Rosa Luxemburg: Για την εισαγωγή του σοσιαλισμού με κοινωνικές μεταρρυθμίσεις

Το κείμενο είναι το τρίτο μέρος απο το έργο της R.Luxemburg «Μεταρρύθμιση η Επανάσταση». Το πρώτο μέρος βρίσκεται εδώ και τo δεύτεροο εδώ.

 

 

Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ  ΜΕ  ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ.

 

 

Ο Μπερνστάϊν αποκρούει, ότι η «θεωρία της κατάρρευσης» αποτελεί τον ιστορικό δρόμο προς την πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Ποιος είναι ο δρόμος που, απ’ την άποψη της «θεωρίας προσαρμογής του καπιταλισμού», οδηγεί προς το σοσιαλισμό; Ο Μπερνστάιν απάντησε στο ερώτημα αυτό μόνο με υπαινιγμούς, αλλ’ ο Konrad Schmidt δοκίμασε να εκθέσει διεξοδικότερα πώς έχει το ζήτημα σύμφωνα με τις αντιλήψεις του Μπερνστάιν (1)

Κατά τονKonrad Schmidt η πάλη των συνδικάτων και η πολιτική πάλη για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις θα συντελέσουν στην επιβολή ενός διαρκώς  διευρυμένου κοινωνικού ελέγχου επί των όρων της παραγωγής «και θα περιορίσουν βαθμιαία τον ιδιοκτήτη του κεφαλαίου, δια του νομοθετικού περιορισμού των δικαιωμάτων του, στο ρόλο ενός διαχειριστού», μέχρις ότου «αφαιρεθεί απ’ τον εξημερωμένο πιά καπιταλιστή, που βλέπει διαρκώς να ελαττώνεται η αξία της ιδιοκτησίας του, η διεύθυνση και διαχείριση της επιχείρησης» και εισαχθεί πιά οριστικά η κοινωνική επιχείρηση.

Ώ σ τ ε τα συνδικάτα, οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και, καθώς προσθέτει ακόμη ο Μπερνστάιν, η πολιτική δημοκρατικοποίηση του κράτους, είναι τα μέσα για τη βαθμιαία εισαγωγή του σοσιαλισμού.

Ας αρχίσουμε απ’ τα συνδικάτα. Η κυριότερη τους  λειτουργία — πράγμα που ο Μπερνστάιν ανάπτυξε καλύτερα από κάθε άλλον το 1891 στη Νέα Εποχή — είναι ότι στα χέρια των εργατών αποτελούν το μέσο για την πραγματοποίηση του καπιταλιστικού νόμου των ημερομισθίων, δηλαδή για την πώληση της εργατικής δύναμης κάθε φορά σύμφωνα με την τιμή της αγοράς.

Εκείνο που τα συνδικάτα εξασφαλίζουν στο προλεταριάτο είναι η εκμετάλλευση  προς όφελος του των υφισταμένων εκάστοτε στην αγορά όρων της οικονομικής συγκυρίας (Konjunkturen). Αλλά οι όροι αυτοί, δηλαδή απ’ τη μιά μεριά η καθοριζόμενη απ’ την κατάσταση της παραγωγής ζήτηση εργατικής δύναμης και  απ’ την άλλη η δημιουργούμενη απ’ την προλεταριοποίηση των μεσαίων στρωμάτων και τη φυσική αναπαραγωγή της εργατικής τάξης προσφορά εργατικής δύναμης και τέλος επίσης ο κάθε φορά δεδομένος βαθμός παραγωγικότητας της εργασίας, είναι γεγονότα που δεν μπορούν να επηρεαστούν από τα συνδικάτα.

Για αυτό τα συνδικάτα δε μπορούν να ανατρέψουν το νόμο των ημερομισθίων. Το μόνο που μπορούν, στην καλύτερη περίπτωση, είναι να περιορίζουν την καπιταλιστική εκμετάλλευση μέσα στα όρια πού ναι κάθε φορά «κανονικά». Η βαθμιαία κατάργηση της εκμετάλλευσης απ’ τα συνδικάτα είναι κάτι το εντελώς αδύνατο.

Ο Konrad Schmidt χαρακτηρίζει βέβαια  το σημερινό συνδικαλιστικό κίνημα σαν «ασθενείς απαρχές» και υπόσχεται ότι στο μέλλον «θα αυξάνει διαρκώς  η επίδραση των συνδικάτων στο ζήτημα της ρύθμισης της παραγωγής». Με τη ρύθμιση της παραγωγής αντιλαμβανόμαστε δύο πράγματα: την ανάμιξη στο τεχνικό μέρος της παραγωγής και δεύτερο, τον καθορισμό της κλίμακος της παραγωγής.

Ποια μπορεί νάναι και στις δύο αυτές περιπτώσεις η επίδραση των συνδικάτων; Είναι φανερό ότι, όσον αφορά την τεχνική της παραγωγής, το συμφέρον του καπιταλιστή συμπίπτει, μέσα σε ορισμένα όρια, με την πρόοδο και την εξέλιξη της καπιταλιστικής οικονομίας. Η ανάγκη είναι εκείνη που τον ωθεί στις τεχνικές τελειοποιήσεις. Αντίθετα, η θέση του κάθε εργάτη χωριστά είναι ακριβώς αντίστροφη: κάθε τεχνική ανατροπή είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα των εργατών που θίγονται αμέσως απ’ αυτήν και χειροτερεύει άμεσα την κατάστασή των, γιατί ελαττώνει την αξία της εργατικής δύναμης, καθιστά την εργασία εντατικότερη, περισσότερο μονότονη και βασανιστική.

Το συνδικάτο, εφ’ όσο του είναι δυνατό να αναμιχθεί στην τεχνική πλευρά της παραγωγής, δε μπορεί, όπως είναι φανερό, να αναμιχθεί παρά προς όφελος της αμέσως ενδιαφερομένης εργατικής ομάδας, δηλαδή να στραφεί εναντίον των τεχνικών νεωτερισμών. Στην περίπτωση όμως αυτή δεν ενεργεί προς το συμφέρον της ολότητας της εργατικής τάξης και της χειραφέτησής της, το οποίο μάλλον συμπίπτει με την τεχνική πρόοδο, δηλαδή με το συμφέρον του κάθε καπιταλιστή χωριστά, αλλά προς την αντίθετη ακριβώς κατεύθυνση, προς το συμφέρον της αντίδρασης.

Και  πραγματικά, την τάση της ανάμιξης στην τεχνική πλευρά της  παραγωγής δεν την βρίσκομε στο μέλλον, όπως νομίζει ο Konrad Schmidt αλλά στο παρελθόν του συνδικαλιστικού κινήματος. Χαρακτηρίζει την αρχική φάση των αγγλικών Trade-Unions (ως τα 1870) που διατηρούσαν ακόμα τις μεσαιωνικές συντεχνιακές παραδόσεις και — πράγμα χαρακτηριστικό — την αρχή του «κεκτημένου δικαιώματος για επαρκή εργασία» (2).

Η τάση των συνδικάτων να καθορίζουν τον όγκο της παραγωγής και τίς τιμές των εμπορευμάτων, είναι αντίθετα ένα φαινόμενο εντελώς πρόσφατο. Πριν λίγο καιρό είδαμε — και πάλι μόνο στην Αγγλία — να καταβάλλονται προσπάθειες προς μιά τέτοια κατεύθυνση (3). Αλλά και οι προσπάθειες αυτές, σύμφωνα με το χαρακτήρα και την τάση που παρουσιάζουν, δε διαφέρουν απ’ τις άλλες.

Γιατί, που καταλήγει αναγκαστικά η ενεργός συμμετοχή των συνδικάτων στον καθορισμό του όγκου και της τιμής της εμπορευματικής παραγωγής; Σ’ ένα καρτέλ των εργατών με τους επιχειρηματίες εναντίον των καταναλωτών, στην εφαρμογή μέσων εξαναγκασμού εναντίον των συναγωνιστών, τα οποία δεν υστερούν κατά τίποτε απέναντι των μεθόδων των συνήθων οργανώσεων των επιχειρηματιών. Αυτό, βασικά εξεταζόμενο δεν είναι μιά πάλη μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, αλλά μια αλληλέγγυα πάλη του κεφαλαίου και της εργατικής δύναμης εναντίον της καταναλώτριας κοινωνίας.

Απ’ την άποψη της κοινωνικής του αξίας, αυτό δεν είναι παρά μιά δράση αντιδραστική, που δεν είναι δυνατό να αποτελεί ένα σταθμό στην απολυτρωτική πάλη του προλεταριάτου, διότι είναι κάτι το εντελώς αντίθετο απ’ την πάλη των τάξεων. Απ’ την άποψη της πρακτικής του αξίας, είναι μιά ουτοπία που, όπως αντιλαμβάνεται κανείς όταν σκεφθεί κάπως το ζήτημα, δεν είναι δυνατό να εφαρμοσθεί σε κλάδους μεγάλους που παράγουν για την παγκόσμια αγορά. Η δράση των συνδικάτων περιορίζεται λοιπόν κυρίως στην πάλη για το ημερομίσθιο και τις ώρες της εργασίας, δηλαδή μόνο στην πάλη για τη ρύθμιση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς. Απ’ αυτή τη φύση των πραγμάτων, η επίδραση επί της παραγωγής είναι για τα συνδικάτα κάτι τι ανέφικτο.

Και κάτι περισσότερο: Η όλη φορά της συνδικαλιστικής εξέλιξης οδηγεί, εντελώς αντίθετα απ’ ό,τι παραδέχεται ο Konrad Schmidt, στην πλήρη απόσπαση της αγοράς της εργασίας από κάθε άμεση σχέση με την αγορά των υπολοίπων εμπορευμάτων. Απ’ την άποψη αυτή χαρακτηριστικό είναι το γεγονός, ότι η εξέλιξη έβγαλε άχρηστη και αυτή ακόμη την προσπάθεια, πούχε ως σκοπό να φέρει, έστω και παθητικά, το συμβόλαιο της εργασίας σε μιά άμεση σχέση με τη γενική κατάσταση της παραγωγής δια της εφαρμογής του συστήματος των κινητών μισθολογίων, καθώς και ότι οι αγγλικές Trade-Unions απέχουν όλο και πιο πολύ απ’ τις προσπάθειες αυτές (4)

Αλλά  επίσης και μέσα στα πραγματικά όρια της επίδρασής του, το επαγγελματικό κίνημα δεν εξελίσσεται, όπως προϋποθέτει η θεωρία της προσαρμογής του κεφαλαίου, προς μιά απεριόριστη επέκταση. Το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει! Ό τ α ν έχουμε προ οφθαλμών μεγαλύτερες περιόδους της κοινωνικής εξέλιξης είναι αδύνατο να μας διαφύγει το γεγονός, ότι σε γενικές  γραμμές βαίνουμε προς εποχές όχι μιας νικηφόρου ανάπτυξης, αλλά μεγαλύτερων διαρκώς δυσκολιών του επαγγελματικού κινήματος. Ό τ α ν η εξέλιξη της βιομηχανίας φθάσει στο ζενίθ, όταν στην παγκόσμια αγορά αρχίσει για το κεφάλαιο η κατιούσα, τότε ο επαγγελματικός αγώνας γίνεται δύο φορές δύσκολος: πρώτο, χειροτερεύουν για την εργατική τάξη οι αντικειμενικοί όροι της αγοράς, γιατί η ζήτηση αυξάνει βραδύτερα και η προσφορά ταχύτερα παρά άλλοτε* δεύτερο, το κεφάλαιο, για να αποζημιωθεί για τις απώλειες που υφίσταται στην παγκόσμια αγορά, προσπαθεί με επιμονή να ελαττώσει το μερίδιο των εργατών από το προϊόν της εργασίας.

Η ελάττωση του ημερομισθίου είναι βέβαια ένα απ’ τα σπουδαιότερα μέσα συγκράτησης του ποσοστού του κέρδους! (5).  Η Αγγλία μας δείχνει ήδη την εικόνα της δεύτερης αυτής περιόδου που  αρχίζει για το συνδικαλιστικό κίνημα. Στην περίοδο αυτή το επαγγελματικό κίνημα περιορίζεται αναγκαστικά στην απλή υπεράσπιση των κεκτημένων, αλλά και αυτό γίνεται διαρκώς δυσκολότερο. Η γενική αυτή πορεία των πραγμάτων, όπως την περιγράψαμε παραπάνω, πρέπει βέβαια νάχει σαν αντίρροπο την άνοδο της πολιτικής και σοσιαλιστικής ταξικής πάλης.

Το ίδιο λάθος της αντιστροφής της ιστορικής προοπτικής διαπράττει ο Konrad Schmidt και σχετικά με την κοινωνική μεταρρύθμιση, που λέγει, «από κοινού με τις επαγγελματικές ενώσεις των εργατών, θα επιβάλει στην τάξη των καπιταλιστών τους όρους υπό τους οποίους μόνο θα της επιτρέπεται να χρησιμοποιεί εργατικές δυνάμεις». Σύμφωνα με την έννοια της κοινωνικής αυτής μεταρρύθμισης ο Μπερνστάιν χαρακτηρίζει την εργατική νομοθεσία σαν ένα κομμάτι «κοινωνικού ελέγχου» και κατά συνέπεια σαν ένα κομμάτι σοσιαλισμού.

Επίσης και ο Konrad Schmidt λέγει «κοινωνικός έλεγχος» παντού όπου μιλά για την κρατική προστασία των εργατών και αφού έτσι συνταυτίσει αισίως το κράτος με την κοινωνία προσθέτει θαρραλέα: «δηλαδή η τείνουσα προς τα άνω εργατική τάξη» και κατ’ αυτό τον τρόπο οι αβλαβείς προστατευτικές διατάξεις του γερμανικού ομοσπονδιακού συμβουλίου μεταβάλλονται σε σοσιαλιστικά μεταβατικά μέτρα του γερμανικού προλεταριάτου.

Η πλάνη είναι εδώ ολοφάνερη. Το σημερινό κράτος δεν είναι καμμιά «κοινωνία», όπως αντιλαμβάνεται την κοινωνία «η τείνουσα  προς τα άνω εργατική τάξη», αλλά εκπρόσωπος της καπιταλιστικής κοινωνίας, δηλαδή ταξικό κράτος. Γι’ αυτό και η κοινωνική μεταρρύθμιση που το κράτος αυτό διαχειρίζεται δεν είναι μιά εκδήλωση του «κοινωνικού ελέγχου», δηλαδή του ελέγχου της ελεύθερης εργαζόμενης κοινωνίας επί της ίδιας της παραγωγής, αλλά έ ν α ς έλεγχος τ η ς τ α ξ ι κ ή ς ο ρ γ ά ν ω σ η ς του κεφαλ α ί ο υ επί της π α ρ α γ ω γ ή ς του κεφαλ α ί ο υ . Γι’ αυτό τα φυσικά όρια της κοινωνικής μεταρρύθμισης είναι η παραγωγή του κεφαλαίου, δηλαδή τα καπιταλιστικά συμφέροντα. Φυσικά, ο Μπερνστάιν και ο Konrad Schmidt και εδώ επίσης δε βλέπουν σ’ εκείνο που σήμερα υπάρχει παρά «ασθενείς απαρχές» και προβλέπουν για το μέλλον μιά διαρκή πρόοδο της κοινωνικής μεταρρύθμισης προς όφελος της εργατικής τάξης. Μόνο που και εδώ διαπράττουν το ίδιο λάθος όπως και με την απεριόριστη ανάπτυξη της ισχύος του επαγγελματικού κινήματος.

Η θεωρία της βαθμιαίας εισαγωγής του σοσιαλισμού δια κοινωνικών μεταρρυθμίσεων προϋποθέτει σαν όρο, κ α ι εδώ έ γ κ ε ι τ α ι το κ έ ν τ ρ ο β ά ρ ο υ ς της θεωρίας αυτής, μιά ορισμένη αντικειμενική εξέλιξη τόσο της καπιταλιστικής κοινωνίας όσο και του κράτους. Ό σ ο ν αφορά το πρώτο σημείο, το σχήμα της μελλοντικής εξέλιξης, κατά την προϋπόθεση του Konrad Schmidt, οδηγεί «στη βαθμιαία υποβίβαση του ιδιοκτήτη του κεφαλαίου, δια του περιορισμού των δικαιωμάτων του, στο ρόλο ενός διαχειριστή».

Ο Konrad Schmidt, έχοντας υπ’ όψη του το αδύνατο δήθεν μιας απότομης εφ’ άπαξ απαλλοτρίωσης των μέσων της παραγωγής, αρκείται σε μιά θεωρία βαθμιαίας απαλλοτρίωσης. Γι’ αυτό επινοεί σαν αναγκαία προϋπόθεση τη διάσπαση του δικαιώματος  ιδιοκτησίας σε μιά «υπεριδιοκτησία», που ανήκει στην κοινωνία και που διαρκώς αυξάνει, καθώς και σ’ ένα δικαίωμα επικαρπίας, που στα χέρια του καπιταλιστή περιορίζεται διαρκώς σε μιά απλή διαχείριση της επιχείρησής του. Το κατασκεύασμα αυτό ή είναι αβλαβές λογοπαίγνιο που δε διατυπώθηκε στα σοβαρά, οπότε η θεωρία της βαθμιαίας απαλλοτρίωσης μένει εντελώς ακάλυπτη, ή είναι ένα στα σοβαρά διατυπωμένο σχήμα της εξέλιξης του δικαίου οπότε είναι εντελώς αντίστροφο.

Η διάσπαση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας σε άλλα μερικότερα δικαιώματα, διάσπαση στην οποία καταφεύγει για τη «βαθμιαία απαλλοτρίωση» του κεφαλαίου ο Konrad Schmidt, χαρακτηρίζει τη φεουδαρχική κοινωνία με τη φυσική της οικονομία, στην οποία η διανομή του προϊόντος μεταξύ των διαφόρων κοινωνιών γινότανε σε είδος και επί τη βάσει προσωπικών σχέσεων μεταξύ των φεουδαρχών και των υποτελών των. Η διάσπαση της ιδιοκτησίας σε διάφορα μερικά δικαιώματα ήταν η ευθύς εξ αρχής δεδομένη μορφή διανομής του κοινωνικού πλούτου. Με το πέρασμα στην εμπορευματική παραγωγή και τη διάλυση όλων των προσωπικών δεσμών μεταξύ εκείνων που συμμετέχουν στην παραγωγή, σταθεροποιήθηκε αντιστρόφως η σχέση μεταξύ ανθρώπου και πράγματος, δηλαδή η ατομική ιδιοκτησία.

Δεδομένου ότι η διανομή δε γίνεται πιά μέσα σε προσωπικές σχέσεις αλλά δια της ανταλλαγής, τα διάφορα μερίδια απ’ τον κοινωνικό πλούτο δε μετριούνται  πια με βάση τη διάσπαση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας επί ενός κοινού αντικειμένου, αλλά με βάση την αξία που  ο καθένας  προσκομίζει στην αγορά. Οι οικονομικές σχέσεις, που συνόδευσαν την εμφάνιση της εμπορευματικής παραγωγής στις κοινότητες των μεσαιωνικών πόλεων, σήμαιναν συγχρόνως και τη διαμόρφωση της απόλυτης κλειστής ατομικής ιδιοκτησίας μέσα στους κόλπους των φεουδαρχικών νομικών σχέσεων με την κατατμημένη ιδιοκτησία. Αλλά μέσα στην καπιταλιστική παραγωγή η εξέλιξη αυτή συνεχίζεται.

Ό σ ο περισσότερο κοινωνικοποιείται η παραγωγή, τόσο περισσότερο η διανομή βασίζεται στην καθαρή ανταλλαγή, τόσο περισσότερο απαραβίαστη και κλειστή γίνεται η καπιταλιστική ατομική ιδιοκτησία, τόσο περισσότερο η καπιταλιστική ιδιοκτησία από δικαίωμα επί του προϊόντος της ιδίας εργασίας, μεταβάλλεται σε δικαίωμα ιδιοποίησης του προϊόντος ξένης εργασίας. Εφ’ όσον ο καπιταλιστής διευθύνει ο ίδιος το εργοστάσιο, η διανομή συνδέεται οπωσδήποτε με την προσωπική συμμετοχή στην παραγωγή. Ό σ ο όμως γίνεται περιττή η προσωπική διεύθυνση του εργοστασιάρχου — και γίνεται ολότελα περιττή στις ανώνυμες εταιρίες, τόσο η κεφαλαιοκρατική ιδιοκτησία, σαν τίτλος μιας απαίτησης κατά τη διανομή, αποσπάται ολοκληρωτικά από κάθε προσωπική σχέση προς την παραγωγή και εμφανίζεται με την πιο καθαρή, κλειστή μορφή της. Το καπιταλιστικό δικαίωμα της ιδιοκτησίας φθάνει, με την ανάπτυξη του μετοχικού κεφαλαίου και του βιομηχανικού πιστωτικού κεφαλαίου, στην τέλεια διαμόρφωσή του.

Το ιστορικό σχήμα της εξέλιξης των καπιταλιστών, όπως το χαράσσει ο Konrad Schmidt: «από ιδιοκτήτης σε απλό διαχειριστή», παριστά, κατά συνέπεια, ανάποδα την πραγματική εξέλιξη. Η πραγματική εξέλιξη οδηγεί αντίθετα απ’ τον ιδιοκτήτη και διαχειριστή στον απλό ιδιοκτήτη. Με τον Konrad Schmidt συμβαίνει εδώ ό,τι και με το Γκαίτε: Ό , τι έχει στην κατοχή τον το βλέπει σαν μακρινό, και  ό,τι έχει εξαφανιστεί του φαίνεται σαν πραγματικότης. Το ιστορικό του σχήμα, όπως οικονομικά παλινδρομεί απ’ τη σύγχρονη ανώνυμη εταιρία στο βιοτεχνικό εργοστάσιο ή ακόμη και στο χειροτεχνικό εργαστήριο, έτσι και στο δίκαιο επαναφέρει και πάλι τον καπιταλιστικό κόσμο μέσα στα πλαίσια της φεουδαρχικής φυσικής οικονομίας.

Απ’ την άποψη αυτή και ο «κοινωνικός έλεγχος» εμφανίζεται σ ‘ ένα διαφορετικό φως, απ’ εκείνο μέσα στο οποίο τον βλέπει ο Konrad Schmidt. Εκείνο που σήμερα λειτουργεί σαν «κοινωνικός έλεγχος» — η εργατική νομοθεσία, η επίβλεψη επί των ανωνύμων εταιριών, κτλ. — δεν έχει καμμιά πραγματικά σχέση με τη συμμετοχή στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας, με την «υπεριδιοκτησία». Ο έλεγχος αυτός ασκείται όχι σαν π ε ρ ι ο ρ ι σ μ ό ς της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, αλλ’ αντίθετα σαν προστατευτικό μέτρο της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Ή , για να μιλήσουμε οικονομικά, δεν αποτελεί μιά επέμβαση στην καπιταλιστική εκμετάλλευση, αλλά  της επιβάλλει ορισμένους κανόνες (Normiernng). Κι’ όταν ο Μπερνστάιν ρωτά αν ένας εργατικός νόμος περιέχει λίγο ή πολύ σοσιαλισμό, μπορούμε να τον διαβεβαιώσουμε ότι στον πιο καλό εργατικό νόμο υπάρχει τόσος σοσιαλισμός όσος και στις δημαρχιακές διατάξεις για τον καθορισμό των οδών και το άναμμα των λαμπτήρων του φωταερίου, πράγματα που είναι επίσης ένας κοινωνικός έλεγχος·

 

 

Σημειώσεις

 

 

1. Στο Vorwärts της 20 Φεβρουαρίου 1898, επισκόπηση των νέων εκδόσεων. Νομίζουμε ότι μας είναι επιτετραμμένο να εξετάσουμε τα όσα γράφει ο Konrad Schmidt εν συνδυασμώ με τις αντιλήψεις που διατύπωσε ο ίδιος ο Μπερνστάϊν, τόσο περισσότερο όσο ο Μπερνστάϊν, ούτε με μιά λέξη του δεν αρνήθηκε τα σχόλια αυτά στο Vorwärts.

2.Webb, Θεωρία και πράξη των Trade-Unions, τόμ. 2 σελ. 100 επόμενα.

3.Webb, στο ίδιο έργο, τόμ. 2, σελ. 115 επόμενα.

4.Στο προαναφερθέν έργο, σελ. 115.

5. Μάρξ, Κεφάλαιο, τόμ. ΙΙΙ/Ι, σελ. 216.

 

 

Απόσπασμα απο το βιβλίο της R Luxemburg «Μεταρρύθμιση η Επανάσταση», σελ 33-45, εκδόσεις Κοροντζή, Μτφ Κώστας Βρεττός.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *