V.I Lenin: Θεμελιακές θέσεις σχετικά με το ζήτημα του πολέμου

Το κείμενο βρίσκεται στο “Β.Ι Λενιν-Για τον πόλεμο και την σοσιαλιστική επανάσταση”, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, σελ 240-253. Το κέιμενο, όπως και άλλα κείμενα του Λένιν της ίδιας περιόδου είναι άλλη μια καθαρή τοποθέτηση για τα ζητήματα του ιμπεριαλιστικού πολέμου και της στάσης απέναντι σε αυτόν, ζητήματα εξαιρετικά επίκαιρα σήμερα….

 

Οι υπογραμμίσεις δικές μας

 

ΘΕΜΕΛΙΑΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

 

 

Άπαντα, τόμ. 30, σελ. 213-222]

 

 

Ανάμεσα στους αριστερούς σοσιαλδημοκράτες της  Ελβετίας υπάρχει, σε σύνδεση ακριβώς με το τωρινό πόλεμο, πλήρης ομοθυμία στο ζήτημα της ανάγκης να αποκρουστεί η αρχή της υπεράσπισης της πατρίδας. Το προλεταριάτο, ή τουλάχιστον τα καλύτερα στοιχεία του, είναι  επίσης  διατεθειμένο ενάντια στην υπεράσπιση της πατρίδας.

Έτσι, σχετικά με το πιο φλέγον ζήτημα του σημερινού  σοσιαλισμού γενικά και του Ελβετικού Σοσιαλιστικού Κόμματος ιδιαίτερα, υπάρχει, κατά τα φαινόμενα, η αναγκαία  ενότητα. Αν όμως εξετάσουμε το πράγμα από πιο κοντά, θα  καταλήξουμε αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι η ενότητα αυτή είναι μόνο φαινομενική.

Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμιά απολύτως σαφήνεια -χωρίς να μιλάμε πια για ενότητα γνωμών- σχετικά  με το γεγονός ότι η διακήρυξη αρχή τής στάσης απέναντι  στην υπεράσπιση της πατρίδας είναι ήδη αυτή καθεαυτή ένα πράγμα που προβάλλει ασυνήθιστα μεγάλες απαιτήσεις στην επαναστατική συνείδηση, καθώς επίσης και στην ικανότητα για επαναστατική δράση του κόμματος που το διακηρύσσει αυτό με τον όρο, βέβαια, ότι η διακήρυξη αυτή  δεν καταλήγει σε μια κούφια φράση. Αν όμως διακηρύσσουμε απλώς την άρνηση της άμυνας της χώρας χωρίς να  έχουμε ξεκάθαρη αντίληψη, δηλαδή χωρίς να κατανοούμε ποιες απαιτήσεις συνεπάγεται αυτό το πράγμα, χωρίς να ξεκαθαρίσουμε στο μυαλό μας ότι όλη η προπαγάνδα, ζύμωση, οργάνωση κοντολογής, όλη η δράση του κόμματος πρέπει ν’ αλλάξει ριζικά, «να ανανεωθεί» (για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Καρλ Λίμπκνεχτ) και να προσαρμοστεί στα ανώτερα επαναστατικά καθήκοντα –τότε η δήλωση αυτή μετατρέπεται σε κούφια φράση.

Ας σκεφθούμε λοιπόν-όπως πρέπει τι σημαίνει στην ουσία άρνηση της υπεράσπισης της πατρίδας, αν τη δούμε ως ένα πολιτικό σύνθημα που παίρνεται στα σοβαρά και που πρέπει να πραγματοποιηθεί αληθινά.

Πρώτο. Προτείνουμε στους προλετάριους και στους εκμεταλλευόμενους όλων των εμπόλεμων χωρών και όλων των χωρών που βρίσκονται  κάτω από την απειλή του πολέμου να απορρίψουν την υπεράσπιση της πατρίδας. Τώρα πια ξέρουμε εντελώς συγκεκριμένα, από την πείρα μερικών εμπόλεμων χωρών, τι σημαίνει στην πραγματικότητα να απορρίψεις την υπεράσπιση της πατρίδας στον τωρινό πόλεμο. Αυτό σημαίνει να αρνείσαι όλες τις βάσεις της σύγχρονης αστικής κοινότητας και να κόβεις τις ρίζες του σύγχρονου κοινωνικού καθεστώτος, όχι μόνο στη θεωρία, όχι μόνο «γενικά» αλλά στην πράξη, άμεσα, τώρα κιόλας. Δεν είναι μήπως φανερό πως αυτό μπορεί να γίνει μόνο με τον όρο όχι απλώς να έχουμε καταλήξει στην πιο σταθερή θεωρητική πεποίθηση ότι ο καπιταλισμός έχει πια ολότελα ωριμάσει για τη μετατροπή του σε σοσιαλισμό μα να παραδεχόμαστε ότι η σοσιαλιστική αυτή ανατροπή, δηλαδή η σοσιαλιστική επανάσταση, είναι πραγματοποιήσιμη στην πράξη, άμεσα, τώρα:

Αυτό όμως παραβλέπεται σχεδόν πάντα όταν γίνεται λόγος για άρνηση της υπεράσπισης της πατρίδας. Στην καλύτερη περίπτωση είναι σύμφωνοι «θεωρητικά» να παραδεχτούν ότι ο καπιταλισμός έχει πια ωριμάσει για τη μετατροπή του σε σοσιαλισμό αλλά για άμεση, ριζική αλλαγή  όλης της δράσης του κόμματος στο πνεύμα της άμεσα επικείμενης σοσιαλιστικής επανάστασης, δε θέλουν ούτε να ακούσουν.

Ο λαός δεν είναι τάχα προετοιμασμένος γι’ αυτό!

Αυτό όμως είναι ανακόλουθο μέχρι γελοίου. Είτε-είτε. Είτε δεν υπάρχει κανένας λόγος να διακηρύσσουμε την άμεση άρνηση της υπεράσπισης της χώρας -είτε οφείλουμε αμέσως ν’ αναπτύξουμε, ή να αρχίσουμε να αναπτύσσουμε, συστηματική προπαγάνδα για άμεση πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης. Με μια ορισμένη έννοια «ο λαός» βέβαια «δεν είναι προετοιμασμένος» ούτε για την άρνηση της υπεράσπισης της χώρας, ούτε για τη σοσιαλιστική επανάσταση, απ’ αυτό όμως δεν έπεται ότι έχουμε το δικαίωμα να αναβάλλουμε δυο χρόνια τώρα -δυο χρόνια!- την έναρξη μιας τέτοιας συστηματικής προετοιμασίας!

Δεύτερο. Τι αντιπαρατίθεται στην πολιτική της υπεράσπισης της πατρίδας και της εμφύλιας ειρήνης; Ο επαναστατικός αγώνας ενάντια στον πόλεμο, οι «επαναστατικές μαζικές εκδηλώσεις», όπως έγιναν αποδεκτές από την απόφαση του κομματικού συνεδρίου του Ααραου του 1915. Η απόφαση αυτή είναι, αναμφίβολα, θαυμάσια αλλά… αλλά η ιστορία του κόμματος από τον καιρό αυτού του κομματικού συνεδρίου, η πραγματική πολιτική του κόμματος αποδεικνύουν ότι έμεινε απόφαση στα  χαρτιά.

Ποιος είναι ο σκοπός της επαναστατικής μαζικής πάλης; Το κόμμα επίσημα δεν έχει πει τίποτε σχετικά μ’ αυτό μα και γενικά δε μιλάνε γι’ αυτό το πράγμα. Ή τον θεωρούν  αυτονόητο ή αναγνωρίζουν ανοιχτά ότι ο σκοπός αυτός είναι ο «σοσιαλισμός». Στον καπιταλισμό (ή ιμπεριαλισμό) αντιπαραθέτουν το σοσιαλισμό.Μα αυτό ακριβώς είναι σε ανώτατο βαθμό (θεωρητικά) μη λογικό και πρακτικά χωρίς περιεχόμενο. Δεν είναι λογικό επειδή είναι πάρα πολύ γενικό, πάρα πολύ αόριστο. Ο«σοσιαλισμός» γενικά, ως σκοπός, σε αντιπαράθεση προς τον καπιταλισμό (ή ιμπεριαλισμό), αναγνωρίζεται σήμερα  όχι μόνο από τους καουτσκιστές και τους σοσιαλσοβινιστές  αλλά και από πολλούς αστούς κοινωνικούς πολιτικούς.

Τώρα όμως δεν πρόκειται για τη γενική αντιπαράθεση δυο  κοινωνικών συστημάτων αλλά για το συγκεκριμένο σκοπό της συγκεκριμένης «επαναστατικής μαζικής πάλης» ενάντια σ’ ένα συγκεκριμένο κακό, δηλαδή ενάντια στη σημερινή ακρίβεια, στο σημερινό κίνδυνο πολέμου ή στον τωρινό πόλεμο.

Όλη η II Διεθνής στα 1889-1914 αντιπαρέθετε το σοσιαλισμό γενικά στον καπιταλισμό και ακριβώς λόγω αυτής της πολύ γενικής «γενίκευσης» χρεοκόπησε. Αγνοούσε ίσα- ίσα το ειδικό κακό της εποχής της, που ο Φρ. Ένγκελς εδώ και 30 σχεδόν χρόνια, στις 10 Γενάρη 1887, το χαρακτήρισε με τα παρακάτω λόγια:

«…Μέσα στο ίδιο το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, συμπεριλαμβάνοντας εδώ και την κοινοβουλευτική ομάδα του Ράιχσταγκ, εμφιλοχωρεί ένα ορισμένο είδος μικροαστικού σοσιαλισμού. Αυτός εκφράζεται εκεί με μια τέτοια μορφή που, ενώ οι βασικές απόψεις του σύγχρονου σοσιαλισμού και το αίτημα της μετατροπής όλων των μέσων παραγωγής σε κοινωνική ιδιοκτησία αναγνωρίζονται για σωστές, η  πραγματοποίηση τους όμως θεωρείται δυνατή μόνο σ’ένα  απομακρυσμένο, πρακτικά ακαθόριστο, μέλλον, Μ’ αυτόν  τον τρόπο το καθήκον της σημερινής περιόδου καθορίζεται  μόνο ως δουλειά απλού κοινωνικού μπαλώματος…»(Για  το ζήτημα της κατοικίας. Πρόλογος.)”

Συγκεκριμένος σκοπός της «επαναστατικής μαζικής πάλης» μπορεί να είναι μόνο τα συγκεκριμένα μέτρα της σοσιαλιστικής επανάστασης και όχι ο «σοσιαλισμός» γενικά.

Όταν όμως προτείνεται να οριστούν με ακρίβεια τα συγκεκριμένα αυτά μέτρα -όπως έκαναν οι Ολλανδοί σύντροφοι στο πρόγραμμα τους, που δημοσιεύτηκε στο Δελτίο της Διεθνούς Σοσιαλιστικής Επιτροπής, αριθ. φύλ. 3 (Βέρνη, 29 Φλεβάρη 1916): Ακύρωση των δημόσιων χρεών, απαλλοτρίωση των τραπεζών, απαλλοτρίωση όλων των μεγάλων επιχειρήσεων- αν προτείνεται να μπουν αυτά τα εντελώς συγκεκριμένα μέτρα σε επίσημη απόφαση του κόμματος και να εξηγούνται συστηματικά με την πιο εκλαϊκευτική μορφή μέσω της καθημερινής κομματικής προπαγάνδας και ζύμωσης στις συνελεύσεις, στις αγορεύσεις στο Κοινοβούλιο, στις προτάσεις νόμων –τότε έχουμε ξανά την ίδια παρελκυστική ή μασημένη πέρα για πέρα σοφιστική απάντηση, ότι ο λαός, λέει, είναι ακόμη απροετοίμαστος γι’ αυτό κτλ.!

Μα το ζήτημα είναι ακριβώς ότι τώρα κιόλας πρέπει ν’ αρχίσουμε αυτήν την προετοιμασία και να την πραγματοποιήσουμε απαρέγκλιτα!

Τρίτο. Το κόμμα «έχει αναγνωρίσει» την επαναστατική μαζική πάλη. Θαυμάσια. Είναι όμως το κόμμα ικανό να εκπληρώσει κάτι παρόμοιο; Ετοιμάζεται γι’ αυτό το πράγμα;

Μελετάει αυτά τα ζητήματα, συγκεντρώνει το αντίστοιχο υλικό, δημιουργεί τα αντίστοιχα όργανα και οργανώσεις, συζητάει μέσα στο λαό, μαζί με το λαό τα αντίστοιχα ζητήματα;

Κάθε άλλο! Το κόμμα επίμονα παραμένει ολοκληρωτικά και στο ακέραιο στην παλιά του, αποκλειστικά κοινοβουλευτική, αποκλειστικά τρέιντ-γιουνιονιστική, αποκλειστικά ρεφορμιστική, αποκλειστικά νόμιμη τροχιά. Το κόμμα παραμένει ενσυνείδητα ανίκανο να συμβάλλει στον επαναστατικό μαζικό αγώνα και να τον καθοδηγήσει, ενσυνείδητα δεν προετοιμάζεται καθόλου γι’ αυτό. Κυριαρχεί η προηγούμενη ρουτίνα και τα «νέα» λόγια (άρνηση της υπεράσπισης της πατρίδας, επαναστατική μαζική πάλη) παραμένουν μόνο λόγια.  Και οι αριστεροί δεν έχουν επίγνωση αυτού του πράγματος και δε συγκεντρώνουν συστηματικά, επίμονα τις δυνάμεις τους παντού, σε όλους τους τομείς της κομματικής δουλειάς για να καταπολεμήσουν αυτό το κακό.

Δεν μπορούμε να μη σηκώσουμε τους ώμους διαβάζοντας, λόγου χάρη, την ακόλουθη φράση (την τελευταία φράση) στις θέσεις του Γκριμ πάνω στο ζήτημα του πολέμου:

«Τα όργανα του κόμματος μαζί με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις της χώρας πρέπει σ’ αυτήν την περίπτωση (δηλαδή καλώντας σε περίπτωση κινδύνου πολέμου τους σιδηροδρομικούς να κηρύξουν μαζική απεργία κτλ.) να πάρουν όλα τα απαραίτητα μέτρα.»

Οι θέσεις αυτές δημοσιεύτηκαν το καλοκαίρι αυτού του χρόνου και στις 16 Σεπτέμβρη 1916 στην Schweizerische  Metallarbeiter-Zeitung που έχει τις υπογραφές των συντακτών: Ο. Σνέεμπερ^/κερ και Κ. Ντιρ, μπορούσε να διαβάσει κανείς την ακόλουθη φράση (παρά λίγο θα έλεγα: Την ακόλουθη επίσημη απάντηση στις θέσεις ή στους ευσεβείς πόθους του Γκριμ):

«...Είναι πολύ άνοστη … η φράση “ο εργάτης δεν έχει πατρίδα”, τη στιγμή που οι εργάτες όλης της Ευρώπης, στη  συντριπτική τους πλειοψηφία, στέκουν εδώ και δυο ήδη  χρόνια πλάι-πλάι με την αστική τάξη στο πεδίο της μάχης,  ενάντια στους “εχθρούς” της πατρίδας τους, ενώ εκείνοι  που έμειναν στο σπίτι θέλουν “να αντέξουν” παρά την ανέχεια και τις στερήσεις. Σε περίπτωση ξενικής επιδρομής θα  βλέπαμε, αναμφίβολα, την ίδια εικόνα και στην Ελβετία!!!»

Δεν είναι μήπως «καουτσκιστική» πολιτική, πολιτική ανίσχυρων φράσεων, αριστερών ρητορειών και οπορτουνιστικής πρακτικής όταν, από τη μια μεριά, προτείνουν αποφάσεις που λένε ότι το κόμμα πρέπει «μαζί με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις» να καλεί σε επαναστατικές μαζικές απεργίες, ενώ από την άλλη δεν κάνουν κανένα αγώνα ενάντια στην γκριτλιανή, δηλαδή τη σοσιαλπατριωτική, ρεφορμιστική, αποκλειστικά  λεγκαλιστική, κατεύθυνση και  τους οπαδούς της στο κόμμα και στα συνδικάτα;

Σημαίνει άραγε αυτό «διαπαιδαγώγηση» των μαζών ή αποσύνθεση τους και υπόσκαψη του ηθικού τους, όταν δεν λένε και δεν αποδεικνύουν σ’ αυτές καθημερινά πως οι «καθοδηγητές» σύντροφοι, Ο. Σνέεμπεργκερ, Κ. Ντιρ, Π. Πφλίγκερ, Χ. Γκρόιλιχ, Χούμπερ και πολλοί άλλοι, συμμερίζονται ακριβώς τις ίδιες σοσιαλπατριωτικές αντιλήψεις και ακολουθούν ακριβώς την ίδια σοσιαλπατριωτική πολιτική, όπως αυτή που ο Γκριμ ξεσκεπάζει και μαστιγώνει τόσο «γενναία»… όταν πρόκειται για Γερμανούς της Γερμανίας και όχι για Ελβετούς;

Να βρίζεις τους ξένους, να καλύπτεις τους «δικούς σου» «συμπολίτες»… είναι μήπως αυτό «διεθνιστικό»; Είναι μήπως αυτό «δημοκρατικό»;

Ο Χέρμαν Γκρόιλιχ περιέγραψε με τα παρακάτω λόγια την κατάσταση των Ελβετών εργατών, την κρίση του ελβετικού σοσιαλισμού, καθώς επίσης και την ουσία της γκριτλιανής πολιτικής μέσα στο Σοσιαλιστικό Κόμμα:

«…Το βιοτικό επίπεδο έχει ανέβει πολύ λίγο και μόνο για τα πάνω στρώματα (ακούστε, ακούστε!) του προλεταριάτου. Η μάζα των εργατών ζει όπως και πρώτα στην ανέχεια, τις έγνοιες και τις στερήσεις. Γι’ αυτό από καιρό σε καιρό γεννιέται η αμφιβολία αν είναι σωστός ο δρόμος που βαδίζαμε ως τώρα. Οι κριτικοί αναζητούν καινούργιους δρόμους και στηρίζουν ιδιαίτερες ελπίδες σε μια αποφασιστικότερη δράση. Προς αυτήν την κατεύθυνση γίνονται προσπάθειες που κατά κανόνα (;) δεν πετυχαίνουν (;;) και προκαλούν με νέα δύναμη την επιστροφή στην παλιά τακτική» (δεν είναι άραγε και δω η επιθυμία μητέρα της ιδέας;)… «Και να που ξέσπασε ο παγκόσμιος πόλεμος… Η εξαιρετική πτώση του βιοτικού επιπέδου, που φτάνει ως την ένδεια, σε στρώματα που προηγούμενα έκαναν υποφερτή  ακόμη ζωή, δυναμώνει την επαναστατική διάθεση» (ακούστε! ακούστε!)… «Πραγματικά η καθοδήγηση του κόμμα- τος δε στάθηκε στο ύψος των καθηκόντων που έμπαιναν μπροστά του και αφηνόταν (;;) πάρα πολύ να επηρεάζεται από τους θερμοκέφαλους (έτσι; έτσι;)… Η Κεντρική Επιτροπή της Γκριτλιανής Ένωσης” αναλαμβάνει την εφαρμογή μιας “πρακτικής εθνικής πολιτικής”, που θέλει να την εφαρμόσει έξω από το κόμμα… Γιατί δεν το έκανε αυτό μέσα στο κόμμα;» (ακούστε! ακούστε!). «Γιατί άφηνε σχεδόνπάντα εμένα να διεξάγω την πάλη κατά των υπερριζοσπαστων;» («Ανοιχτό γράμμα προς την Γκριτλιανή Ένωση του Γκέτινγκεν», 26 Σεπτέμβρη 1916).

Αυτά λέει ο Γκρόιλιχ. Ώστε το πράγμα δεν είναι καθόλου έτσι, ότι τάχα μερικοί «κακόβουλοι ξένοι» (όπως σκέπτονται ενδόμυχα ή υπαινίσσονται στον Τύπο οι γκριτλιανοί του κόμματος και όπως το δηλώνουν ανοιχτά οι έξω από το κόμμα γκριτλιανοί) θέλουν μέσα στον παροξυσμό της προσωπικής τους ανυπομονησίας να μπάσουν την επαναστατικότητα στο εργατικό κίνημα που το βλέπουν «με ματογυάλια ξένων». Όχι. Όχι, κανένας άλλος από τον Χέρμαν Γκρόιλιχ -που ο πολιτικός του ρόλος στην πραγματικότητα ισοδυναμεί με το ρόλο αστού υπουργού Εργασίας σε μια μικρή ρεπουμπλικανική δημοκρατία- μας  πληροφορεί ότι μόνο στα πάνω στρώματα των εργατών υπάρχει κάποια βελτίωση της κατάστασης τους, ενώ η μάζα παραμένει  στην ανέχεια και ότι το «δυνάμωμα της επαναστατικής διά- θέσης» δεν προέρχεται από τους καταραμένους ξένους  «υποκινητές» αλλά από την «εξαιρετική πτώση του βιοτικού επιπέδου».

Λοιπόν;

Λοιπόν, θα είναι απόλυτα σωστό αν πούμε:

Είτε ο ελβετικός λαός θα πεινάει, και μάλιστα κάθε βδομάδα και φρικτότερα, και θα υπόκειται κάθε μέρα στον κίνδυνο να συρθεί στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, δηλαδή να  σκοτωθεί για τα συμφέροντα των καπιταλιστών, είτε θ’  ακολουθήσει τη συμβουλή της καλύτερης μερίδας του προλεταριάτου του, θα συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις του και θα πραγματοποιήσει τη σοσιαλιστική επανάσταση. Σοσιαλιστική επανάσταση; Ουτοπία! «Μακρινή, πρακτικά απροσδιόριστη» δυνατότητα!…

Αυτό δεν είναι καθόλου μεγαλύτερη ουτοπία απ’ ό,τι η άρνηση της υπεράσπισης της πατρίδας σ’ αυτόν τον πόλεμο ή ο επαναστατικός μαζικός αγώνας ενάντια α’ αυτόν τον πόλεμο. Δεν πρέπει να ζαλιζόμαστε από τις λέξεις και δεν πρέπει να αφήνουμε τον εαυτό μας να τρομοκρατηθεί από τις λέξεις. Ο καθένας σχεδόν είναι έτοιμος να αναγνωρίσει την ανάγκη της επαναστατικής πάλης ενάντια στον πόλεμο αλλά ας σκεφτούν το μέγεθος του καθήκοντος -να μπει τέρμα σ’ αυτόν τον πόλεμο με την επανάσταση! Όχι, αυτό δεν είναι ουτοπία. Η επανάσταση αναπτύσσεται σε όλες τις χώρες και τώρα το ζήτημα δεν μπαίνει έτσι: Να εξακολουθήσουμε να ζούμε ήσυχα και υποφερτά ή να ριχτούμε σ’ έναν τυχοδιωκτισμό. Αντίθετα, το ζήτημα μπαίνει τώρα έτσι: Να πεινάμε και να τραβάμε στο μακελειό για τα συμφέροντα άλλων, για ξένα συμφέροντα, ή να προσφέρουμε μεγάλες θυσίες για το σοσιαλισμό, για τα συμφέροντα των 9/10 της ανθρωπότητας.

Η σοσιαλιστική επανάσταση είναι τάχα ουτοπία! Μα ο ελβετικός λαός, δόξα το θεό, δεν έχει «αυτοτελή» ή «ανεξάρτητη» γλώσσα αλλά μιλάει τρεις διεθνείς γλώσσες που μιλιούνται στα γειτονικά εμπόλεμα κράτη. Έτσι δεν είναι καθόλου παράξενο ότι ο ελβετικός λαός ξέρει καλά το τι γίνεται σ’ αυτά τα κράτη. Στη Γερμανία έχουν φτάσει ως την καθοδήγηση της οικονομικής ζωής 66 εκατομμυρίων ανθρώπων από ένα μόνο κέντρο, ως την οργάνωση από μέρους ενός κέντρου της εθνικής οικονομίας 66 εκατομμυρίων ανθρώπων, έχουν επιβληθεί μέγιστες θυσίες στη συντριπτική πλειοψηφία του λαού* και όλα αυτά για να μπορούν «οι 30.000 προνομιούχοι» να τσεπώνουν δισεκατομμύρια πολεμικά κέρδη και να σκοτώνονται εκατομμύρια άνθρωποι στο μακελειό προς όφελος αυτών των «ευγενέστατων και άριστων» εκπροσώπων του έθνους.

Και μπροστά σ’ αυτά τα γεγονότα, σ’ αυτήν την πείρα μπορεί ποτέ να θεωρηθεί «ουτοπία» το ότι ένας μικρός λαός, που δεν έχει ούτε μοναρχία, ούτε γιούνκερ, που βρίσκεται σε μια πολύ ψηλή βαθμίδα καπιταλισμού, που είναι οργανωμένος σε διάφορες ενώσεις, ίσως καλύτερα απ’ ό,τι σ’ όλες τις άλλες καπιταλιστικές χώρες -ότι ένας τέτοιος λαός, για να σωθεί από την πείνα και τον κίνδυνο πολέμου, θα κάνει το ίδιο πράγμα το οποίο έχει έμπρακτα δοκιμαστεί στη Γερμανία, με τη διαφορά βέβαια ότι στη Γερμανία σκοτώνουν και σακατεύουν εκατομμύρια ανθρώπους για να πλουτίζουν λίγοι, για να εξασφαλίζουν τη Βαγδάτη και να κατακτήσουν τα Βαλκάνια, ενώ στην Ελβετία πρέπει ν’ απαλλοτριωθούν το πολύ-πολύ 30.000 αστοί, δηλαδή όχι να οδηγηθούν στο χαμό αλλά να καταδικαστούν στη «φρικτή» μοίρα να παίρνουν «μόνο» 6-10 χιλιάδες φράγκα εισόδημα και το υπόλοιπο να είναι υποχρεωμένοι να το παραδίνουν στη σοσιαλιστική εργατική κυβέρνηση, για να προστατευτεί ο λαός από την πείνα και τον κίνδυνο πολέμου;

Μα οι μεγάλες Δυνάμεις δε θα ανεχθούν ποτέ μια σοσιαλιστική Ελβετία και τα πρώτα κιόλας φύτρα μιας σοσιαλιστικής επανάστασης στην Ελβετία θα συνθλίβουν κάτω από την κολοσσιαία υπεροχή δυνάμεων αυτών των κρατών!

Αυτό αναμφίβολα θα ήταν σωστό αν, πρώτο, θα ήταν δυνατή η απαρχή της επανάστασης στην Ελβετία χωρίς να προκαλέσει ένα ταξικό κίνημα αλληλεγγύης στις γειτονικές χώρες -δεύτερο, αν οι μεγάλες αυτές δυνάμεις δε βρίσκονταν στο αδιέξοδο ενός «πολέμου εξάντλησης», που έχει σχεδόν εξαντλήσει πια την υπομονή και των πιο υπομονετικών λαών. Και τη στιγμή αυτή μια στρατιωτική επέμβαση των μεγάλων Δυνάμεων, που είναι εχθρικές μεταξύ τους, δε θα αποτελούσε παρά τον πρόλογο στο ξέσπασμα της επανάστασης σ’ όλη την Ευρώπη.

Νομίζετε, λοιπόν, ότι είμαι τόσο αφελής να πιστεύω ότι «με παραινέσεις» μπορούν να λυθούν ζητήματα όπως η σοσιαλιστική επανάσταση;

Όχι. Εγώ θέλω μόνο να δώσω ένα χτυπητό παράδειγμα κι αυτό μόνο σε ένα μερικό ζήτημα: Τι αλλαγή θα έπρεπε να  συντελεστεί σε όλη την προπαγάνδα του κόμματος αν θέλαμε ν’ αντικρύσουμε πραγματικά στα σοβαρά το ζήτημα  της άρνησης της υπεράσπισης της πατρίδας. Αυτό είναι μόνο ένα χτυπητό παράδειγμα και μονάχα σχετικά μ’ ένα μερικό ζήτημα -μεγαλύτερες αξιώσεις δεν έχω.

Θα ήταν εντελώς λαθεμένο να υποθέσει κανείς ότι για να διεξάγουμε, τάχα, άμεσο αγώνα για σοσιαλιστική επανάσταση θα μπορούσαμε ή θα οφείλαμε να εγκαταλείψουμε τον αγώνα για μεταρρυθμίσεις. Σε καμιά περύπτωση. Δεν μπορούμε να ξέρουμε πόσο γρήγορα θα κατορθώσουμε να σημειώσουμε επιτυχία, πόσο γρήγορα οι αντικειμενικές συνθήκες θα επιτρέψουν την έναρξη αυτής της επανάστασης. Πρέπει να υποστηρίζουμε κάθε βελτίωση, κάθε πραγματική βελτίωση και της οικονομικής και της πολιτικής κατάστασης των μαζών. Η διαφορά ανάμεσα σε μας και τους ρεφορμιστές (δηλαδή τους γκριτλιανούς στην Ελβετία) δε  βρίσκεται στο ότι εμείς είμαστε κατά των μεταρρυθμίσεων,  ενώ αυτοί είναι υπέρ. Κάθε άλλο. Αυτοί περιορίζονται στις  μεταρρυθμίσεις και κατρακυλούν γι’ αυτό, σύμφωνα με την  εύστοχη έκφραση ενός (σπάνιου!) επαναστάτη συνεργάτη της Schweizerische Metallarbeiter-Zeitung (αρ. φύλ. 40), στο  ρόλο απλών «νοσοκόμων του καπιταλισμού».

Εμείς λέμε  στους εργάτες: Ψηφίζετε για εκλογές με αναλογική κτλ., μην περιορίζετε όμως τη δράση σας σ’ αυτό αλλά προωθείτε στην πρώτη γραμμή τη συστηματική διάδοση της ιδέας της  άμεσης σοσιαλιστικής επανάστασης, ετοιμαστείτε γι’ αυτήν  και κάνετε τις αντίστοιχες ριζικές αλλαγές απ’ άκρη σ’  άκρη, σ’ όλη την κομματική δράση. Οι συνθήκες της αστικής δημοκρατίας μας αναγκάζουν πολύ συχνά να πάρουμε τη μια ή την άλλη θέση απέναντι σ’ ένα πλήθος μικρές και  μικρότερες μεταρρυθμίσεις, ωστόσο πρέπει να ξέρουμε ή να  μάθουμε να παίρνουμε θέση υπέρ των μεταρρυθμίσεων έτσι  (με τέτοιο τρόπο) που -αν εκφραστούμε κάπως πιο απλουστευμένα για περισσότερη σαφήνεια- σε κάθε λόγο μισής ώρας 5 λεπτά να μιλάμε για μεταρρυθμίσεις και 25 λεπτά για την επερχόμενη επανάσταση.

Χωρίς ένα σκληρό επαναστατικό μαζικό αγώνα, που συνεπάγεται πολλές θυσίες, η σοσιαλιστική επανάσταση είναι αδύνατη. Θα ήταν όμως ασυνέπεια να παραδεχόμαστε την επαναστατική μαζική πάλη και την τάση για άμεσο τερματισμό του πολέμου και ταυτόχρονα ν’ αποκρούουμε την άμεση σοσιαλιστική επανάσταση! Η πρώτη χωρίς τη δεύτερη δε σημαίνει τίποτε, είναι μια κούφια λέξη.

Δε θα αποφύγουμε και μια σκληρή πάλη μέσα στο κόμμα. Θα ήταν όμως απλώς προσποίηση, υποκρισία, μικροστική πολιτική στρουθοκαμήλου αν φανταζόμασταν ότι στο  Ελβετικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα μπορεί γενικά να κυριαρχήσει «εσωτερική ειρήνη». Το ζήτημα δεν μπαίνει έτσι:  Ή «εσωτερική ειρήνη» ή «εσωκομματική πάλη». Φτάνει να διαβάσει κανείς το προαναφερόμενο γράμμα του Χέρμαν Γκρόιλιχ και να εξετάσει τα γεγονότα που συνέβησαν στο κόμμα στα τελευταία λίγα χρόνια, για να δει ότι η υπόθεση αυτή είναι πέρα για πέρα ψεύτικη.

Στην πραγματικότητα το ζήτημα τίθεται έτσι: Ή οι τωρινές σκεπασμένες μορφές εσωκομματικής πάλης, που ασκούν αποσυνθετική επίδραση στο ηθικό των μαζών, ή η ανοιχτή, η πάλη αρχών ανάμεσα στο διεθνιστικό-επαναστατικό ρεύμα και στην γκριτλιανή κατεύθυνση μέσα κι έξω από το κόμμα.

Μια τέτοια «εσωτερική πάλη» -όπου ο Χ. Γκρόιλιχ επιτίθεται ενάντια στους «υπερριζοσπάστες» ή στους «θερμοκέφαλους», χωρίς να κατονομάζει συγκεκριμένα αυτά τα τέρατα και χωρίς να ορίζει με ακρίβεια την πολιτική τους, ενώ ο Ρ. Γκριμ δημοσιεύει στην Bemer Tagwacht άρθρα εντελώς ακατανόητα για τα 99/100 των αναγνωστών, γεμάτα υπαινιγμούς, όπου περιλούζονται με βρισιές «τα ματογυάλια των ξένων» ή «οι πραγματικοί υπόλογοι» των δυσάρεστων για τον Γκριμ σχεδίων αποοράσεων- μια τέτοια εσωτερική πάλη αποσυνθέτει το ηθικό των μαζών, που βλέπουν ή διαβλέπουν σ’ αυτήν ένα είδος «ραδιουργιών ανάμεσα στους αρχηγούς» μην καταλαβαίνοντας στην ουσία περί τίνος πρόκειται.

Ένας τέτοιος, όμως, αγώνας όπου η γκριτλιανή κατεύθυνση μέσα στο κόμμα -κι αυτή είναι πολύ πιο σπουδαία και πολύ πιο επικίνδυνη από κείνη που βρίσκεται έξω από το κόμμα-θα εξαναγκαστεί να αγωνίζεται ανοιχτά ενάντια  στους αριστερούς και οι δυο κατευθύνσεις θα εμφανίζονται  παντού με τις δικές τους ανεξάρτητες αντιλήψεις και με τη  δική τους πολιτική, θα αγωνίζονται η μια κατά της άλλης  από άποψη αρχών, αφήνοντας τη λύση των σπουδαίων ζητημάτων αρχών πραγματικά στη μάζα των κομματικών συντρόφων και όχι μόνο στους «αρχηγούς», ένας τέτοιος αγώνας είναι απαραίτητος και ωφέλιμος, αυτός διαπαιδαγωγεί τις μάζες στο πνεύμα της ανεξαρτησίας και της ικανότητας να εκπληρώσουν το κοσμοϊστορικό επαναστατικό τους καθήκον.

 

 

 

 

Γράφτηκε στα γερμανικά το Δεκέμβρη του 1916.

Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1931 στην Λενινιστική συλλογή, τόμ. XVII.

 

 

 

Δημοσιεύεται σύμφωνα με το χειρόγραφο.

Μετάφραση από τα γερμανικά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.