Rosa Luxemburg: Μεταρρύθμιση η Επανάσταση

H R.Luxemburg ομιλήτρια σε μια συγκέντρωση του κόμματος στην Στουτγκάρδη το 1907.

 

 

Εισαγωγή Praxis:

Με την ανάρτηση αυτή ξεκινάμε την παρουσίαση του έργου της R.Luxemburg “Μεταρρύθμιση η Επανάσταση” που γράφτηκε το 1900. Το κείμενο της Luxemburg είναι μια πολεμική ενάντια στους “αναθεωρητές” τύπου E.Bernstain που υποστήριζαν ότι ο καπιταλισμός έχει ξεπεράσει για πάντα τις κρίσεις του και είχε ενσωματώσει του εργάτες. Έτσι θα έπρεπε να εγκαταλειφθεί η  προσπάθεια για την ανατροπή του και το πέρασμα σε μια άλλη μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Το έργο του Bernstein, που αργότερα θα πάρει διάφορα ονόματα (σοσιαλδημοκρατία, αριστερά, ευρωκομμουνισμός κ.α),ήταν η πρώτη -ιστορικά- θεωρητική διατύπωση του “δημοκρατικού δρόμου πρός το σοσιαλισμό”.

Οι ιδέες του Bernstein ηττήθηκαν συγκυριακά εκείνη την εποχή, όμως σταδιακά επικράτησαν (στην πράξη και όχι στα λόγια) μέσα στα σοσιαλιστικό κίνημα. Τελικά οδήγησαν στην καταστροφή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και στην σφαγή εκατομμυρίων εργατών. Τότε οι μπολσεβίκοι, οι σπαρτακιστές και τα άλλα κομμουνιστικά ρεύματα (συμβουλιακοί κ.α) αποφάσισαν να ξεμπερδέψουν μια και καλή με τον όρο σοσιαλδημοκρατία, όρος που είχε ταυτιστεί με το ξεπούλημα και την προδοσία του εργατικού κινήματος. Και να συγκροτήσουν απο την αρχή το εργατικό κίνημα σε κομμουνιστική βάση. Από τότε η σοσιαλδημοκρατία αλλά και τα παράγωγα της (διάφορες εκδοχές της αριστεράς) δεν σταμάτησαν ποτέ να είναι οι αστικές πολιτικές ενσωμάτωσης του εργατικού κινήματος στο καπιταλιστικό σύστημα, ιδιαίτερα σε κρίσιμες περιόδους. Εξάλλου οι καλοί φίλοι στα δύσκολα φαίνονται.

Το κείμενο της Luxemburg θα παρουσιαστεί σε πλήρη μορφή και θα ενσωματωθεί στη συνέχεια στην βιβλιοθήκη  του ιστολογίου.

 

 

 

Μεταρρύθμιση η Επανάσταση

 

 

 

ΜΕΡΟΣ  ΠΡΩΤΟ

Ο τίτλος της μελέτης αυτής φαίνεται στην αρχή εκπληκτικός. Κοινωνική μεταρρύθμιση ή Επανάσταση;

Είναι λοιπόν δυνατό η σοσιαλδημοκρατία να ναι εναντίον της κοινωνικής μεταρρύθμισης; Ή μήπως αντιπαρατάσσει την κοινωνική επανάσταση, την ανατροπή του υπάρχοντος καθεστώτος, στην κοινωνική μεταρρύθμιση; Ό χ ι βέβαια. Για τη σοσιαλδημοκρατία ο καθημερινός πρακτικός αγώνας για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, για τη βελτίωση της θέσης του εργαζόμενου λαού και μέσα στα πλαίσια ακόμη του υφιστάμενου καθεστώτος, για τους σοσιαλδημοκρατικούς θεσμούς, αποτελεί αντίθετα το μοναδικό δρόμο χειραγώγησης της Ταξικής πάλης του προλεταριάτου και επίτευξης του τελικού σκοπού, πού ναι η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και η κατάργηση του συστήματος της μισθοδουλείας. Μεταξύ της κοινωνικής μεταρρύθμισης και της κοινωνικής επανάστασης υφίσταται για τη σοσιαλδημοκρατία μια αδιάσπαστη συνάρτηση, δεδομένου ότι ο αγώνας για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις είναι το μέσο, ενώ ο αγώνας για την κοινωνική ανατροπή είναι ο τελικός της σκοπός.

Μια αντιπαράταξη των δύο αυτών παραγόντων του εργατικού κινήματος τη βρίσκουμε για πρώτη φορά στη θεωρία που διατύπωσε ο Εδ. Μπερνστάϊν στη «Νέα Εποχή» του 1897/98 με τις μελέτες του: «Προβλήματα του Σοσιαλισμού» και κυρίως το βιβλίο του: «Οι Προϋποθέσεις του Σοσιαλισμού». Η θεωρία αυτή πρακτικά δεν καταλήγει παρά στη συμβουλή να παραιτηθούμε απ’ την κοινωνική ανατροπή, τον τελικό σκοπό της σοσιαλδημοκρατίας, και να μεταβάλουμε, αντίθετα, την κοινωνική μεταρρύθμιση από μέσο σε σκοπό της ταξικής πάλης. Ο ίδιος ο Μπερνστάιν διατύπωνε κατά τον πιο επιτυχή και σαφή τρόπο τις γνώμες του, όταν έγραφε: «Ο τελικός σκοπός, όποιος κι’ αν είναι, δεν είναι για μένα τίποτε, για μένα το παν είναι το κίνημα».

Αλλά ο σοσιαλιστικός τελικός σκοπός είναι το μοναδικό αποφασιστικό χαρακτηριστικό, που διακρίνει τη σοσιαλδημοκρατική κίνηση απ’ την αστική δημοκρατία και τον αστικό ριζοσπαστισμό και που μεταβάλλει το όλο εργατικό κίνημα από μιά κουραστική εργασία μπαλωματή για τη διάσωση του καπιταλιστικού καθεστώτος, σε μια ταξική πάλη εναντίον του καθεστώτος αυτού, για την κατάργησή του. Έτσι για τη σοσιαλδημοκρατία το πρόβλημα «Κοινωνική μεταρρύθμιση ή Επανάσταση;» με την έννοια που το θέτει ο Μπερνστάιν, είναι ταυτόσημο με το πρόβλημα: Να υπάρχει η σοσιαλδημοκρατία ή να μην υπάρχει; Η συζήτηση με τον Μπερνστάιν και τους οπαδούς του δεν αφορά, σε τελευταία ανάλυση, αυτόν ή εκείνο τον τρόπο της πάλης, αυτήν ή εκείνη την τακτική, αλλά αυτή την υπόσταση του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος.

Η διάγνωση αυτή έχει διπλή σημασία για τους εργάτες, γιατί πρόκειται ακριβώς για ένα ζήτημα που αφορά αυτούς τους ίδιους και την επιρροή των μέσα στο κίνημα, γιατί στο ζήτημα αυτό αποτελούν το τομάρι της αρκούδας πJoυ πρόκειται να πουληθεί στην αγορά. Το οπορτουνιστικό ρεύμα, που ο Μπερνστάιν διατύπωσε θεωρητικά, δεν είναι παρά μια ασυνείδητη τάση για την εξασφάλιση της υπεροχής στα μικροαστικά στοιχεία που προσχώρησαν στο κόμμα, για την αλλοίωση, σύμφωνα με το πνεύμα των μικροαστικών αυτών στοιχείων, της πράξης και των σκοπών του κόμματος. Το ζήτημα της κοινωνικής μεταρρύθμισης και της επανάστασης, του τελικού σκοπού και του κινήματος, είναι από μια άλλη πλευρά ταυτόσημο το ζήτημα, αν το εργατικό κίνημα θα χεί μικροαστικό η προλεταριακό χαρακτήρα.

1.Η ΟΠΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ

Στην πρόταση ότι οι θεωρίες είναι είδωλα των φαινομένων του εξωτερικού κόσμου μέσα στον ανθρώπινο εγκέφαλο, πρέπει να προσθέσει κανείς οπωσδήποτε, έχοντας υπ’ όψη του τη θεωρία του Εδουάρδου Μπερνστάιν, ότι είναι, μερικές φορές, είδωλα ανεστραμμένα. Μια θεωρία για την εισαγωγή του σοσιαλισμού με κοινωνικές μεταρρυθμίσεις — ύστερα από την οριστική απονάρκωση της γερμανικής κοινωνικής μεταρρύθμισης, για τον έλεγχο της παραγωγής απ’ τα συνδικάτα — ύστερα απ’ την ήττα των Άγγλων εργατών μηχανοποιών, για τη σοσιαλδημοκρατική κοινοβουλευτική πλειονοψηφία — ύστερα απ’ την αναθεώρηση του σαξωνικού συντάγματος και τις επιθέσεις εναντίον του δικαιώματος της γενικής ψηφοφορίας!  Αλλά το κέντρο της βαρύτητας στις αντιλήψεις του Μπερνστάιν δε βρίσκεται κατά τη γνώμη μας στις γνώμες του για τα πρακτικά καθήκοντα της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά σε όσα λέγει για την πορεία της αντικειμενικής εξέλιξης της καπιταλιστικής κοινωνίας. Και τα δύο αυτά μέρη της θεωρίας του βρίσκονται βέβαια σε στενή άλληλοσυσχέτιση.

Κατά τον Μπερνστάιν η εξέλιξη του καπιταλισμού καθιστά όλο και περισσότερο απίθανη μια γενική κατάρρευσή του, κι’ αυτό απ’ τη μια μεριά γιατί το καπιταλιστικό σύστημα δείχνει μια διαρκώς αύξουσα ικανότητα προσαρμογής, κι’ απ’ την άλλη γιατί η παραγωγή διαρκώς διαφοροποιείται. Η ικανότητα προσαρμογής του καπιταλισμού εκδηλώνεται κατά τον Μπερνστάιν πρώτο, με την εξαφάνιση των γενικών κρίσεων χάρις στην εξέλιξη του πιστωτικού συστήματος, των οργανώσεων των επιχειρηματιών, των συγκοινωνιών και του δικτύου πληροφοριών, δεύτερο με την αντοχή της μεσαίας τάξης που οφείλεται στη διαρκή διαφοροποίηση των παραγωγικών κλάδων και στην ανύψωση πλατειών στρωμάτων του προλεταριάτου στη μεσαία τάξη, και τρίτο, τέλος, στην οικονομική και πολιτική εξύψωση του προλεταριάτου χάρις στη συνδικαλιστική πάλη.

Από όλα αυτά βγαίνει για τον πρακτικό αγώνα της σοσιαλδημοκρατίας η γενική υπόδειξη, ότι η σοσιαλδημοκρατία πρέπει να προσανατολίσει τη δράση της όχι στην κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, αλλά στην εξύψωση της θέσης της εργατικής τάξης και στην εισαγωγή του σοσιαλισμού όχι με μια κοινωνική και πολιτική κρίση, αλλά με μια βαθμιαία διεύρυνση του κοινωνικού ελέγχου και με μια βαθμιαία εισαγωγή της αρχής του συνεταιρίζεσθε. Και αυτός ο Μπερνστάιν δε βλέπει στις αντιλήψεις του τίποτα το καινούργιο, νομίζει αντίθετα ότι συμπίπτουν τόσο με μερικές εκφράσεις του Μαρξ και του Ενγκελς, όσο και με τη γενική ως τα τώρα κατεύθυνση της σοσιαλδημοκρατίας. Αλλά κατά τη γνώμη μου είναι πολύ δύσκολο να αρνηθεί κανείς, ότι οι αντιλήψεις του Μπερνστάιν βρίσκονται πραγματικά σε βασική αντίφαση με την πορεία των ιδεών του επιστημονικού σοσιαλισμού.

Αν το σύνολο των αναθεωρητικών αντιλήψεων του Μπερνστάιν μπορούσε να συνοψιστεί στο ότι η πορεία της καπιταλιστικής εξέλιξης ήταν πολύ βραδύτερη απ’ ό,τι συνηθίσαμε να πιστεύουμε, η θεωρία του δε θα σήμαινε στην πραγματικότητα παρά μια αναβολή στην κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας απ’ το προλεταριάτο, κατάκτηση που ως τώρα παραδεχόμαστε. Το συμπέρασμα που θα μπορούσε πρακτικά να βγει απ’ την αντίληψη αυτή είναι το πολύ-πολύ, ότι  θα ναι βραδύς ο ρυθμός της πάλης. Δεν πρόκειται όμως για μια τέτοια αντίληψη. Εκείνο που θέτει εν αμφιβόλω ο Μπερνστάιν δεν είναι ο ρυθμός της εξέλιξης, αλλ’ αυτή η πορεία της εξέλιξης της καπιταλιστικής κοινωνίας και σε συσχέτιση μ’ αυτήν, το πέρασμα στο σοσιαλιστικό καθεστώς.

Η μέχρι σήμερα ισχύουσα σοσιαλιστική θεωρία παραδέχεται, ότι το σημείο της αφετηρίας για τη σοσιαλιστική ανατροπή θα ναι μια γενική και εξουθενωτική κρίση. Εδώ πρέπει να διακρίνει κανείς κατά τη γνώμη μας δύο πράγματα: πρώτο, τη βασική σκέψη που κρύβει η αντίληψη αυτή και δεύτερο την εξωτερική μορφή της βασικής αυτής σκέψης. Η βασική σκέψη είναι ότι η καπιταλιστική κοινωνία προετοιμάζει αφ’ εαυτού της, ένεκα των ιδίων της αντιθέσεων, τη στιγμή της εξάρθρωσής της, τη στιγμή αυτή τη φανταζόμαστε σαν μια γενική και συγκλονιστική εμπορική κρίση έχει βέβαια τα αίτιά του, αλλά είναι πάντως δευτερεύον καί ασήμαντο για τη βασική σκέψη. Η επιστημονική θεμελίωση του σοσιαλισμού βασίζεται, καθώς είναι γνωστό, σε τρία αποτελέσματα της καπιταλιστικής εξέλιξης: πρώτα-πρώτα, στην αύξουσα αναρχία της καπιταλιστικής οικονομίας, αναρχία που καθιστά αναπόφευκτη την καταστροφή του καπιταλισμού δεύτερο, στην προϊούσα κοινωνικοποίηση της παραγωγής, που δημιουργεί τις θετικές βάσεις του μελλοντικού κοινωνικού συστήματος· και τρίτο στην αύξουσα οργάνωση και ταξική επίγνωση του προλεταριάτου, το οποίο αποτελεί το δρώντα παράγοντα της επικείμενης ανατροπής.

Ο Μπερνστάιν αφήνει κατά μέρος τον πρώτο από τους κυρίους αυτούς στύλους του επιστημονικού σοσιαλισμού. Υποστηρίζει δηλαδή ότι η καπιταλιστική εξέλιξη δεν οδηγεί προς ένα οικονομικό κραχ. Αλλά έτσι απορρίπτει όχι μόνο την καθορισμένη μορφή της καταστροφής του καπιταλισμού, αλλά και αυτό ακόμη το γεγονός της καταστροφής. Λέγει κατηγορηματικά: «Θα μπορούσε τώρα να προβληθεί η αντίρρηση, ότι, όταν μιλά κανείς για την κατάρρευση της σημερινής κοινωνίας, εννοεί κάτι περισσότερο παρά μια γενική και συγκριτικά με τις προηγούμενες πιο εντατική εμπορική κρίση, εννοεί δηλαδή μια ολοκληρωτική κατάρρευση του καπιταλιστικού συστήματος συνεπεία των ιδίων του αντιθέσεων». Και ανταποκρίνεται σ ‘ αυτό: «Μια περίπου ταυτόχρονη ολοκληρωτική κατάρρευση του τωρινού παραγωγικού συστήματος δε γίνεται πιθανότερη, αλλά περισσότερο απίθανη όσο προχωρεί η εξέλιξη της κοινωνίας, γιατί η εξέλιξη αυτή αυξάνει απ’ τη μιά μεριά την ικανότητα προσαρμογής και απ’ την άλλη — ή και συγχρόνως — τη διαφοροποίηση της βιομηχανίας».(1)

Αλλά τότε προκύπτει το σοβαρότατο ζήτημα: Γιατί και πώς θα επιτύχουμε γενικά τον τελικό σκοπό των προσπαθειών μας; Απ’ την άποψη του επιστημονικού σοσιαλισμού η ιστορική αναγκαιότητα της σοσιαλιστικής ανατροπής εκδηλώνεται προ πάντων με την αύξουσα αναρχία του καπιταλιστικού συστήματος, αναρχία που το ωθεί στο αδιέξοδο. Αλλ’ αν παραδεχτεί κανείς μαζί με τον Μπερνστάιν, ότι ο καπιταλισμός δεν εξελίσσεται προς την ιδία του καταστροφή, τ ότε ο σ ο σ ι α λ ι σ μ ό ς θα παύε να ναι α ν τ ι κ ε ι μ ε ν ι κ ά α ν α γ κ α ί ο ς . Απ’ τους ακρογωνιαίους λίθους της επιστημονικής θεμελίωσής του δε θα μεναν τότε παρά μόνο τα δύο άλλα αποτελέσματα του καπιταλιστικού συστήματος: η κοινωνικοποιημένη παραγωγή και η ταξική συνείδηση του προλεταριάτου. Αυτό ακριβώς έχει υπ’ όψη του ο Μπερνστάιν όταν λέγει: «Ο κόσμος των σοσιαλιστικών ιδεών δε χάνει τίποτε (με την εγκατάλειψη της θεωρίας της κατάρρευσης) απ’ την πειστική του δύναμη. Γιατί, αν τα εξετάσουμε πλησιέστερα, τι είναι όλα όσα απαριθμήσαμε σαν παράγοντες για την εξαφάνιση ή την αλλοίωση των παλαιών κρίσεων; Είναι όλα πράγματα, που αποτελούν συγχρόνως προϋποθέσεις και εν μέρει μάλιστα βάσεις για την κοινωνικοποίηση της παραγωγής και ανταλλαγής» (2)

Αλλά αρκεί μιά σύντομη εξέταση, για να αποδείξουμε ότι κι’ εδώ πρόκειται για ένα απατηλό συμπέρασμα. Πού έγκειται η σημασία των φαινομένων που ο Μπερνστάιν χαρακτηρίζει σαν μέσα προσαρμογής του καπιταλισμού, δηλαδή των καρτέλ, της πίστης, της τελειοποίησης των μέσω συγκοινωνίας, της εξύψωσης της εργατικής κ.τ.λ.; Η σημασία των φαινομένων αυτών έγκειται ολοφάνερα στο γεγονός ότι αίρουν ή αμβλύνουν τις εσωτερικές αντιθέσεις της καπιταλιστικής οικονομίας παρεμποδίζουν την ανάπτυξη και την έντασή των. Έτσι η εξαφάνιση των κρίσεων έχει την έννοια, ότι αίρεται η αντίθεση μεταξύ παραγωγής και ανταλλαγής μέσα στο καπιταλιστικό καθεστώς, η εξύψωση της θέσης της εργατικής τάξης ή η ανύψωση ενός μέρους της εργατικής τάξης στη θέση των μεσαίων στρωμάτων σημαίνει την άμβλυνση της αντίθεσης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας.

Αλλά πώς είναι δυνατό τα καρτέλ, το πιστωτικό σύστημα, τα συνδικάτα κ.τ.λ. που αίρουν τις καπιταλιστικές αντιθέσεις, που σώζουν δηλαδή απ’ την καταστροφή την καπιταλιστική κοινωνία, που διατηρούν τον καπιταλισμό — γι’ αυτό άλλως τε ο Μπερνστάιν τα ονομάζει «μέσα προσαρμογής», — να ναι συγχρόνως και «προϋποθέσεις και εν μέρει μάλιστα βάσεις» για το σοσιαλισμό; Ολοφάνερα, αυτό είναι δυνατό μόνο με την έννοια ότι εκφράζουνε πιο έντονα τον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής. Αλλ’ εφόσον τον διατηρούν με την καπιταλιστική του μορφή, καθιστούν περιττό το πέρασμα της κοινωνικοποιημένης αυτής παραγωγής στη σοσιαλιστική μορφή. Για αυτό αποτελούν βάσεις και προϋποθέσεις του σοσιαλιστικού καθεστώτος μόνο νοητικά, όχι όμως και με ιστορική έννοια, είναι δηλαδή φαινόμενα για τα οποία γνωρίζομε, επί τη βάσει της παράστασης που έχομε για το σοσιαλισμό, ότι είναι συγγενή μ ‘ αυτόν, τα οποία όμως στην πραγματικότητα όχι μονά δεν επιφέρουν τη σοσιαλιστική ανατροπή, αλλά και την καθιστούν περιττή. Έ τ σ ι σαν βάση του σοσιαλισμού δε μένει παρά η ταξική συνείδηση του προλεταριάτου. Αλλά και αυτή στη δεδομένη περίπτωση δεν είναι πιά η πνευματική αντανάκλαση των διαρκώς, οξυνόμενων αντιθέσεων που δημιουργεί ο καπιταλισμός και η επικείμενη καταστροφή του, αλλά μόνο ένα ιδεώδες, που η πειστική του δύναμη έγκειται στις τελειότητες τις οποίες του αποδίδουν.

Με μιά λέξη, εκείνο που επιτυγχάνουμε στο δρόμο αυτό, είναι μιά θεμελίωση του σοσιαλιστικού προγράμματος δια της «καθαράς γνώσης», δηλαδή απλούστερα, μιά ιδεαλιστική θεμελίωση, ενώ η θεμελίωση δια της αντικειμενικής αναγκαιότητας, δια της πορείας της υλικής κοινωνικής εξέλιξης, φαίνεται πιά περιττή. Η ρεβιζιονιστική θεωρία βρίσκεται μπρος σε ένα δίλημμα. Ή η κοινωνική ανατροπή αναπηδά απ’ τις εσωτερικές αντιθέσεις του καπιταλιστικού καθεστώτος, οπότε μαζί με το καθεστώς αυτό εξελίσσονται και οι αντιθέσεις του και μιά κατάρρευση μ’ αυτήν ή εκείνη τη μορφή είναι σ ‘ ένα οποιοδήποτε χρόνο αναπόφευκτη τότε όμως και τα «μέσα προσαρμογής» δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα και η θεωρία της κατάρρευσης είναι ορθή. Ή τα «μέσα προσαρμογής» είναι πράγματι ικανά να σώσουν το καπιταλιστικό σύστημα απ’ την κατάρρευση, δηλαδή να καταστήσουν βιώσιμο τον καπιταλισμός δηλαδή να άρουν τις αντιθέσεις του, οπότε όμως ο σοσιαλισμός παύει πιά να ναι μία ιστορική αναγκαιότητα και είναι ό,τι άλλο κανείς θέλει, όχι όμως και αποτέλεσμα της υλικής εξέλιξης της κοινωνίας. Το δίλημμα αυτό ανάγεται σ’ ένα άλλο: ή έχει δίκαιο ο ρεβιζιονισμός σχετικά με την πορεία της καπιταλιστικής εξέλιξης και τότε η σοσιαλιστική μεταβολή της κοινωνίας γίνεται ουτοπία, ή ο σοσιαλισμός δεν είναι ουτοπία, οπότε η θεωρία των «μέσων προσαρμογής» είναι αναγκαστικά αβάσιμη. That is the question, αυτό είναι το ζήτημα.

Σημειώσεις:

 

1.«Νέα Εποχή» 1897/98, αριθ. 18, σελ. 555.

2.«Νέα Εποχή» 1897/98, αριθ. 18, σελ. 554.

Απόσπασμα απο το βιβλίο της R Luxemburg “Μεταρρύθμιση η Επανάσταση”, σελ 7-13, εκδόσεις Κοροντζή, Μτφ Κώστας Βρεττός.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.