Rosa Luxemburg: Η προσαρμογή του καπιταλισμού

 

 

Το κείμενο είναι το δεύτερο μέρος απο το έργο της R.Luxemburg “Μεταρρύθμιση η Επανάσταση”. Το πρώτο μέρος βρίσκεται εδώ

 

 

 

Η ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

 

 

 

Τα σπουδαιότερα μέσα που συντελούν, κατά το Μπερνστάιν, στην προσαρμογή της καπιταλιστικής οικονομίας είναι το πιστωτικό σύστημα, τα βελτιωμένα συγκοινωνιακά μέσα και οι οργανώσεις των επιχειρηματιών. Η πίστη, για να αρχίσουμε απ’ αυτήν, εκπληρώνει μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία διάφορες  λειτουργίες, απ’ τις οποίες η πιο σοβαρή είναι, ως γνωστό, η αύξηση της διασταλτικής ικανότητας  της  παραγωγής  και η διευκόλυνση της ανταλλαγής, στην οποία η πίστη χρησιμεύει σαν μεσάζων.

Παντού όπου η έμφυτη τάση της καπιταλιστικής παραγωγής για μιά απεριόριστη επέκταση προσκρούει στα όρια της ατομικής ιδιοκτησίας, στην περιορισμένη ποσότητα του ατομικού κεφαλαίου, επεμβαίνει η πίστη, σαν μέσο για το ξεπέρασμα, κατά καπιταλιστικό τρόπο, των ορίων αυτών για τη συγχώνευση πολλών ατομικών κεφαλαίων σε ένα — ίδρυση ανωνύμων εταιριών, — για τη διαχείριση ξένων κεφαλαίων από ένα καπιταλιστή — βιομηχανική πίστη. Απ’ την άλλη μεριά η πίστη επιταχύνει, σαν εμπορική πίστη, την ανταλλαγή των εμπορευμάτων, δηλαδή την επιστροφή του κεφαλαίου στην παραγωγή, δηλαδή τον όλο βιομηχανικό κύκλο.

 Είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς την επίδραση που εξασκούν οι δυο αυτές σοβαρές λειτουργίες της πίστης απ’ την άποψη της δημιουργίας των κρίσεων. Οι κρίσεις οφείλονται καθώς είναι γνωστό, στην αντίθεση μεταξύ της διασταλτικής ικανότητας, των διασταλτικών τάσεων της παραγωγής και της περιορισμένης καταναλωτικής ικανότητας.

Έτσι, σύμφωνα με τα παραπάνω, η πίστη είναι ακριβώς το ειδικό μέσο, με το οποίο η αντίθεση αυτή ξεσπά όσο το δυνατό συχνότερα. Η πίστη αυξάνει προ πάντων τεράστια τη διασταλτική ικανότητα της παραγωγής και αποτελεί την εσωτερική δύναμη που ωθεί την παραγωγή πέρα απ’ τα όρια της αγοράς. Αλλά η επίδρασή της είναι διπλή. Σαν παράγοντας της παραγωγής προκαλεί απ’ τη μεριά την υπερπαραγωγή, ενώ απ’ την άλλη μεριά, υπό την ιδιότητά της του μεσάζοντα στην ανταλλαγή των εμπορευμάτων, καταστρέφει ριζικά, κατά τη διάρκεια της κρίσης, τις παραγωγικές δυνάμεις που αυτή η ίδια έφερε στη ζωή. Με τις πρώτες ενδείξεις της στασιμότητας στην αγορά η πίστη συστέλλεται, αφήνει στη μέση την ανταλλαγή τη στιγμή ακριβώς που της είναι αναγκαία, αποδείχνεται  ανίσχυρη και άσκοπη εκεί όπου ακόμη προσφέρεται να εξυπηρετήσει τους καπιταλιστές και περιορίζει έτσι, κατά τη διάρκεια της κρίσης στο ελάχιστο την καταναλωτική ικανότητα.

Η πίστη εκτός απ’ τα δυο αυτά σοβαρά αποτελέσματα, συντελεί και κατ’ άλλους τρόπους στη δημιουργία των κρίσεων. Δεν είναι μόνο το τεχνικό μέσο, χάρις στο οποίο ο καπιταλιστής διαχειρίζεται ξένα κεφάλαια, αλλ’ αποτελεί συγχρόνως γι’ αυτόν το κίνητρο που τον ωθεί στην τολμηρή καί ανενδοίαστη χρησιμοποίηση της ξένης ιδιοκτησίας, που τον ωθεί κατά συνέπεια σε ριψοκίνδυνες κερδοσκοπίες.

Η πίστη, σαν ύπουλο μέσο της ανταλλαγής εμπορευμάτων, όχι μόνο οξύνει την κρίση, αλλά και διευκολύνει το ξέσπασμά της και την επέκτασή της, γιατί μεταβάλλει την όλη ανταλλαγή σ’ ένα εξαιρετικά σύνθετο και τεχνητό μηχανισμό πού έχει σαν πραγματική βάση ένα ελάχιστο ποσό μεταλλικού χρήματος και προκαλεί έτσι με την πιο μικρή αιτία διαταραχές στη λειτουργία του μηχανισμού αυτού.

Έτσι, η πίστη, ενώ πολύ απέχει απ’ το νάναι ένα μέσο άρσης ή έστω και άμβλυνσης των κρίσεων, αποτελεί, εντελώς αντίθετα, έναν ιδιαίτερα ισχυρό παράγοντα δημιουργίας των κρίσεων. Στην περίπτωση αυτή δε θάταν δυνατό να συμβεί τίποτε άλλο. Η ειδική λειτουργία της πίστης δεν έγκειται — για να εκφραστούμε κατά γενικό τρόπο — παρά στο να διώχνει και τα τελευταία υπολείμματα σταθερότητας από όλες τις καπιταλιστικές σχέσεις και να εισάγει παντού την πιο μεγάλη ελαστικότητα, να καθιστά όλες τις καπιταλιστικές δυνάμεις εξαιρετικά διασταλτές, σχετικές και ευαίσθητες. Είναι φανερό ότι έτσι δεν είναι δυνατό παρά να διευκολύνεται και να γίνεται πιο έντονο το ξέσπασμα των κρίσεων, οι οποίες δεν είναι παρά η περιοδική σύγκρουση των δυνάμεων της καπιταλιστικής οικονομίας, που αντιτίθενται αμοιβαία.

Έτσι ερχόμαστε στο άλλο ζήτημα: πώς είναι δυνατόν η πίστη γενικά να φαίνεται σαν ένα «μέσο προσαρμογής» του καπιταλισμού; Είναι καταφανές ότι η βαθύτερη έννοια «προσαρμογής» του καπιταλισμού με τη βοήθεια της πίστης, οπωσδήποτε και με οποιαδήποτε μορφή και αν φαντασθεί κανείς την προσαρμογή αυτή, δε μπορεί παρά νάναι η εξομάλυνση π.χ. μιας αντιφατικής σχέσης της καπιταλιστικής οικονομίας, η άρση ή η άμβλυνση μιας απ’ τις αντιθέσεις της και η εξασφάλιση σ’ ένα οποιοδήποτε σημείο ελευθερίας κινήσεων στις ασφυκτιούσες δυνάμεις.

Στην πραγματικότητα αν μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία υπάρχει σήμερα ένα μέσο που οξύνει στον ανώτατο βαθμό τις αντιθέσεις της, αυτό είναι ακριβώς η πίστη.  Η πίστη αυξάνει την αντίθεση μεταξύ του τρόπου παραγωγής και του τρόπου ανταλλαγής, με το να εντείνει στον ανώτατο βαθμό την παραγωγή, ενώ παραλύει με την παραμικρότερη αιτία την ανταλλαγή. Αυξάνει την αντίθεση μεταξύ του τρόπου παραγωγής και του τρόπου ιδιοποίησης με το να ξεχωρίζει την παραγωγή απ’ την ιδιοκτησία, με το να μεταβάλει το κεφάλαιο μέσα στην παραγωγή σε κοινωνικό κεφάλαιο και ένα μέρος, όμως του κέρδους σε τόκο του κεφαλαίου, δηλ. σ ‘ έναν καθαρό τίτλο ιδιοκτησίας. Αυξάνει την αντίθεση μεταξύ των σχέσεων ιδιοκτησίας και των παραγωγικών σχέσεων συνενώνοντας σε λίγα χέρια, με την απαλλοτρίωση πολλών μικρών καπιταλιστών τεράστιες παραγωγικές δυνάμεις. Εντείνει την αντίθεση μεταξύ του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας με το να καθιστά αναγκαία την ανάμιξη του κράτους μέσα στην παραγωγή (ανώνυμες εταιρίες).

Με μιά λέξη, η πίστη αναπαράγει όλες τις κύριες αντιθέσεις του καπιταλιστικού κόσμου, τις εντείνει στον ανώτατο βαθμό, επιταχύνει την πορεία του προς την ίδια του εκμηδένιση, την κατάρρευση. Το πρώτο και κύριο μέσο προσαρμογής για τον καπιταλισμό θα πρεπε νάναι η κατάργηση της πίστης. Έτσι όπως είναι σήμερα η πίστη, δεν αποτελεί ένα μέσο προσαρμογής, αλλ’ ένα μέσο εκμηδένισης, που εξασκεί μιά τεράστια επαναστατική επίδραση. Αυτός ακριβώς ο επαναστατικός χαρακτήρας της πίστης, χαρακτήρας που ξεπερνά τα όρια του καπιταλισμού, οδήγησε σε εσφαλμένα  σοσιαλίζοντα μεταρρυθμιστικά σχέδια* αυτός είναι εκείνος που έκανε ώστε μεγάλοι εκπρόσωποι της πίστης, όπως ο Isaäc Pereire στη Γαλλία, να εμφανίζονται, όπως λέγει ο Μαρξ, κατά το ήμισυ σαν προφήτες και κατά το ήμισυ σαν απατεώνες.

Κατά τον ίδιο τρόπο αποδείχνεται άχρηστο, ύστερα από λεπτομερέστερη εξέταση, το δεύτερο «μέσο προσαρμογής» της καπιταλιστικής παραγωγής, ο ι σ ύ ν δ ε σ μ ο ι τ ω ν ε π ι χ ε ι ρ η μ α τ ι ώ ν . Κατά τον Μπερνστάιν οι σύνδεσμοι αυτοί ρυθμίζουν την παραγωγή και συντελούν έτσι στο να συγκρατείται η αναρχία και να παρακάμπτονται οι κρίσεις. Βέβαια η εξέλιξη των καρτέλ και τραστ είναι ένα φαινόμενο του οποίου οι πολύπλευρες οικονομικές επιδράσεις δεν έχουν ερευνηθεί ακόμη. Είναι ένα πρόβλημα που μπορεί να λυθεί μόνο με τη βοήθεια της μαρξικής διδασκαλίας. Αλλ’ οπωσδήποτε ένα πράγμα είναι και τώρα φανερό: Περί περιορισμού της καπιταλιστικής αναρχίας θα μπορούσε να γίνει λόγος μόνο αν και εφ’ όσον τα καρτέλ, τα τραστ κ.τ.λ. παρουσίαζαν την τάση να γίνουν η γενική, η επικρατούσα μορφή παραγωγής. Αλλ’ ακριβώς αυτό είναι εκείνο που αποκλείεται απ’ αυτή τη φύση των καρτέλ.

Ο τελικός  οικονομικός σκοπός και το αποτέλεσμα των ενώσεων των επιχειρηματιών είναι: δια του αποκλεισμού του συναγωνισμού μέσα σ’ ένα κλάδο της παραγωγής να επηρεάσουν τη διανομή του κέρδους, που πραγματοποιείται στην αγορά των εμπορευμάτων, κατά τρόπο ώστε να αυξήσει το μερίδιο πούχει απ’ το κέρδος ο δεδομένος βιομηχανικός κλάδος. Η οργάνωση μέσα σ ‘ ένα βιομηχανικό κλάδο δε μπορεί να αυξήσει το ποσοστό του κέρδους παρά μόνο εις βάρος των άλλων κλάδων και γι’ αυτό είναι αδύνατη η γενίκευσή της. Αν η οργάνωση επεκτεινότανε στους κυριότερους  παραγωγικούς κλάδους θα εξουδετέρωνε μόνη της τα αποτελέσματά της.

Αλλά και μέσα στα όρια της πρακτικής των εφαρμογής οι οργανώσεις των επιχειρηματιών έχουν αποτελέσματα που δε συντελούν καθόλου στην άρση της βιομηχανικής αναρχίας. Τα καρτέλ επιτυγχάνουν κατά κανόνα στην εσωτερική αγορά την αύξηση του ποσοστού του κέρδους για την οποία μιλήσαμε πάρα πάνω, κατά τον εξής τρόπο: με τα πρόσθετα τμήματα του κεφαλαίου, που δε μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν για την εσωτερική κατανάλωση, παράγουν για το εξωτερικό μ’ ένα πολύ μικρό κέρδος, πωλούν δηλαδή τα εμπορεύματά των στο εξωτερικό πολύ φθηνότερα παρά στη χώρα των. Το αποτέλεσμα είναι ότι οξύνεται ο συναγωνισμός στο εξωτερικό, αυξάνει η αναρχία στην παγκόσμια αγορά. Πρόκειται δηλαδή για ένα αποτέλεσμα ακριβώς αντίθετο απ’ το επιδιωκόμενο. Έ ν α σχετικό παράδειγμα μας παρέχει η ιστορία της διεθνούς ζαχαροβιομηχανίας.

Τέλος οι οργανώσεις των επιχειρηματιών, εν τω συνόλω των σαν μορφή εμφάνισης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, μπορούν μόνο να θεωρηθούν σαν ένα μεταβατικό στάδιο, σαν μιά ορισμένη φάση της καπιταλιστικής εξέλιξης. Και πραγματικά! Τα καρτέλ δεν είναι σε τελευταία ανάλυση παρά ένα μέσο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής για τη συγκράτηση της μοιραίας πτώσης του ποσοστού του κέρδους σε ορισμένους παραγωγικούς κλάδους. Ποια μέθοδο όμως χρησιμοποιούν τα καρτέλ για την επίτευξη του σκοπού αυτού;

Κατά βάση η μέθοδος  που χρησιμοποιούν δεν είναι παρά η αχρήστευση ενός μέρους του συσσωρευμένου κεφαλαίου πρόκειται δηλαδή για την ίδια μέθοδο που εφαρμόζεται υπό άλλη μορφή κατά τη διάρκεια των κρίσεων. Αλλ’ ένα τέτοιο θεραπευτικό μέσο μοιάζει με την αρρώστια, όπως το ένα αυγό μοιάζει με τ’ άλλο και μπορεί να θεωρείται σαν το μικρότερο κακό μόνο για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα.

Ό τ α ν αρχίσει να στενεύει η αγορά, συνεπεία της ακρότατης πιά ανάπτυξης της παγκόσμιας αγοράς και της εξάντλησής της απ’ τις συναγωνιζόμενες καπιταλιστικές χώρες — είναι φανερό πως δε μπορεί κανείς να αρνηθεί, ότι αργά ή γρήγορα θα φθάσει η στιγμή αυτή, — τότε και η επιβληθείσα μερική αχρήστευση του κεφαλαίου παίρνει μιά τέτοια έκταση, που και το φάρμακο το ίδιο μεταβάλλεται σε αρρώστια και το κεφάλαιο που κοινωνικοποιήθηκε τόσο πολύ απ’ την οργάνωση μεταβάλλεται και πάλι σε ιδιωτικό κεφάλαιο. Κάθε ιδιωτικό τμήμα του κεφαλαίου προτίμα, τώρα που λιγόστεψε η δυνατότητα να βρει μιά θεσούλα στην αγορά, να δοκιμάσει ανεξάρτητα την τύχη του. Οι οργανώσεις σπουν τότε σαν σαπουνόφουσκες καί παραχωρούν τη θέση τους πάλι στο συναγωνισμό, που αρχίζει τώρα σε μιά ανώτερη κλίμακα. (1)

Γενικά και τα καρτέλ παρουσιάζονται όπως και η πίστη, σαν ορισμένες εξελικτικές φάσεις που σε τελευταία ανάλυση αυξάνουν ακόμη περισσότερο την αναρχία του καπιταλιστικού κόσμου καί συντελούν στην εκδήλωση και στην ωρίμανση όλων των εσωτερικών του αντιθέσεων. Οξύνουν την αντίθεση μεταξύ του τρόπου παραγωγής καί του τρόπου ανταλλαγής με το να οξύνουν στον ανώτατο βαθμό την πάλη μεταξύ των παραγωγών και των καταναλωτών, όπως συμβαίνει κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, οξύνουν ακόμη την αντίθεση μεταξύ του τρόπου παραγωγής και του τρόπου ιδιοποίησης, αντιπαρατάσσοντας κατά τον πιο κτηνώδη τρόπο εναντίον της εργατικής τάξης την υπεροχή του οργανωμένου κεφαλαίου καί εντείνοντας έτσι στον ανώτατο βαθμό την αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας.

Οξύνουν τέλος την αντίθεση μεταξύ του διεθνούς χαρακτήρα της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας καί του εθνικού χαρακτήρα του καπιταλιστικού κράτους, διότι έχουν σαν παρεπόμενο ένα γενικό τελωνειακό πόλεμο και εντείνουν έτσι στον ανώτατο βαθμό τις αντιθέσεις μεταξύ των διαφόρων καπιταλιστικών κρατών. Σ’ αυτά προστίθεται ακόμη η άμεση, εξαιρετικά επαναστατική επίδραση που εξασκούν τα καρτέλ σχετικά με τη συγκέντρωση των προϊόντων, την τεχνική τελειοποίηση κτλ.

Έτσι, απ’ την άποψη των τελικών των αποτελεσμάτων, τα καρτέλ και τραστ όχι μόνο δεν είναι «μέσο προσαρμογής» της καπιταλιστικής οικονομίας, που εξαλείφει τις αντιθέσεις της, αλλ’ αποτελούν αντίθετα ένα απ’ τα μέσα εκείνα, που αυτή η ίδια δημιουργεί για την αύξηση της αναρχίας της, για τη διεύρυνση των αντιθέσεών της για την επιτάχυνση της ίδιας της καταστροφής.

Αλλ’ αν το πιστωτικό σύστημα, τα καρτέλ κ.λπ. δεν αίρουν την αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής, πώς συμβαίνει ώστε επί δύο δεκαετίες — απ’ το 1873 — να μην έχουμε καμμιά γενική εμπορική κρίση; Δεν είναι άραγε αυτό μιά ένδειξη, ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής «προσαρμόστηκε» πραγματικά, τουλάχιστον σ ‘ ένα μεγάλο βαθμό, στις ανάγκες της κοινωνίας και απέδειξε σαν εσφαλμένη την ανάλυση που μας έδωσε ο Μαρξ;

Η απάντηση δόθηκε ευθύς ως τέθηκε το ερώτημα. Μόλις ο Μπερνστάιν τέλειωσε, το 1898, την κριτική του εναντίον της μαρξικής θεωρίας των κρίσεων, ξέσπασε το 1900 μιά γενική ορμητική κρίση και 7 έτη αργότερα, το 1907, άρχισε μιά καινούργια κρίση, που απ’ τις Ηνωμένες Πολιτείες επεκτάθηκε στην παγκόσμια αγορά. Έτσι η θεωρία της «προσαρμογής» του καπιταλισμού εκμηδενίστηκε απ’ αυτά τα γεγονότα.

Αλλ’ έτσι αποδείχτηκε συγχρόνως, ότι εκείνοι που εγκατέλειψαν τη μαρξική θεωρία των κρίσεων, διότι παρήλθαν δήθεν δυο προθεσμίες χωρίς να εκραγεί η κρίση, συγχέουν τον πυρήνα της θεωρίας αυτής με μια όχι ουσιαστική εξωτερική λεπτομέρεια της μορφής της, το δεκαετή κύκλο. Αλλά η διαπίστωση ότι ο κύκλος της σύγχρονης καπιταλιστικής βιομηχανίας αποτελεί μιά δεκαετή περίοδο ήταν, στην έκτη και έβδομη δεκαετία του δέκατου ένατου αιώνα, μιά απλή διαπίστωση των γεγονότων, τα οποία πάλι είχαν ως βάση των όχι τίποτε φυσικούς νόμους αλλά μιά σειρά ορισμένων ιστορικών περιστάσεων, σχετιζόμενων με την αλματώδη επέκταση της σφαίρας δράσης του νεαρού καπιταλισμού.

Πραγματική η κρίση του 1825 ήταν αποτέλεσμα των μεγάλων τοποθετήσεων κεφαλαίων για την κατασκευή οδών, διωρύγων και εργοστασίων φωταερίου, τοποθετήσεων πού γίναν την προγενέστερη δεκαετία κυρίως στην Αγγλία, όπου ξέσπασε άλλως τε και η κρίση. Η επόμενη κρίση (1836-1839) ήταν επίσης αποτέλεσμα τεραστίων τοποθετήσεων κεφαλαίων για την κατασκευή -νέων συγκοινωνιακών μέσων.

Η κρίση του 1847 είναι γνωστό ότι οφείλεται στην πυρετώδη ίδρυση νέων σιδηροδρόμων (απ’ το 1844-1847, δηλαδή μόνο μέσα σε τρία έτη το κοινοβούλιο ξεχώρισε προνόμια για νέους σιδηροδρόμους IV2 δισεκατομμυρίου τάλαρων). Και στις τρεις περιπτώσεις οι κρίσεις ήταν συνέπεια ορισμένων διαφορετικών μορφών ανασχηματισμού της καπιταλιστικής οικονομίας, αναθεμελίωσης της καπιταλιστικής εξέλιξης. Το 1857 ανοίγουν στην Αμερική και στην Αυστραλία νέες αγορές κατανάλωσης για την ευρωπαϊκή βιομηχανία συνεπεία των νέων μεταλλείων χρυσού που ανακαλύφθηκαν στις χώρες εκείνες* στη Γαλλία έχουμε ειδικά τις κατασκευές νέων σιδηροδρόμων, στις οποίες η Γαλλία ακολουθεί τα ίχνη της Αγγλίας (απ’ το 1852 ως το 1856 κατασκευάστηκαν στη Γαλλία καινούργιοι σιδηρόδρομοι αξίας 1/4 δισεκατομμυρίου φράγκων). Τέλος η μεγάλη κρίση του 1873 είναι, ως γνωστό, μιά άμεση συνέπεια της θεμελίωσης, της πρώτης θυελλώδους  πορείας της μεγάλης βιομηχανίας στη Γερμανία και Αυστρία ύστερα απ’ τα πολιτικά  γεγονότα  του 1866 και 1871.

Η απότομη διεύρυνση του πεδίου της καπιταλιστικής οικονομίας ήταν πάντοτε εκείνη που προκαλούσε ως τώρα τις εμπορικές κρίσεις. Το γεγονός ότι οι διεθνείς εκείνες κρίσεις συνέβαιναν ακριβώς κάθε δέκα χρόνια είναι καθ’ εαυτό ένα καθαρά εξωτερικό, τυχαίο φαινόμενο.

Το μαρξικό σχήμα της δημιουργίας των κρίσεων όπως μας το εξέθεσε ο Ενγκελς, στο βιβλίο του εναντίον του Dühring, και ο Μαρξ στον 1ο και 3ο τόμο του «Κεφαλαίου», εφαρμόζεται σ ‘ όλες τις κρίσεις, γιατί αποκαλύπτει τον εσωτερικό του μηχανισμό και τα βασικά γενικά των αίτια, αδιάφορο αν οι κρίσεις αυτές επαναλαμβάνονται κάθε 10 ή κάθε 5 χρόνια ή εναλλάξ κάθε 20 και κάθε 8 χρόνια. Εκείνο όμως που αποδεικνύει με τον πιο χτυπητό τρόπο την ανεπάρκεια της θεωρίας του Μπερνστάιν, είναι το γεγονός ότι η νεότερη κρίση του 1907-08, ήταν σφοδρότερη στη χώρα ακριβώς, όπου τα περίφημα «μέσα προσαρμογής» του καπιταλισμού, η πίστη, η υπηρεσία πληροφοριών και τα τραστ είναι περισσότερο εξελιγμένα.

Γενικά η ιδέα, ότι η καπιταλιστική παραγωγή θα μπορούσε να προσαρμοσθεί στην ανταλλαγή, έχει ως προϋπόθεση ή ότι η παγκόσμια αγορά είναι απεριόριστη και αυξάνει επ’ άπειρον ή αντίθετα ότι οι παραγωγικές δυνάμεις εμποδίζονται τεχνητά στην ανάπτυξη των για να μην ξεπεράσουν τα όρια της αγοράς. Το πρώτο είναι φυσικά αδύνατο, στο δεύτερο αντιφάσκει το γεγονός ότι σε όλους τους κλάδους της παραγωγής πραγματοποιούνται βήμα προς βήμα τεχνικές ανατροπές, που φέρουν στη ζωή καθημερινά καινούργιες παραγωγικές δυνάμεις.

Έ ν α ακόμη φαινόμενο αντιφάσκει κατά τον Μπερνστάιν στην παραπάνω  πορεία των καπιταλιστικών πραγμάτων: «η σχεδόν ακλόνητη φάλαγγα» των μεσαίων επιχειρήσεων στις οποίες μας παραπέμπει. Βλέπει σ ‘ αυτό μιά ένδειξη ότι η εξέλιξη της βαριάς βιομηχανίας δεν επιδρά τόσο επαναστατικά και συγκεντρωτικά όσο θα πρεπε να περιμένει κανείς σύμφωνα με τη «θεωρία της κατάρρευσης». Αλλά το να περιμένει κανείς να εξαφανιστούν βαθμιαία απ’ την επιφάνεια οι μεσαίες επιχειρήσεις δε σημαίνει παρά ότι έχει μιά ολότελα εσφαλμένη ιδέα για την εξέλιξη της μεγάλης βιομηχανίας.

Κατά την αντίληψη ακριβώς του Μαρξ τα μικρά κεφάλαια παίζουν μέσα στη γενική πορεία της καπιταλιστικής εξέλιξης το ρόλο σκαπανέα της τεχνικής επανάστασης και μάλιστα με διπλή έννοια: τόσο απ’ την άποψη της εφαρμογής νέων παραγωγικών μεθόδων σε παλιούς, εδραίους, καλά ριζωμένους παραγωγικούς κλάδους, όσο και απ’ την άποψη της δημιουργίας νέων παραγωγικών κλάδων, τους οποίους δεν εκμεταλλεύεται ακόμη το μεγάλο κεφάλαιο. Ολότελα εσφαλμένη είναι η αντίληψη ότι η ιστορία των καπιταλιστικών μεσαίων επιχειρήσεων κινείται πάνω σε μιά ευθεία κατιούσα γραμμή προς τη βαθμιαία καταστροφή.

Αντίθετα, η πραγματική πορεία της εξέλιξης είναι και εδώ επίσης καθαρά διαλεκτική και κινείται διαρκώς μεταξύ αντιθέσεων. Η καπιταλιστική μεσαία τάξη βρίσκεται, ακριβώς όπως και η εργατική τάξη, κάτω από την επίδραση δυο αντίθετων στάσεων, μιας τάσης που την εξυψώνει και μιας τάσης που την πιέζει προς τα κάτω. Η τελευταία αυτή τάση είναι η αύξηση της κλίμακος της παραγωγής που ξεπερνά περιοδικά τη δυναμικότητα των μεσαίων κεφαλαίων και τα εκσφενδονίζει διαρκώς έξω απ’ το συναγωνισμό.

Η εξυψωτική τάση είναι η περιοδική  πτώση της αξίας του υπάρχοντος κεφαλαίου, πτώση που ελαττώνει για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα την κλίμακα της παραγωγής — μόνο απ’ την άποψη της αξίας του αναγκαίου μίνιμουμ κεφαλαίων, — καθώς και η διείσδυση της καπιταλιστικής παραγωγής σε καινούργιες σφαίρες. Την πάλη της μεσαίας επιχείρησης με το μεγάλο κεφάλαιο δεν πρέπει να τη φανταζόμαστε σαν μιά τακτική μάχη, στην οποία ο στρατός του ασθενέστερου μέρους συμπτύσσεται διαρκώς άμεσα και ποσοτικά, αλλά μάλλον σαν ένα περιοδικό δεκάμισμα των μικρών κεφαλαίων, που εν τούτοις συνέρχονται γρήγορα για να δεκατιστούν και πάλι απ’ το δρεπάνι της μεγάλης βιομηχανίας.

Απ’ τις δυο αυτές τάσεις, που παίζουν ποδόσφαιρο με τη μεσαία καπιταλιστική τάξη, νικά τελικά —αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει στην εξέλιξη της εργατικής τάξης – η τάση που ωθεί προς τα κάτω. Αυτό όμως δεν είναι καθόλου ανάγκη να εκδηλώνεται με την απόλυτη αριθμητική ελάττωση των μεσαίων επιχειρήσεων, αλλά κυρίως με τη βαθμιαία αύξηση του μίνιμουμ των κεφαλαίων πούναι αναγκαία για να ζήσει μιά επιχείρηση μέσα στους παλιούς κλάδους και δεύτερο με το διαρκώς βραχύτερο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο τα μικρά κεφάλαια εκμεταλλεύονται ανεξάρτητα τους νέους κλάδους. Οι συνέπειες για το ατομικό μικρό κεφάλαιο είναι η διαρκής συντόμευση της ζωής του, η διαρκής επιτάχυνση της αλλαγής των μεθόδων παραγωγής, καθώς και των ειδών της παραγωγικής τοποθέτησης και για την τάξη εν συνόλω, η διαρκής επιτάχυνση της κοινωνικής ανταλλαγής της ύλης.

Το τελευταίο το γνωρίζει πολύ καλά ο Μπερνστάιν και το διαπιστώνει και μόνος του. Αλλ’ εκείνο που φαίνεται ότι ξεχνά είναι, ότι η διαπίστωση αυτή μας δίνει και το νόμο της κίνησης της μεσαίας καπιταλιστικής επιχείρησης. Τα μικρά κεφάλαια, εφ’ όσον είναι οι πρόδρομοι της τεχνικής προόδου και εφ’ όσον η τεχνική πρόοδος είναι ο ζωικός σφυγμός της καπιταλιστικής οικονομίας, αποτελούν ένα φαινόμενο που συνοδεύει αναπόσπαστα την καπιταλιστική εξέλιξη και δε θα εξαφανιστεί παρά μ’ αυτήν.

Η βαθμιαία εξαφάνιση των μεσαίων επιχειρήσεων — με την έννοια της απόλυτης συνοπτικής στατιστικής, την οποία έχει υπ’ όψει του ο Μπερνστάιν — θα σήμαινε όχι την επαναστατική εξελικτική πορεία του καπιταλισμού, όπως νομίζει ο Μπερνστάιν, αλλά, όλως αντίθετα, μια στασιμότητα, μιά απονάρκωση του καπιταλισμού. «Το ποσοστό του κέρδους, δηλαδή η σχετική αύξηση του κεφαλαίου, έχει προ πάντων σημασία για όλα τα νέα κεφάλαια που συγκεντρώνονται σε ανεξάρτητες ομάδες. Απ’ τη στιγμή που ο σχηματισμός κεφαλαίων θα περιερχότανε αποκλειστικά στα χέρια μερικών ετοίμων μεγάλων κεφαλαίων… θα έσβηνε γενικά το ζωογόνο πυρ της παραγωγής, η π α ρ α γ ω γ ή  θ α  π ε ρί έ π ι π τ ε  σε ν ά ρ κ η».

 

 

Σημειώσεις:

 

 

1 Ο Φρ. Ενγκελς γράφει το 1894 σε μιά σημείωσή του στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου: Απ’ την εποχή που γράφτηκαν τα παραπάνω (1865) αύξησε σημαντικά ο συναγωνισμός στην παγκόσμια αγορά, λόγω της γρήγορης εξέλιξης της βιομηχανίας σε όλες τις πολιτισμένες χώρες και κυρίως στην Αμερική και τη Γερμανία. Το γεγονός ότι οι σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις, που αυξάνουν γρήγορα και σε τεράστια κλίμακα, γίνονται μέρα με τη μέρα ισχυρότερες απ’ τους νόμους της καπιταλιστικής εμπορευματικής ανταλλαγής μέσα στα πλαίσια των οποίων πρέπει να κινούνται, το συναισθάνονται σήμερα όλο και πιο πολύ και οι ίδιοι οι καπιταλιστές.

Αυτό φαίνεται κυρίως από δυο συμπτώματα. Πρώτο, απ’ την καινούργια δασμολογική μανία, που διακρίνεται απ’ την παλιά δασμολογική πολιτική κυρίως διότι προστατεύει περισσότερο τα είδη ακριβώς εκείνα πούναι κατάλληλα για την εξαγωγή. Δεύτερο, απ’ τα καρτέλ (τραστ) των εργοστασιαρχών ολοκλήρων σφαιρών παραγωγής, καρτέλ που αποβλέπουν στη ρύθμιση της παραγωγής και κατά συνέπεια και στη ρύθμιση των τιμών και του κέρδους.

Περιττό να πούμε ότι τα πειράματα αυτά δεν είναι πραγματοποιήσιμα παρά μόνο υπό σχετικά ευνοϊκούς οικονομικούς όρους. Η πρώτη καταιγίδα τα ανατρέπει και αποδεικνύει ότι η τάξη των καπιταλιστών δεν είναι ασφαλώς η ενδεδειγμένη για να επιβάλει τη ρύθμιση που χρειάζεται η παραγωγή. Στο αναμεταξύ διάστημα ο προορισμός των καρτέλ αυτών δεν είναι παρά να  φροντίζουν πώς οι μικροί θα καταβροχθίζονται ταχύτερα παρά ως τώρα απ’ τους μεγάλους».

 

 

 

Απόσπασμα απο το βιβλίο της R Luxemburg «Μεταρρύθμιση η Επανάσταση», σελ 16-32, εκδόσεις Κοροντζή, Μτφ Κώστας Βρεττός.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.