στη θεωρία. Ζήτησαν ανοιχτά την επιστροφή στον Καντ. Ο Βικτόρ Σερζ και οι όμοιοί του δεν αισθάνονται την παραμικρή ευθύνη απέναντι στην επιστημονική σκέψη. Περιορίζονται σε υπαινιγμούς, υπονοούμενα, και, στην καλύτερη περίπτωση, σε φιλολογικές γενικεύσεις… Παρόλα αυτά, αν οι ιδέες τους έχουν πέσει σαν βαρίδι στο βυθό, είναι γιατί έχουν φαίνεται προσχωρήσει σε μια παλιά υπόθεση, από καιρό χρεoκοπημένη: πάνε να υποτάξουν το μαρξισμό διαμέσου του καντιανισμού. Να παραλύσουν τη σοσιαλιστική επανάσταση, χρησιμοποιώντας «απόλυτους» κανόνες που στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύουν τις φιλοσοφικές γενικεύσεις των συμφερόντων της μπουρζουαζίας –βέβαια, όχι της σημερινής, αλλά της μακαρίτισσας μπουρζουαζίας του ελεύθερου εμπορίου και της δημοκρατίας.

Η ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία τηρεί αυτούς τους κανόνες ακόμα λιγότερο απ’ ότι η φιλελεύθερη γιαγιά της. Αλλά ευνοεί τις απόπειρες των μικροαστών ιεροκηρύκων να μπάσουν τη σύγχιση, την αναστάτωση και την ταλάντευση μέσα στις γραμμές του επαναστατικού προλεταριάτου. Ο βασικός σκοπός όχι μονάχα του Χίτλερ, αλλά και των φιλελευθέρων και των δημοκρατών, είναι να συκοφαντήσουν το μπολσεβικισμό σε μια εποχή όπου η ιστορική του δικαίωση απειλεί να καταστεί απόλυτα καθαρή στις μάζες. Ο μπολσεβικισμός, ο μαρξισμός –να ο εχθρός!

Ο «Αδελφός» Βικτόρ Μπας, ο αρχιερέας αυτός της δημοκρατικής ηθικής, με τη βοήθεια του «Αδελφού» του, Ρόζενμαρκ, κατέφυγε στην πλαστογραφία για να υπερασπίσει τις Δίκες της Μόσχας, και εκτέθηκε δημόσια. Όταν στιγματίστηκε για την απάτη του, άρχισε να χτυπάει το στήθος του και να φωνάζει: «Ώστε είμαι μεροληπτικός; Μα εγώ πάντα κατάγγειλα την τρομοκρατία του Λένιν και του Τρότσκι». Ο Μπας αποκάλυψε με γραφικότητα τα εσώτερα κίνητρα των ηθικολόγων της δημοκρατίας: ορισμένοι απ’ αυτούς μπορεί να μένουν αδιάφοροι για τις Δίκες της Μόσχας, ορισμένοι μπορεί να τις καταδικάζουν και άλλοι μπορεί ακόμα και να τις υποστηρίζουν. Αλλά η κοινή φροντίδα όλων τους είναι να χρησιμοποιήσουν τις δίκες για να καταδικάσουν την «ηθική» του Λένιν και του Τρότσκι, δηλαδή τις μέθοδες της προλεταριακής επανάστασης. Σ’ αυτή τη σφαίρα είναι όλοι τους αδέρφια.

Στη σκανδαλώδη ανακοίνωση των γάλλων εκδοτών για το βιβλίο μου, που πιο πάνω παρέθεσα, αναφέρεται ότι αναπτύσσω αντιλήψεις για την ηθική «βασισμένος» πάνω «στον Λένιν». Η ασαφής αυτή φράση, που επαναλήφθηκε και σ’ άλλα δημοσιεύματα, μπορεί να παρθεί με την έννοια ότι αναπτύσσω τις θεωρητικές αρχές του Λένιν. Αλλά απ’ ότι ξέρω ο Λένιν δεν έχει γράψει τίποτε για την ηθική. Στην πραγματικότητα, ο Βικτόρ Σερζ ήθελε να πει κάτι το εντελώς διαφορετικό –ότι δηλαδή οι ανήθικες ιδέες μου είναι μια γενίκευση της πρακτικής του Λένιν, του «αμοραλιστή». Προσπαθεί να δυσφημήσει την προσωπικότητα του Λένιν με τις δικές μου κρίσεις, και τις δικές μου κρίσεις με την προσωπικότητα του Λένιν. Απλά κολακεύει τη γενική αντιδραστική τάση που έχει σαν στόχο της τον μπολσεβικισμό και το μαρξισμό σαν όλο.

 

 

Σουβαρίν, ο Συκοφάντης

 

 

Ο πρώην πατσιφιστής, ο πρώην κομμουνιστής, ο πρώην τροτσκιστής, ο πρώην δημοκρατοκομμουνιστής, ο πρώην μαρξιστής… ο σχεδόν πρώην Σουβαρίν, επιτίθεται τόσο περισσότερο κυνικά στην προλεταριακή επανάσταση και τους επαναστάτες, όσο λιγότερο ξέρει ο ίδιος τι θέλει. Σ’ αυτόν τον άνθρωπο αρέσει και ξέρει πώς να μαζεύει τσιτάτα, ντοκουμέντα, κόμματα και εισαγωγικά και πώς να ετοιμάζει φακέλους και, επιπλέον, ξέρει να χειρίζεται την πένα. Στην αρχή είχε την ελπίδα ότι αυτές οι αποσκευές θα του έφταναν για όλη του τη ζωή. Αλλά σύντομα αναγκάστηκε να πείσει τον εαυτό του ότι πέρα απ’ όλα αυτά ήταν αναγκαία και η ικανότητα να σκέπτεται… Το βιβλίο του για τον Στάλιν, παρά τα άφθονα και ενδιαφέροντα αποσπάσματα και στοιχεία του, αποτελεί μια ομολογία της ίδιας του της φτώχειας. Ο Σουβαρίν δεν καταλαβαίνει ούτε την επανάσταση ούτε την αντεπανάσταση. Εφαρμόζει στο ιστορικό προτσές τα κριτήρια του για πάντα πικραμένου, από την αμαρτωλή ανθρωπότητα, μικροορθολογιστή. Η δυσαναλογία ανάμεσα στο φιλοκατήγορο πνεύμα του και τη δημιουργική του ανικανότητα τον κατατρώει σαν να ήταν βιτριόλι. Απ’ αυτό προέρχεται και ο συνεχής εκνευρισμός του και η έλλειψη στοιχειώδους εντιμότητας στην αξιολόγηση ιδεών, ανθρώπων και γεγονότων, που την συγκαλύπτει με μια ανιαρή ηθικολογία. Όπως όλοι οι μισάνθρωποι και οι κυνικοί, ο Σουβαρίν σέρνεται οργανικά προς την αντίδραση.

Έχει μήπως κόψει ανοιχτά τους δεσμούς του με το μαρξισμό ο Σουβαρίν; Ποτέ δεν μας είπε τέτοιο πράγμα. Προτιμά μια μεσοβέζικη στάση –αυτό είναι το έμφυτο στοιχείο του. Στην κριτική του για την μπροσούρα μου γράφει: «Ο Τρότσκι καβάλησε ξανά το ξύλινο αλογάκι του της ταξικής πάλης». Για τον χθεσινό μαρξιστή η ταξική πάλη είναι «το ξύλινο αλογάκι του Τρότσκι». Δεν είναι εκπληκτικό που ο ίδιος ο Σουβαρίν προτίμησε να καβαλικέψει τον ψόφιο σκύλο της αιώνιας ηθικής. Στη μαρξιστική αντίληψη αντιπαραθέτει «ένα αίσθημα δικαιοσύνης… ανεξάρτητο από ταξικές διακρίσεις». Όπως και νά ’χει, είναι παρήγορο να μαθαίνουμε ότι η κοινωνία μας είναι θεμελιωμένη πάνω σε «ένα αίσθημα δικαιοσύνης». Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι στον επερχόμενο πόλεμο ο Σουβαρίν θα εκθέσει την ανακάλυψη του αυτή στους φαντάρους μέσα στα χαρακώματα. Στο μεταξύ μπορεί να κάνει το ίδιο με τους ανάπηρους του τελευταίου πολέμου, με τους άνεργους, με τα εγκαταλειμμένα παιδιά και με τις πόρνες. Ομολογούμε προκαταβολικά ότι αν αρπάξει το ξύλο της χρονιάς του σ’ αυτή την προσπάθεια, το δικό μας «αίσθημα δικαιοσύνης» δεν θα είναι με το μέρος του…

Οι κριτικές παρατηρήσεις του αδιάντροπου αυτού απολογητή της αστικής δικαιοσύνης, της «ανεξάρτητης από ταξικές διακρίσεις», βασίζονται αποκλειστικά πάνω… στην ανακοίνωση την εμπνευσμένη από τον Βικτόρ Σερζ. Με τη σειρά του, ο τελευταίος, σε όλες του τις «θεωρητικές» προσπάθειες, δεν έχει πάει πιο πέρα από τα νόθα στοιχεία που δανείζεται από τον Σουβαρίν, που, παρόλα αυτά, έχει κι ένα πλεονέκτημα: ξεστομίζει αυτό που ο Σερζ δεν έχει τολμήσει ακόμα να πει.

Με προσποιητή αγανάκτηση –δεν υπάρχει τίποτε το γνήσιο σ’ αυτόν– ο Σουβαρίν γράφει ότι, εφόσον ο Τρότσκι καταδικάζει την ηθική των δημοκρατών, των ρεφορμιστών, των σταλινικών και των αναρχικών, αυτό σημαίνει ότι ο μοναδικός εκπρόσωπος της ηθικής είναι το «Κόμμα του Τρότσκι», και μια που αυτό το Κόμμα «δεν υπάρχει», ενσάρκωση της ηθικής είναι, σε τελευταία ανάλυση, ο ίδιος ο Τρότσκι. Πώς μπορεί κανείς να συγκρατήσει τα γέλια μπροστά σε τέτοια πράγματα; Ο Σουβαρίν φαντάζεται προφανώς ότι είναι ικανός να διακρίνει εκείνο που υπάρχει από εκείνο που δεν υπάρχει. Αυτό, βέβαια, είναι ένα πολύ απλό πράγμα όταν πρόκειται για χτυπητά αβγά ή για ένα ζευγάρι τιράντες. Αλλά στην κλίμακα του ιστορικού προτσές μια τέτοια διάκριση είναι προφανώς πάνω από το μυαλό του Σουβαρίν. «Εκείνο που υπάρχει» γεννιέται ή πεθαίνει, αναπτύσσεται ή αποσυντίθεται. Εκείνο που υπάρχει μπορεί να το αντιληφθεί μονάχα εκείνος που κατανοεί τις εσωτερικές του τάσεις.

Ο αριθμός των ανθρώπων εκείνων που κράτησαν μια επαναστατική στάση στο ξέσπασμα του τελευταίου πολέμου μπορούν να μετρηθούν στα δάχτυλα του ενός χεριού. Το πεδίο της επίσημης πολιτικής διαβρώθηκε σχεδόν ολόκληρο από διάφορες αποχρώσεις σοβινισμού. Ο Λίμπκνεχτ, η Λούξεμπουργκ, ο Λένιν φαίνονταν ανίσχυρα, απομονωμένα άτομα. Αλλά μπορεί να υπάρξει η οποιαδήποτε αμφιβολία ότι η ηθική τους υψώνονταν πάνω από την κτηνώδη ηθική της «ιερής ένωσης»;

Η επαναστατική πολιτική του Λίμπκνεχτ δεν ήταν καθόλου ατομικιστική, όπως φαινόταν τότε στο μέσο Φιλισταίο πατριώτη. Αντίθετα, ο Λίμπκνεχτ και μόνο ο Λίμπκνεχτ έκφραζε και προμηνούσε τις βαθιές υπόγειες τάσεις μέσα στις μάζες. Αυτό το επιβεβαίωσε πέρα για πέρα η κατοπινή πορεία των γεγονότων. Το να μη φοβάσαι σήμερα μια πλήρη ρήξη με την επίσημη κοινή γνώμη, έτσι που να κατακτήσεις αύριο το δικαίωμα να εκφράζεις τις ιδέες και τα αισθήματα των εξεγερμένων μαζών, αυτός είναι ένας ιδιαίτερος τρόπος ύπαρξης που διαφέρει από την εμπειρική ύπαρξη των μικροαστών φορμαλιστών. Όλα τα κόμματα της καπιταλιστικής κοινωνίας, όλοι οι ηθικολόγοι της και όλοι οι συκοφάντες θα χαθούν κάτω από τα ερείπια της επερχόμενης καταστροφής. Το μόνο κόμμα που θα επιζήσει είναι το κόμμα της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης, ακόμα κι αν σήμερα μπορεί να φαίνεται ανύπαρκτο στους κοντόφθαλμους ορθολογιστές, όπως ακριβώς στον τελευταίο πόλεμο τους φαινόταν ανύπαρκτο το κόμμα του Λένιν και του Λίμπκνεχτ.

 

 

Οι Επαναστάτες και οι Φορείς της Μόλυνσης

 

 

Ο Έγκελς έγραφε κάποτε ότι ο Μαρξ και αυτός έμειναν όλη τους τη ζωή στη μειοψηφία[4] και «ένιωθαν περίφημα» έτσι. Οι περίοδες όπου το κίνημα της καταπιεζόμενης τάξης υψώνεται στο επίπεδο των γενικών καθηκόντων της επανάστασης, αποτελούν τις σπανιότερες εξαιρέσεις στην ιστορία. Πολύ πιο συχνές από τις νίκες είναι οι ήττες των καταπιεζομένων. Ύστερα από κάθε ήττα έρχεται μια μακριά περίοδος αντίδρασης που ρίχνει τους επαναστάτες πίσω σε μια κατάσταση σκληρής απομόνωσης. Σε τέτοιες περίοδες, οι ψευτοεπαναστάτες, οι «ιππότες της μιας ώρας», όπως λέει ένας ρώσος ποιητής, ή προδίνουν ανοιχτά την υπόθεση των καταπιεζομένων ή ψάχνουν να βρουν μια φόρμουλα σωτηρίας που θα τους επιτρέψει να αποφύγουν τη ρήξη με κάποιο από τα στρατόπεδα. Στην εποχή μας είναι αδιανόητο να βρεις μια συμφιλιωτική φόρμουλα στη σφαίρα της πολιτικής οικονομίας ή της κοινωνιολογίας –οι ταξικές αντιφάσεις έχουν οριστικά ανατρέψει τη φόρμουλα «αρμονίας» των φιλελεύθερων και των δημοκρατών ρεφορμιστών. Απομένει ο τομέας της θρησκείας και της υπερβατικής ηθικής. Οι Ρώσοι Σοσιαλεπαναστάτες δοκίμασαν να σώσουν τη Δημοκρατία συμμαχώντας με την Εκκλησία. Ο Μαρσό Πιβέρ αντικαθιστά την Εκκλησία με τη Μασονία. Προφανώς, ο Βικτόρ Σερζ δεν έχει βρει ακόμα κοινό κατάλυμα, αλλά δεν έχει δυσκολευτεί καθόλου να βρει μια κοινή γλώσσα με τον Πιβέρ ενάντια στο μαρξισμό.

Δυο τάξεις αποφασίζουν για την τύχη της σύγχρονης κοινωνίας: η ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία και το προλεταριάτο. Το τελευταίο καταφύγιο της μπουρζουαζίας είναι ο φασισμός, που αντικαθιστά τα κοινωνικά και ιστορικά κριτήρια με βιολογικά και ζωολογικά στάνταρ και με τέτοιο τρόπο ώστε να ελευθερώνει τον εαυτό του από κάθε περιορισμό στον αγώνα του για την καπιταλιστική ιδιοκτησία. Ο πολιτισμός μπορεί να σωθεί μόνο με τη σοσιαλιστική επανάσταση. Για να πετύχει την ανατροπή, το προλεταριάτο χρειάζεται όλη του τη δύναμη, όλη του την αποφασιστικότητα, όλη του την τόλμη –πάθος και σκληρότητα. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να απελευθερωθεί πλήρως από τις αυταπάτες της θρησκείας, της «δημοκρατίας» και της υπερβατικής ηθικής –τις πνευματικές αυτές αλυσίδες που έφτιαξε ο εχθρός για να το δαμάσει και να το σκλαβώσει. Ηθικό είναι μόνο εκείνο που προετοιμάζει την πλήρη και τελική ανατροπή της ιμπεριαλιστικής κτηνωδίας και τίποτε άλλο. Η νίκη της επανάστασης –να ο υπέρτατος νόμος!

Μια καθαρή κατανόηση του συσχετισμού ανάμεσα στις δυο βασικές τάξεις –την μπουρζουαζία και το προλεταριάτο στην εποχή της θανάσιμης πάλης τους– μας αποκαλύπτει την αντικειμενική σημασία του ρόλου των μικροαστών ηθικολόγων. Το κύριο χαρακτηριστικό τους γνώρισμα είναι η αδυναμία: η κοινωνική αδυναμία, λόγω του οικονομικού ξεπεσμού της μικροαστικής τάξης, η ιδεολογική αδυναμία, λόγω του φόβου της μικροαστικής τάξης μπροστά στο τερατώδες ξέσπασμα της ταξικής πάλης. Απ’ αυτό και η επειγότητα του μικροαστού, τόσο του μορφωμένου όσο και του αμόρφωτου, να φρενάρει την ταξική πάλη. Κι αν δεν μπορεί να το πετύχει διαμέσου της αιώνιας ηθικής –και σαφώς δεν μπορεί να το πετύχει– ο μικροαστός ρίχνεται στην αγκαλιά του φασισμού που φρενάρει την ταξική πάλη με τους μύθους και το τσεκούρι του δήμιου. Η ηθικολογία του Βικτόρ Σερζ και των ομοίων του είναι μια γέφυρα από την επανάσταση στην αντίδραση. Ο Σουβαρίν βρίσκεται ήδη στην άλλη μεριά της γέφυρας. Η παραμικρή παραχώρηση σ’ αυτές τις τάσεις αποτελεί την αρχή της συνθηκολόγησης με την αντίδραση. Αφήστε αυτούς τους φορείς μόλυνσης να μπολιάζουν με κανόνες ηθικής το Χίτλερ, το Μουσολίνι, τον Τσάμπερλεν και τον Νταλαντιέ. Όσο για μας, μας φτάνει το πρόγραμμα της προλεταριακής επανάστασης.

 

 

Κογιοακάν, 9 του Ιούνη 1939

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

 

[1]. Οτεντότοι. Εδώ ο Τρότσκι φαίνεται να ταυτίζει τους Οτεντότους με τους Κάφρους (δες πιο κάτω στην ίδια σελίδα την υποσημείωσή του). Οι Οτεντότοι (ολλανδική λέξη που σημαίνει τραυλός) είναι, όπως μας πληροφορούν οι Εγκυκλοπαίδειες, μια γειτονική φυλή που παλιότερα είχε απωθηθεί από τους Μπαντού (Κάφροι) προς τη νοτιοδυτική περιοχή της Νοτιοαφρικανικής Ένωσης –μια περιοχή που αργότερα αποίκισαν οι Γερμανοί ιμπεριαλιστές.

Οι ίδιοι αποκαλούνται Κοϊκοΐν (= πραγματικοί άνθρωποι) και η γλώσσα τους ταυτίζεται σχεδόν με τη διάλεκτο των Κάφρων. Οι Οτεντότοι έχουν κυριολεκτικά αποδεκατιστεί από τους αποικιοκράτες. Οι λίγοι που έχουν απομείνει ασχολούνται με τη γεωργία και οι περισσότεροι εργάζονται στα αγροκτήματα των ευρωπαίων αποικιστών –(Σελ. 59).

[2]. ΠΟΥΜ (POUM). Εργατικό Κόμμα Μαρξιστικής Ενοποίησης –κεντριστικό κόμμα που σχηματίστηκε το Σεπτέμβρη του 1935 από τη συγχώνευση της Κομμουνιστικής Αριστεράς (τροτσκιστές με ηγέτη τον Αντρές Νιν) με το Εργατο-Αγροτικό Μέτωπο του Χοακίν Μαουρίν. Κι αυτό, ενάντια στις αντιρρήσεις και τις προτάσεις της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης και του ίδιου του Τρότσκι που, από το 1931, παρότρυναν τους ισπανούς τροτσκιστές να μπουν στο Σοσιαλιστικό ή στο Κομμουνιστικό Κόμμα και να παλέψουν «για το κέρδισμα των μαζών, για την απελευθέρωσή τους από τις δημοκρατικές αυταπάτες κι από την εμπιστοσύνη που δείχνουν στους σοσιαλιστές –για την επαναστατική τους συνένωση». Η Κομμουνιστική Αριστερά του Νιν είχε τότε περισσότερες δυνάμεις από το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Το νέο κόμμα συνδέθηκε αμέσως με τους κεντριστές του Γραφείου του Λονδίνου και ύστερα από λίγους μήνες, μετά τη φασιστική ανταρσία της 19 του Ιούλη, το ΠΟΥΜ με επικεφαλής τον Αντρές Νιν (ο Μαουρίν βρέθηκε στη φασιστική ζώνη και πιάστηκε αιχμάλωτος και από τότε εξαφανίστηκε) μπήκε στην αστική κυβέρνηση, στο Λαϊκό Μέτωπο της Καταλονίας. Αντί να μπει επικεφαλής των μαζών ενάντια στους ρεφορμιστές ηγέτες, συμπεριλαμβανομένων και των αναρχικών που είχαν μπει στην αστική κυβέρνηση, το ΠΟΥΜ συμμάχησε μαζί τους, ενισχύοντας με το κύρος του την προσπάθεια τους να υποτάξουν τις καταπιεζόμενες μάζες στα συμφέροντα της δημοκρατικής μπουρζουαζίας.

Έτσι, είναι καθαρό ότι, πέρα από την εγκληματική πολιτική του Στάλιν και της Κόμιντερν, το κύριο εμπόδιο στο δρόμο για την εξουσία της εργατικής τάξης –στόχος που ήταν άρρηκτα δεμένος με την πάλη για την οικοδόμηση ενός μαζικού επαναστατικού κόμματος– στάθηκε το ΠΟΥΜ το ίδιο με τον κεντρισμό του. «Οι πρώην ισπανοί “Αριστεροί Κομμουνιστές” μετατράπηκαν σε ουρά της “αριστερής” μπουρζουαζίας…», θα σχολιάσει με αγανάκτηση τότε ο Λεόν Τρότσκι.

Ύστερα από λίγους μήνες, το Λαϊκό Μέτωπο, με επικεφαλής τους σταλινικούς, ήταν έτοιμο να τσακίσει αλύπητα τους χθεσινούς συμμάχους του: Πέταξε τους Πουμιστές και τους αναρχικούς από την κυβέρνηση –πρώτα το ΠΟΥΜ χωρίς να αντιδράσουν ανοικτά οι αναρχικοί, κι ύστερα και τους ίδιους τους αναρχικούς– έκλεισε τα γραφεία τους παντού, απαγόρευσε τον Τύπο και κατάσχεσε τους ραδιοφωνικούς σταθμούς τους, έθεσε εκτός νόμου τις οργανώσεις τους και άρχισε τη σφαγή των επαναστατών εργατών και, φυσικά, των ηγετών τους, ξεκινώντας από τον ίδιο τον Αντρές Νιν, τον παλιό ισπανό επαναστάτη και πρώην πρόεδρο της Κόκκινης Συνδικαλιστικής Διεθνούς, από τους επαναστάτες ηγέτες Κουρτ Λαντάου, Έρβιν Βολφ, Φρόιντ Μούλιν, από τον φημισμένο για το ήθος και την ακεραιότητά του ιταλό αναρχικό Καμίλο Μπερνέρι και χιλιάδες άλλους τροτσκιστές, αναρχικούς, Πουμιστές, σοσιαλιστές της αριστεράς –προετοιμάζοντας έτσι το δρόμο για το δικτάτορα Φράνκο.

Ήταν ένα πραγματικό «πολιτικό πογκρόμ», όπως επισημαίνει ο Όργουελ στο βιβλίο του Πεθαίνοντας για την Καταλονία. Η κατασκευασμένη από την Γκε Πε Ου κατηγορία ήταν ότι όλοι αυτοί ανήκουν στην «Πέμπτη Φάλαγγα του Φράνκο».

Αλλά, «αν το ΠΟΥΜ, θα γράψει ο Λεόν Τρότσκι το Δεκέμβρη του 1937, έπεσε θύμα μιας αιματηρής και δόλιας καταπίεσης, είναι γιατί το Λαϊκό Μέτωπο δεν μπορεί να εκπληρώσει την αποστολή του, να πνίξει δηλαδή τη σοσιαλιστική επανάσταση, παρά κόβοντας κομματάκι κομματάκι την ίδια του την αριστερή πτέρυγα».

Πέρα από τον Στάλιν, άμεσοι υπεύθυνοι της σφαγής στην Ισπανία, ήταν, από τη μια, ο Αντόνοφ-Οβσέγενκο (ο άλλοτε επαναστάτης, που μαζί με τον Ποντβόισκι ήταν το δεξί χέρι του Τρότσκι στην Επαναστατική Στρατιωτική Επιτροπή που οδήγησε στη νίκη του Οκτώβρη), που καλυπτόταν σαν γενικός πρόξενος της ΕΣΣΔ στη Βαρκελώνη και που αμέσως μετά τον ανακάλεσε ο Στάλιν για να τον στήσει στο εκτελεστικό απόσπασμα και, από την άλλη, ο στρατηγός Ορλόφ, ο επικεφαλής της Γκε Πε Ου στην Ισπανία, που καλυπτόταν σαν αξιωματικός στις Διεθνείς Ταξιαρχίες και που κατάφυγε στην Αμερική όταν του ζητήθηκε να επιστρέψει στη Ρωσία, (δες επίσης Κριβίτσκι Βάλτερ).

Μετά την ανάκληση και την εκτέλεση του Αντόνοφ-Οβσέγενκο, στην Ισπανία στάλθηκε σαν υπεύθυνος ο Παλμίρο Τολιάτι, ο ισόβιος Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας. (Ο ίδιος, βέβαια, για να αποφύγει την ευθύνη για τις χιλιάδες δολοφονίες του Μάη-Ιούνη 1937, και προπαντός την ευθύνη για τη δολοφονία του Αντρές Νιν, ισχυρίστηκε ότι πήγε στην Ισπανία τον Ιούλη).

Τη σφαγή των επαναστατών ολοκλήρωσε με την νίκη του ο στρατηγός Φράνκο, και τα λίγα εναπομείναντα στελέχη του ΠΟΥΜ, και γενικά της Τέταρτης Διεθνούς, ρίχτηκαν στις φυλακές ή πέρασαν στην παρανομία και την εμιγκράτσια. –(Σελ. 59).

[3]. Εδώ δεν πρόκειται να επιμείνουμε περισσότερο στην άθλια συνήθεια να αναφέρονται περιφρονητικά στους Οτεντότους για να προσδώσουμε περισσότερη ακτινοβολία στους αντιπροσώπους της ηθικής των λευκών δουλοκτητών. Στο Φυλλάδιο, Η Ηθική τους και η Ηθική μας, ασχοληθήκαμε αρκετά μ’ αυτό το ζήτημα, (Λ.Τ.) –(Σελ 59).

[4]. Μειοψηφία. Ο Τρότσκι αναφέρεται εδώ στο γράμμα του Έγκελς προς τον Μπέρνσταϊν που γράφτηκε στις 28 του Νοέμβρη 1882 –(Σελ. 68).

Αναδημοσίευση απο: https://web.archive.org/web/20131205074639/http://marxistbooks.gr/ithiki_c.htm

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.