V.I. Lenin: Τι είναι «οι φίλοι του λαού» και πώς πολεμούν τους σοσιαλδημοκράτες

 

Δημοσιεύουμε το πρώτο μέρος (σε ολοκληρωμένη μορφή) του έργου του V.I Lenin  “Τι είναι «οι φίλοι του λαού» και πώς πολεμούν τους σοσιαλδημοκράτες; (Απάντηση στα άρθρα του Ρούσκογε Μπογκάτστβο ενάντια στους μαρξιστές)” Το έργο γράφτηκε το 1894 και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην τότε αντιπαράθεση των Μαρξιστών -που μόλις έκαναν τα πρώτα βήματα-στη Ρωσία με τα παραδοσιακά αστικά και μικροαστικά ρεύματα. Το κείμενο βρίσκεται στην (εξαντλημένη) έκδοση του έργου απο εκδόσεις Θεμέλιο, σελ 7-91. Με την ανάρτηση ολοκληρώνουμε την παρουσίαση του έργου και θα μεταφερθεί, σε πλήρη μορφή, στη βιβλιοθήκη.

 

 

 

 

Τι είναι «οι φίλοι του λαού» και πώς πολεμούν’ τους σοσιαλδημοκράτες; (Απάντηση στα άρθρα του Ρούσκογε Μπογκάτστβο ενάντια στους μαρξιστές)

 

 

Μέρος Ι

 

 

Το περιοδικό Ρούσκογε Μπογκάτστβο (2) άρχισε εκστρατεία ενάντια στους σοσιαλδημοκράτες. Ακόμα από τον περασμένο χρόνο, ένας από τους κυριότερους συνεργάτες αυτού του περιοδικού, ο κ. Ν. Μιχαϊλόβσκι, ανακοίνωσε στο 10ο τεύχος του ότι πρόκειται ν’ αρχίσει «πολεμική» ενάντια στους «λεγόμενους μαρξιστές ή σοσιαλδημοκράτες μας» (3)  Έπειτα έκανε την εμφάνισή του ένα άρθρο του κ. Σ. Κριβένκο: «Σχετικά με τους μεμονωμένους καλλιεργημένους ανθρώπους» (τεύχος 12) και ένα του κ. Ν. Μιχαιλόβσκι: «Φιλολογία και ζωή» (Ρούσκογε Μπογκάτστβο, τεύχη 1 και 2 του 1894).

Όσον αφορά τις απόψεις του ίδιου του περιοδικού για την οικονομική μας πραγματικότητα, αυτές έχουν εκτεθεί όσο το δυνατό πιο ολοκληρωμένα από τον κ. Σ. Γιουζακόφ στο άρθρο του: «Τα προβλήματα της οικονομικής ανάπτυξης της Ρωσίας» (τεύχη 1 1 και 12). Οι κύριοι αυτοί, ενώ γενικά ισχυρίζονται ότι εκπροσωπούν στο περιοδικό τους τις ιδέες και την τακτική αληθινών «φίλων του λαού», στην πραγματικότητα είναι άσπονδοι εχθροί της σοσιαλδημοκρατίας. Ας επιχειρήσουμε να εξετάσουμε από πιο κοντά αυτούς τους «φίλους του λαού», την κριτική που κάνουν στο μαρξισμό, τις ιδέες τους και την τακτική τους.

Ο κ. Ν. Μιχαϊλόβσκι συγκεντρώνει την προσοχή του κυρίως στη θεωρητική θεμελίωση του μαρξισμού και γι’ αυτό σταματά ειδικά στην ανάλυση της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας. Ο κ. Μιχαϊλόβσκι εκθέτει σε γενικές γραμμές το περιεχόμενο της εκτεταμένης μαρξιστικής φιλολογίας, που είναι αφιερωμένη σ’ αυτή τη διδασκαλία, και αρχίζει την κριτική του με το παρακάτω μακρινάρι:

«Πριν απ’ όλα —λέει— προβάλλει μόνο του το ερώτημα: σε ποιο έργο του ο Μαρξ έχει εκθέσει την υλιστική αντίληψή του της ιστορίας; Στο Κεφάλαιο μάς έδωσε ένα μικρό δείγμα συνδυασμού της δύναμης της λογικής με την πολυμάθεια, με την εξονυχιστική έρευνα τόσο όλης της οικονομικής φιλολογίας, όσο και των αντίστοιχων γεγονότων. Έβγαλε στο φως της ημέρας από καιρό λησμονημένους ή και ολότελα άγνωστους σήμερα θεωρητικούς της οικονομικής επιστήμης και δε διέφυγαν την προσοχή του ούτε και οι παραμικρότερες λεπτομέρειες από οποιεσδήποτε εκθέσεις επιθεωρητών εργασίας ή από μαρτυρίες πραγματογνωμόνων στις διάφορες ειδικές επιτροπές. Με λίγα λόγια, ανασκάλεψε ένα συντριπτικό όγκο από συγκεκριμένο υλικό, εν μέρει για να στηρίξει και εν μέρει για να δείξει παραστατικά τις οικονομικές του θεωρίες. Αν δημιούργησε μια “εντελώς νέα” αντίληψη της ιστορικής πορείας, αν εξήγησε όλο το παρελθόν της ανθρωπότητας από μια νέα άποψη και συνόψισε όλες τις προηγούμενες φιλοσοφικό-ιστορικές θεωρίες, αυτό το έκανε, βέβαια, με τον ίδιο ζήλο: πραγματικά επανεξέτασε και ανέλυσε κριτικά όλες τις γνωστές θεωρίες της ιστορικής πορείας και επεξεργάστηκε έναν όγκο γεγονότων της παγκόσμιας ιστορίας. Η σύγκρισή του με τον Δαρβίνο, πράγμα που τόσο συνηθίζεται στη μαρξιστική φιλολογία, επιβεβαιώνει ακόμα περισσότερη τη σκέψη αυτή. Τι αντιπροσωπεύει όλο το έργο του Δαρβίνου; Μερικές συνθετικές ιδέες, στενότατα συνδεδεμένες μεταξύ τους, που επιστεγάζουν ένα ολόκληρο Λευκό Όρος από συγκεκριμένο υλικό. Και πού βλέπετε ένα αντίστοιχο έργο του Μαρξ; Δεν υπάρχει. Και όχι μόνο δεν υπάρχει ένα παρόμοιο έργο του Μαρξ, μα δεν υπάρχει και σ’ ολόκληρη τη μαρξιστική φιλολογία, παρόλο που είναι τόσο εκτενής από άποψη ποσότητας και τόσο διαδομένη».

Όλο αυτό το μακρινάρι είναι πολύ χαρακτηριστικό, γιατί δείχνει πόσο λίγο το κοινό καταλαβαίνει Το Κεφάλαιο και τον Μαρξ. Συμπιεσμένοι από την τεράστια δύναμη πειστικότητας της έκθεσης, υποκλίνονται μπροστά στον Μαρξ, τον επαινούν, ταυτόχρονα όμως αφήνουν να τους διαφύγει ολότελα το βασικό περιεχόμενο της διδασκαλίας του και συνεχίζουν, σα να μη συνέβηκε τίποτε, το παλιό τροπάρι της «υποκειμενικής κοινωνιολογίας». Με την ευκαιρία αυτή, δεν μπορεί να μη θυμηθεί κανείς το πολύ σωστό επίγραμμα που διάλεξε ο Κάουτσκι στο βιβλίο του για την οικονομική διδασκαλία του Μαρξ:

Wer wird nicht einen Klopstock loben ?

Doch wird ihn jeder lesen ? Nein !

Wir wollen weniger erhoben

Und fleissigergelesen sein! *

* — Ποιος δε θα επαινέσει έναν Κλόπστοκ; Θα τον διαβάσει όμως ο καθένας; Όχι! Θέλουμε να μας εξυμνούν λιγότερο και να μας διαβάζουν με περισσότερη επιμέλεια! (Λέσινγκ). Η Σύντ.

Ακριβώς έτσι! Ο κ. Μιχαϊλόβσκι θα έπρεπε να επαινεί λιγότερο τον Μαρξ και να τον διαβάζει με περισσότερη επιμέλεια, ή καλύτερα, να εμβαθύνει σοβαρότερα στα όσα διαβάζει.

«Στο Κεφάλαιο ο Μαρξ μάς έδωσε ένα μικρό δείγμα συνδυασμού της δύναμης της λογικής με την πολυμάθεια» — λέει ο κ. Μιχαϊλόβσκι. Με τη φράση του αυτή, ο κ. Μιχαϊλόβσκι μάς έδωσε ένα μικρό δείγμα συνδυασμού φανταχτερής φράσης με περιεχόμενο χωρίς νόημα, — παρατήρησε ένας μαρξιστής. Και η παρατήρηση αυτή είναι απόλυτα σωστή. Πραγματικά, πού εκδηλώθηκε αυτή η δύναμη της λογικής του Μαρξ; Τι αποτελέσματα έδωσε; Διαβάζοντας το παραπάνω μακρινάρι του κ. Μιχαϊλόβσκι μπορεί να σκεφτεί κανείς ότι όλη αυτή η δύναμη είχε συγκεντρωθεί στις «οικονομικές θεωρίες» με την πιο στενή σημασία της λέξης, — και τίποτε άλλο.

Και για να τονίσει όσο το δυνατό περισσότερο τα στενά όρια του πεδίου, όπου ο Μαρξ εκδήλωσε τη δύναμη της λογικής του, ο κ. Μιχαϊλόβσκι υπογραμμίζει τις «παραμικρότερες λεπτομέρειες», την «εξονυχιστική έρευνα», τους «ολότελα άγνωστους θεωρητικούς» κλπ. Απ’ όλα αυτά προκύπτει ότι ο Μαρξ δεν έχει προσθέσει τίποτε το ουσιαστικά νέο και άξιο μνείας στις μεθόδους οικοδόμησης αυτών των θεωριών, ότι έχει αφήσει δήθεν τα όρια της οικονομικής επιστήμης εκεί ακριβώς όπου τα είχαν φτάσει οι προγενέστεροι οικονομολόγοι, χωρίς να τα επεκτείνει, χωρίς να μπάσει μια «εντελώς νέα» αντίληψη της ίδιας της επιστήμης. Και όμως, όποιος έχει διαβάσει Το Κεφάλαιο ξέρει πως όλα αυτά δεν είναι παρά καθαρό ψέμα.

Με την ευκαιρία αυτή, δεν μπορούμε να μη θυμηθούμε τι έγραφε για τον Μαρξ ο κ. Μιχαϊλόβσκι πριν από 16 χρόνια στην πολεμική του ενάντια στον αγοραίο αστό κ. Γ. Ζουκόβσκι (4) . Ίσως οι καιροί να ήταν τότε διαφορετικοί, ίσως τα αισθήματα να ήταν πιο πρόσφατα, πάντως και ο τόνος και το περιεχόμενο του άρθρου του κ. Μιχαϊλόβσκι ήταν εντελώς διαφορετικά.

«Τελικός σκοπός του έργου αυτού είναι να δείξει το νόμο εξέλιξης (στο πρωτότυπο: Das Bewegungsgesetz — τον οικονομικό νόμο κίνησης) της σύγχρονης κοινωνίας» — λέει ο Καρλ Μαρξ για «Το Κεφάλαιό του» και τηρεί με αυστηρή συνέπεια αυτό το πρόγραμμά του» — δηλώνει ο κ. Μιχαϊλόβσκι στα 1877. Ας δούμε λοιπόν από πιο κοντά αυτό το πρόγραμμα, που σύμφωνα με την ομολογία του κριτικού παρουσιάζει αυστηρή συνέπεια. Αποβλέπει στο «να δείξει τον οικονομικό νόμο εξέλιξης της σύγχρονης κοινωνίας».

Και μόνη αυτή η διατύπωση μας θέτει αντιμέτωπους με μερικά προβλήματα που απαιτούν διευκρίνιση. Γιατί ο Μαρξ μιλάει για τη «σύγχρονη (modern)» κοινωνία, ενώ όλοι οι οικονομολόγοι πριν απ’ αυτόν μιλούσαν για την κοινωνία γενικά; Με ποια έννοια χρησιμοποιεί τη λέξη «σύγχρονη», σύμφωνα με ποιο κριτήριο κατατάσσει χωριστά αυτή τη σύγχρονη κοινωνία; Και παρακάτω — τι σημαίνει: οικονομικός νόμος κίνησης της κοινωνίας; Έχουμε συνηθίσει να ακούμε από τους οικονομολόγους — κι αυτό, ανάμεσα στ ‘ άλλα, είναι μια από τις προσφιλείς ιδέες των δημοσιολόγων και των οικονομολόγων του περιβάλλοντος στο οποίο ανήκει το Ρούσκογε Μπογκάτστβο— ότι μόνο η παραγωγή αξιών υποτάσσεται αποκλειστικά σε οικονομικούς νόμους, ενώ η διανομή εξαρτάται, τάχα, από την πολιτική, από το ποια θα είναι η επίδραση της εξουσίας, της διανόησης κλπ. πάνω στην κοινωνία.

Με ποια λοιπόν έννοια μιλάει ο Μαρξ για τον οικονομικό νόμο κίνησης της κοινωνίας, και μάλιστα ονομάζει το νόμο αυτό Naturgesetz, δηλ. φυσικό νόμο; Πώς πρέπει να το καταλαβαίνουμε αυτό, όταν τόσοι κοινωνιολόγοι της χώρας μας έχουν μουντζουρώσει στοίβες χαρτί για ν’ αποδείξουν ότι η περιοχή των κοινωνικών φαινομένων ξεχωρίζει από την περιοχή των φυσικο-ιστορικών φαινομένων και ότι συνεπώς για την έρευνα των πρώτων πρέπει να εφαρμόζεται μια εντελώς ιδιαίτερη «υποκειμενική μέθοδος στην κοινωνιολογία»;

Όλες αυτές οι απορίες προβάλλουν φυσιολογικά και αναγκαία και, όπως είναι φυσικό, μόνο ένας εντελώς αγράμματος μπορεί να τις αγνοεί μιλώντας για Το Κεφάλαιο. Για να διαλευκάνουμε αυτά τα ζητήματα, ας παραθέσουμε προκαταβολικά ακόμη ένα χωρίο από τον ίδιο πρόλογο του Κεφαλαίου, χωρίο που ακολουθεί μόνο λίγες σειρές παρακάτω:

Η δική μου άποψη —λέει ο Μαρξ— είναι τούτη: την εξέλιξη των οικονομικών κοινωνικών σχηματισμών τη θεωρώ φυσικό-ιστορικό προτσές (5).

Αρκεί μια απλή αντιπαράθεση, έστω και των δυο μόνο χωρίων του προλόγου που παραθέσαμε, για να δούμε ότι εδώ ακριβώς βρίσκεται η βασική ιδέα του Κεφαλαίου, που ακολουθείται, όπως ακούσαμε, με αυστηρή συνέπεια και σπάνια δύναμη λογικής. Ας σημειώσουμε πρώτ ‘ απ’ όλα δυο περιστατικά με την ευκαιρία αυτή: ο Μαρξ μιλάει μόνο για ένα «κοινωνικό-οικονομικό σχηματισμό», για τον καπιταλιστικό, δηλ. λέει ότι ερεύνησε το νόμο εξέλιξης μόνο αυτού του σχηματισμού και κανενός άλλου. Αυτό είναι το πρώτο. Δεύτερο, ας σημειώσουμε τις μεθόδους που χρησιμοποίησε ο Μαρξ για να βγάλει τα συμπεράσματά του: οι μέθοδοι αυτές ήταν, όπως ακούσαμε τώρα δα από τον κ. Μιχαϊλόβσκι, η «εξονυχιστική έρευνα των αντίστοιχων γεγονότων».

Ας περάσουμε τώρα στην ανάλυση της βασικής αυτής ιδέας του Κεφαλαίου, που με τόση επιτηδειότητα προσπάθησε να την παρακάμψει ο υποκειμενικός μας φιλόσοφος. Σε τι κυρίως συνίσταται η έννοια οικονομικός κοινωνικός σχηματισμός και με ποιον τρόπο η ανάπτυξη ενός τέτοιου σχηματισμού μπορεί και πρέπει να θεωρείται φυσικό-ιστορικό προτσές; Αυτά είναι τα ερωτήματα που μπαίνουν τώρα μπροστά μας.

Έδειξα κιόλας ότι, από την άποψη των παλιών (όχι για τη Ρωσία) οικονομολόγων και κοινωνιολόγων, η έννοια κοινωνικό-οικονομικός σχηματισμός είναι εντελώς περιττή: όλοι αυτοί μιλούν για κοινωνία γενικά, λογομαχούν με τους διάφορους Σπένσερ για το τι είναι κοινωνία γενικά, ποιος είναι ο σκοπός και ποια η ουσία της κοινωνίας γενικά κλπ. Κάνοντας τέτοιους συλλογισμούς, οι υποκειμενικοί αυτοί κοινωνιολόγοι στηρίζονται σε επιχειρήματα σαν κι αυτά, ότι σκοπός της κοινωνίας είναι να ωφελήσει όλα τα μέλη της, ότι γι’ αυτό η δικαιοσύνη απαιτεί μια κάποια οργάνωση και ότι μια τάξη πραγμάτων που δεν ανταποκρίνεται σ’ αυτή την ιδανική οργάνωση είναι αντικανονική και πρέπει να παραμεριστεί («Η κοινωνιολογία πρέπει ν’ αρχίσει από κάποια ουτοπία» — τα λόγια αυτά ενός από τους πρωτεργάτες της υποκειμενικής μεθόδου, του κ. Μιχαϊλόβσκι, χαρακτηρίζουν θαυμάσια την ουσία των μεθόδων τους). «Η ουσιαστική αποστολή της κοινωνιολογίας —ισχυρίζεται, λ.χ., ο κ. Μιχαϊλόβσκι— είναι να εξηγήσει τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες βρίσκουν την ικανοποίησή τους η μια είτε η άλλη ανάγκη της ανθρώπινης φύσης».

Όπως βλέπετε, αυτόν τον κοινωνιολόγο τον ενδιαφέρει μόνο μια κοινωνία που ικανοποιεί την ανθρώπινη φύση και δεν τον ενδιαφέρουν καθόλου κάποιοι κοινωνικοί σχηματισμοί, που εξάλλου μπορεί και να στηρίζονται σ’ ένα φαινόμενο τόσο αντίθετο με την «ανθρώπινη φύση», όπως είναι η υποδούλωση της πλειοψηφίας από τη μειοψηφία. Βλέπετε επίσης ότι σύμφωνα με την άποψη του κοινωνιολόγου αυτού δεν μπορεί ούτε λόγος να γίνει για το ότι η εξέλιξη της κοινωνίας πρέπει να θεωρείται φυσικό-ιστορικό προτσές. («Από τη στιγμή που ο κοινωνιολόγος θα δεχτεί κάτι σαν επιθυμητό ή σαν ανεπιθύμητο, πρέπει να βρει τους όρους για την πραγματοποίηση αυτού του επιθυμητού ή για τον παραμερισμό του ανεπιθύμητου» — «για την πραγματοποίηση τούτων ή εκείνων των ιδανικών», — ισχυρίζεται ο ίδιος ο κύριος Μιχαϊλόβσκι).

Κάτι παραπάνω. Δεν μπορεί ούτε λόγος να γίνει για εξέλιξη, αλλά μόνο για διάφορες παρεκκλίσεις από το «επιθυμητό», για «ατέλειες», που παρουσιάστηκαν στην ιστορία λόγω… λόγω τού ότι οι άνθρωποι δεν ήταν έξυπνοι, δεν μπόρεσαν να καταλάβουν καλά καλά τι απαιτεί η ανθρώπινη φύση, δεν μπόρεσαν να βρουν τους όρους για την πραγματοποίηση αυτής της λογικής τάξης πραγμάτων. Είναι ολοφάνερο ότι η θεμελιακή ιδέα του Μαρξ για το φυσικό-ιστορικό προτσές εξέλιξης των κοινωνικό-οικονομικών σχηματισμών υποσκάπτει συθέμελα την παιδαριώδη αυτή ηθική, που έχει την αξίωση να λέγεται κοινωνιολογία. Με ποιον τρόπο επεξεργάστηκε ο Μαρξ τη θεμελιακή αυτή ιδέα; Την επεξεργάστηκε ξεχωρίζοντας από τις διάφορες περιοχές της κοινωνικής ζωής την οικονομική περιοχή, ξεχωρίζοντας απ’ όλες τις κοινωνικές σχέσεις τις σχέσεις παραγωγής, σα βασικές, πρωταρχικές, καθοριστικές για όλες τις υπόλοιπες σχέσεις. Ο ίδιος ο Μαρξ περιγράφει ως εξής την πορεία των συλλογισμών του πάνω σ’ αυτό το ζήτημα:

«Η πρώτη εργασία που ανέλαβα για τη λύση των αμφιβολιών που με κατέτρωγαν ήταν μια κριτική αναθεώρηση της χεγκελιανής φιλοσοφίας του δικαίου (6). Η έρευνά μου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι νομικές σχέσεις, όπως ακριβώς και οι κρατικές μορφές, δεν μπορούν να εξαχθούν και να κατανοηθούν ούτε απ’ αυτές τις ίδιες, ούτε από τη λεγόμενη γενική εξέλιξη του ανθρώπινου πνεύματος, αλλά ότι αντίθετα έχουν τη ρίζα τους στις υλικές σχέσεις ζωής, που στο σύνολό τους ο Χέγκελ τις ονομάζει, κατά το παράδειγμα των Άγγλων και των Γάλλων συγγραφέων του 18ου αιώνα, “αστική κοινωνία”, και η ανατομία της αστικής κοινωνίας πρέπει να αναζητηθεί στην πολιτική οικονομία.

Το γενικό συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα μπορεί να διατυπωθεί σύντομα ως εξής: Στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους οι άνθρωποι έρχονται σε ορισμένες, αναγκαίες, ανεξάρτητες από τη θέλησή τους σχέσεις, σε σχέσεις παραγωγής, που αντιστοιχούν σε μια καθορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων. Το σύνολο αυτών των σχέσεων παραγωγής αποτελεί την οικονομική διάρθρωση της κοινωνίας, την πραγματική βάση που πάνω της υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα και στην οποία αντιστοιχούν καθορισμένες μορφές κοινωνικής συνείδησης. Ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει το κοινωνικό, πολιτικό και πνευματικό προτσές της ζωής γενικά. Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει το Είναι τους, αλλά αντίθετα το κοινωνικό τους Είναι καθορίζει τη συνείδησή τους.

Σε ορισμένη βαθμίδα της ανάπτυξής τους, οι παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας έρχονται σε αντίθεση με τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής ή —πράγμα που αποτελεί μονάχα τη νομική τους έκφραση— με τις σχέσεις ιδιοκτησίας μέσα στις οποίες είχαν κινηθεί ως τώρα. Από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων οι σχέσεις αυτές μεταβάλλονται σε δεσμά τους. Τότε έρχεται η εποχή της κοινωνικής επανάστασης. Με την αλλαγή της οικονομικής βάσης ανατρέπεται, με αργούς ή γρήγορους ρυθμούς, ολόκληρο το τεράστιο εποικοδόμημα. Όταν εξετάζουμε τέτοιες ανατροπές, πρέπει να κάνουμε πάντα διάκριση ανάμεσα στην υλική ανατροπή των οικονομικών όρων της παραγωγής, που μπορούμε να τη διαπιστώσουμε με ακρίβεια φυσικών επιστημών, και στις νομικές, πολιτικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές ή φιλοσοφικές, με δυο λόγια στις ιδεολογικές μορφές, με τις οποίες οι άνθρωποι αποκτούν συνείδηση αυτής της σύγκρουσης και παλεύουν ως τη λύση της.

Όπως δεν μπορούμε να κρίνουμε ένα άτομο από τη γνώμη που έχει το ίδιο για τον εαυτό του, άλλο τόσο δεν μπορούμε να κρίνουμε μια τέτοια εποχή ανατροπής από τη συνείδησή της. Απεναντίας, τη συνείδηση αυτή πρέπει να την εξηγήσουμε από τις αντιφάσεις της υλικής ζωής, από τη σύγκρουση που συντελείται ανάμεσα στις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις και στις σχέσεις παραγωγής… Σε γενικές γραμμές ο ασιατικός, ο αρχαίος, ο φεουδαρχικός και ο σύγχρονος αστικός τρόπος παραγωγής μπορούν να χαρακτηριστούν σαν προοδευτικές εποχές στην ιστορία του οικονομικού κοινωνικού σχηματισμού»(7).

Αυτή καθαυτή η ιδέα του υλισμού στην κοινωνιολογία ήταν κιόλας μεγαλοφυής ιδέα. Εννοείται ότι εκείνη τη στιγμή δεν ήταν παρά μια υπόθεση, όμως μια υπόθεση που για πρώτη φορά δημιουργούσε τη δυνατότητα για ένα αυστηρά επιστημονικό αντίκρισμα των ιστορικών και κοινωνικών προβλημάτων. Ως τότε οι κοινωνιολόγοι, ανίκανοι να κατέβουν ως τις απλούστατες και τόσο πρωταρχικές σχέσεις, όπως είναι οι σχέσεις παραγωγής, καταπιάνονταν απευθείας με την έρευνα και τη μελέτη των πολιτικο-νομικών μορφών, σκόνταφταν στο γεγονός της γέννησης αυτών των μορφών από τούτες ή εκείνες τις ιδέες της ανθρωπότητας σε μια δοσμένη εποχή και σταματούσαν εκεί.

Έτσι έβγαινε το συμπέρασμα ότι οι κοινωνικές σχέσεις οικοδομούνται τάχα συνειδητά από τους ανθρώπους. Το συμπέρασμα όμως αυτό, που βρήκε την ολοκληρωμένη έκφρασή του στην ιδέα του Contrat Socia (8) (που τα ίχνη του διακρίνονται πολύ καθαρά σε όλα τα συστήματα του ουτοπικού σοσιαλισμού), ερχόταν σε διαμετρική αντίθεση με όλες τις παρατηρήσεις της ιστορίας. Ποτέ δεν υπήρξε προηγούμενα ούτε και τώρα υπάρχει περίπτωση που τα μέλη της κοινωνίας να συλλαμβάνουν το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων, μέσα στις οποίες ζουν, σαν κάτι το καθορισμένο, το ολοκληρωμένο, σαν κάτι που το διέπει μια ορισμένη αρχή.

Αντίθετα, η μάζα προσαρμόζεται ασύνειδα σ’ αυτές τις σχέσεις και έχει σε τόσο μικρό βαθμό ιδέα ότι αποτελούν ιδιαίτερες ιστορικές κοινωνικές σχέσεις, ώστε οι σχέσεις ανταλλαγής, λ.χ., μέσα στις οποίες οι άνθρωποι ζούσαν επί πολλούς αιώνες, έχουν εξηγηθεί μόλις τελευταία. Ο υλισμός απομάκρυνε αυτή την αντίφαση, συνεχίζοντας πιο βαθιά την ανάλυση ως την ίδια την καταγωγή αυτών των κοινωνικών ιδεών του ανθρώπου. Και το συμπέρασμά του ότι η πορεία των ιδεών εξαρτάται από την πορεία των πραγμάτων είναι το μόνο που εναρμονίζεται με την επιστημονική ψυχολογία.

Ακόμα, η υπόθεση αυτή, και από μια άλλη πλευρά, ανύψωσε για πρώτη φορά την κοινωνιολογία ως το επίπεδο της επιστήμης. Ως τώρα για τους κοινωνιολόγους ήταν δύσκολο, μέσα στο πολύπλοκο δίχτυ των κοινωνικών φαινομένων, να κάνουν διάκριση ανάμεσα στα σπουδαία και στα μη σπουδαία φαινόμενα (αυτό είναι ακριβώς η ρίζα του υποκειμενισμού στην κοινωνιολογία) και δεν ήταν σε θέση να βρουν ένα αντικειμενικό κριτήριο για να κάνουν έναν τέτοιο διαχωρισμό. Ο υλισμός έδωσε ένα απόλυτο αντικειμενικό κριτήριο, ξεχωρίζοντας τις σχέσεις παραγωγής, σα διάρθρωση της κοινωνίας και δημιουργώντας τη δυνατότητα να εφαρμοστεί σ’ αυτές τις σχέσεις το γενικό εκείνο επιστημονικό κριτήριο της επανάληψης, που οι υποκειμενιστές αρνούνταν ότι μπορεί να εφαρμοστεί στην κοινωνιολογία.

Όσο οι υποκειμενιστές περιορίζονταν στις ιδεολογικές κοινωνικές σχέσεις (δηλαδή σε κείνες που προτού διαμορφωθούν περνούν από τη συνείδηση* των ανθρώπων)- (*Εννοείται πως εδώ μιλάμε πάντα για τη συνείδηση των κοινωνικών και όχι άλλων σχέσεων)- δεν μπορούσαν να παρατηρήσουν την επανάληψη και την κανονικότητα που υπάρχει στα κοινωνικά φαινόμενα των διάφορων χωρών και η επιστήμη τους, στην καλύτερη περίπτωση, δεν ήταν παρά απλή περιγραφή των φαινομένων αυτών, συλλογή ακατέργαστου υλικού.

Η ανάλυση των υλικών κοινωνικών σχέσεων (δηλαδή των σχέσεων που διαμορφώνονται χωρίς να περνούν από τη συνείδηση των ανθρώπων: οι άνθρωποι, ανταλλάσσοντας μεταξύ τους προϊόντα, έρχονται σε σχέσεις παραγωγής χωρίς να έχουν καν επίγνωση ότι εδώ πρόκειται για κοινωνική σχέση παραγωγής ) — η ανάλυση των υλικών κοινωνικών σχέσεων δημιούργησε μονομιάς τη δυνατότητα να διαπιστωθεί η επανάληψη και η κανονικότητα και να γενικευθούν τα συστήματα των διάφορων χωρών έτσι ώστε να φτάσουμε σε μια μόνη θεμελιακή έννοια, στην έννοια κοινωνικός σχηματισμός. Μόνο μια τέτοια γενίκευση έδωσε τη δυνατότητα να περάσουμε από την περιγραφή των κοινωνικών φαινομένων (και την εκτίμησή τους από την άποψη του ιδανικού) στην αυστηρά επιστημονική ανάλυσή τους, που παραμερίζει, λ.χ., εκείνο που ξεχωρίζει τη μια κεφαλαιοκρατική χώρα από την άλλη και ερευνά εκείνο που είναι κοινό σε όλες.

Τέλος, τρίτο, ένας άλλος λόγος, που η υπόθεση αυτή δημιούργησε για πρώτη φορά τη δυνατότητα μιας επιστημονικής κοινωνιολογίας, είναι ότι μόνο η αναγωγή των κοινωνικών σχέσεων στις σχέσεις παραγωγής και αυτών των τελευταίων στο βαθμό ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων έδωσε μια στέρεη βάση για να βλέπουμε την εξέλιξη των κοινωνικών σχηματισμών σαν ένα φυσικό-ιστορικό προτσές. Και είναι αυτονόητο ότι χωρίς μια τέτοια αντίληψη δεν μπορεί να υπάρχει κοινωνική επιστήμη. (Οι υποκειμενιστές, λ.χ., ενώ παραδέχονταν τη νομοτέλεια των ιστορικών φαινομένων, δεν ήταν σε θέση να δουν την εξέλιξή τους σαν ένα φυσικό-ιστορικό προτσές, κι αυτό συνέβαινε ακριβώς γιατί σταματούσαν στις κοινωνικές ιδέες και στους κοινωνικούς σκοπούς του ανθρώπου, και δεν ήταν σε θέση να αναγάγουν αυτές τις ιδέες κι αυτούς τους σκοπούς στις υλικές κοινωνικές σχέσεις.)

Να, όμως, έρχεται ο Μαρξ, που διατύπωσε αυτή την υπόθεση στη δεκαετία 1840-1850, και καταπιάνεται με την έμπρακτη (αυτό nota bene*)-( * σημειώστε το)-μελέτη του υλικού. Παίρνει έναν από τους κοινωνικό-οικονομικούς σχηματισμούς —το σύστημα της εμπορευματικής οικονομίας— και στηριζόμενος σ’ έναν τεράστιο όγκο στοιχείων (που τα μελέτησε τουλάχιστον 25 χρόνια) δίνει μια λεπτομερέστατη ανάλυση των νόμων της λειτουργίας αυτού του σχηματισμού και της ανάπτυξής του. Η ανάλυση αυτή περιορίζεται μονάχα στις σχέσεις παραγωγής ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας: Ο Μαρξ, χωρίς να καταφύγει ούτε μία φορά για την εξήγηση του ζητήματος σε οποιαδήποτε στοιχεία που να βρίσκονται έξω απ’ αυτές τις σχέσεις παραγωγής, μας δίνει τη δυνατότητα να δούμε πώς αναπτύσσεται η εμπορευματική οργάνωση της κοινωνικής οικονομίας, πώς μετατρέπεται σε κεφαλαιοκρατική, δημιουργώντας τις ανταγωνιστικές (μέσα στα πλαίσια πια των σχέσεων παραγωγής) τάξεις —την αστική τάξη και το προλεταριάτο- πώς αναπτύσσει την παραγωγικότητα της κοινωνικής εργασίας, και μπάζει έτσι ένα στοιχείο που έρχεται σε ανειρήνευτη αντίθεση με τις βάσεις αυτής της ίδιας της κεφαλαιοκρατικής οργάνωσης.

Αυτός είναι ο σκελετός του Κεφαλαίου. Ουσιαστικό είναι όμως το γεγονός ότι ο Μαρξ δεν ικανοποιήθηκε μ’ αυτό το σκελετό, ότι δεν περιορίστηκε μονάχα στην «οικονομική θεωρία» με τη συνηθισμένη έννοια της λέξης, ότι —εξηγώντας τη διάρθρωση και την ανάπτυξη αυτού του κοινωνικού σχηματισμού αποκλειστικά με τις σχέσεις παραγωγής— παρακολουθούσε ωστόσο παντού και πάντα τα εποικοδομήματα που αντιστοιχούσαν σ’ αυτές τις σχέσεις παραγωγής και έδινε στο σκελετό σάρκα και οστά. Το Κεφάλαιο είχε τόσο κολοσσιαία επιτυχία, ακριβώς γιατί το βιβλίο αυτό ενός «Γερμανού οικονομολόγου» έδειξε στον αναγνώστη όλο τον κεφαλαιοκρατικό κοινωνικό σχηματισμό σαν κάτι το ζωντανό — με τις πλευρές της καθημερινής ζωής του, με την πραγματική κοινωνική εκδήλωση του ανταγωνισμού των τάξεων, που ενυπάρχει στις σχέσεις παραγωγής, με το αστικό πολιτικό εποικοδόμημα, που περιφρουρεί την κυριαρχία της τάξης των κεφαλαιοκρατών, με τις αστικές ιδέες της ελευθερίας, της ισότητας κλπ., με τις αστικές οικογενειακές σχέσεις.

Καταλαβαίνετε τώρα γιατί η σύγκριση με τον Δαρβίνο είναι απόλυτα ακριβής: Το Κεφάλαιο δεν είναι τίποτε άλλο παρά «μερικές συνθετικές ιδέες στενότατα συνδεμένες μεταξύ τους, που επιστεγάζουν ένα ολόκληρο Λευκό Όρος από συγκεκριμένο υλικό». Και αν κάποιος, διαβάζοντας Το Κεφάλαιο, δεν μπόρεσε ν’ αντιληφθεί αυτές τις συνθετικές ιδέες, γι’ αυτό δε φταίει ο Μαρξ, που ακόμα στον πρόλογο, όπως είδαμε, τόνιζε αυτές τις ιδέες. Κάτι παραπάνω. Η σύγκριση αυτή είναι σωστή όχι μόνο από εξωτερική άποψη (που άγνωστο γιατί ενδιαφέρει ιδιαίτερα τον κ. Μιχαϊλόβσκι), μα και από εσωτερική.

Όπως ο Δαρβίνος έβαλε τέρμα στην αντίληψη ότι τα είδη των ζώων και των φυτών είναι τελείως ασύνδετα μεταξύ τους, τυχαία, «δημιουργημένα από το Θεό» και αμετάβλητα, και τοποθέτησε για πρώτη φορά τη βιολογία σε ολότελα επιστημονικό έδαφος, διαπιστώνοντας τη μεταβλητότητα των ειδών και τη διαδοχικότητα μεταξύ τους, έτσι και ο Μαρξ έβαλε τέρμα στην αντίληψη ότι η κοινωνία είναι μια μηχανική ένωση ατόμων, που επιτρέπει κάθε είδους αλλαγές κατά τη βούληση των αρχών (ή, πράγμα που είναι το ίδιο, κατά τη βούληση της κοινωνίας και της κυβέρνησης), που εμφανίζεται και μεταβάλλεται τυχαία, και για πρώτη φορά τοποθέτησε την κοινωνιολογία σε επιστημονικό έδαφος, καθορίζοντας την έννοια του κοινωνικό-οικονομικού σχηματισμού, σα συνόλου των δοσμένων σχέσεων παραγωγής, καθορίζοντας ότι η εξέλιξη αυτών των σχηματισμών είναι ένα φυσικό-ιστορικό προτσές.

Τώρα, ύστερα από την εμφάνιση του Κεφαλαίου, η υλιστική αντίληψη της ιστορίας δεν είναι πια υπόθεση, αλλά επιστημονικά αποδειγμένη θέση, κι όσο δε θα υπάρχει άλλη προσπάθεια να εξηγηθεί επιστημονικά η λειτουργία και η εξέλιξη οποιουδήποτε κοινωνικού σχηματισμού —ακριβώς ενός κοινωνικού σχηματισμού και όχι της ζωής μιας οποιασδήποτε χώρας ή ενός λαού, ή ακόμα και μιας τάξης κλπ.— όσον καιρό δε θα υπάρχει μια άλλη προσπάθεια, ικανή να βάλει τάξη στα «αντίστοιχα γεγονότα», όπως ακριβώς μπόρεσε να το κάνει ο υλισμός, και να δώσει τη ζωντανή εικόνα ενός ορισμένου σχηματισμού με μια ταυτόχρονη αυστηρά επιστημονική εξήγησή του, ως τότε η υλιστική αντίληψη της ιστορίας θα είναι το συνώνυμο της κοινωνικής επιστήμης. Ο υλισμός δεν είναι μια «κατ’ εξοχήν επιστημονική αντίληψη της ιστορίας», όπως νομίζει ο κ. Μιχαϊλόβσκι, αλλά η μοναδική επιστημονική αντίληψη της ιστορίας.

Και τώρα μπορείτε να φανταστείτε κάτι πιο διασκεδαστικό και αξιοπερίεργο από το γεγονός ότι βρέθηκαν άνθρωποι που μπόρεσαν να διαβάσουν Το Κεφάλαιο και να μη βρουν σ’ αυτό το έργο υλισμό! Πού είναι ο υλισμός; — ρωτά με ειλικρινή απορία ο κ. Μιχαϊλόβσκι.

Ο κ. Μιχαϊλόβσκι διάβασε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο και δεν πρόσεξε ότι η εξήγηση των σύγχρονων θεσμών —και των νομικών, και των πολιτικών, και των οικογενειακών, και των θρησκευτικών και των φιλοσοφικών— δίνεται εκεί κατά τρόπο υλιστικό, ότι ακόμα και η κριτική των σοσιαλιστικών και των κομμουνιστικών θεωριών ψάχνει και βρίσκει τις ρίζες τους σε τούτες ή σε κείνες τις σχέσεις παραγωγής.

Ο κ. Μιχαϊλόβσκι διάβασε την Αθλιότητα της φιλοσοφίας και δεν πρόσεξε ότι η ανάλυση της κοινωνιολογίας του Προυντόν γίνεται σ’ αυτό το έργο από υλιστική άποψη, ότι η κριτική στην οποία υποβάλλονται οι λύσεις, που πρότεινε ο Προυντόν για τα πιο διαφορετικά ιστορικά προβλήματα, ξεκινάει από τις αρχές του υλισμού, ότι οι ίδιες οι υποδείξεις του συγγραφέα σχετικά με το πού πρέπει να αναζητηθούν τα στοιχεία για τη λύση αυτών των προβλημάτων ανάγονται όλες στις σχέσεις παραγωγής.

Ο κ. Μιχαιλόβσκι διάβασε Το Κεφάλαιο και δεν πρόσεξε ότι βρίσκεται μπροστά σ’ ένα πρότυπο επιστημονικής ανάλυσης με την υλιστική μέθοδο ενός, από τους πιο σύνθετους, κοινωνικού σχηματισμού, πρότυπο που αναγνωρίστηκε από όλους και δεν ξεπεράστηκε από κανένα. Και να τώρα κάθεται και σπάζει το κεφάλι του πάνω στο βαθύτατο πρόβλημα: «Σε ποιο έργο εξέθεσε ο Μαρξ την υλιστική του αντίληψη της ιστορίας;»

Ο καθένας που έχει γνωρίσει τα έργα του Μαρξ, θα του απαντούσε μ’ ένα άλλο ερώτημα: σε ποιο έργο του ο Μαρξ δεν έχει εκθέσει την υλιστική του αντίληψη της ιστορίας; Ίσως όμως ο κ. Μιχαιλόβσκι θα μάθει για τις υλιστικές έρευνες του Μαρξ μόνο τότε, όταν οι έρευνες αυτές θ’ αναγραφούν με τους αντίστοιχους αριθμούς σε κάποια ιστορικοσοφιστική εργασία κάποιου Καρέγεφ, στη στήλη «οικονομικός υλισμός».

Το πιο αξιοπερίεργο όμως είναι ότι ο κ. Μιχαιλόβσκι κατηγορεί τον Μαρξ γιατί δεν «αναθεώρησε (sic!*) –(*έτσι! Συντ)- όλες τις γνωστές θεωρίες, για το ιστορικό προτσές». Αυτό πια είναι πολύ διασκεδαστικό. Μα τι ήταν κατά τα 9/10 αυτές οι θεωρίες; Καθαρά απριορικά, δογματικά, αφηρημένα κατασκευάσματα για το τι είναι κοινωνία, τι είναι πρόοδος; κλπ. (Διαλέγω σκόπιμα παραδείγματα που μιλάνε στο νου και στην καρδιά του κ. Μιχαιλόβσκι). Μα οι θεωρίες αυτές είναι εντελώς ακατάλληλες και μόνο από το γεγονός ότι υπάρχουν, είναι εντελώς ακατάλληλες από τις βασικές τους μεθόδους, από την ολοκληρωτική και αθεράπευτη μεταφυσικότητά τους.

Γιατί το ν’ αρχίσει κανείς να ρωτά: τι είναι κοινωνία, τι είναι πρόοδος; — σημαίνει ότι αρχίζει από το τέλος. Από πού θα πάρετε την έννοια της κοινωνίας και της προόδου γενικά, όταν δεν έχετε ακόμα μελετήσει κανένα κοινωνικό σχηματισμό ειδικά, όταν δεν μπορέσατε ούτε να καθορίσετε αυτή την έννοια, και δεν μπορέσατε ούτε να καταπιαστείτε στα σοβαρά με την έμπρακτη μελέτη των γεγονότων, με την αντικειμενική ανάλυση οποιωνδήποτε κοινωνικών σχέσεων; Αυτό είναι το πιο έκδηλο γνώρισμα της μεταφυσικής, με την οποία άρχισε κάθε επιστήμη: όσον καιρό δεν ήταν σε θέση να καταπιαστούν με τη μελέτη των γεγονότων, επινοούσαν πάντα a priori*-(*εκ των προτέρων, ανεξάρτητα από την πείρα. Η Σύντ.) γενικές θεωρίες, που έμεναν πάντα στείρες.

Ο μεταφυσικός-χημικός, που δεν ήταν ακόμα σε θέση να αναλύσει τις πραγματικά χημικές λειτουργίες, επινοούσε μια θεωρία για το τι είναι δύναμη της χημικής συγγένειας. Ο μεταφυσικός-βιολόγος μιλούσε για το τι είναι ζωή και ζωική δύναμη. Ο μεταφυσικός-ψυχολόγος έκανε συλλογισμούς για το τι είναι ψυχή. Στις περιπτώσεις αυτές, η ίδια η μέθοδος ήταν ανόητη. Δεν μπορείς να κάνεις συλλογισμούς για την ψυχή αν δεν εξηγήσεις ειδικά τις ψυχικές λειτουργίες: η πρόοδος εδώ πρέπει να συνίσταται ακριβώς στην απόρριψη των γενικών θεωριών και των φιλοσοφικών κατασκευασμάτων για το τι είναι ψυχή και στην ικανότητα να τοποθετηθεί σε επιστημονικό έδαφος η μελέτη των γεγονότων που χαρακτηρίζουν τούτες ή εκείνες τις ψυχικές λειτουργίες.

Γι’ αυτό το λόγο η κατηγορία του κ. Μιχαιλόβσκι μοιάζει πέρα για πέρα με την κατηγορία ενός μεταφυσικού-ψυχολόγου, που ενώ σ’ όλη του τη ζωή έγραφε «έρευνες» για το τι είναι ψυχή (χωρίς να ξέρει να εξηγήσει με ακρίβεια ούτε ένα, έστω και το πιο απλό, ψυχικό φαινόμενο) — θ’ άρχιζε να κατηγορεί έναν επιστήμονα ψυχολόγο, γιατί δεν αναθεώρησε όλες τις γνωστές θεωρίες για την ψυχή. Αυτός ο επιστήμονας ψυχολόγος απέρριψε τις φιλοσοφικές θεωρίες για την ψυχή και καταπιάστηκε άμεσα με τη μελέτη του υλικού υποστρώματος των ψυχικών φαινομένων — των νευρικών λειτουργιών, κι έδωσε, ας πούμε, την ανάλυση και την εξήγηση τούτων ή εκείνων των ψυχικών λειτουργιών.

Και να που ο μεταφυσικός — ψυχολόγος μας διαβάζει αυτή την εργασία και την επαινεί —καλά έχουν περιγραφεί οι λειτουργίες, λέει, και έχουν μελετηθεί τα γεγονότα— μα δεν είναι ικανοποιημένος. Επιτρέψτε μου —λέει ταραγμένος, ακούοντας να συζητάνε γύρω του για την ολότελα νέα αντίληψη της ψυχολογίας αυτού του επιστήμονα, για την ιδιαίτερη μέθοδο επιστημονικής ψυχολογίας— επιτρέψτε μου —λέει αναμμένος ο φιλόσοφος— μα σε ποιο έργο έχει εκτεθεί αυτή η μέθοδος; Και όμως σ’ αυτό το έργο δεν υπάρχουν «παρά μόνο γεγονότα»; Σ ‘ αυτό το έργο δε γίνεται καν νύξη για αναθεώρηση όλων «των γνωστών φιλοσοφικών θεωριών για την ψυχή»; Μα αυτό το έργο δεν ανταποκρίνεται καθόλου στις απαιτήσεις !

Κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο και Το Κεφάλαιο δεν είναι, εννοείται, έργο κατάλληλο για έναν κοινωνιολόγο μεταφυσικό, που δεν προσέχει πόσο στείροι είναι οι απριορικοί συλλογισμοί για το τι είναι κοινωνία, που δεν καταλαβαίνει ότι οι μέθοδοι αυτές, αντί να μελετούν και να εξηγούν τα φαινόμενα, απλώς υποκαθιστούν λαθραία την έννοια της κοινωνίας ή με τις αστικές ιδέες του Άγγλου έμπορου, ή με τα μικροαστικά σοσιαλιστ ικά ιδανικά του Ρώσου δημοκράτη, και τίποτε παραπάνω. Γι’ αυτό το λόγο όλες αυτές οι φιλοσοφικό-ιστορικές θεωρίες εμφανίστηκαν και έσκασαν σα σαπουνόφουσκες, και στην καλύτερη περίπτωση ήταν σύμπτωμα των κοινωνικών ιδεών και σχέσεων του καιρού τους, χωρίς να προωθούν ούτε κατά κεραία την ικανότητα του ανθρώπου ν’ αντιληφθεί έστω και κάποιες μεμονωμένες, όμως σε αντάλλαγμα πραγματικές (και όχι κείνες που «ανταποκρίνονται στην ανθρώπινη φύση») κοινωνικές σχέσεις.

Το γιγάντιο βήμα προς τα μπρος, που έκανε από την άποψη αυτή ο Μαρξ, συνίσταται ακριβώς στο ότι απέρριψε όλους αυτούς τους συλλογισμούς για την κοινωνία και την πρόοδο γενικά και σε αντάλλαγμα έδωσε την επιστημονική ανάλυση μιας μόνο κοινωνίας και μιας προόδου — της κεφαλαιοκρατικής. Και ο κ. Μιχαϊλόβσκι τον κατηγορεί γιατί άρχισε από την αρχή, και όχι από το τέλος, γιατί άρχισε από την ανάλυση των γεγονότων, και όχι από τα τελικά συμπεράσματα, από τη μελέτη των μερικών, ιστορικά καθορισμένων κοινωνικών σχέσεων, και όχι από τις γενικές θεωρίες για το τι είναι αυτές οι κοινωνικές σχέσεις γενικά! Και ρωτάει: «Πού είναι λοιπόν το έργο που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις;». Ω, πάνσοφε υποκειμενικέ κοινωνιολόγε!

Αν ο υποκειμενικός μας φιλόσοφος περιοριζόταν μόνο στο να εκφράσει την απορία του σε σχέση με το ζήτημα, σε ποιο έργο θεμελιώθηκε ο υλισμός, το κακό δε θα ‘ταν και τόσο μεγάλο. Ο κ. Μιχαϊλόβσκι, όμως, παρόλο που δε βρήκε πουθενά όχι μόνο θεμελίωση, μα έστω και μια έκθεση της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας (και, ίσως, ακριβώς γιατί δεν τη βρήκε), αρχίζει να αποδίδει στη διδασκαλία αυτή αξιώσεις, που ποτέ της δεν έχει διατυπώσει.

Παραθέτοντας μια περικοπή από τον Μπλος, που λέει ότι ο Μαρξ διακήρυξε μια ολότελα νέα αντίληψη της ιστορίας, ισχυρίζεται σε συνέχεια, χωρίς να στενοχωριέται καθόλου, πως η θεωρία αυτή έχει τάχα την αξίωση ότι «εξήγησε στην ανθρωπότητα το παρελθόν της», ότι εξήγησε «όλο (sic! ! 😉 το παρελθόν της ανθρωπότητας» κλπ. Μα αυτό είναι καθαρή παραποίηση! Η θεωρία αυτή έχει την αξίωση ότι εξήγησε μόνο την κεφαλαιοκρατική κοινωνική οργάνωση και καμιά άλλη. Αν η εφαρμογή του υλισμού στην ανάλυση και στην εξήγηση μόνο ενός κοινωνικού σχηματισμού έδωσε τόσο λαμπρά αποτελέσματα, είναι ολότελα φυσικό ότι ο υλισμός στην ιστορία δεν είναι πια υπόθεση, αλλά επιστημονικά επαληθευμένη θεωρία• η ανάγκη μιας τέτοιας μεθόδου είναι ολότελα φυσικό να επεκταθεί και στους υπόλοιπους κοινωνικούς σχηματισμούς, έστω και αν οι σχηματισμοί αυτοί δεν έχουν υποβληθεί σε ειδική συγκεκριμένη μελέτη και σε λεπτομερειακή ανάλυση, ακριβώς όπως η ιδέα της μεταμόρφωσης των ειδών, που έχει αποδειχτεί για αρκετά γεγονότα, επεκτείνεται σ’ όλη την περιοχή της βιολογίας, αν και δεν κατορθώθηκε ακόμα να διαπιστωθεί με ακρίβεια για μερικά είδη ζώων και φυτών το γεγονός της μεταμόρφωσής τους.

Και όπως η θεωρία της μεταμόρφωσης δεν προβάλλει καθόλου την αξίωση ότι εξηγεί «όλη» την ιστορία του σχηματισμού των ειδών, αλλά μονάχα ότι τοποθετεί τις μεθόδους αυτής της εξήγησης σε επιστημονικό ύψος, έτσι ακριβώς και ο υλισμός στην ιστορία ποτέ δεν πρόβαλε την αξίωση ότι εξηγεί τα πάντα, αλλά μόνο ότι δείχνει τη «μοναδικά επιστημονική», κατά την έκφραση του Μαρξ (Το Κεφάλαιο) μέθοδο εξήγησης της ιστορίας (9).

Απ’ αυτό μπορούμε να κρίνουμε πόσο έξυπνες, σοβαρές και ευπρεπείς μεθόδους πολεμικής χρησιμοποιεί ο κ. Μιχαϊλόβσκι όταν στην αρχή παραποιεί τον Μαρξ, αποδίδοντας στον υλισμό την παράλογη αξίωση ότι θέλει «να εξηγήσει τα πάντα» στην ιστορία, να βρει «το κλειδί για όλες τις ιστορικές κλειδαριές» (αξίωση, που φυσικά αναιρέθηκε αμέσως και με πολύ δηκτικό τρόπο από τον Μαρξ στο «γράμμα» του (10) απ’ αφορμή τα άρθρα του Μιχαϊλόβσκι), ύστερα ειρωνεύεται με ταχυδακτυλουργικό τρόπο αυτή την αξίωση, που την εφεύρε ο ίδιος και, τέλος, παραθέτοντας με ακρίβεια τις σκέψεις του Ένγκελς —με ακρίβεια, γιατί τούτη τη φορά παραθέτει περικοπή και δε μας δίνει παράφραση— πως η πολιτική οικονομία, όπως την εννοούν οι υλιστές, «πρέπει ακόμα να δημιουργηθεί», πως «ό,τι μας έδωσε η πολιτική οικονομία περιορίζεται» στην ιστορία της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας (11) , βγάζει το συμπέρασμα ότι «με τα λόγια αυτά στενεύει πολύ το πεδίο δράσης του οικονομικού υλισμού» ! Τι απροσμέτρητη αφέλεια, ή τι απροσμέτρητη έπαρση πρέπει να ‘χει ένας άνθρωπος, για να πιστεύει ότι τέτοια ταχυδακτυλουργικά κόλπα μπορούν να περάσουν απαρατήρητα! Στην αρχή παραποίησε τον Μαρξ, έπειτα ειρωνεύτηκε το ίδιο του το ψέμα, κατόπιν παρέθεσε με ακρίβεια ορισμένες σκέψεις, και τώρα έχει την αναίδεια να δηλώνει ότι οι σκέψεις αυτές στενεύουν το πεδίο δράσης του οικονομικού υλισμού!

Τι είναι και τι αξία έχει αυτή η ειρωνεία του κ. Μιχαϊλόβσκι, μας το δείχνει το παρακάτω παράδειγμα: «Ο Μαρξ πουθενά δεν τις θεμελιώνει» —δηλαδή τις βάσεις της θεωρίας του οικονομικού υλισμού— λέει ο κ. Μιχαϊλόβσκι. «Είναι αλήθεια ότι ο Μαρξ είχε σκεφτεί να γράψει μαζί με τον Ένγκελς ένα έργο φιλοσοφικό-ιστορικού και ιστορικο-φιλοσοφικού χαρακτήρα, και μάλιστα το έγραψε (στα 1845-1846), το έργο όμως αυτό ποτέ δεν τυπώθηκε. Ο Ένγκελς λέει: “Το πρώτο μέρος του έργου αυτού (12) είναι μια έκθεση της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας, που δείχνει μόνο πόσο ανεπαρκείς ήταν οι γνώσεις μας στην περιοχή της οικονομικής ιστορίας“. Έτσι -συμπεραίνει ο κ. Μιχαϊλόβσκι— τα βασικά σημεία του “επιστημονικού σοσιαλισμού” και της θεωρίας του οικονομικού υλισμού ανακαλύφθηκαν και εκτέθηκαν κατόπιν στο Μανιφέστο σε εποχή που, σύμφωνα με την ίδια την ομολογία ενός από τους συγγραφείς του, δε διέθεταν παρά ανεπαρκείς γνώσεις για ένα τέτοιο έργο».

Πολύ χαριτωμένη κριτική, δεν είναι έτσι; Ο Ένγκελς λέει ότι ήταν ανεπαρκείς οι γνώσεις τους της οικονομικής «ιστορίας» και ότι γι’ αυτό δεν τύπωσαν το έργο τους που είχε «γενικό» ιστορικο-φιλοσοφικό χαρακτήρα. Και ο κ. Μιχαϊλόβσκι ερμηνεύει λαθεμένα τα λόγια αυτά του Ένγκελς, λέγοντας ότι είχαν ανεπαρκείς γνώσεις «για ένα τέτοιο έργο», όπως είναι η επεξεργασία των «βασικών σημείων του επιστημονικού σοσιαλισμού», δηλ. η επεξεργασία μιας επιστημονικής κριτικής του αστικού καθεστώτος, που είχε ήδη δοθεί στο Μανιφέστο.

Ένα από τα δύο: ή ο κ. Μιχαϊλόβσκι δεν μπορεί να καταλάβει τη διαφορά ανάμεσα στην προσπάθεια ν’ αγκαλιάσεις όλη τη φιλοσοφία της ιστορίας και στην προσπάθεια να εξηγήσεις το αστικό καθεστώς, ή υποθέτει ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν είχαν αρκετές γνώσεις για να κάνουν κριτική της πολιτικής οικονομίας. Και σ’ αυτή την περίπτωση είναι πολύ σκληρόκαρδος απέναντί μας, γιατί δε μας κάνει γνωστές τις δικές του αντιλήψεις γι’ αυτή την ανεπάρκεια, τις δικές του διορθώσεις και συμπληρώσεις. Η απόφαση του Μαρξ και του Ένγκελς να μη δημοσιεύσουν την ιστορικο-φιλοσοφική εργασία τους και να συγκεντρώσουν όλες τις δυνάμεις τους στην επιστημονική ανάλυση μόνο μιας κοινωνικής οργάνωσης δείχνει απλώς ένα ανώτατο βαθμό επιστημονικής ευσυνειδησίας. Η απόφαση του κ. Μιχαϊλόβσκι να ειρωνευτεί, κάνοντας την προσθήκη ότι τάχα ο Μαρξ και ο Ένγκελς εκθέσανε τις απόψεις τους, ενώ ομολογούσαν οι ίδιοι ότι δεν ήταν αρκετές οι γνώσεις τους για να τις επεξεργαστούν, χαρακτηρίζει απλώς τις μεθόδους πολεμικής του, που δε μαρτυρούν ούτε εξυπνάδα, ούτε ευπρέπεια.

Ένα άλλο δείγμα: «Για τη θεμελίωση του οικονομικού υλισμού, ως ιστορικής θεωρίας, περισσότερα έκανε το alter ego* -(* το άλλο εγώ. Η Σύντ.)-του Μαρξ —ο Ένγκελς— λέει ο κ. Μιχαϊλόβσκι. Ο Ένγκελς έγραψε μια ειδική ιστορική εργασία: Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους σε σχέση (im Anschluss) με τις αντιλήψεις του Μόργκαν. Αυτό το Anschluss είναι εξαιρετικά αξιοθαύμαστο. Το βιβλίο του Αμερικανού Μόργκαν βγήκε πολλά χρόνια ύστερα από τη διακήρυξη των βάσεων του οικονομικού υλισμού από τον Μαρξ και τον Ένγκελς, και τελείως ανεξάρτητα από τη θεωρία αυτή». Και να που «οι οικονομικοί υλιστές τάχτηκαν», όπως ισχυρίζεται ο Μιχαϊλόβσκι, με το μέρος αυτού του βιβλίου και, μια και στους προϊστορικούς χρόνους δεν υπήρχε πάλη των τάξεων, επιφέρανε μια «τροποποίηση» στη διατύπωση της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας, που λέει ότι καθοριστικό στοιχείο παράλληλα με την παραγωγή των υλικών αξιών είναι και η παραγωγή του ίδιου του ανθρώπου, δηλαδή η παραγωγή παιδιών, που έπαιζε πρωταρχικό ρόλο στην πρωτόγονη εποχή, όταν η παραγωγικότητα της εργασίας ήταν ακόμα πολύ λίγο αναπτυγμένη.

«Η μεγάλη υπηρεσία του Μόργκαν —λέει ο Ένγκελς— είναι ότι βρήκε στις σχέσεις των γενών των Βορειοαμερικανών ινδιάνων το κλειδί για τα σπουδαιότατα, άλυτα ως τότε, αινίγματα της αρχαίας ελληνικής, της ρωμαϊκής και της γερμανικής ιστορίας»(13)

«Έτσι —αποφαίνεται σε σχέση μ’ όλα αυτά ο κ. Μιχαϊλόβσκι— στα τέλη της δεκαετίας 1840-1850 ανακαλύφτηκε και διακηρύχτηκε μια εντελώς νέα, υλιστική και αληθινή επιστημονική αντίληψη της ιστορίας, που έκανε για την ιστορική επιστήμη ό,τι ακριβώς έκανε η θεωρία του Δαρβίνου για τις σύγχρονες φυσικές επιστήμες».

Η αντίληψη όμως αυτή —επαναλαμβάνει κατόπιν ακόμα μια φορά ο κ. Μιχαϊλόβσκι— δεν έχει ποτέ θεμελιωθεί επιστημονικά. «Όχι μόνο δεν έχει ελεγχθεί στο μεγάλο και ποικιλόμορφο πεδίο του συγκεκριμένου υλικού ( Το Κεφάλαιο «δεν είναι» έργο «που ν’ ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις»: περιέχει μόνο γεγονότα και εξονυχιστικές έρευνες!), αλλά δεν έχει ακόμα και αρκετά αιτιολογηθεί, έστω και με την κριτική και τον αποκλεισμό των άλλων φιλοσοφικό-ιστορικών συστημάτων».

Το βιβλίο του Ένγκελς —Herm E. Diihrings Umwalzung der Wissenschaft*-(*Η ανατροπή της επιστήμης από τον κ. Ε. Ντίρινγκ. Η Σύντ.)— «δεν αποτελεί παρά μια πνευματώδη προσπάθεια, που έγινε στα πεταχτά», και γι’ αυτό ο κ. Μιχαϊλόβσκι έχει τη γνώμη ότι είναι δυνατό να παρακάμψει τελείως ένα σωρό ουσιαστικά ζητήματα που θίγονται σ’ αυτό το έργο, παρά το γεγονός ότι «η πνευματώδης αυτή προσπάθεια» δείχνει πολύ πνευματωδώς την έλλειψη περιεχομένου των κοινωνιολογιών, «που αρχίζουν από ουτοπίες», παρόλο που στο έργο αυτό γίνεται λεπτομερειακή κριτική σε κείνη τη «θεωρία της βίας», που κηρύχνει ότι τα πολιτικο-νομικά συστήματα καθορίζουν τα οικονομικά, θεωρία που με τόσο ζήλο διαδίδουν οι κ.κ. δημοσιολόγοι του Ρούσκογε Μπογκάτστβο.

Πραγματικά είναι πολύ πιο εύκολο να αραδιάζει κανείς για ένα έργο κάμποσες φράσεις που δε λένε τίποτε, παρά να εξετάζει στα σοβαρά έστω και ένα μόνο ζήτημα, που λύνεται υλιστικά σ’ αυτό το έργο. Άλλωστε αυτό είναι και ακίνδυνο, γιατί το πιθανότερο είναι ότι η λογοκρισία δε θα επιτρέψει ποτέ τη μετάφραση αυτού του βιβλίου και ο κ. Μιχαϊλόβσκι μπορεί να το ονομάζει πνευματώδες, χωρίς να φοβάται καθόλου για την υποκειμενική του φιλοσοφία.

Ακόμα πιο χαρακτηριστική και πιο διδαχτική (για να φανεί παραστατικά ότι η γλώσσα δόθηκε στον άνθρωπο για να κρύβει τις σκέψεις του ή για να δίνει στην κουφότητα τη μορφή σκέψης) είναι η γνώμη του για το Κεφάλαιο του Μαρξ. «Στο Κεφάλαιο υπάρχουν λαμπρές σελίδες με ιστορικό περιεχόμενο, όμως (αυτό το «όμως» είναι υπέροχο! Αυτό πια δεν είναι «όμως», μα το περίφημο ”mais”, που μεταφρασμένο στα ρωσικά σημαίνει: «τ ‘ αφτιά δε μεγαλώνουν πάνω από το μέτωπο») σύμφωνα με τον ίδιο το σκοπό του βιβλίου, οι σελίδες αυτές αναφέρονται μόνο σε μια ορισμένη ιστορική περίοδο και δεν επιβεβαιώνουν τις βασικές θέσεις του οικονομικού υλισμού, παρά απλώς θίγουν την οικονομική πλευρά μιας ορισμένης ομάδας ιστορικών φαινομένων».

Μ’ άλλα λόγια: Το Κεφάλαιο, που ο μοναδικός του σκοπός είναι να μελετήσει ακριβώς την κεφαλαιοκρατική κοινωνία, μας δίνει την υλιστική ανάλυση αυτής της κοινωνίας και των εποικοδομημάτων της, «όμως» ο κ. Μιχαϊλόβσκι προτιμά να παρακάμψει αυτή την ανάλυση: εδώ, όπως βλέπετε, γίνεται λόγος μόνο για «μια» περίοδο, ενώ ο κ. Μιχαϊλόβσκι θέλει ν’ αγκαλιάσει όλες τις περιόδους και να τις αγκαλιάσει έτσι, ώστε να μη μιλήσει ιδιαίτερα για καμιά απ’ αυτές. Είναι ευνόητο ότι για να πετύχει κανείς αυτό το σκοπό, δηλαδή για ν’ αγκαλιάσει όλες τις περιόδους χωρίς να θίξει ουσιαστικά καμιά, δεν υπάρχει παρά ένας δρόμος: ο δρόμος των κοινοτοπιών, των φράσεων «που λάμπουν» και δεν έχουν περιεχόμενο.

Και κανείς δεν μπορεί να παραβληθεί με τον κ. Μιχαϊλόβσκι στην τέχνη τού να ξεφεύγει με φράσεις. Αποδείχνεται ότι δεν αξίζει τον κόπο να μιλάει κανείς (ξεχωριστά) για την ουσία των ερευνών του Μαρξ, γιατί ο Μαρξ «δεν επιβεβαιώνει τις θεμελιακές αρχές του οικονομικού υλισμού, αλλά απλούστατα θίγει την οικονομική πλευρά μιας ορισμένης ομάδας ιστορικών φαινομένων». Τι βαθυστόχαστη σκέψη! «Δεν επιβεβαιώνει», αλλά «απλούστατα θίγει»! Πραγματικά, πόσο απλά μπορεί να καλυφθεί κάθε ζήτημα με μια φράση! Όταν, λ.χ., ο Μαρξ δείχνει επανειλημμένα πως η ισότητα των πολιτών, η ελευθερία σύμβασης και οι άλλες παρόμοιες αρχές του κράτους δικαίου έχουν σα  βάση τις σχέσεις εμπορευματοπαραγωγών — τι είναι αυτό; Επιβεβαιώνει μ’ αυτό τον υλισμό ή «απλώς» τον θίγει; Ο φιλόσοφός μας, με τη σεμνότητα που τον διακρίνει, αποφεύγει να δώσει απάντηση σχετικά με την ουσία του ζητήματος και βγάζει άμεσα συμπεράσματα από την «πνευματώδη προσπάθειά» του να μιλάει λαμπρά και να μη λέει τίποτε.

«Δεν είναι άξιο απορίας —λέει σ’ αυτό το συμπέρασμα— ότι για τη θεωρία αυτή, που είχε την αξίωση ότι φωτίζει την παγκόσμια ιστορία, 40 χρόνια ύστερα από τη διακήρυξή της, η αρχαία ελληνική, η ρωμαϊκή και η γερμανική ιστορία εξακολουθούσαν να παραμένουν άλυτα αινίγματα. Και το κλειδί για τα αινίγματα αυτά το ‘δωσε, πρώτον, ένας άνθρωπος που ήταν ολότελα ξένος προς τη θεωρία του οικονομικού υλισμού, που δεν ήξερε τίποτε γι’ αυτήν, και δεύτερο, το ‘δωσε με τη βοήθεια ενός παράγοντα όχι οικονομικού. Κάπως διασκεδαστική εντύπωση προκαλεί ο όρος “παραγωγή του ίδιου του ανθρώπου”, δηλαδή παραγωγή παιδιών, από τον οποίο πιάνεται ο Ένγκελς για να διατηρήσει έστω και μια λεκτική σύνδεση με τη θεμελιακή διατύπωση του οικονομικού υλισμού. Όμως ο Ένγκελς αναγκάζεται να παραδεχτεί ότι επί πολλούς αιώνες η ζωή της ανθρωπότητας δε διαμορφωνόταν σύμφωνα μ’ αυτή τη διατύπωση».

Η πολεμική σας, κ. Μιχαϊλόβσκι, είναι πραγματικά πολύ «απλοϊκή»!  Η θεωρία έλεγε ότι τις βάσεις για το «φώτισμα» της ιστορίας δεν πρέπει να ψάχνουμε να τις βρούμε στις ιδεολογικές, αλλά στις υλικές κοινωνικές σχέσεις. Η ανεπάρκεια συγκεκριμένου υλικού δεν έδωσε τη δυνατότητα να εφαρμοστεί η μέθοδος αυτή στην ανάλυση ορισμένων πολύ σπουδαίων φαινομένων της αρχαίας ιστορίας της Ευρώπης, λ.χ., της οργάνωσης των γενών(14), που γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο παρέμεινε αίνιγμα.*-( *Ο κ. Μιχαϊλόβσκι δεν παραλείπει κι εδώ την ευκαιρία να ειρωνευτεί: πώς συμβαίνει, λέει, από το ένα μέρος να έχουμε μια επιστημονική αντίληψη της ιστορίας και από το άλλο η αρχαία ιστορία να παραμένει αίνιγμα!)- Από κάθε σχολικό εγχειρίδιο μπορείτε να μάθετε, κ. Μιχαιλόβσκι, ότι το πρόβλημα της οργάνωσης των γενών είναι ένα από τα δυσκολότερα προβλήματα και έχει γεννήσει ένα σωρό θεωρίες για την εξήγησή του. Να όμως που το πλούσιο υλικό που μάζεψε ο Μόργκαν στην Αμερική τού δίνει τη δυνατότητα ν’ αναλύσει την ουσία της οργάνωσης των γενών και να βγάλει το συμπέρασμα ότι η εξήγησή της δεν πρέπει να αναζητηθεί στις ιδεολογικές σχέσεις (λ.χ., στις νομικές ή στις θρησκευτικές), αλλά στις υλικές.

Είναι ολοφάνερο ότι το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει περίλαμπρα την υλιστική μέθοδο και τίποτε παραπάνω. Και όταν ο κ. Μιχαϊλόβσκι κατηγορεί αυτή τη διδασκαλία, πρώτον, γιατί το κλειδί για τα πιο δύσκολα ιστορικά αινίγματα το βρήκε ένας άνθρωπος «ολότελα ξένος» προς τη θεωρία του οικονομικού υλισμού, δεν μπορείς παρά να απορήσεις βλέποντας ως ποιο βαθμό οι άνθρωποι δεν μπορούν να ξεχωρίσουν κείνο που είναι υπέρ τους από ό,τι είναι κατηγορηματικά εναντίον τους. Δεύτερο -διατείνεται ο φιλόσοφός μας— η παραγωγή παιδιών δεν είναι οικονομικός παράγοντας.

Μα σε ποιο έργο του Μαρξ ή του Ένγκελς έχετε διαβάσει να γίνεται οπωσδήποτε λόγος για οικονομικό υλισμό; Ο Μαρξ και ο Ένγκελς, χαρακτηρίζοντας την κοσμοθεωρία τους, την ονόμαζαν απλώς υλισμό. Η βασική τους ιδέα (που εκφράζεται με απόλυτη ακρίβεια ακόμα και στην παραπάνω περικοπή του Μαρξ) ήταν πως οι κοινωνικές σχέσεις χωρίζονται σε υλικές και ιδεολογικές. Οι τελευταίες αποτελούν απλώς το εποικοδόμημα πάνω στις πρώτες, που διαμορφώνονται παρά τη θέληση και τη συνείδηση του ανθρώπου, σαν (αποτέλεσμα) μορφή της δράσης του ανθρώπου, που αποβλέπει στη διατήρηση της ύπαρξής του. Η εξήγηση για τις πολιτικο-νομικές μορφές —λέει ο Μαρξ στην παραπάνω περικοπή— πρέπει ν’ αναζητηθεί στις «υλικές σχέσεις ζωής».

Τι λοιπόν, μήπως ο κ. Μιχαϊλόβσκι νομίζει ότι οι σχέσεις της παραγωγής παιδιών ανήκουν στις ιδεολογικές σχέσεις; Οι εξηγήσεις που μας δίνει στο σημείο αυτό ο κ. Μιχαϊλόβσκι είναι τόσο χαρακτηριστικές, που αξίζει τον κόπο να σταθούμε σ’ αυτές. «Ό,τι κι αν σοφιστείτε για την παραγωγή παιδιών» —λέει— προσπαθώντας να διαπιστώνετε έστω και μια λεκτική σύνδεση ανάμεσα σ’ αυτήν και στον οικονομικό υλισμό, όσο και αν η παραγωγή παιδιών διασταυρώνεται στο πολύπλοκο δίχτυ των φαινομένων της κοινωνικής ζωής με άλλα φαινόμενα —μέσα σ’ αυτά συμπεριλαμβάνονται και τα οικονομικά— παρόλα αυτά έχει τις δικές της ρίζες, τις φυσιολογικές και ψυχικές ρίζες. (Σε κανένα μωρό μιλάτε, κ. Μιχαϊλόβσκι, και λέτε ότι η παραγωγή παιδιών έχει φυσιολογικές ρίζες! ; Ποιον πάτε να κοροϊδέψετε;) Κι αυτό μάς θυμίζει ότι οι θεωρητικοί του οικονομικού υλισμού δεν ξεκαθάρισαν τους λογαριασμούς τους όχι μόνο με την ιστορία, αλλά ούτε και με την ψυχολογία. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι οι σχέσεις των γενών έχασαν τη σημασία τους στην ιστορία των πολιτισμένων χωρών, δεν μπορούμε όμως να το πούμε αυτό με την ίδια σιγουριά και για τις καθαρά σεξουαλικές και οικογενειακές σχέσεις. Ασφαλώς, οι σχέσεις αυτές έχουν υποστεί μερικές αλλαγές κάτω από την πίεση της ζωής, που γίνεται γενικά όλο και πιο πολύπλοκη, με ορισμένη όμως διαλεκτική δεξιοτεχνία θα μπορούσε ν’ αποδειχτεί πως όχι μόνο οι νομικές, αλλά και οι ίδιες οι οικονομικές σχέσεις αποτελούν εποικοδόμημα πάνω στις σεξουαλικές και στις οικογενειακές σχέσεις. Δεν πρόκειται ν’ ασχοληθούμε με το ζήτημα αυτό, ωστόσο θα μιλήσουμε λόγου χάρη για το θεσμό της κληρονομίας».

Επιτέλους, ο φιλόσοφός μας τα κατάφερε να βγει από την περιοχή των κενών φράσεων*-(* Πραγματικά, πώς αλλιώς να ονομάσει κανείς μια μέθοδο, που συνίσταται στο να κατηγορείς τους υλιστές γιατί δεν ξεκαθάρισαν τους λογαριασμούς τους με την ιστορία, χωρίς όμως να προσπαθείς ν’ αναλύσεις κυριολεκτικά καμιά από τις πολυάριθμες υλιστικές εξηγήσεις που έδωσαν οι υλιστές για τα διάφορα ιστορικά ζητήματα; Ή όταν λες πως αυτό θα μπορούσε ν’ αποδειχτεί, μας εμείς δε θα ασχοληθούμε μ’ αυτό το ζήτημα;)- και να πλησιάσει τα γεγονότα, τα συγκεκριμένα γεγονότα, που επιδέχονται έλεγχο και δεν επιτρέπουν «να συγκαλύπτεται» τόσο εύκολα η ουσία του ζητήματος.

Ας δούμε λοιπόν πώς ο κριτικός μας του Μαρξ προσπαθεί να αποδείξει ότι ο θεσμός της κληρονομίας είναι εποικοδόμημα πάνω στις σεξουαλικές και οικογενειακές σχέσεις. «Σαν κληρονομία μεταβιβάζονται —ισχυρίζεται ο κ. Μιχαιλόβσκι— τα προϊόντα της οικονομικής παραγωγής («Τα προϊόντα της οικονομικής παραγωγής»! Τι περισπούδαστο! τι εύηχο ! και τι περίκομψη γλώσσα!), κι αυτός ακόμα ο θεσμός της κληρονομίας ως ένα βαθμό καθορίζεται από το γεγονός του οικονομικού συναγωνισμού. Μα, πρώτον, σαν κληρονομία μεταβιβάζονται και μη υλικές αξίες, πράγμα που εκφράζεται στις φροντίδες για την ανατροφή των παιδιών στο πνεύμα των πατεράδων τους».

Έτσι λοιπόν, η ανατροφή των παιδιών περιλαμβάνεται στο θεσμό της κληρονομίας! Λόγου χάρη, στο ρωσικό αστικό κώδικα υπάρχει ένα άρθρο, που λέει ότι «κατά την ανατροφή στο σπίτι οι γονείς πρέπει να προσπαθούν να διαμορφώσουν το ήθος τους (των παιδιών) σύμφωνα με τις απόψεις της κυβέρνησης». Μήπως αυτό το πράγμα το ονομάζει ο φιλόσοφός μας θεσμό της κληρονομίας; — «και δεύτερο —ακόμα κι αν παραμείνουμε αποκλειστικά στην οικονομική περιοχή— αν ο θεσμός της κληρονομίας δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς τα προϊόντα της παραγωγής που μεταβιβάζονται κληρονομικά, δεν μπορεί επίσης να νοηθεί και χωρίς τα προϊόντα της “παραγωγής των παιδιών” — χωρίς αυτά και χωρίς εκείνη την πολυσύνθετη και έντονη ψυχοσύνθεση που συνδέεται άμεσα μαζί τους». (Προσέξτε, σας παρακαλώ, τη γλώσσα: η πολυσύνθετη ψυχοσύνθεση που «συνδέεται» με τα προϊόντα της παραγωγής παιδιών! Μα είναι χαριτωμένο!).

Και έτσι, ο θεσμός της κληρονομίας είναι εποικοδόμημα πάνω στις οικογενειακές και στις σεξουαλικές σχέσεις, γιατί η κληρονομία δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την παραγωγή παιδιών! Μα αυτό είναι πραγματική ανακάλυψη της Αμερικής! Ως τα τώρα, όλος ο κόσμος είχε τη γνώμη ότι η παραγωγή παιδιών μπορεί να εξηγήσει το θεσμό της κληρονομίας τόσο λίγο, όσο και η ανάγκη να παίρνει κανείς τροφή μπορεί να εξηγήσει το θεσμό της ιδιοκτησίας. Ως τα τώρα, όλος ο κόσμος νόμιζε ότι αν, λ.χ., στη Ρωσία την εποχή που άκμαζε το τιμαριωτικό σύστημα (15) η γη δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί κληρονομικά (γιατί θεωρούνταν απλώς συμβατική ιδιοκτησία), η εξήγηση αυτού του φαινομένου έπρεπε να αναζητηθεί στις ιδιομορφίες της κοινωνικής οργάνωσης εκείνου του καιρού. Ο κ. Μιχαϊλόβσκι υποθέτει, όπως φαίνεται, ότι το πράγμα εξηγείται απλούστατα με το ότι η ψυχοσύνθεση, που συνδεόταν με τα προϊόντα της παραγωγής παιδιών του τσιφλικά του καιρού εκείνου, δεν ήταν αρκετά σύνθετη.

Ξύστε λιγάκι το «φίλο του λαού» —θα μπορούσαμε να πούμε παραφράζοντας το γνωστό ρητό- και θα βρείτε τον αστό. Πραγματικά, τι άλλο νόημα μπορούν να έχουν οι συλλογισμοί αυτοί του κ. Μιχαϊλόβσκι για σχέση του θεσμού της κληρονομίας με την ανατροφή των παιδιών, με την ψυχοσύνθεση της παραγωγής παιδιών κλπ., αν όχι τη σημασία ότι ο θεσμός της κληρονομίας είναι εξίσου αιώνιος, αναγκαίος και ιερός, όπως και η ανατροφή των παιδιών!

Είναι αλήθεια ότι ο κ. Μιχαϊλόβσκι προσπάθησε ν’ αφήσει ανοιχτό ένα παραθυράκι, όταν δήλωσε: «Ως ένα βαθμό, ο θεσμός της κληρονομίας καθορίζεται από το γεγονός του οικονομικού συναγωνισμού» — αυτός όμως ο ισχυρισμός δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά μια απόπειρα να μη δοθεί συγκεκριμένη απάντηση στο ερώτημα, και μάλιστα απόπειρα που γίνεται με ακατάλληλα μέσα. Πώς μπορούμε να πάρουμε υπόψη αυτή την παρατήρηση, όταν δε μας λέει ούτε λέξη, ως ποιον ακριβώς «βαθμό» η κληρονομία εξαρτάται από το συναγωνισμό, όταν δε μας ξεκαθαρίζει καθόλου, πώς ακριβώς εξηγείται αυτή η σχέση ανάμεσα στο συναγωνισμό και στο θεσμό της κληρονομίας;

Στην πραγματικότητα, ο θεσμός της κληρονομίας ήδη προυποθέτει την ύπαρξη της ατομικής ιδιοκτησίας, και η τελευταία αυτή εμφανίζεται μονάχα με την εμφάνιση της ανταλλαγής. Στη βάση της ατομικής ιδιοκτησίας βρίσκεται η εμφανιζόμενη κιόλας ειδίκευση της κοινωνικής εργασίας και η εκποίηση των προϊόντων στην αγορά. Όσον καιρό, λ.χ., όλα τα μέλη της πρωτόγονης κοινότητας των ινδιάνων έφτιαχναν από κοινού όλα τα προϊόντα που τους ήταν αναγκαία, δεν μπορούσε να υπάρχει ατομική ιδιοκτησία. Όταν όμως στην κοινότητα εμφανίστηκε ο καταμερισμός της εργασίας και τα μέλη της άρχισαν ν’ ασχολούνται το καθένα μόνο του με την παραγωγή του ενός ή του άλλου προϊόντος και να το πουλάνε στην αγορά, τότε ο υλικός αυτός χωρισμός των εμπορευματοπαραγωγών βρήκε την έκφρασή του στο θεσμό της ατομικής ιδιοκτησίας. Και η ατομική ιδιοκτησία και η κληρονομία είναι κατηγορίες μιας κοινωνικής τάξης πραγμάτων, στην οποία έχουν ήδη διαμορφωθεί χωριστές μικρές οικογένειες (μονογαμικές) και έχει αρχίσει ν ‘ αναπτύσσεται η ανταλλαγή. Το παράδειγμα του κ. Μιχαιλόβσκι αποδείχνει ακριβώς το αντίθετο από κείνο που ήθελε ν’ αποδείξει.

Στον κ. Μιχαιλόβσκι βρίσκουμε μια ακόμα συγκεκριμένη παρατήρηση, αλλά κι αυτή τη φορά πρόκειται για ένα μαργαριτάρι στο είδος του! «Όσο για τους δεσμούς του γένους —συνεχίζει διορθώνοντας τον υλισμό- έχουν ξεθωριάσει μέσα στην ιστορία των πολιτισμένων λαών εν μέρει πραγματικά κάτω από τις ακτίνες της επίδρασης των μορφών παραγωγής (πάλι υπεκφυγή, μόνο που είναι αυτή τη φορά πιο έκδηλη. Ποιων ακριβώς μορφών παραγωγής; Κενή φράση!) και εν μέρει έχουν διαλυθεί μέσα στους εθνικούς δεσμούς, που αποτελούν την ίδια τους τη συνέχεια και γενίκευσή τους».

Έτσι λοιπόν, οι εθνικοί δεσμοί είναι συνέχεια και γενίκευση των δεσμών του γένους! Ο κ. Μιχαιλόβσκι, όπως φαίνεται, δανείζεται τις αντιλήψεις του για την ιστορία της κοινωνίας από το παιδικό εκείνο παραμυθάκι που διδάσκουν στα γυμνασιόπαιδα. Η ιστορία της κοινωνίας —λέει αυτό το σχολικό δόγμα— συνίσταται στο ότι στην αρχή υπήρχε η οικογένεια, αυτός ο πυρήνας κάθε κοινωνίας* -(* Αυτό είναι μια καθαρά αστική ιδέα: οι σκόρπιες, μικρές οικογένειες έγιναν κυρίαρχες μονάχα στο αστικό καθεστώς έλειπαν εντελώς στα προϊστορικά χρόνια. Δεν υπάρχει τίποτε πιο χαρακτηριστικό για έναν αστό από τη μεταφορά των γνωρισμάτων της σύγχρονης τάξης πραγμάτων σε όλες τις εποχές και σ’ όλους τους λαούς)-, ύστερα η οικογένεια εξελίχθηκε τάχα σε φυλή και η φυλή σε κράτος.

Αν ο κ. Μιχαϊλόβσκι επαναλαμβάνει με σοβαροφάνεια αυτή την παιδιάστικη ανοησία, αυτό δείχνει απλώς, εκτός απ’ όλα τα άλλα, ότι δεν έχει ούτε την ελάχιστη ιδέα για την πορεία έστω και μόνο της ρωσικής ιστορίας. Αν μπορούσε να μιλάει κανείς για ύπαρξη γενών στην αρχαία Ρωσία, δε χωράει αμφιβολία ότι στο μεσαίωνα, στην εποχή του μοσχοβίτικου βασιλείου, οι δεσμοί αυτοί του γένους δεν υπήρχαν πια, δηλαδή το κράτος στηριζόταν σε εδαφικές ενώσεις, και όχι σε ενώσεις γενών: οι τσιφλικάδες και τα μοναστήρια δέχονταν στα κτήματά τους αγρότες από διάφορα μέρη, και οι κοινότητες, που σχηματίζονταν κατ ‘ αυτόν τον τρόπο, ήταν καθαρά εδαφικές ενώσεις.

Ωστόσο, δύσκολα θα μπορούσε εκείνη την εποχή να γίνει λόγος στην κυριολεξία για εθνικούς δεσμούς: το κράτος χωριζόταν σε χωριστά «εδάφη», κατά ένα μέρος ακόμη και σε πριγκιπάτα που διατηρούσαν ζωηρά ίχνη της παλιάς αυτονομίας, παλιές διοικητικές ιδιομορφίες, κάποτε και δικά τους στρατεύματα (οι κατά τόπους μπογιάροι πήγαιναν στον πόλεμο με τα δικά τους συντάγματα), ιδιαίτερα τελωνειακά σύνορα κλπ. Μόνο η νέα περίοδος της ρωσικής ιστορίας (που αρχίζει περίπου από το 17ο αιώνα) χαρακτηρίζεται από την αληθινή συγχώνευση όλων αυτών των περιοχών, εδαφών και πριγκιπάτων σ’ ένα ενιαίο σύνολο.

Η συγχώνευση αυτή δεν προκλήθηκε από τους δεσμούς του γένους, αξιότιμε κ. Μιχαιλόβσκι, ούτε και από τη συνέχεια και τη γενίκευσή τους: προκλήθηκε από την αύξηση των ανταλλαγών ανάμεσα στις περιοχές, από τη βαθμιαία ανάπτυξη της εμπορευματικής κυκλοφορίας, από τη συγκέντρωση των μικρών τοπικών αγορών σε μια πανρωσική αγορά. Και επειδή ηγέτες και κύριοι αυτής της πορείας ήταν οι κεφαλαιοκράτες — έμποροι, η δημιουργία αυτών των εθνικών δεσμών δεν ήταν παρά δημιουργία αστικών δεσμών. Και με τις δυο  συγκεκριμένες παρατηρήσεις του, ο κ. Μιχαιλόβσκι δεν έκανε τίποτ’ άλλο παρά να μαστιγώνει τον εαυτό του και δε μας έδωσε τίποτ’ άλλο εκτός από δείγματα αστικής κοινοτοπίας — κοινοτοπίας, γιατί εξήγησε το θεσμό της κληρονομίας με την παραγωγή παιδιών και την ψυχοσύνθεσή της, και την εθνότητα — με τους δεσμούς του γένους αστικής, γιατί πήρε τις κατηγορίες και τα εποικοδομήματα ενός ιστορικά καθορισμένου κοινωνικού σχηματισμού (που βασίζεται στην ανταλλαγή) για κατηγορίες τόσο γενικές και αιώνιες, όπως είναι η ανατροφή των παιδιών και οι «καθαρά» σεξουαλικοί δεσμοί.

Εδώ είναι εξαιρετικά χαρακτηριστικό το εξής γεγονός: μόλις ο υποκειμενικός φιλόσοφός μας δοκίμασε να περάσει από τις φράσεις σε συγκεκριμένα γεγονότα, την έπαθε, βάλτωσε. Και, όπως φαίνεται, νιώθει τον εαυτό του θαυμάσια σ’ αυτή την όχι και τόσο καθαρή θέση: στρογγυλοκάθεται, καλλωπίζεται και πιτσιλάει γύρω του λάσπη. Θέλει, λ.χ., να ανασκευάσει την άποψη ότι η ιστορία είναι μια σειρά από επεισόδια ταξικής πάλης και, αφού δηλώσει με ύφος βαθυστόχαστο ότι αυτό αποτελεί «ακρότητα», λέει: «Η Διεθνής Ένωση Εργατών, που ιδρύθηκε από τον Μαρξ και οργανώθηκε με σκοπό την ταξική πάλη, δεν εμπόδισε τους Γάλλους και τους Γερμανούς εργάτες να σφάζουν και να ρημάζουν ο ένας τον άλλο», πράγμα που αποδείχνει, όπως βλέπετε, ότι ο υλισμός δεν ξεκαθάρισε τους λογαριασμούς του «με το δαίμονα του εθνικού εγωισμού και του εθνικού μίσους».

Ο ισχυρισμός αυτός δείχνει ότι ο κριτικός μας δεν είναι κυριολεκτικά σε θέση να καταλάβει ότι τα πολύ ρεαλιστικά συμφέροντα της εμπορικής και βιομηχανικής αστικής τάξης αποτελούν την κύρια βάση αυτού του μίσους και ότι το να μιλάει κανείς για το εθνικό αίσθημα, σαν αυτοτελή παράγοντα, σημαίνει απλώς πως συγκαλύπτει την ουσία του ζητήματος. Άλλωστε είδαμε κιόλας τι βαθυστόχαστη αντίληψη έχει ο φιλόσοφός μας για την εθνότητα. Ο κ. Μιχαϊλόβσκι δεν μπορεί να μιλήσει διαφορετικά για τη Διεθνή(16) παρά με καθαρή μπουρενινική ειρωνεία (17): «Ο Μαρξ υπήρξε ο ηγέτης της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών, που, είναι αλήθεια, διαλύθηκε μα θα αναγεννηθεί». Φυσικά, αν βλέπει κανείς το nec plus ultra*-( *το ακρότατο όριο. Η Σύντ.)- της διεθνούς αλληλεγγύης στο σύστημα της «δίκαιης» ανταλλαγής, όπως το εκθέτει με φιλισταϊκή προστυχιά ο χρονικογράφος της εσωτερικής ζωής στο Ρούσκογε Μπογκάτστβο, τεύχος 2, και δεν καταλαβαίνει ότι η ανταλλαγή, και η δίκαιη και η άδικη, προυποθέτει πάντα και κλείνει μέσα της την κυριαρχία της αστικής τάξης και ότι χωρίς την εξάλειψη της οικονομικής οργάνωσης που βασίζεται στην ανταλλαγή είναι αδύνατο να σταματήσουν οι διεθνείς συγκρούσεις — τότε είναι ευνόητο ότι πρόκειται για χλευασμό σε βάρος της Διεθνούς και τίποτε παραπάνω.

Και είναι τότε ευνόητο γιατί ο κ. Μιχαϊλόβσκι δεν μπορεί καθόλου να συλλάβει την απλή αλήθεια, πως δεν υπάρχει άλλο μέσο πάλης ενάντια στο εθνικό μίσος, εκτός από την οργάνωση και τη συσπείρωση της τάξης των καταπιεζομένων για τον αγώνα ενάντια στην τάξη των καταπιεστών σε κάθε χώρα χωριστά, εκτός από τη συνένωση των εθνικών αυτών εργατικών οργανώσεων σε μια διεθνή εργατική στρατιά για τον αγώνα ενάντια στο διεθνές κεφάλαιο. Όσον αφορά την παρατήρηση ότι η Διεθνής δεν εμπόδισε τους εργάτες να αλληλοσφάζονται, αρκεί να θυμίσουμε στον κ. Μιχαϊλόβσκι τα γεγονότα της Κομμούνας, που έδειξαν την πραγματική στάση του οργανωμένου προλεταριάτου απέναντι στις ιθύνουσες τάξεις, οι οποίες εξαπέλυσαν τον πόλεμο.

Εκείνο όμως που προκαλεί τη μεγαλύτερη αγανάκτηση σ’ όλη αυτή την πολεμική του κ. Μιχαϊλόβσκι είναι ακριβώς οι μέθοδοί του. Αν δεν είναι ικανοποιημένος από την τακτική της Διεθνούς, αν δε συμμερίζεται τις ιδέες, που στο όνομά τους οργανώνονται οι εργάτες της Ευρώπης, ας τις κριτικάρει τουλάχιστον καθαρά και ξάστερα, εκθέτοντας τις δικές του απόψεις για μια πιο λογική τακτική, για πιο σωστές αντιλήψεις. Δε φέρνει όμως καμιά συγκεκριμένη, σαφή αντίρρηση, αλλά μονάχα σκορπάει εδώ κι εκεί ανόητους χλευασμούς μέσα σ’ ένα ατέλειωτο χείμαρρο από φράσεις. Πώς να μην το ονομάσουμε αυτό βούρκο, ιδιαίτερα αν πάρουμε υπόψη μας ότι η νόμιμη υπεράσπιση των ιδεών και της τακτικής της Διεθνούς δεν επιτρέπεται στη Ρωσία;

Τις ίδιες μεθόδους χρησιμοποιεί ο κ. Μιχαϊλόβσκι στην πολεμική του ενάντια στους Ρώσους μαρξιστές: χωρίς να κάνει τον κόπο να διατυπώσει ευσυνείδητα και με ακρίβεια τη μια ή την άλλη θέση τους, για να την υποβάλει σε ανοιχτή και συγκεκριμένη κριτική, προτιμά να γαντζώνεται από περικοπές της μαρξιστικής επιχειρηματολογίας που έφτασαν στ’ αφτιά του και να τη διαστρεβλώνει.

Κρίνετε μόνοι σας: «Ο Μαρξ ήταν πάρα πολύ έξυπνος και διαβασμένος, και δεν μπορούσε να νομίζει ότι αυτός ακριβώς ανακάλυψε την ιδέα της ιστορικής αναγκαιότητας και της νομοτέλειας των κοινωνικών φαινομένων… Στα χαμηλότερα σκαλοπάτια (της μαρξιστικής κλίμακας)*-(* Σχετικά με τον παράλογο αυτόν όρο πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο κ. Μιχαϊλόβσκι ξεχωρίζει ιδιαίτερα τον Μαρξ (που είναι πολύ έξυπνος και διαβασμένος ώστε να μην μπορεί να κριτικαριστεί καθαρά και ξάστερα αυτή ή εκείνη η θέση του από τον κριτικό μας), έπειτα τοποθετεί τον Ένγκελς («όχι και τόσο δημιουργικό μυαλό») και κατόπιν τα περισσότερο ή λιγότερο αυτοτελή πρόσωπα, σαν τον Κάουτσκι και τους υπόλοιπους μαρξιστές.

Τι σοβαρή σημασία μπορεί να ‘χει αυτή η ταξινόμηση; Αν ο κριτικός δεν είναι ικανοποιημένος από τους εκλαϊκευτές του Μαρξ, ποιος τον εμποδίζει να τους διορθώσει σύμφωνα με τις αντιλήψεις του Μαρξ; Δεν κάνει όμως τίποτε τέτοιο. Είναι φανερό πως ήθελε να πουλήσει πνεύμα, μα το πνεύμα αυτό είναι πολύ φτηνό)-.δεν το ξέρουν αυτό (ότι δηλ. «η ιδέα της ιστορικής αναγκαιότητας δεν είναι κάτι το καινούργιο, που το εφεύρε ή το ανακάλυψε ο Μαρξ, αλλά μια αλήθεια διαπιστωμένη από καιρό») ή το πολύ πολύ έχουν μια αμυδρή ιδέα για τις πνευματικές δυνάμεις και την ενέργεια που καταναλώθηκαν επί αιώνες για να διαπιστωθεί αυτή η αλήθεια.»

Είναι ευνόητο ότι παρόμοιες δηλώσεις μπορούν πραγματικά να προκαλέσουν εντύπωση σ’ ένα κοινό που πρώτη φορά ακούει για μαρξισμό και που απέναντί του μπορεί εύκολα ο κριτικός να πετύχει το σκοπό του: να διαστρεβλώσει, να κάνει τον σπουδαίο και «να νικήσει» (όπως λέγεται ότι κρίνουν τα άρθρα του κ. Μιχαϊλόβσκι οι συνεργάτες του Ρούσκογε Μπογκάτστβο).

Όποιος γνωρίζει έστω και λίγο τη θεωρία του Μαρξ, θα δει αμέσως πόσο κάλπικες και παραφουσκωμένες είναι αυτές οι μέθοδοι. Μπορεί να μη συμφωνεί κανείς με τον Μαρξ, δεν μπορεί όμως ν’ αμφισβητήσει ότι ο Μαρξ έχει διατυπώσει με τη μεγαλύτερη ακρίβεια τις απόψεις του εκείνες, που σε σχέση με τους προγενέστερους σοσιαλιστές αποτελούσαν κάτι το καινούργιο. Το καινούργιο ήταν ότι, ενώ οι προηγούμενοι σοσιαλιστές πίστευαν πως για να στηρίξουν τις αντιλήψεις τους είναι αρκετό να δείξουν την καταπίεση των μαζών μέσα στο σύγχρονο καθεστώς, να δείξουν την υπεροχή ενός συστήματος, όπου ο καθένας θα έπαιρνε το προϊόν της εργασίας του, να δείξουν ότι το ιδανικό αυτό καθεστώς ανταποκρίνεται στην «ανθρώπινη φύση», στην έννοια μιας λογικής και ηθικής ζωής κλπ., ο Μαρξ πίστευε πως δεν μπορεί να ικανοποιηθεί κανείς μ’ έναν τέτοιο σοσιαλισμό.

Χωρίς να περιοριστεί στο να δώσει το χαρακτηρισμό του σύγχρονου καθεστώτος, να το κρίνει και να το καταδικάσει, ο Μαρξ έδωσε την επιστημονική του εξήγηση, ανάγοντας το σύιχρονο αυτό καθεστώς, που είναι διαφορετικό στα διάφορα ευρωπαϊκά και μη ευρωπαϊκά κράτη, σε μια κοινή βάση, στον κεφαλαιοκρατικό κοινωνικό σχηματισμό, και υπόβαλε σε αντικειμενική ανάλυση τους νόμους της λειτουργίας και της ανάπτυξής του (έδειξε την αναγκαιότητα της εκμετάλλευσης μέσα σ’ αυτό το καθεστώς). Επίσης, δε νόμισε πως μπορεί να ικανοποιηθεί με τον ισχυρισμό ότι μόνο το σοσιαλιστικό καθεστώς ανταποκρίνεται στην ανθρώπινη φύση, όπως έλεγαν οι μεγάλοι ουτοπιστές σοσιαλιστές και οι άθλιοι επίγονοί τους, οι υποκειμενικοί κοινωνιολόγοι.

Με την ίδια αντικειμενική ανάλυση του κεφαλαιοκρατικού καθεστώτος απόδειξε την αναγκαιότητα της μετατροπής του σε σοσιαλιστικό. (Θ’ αναγκαστούμε να επανέλθουμε στο ζήτημα πώς ακριβώς το απόδειξε αυτό ο Μαρξ και τι αντιρρήσεις έχει ο κ. Μιχαϊλόβσκι). Εδώ βρίσκεται η πηγή της προσφυγής στην αναγκαιότητα, που τόσο συχνά μπορεί να συναντήσει κανείς στους μαρξιστές. Η διαστρέβλωση που έκανε ο κ. Μιχαϊλόβσκι στο ζήτημα αυτό είναι ολοφάνερη: παρέλειψε όλο το συγκεκριμένο περιεχόμενο της θεωρίας, όλη την ουσία της και παρουσίασε το ζήτημα κατά τέτοιο τρόπο, λες κι όλη η θεωρία συνοψίζεται στη μοναδική λέξη «αναγκαιότητα» («δεν κάνει να την επικαλούμαστε μονάχα στα πολύπλοκα πρακτικά ζητήματα»), λες και η απόδειξη αυτής της θεωρίας βρίσκεται στο γεγονός ότι αυτό απαιτεί η ιστορική αναγκαιότητα. Μ’ άλλα λόγια, αφού αποσιώπησε το περιεχόμενο της διδασκαλίας, γαντζώθηκε μονάχα από ένα παρατσούκλι της και τώρα ξαναρχίζει να ειρωνεύεται το «απλώς ρηχό πράγμα», στο οποίο πάσκισε ο ίδιος να μετατρέψει τη διδασκαλία του Μαρξ.

Δε θα παρακολουθήσουμε, βέβαια, τα καμώματα αυτά, γιατί αρκετά τα έχουμε γνωρίσει. Ας κάνει τούμπες για να διασκεδάσει και να ευχαριστήσει τον κ. Μπουρένιν (που δεν κολάκεψε του κάκου τον κ. Μιχαϊλόβσκι στη Νόβογε Βρέμια) (18), ας κρυφογαβγίζει τον Μαρξ, ύστερα από μια υπόκλιση μπροστά του, με τα παρακάτω: «Η πολεμική του ενάντια στους ουτοπιστές και στους ιδεαλιστές, έτσι είτε αλλιώς, είναι μονόπλευρη», δηλ. και χωρίς οι μαρξιστές να επαναλαμβάνουν τα επιχειρήματά της. Εμείς σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε αυτά τα ξεσπαθώματα αλλιώς παρά γαβγίσματα, γιατί δε φέρνουν κυριολεκτικά καμιά πραγματική, συγκεκριμένη, επαληθεύσιμη αντίρρηση ενάντια σ’ αυτή την πολεμική, κι έτσι παρόλη την ευχαρίστηση που αισθανόμαστε να συζητήσουμε αυτό το θέμα, επειδή θεωρούμε την πολεμική αυτή εξαιρετικά σπουδαία για την επίλυση των σοσιαλιστικών προβλημάτων της Ρωσίας, δεν είμαστε απλούστατα σε θέση να απαντήσουμε στα γαβγίσματα και δεν μπορούμε παρά μόνο σηκώνοντας τους ώμους να πούμε:

Ω, τι δυνατό που θα ‘ναι το κουταβάκι για να γαβγίζει τον ελέφαντα!

Δεν είναι χωρίς ενδιαφέρον και ο επόμενος ισχυρισμός του κ. Μιχαϊλόβσκι για την ιστορική αναγκαιότητα, γιατί ξεσκεπάζει μπροστά μας έστω και ένα μέρος από τα πραγματικά ιδεολογικά εφόδια του «γνωστού μας κοινωνιολόγου» (είναι ο τίτλος που έχει ο κ. Μιχαϊλόβσκι, σε ίση μοίρα με τον κ. Β. Β. ανάμεσα στους φιλελεύθερους εκπροσώπους της «καλλιεργημένης κοινωνίας» μας). Μιλάει για «σύγκρουση ανάμεσα στην ιδέα της ιστορικής αναγκαιότητας και στη σημασία της ατομικής δράσης»: οι κοινωνικοί παράγοντες γελιούνται όταν θεωρούν τον εαυτό τους δρώντες παράγοντες, ενώ είναι «ετεροκίνητα», «ανδρείκελα, που τα κινούν μέσα από μυστηριώδη υπόγεια σημεία οι ενυπάρχοντες νόμοι της ιστορικής αναγκαιότητας» — αυτό είναι, όπως λέει, το συμπέρασμα που πρέπει να βγει από την ιδέα αυτή που τη χαρακτηρίζει «στείρα» και «ακαθόριστη». Ο κάθε αναγνώστης δε θα καταλάβει, ίσως, από πού πήρε ο κ. Μιχαϊλόβσκι όλες αυτές τις ανοησίες: ανδρείκελα κλπ.

Η αλήθεια είναι ότι ένα από τα αγαπημένα θέματα του υποκειμενικού φιλοσόφου είναι η ιδέα της σύγκρουσης ανάμεσα στον ντετερμινισμό και την ηθική, ανάμεσα στην ιστορική αναγκαιότητα και το ρόλο της προσωπικότητας. Ο κ. Μιχαιλόβσκι μουντζούρωσε μια στοίβα χαρτιά γι’ αυτό το θέμα και είπε ένα σωρό συναισθηματικές μικροαστικές ανοησίες για να λύσει τη σύγκρουση αυτή προς όφελος της ηθικής και του ρόλου της προσωπικότητας. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει εδώ καμιά σύγκρουση: τη σύγκρουση αυτή την επινόησε ο κ. Μιχαϊλόβσκι που φοβήθηκε (όχι χωρίς λόγο) ότι ο ντετερμινισμός θα μπορούσε να αφαιρέσει το έδαφος κάτω από τα πόδια τής τόσο αγαπημένης του μικροαστικής ηθικής. Η ιδέα του ντετερμινισμού, διαπιστώνοντας την αναγκαιότητα των ανθρώπινων πράξεων, απορρίπτοντας το ανόητο παραμύθι για ελευθερία της βούλησης, δεν καταργεί καθόλου ούτε τη λογική, ούτε τη συνείδηση του ανθρώπου, ούτε την εκτίμηση των πράξεων του. Εντελώς το αντίθετο, μόνο η ντετερμινιστική άποψη επιτρέπει να κάνουμε μια αυστηρή και σωστή εκτίμηση και όχι να τα φορτώνουμε όλα στην ελεύθερη βούληση. Το ίδιο και η ιδέα της ιστορικής αναγκαιότητας δεν υποσκάπτει καθόλου το ρόλο της προσωπικότητας στην ιστορία: όλη η ιστορία αποτελείται ίσα ίσα από πράξεις προσωπικοτήτων, που αναμφισβήτητα είναι δρώντες παράγοντες.

Το πραγματικό ερώτημα, που προβάλλει κατά την εκτίμηση της κοινωνικής δράσης της προσωπικότητας, είναι τούτο δω: μέσα σε ποιες συνθήκες εξασφαλίζεται η επιτυχία αυτής της δράσης; Τι εγγυήσεις υπάρχουν ότι η δράση αυτή δε θα παραμείνει μια μεμονωμένη πράξη, πνιγμένη μέσα στον ωκεανό αντίθετων πράξεων; Αυτό είναι άλλωστε και το πρόβλημα, που το λύνουν κατά διαφορετικό τρόπο οι σοσιαλδημοκράτες και οι άλλοι Ρώσοι σοσιαλιστές: η δράση, που τείνει στην πραγματοποίηση του σοσιαλιστικού καθεστώτος, με ποιον τρόπο πρέπει να τραβήξει τις μάζες για να μπορεί να δώσει σοβαρά αποτελέσματα; Είναι ολοφάνερο ότι η λύση του προβλήματος αυτού εξαρτάται κατευθείαν και άμεσα από την αντίληψη που έχει κανείς για τη διάταξη των κοινωνικών δυνάμεων στη Ρωσία, για την πάλη των τάξεων, που αποτελεί τη ρωσική πραγματικότητα.

Αλλά κι εδώ ο κ. Μιχαϊλόβσκι κλωθογυρίζει απλώς γύρω από το ζήτημα, χωρίς να κάνει ούτε απόπειρα να το τοποθετήσει σωστά και να δοκιμάσει να δώσει τούτη ή εκείνη τη λύση. Η σοσιαλδημοκρατική λύση του ζητήματος, όπως είναι γνωστό, στηρίζεται στην άποψη ότι το ρωσικό οικονομικό σύστημα αποτελεί μια αστική κοινωνία από την οποία μπορεί να υπάρχει μια μόνο διέξοδος, που απορρέει κατ’ ανάγκην από την ίδια την ουσία του αστικού καθεστώτος, και συγκεκριμένα η ταξική πάλη του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη. Είναι ολοφάνερο ότι μια σοβαρή κριτική θα έπρεπε να στραφεί είτε ενάντια στην άποψη ότι το καθεστώς μας είναι αστικό, είτε ενάντια στον τρόπο που αντιλαμβάνεται κανείς την ουσία αυτής της τάξης πραγμάτων και των νόμων εξέλιξής της — o κ. Μιχαϊλόβσκι όμως ούτε καν σκέφτεται να θίξει σοβαρά ζητήματα. Προτιμά να ξεφεύγει με κενές φράσεις, με τον ισχυρισμό ότι η αναγκαιότητα είναι μια πάρα πολύ γενική παρένθεση, κ. Μιχαϊλόβσκι, αν αδειάσετε, όπως θα κάνατε με μια καπνιστή ρέγγα, πρώτα όλο το περιεχόμενό της, κι έπειτα αρχίσετε να ασχολείστε μόνο με την πέτσα! Αυτή η περιοχή της πέτσας, που σκεπάζει τα πραγματικά σοβαρά και φλέγοντα προβλήματα της σύγχρονης εποχής, είναι η αγαπημένη περιοχή του κ. Μιχαϊλόβσκι, που υπογραμμίζει με ιδιαίτερη περηφάνια, λ.χ., ότι «ο οικονομικός υλισμός αγνοεί ή φωτίζει λαθεμένα το πρόβλημα των ηρώων και του όχλου».

Όπως βλέπετε, το ζήτημα: από την πάλη ποιων ακριβώς τάξεων και πάνω σε ποιο έδαφος διαμορφώνεται η σύγχρονη ρωσική πραγματικότητα, το ζήτημα αυτό, είναι όπως φαίνεται, πολύ γενικό για τον κ. Μιχαϊλόβσκι και το παρακάμπτει. Από το άλλο μέρος όμως το ζήτημα: τι σχέσεις υπάρχουν ανάμεσα στον ήρωα και στο πλήθος, αδιάφορο αν το πλήθος αυτό αποτελείται από εργάτες, αγρότες, εργοστασιάρχες, τσιφλικάδες — αυτό το ζήτημα τον ενδιαφέρει εξαιρετικά.

Ίσως αυτά όλα τα ζητήματα να είναι «ενδιαφέροντα», το να κατηγορείς όμως τους υλιστές γιατί συγκεντρώνουν όλες τις προσπάθειές τους στη λύση των ζητημάτων, που έχουν άμεση σχέση με την απελευθέρωση της εργαζόμενης τάξης, σημαίνει ότι είσαι θαυμαστής της φιλισταϊκής επιστήμης και τίποτε παραπάνω. Στο τέλος της «κριτικής» του (ζ) του υλισμού, ο κ. Μιχαϊλόβσκι κάνει ακόμα μια προσπάθεια να παρουσιάσει λαθεμένα τα γεγονότα και ακόμα μια λαθροχειρία. Αφού εξέφρασε την αμφιβολία του για την ορθότητα της γνώμης του Ένγκελς, ότι οι επίσημοι οικονομολόγοι (19) αποσιώπησαν Το Κεφάλαιο (και για να στηρίξει τον ισχυρισμό του προβάλλει το περίεργο επιχείρημα ότι στη Γερμανία υπάρχουν πολλά πανεπιστήμια!), ο κ. Μιχαϊλόβσκι λέει: «Ο Μαρξ δεν είχε καθόλου υπόψη του αυτόν ακριβώς τον κύκλο αναγνωστών (τους εργάτες) και περίμενε κάτι και από τους ανθρώπους της επιστήμης».

Αυτό δεν είναι καθόλου σωστό: ο Μαρξ καταλάβαινε θαυμάσια πόσο λίγο μπορεί να υπολογίζει κανείς σε αμεροληψία και επιστημονική κριτική από μέρους των αστών εκπροσώπων της επιστήμης, και στον επίλογο της 2ης έκδοσης του Κεφαλαίου εκφράστηκε απολύτως συγκεκριμένα γι’ αυτό το ζήτημα. Εκεί λέει: «Η κατανόηση που γρήγορα βρήκε Το Κεφάλαιο στους πλατιούς κύκλους της γερμανικής εργατικής τάξης, είναι η καλύτερη αμοιβή για την εργασία μου. Ένας άνθρωπος που στα οικονομικά ζητήματα εκπροσωπεί την αστική άποψη, ο κ. Μάγερ, σε μια μπροσούρα του, που βγήκε στο διάστημα του γαλλογερμανικού πολέμου, έδειξε πολύ σωστά, ότι τη μεγάλη ικανότητα για θεωρητική σκέψη (der grosse theoretische Sinn), που θεωρούνταν κληρονομική αρετή των Γερμανών, την έχουν χάσει τελείως οι λεγόμενες μορφωμένες τάξεις της Γερμανίας, ενώ αντίθετα ξαναγεννιέται μέσα στην εργατική της τάξη.» (20)

Η λαθροχειρία αφορά και πάλι τον υλισμό και σκαρώθηκε εντελώς σύμφωνα με το πρώτο πρότυπο. «Η θεωρία (του υλισμού) ποτέ δε θεμελιώθηκε ούτε επαληθεύτηκε επιστημονικά». Αυτή είναι η θέση. Να και η απόδειξη: «Ορισμένες καλές σελίδες ιστορικού περιεχομένου στις εργασίες του Ένγκελς, του Κάουτσκι καθώς και μερικών άλλων (όπως και στην αξιόλογη εργασία του Μπλος) θα μπορούσαν να περάσουν και χωρίς την ετικέτα του οικονομικού υλισμού, γιατί (σημειώστε το αυτό το «γιατί!») στην πραγματικότητα (sic!) στις σελίδες αυτές παίρνεται υπόψη το σύνολο της κοινωνικής ζωής, έστω και όταν επικρατεί η οικονομική χορδή μέσα σ’ αυτή τη συγχορδία». Συμπέρασμα… : «ο οικονομικός υλισμός δε βρήκε τη δικαίωσή του στην επιστήμη».

Γνωστή ιστορία! Για να αποδείξει το αστήρικτο μιας θεωρίας, ο κ. Μιχαϊλόβσκι πρώτα τη διαστρεβλώνει, αποδίδοντάς της την ανόητη πρόθεση ότι δεν παίρνει υπόψη το σύνολο της κοινωνικής ζωής*τη στιγμή που συμβαίνει εντελώς το αντίθετο: οι υλιστές (μαρξιστές) ήταν οι πρώτοι σοσιαλιστές που έβαλαν το ζήτημα ότι είναι ανάγκη να αναλύεται όχι μόνο η οικονομική, αλλά όλες οι πλευρές της κοινωνικής ζωής* — έπειτα διαπιστώνει ότι «στην πραγματικότητα» οι υλιστές με την οικονομία εξήγησαν «καλά» το σύνολο της κοινωνικής ζωής (γεγονός που ολοφάνερα στρέφεται ενάντια στο συγγραφέα) και τέλος βγάζει το συμπέρασμα ότι ο υλισμός «δε βρήκε τη δικαίωσή του». Οι λαθροχειρίες σας όμως, κ. Μιχαϊλόβσκι, βρήκαν θαυμάσια τη δικαίωσή τους!

(* Αυτό εκφράστηκε πολύ καθαρά στο Κεφάλαιο και στην τακτική των σοσιαλδημοκρατών σε σύγκριση με τους προγενέστερους σοσιαλιστές. Ο Μαρξ διατύπωσε τη ρητή απαίτηση να μην περιοριζόμαστε μόνο στην οικονομική πλευρά. Το 1843, χαράζοντας το πρόγραμμα του περιοδικού, που έμελλε να εκδοθεί (21) , ο Μαρξ έγραφε στον Ρούγκε: «Η σοσιαλιστική αρχή στο σύνολό της δεν εκπροσωπεί παρά μόνο μια πλευρά. .. Εμείς όμως, πρέπει να δώσουμε την ίδια προσοχή και στην άλλη πλευρά, στη θεωρητική ύπαρξη του ανθρώπου, και συνεπώς να κάνουμε αντικείμενο της κριτικής μας τη θρησκεία, την επιστήμη κλπ. … Όπως η θρησκεία είναι η συγκεφαλαίωση των θεωρητικών αγώνων της ανθρωπότητας, έτσι και το πολιτικό κράτος είναι η συγκεφαλαίωση των πρακτικών της αγώνων. Το πολιτικό κράτος εκφράζει έτσι, μέσα στα πλαίσια της μορφής του, sub specie rei publicae (από πολιτική άποψη) όλους τους κοινωνικούς αγώνες, τις κοινωνικές ανάγκες, τα κοινωνικά συμφέροντα. Γι’ αυτό το να κάνουμε αντικείμενο της κριτικής ένα εντελώς ειδικό πολιτικό ζήτημα —όπως είναι, λ.χ., η διαφορά ανάμεσα στο σύστημα των προνομιούχων τάξεων και στο αντιπροσωπευτικό σύστημα— δε σημαίνει καθόλου ότι κατεβαίνουμε από την hauteur des principes (από το ύψος των αρχών, Σύντ.), γιατί το ζήτημα αυτό εκφράζει με πολιτική γλώσσα τη διαφορά ανάμεσα στην κυριαρχία των ανθρώπων και στην κυριαρχία της ατομικής ιδιοκτησίας. Συνεπώς, ο κριτικός όχι μόνο μπορεί, αλλά και πρέπει να ασχολείται με τα πολιτικά αυτά ζητήματα (που ο φανατικός σοσιαλιστής νομίζει ότι δεν αξίζουν καθόλου την -προσοχή)»- (22)

Αυτά είναι όλα όσα παραθέτει ο κ. Μιχαϊλόβσκι, για «να αναιρέσει» τον υλισμό. Επαναλαμβάνω ότι εδώ δεν υπάρχει καμιά κριτική, αλλά κενή φλυαρία όλο αξιώσεις. Αν ρωτήσετε όποιον θέλετε, ποιες αντιρρήσεις έφερε τελοσπάντων ο κ. Μιχαϊλόβσκι ενάντια στην άποψη ότι οι σχέσεις παραγωγής αποτελούν τη βάση όλων των άλλων; Πώς αναίρεσε την ορθότητα της έννοιας του κοινωνικού σχηματισμού και του φυσικό-ιστορικού προτσές ανάπτυξης αυτών των σχηματισμών, που την επεξεργάστηκε ο Μαρξ χρησιμοποιώντας την υλιστική μέθοδο; Πώς απέδειξε ότι δεν είναι σωστές οι υλιστικές εξηγήσεις των διάφορων ιστορικών ζητημάτων, που δίνουν έστω και οι συγγραφείς που αναφέρει ο ίδιος; — ο καθένας το δίχως άλλο θα σας απαντήσει ότι δεν έφερε καμιά αντίρρηση, δεν ανασκεύασε τίποτε, δεν έδειξε καμιά ανακρίβεια. Στριφογύρισε μόνο γύρω από το θέμα, προσπάθησε να συγκαλύψει την ουσία του ζητήματος με φράσεις και ταυτόχρονα σοφίστηκε διάφορες υπεκφυγές χωρίς καμία αξία.

Είναι δύσκολο να περιμένει κανείς κάτι το σοβαρό από έναν τέτοιο κριτικό, όταν συνεχίζει στο τεύχος 2 του Ρούσκογε Μπογκάτστβο να ανασκευάζει το μαρξισμό. Όλη η διαφορά είναι ότι η εφευρετικότητά του όσον αφορά τις λαθροχειρίες έχει πια στερέψει και αρχίζει να χρησιμοποιεί τις λαθροχειρίες άλλων.

Στην αρχή δημηγορεί με θέμα το «πολύπλοκο» της κοινωνικής ζωής: να, λέει, ακόμα και ανάμεσα στο γαλβανισμό και στον οικονομικό υλισμό υπάρχει κάποια σχέση, γιατί τα πειράματα του Γαλβάνι «προξένησαν εντύπωση» και στον Χέγκελ. Καταπληκτική εξυπνάδα! Θα μπορούσαμε με την ίδια επιτυχία να βρούμε κάποια σχέση ανάμεσα στον κ. Μιχαϊλόβσκι και στον αυτοκράτορα της Κίνας! Τι άλλο μπορούμε να συμπεράνουμε απ’ αυτό εκτός από το ότι υπάρχουν άνθρωποι που νιώθουν ευχαρίστηση να λένε ανοησίες; !

«Η ουσία της ιστορικής πορείας των πραγμάτων —συνεχίζει ο κ. Μιχαϊλόβσκι— που είναι γενικά ασύλληπτη, δεν έχει συλληφθεί ούτε από τη διδασκαλία του οικονομικού υλισμού, παρόλο που η διδασκαλία αυτή στηρίζεται, όπως φαίνεται, σε δύο βάθρα: στην ανακάλυψη της αρχής ότι οι μορφές της παραγωγής και της ανταλλαγής έχουν γενική καθοριστική σημασία και στο αδιαφιλονίκητο της διαλεκτικής πορείας».

Έτσι λοιπόν, οι υλιστές στηρίζονται στο «αδιαφιλονίκητο» της διαλεκτικής πορείας! δηλ. στηρίζουν τις κοινωνιολογικές θεωρίες τους στις τριάδες (23) του Χέγκελ. Έχουμε μπροστά μας τη στερεότυπη εκείνη κατηγορία που ισχυρίζεται ότι ο μαρξισμός κάνει χεγκελιανή διαλεκτική, κατηγορία που την έχουν αναμασήσει αρκετές φορές οι αστοί κριτικοί του Μαρξ. Οι κύριοι αυτοί, ανίκανοι να προβάλουν οποιαδήποτε ουσιαστική αντίρρηση ενάντια στη διδασκαλία του Μαρξ, γαντζώθηκαν από τον τρόπο έκφρασης του Μαρξ, επιτέθηκαν ενάντια στην προέλευση της θεωρίας, νομίζοντας ότι έτσι θα υποσκάψουν την ουσία της.

Και ο κ. Μιχαϊλόβσκι δε στενοχωριέται καθόλου όταν καταφεύγει σε παρόμοιες μεθόδους. Σαν πρόσχημα του χρησίμευσε ένα κεφάλαιο από το έργο του Ένγκελς ενάντια στον Ντίρινγκ (24) . Ο Ένγκελς αντικρούοντας τον Ντίρινγκ, που πολεμούσε τη διαλεκτική του Μαρξ, λέει ότι ο Μαρξ ούτε καν σκέφτηκε ποτέ του «ν’ αποδείξει» οτιδήποτε με τις τριάδες του Χέγκελ, ότι ο Μαρξ απλώς μελετούσε και ερευνούσε το πραγματικό προτσές, ότι για τον Μαρξ μοναδικό κριτήριο της θεωρίας ήταν η συμφωνία της με την πραγματικότητα. Κι αν καμιά φορά, λέει, συνέβαινε η εξέλιξη κάποιου κοινωνικού φαινομένου να εντάσσεται μέσα στο χεγκελιανό σχήμα: θέση — άρνηση — άρνηση της άρνησης, δεν υπάρχει σ’ αυτό τίποτε το παράξενο, γιατί γενικά η περίπτωση αυτή δεν είναι σπάνια στη φύση.

Και ο Ένγκελς αρχίζει να φέρνει παραδείγματα από την περιοχή των φυσικό-ιστορικών επιστημών (ανάπτυξη του σπόρου) και από την περιοχή της κοινωνίας, όπως, λ.χ., ότι στην αρχή ήταν ο πρωτόγονος κομμουνισμός, έπειτα η ατομική ιδιοκτησία και αργότερα η κεφαλαιοκρατική κοινωνικοποίηση της εργασίας. Ή στην αρχή ο πρωτόγονος υλισμός, έπειτα ο ιδεαλισμός και, τέλος, ο επιστημονικός υλισμός κλπ. Ο καθένας βλέπει ξεκάθαρα πως το κέντρο βάρους της επιχειρηματολογίας του Ένγκελς βρίσκεται στο ότι το καθήκον των υλιστών είναι να περιγράψουν σωστά και με ακρίβεια το πραγματικό ιστορικό προτσές, ότι η επιμονή στη διαλεκτική, η επιλογή των παραδειγμάτων, που αποδείχνουν την ορθότητα της τριάδας, δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά υπολείμματα του χεγκελιανισμού, μέσα από τον οποίο αναπτύχθηκε ο επιστημονικός σοσιαλισμός, υπολείμματα του τρόπου έκφρασης του χεγκελιανισμού. Πραγματικά, από τη στιγμή που δηλώνεται κατηγορηματικά ότι είναι ανοησία να προσπαθεί κανείς «ν’ αποδείξει» οτιδήποτε με τις τριάδες, ότι αυτό ούτε καν το σκέφτηκε κανείς, τότε ποια σημασία μπορούν να έχουν τα παραδείγματα των «διαλεκτικών» προτσές;

Δεν είναι ολοφάνερο ότι αυτό μάς δείχνει την προέλευση της διδασκαλίας και τίποτε παραπάνω; Ο κ. Μιχαϊλόβσκι το νιώθει αυτό κι ο ίδιος, όταν λέει ότι δεν πρέπει να κατηγορούμε μια θεωρία για την προέλευσή της. Για να μπορεί όμως κανείς να δει στους συλλογισμούς του Ένγκελς κάτι περισσότερο από την προέλευση της θεωρίας, θα ‘πρεπε προφανώς ν’ αποδείξει ότι έστω και ένα μόνο ιστορικό ζήτημα έχει λυθεί από τους υλιστές όχι με βάση τα αντίστοιχα γεγονότα, αλλά με τις τριάδες. Δοκίμασε άραγε να το αποδείξει αυτό ο κ. Μιχαϊλόβσκι; Καθόλου. Αντίθετα, αναγκάστηκε κι ο ίδιος να ομολογήσει ότι «ο Μαρξ σε τέτοιο βαθμό γέμισε το άδειο διαλεκτικό σχήμα με συγκεκριμένο περιεχόμενο, που μπορούμε να αφαιρέσουμε από το σχήμα αυτό το περιεχόμενο, όπως το καπάκι από ένα κύπελλο, χωρίς ν’ αλλάξει τίποτε» (για την εξαίρεση που κάνει εδώ ο κ. Μιχαϊλόβσκι σχετικά με το μέλλον θα μιλήσουμε παρακάτω). Αν είν’ έτσι, γιατί τότε ο κ. Μιχαϊλόβσκι ασχολείται με τόσο ζήλο μ’ αυτό το καπάκι που δεν αλλάζει τίποτε; Γιατί τότε φλυαρεί ότι οι υλιστές «στηρίζονται» στο αδιαφιλονίκητο του διαλεκτικού προτσές; Γιατί, παλεύοντας ενάντια σ’ αυτό το καπάκι, δηλώνει ότι παλεύει ενάντια σ’ ένα από τα «βάθρα» του επιστημονικού σοσιαλισμού, ενώ αυτό είναι έκδηλη αναλήθεια;

Δε θα εξετάσω, βέβαια, πώς αναλύει ο κ. Μιχαϊλόβσκι τα παραδείγματα των τριάδων, γιατί, το ξαναλέω, το ζήτημα αυτό δεν έχει καμιά σχέση ούτε με τον επιστημονικό υλισμό, ούτε με το ρωσικό μαρξισμό. Είναι όμως ενδιαφέρον να ξέρει κανείς ποιους λόγους είχε, παρόλα αυτά, ο κ. Μιχαϊλόβσκι να διαστρεβλώσει τη στάση των μαρξιστών απέναντι στη διαλεκτική. Οι λόγοι ήταν δυο: πρώτον, ο κ. Μιχαϊλόβσκι άκουσε τον ήχο, δεν κατάλαβε όμως από πού έρχεται• και δεύτερο, ο κ. Μιχαιλόβσκι έκαμε (ή πιο σωστά δανείστηκε από τον Ντίρινγκ) ακόμα μια παραποίηση.

Ad 1).* -(*Στο πρώτο σημείο. Η Συντ ). Οκ. Μιχαιλόβσκι, διαβάζοντας τη μαρξιστική φιλολογία, σκόνταφτε συνεχώς στη «διαλεκτική μέθοδο» της κοινωνικής επιστήμης, στη «διαλεκτική νόηση» και πάλι στη σφαίρα των κοινωνικών προβλημάτων (για την οποία ακριβώς γίνεται λόγος) κλπ. Με την απλοϊκότητα της ψυχής του (καλό θα ‘ταν αν ήταν μόνο απλοϊκότητα) νόμισε ότι η μέθοδος αυτή συνίσταται στη λύση όλων των κοινωνιολογικών προβλημάτων σύμφωνα με τους νόμους της τριάδας του Χέγκελ. Αν εξέταζε το ζήτημα έστω και λίγο προσεκτικότερα, δε θα μπορούσε παρά να πειστεί ότι η αντίληψη αυτή είναι παράλογη. Εκείνο που ο Μαρξ και ο Ένγκελς ονόμαζαν διαλεκτική μέθοδο —σε αντίθεση προς τη μεταφυσική μέθοδο— δεν είναι τίποτε άλλο από την επιστημονική μέθοδο της κοινωνιολογίας, που θεωρεί την κοινωνία ένα ζωντανό οργανισμό σε συνεχή ανάπτυξη (και όχι κάτι το μηχανικά συνδεμένο, που γι ‘ αυτό το λόγο επιτρέπει κάθε λογής αυθαίρετους συνδυασμούς των διάφορων κοινωνικών στοιχείων), που για τη μελέτη του (του οργανισμού) είναι αναγκαία η αντικειμενική ανάλυση των σχέσεων παραγωγής, που συγκροτούν το δοσμένο κοινωνικό σχηματισμό, και η έρευνα των νόμων της λειτουργίας και της ανάπτυξής του. Θα προσπαθήσουμε παρακάτω να δώσουμε παραστατικά τη σχέση της διαλεκτικής μεθόδου προς τη μεταφυσική (στην έννοια αυτή περιλαμβάνεται χωρίς αμφιβολία και η υποκειμενική μέθοδος της κοινωνιολογίας), παίρνοντας για παράδειγμα τους ίδιους τους συλλογισμούς του κ. Μιχαιλόβσκι.

Προς το παρόν, ας σημειώσουμε απλώς ότι ο καθένας που έχει διαβάσει τον ορισμό και την περιγραφή της διαλεκτικής μεθόδου είτε στον Ένγκελς (πολεμική του ενάντια στον Ντίρινγκ. Στα ρωσικά βλέπε: Η εξέλιξη του σοσιαλισμού από ουτοπία σε επιστήμη), είτε στον Μαρξ (διάφορες υποσημειώσεις στο Κεφάλαιο, «Επίλογος» της δεύτερης έκδοσής του, και Αθλιότητα της φιλοσοφίας (25), θα δει πως εδώ δε γίνεται λόγος για τις τριάδες του Χέγκελ, αλλά όλο το ζήτημα συνοψίζεται στο να εξετάζεται η κοινωνική εξέλιξη σαν ένα φυσικο-ιστορικό προτσές ανάπτυξης των κοινωνικο-οικονομικών σχηματισμών. Για να το αποδείξω αυτό, θα αναφέρω, in extenso* -(* εν εκτάσει. Η Σύντ.)-την περιγραφή της διαλεκτικής μεθόδου που δίνεται στο τεύχος 5 του 1872 της επιθεώρησης Βέστνικ Εβρόπι (σημείωμα: «Η άποψη της πολιτικο-οικονομικής κριτικής  Κ.Μάρξ») (26)  και που ο Μαρξ την παραθέτει στον «Επίλογο» της δεύτερης έκδοσης του Κεφαλαίου. Ο Μαρξ λέει εκεί ότι η μέθοδος που χρησιμοποίησε στο Κεφάλαιο έχει κατανοηθεί άσχημα. «οι Γερμανοί κριτικοί φώναζαν, φυσικά, πως πρόκειται για χεγκελιανή σοφιστική».

Και για να εκθέσει πιο καθαρά τη μέθοδό του, ο Μαρξ παραθέτει την περιγραφή της από το σημείωμα που αναφέρουμε παραπάνω. Για τον Μαρξ, ένα πράγμα έχει σημασία, λέει το σημείωμα: συγκεκριμένα, να βρει το νόμο των φαινομένων που ερευνά’ ιδιαίτερη σημασία έχει γι’ αυτόν ο νόμος της αλλαγής, της εξέλιξης αυτών των φαινομένων, του περάσματός τους από μια μορφή σε άλλη, από ένα καθεστώς κοινωνικών σχέσεων σε άλλο.

Γι’ αυτό ο Μαρξ φροντίζει για ένα πράγμα: να δείξει με την ακριβή επιστημονική έρευνα την αναγκαιότητα του δοσμένου καθεστώτος κοινωνικών σχέσεων, διαπιστώνοντας με όλη τη δυνατή πληρότητα τα γεγονότα εκείνα, που του χρησιμεύουν σα σημεία αφετηρίας και στήριξης. Για το σκοπό αυτό τού είναι πέρα για πέρα αρκετό αν, αποδείχνοντας την αναγκαιότητα του σημερινού καθεστώτος, αποδείχνει ταυτόχρονα και την αναγκαιότητα ενός άλλου καθεστώτος, που δεν μπορεί παρά να προκύψει αναπόφευκτα από το προηγούμενο, αδιάφορο αν οι άνθρωποι το πιστεύουν αυτό ή όχι, αν έχουν επίγνωσή του ή όχι. Ο Μαρξ εξετάζει την κοινωνική κίνηση σαν ένα φυσικό-ιστορικό προτσές, που υποτάσσεται σε νόμους, που όχι μόνο δεν εξαρτώνται από τη βούληση, τη συνείδηση και τις προθέσεις των ανθρώπων, αλλά αντίθετα καθορίζουν τη βούληση, τη συνείδηση και τις προθέσεις τους. (Προς γνώση των κυρίων υποκειμενιστών, που ξεχωρίζουν την κοινωνική εξέλιξη από τη φυσικό-ιστορική, ακριβώς γιατί ο άνθρωπος βάζει μπροστά του συνειδητούς «σκοπούς» και καθοδηγείται από συγκεκριμένα ιδανικά.) Αν το συνειδητό στοιχείο παίζει στην ιστορία του πολιτισμού έναν τόσο υποδεέστερο ρόλο, είναι αυτονόητο ότι η κριτική, που για αντικείμενό της έχει αυτόν τον ίδιο τον πολιτισμό λιγότερο από κάθε άλλο, μπορεί να στηρίζεται σε μια οποιαδήποτε μορφή ή σ’ ένα οποιοδήποτε αποτέλεσμα της συνείδησης.

Μ’ άλλα λόγια, δεν είναι καθόλου η ιδέα, αλλά μόνο το εξωτερικό, το αντικειμενικό φαινόμενο, που μπορεί να της χρησιμεύσει σα σημείο αφετηρίας. Η κριτική πρέπει να συνίσταται στο να συγκρίνεται και να παραβάλλεται ένα δοσμένο γεγονός όχι με τις Ιδέες, αλλά μ’ ένα άλλο γεγονός. Για την κριτική έχει σημασία μόνο να ερευνηθούν με όσο το δυνατό μεγαλύτερη ακρίβεια και τα δυο γεγονότα και v’ αποτελέσουν το ένα σε σχέση με το άλλο διάφορα σημεία εξέλιξης και κείνο που είναι ιδιαίτερα απαραίτητο είναι να ερευνηθεί με την ίδια ακρίβεια όλη η σειρά των γνωστών καταστάσεων, η σχέση διαδοχής τους και η αλληλουχία ανάμεσα στις διάφορες βαθμίδες ανάπτυξης.

Ο Μαρξ αρνείται ίσα ίσα την ιδέα ότι οι νόμοι της οικονομικής ζωής είναι οι ίδιοι και για το παρελθόν και για το παρόν. Αντίθετα, κάθε ιστορική περίοδος έχει τους δικούς της νόμους. Η οικονομική ζωή μάς προσφέρει ένα φαινόμενο ανάλογο με την ιστορία της εξέλιξης στους άλλους τομείς της βιολογίας. Οι παλιότεροι οικονομολόγοι δεν καταλάβαιναν τη φύση των οικονομικών νόμων, όταν τους σύγκριναν με τους νόμους της φυσικής και της χημείας. Μια βαθύτερη ανάλυση δείχνει ότι οι κοινωνικοί οργανισμοί παρουσιάζουν τόσο βαθιές διαφορές ο ένας από τον άλλο όπως και οι οργανισμοί των ζώων και των φυτών. Ο Μαρξ, βάζοντας για καθήκον του να ερευνήσει απ’ αυτή την άποψη την κεφαλαιοκρατική οικονομική οργάνωση, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να διατυπώνει με τρόπο αυστηρά επιστημονικό το σκοπό που πρέπει να επιδιώκει κάθε ακριβής έρευνα της οικονομικής ζωής. Η επιστημονική σημασία μιας τέτοιας έρευνας βρίσκεται στην αποσαφήνιση των ιδιαίτερων (ιστορικών) εκείνων νόμων που ρυθμίζουν τη γέννηση, την ύπαρξη, την ανάπτυξη και το θάνατο ενός δοσμένου κοινωνικού οργανισμού και την αντικατάστασή του από έναν άλλο, ανώτερο οργανισμό.

Αυτή είναι η περιγραφή της διαλεκτικής μεθόδου, που ο Μαρξ την έβγαλε μέσα από ένα άπειρο πλήθος σημειωμάτων που δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά και εφημερίδες για Το Κεφάλαιο και που τη μετάφρασε στα γερμανικά, γιατί αυτός ο χαρακτηρισμός της μεθόδου, όπως λέει και ο ίδιος, είναι απόλυτα ακριβής. Και προβάλλει το ερώτημα: μήπως αναφέρεται εδώ έστω και μια λέξη για τριάδες, τριχοτομήσεις, για αδιαφιλονίκητο του διαλεκτικού προτσές και για άλλες παρόμοιες ανοησίες, που τόσο ιπποτικά έχει ξεσπαθώσει εναντίον τους ο κ. Μιχαϊλόβσκι;

Και ύστερα απ’ αυτή την περιγραφή ο Μαρξ υποστηρίζει καθαρά ότι η μέθοδός του είναι «διαμετρικά αντίθετη» από τη μέθοδο του Χέγκελ. Κατά τον Χέγκελ, η εξέλιξη της ιδέας, σύμφωνα με τους διαλεκτικούς νόμους της τριάδας, καθορίζει την εξέλιξη της πραγματικότητας. Μόνο σ’ αυτή την περίπτωση, εννοείται, μπορεί να μιλάει κανείς για τη σημασία των τριάδων, για το αδιαφιλονίκητο του διαλεκτικού προτσές. Κατά τη γνώμη μου, λέει ο Μαρξ, αντίθετα: «το ιδεατό δεν είναι παρά η αντανάκλαση του υλικού». Και όλο το ζήτημα καταλήγει έτσι στη «θετική κατανόηση του παρόντος και της αναγκαίας εξέλιξής του»: για τις τριάδες δε μένει άλλη θέση εκτός από το ρόλο του καπακιού και της πέτσας («ερωτοτρόπησα με τον τρόπο έκφρασης του Χέγκελ» — λέει ο Μαρξ στον ίδιο επίλογο), για τον οποίο είναι ικανοί να ενδιαφέρονται μόνο οι φιλισταίοι.

Και τώρα προβάλλει το ερώτημα, πώς πρέπει να κρίνουμε έναν άνθρωπο, που ήθελε να κάνει κριτική σ’ ένα από τα «βάθρα» του επιστημονικού υλισμού, δηλαδή στη διαλεκτική, κι άρχισε να μιλάει για ό,τι θέλετε, ακόμα και για τα βατράχια και για τον Ναπολέοντα, και δε μίλησε μόνο για το τι είναι αυτή η διαλεκτική, για το αν πραγματικά η εξέλιξη της κοινωνίας είναι ένα φυσικό-ιστορικό προτσές; για το αν είναι ή όχι σωστή η υλιστική αντίληψη για τους κοινωνικό-οικονομικούς σχηματισμούς σαν ιδιαίτερους κοινωνικούς οργανισμούς, για το αν είναι ή όχι σωστές οι μέθοδοι της αντικειμενικής ανάλυσης αυτών των σχηματισμών, για το αν πραγματικά οι κοινωνικές Ιδέες δεν καθορίζουν την κοινωνική εξέλιξη, αλλά ότι καθορίζονται οι ίδιες απ’ αυτήν; κλπ. Μπορούμε άραγε να παραδεχτούμε ότι στην περίπτωση αυτή υπάρχει μόνο μη κατανόηση;

Ad 2). * -(*Στο δεύτερο σημείο. Η Σύντ.)-Ύστερα από μια τέτοια «κριτική» της διαλεκτικής, ο κ. Μιχαϊλόβσκι αποδίδει στον Μαρξ αυτές τις μεθόδους απόδειξης «μέσω» της χεγκελιανής τριάδας και, φυσικά, τις κατατροπώνει. «Όσο για το μέλλον —λέει— οι ενυπάρχοντες νόμοι της κοινωνίας διατυπώνονται κατά τρόπο αποκλειστικά διαλεκτικό». (Αυτή είναι η εξαίρεση που αναφέραμε παραπάνω). Ο συλλογισμός του Μαρξ για το αναπόφευκτο της απαλλοτρίωσης των απαλλοτριωτών δυνάμει των νόμων ανάπτυξης του καπιταλισμού έχει «αποκλειστικά διαλεκτικό χαρακτήρα». Το «ιδανικό» του Μαρξ για την κοινοκτημοσύνη της γης και του κεφαλαίου — «με την έννοια του αναπόφευκτου και του αδιαφιλονίκητου κρατιέται αποκλειστικά από την άκρη της χεγκελιανής τριμελούς αλυσίδας».

Το επιχείρημα αυτό είναι παρμένο ατόφιο από τον Ντύρινγκ, που το χρησιμοποίησε στο βιβλίο του Kritische Geschichte   und des Sozialismus (3-te  1879, S. 486487)*.-( *  Κριτική ιστορία της εθνικής οικονομίας και του σοσιαλισμού (3η έκδ., 1879, σελ. 486487). Η Συντ.)- Για τον Ντύρινγκ, εννοείται, ο κ. Μιχαϊλόβσκι δεν αναφέρει ούτε λέξη. Ίσως να κατέληξε μόνος του σ’ αυτή τη διαστρέβλωση του Μαρξ;

Ο Ένγκελς έδωσε μια θαυμάσια απάντηση στον Ντύρινγκ, και μια που παραθέτει και την κριτική του Ντύρινγκ, θα περιοριστούμε σ’ αυτή την απάντηση του Ένγκελς (27). Ο αναγνώστης θα δει ότι η απάντηση του Ένγκελς ισχύει στο ακέραιο και για τον κ. Μιχαϊλόβσκι.

«”Αυτή η ιστορική σκιαγραφία (η γένεση της λεγόμενης πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου στην Αγγλία) —λέει ο Ντύρινγκ— είναι το σχετικά καλύτερο μέρος του βιβλίου του Μαρξ, και θα ήταν ακόμα καλύτερο αν εκτός από τα επιστημονικά δε στηριζόταν ακόμα και στα διαλεκτικά δεκανίκια. Η χεγκελιανή άρνηση της άρνησης παίζει εδώ —επειδή λείπουν καλύτερα και πιο σαφή επιχειρήματα— το ρόλο μαμής που με τις υπηρεσίες της ξεγεννιέται το μέλλον από τα σπλάχνα του παρελθόντος. Η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, που συντελέστηκε με τον παραπάνω τρόπο αρχίζοντας από τον 160 αιώνα, αποτελεί την πρώτη άρνηση. Την άρνηση αυτή θα την ακολουθήσει μια δεύτερη, που χαρακτηρίζεται σαν άρνηση της άρνησης και ταυτόχρονα σαν αποκατάσταση της ‘ατομικής’ ιδιοκτησίας σε μια ανώτερη όμως μορφή, που στηρίζεται στην κοινοκτημοσύνη του εδάφους και των μέσων εργασίας. Αν αυτή την καινούργια ‘ατομική ιδιοκτησία’ ο κ. Μαρξ την ονομάζει ταυτόχρονα και ‘κοινωνική ιδιοκτησία ‘ , σ’ αυτό ακριβώς το γεγονός εκδηλώνεται η χεγκελιανή ανώτερη ενότητα, μέσα στην οποία αίρεται η αντίφαση (aufgehoben — είναι ο ειδικός χεγκελιανός όρος), δηλαδή σύμφωνα με το λογοπαίγνιο του Χέγκελ ξεπερνιέται όσο και διατηρείται.

.. Έτσι η απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών είναι σαν ένα είδος αυτόματο προϊόν της ιστορικής πραγματικότητας στις υλικές, εξωτερικές της συνθήκες… Θα ήταν δύσκολο να πείσεις ένα λογικό άνθρωπο για την αναγκαιότητα της κοινοκτημοσύνης του εδάφους και του κεφαλαίου, με βάση την πίστη σε ταχυδακτυλουργίες όπως η άρνηση της άρνησης του Χέγκελ. Ο νεφελώδης και διφορούμενος χαρακτήρας των αντιλήψεων του Μαρξ δε θα παραξενέψει, άλλωστε, κανέναν που ξέρει τι μπορεί να προκύψει από ένα επιστημονικό υλικό σαν τη χεγκελιανή διαλεκτική, ή, καλύτερα, τι ασυναρτησίες προκύπτουν κατ’ ανάγκην απ’ αυτό. Για κείνους που δεν ξέρουν αυτά τα τεχνάσματα, πρέπει να πω ρητά ότι στον Χέγκελ η πρώτη άρνηση παίζει το ρόλο του προπατορικού αμαρτήματος, που το δανείζεται από την κατήχηση, και η δεύτερη το ρόλο μιας ανώτερης ενότητας, που οδηγεί στη λύτρωση. Σε τέτοιες ταχυδακτυλουργικές αναλογίες, δανεισμένες από την περιοχή της θρησκείας, δε θα μπορούσε, βέβαια, να στηριχτεί η λογική των γεγονότων. . . Ο κ. Μαρξ εφησυχάζει στη νεφελώδη ιδέα του της ιδιοκτησίας, που είναι ταυτόχρονα ατομική και κοινωνική, και αφήνει τους οπαδούς του να λύσουν μόνοι τους αυτό το βαθύ διαλεκτικό αίνιγμα“. Αυτά λέει ο κ. Ντύρινγκ.

Συνεπώς -συμπεραίνει ο Ένγκελς— ο Μαρξ δεν είναι σε θέση ν’ αποδείξει αλλιώς την αναγκαιότητα της κοινωνικής επανάστασης, την αναγκαιότητα της εγκαθίδρυσης ενός κοινωνικού καθεστώτος που να στηρίζεται στην κοινοκτημοσύνη της γης και των μέσων παραγωγής που δημιουργούνται με την εργασία, παρά μόνο καταφεύγοντας στη χεγκελιανή άρνηση της άρνησης. Και στηρίζοντας τη σοσιαλιστική του θεωρία σε τέτοιες ταχυδακτυλουργικές αναλογίες, δανεισμένες από τη θρησκεία, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στη μελλοντική κοινωνία θα κυριαρχεί μια ιδιοκτησία που θα είναι ταυτόχρονα και ατομική και κοινωνική, σαν χεγκελιανή ανώτερη ενότητα της αντίφασης που έχει αρθεί.*-( *Ότι η διατύπωση αυτή των αντιλήψεων του Ντίρινγκ μπορεί να εφαρμοστεί στο ακέραιο και στον κ. Μιχαιλόβσκι, αποδείχνεται και από το παρακάτω μέρος του άρθρου του: «Ο Κ. Μαρξ δικαζόμενος από τον κ. Γ. Ζουκόβσκι». Ο κ. Μιχαϊλόβσκι, απαντώντας στον κ. Ζουκόβσκι, που ισχυρίστηκε ότι ο Μαρξ είναι υπέρμαχος της ατομικής ιδιοκτησίας, αναφέρεται στο σχήμα αυτό του Μαρξ και το εξηγεί με τον παρακάτω τρόπο: «Ο Μαρξ έμπασε στο σχήμα του τα δυο πασίγνωστα ταχυδακτυλουργικά τεχνάσματα της χεγκελιανής διαλεκτικής. Πρώτο, το σχήμα είναι φτιαγμένο σύμφωνα με το νόμο της χεγκελιανής τριάδας.

Δεύτερο, η σύνθεση βασίζεται στην ταυτότητα των αντιθέσεων: της ατομικής και της κοινής ιδιοκτησίας. Συνεπώς, η λέξη “ατομική” έχει στην περίπτωση αυτή την ιδιαίτερη, την καθαρά συμβατική έννοια του ενός μέλους του διαλεκτικού προτσές, και πάνω της δεν μπορεί να στηριχθεί απολύτως τίποτε». Αυτά τα είπε ένας άνθρωπος με τις πιο αγαθές προθέσεις, υπερασπίζοντας μπροστά στο ρωσικό κοινό τον «αιματώδη» Μαρξ από τον αστό κ. Ζουκόβσκι. Και να που μ’ αυτές τις αγαθές προθέσεις εξηγεί τον Μαρξ κατά τρόπο που βγαίνει ότι ο Μαρξ στηρίζει σε «ταχυδακτυλουργικά τεχνάσματα» την αντίληψή του για το προτσές! Ο κ. Μιχαιλόβσκι μπορεί απ’ όλα αυτά να βγάλει ένα ηθικό συμπέρασμα, που δεν θα του είναι ανώφελο, ότι δηλ. σε κανένα ζήτημα δεν είναι αρκετές μόνο οι αγαθές προθέσεις.)-

Ας αφήσουμε για την ώρα κατά μέρος την άρνηση της άρνησης κι ας εξετάσουμε την “ιδιοκτησία που είναι ταυτόχρονα και ατομική και κοινωνική”. Ο κ. Ντύρινγκ το ονομάζει αυτό “νεφέλη” και, όσο κι αν αυτό είναι εκπληκτικό, εδώ έχει πραγματικά δίκιο. Δυστυχώς, στη “νεφέλη” αυτή δε βρίσκεται ο Μαρξ, μα πάλι ο ίδιος ο κ. Ντύρινγκ… Διορθώνοντας τον Μαρξ αλά Χέγκελ, του αποδίδει κάποια ανώτερη ενότητα ιδιοκτησίας, για την οποία ο Μαρξ δεν έχει πει ούτε λέξη.

Ο Μαρξ λέει: “Αυτό είναι η άρνηση της άρνησης. Αυτό παλινορθώνει την ατομική ιδιοκτησία, πάνω στη βάση όμως των κατακτήσεων της κεφαλαιοκρατικής εποχής, της συνεργασίας ελεύθερων δουλευτών και της κοινής τους ιδιοκτησίας πάνω στη γη και στα μέσα παραγωγής, που παράγονται με την ίδια την εργασία τους. Η μετατροπή της κομματιασμένης ατομικής ιδιοκτησίας, που βασίζεται στην προσωπική εργασία των χωριστών ατόμων, σε κεφαλαιοκρατική είναι, φυσικά, ένα προτσές ασύγκριτα πιο μακρόχρονο, οδυνηρό και δύσκολο, απ’ ό,τι η μετατροπή σε κοινωνική ιδιοκτησία της κεφαλαιοκρατικής ατομικής ιδιοκτησίας, που στηρίζεται κιόλας σε κοινωνικοποιημένη παραγωγή“.

Αυτό είναι όλο. Έτσι η κατάσταση πραγμάτων, που δημιουργείται με την απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών, χαρακτηρίζεται σαν αποκατάσταση της ατομικής ιδιοκτησίας πάνω στη βάση όμως της κοινωνικής ιδιοκτησίας της γης και των μέσων παραγωγής, που τα παράγουν οι ίδιοι οι δουλευτές. Για τον καθένα που καταλαβαίνει τα γερμανικά (καθώς και τα ρωσικά, κ. Μιχαϊλόβσκι, γιατί η μετάφραση είναι απόλυτα ακριβής), αυτό σημαίνει πως η κοινωνική ιδιοκτησία επεκτείνεται στη γη και στ’ άλλα μέσα παραγωγής, και η ατομική ιδιοκτησία στα υπόλοιπα προϊόντα, δηλαδή στα είδη κατανάλωσης. Και για να γίνει αυτό κατανοητό ακόμα και από ένα παιδί έξι χρονών, ο Μαρξ προυποθέτει στη σελ. 56 (στη ρωσ. έκδ. σελ. 30) (28) μια “ένωση ελεύθερων ανθρώπων που εργάζονται με κοινά μέσα παραγωγής και που ξοδεύουν σχεδιασμένα τις ατομικές τους εργατικές δυνάμεις σα μια και μόνη κοινωνική εργατική δύναμη”, δηλαδή προϋποθέτει μια ένωση σοσιαλιστικά οργανωμένη, και λέει: “Το συνολικό προϊόν της ένωσης είναι κοινωνικό προϊόν. Ένα μέρος από το προϊόν αυτό χρησιμεύει ξανά σα μέσο παραγωγής. Το μέρος αυτό παραμένει κοινωνικό. Ένα άλλο όμως μέρος καταναλώνεται από τα μέλη της ένωσης με τη μορφή μέσων συντήρησης. Γι ‘ αυτό πρέπει να κατανέμεται μεταξύ τους”. Και αυτό είναι αρκετά καθαρό ακόμα και για τον κ. Ντύρινγκ.

Η ιδιοκτησία που είναι ταυτόχρονα και ατομική και κοινωνική, αυτή η συγκεχυμένη διφορούμενη μορφή, αυτή η ασυναρτησία που βγαίνει αναγκαστικά από τη χεγκελιανή διαλεκτική, αυτή η σύγχυση, αυτό το βαθύ διαλεκτικό αίνιγμα, που ο Μαρξ αφήνει να το λύσουν οι οπαδοί του — είναι και πάλι ένα αυθαίρετο δημιούργημα και μια επινόηση του κ. Ντύρινγκ…

Και τώρα —συνεχίζει ο Ένγκελς— τι ρόλο παίζει στον Μαρξ η άρνηση της άρνησης; Στη σελ. 791 κ.ε. (στη ρωσ. έκδ. σελ. 648 κ.ε.) (29), ο Μαρξ συνοψίζει τα τελικά συμπεράσματα της οικονομικής και ιστορικής έρευνας για τη λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου που έκανε στις προηγούμενες 50 σελίδες (στη ρωσ. έκδ. στις προηγούμενες 35 σελίδες).

Πριν από την κεφαλαιοκρατική εποχή υπήρχε, τουλάχιστο στην Αγγλία, η μικρή παραγωγή που είχε για βάση της την ατομική ιδιοκτησία του δουλευτή πάνω στα μέσα του της παραγωγής. Η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου συνίσταται εδώ στην απαλλοτρίωση αυτών των άμεσων παραγωγών, δηλαδή στην εξάλειψη της ατομικής ιδιοκτησίας της βασισμένης στην προσωπική εργασία. Η εξάλειψη αυτή έγινε δυνατή, γιατί η προαναφερόμενη μικρή παραγωγή συμβιβάζεται μόνο με τα στενά, πρωτόγονα πλαίσια της παραγωγής και της κοινωνίας, και γι’ αυτό σε μια ορισμένη βαθμίδα εξέλιξης η μικρή παραγωγή δημιουργεί τα υλικά μέσα για τον αφανισμό της. Ο αφανισμός αυτός, η μετατροπή των ατομικών και σκόρπιων μέσων παραγωγής σε κοινωνικά συγκεντρωμένα — αποτελεί την προϊστορία του κεφαλαίου. Μόλις οι δουλευτές μετατραπούν σε προλετάριους και τα μέσα εργασίας τους σε κεφάλαιο, μόλις ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής σταθεί στα πόδια του, η παραπέρα κοινωνικοποίηση της εργασίας και η παραπέρα μετατροπή της γης και των άλλων μέσων παραγωγής (σε κεφάλαιο), συνεπώς και η παραπέρα απαλλοτρίωση των ατομικών ιδιοκτητών παίρνει νέα μορφή.

Εκείνος που πρέπει ν’ απαλλοτριωθεί τώρα δεν είναι πια ο δουλευτής που διευθύνει μόνος το νοικοκυριό του, αλλά ο κεφαλαιοκράτης που εκμεταλλεύεται πολλούς εργάτες. Αυτή η απαλλοτρίωση συντελείται με το παιχνίδι των εσωτερικών νόμων της ίδιας της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, με τη συγκεντροποίηση των κεφαλαίων.

Ο κάθε κεφαλαιοκράτης ξεκάνει πολλούς άλλους κεφαλαιοκράτες. Χέρι με χέρι μ’ αυτή τη συγκεντροποίηση ή με την απαλλοτρίωση πολλών κεφαλαιοκρατών από λίγους αναπτύσσεται, σε διαρκώς αυξανόμενη κλίμακα, η συνεργατική μορφή του προτσές εργασίας, η συνειδητά τεχνολογική εφαρμογή της επιστήμης, η από κοινού σχεδιασμένη εκμετάλλευση της γης, η μετατροπή των μέσων εργασίας σε μέσα εργασίας που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο από κοινού, η πραγματοποίηση οικονομιών σε όλα τα μέσα παραγωγής με τη χρησιμοποίησή τους σα μέσων παραγωγής συνδυασμένης κοινωνικής εργασίας.

Παράλληλα με τη συνεχή ελάττωση του αριθμού των μεγιστάνων του κεφαλαίου, που σφετερίζονται και μονοπωλούν όλα τα οφέλη αυτού του προτσές μετατροπής, μεγαλώνει ο όγκος της αθλιότητας, της καταπίεσης, της υποδούλωσης, του εκφυλισμού, της εκμετάλλευσης, αλλά μαζί μεγαλώνει και η αγανάκτηση της εργατικής τάξης, που διαρκώς πληθαίνει, διδάσκεται, συνενώνεται και οργανώνεται από τον ίδιο το μηχανισμό του κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής. Το κεφάλαιο μετατρέπεται σε δεσμά του τρόπου παραγωγής, που άνθισε μαζί του και κάτω απ’ αυτό. Η συγκεντροποίηση των μέσων παραγωγής και η κοινωνικοποίηση της εργασίας φτάνουν σε σημείο που δεν μπορούν να συμβιβαστούν με το κεφαλαιοκρατικό τους περίβλημα. Το περίβλημα αυτό σπάει. Σημαίνει το τέλος της κεφαλαιοκρατικής ατομικής ιδιοκτησίας. Οι απαλλοτριωτές απαλλοτριώνονται“.

Και τώρα ρωτάω τον αναγνώστη: πού είναι τα διαλεκτικά στριφογυρίσματα και αραβουργήματα, πού είναι η σύγχυση εννοιών που σβήνει όλες τις διαφορές, πού είναι τα διαλεκτικά θαύματα για τους πιστούς, πού είναι τα διαλεκτικά μυστήρια και τα ταχυδακτυλουργικά τεχνάσματα με κλίμακα χεγκελιανής διδασκαλίας του λόγου, που χωρίς αυτά, κατά τον Ντύρινγκ, ο Μαρξ δεν ήταν σε θέση να φέρει σε πέρας την έκθεσή του; Ο Μαρξ απλούστατα δείχνει ιστορικά και διαπιστώνει εδώ σε συντομία ότι, όπως ακριβώς κάποτε η μικρή παραγωγή με την ίδια την εξέλιξή της γέννησε αναγκαστικά τους όρους του αφανισμού της, έτσι ακριβώς και τώρα η κεφαλαιοκρατική παραγωγή έχει δημιουργήσει η ίδια τους υλικούς όρους του αναγκαστικού χαμού της. Αυτό είναι ένα ιστορικό προτσές, κι αν το προτσές αυτό είναι ταυτόχρονα και διαλεκτικό, γι’ αυτό δε φταίει ο Μαρξ, όσο μοιραίο κι αν του φαίνεται του κ. Ντύρινγκ.

Μονάχα τώρα, αφού τελείωσε την ιστορικο-οικονομική απόδειξή του, ο Μαρξ συνεχίζει: “Ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής και ιδιοποίησης, συνεπώς και η κεφαλαιοκρατική ατομική ιδιοκτησία, είναι η πρώτη άρνηση της ατομικής ιδιοκτησίας, που στηρίζεται στην προσωπική εργασία. Η άρνηση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής παράγεται από την ίδια, με αναγκαιότητα φυσικού προτσές. Είναι η άρνηση της άρνησης” κλπ. (όπως αναφέραμε παραπάνω).

Χαρακτηρίζοντας αυτό το προτσές σαν άρνηση της άρνησης, ο Μαρξ δε σκέφτεται καν ν’ αποδείξει μ’ αυτό τον τρόπο την ιστορική αναγκαιότητά του. Απεναντίας: αφού απέδειξε ιστορικά ότι το προτσές αυτό έχει κιόλας εν μέρει πραγματικά συντελεστεί και εν μέρει πρέπει ακόμα να συντελεστεί, τότε μόνο το χαρακτηρίζει σαν προτσές που συντελείται σύμφωνα μ’ ένα ορισμένο διαλεκτικό νόμο. Αυτό είναι όλο. Έτσι λοιπόν, ο κ. Ντύρινγκ παραποιεί απλούστατα ξανά τον Μαρξ όταν λέει ότι η άρνηση της άρνησης στην προκειμένη περίπτωση προσφέρει τάχα υπηρεσίες μαμής, που μ’ αυτές ξεγεννιέται το μέλλον μέσα από τα σπλάχνα του παρελθόντος, ή ότι τάχα ο Μαρξ, με βάση την πίστη στο νόμο της άρνησης της άρνησης, έχει την αξίωση να πείσει οποιονδήποτε για την αναγκαιότητα της κοινοκτημοσύνης της γης και του κεφαλαίου» (σελ. 125).

Ο αναγνώστης βλέπει ότι όλη η υπέροχη απάντηση του Ένγκελς στον Ντύρινγκ μπορεί να εφαρμοστεί στο ακέραιο και στον κ. Μιχαϊλόβσκι, που ισχυρίζεται ακριβώς τα ίδια, ότι δηλ. το μέλλον στον Μαρξ κρατιέται αποκλειστικά από την άκρη της χεγκελιανής αλυσίδας και ότι η πεποίθηση για το αναπόφευκτό του μπορεί να στηρίζεται μόνο στην πίστη. *-(* Νομίζω ότι με την ευκαιρία αυτή δεν είναι περιττό να σημειώσω πως όλη αυτή την εξήγηση ο Ένγκελς τη δίνει στο ίδιο το κεφάλαιο, όπου μιλάει για το σπόρο, για τη διδασκαλία του Ρουσσώ και για άλλα παραδείγματα του διαλεκτικού προτσές. Θα νόμιζε κανείς ότι και μόνη η αντιπαράθεση αυτών των παραδειγμάτων με τις τόσο σαφείς και κατηγορηματικές δηλώσεις του Ένγκελς (και του Μαρξ, ο Ένγκελς του είχε διαβάσει προηγούμενα το χειρόγραφο αυτού του έργου), πως δεν πρέπει ούτε καν λόγος να γίνεται ότι μπορεί ν’ αποδειχτεί ο,τιδήποτε με τις τριάδες, ή ότι μπορεί να μπούν λαθραία στην περιγραφή του πραγματικού προτσές τα «συμβατικά μέλη» αυτών των τριάδων, ότι και μόνο αυτή η αντιπαράθεση θα ήταν πέρα για πέρα αρκετή για να καταλάβει κανείς πόσο ανόητο είναι να κατηγορείται ο μαρξισμός ότι μπάζει τη χεγγελιανή διαλεκτική).-

Όλη η διαφορά ανάμεσα στον Ντύρινγκ και στον κ. Μιχαϊλόβσκι συνοψίζεται στα παρακάτω δύο μικρά σημεία: Πρώτο, ο Ντύρινγκ, παρόλο που δεν μπορεί να μιλήσει για τον Μαρξ χωρίς να βγάλει αφρούς από το στόμα του, θεώρησε ωστόσο απαραίτητο ν’ αναφέρει στην επόμενη παράγραφο της Ιστορίας του, ότι ο Μαρξ στον επίλογο (30) απορρίπτει κατηγορηματικά την κατηγορία για χεγκελιανισμό. Αντίθετα, ο κ. Μιχαϊλόβσκι αποσιώπησε αυτή την τελείως συγκεκριμένη και σαφή γνώμη του Μαρξ (που αναφέρουμε παραπάνω) για το τι εννοεί λέγοντας διαλεκτική μέθοδο.

Δεύτερο. Η δεύτερη πρωτοτυπία του κ. Μιχαϊλόβσκι συνίσταται στο ότι συγκέντρωσε όλη την προσοχή του στη χρησιμοποίηση του χρόνου των ρημάτων. Γιατί ο Μαρξ, μιλώντας για το μέλλον, χρησιμοποιεί τον ενεστώτα; — ρωτάει ο φιλόσοφός μας με θριαμβευτικό ύφος. Γι’ αυτό μπορείτε να συμβουλευτείτε οποιαδήποτε γραμματική, αξιότιμε κριτικέ: θα σας πούνε ότι ο ενεστώτας χρησιμοποιείται στη θέση του μέλλοντα, όταν αυτό το μέλλον παρουσιάζεται αναπόφευκτο και αναμφισβήτητο. Πώς όμως γίνεται αυτό, γιατί είναι αναμφισβήτητο το μέλλον; — ρωτάει ανήσυχος ο κ. Μιχαϊλόβσκι και προσποιείται ότι αισθάνεται μια τέτοια συγκίνηση που μπορεί να δικαιολογήσει ακόμα και μια παραποίηση. — Και σ’ αυτό το σημείο ο Μαρξ έχει δώσει ολότελα συγκεκριμένη απάντηση. Μπορεί να θεωρείς την απάντηση αυτή ανεπαρκή ή όχι σωστή, τότε όμως πρέπει να αποδείξεις κατά τι ακριβώς και γιατί ακριβώς δεν είναι σωστή και όχι ν’ αραδιάζεις ανοησίες για χεγκελιανισμό.

Ήταν ένας καιρός που ο κ. Μιχαϊλόβσκι όχι μόνο ήξερε ο ίδιος ποια είναι αυτή η απάντηση, αλλά και τη δίδασκε στους άλλους. Ο κ. Ζουκόβσκι, —έγραφε στα 1877 ο κ. Μιχαϊλόβσκι— μπορούσε με το δίκιο του να θεωρεί προβληματικό το οικοδόμημα του Μαρξ για το μέλλον, αλλά «δεν είχε το ηθικό δικαίωμα» να παρακάμψει το ζήτημα της κοινωνικοποίησης της εργασίας, «που ο Μαρξ τού αποδίδει τεράστια σημασία». Μα βέβαια! Στα 1877 ο Ζουκόβσκι δεν είχε το ηθικό δικαίωμα να παρακάμψει το ζήτημα, ο κ. Μιχαϊλόβσκι όμως έχει στα 1894 αυτό το ηθικό δικαίωμα! Ίσως — quod licet Jovi, ηοη licet bovi*;!-(*ό,τι επιτρέπεται στον Δία, δεν επιτρέπεται στον ταύρο. Η Σύντ.)

Δεν μπορώ να μη θυμίσω εδώ ένα περίεργο γεγονός σχετικά με τον τρόπο που κατανοήθηκε κάποτε η κοινωνικοποίηση αυτή από το περιοδικό Οτέτσεστβενιγε Ζαπίσκι. (31) Στο τεύχος 7 του 1883 του περιοδικού αυτού δημοσιεύτηκε ένα «Γράμμα προς τη σύνταξη» κάποιου κ. Ποστορόνι, που ακριβώς όπως και ο κ. Μιχαϊλόβσκι θεωρούσε προβληματικό το «οικοδόμημα» του Μαρξ για το μέλλον. «Ουσιαστικά —ισχυριζόταν ο κύριος αυτός— η κοινωνική μορφή της εργασίας, σε συνθήκες κυριαρχίας του καπιταλισμού, συνοψίζεται στο ότι μερικές εκατοντάδες ή χιλιάδες εργάτες σκαλίζουν, κοπανάνε, γυρίζουν, στοιβάζουν, κατεβάζουν, σέρνουν και κάνουν ακόμα ένα σωρό άλλες δουλειές σ’ ένα και το ίδιο κτίριο. Ο γενικός όμως χαρακτήρας αυτού του καθεστώτος εκφράζεται θαυμάσια με την παροιμία: “ο καθένας για τον εαυτό του κι ο Θεός για όλους”. Τι δουλειά έχει εδώ η κοινωνική μορφή της εργασίας;»

Εδώ βλέπουμε αμέσως ότι ο άνθρωπος κατάλαβε περί τίνος πρόκειται! «Η κοινωνική μορφή της εργασίας» «συνοψίζεται» στη «δουλειά σ’ ένα και το ίδιο κτίριο»! Και ύστερα από τέτοιες εξωφρενικές σκέψεις, που δημοσιεύτηκαν σ’ ένα από τα καλύτερα ρωσικά περιοδικά, θέλουν να μας διαβεβαιώσουν ότι το θεωρητικό μέρος του Κεφαλαίου έχει αναγνωριστεί γενικά από την επιστήμη. Ναι, βέβαια, «η γενικά αναγνωρισμένη επιστήμη», μη όντας σε θέση να φέρει έστω και την παραμικρότερη σοβαρή αντίρρηση στο Κεφάλαιο, άρχισε να υποκλίνεται μπροστά του, συνεχίζοντας ταυτόχρονα να δείχνει την πιο στοιχειώδη αμάθεια και να επαναλαμβάνει τις παλιές κοινοτοπίες της σχολικής οικονομίας. Είμαστε υποχρεωμένοι να σταματήσουμε λίγο σ’ αυτό το ζήτημα, για να δείξουμε στον κ. Μιχαϊλόβσκι ποια είναι η ουσία του ζητήματος που, όπως το συνηθίζει πάντα, την αγνόησε τελείως.

Η κοινωνικοποίηση της εργασίας από την κεφαλαιοκρατική παραγωγή δε συνίσταται καθόλου στο ότι οι άνθρωποι δουλεύουν σ’ ένα και το ίδιο κτίριο (αυτό είναι μόνο ένα μικρό μέρος του προτσές), αλλά στο ότι η συγκέντρωση των κεφαλαίων συνοδεύεται από την ειδίκευση της κοινωνικής εργασίας, από την ελάττωση του αριθμού των κεφαλαιοκρατών σε κάθε κλάδο της βιομηχανίας και από την αύξηση του αριθμού των ειδικών κλάδων της βιομηχανίας— στο ότι πολλές τεμαχισμένες λειτουργίες της παραγωγής συγχωνεύονται σε μια ενιαία κοινωνική λειτουργία της παραγωγής. Στην εποχή, λ.χ., της χειροτεχνικής υφαντουργίας οι μικροπαραγωγοί έκλωθαν μονάχοι τους το νήμα και έφτιαχναν από το νήμα υφάσματα, και τότε είχαμε λίγους κλάδους βιομηχανίας (το κλώσιμο και η ύφανση ήταν συγχωνευμένα). Από τότε όμως που η παραγωγή κοινωνικοποιείται από τον καπιταλισμό, ο αριθμός των ειδικών κλάδων της βιομηχανίας αυξάνει: γίνεται χωριστά το βαμπακερό  νήμα και χωριστά η ύφανση• αυτή η ίδια η ειδίκευση και η συγκέντρωση της παραγωγής γεννούν καινούργιους κλάδους — παραγωγή μηχανών, εξόρυξη πετροκάρβουνου κλπ. Στον κάθε βιομηχανικό κλάδο, που τώρα έχει πιο πολύ ειδικευτεί, ο αριθμός των κεφαλαιοκρατών συνεχώς λιγοστεύει.

Αυτό σημαίνει ότι οι κοινωνικοί δεσμοί ανάμεσα στους παραγωγούς όλο και δυναμώνουν, ότι οι παραγωγοί ενώνονται σ’ ένα ενιαίο σύνολο. Οι σκόρπιοι μικροπαραγωγοί εκτελούσαν ο καθένας τους ταυτόχρονα κάμποσες εργασίες και γι’ αυτό ήταν σχετικά ανεξάρτητοι ο ένας από τον άλλο: αν, λ.χ., ο χειροτέχνης μόνος του έσπερνε το λινάρι, μόνος του το έκλωθε και το ύφαινε — ήταν σχεδόν ανεξάρτητος από τους άλλους . Ακριβώς σ’ ένα τέτοιο καθεστώς με μικρούς, σκόρπιους εμπορευματοπαραγωγούς (και μονάχα σ’ αυτό) δικαιολογούνταν η παροιμία: «ο καθένας για τον εαυτό του κι ο Θεός για όλους», δηλ. αναρχία των διακυμάνσεων της αγοράς. Τελείως διαφορετικά παρουσιάζονται τα πράγματα, όταν χάρη στον καπιταλισμό πραγματοποιείται η κοινωνικοποίηση της εργασίας. Ο εργοστασιάρχης που παράγει υφάσματα εξαρτάται από τον εργοστασιάρχη του βαμπακοκλωστηρίου. Ο τελευταίος αυτός εξαρτάται από τον κεφαλαιοκράτη ιδιοκτήτη της φυτείας, που έχει σπείρει το βαμπάκι, από τον ιδιοκτήτη του εργοστασίου κατασκευής μηχανών, του ανθρακωρυχείου κλπ. κλπ. Το αποτέλεσμα είναι πως κανένας κεφαλαιοκράτης δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα χωρίς τους άλλους.

Είναι ολοφάνερο ότι η παροιμία «ο καθένας για τον εαυτό του» δεν μπορεί πια καθόλου να εφαρμοστεί σ’ ένα τέτοιο καθεστώς: εδώ πια ο καθένας δουλεύει για όλους και όλοι για τον καθένα (και δε μένει θέση για το Θεό, ούτε σαν επουράνια φαντασία, ούτε σαν επίγειο «χρυσό μόσχο»). Ο χαρακτήρας του καθεστώτος αλλάζει τελείως. Αν τον καιρό που υπήρχαν οι μικρές σκόρπιες επιχειρήσεις η δουλειά σταματούσε σε μια απ’ αυτές, το γεγονός αυτό αντανακλούσε μόνο σ’ ένα μικρό αριθμό μελών της κοινωνίας, δε δημιουργούσε γενική σύγχυση και γι ‘ αυτό δεν τραβούσε τη γενική προσοχή, δεν προκαλούσε την κοινωνική επέμβαση σ’ αυτό το ζήτημα. Αν όμως ένα τέτοιο σταμάτημα γίνει σε μια μεγάλη επιχείρηση, που ανήκει σ’ έναν πολύ ειδικευμένο κλάδο της βιομηχανίας, που δουλεύει συνεπώς για όλη σχεδόν την κοινωνία και εξαρτάται με τη σειρά της από ολόκληρη την κοινωνία (για απλοποίηση παίρνω την περίπτωση που η κοινωνικοποίηση έχει φτάσει στο αποκορύφωμά της), τότε πια θα σταματήσουν κατ’ ανάγκην οι δουλειές σ’ όλες τις υπόλοιπες επιχειρήσεις της κοινωνίας, γιατί οι τελευταίες επιχειρήσεις μπορούν να παίρνουν τα απαραίτητα προϊόντα μόνο από την πρώτη επιχείρηση, μπορούν να πουλάνε όλα τα εμπορεύματά τους μόνο όταν η επιχείρηση αυτή διαθέτει εμπορεύματα.

Έτσι όλη η παραγωγή στο σύνολό της συγχωνεύεται σ’ ένα ενιαίο κοινωνικό παραγωγικό προτσές, ενώ ταυτόχρονα η κάθε επιχείρηση διευθύνεται από ένα χωριστό κεφαλαιοκράτη, εξαρτάται από την αυθαιρεσία του και του παραδίνει τα κοινωνικά προϊόντα σαν ατομική του ιδιοκτησία. Μήπως δεν είναι καθαρό ότι η μορφή της παραγωγής βρίσκεται σε ανειρήνευτη αντίθεση με τη μορφή της ιδιοποίησης; Μήπως δεν είναι ολοφάνερο ότι η μορφή της ιδιοποίησης δεν μπορεί να μην προσαρμοστεί στην πρώτη, δεν μπορεί να μη γίνει επίσης κοινωνική, δηλ. σοσιαλιστική; Ο πνευματώδης όμως φιλισταίος του Οτέτσεστβενιγε Ζαπίσκι ανάγει όλο το ζήτημα στη δουλειά μέσα σ’ ένα και το ίδιο κτίριο. Τώρα μάλιστα, πάτησε πραγματικά την πίτα! (Περιέγραψα μόνο ένα υλικό προτσές, μόνο μια αλλαγή των σχέσεων παραγωγής, χωρίς να θίξω την κοινωνική πλευρά του προτσές, τη συνένωση, τη συσπείρωση και την οργάνωση των εργατών, γιατί αυτό είναι φαινόμενο παράγωγο, δευτεροβάθμιο).

Αν είμαστε αναγκασμένοι να εξηγούμε στους Ρώσους «δημοκράτες» πράγματα τόσο στοιχειώδη, είναι γιατί έχουν βουλιάξει ως τ’ αφτιά μέσα στις μικροαστικές ιδέες, σε σημείο που δεν είναι καθόλου σε θέση να φανταστούν άλλη τάξη πραγμάτων εκτός από τη μικροαστική.

Ας γυρίσουμε, όμως, στον κ. Μιχαϊλόβσκι. Τι αντιρρήσεις έφερε στα γεγονότα και στα επιχειρήματα, στα οποία ο Μαρξ στήριξε το συμπέρασμά του, ότι είναι αναπόφευκτη η εγκαθίδρυση του σοσιαλιστικού συστήματος δυνάμει αυτών των ίδιων των νόμων ανάπτυξης του καπιταλισμού; Μήπως έδειξε ότι -σε συνθήκες οργάνωσης μιας κοινωνικής οικονομίας με εμπορευματική παραγωγή— δε σημειώνεται στην πραγματικότητα αύξηση της ειδίκευσης του κοινωνικού προτσές της εργασίας, συγκέντρωση κεφαλαίων και επιχειρήσεων, κοινωνικοποίηση όλου του προτσές της εργασίας; Όχι, δεν έφερε ούτε ένα επιχείρημα για να διαψεύσει αυτά τα γεγονότα. Μήπως κλόνισε τη θέση ότι την κεφαλαιοκρατική κοινωνία τη χαρακτηρίζει αναρχία που δε συμβιβάζεται με την κοινωνικοποίηση της εργασίας; Όχι, δεν είπε τίποτε γι’ αυτό το πράγμα. Μήπως απέδειξε ότι η ένωση του προτσές εργασίας όλων των κεφαλαιοκρατών σ’ ένα ενιαίο κοινωνικό προτσές εργασίας μπορεί να συμβιβαστεί με την ατομική ιδιοκτησία, ότι είναι δυνατή και νοητή μια άλλη διέξοδος απ’ αυτή την αντίφαση, εκτός από κείνη που υπέδειξε ο Μαρξ; Όχι, δεν είπε ούτε λέξη γι’ αυτό το ζήτημα.

Πού λοιπόν στηρίζεται η κριτική του; Σε λαθροχειρίες, σε παραποιήσεις και σ’ ένα χείμαρρο από φράσεις, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά κουδουνίστρες.

Πραγματικά, πώς αλλιώς μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τις μεθόδους αυτές, όταν ο κριτικός —αφού αράδιασε προκαταβολικά ένα σωρό ανοησίες σχετικά με τις τρεις διαδοχικές βαθμίδες της ιστορίας— βάζει με σοβαρό ύφος στον Μαρξ το εξής ερώτημα: «Και ύστερα τι θα γίνει;», δηλ. πώς θα εξελιχθεί η ιστορία πέρα από το τελικό στάδιο του προτσές που περιέγραψε. Δείτε λοιπόν, ο Μαρξ από την αρχή αρχή της φιλολογικής και της επαναστατικής του δράσης διατύπωσε πάρα πολύ συγκεκριμένα τις απαιτήσεις του απέναντι στην κοινωνιολογική θεωρία: η κοινωνιολογική θεωρία πρέπει να απεικονίζει με ακρίβεια τα πραγματικά προτσές και τίποτε παραπάνω (συγκρ., λ.χ., το Κομμουνιστικό Μανιφέστο για το κριτήριο της θεωρίας των κομμουνιστών( 32)). Στο Κεφάλαιό του τήρησε με μεγάλη αυστηρότητα αυτή του την απαίτηση: αφού έθεσε για καθήκον του ν’ αναλύσει επιστημονικά τον κεφαλαιοκρατικό κοινωνικό σχηματισμό, έβαλε τελεία και παύλα όταν απέδειξε ότι η εξέλιξη αυτής της οργάνωσης, που συντελείται πραγματικά μπροστά στα μάτια μας, έχει μια ορισμένη τάση, ότι δηλ. η οργάνωση αυτή δεν μπορεί παρά να χαθεί αναπόφευκτα και να μετατραπεί σε μια άλλη ανώτερη οργάνωση. Ο κ. Μιχαϊλόβσκι, όμως, αγνοώντας όλη την ουσία της διδασκαλίας του Μαρξ, βάζει το πολύ κουτό ερώτημά του: «Και ύστερα τι θα γίνει;». Και προσθέτει βαθυστόχαστα: «Πρέπει να ομολογήσω με ειλικρίνεια ότι δε μου είναι καθόλου καθαρή η απάντηση του Ένγκελς». Εμείς όμως πρέπει να ομολογήσουμε με ειλικρίνεια, κ. Μιχαϊλόβσκι, ότι καταλαβαίνουμε πολύ καλά το πνεύμα και τις μεθόδους μιας παρόμοιας «κριτικής»!

Ή ακόμα ένας τέτοιος συλλογισμός: «Στο μεσαίωνα η μαρξιστική ατομική ιδιοκτησία, που στηρίζεται στην προσωπική εργασία, δεν ήταν ούτε ο μοναδικός, ούτε ο κυρίαρχος παράγοντας, ακόμα και στην περιοχή των οικονομικών σχέσεων. Δίπλα της υπήρχαν και πολλοί άλλοι, η διαλεκτική όμως μέθοδος, όπως ερμηνεύεται από τον Μαρξ (και όχι όπως παραποιείται από τον κ. Μιχαϊλόβσκι;) δε μας καλεί να ξαναγυρίσουμε σ’ αυτούς… Είναι ολοφάνερο ότι όλα αυτά τα σχήματα δε μας δίνουν μια εικόνα της ιστορικής πραγματικότητας, ή και μόνο των αναλογιών της, αλλά απλώς ικανοποιούν την κλίση του ανθρώπινου πνεύματος να νοεί το κάθε αντικείμενο στην κατάσταση του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος».

Ακόμα και οι μέθοδοι των παραποιήσεών Σας, κ. Μιχαϊλόβσκι, είναι μονότονες μέχρι αηδίας! Ο κ. Μιχαϊλόβσκι, στην αρχή έμπασε λαθραία στο σχήμα του Μαρξ —που έχει την αξίωση ότι διατυπώνει απλώς το πραγματικό προτσές εξέλιξης του καπιταλισμού*-( * Τα άλλα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των οικονομικών συστημάτων του μεσαίωνα παραλείφθηκαν ακριβώς γιατί ανήκουν στο φεουδαρχικό κοινωνικό σχηματισμό, ενώ ο Μαρξ μελετάει μόνο τον κεφαλαιοκρατικό. Στην καθαρή του μορφή, το προτσές εξέλιξης του καπιταλισμού άρχισε στην πραγματικότητα (λ.χ. στην Αηλία) με το καθεστώς των μικρών, σκόρπιων εμπορευματοπαραγωγών και με την ατομική τους Ιδιοκτησία, που ήταν καρπός της δουλειάς τους.)- και τίποτε παραπάνω— την πρόθεση v’ αποδείξει τα πάντα με τις τριάδες, κατόπιν διαπιστώνει ότι το σχήμα του Μαρξ  δεν ανταποκρίνεται σ’ αυτό το σχέδιο που του φόρτωσε ο ίδιος (το τρίτο στάδιο δεν αποκαθιστά παρά μόνο τη μια πλευρά του πρώτου σταδίου, παραλείποντας όλες τις άλλες), βγάζει με τον πιο ξετσίπωτο τρόπο το συμπέρασμα πως «είναι ολοφάνερο ότι το σχήμα δε μας δίνει την εικόνα της ιστορικής πραγματικότητας» !

Μπορεί να νοηθεί πολεμική σοβαρή μ’ έναν άνθρωπο που δεν είναι σε θέση (για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Ένγκελς για τον Ντύρινγκ) να παραθέσει ακριβείς περικοπές, ακόμα και υπό τύπον εξαίρεσης; Μπορεί να γίνει συζήτηση από τη στιγμή που διαβεβαιώνει το κοινό πως «είναι ολοφάνερο» ότι το σχήμα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα δεν κάνει καμιά προσπάθεια για να αποδείξει γιατί δεν είναι σωστό;

Ο κ. Μιχαϊλόβσκι, αντί να κάνει κριτική στο πραγματικό περιεχόμενο των αντιλήψεων του Μαρξ, κάνει επιδείξεις εξυπνάδας, μιλώντας για τις κατηγορίες του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Ο Ένγκελς, λ.χ., αντικρούοντας τις «αιώνιες αλήθειες» του κ. Ντύρινγκ, λέει ότι «σήμερα μας κηρύχνουν» μια τριπλή ηθική: τη χριστιανοφεουδαρχική, την αστική και την προλεταριακή, και έτσι το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον έχουν το καθένα τη θεωρία τους για την ηθική.(33)

Απ’ αφορμή αυτές τις σκέψεις, ο κ. Μιχαϊλόβσκι κάνει τον παρακάτω συλλογισμό: «Νομίζω ότι στη βάση όλων των τριαδικών διαιρέσεων της ιστορίας σε περιόδους βρίσκονται ακριβώς οι κατηγορίες του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος». Τι βαθιά σκέψη! Μα ποιος δεν ξέρει ότι, αν εξετάσουμε οποιοδήποτε κοινωνικό φαινόμενο στην πορεία της εξέλιξής του, θα βρούμε πάντα μέσα του υπολείμματα του παρελθόντος, βάσεις του παρόντος και σπέρματα του μέλλοντος; Αλλά μήπως ο Ένγκελς διανοήθηκε, λ.χ., να υποστηρίξει ότι η ιστορία της ηθικής (δε μιλούσε παρά μόνο για το «παρόν») περιορίζεται στα τρία στοιχεία που αναφέρθηκαν; Ότι πριν από τη φεουδαρχική ηθική δεν προηγήθηκε, λ.χ., η δουλοκτητική και πριν από τη δουλοκτητική η ηθική της πρωτόγονης κομμουνιστικής κοινότητας; Αντί να κάνει μια σοβαρή κριτική στην προσπάθεια του Ένγκελς να ξεδιαλύνει τα σύγχρονα ρεύματα των ηθικών ιδεών με την υλιστική τους εξήγηση, ο κ. Μιχαϊλόβσκι μάς σερβίρει την πιο κούφια φρασεολογία!

Παίρνοντας αφορμή απ’ αυτές τις μεθόδους «κριτικής» του κ. Μιχαϊλόβσκι, που άρχισε με τη δήλωση ότι δεν ξέρει σε ποιο έργο εκτίθεται η υλιστική αντίληψη της ιστορίας, δε θα ‘ταν ίσως ανώφελο να υπενθυμίσουμε πως ήταν ένας καιρός που ο συγγραφέας γνώριζε ένα απ’ αυτά τα έργα και ήξερε να το εκτιμήσει πιο σωστά. Στα 1877 ο κ. Μιχαϊλόβσκι έκρινε Το Κεφάλαιο με τα παρακάτω λόγια: «Αν αφαιρέσουμε από Το Κεφάλαιο το βαρύ, κακοφτιαγμένο κι άχρηστο καπάκι της χεγκελιανής διαλεκτικής (Τι περίεργο πράγμα είναι πάλι αυτό; Γιατί στα 1877 η «χεγκελιανή διαλεκτική» ήταν «άχρηστη», ενώ στα 1894 βγαίνει ότι ο υλισμός στηρίζεται στο «αδιαφιλονίκητο του διαλεκτικού προτσές»;), τότε, θα βρούμε σ’ αυτό το έργο, ανεξάρτητα από τις άλλες αρετές του, ένα θαυμάσια δουλεμένο υλικό για τη λύση του γενικού προβλήματος της σχέσης των μορφών προς τους υλικούς όρους ύπαρξής τους και μια θαυμάσια τοποθέτηση του προβλήματος αυτού για μια ορισμένη περιοχή». «Σχέση των μορφών προς τους υλικούς όρους ύπαρξής τους», μα αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα των αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα στις διάφορες πλευρές της κοινωνικής ζωής, το πρόβλημα του εποικοδομήματος των ιδεολογικών κοινωνικών σχέσεων πάνω στις υλικές, που η γνωστή λύση του αποτελεί ακριβώς τη διδασκαλία του υλισμού. Πάμε παρακάτω.

«Για να κυριολεκτήσουμε, όλο Το Κεφάλαιο (η υπογράμμιση δική μου) είναι αφιερωμένο στην έρευνα του τρόπου με τον οποίο μια κοινωνική μορφή, όταν μια φορά εμφανιστεί, συνεχώς αναπτύσσεται, δυναμώνει τα τυπικά χαρακτηριστικά της, υποτάσσοντας και αφομοιώνοντας τις ανακαλύψεις, τις εφευρέσεις, τις βελτιώσεις των τρόπων παραγωγής, τις νέες αγορές, την ίδια την επιστήμη, υποχρεώνοντάς τες να δουλεύουν για λογαριασμό της, και, τέλος, στην έρευνα του τρόπου με τον οποίο αυτή η δοσμένη μορφή δεν μπορεί ν’ αντέξει στις παραπέρα αλλαγές των υλικών συνθηκών».

Καταπληκτικό γεγονός! Στα 1877 «όλο Το Κεφάλαιο ήταν αφιερωμένο στην υλιστική έρευνα μιας δοσμένης κοινωνικής μορφής (τι άλλο είναι ο υλισμός αν όχι η εξήγηση των κοινωνικών μορφών από τους υλικούς όρους;) — ενώ στα 1894 βγαίνει ξαφνικά πως δεν είναι καν γνωστό πού, σε ποιο έργο πρέπει να αναζητηθεί η έκθεση αυτού του υλισμού!

Στα 1877 Το Κεφάλαιο «ερευνούσε πώς η δοσμένη μορφή (δηλ. η κεφαλαιοκρατική, δεν είναι έτσι;) δεν μπορεί πια ν’ αντέξει» (προσέξτε το αυτό), «στις παραπέρα αλλαγές των υλικών όρων», και στα 1894 αποδείχτηκε ότι δε γίνεται καμιά έρευνα και ότι η πεποίθηση πως η κεφαλαιοκρατική μορφή δεν μπορεί ν’ αντέξει στην παραπέρα ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων — κρατιέται «αποκλειστικά από την άκρη της χεγκελιανής τριάδας»! Στα 1877 ο κ. Μιχαϊλόβσκι έγραφε ότι «η ανάλυση των σχέσεων ανάμεσα σε μια ορισμένη κοινωνική μορφή και στους υλικούς όρους ύπαρξής της θα μείνει για πάντα (η υπογράμμιση είναι δική μου) μνημείο της δύναμης της λογικής και της τεράστιας πολυμάθειας του συγγραφέα», και στα 1894 δηλώνει ότι η διδασκαλία του υλισμού ποτέ και πουθενά δεν έχει επαληθευτεί και θεμελιωθεί επιστημονικά!

 

Καταπληκτικό! Τι σημαίνει, στ’ αλήθεια, αυτό; Τι να συνέβηκε;

Συνέβηκαν δύο πράγματα: πρώτο, ο ρωσικός, ο αγροτικός σοσιαλισμός της δεκαετίας 1870-1880, που «εξέφραζε την απέχθειά του» για την ελευθερία λόγω του αστικού της χαρακτήρα, που πολεμούσε τους «καθαρομέτωπους φιλελεύθερους», —που σκέπαζαν με ζήλο τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα της ρωσικής ζωής και ονειρεύονταν μια επανάσταση των χωρικών— ο αγροτικός αυτός σοσιαλισμός αποσυντέθηκε τελείως και γέννησε τον πρόστυχο εκείνο μικροαστικό φιλελευθερισμό, που βρίσκει «ενθαρρυντικές εντυπώσεις» στις προοδευτικές τάσεις της οικονομίας του αγρότη, ξεχνώντας ότι οι τάσεις αυτές συνοδεύονται (και καθορίζονται) από τη μαζική απαλλοτρίωση της αγροτιάς. Δεύτερο, στα 1877, ο κ. Μιχαϊλόβσκι έχει τόσο απορροφηθεί από το καθήκον του να υπερασπίσει τον «αιματώδη» (δηλ. το σοσιαλιστή επαναστάτη) Μαρξ από τους φιλελεύθερους κριτικούς, που δεν πρόσεξε ότι η μέθοδος του Μαρξ είναι ασυμβίβαστη με τη δική του μέθοδο.

Να όμως που του εξήγησαν αυτή την ανειρήνευτη αντίφαση ανάμεσα στο διαλεκτικό υλισμό και στην υποκειμενική κοινωνιολογία — του την εξήγησαν τα άρθρα και τα βιβλία του Ένγκελς, του την εξήγησαν οι Ρώσοι σοσιαλδημοκράτες (στα έργα του Πλεχάνοφ συναντούμε επανειλημμένα πολύ εύστοχες παρατηρήσεις για τον κ. Μιχαϊλόβσκι) — και ο κ. Μιχαϊλόβσκι, αντί να καταπιαστεί σοβαρά με την επανεξέταση του ζητήματος, απλώς αφηνίασε. Αντί να χαιρετίσει τον Μαρξ (όπως έκανε στα 1872 και στα 1877)(34) τώρα τον γαβγίζει, κρυμμένος πίσω από επαίνους αμφίβολης ποιότητας, και θορυβεί και αφρίζει ενάντια στους Ρώσους μαρξιστές, που δε θέλουν να ικανοποιηθούν με την «προστασία του οικονομικά πιο αδύνατου», με τις αποθήκες εμπορευμάτων και με τις βελτιώσεις στο χωριό, με τα μουσεία και με τις συνεργατικές των χειροτεχνών και με άλλες τέτοιες καλοπροαίρετες μικροαστικές προόδους— αλλά θέλουν να μείνουν «αιματώδεις» οπαδοί της κοινωνικής επανάστασης και να διδάσκουν, να καθοδηγούν και να οργανώνουν τα πραγματικά επαναστατικά κοινωνικά στοιχεία.

Ύστερα από τη μικρή αυτή παρέκβαση στην περιοχή ενός μακρινού παρελθόντος, μπορούμε, νομίζω, να τελειώσουμε με την ανάλυση της «κριτικής» της θεωρίας του Μαρξ από τον κ. Μιχαϊλόβσκι. Ας δοκιμάσουμε λοιπόν να συνοψίσουμε και να ανακεφαλαιώσουμε τα «επιχειρήματα» του κριτικού.

Η διδασκαλία, που είχε την πρόθεση να εκμηδενίσει, στηρίζεται, πρώτο, στην υλιστική αντίληψη της ιστορίας και, δεύτερο, στη διαλεκτική μέθοδο.

Όσον αφορά το πρώτο, ο κριτικός δήλωσε πριν απ’ όλα ότι δεν ξέρει σε ποιο έργο γίνεται έκθεση του υλισμού. Μια και δε βρήκε πουθενά αυτή την έκθεση, βάλθηκε να φκιάσει μόνος του έναν ορισμό του υλισμού. Για να μας δώσει μια ιδέα για τις υπερβολικές αξιώσεις αυτού του υλισμού, υποστήριξε ότι οι υλιστές διατείνονται τάχα πως έχουν εξηγήσει όλο το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της ανθρωπότητας — και όταν μια σύγκριση με τις αυθεντικές δηλώσεις των μαρξιστών, έδειξε ότι αυτοί θεωρούν πως έχει εξηγηθεί μόνο ένας κοινωνικός σχηματισμός, τότε ο κριτικός αποφάνθηκε ότι οι υλιστές στενεύουν το πεδίο δράσης του υλισμού, κι ότι έτσι χτυπάνε τάχα οι ίδιοι τον εαυτό τους. Για να μας δώσει μια εικόνα των μεθόδων επεξεργασίας αυτού του υλισμού, ο κριτικός σκάρωσε την αντίληψη ότι οι υλιστές παραδέχτηκαν μόνοι τους πως οι γνώσεις τους είναι ανεπαρκείς για να πραγματοποιήσουν ένα τέτοιο έργο, όπως η επεξεργασία του επιστημονικού σοσιαλισμού, ενώ στηνπραγματικότητα ο Μαρξ και ο Ένγκελς αναγνώρισαν (το 1845-1846) ότι οι γνώσεις τους ήταν ανεπαρκείς στην περιοχή της οικονομικής ιστορίας γενικά, και δε δημοσίευσαν ποτέ το έργο που έδειχνε ανεπάρκεια των γνώσεών τους.

Ύστερα από ένα τέτοιο προοίμιο, μας σερβίρουν και την κριτική: Το Κεφάλαιο έχει εκμηδενιστεί από το επιχείρημα ότι αναφέρεται μόνο σε μια περίοδο, ενώ ο κριτικός χρειάζεται όλες τις περιόδους, καθώς και από το επιχείρημα ότι Το Κεφάλαιο δεν επιβεβαιώνει τον οικονομικό υλισμό, παρά απλώς και μόνο αναφέρεται σ’ αυτόν, — επιχειρήματα τόσο πειστικά και σοβαρά όπως είναι φανερό, που αναγκάζεται κανείς να ομολογήσει ότι ο υλισμός ποτέ δεν έχει θεμελιωθεί επιστημονικά. Έπειτα ο κριτικός επικαλέστηκε ενάντια στον υλισμό το γεγονός ότι ένας άνθρωπος, τελείως ξένος προς αυτή τη διδασκαλία, που μελέτησε τους προϊστορικούς χρόνους σε μια εντελώς άλλη χώρα, κατέληξε επίσης σε υλιστικά συμπεράσματα. Για να δείξει παραπέρα ότι δεν είναι καθόλου σωστό που η παραγωγή παιδιών συνδέθηκε με τον υλισμό, ότι αυτό είναι μονάχα ένα λεκτικό τέχνασμα, ο κριτικός βάλθηκε να αποδείξει ότι οι οικονομικές σχέσεις αποτελούν το εποικοδόμημα πάνω στις σεξουαλικές και οικογενειακές σχέσεις. Οι υποδείξεις, που έκανε με την ευκαιρία αυτή ο σοβαρός κριτικός για να διδάξει τους υλιστές, μας πλούτισαν με τη βαθιά αλήθεια ότι δεν μπορεί να υπάρχει κληρονομία χωρίς παραγωγή παιδιών, ότι με τα προϊόντα αυτής της παραγωγής παιδιών «συνδέεται στενά» μια περίπλοκη ψυχοσύνθεση και ότι τα παιδιά ανατρέφονται με το πνεύμα των πατεράδων τους.

Μάθαμε επίσης εν παρόδω, ότι οι εθνικοί δεσμοί αποτελούν συνέχεια και γενίκευση των σχέσεων του γένους. Συνεχίζοντας τις θεωρητικές του έρευνες για τον υλισμό, ο κριτικός παρατήρησε ότι το περιεχόμενο πολλών επιχειρημάτων των μαρξιστών συνίσταται στο ότι η καταπίεση και η εκμετάλλευση των μαζών είναι «αναγκαίες» μέσα στο αστικό καθεστώς, και ότι το καθεστώς αυτό πρέπει «κατ’ ανάγκην» να μετατραπεί σε σοσιαλιστικό. Κι εδώ δεν αρκεί να δηλώσει ότι η αναγκαιότητα είναι μια πολύ γενική παρένθεση (όταν δεν αναφέρουμε τι ακριβώς θεωρούν οι άνθρωποι αναγκαίο) και ότι γι’ αυτό οι μαρξιστές είναι μυστικιστές και μεταφυσικοί. Ο κριτικός δήλωσε επίσης ότι η πολεμική του Μαρξ ενάντια στους ιδεαλιστές είναι «μονόπλευρη», χωρίς να πει ούτε λέξη τι σχέση υπάρχει ανάμεσα στις αντιλήψεις των ιδεαλιστών αυτών και στην υποκειμενική μέθοδο και τι σχέση υπάρχει ανάμεσα στις αντιλήψεις αυτές και στο διαλεκτικό υλισμό του Μαρξ.

Όσον αφορά το δεύτερο βάθρο του μαρξισμού, δηλ. τη διαλεκτική μέθοδο, μια σπρωξιά του θαρραλέου κριτικού ήταν αρκετή για να το γκρεμίσει. Και η σπρωξιά αυτή έγινε με μεγάλη δεξιότητα: ο κριτικός κατέβαλε απίστευτες προσπάθειες για ν’ αντικρούσει την άποψη ότι με τις τριάδες θα μπορούσε τάχα να αποδειχθεί οτιδήποτε, και αποσιώπησε το γεγονός ότι η διαλεκτική μέθοδος δε συνίσταται καθόλου στις τριάδες, ότι η μέθοδος αυτή συνίσταται ακριβώς στην άρνηση των μεθόδων του ιδεαλισμού και του υποκειμενισμού στην κοινωνιολογία. Η άλλη σπρωξιά έβαζε ειδικό στόχο τον Μαρξ: με τη βοήθεια του γενναίου κ. Ντύρινγκ, ο κριτικός απέδωσε στον Μαρξ την απίστευτη ανοησία, ότι προσπάθησε δήθεν να αποδείξει με τις τριάδες την αναγκαιότητα της καταστροφής του καπιταλισμού — και ξεσπάθωσε νικηφόρα ενάντια σ’ αυτή την ανοησία.

Να η εποποιία των περίλαμπρων «νικών» του «γνωστού μας κοινωνιολόγου»! Αλήθεια, δεν είναι «διδακτικό» (Μπουρένιν) το θέαμα των νικών αυτών;

Δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε εδώ και σ’ ένα άλλο περιστατικό, που δεν έχει άμεση σχέση με την κριτική της διδασκαλίας του Μαρξ, αλλά που είναι εξαιρετικά χαρακτηριστικό για να ξεκαθαρίσουμε τα ιδανικά του κριτικού και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα. Είναι η στάση του απέναντι στο εργατικό κίνημα της Δύσης.

Παραπάνω αναφέραμε τη δήλωση του κ. Μιχαϊλόβσκι ότι ο υλισμός δε βρήκε τη δικαίωσή του στην «επιστήμη» (ίσως στην επιστήμη των Γερμανών «φίλων του λαού»;), ο υλισμός όμως αυτός, αποφαίνεται ο κ. Μιχαιλόβσκι, «πραγματικά διαδίδεται πολύ γρήγορα μέσα στην εργατική τάξη». Πώς λοιπόν εξηγεί αυτό το γεγονός ο κ. Μιχαϊλόβσκι; «Όσο για την επιτυχία —λέει— που έχει ο οικονομικός υλισμός, σα να λέμε, σε πλάτος, τη διάδοσή του με μορφή που δεν έχει επαληθευτεί κριτικά, το κέντρο βάρους αυτής της επιτυχίας δε βρίσκεται στην επιστήμη, αλλά στην καθημερινή πρακτική, όπως καθορίζεται από τις προοπτικές του μέλλοντος». Τι άλλο νόημα μπορεί να έχει η αδέξια αυτή φράση για την πρακτική, «που καθορίζεται» από τις προοπτικές του μέλλοντος, εκτός από το ότι ο υλισμός διαδίδεται όχι γιατί εξήγησε σωστά την πραγματικότητα, αλλά γιατί γύρισε τις πλάτες στην πραγματικότητα αυτή και στράφηκε προς το μέρος της προοπτικής; Και παρακάτω λέει: «Οι προοπτικές αυτές, που τις αφομοιώνει η γερμανική εργατική τάξη, δεν απαιτούν απ’ αυτήν και από κείνους που ενδιαφέρονται φλογερά για τις τύχες της, ούτε γνώσεις, ούτε δουλειά κριτικής σκέψης. Απαιτούν μόνο πίστη».

Μ’ άλλα λόγια, η διάδοση του υλισμού και του επιστημονικού σοσιαλισμού σε πλάτος εξαρτάται από το γεγονός ότι η διδασκαλία αυτή υπόσχεται στους εργάτες ένα καλύτερο μέλλον! Αρκεί όμως η πιο στοιχειώδης γνώση της ιστορίας του σοσιαλισμού και του εργατικού κινήματος της Δύσης, για να δει κανείς όλη την ανοησία και παραποίηση της εξήγησης αυτής.

Ο καθένας ξέρει ότι ο επιστημονικός σοσιαλισμός δε χάραξε ποτέ κανενός είδους προοπτικές για το μέλλον: περιορίστηκε στην ανάλυση του σύγχρονου αστικού καθεστώτος, στη μελέτη των τάσεων εξέλιξης της κεφαλαιοκρατικής κοινωνικής οργάνωσης, και τίποτε περισσότερο. «Εμείς δε λέμε στον κόσμο —έγραφε ο Μαρξ ακόμα στα 1843 και εκπλήρωσε αυτό το πρόγραμμα— εμείς δε λέμε στον κόσμο: “πάψε να παλεύεις, όλος ο αγώνας σου δεν έχει κανένα νόημα“. Εμείς τού δίνουμε το αληθινό σύνθημα του αγώνα. Εμείς δείχνουμε απλώς στον κόσμο για ποιο πράγμα στην ουσία αγωνίζεται, όσο για τη συνείδηση, είναι ένα πράγμα που ο κόσμος θα το αποκτήσει το δίχως άλλο, είτε το θέλει είτε όχι» (35) .

Ο καθένας ξέρει, λ.χ., ότι Το Κεφάλαιο -αυτό το κύριο και βασικό έργο που εκθέτει τον επιστημονικό σοσιαλισμό— περιορίζεται στους πιο γενικούς υπαινιγμούς για το μέλλον και δεν ερευνά παρά μόνο τα στοιχεία που υπάρχουν σήμερα και μέσα από τα οποία βγαίνει το μελλοντικό καθεστώς. Ο καθένας ξέρει ότι, όσον αφορά τις προοπτικές του μέλλοντος, έχουν δώσει ασύγκριτα περισσότερα οι προγενέστεροι σοσιαλιστές, που περιγράψανε με όλες τις λεπτομέρειες τη μελλοντική κοινωνία, θέλοντας να γοητεύσουν την ανθρωπότητα με την εικόνα ενός καθεστώτος, όπου οι άνθρωποι θα τα βγάζουν πέρα χωρίς αγώνα, όπου οι κοινωνικές τους σχέσεις δε θα στηρίζονται στην εκμετάλλευση, αλλά στις αληθινές αρχές της προόδου, που ανταποκρίνονται στις συνθήκες της ανθρώπινης φύσης.

Ωστόσο —παρά το ότι ολόκληρη φάλαγγα από ανθρώπους με μεγάλο ταλέντο και βαθύτατα πεπεισμένους σοσιαλιστές εξέθεσαν αυτές τις ιδέες— οι θεωρίες τους έμειναν έξω από τη ζωή και τα προγράμματά τους ξένα προς τα λαϊκά πολιτικά κινήματα, όσον καιρό η μεγάλη μηχανική βιομηχανία δεν είχε ακόμα παρασύρει στο στρόβιλο της πολιτικής ζωής τις μάζες του εργατικού προλεταριάτου και όσο δεν είχε βρεθεί το αληθινό σύνθημα του αγώνα του.

Το σύνθημα αυτό το βρήκε ο Μαρξ —«ένας όχι ουτοπικός, αλλά αυστηρός και κάπου κάπου και ξερός επιστήμονας», όπως εκφράστηκε ο κ. Μιχαϊλόβσκι σε πολύ μακρινούς καιρούς, στα 1872— δεν το βρήκε όμως καθόλου με τη βοήθεια ορισμένων προοπτικών, αλλά με την επιστημονική ανάλυση του σύγχρονου αστικού καθεστώτος, με την εξήγηση της αναγκαιότητας της εκμετάλλευσης μέσα σ’ αυτό το καθεστώς, με τη μελέτη των νόμων ανάπτυξής του. Φυσικά, ο κ. Μιχαϊλόβσκι μπορεί να βεβαιώνει τους αναγνώστες του Ρούσκογε Μπογκάτστβο, ότι η αφομοίωση αυτής της ανάλυσης δεν απαιτεί ούτε γνώσεις, ούτε σκέψη, εμείς όμως είδαμε και σ’ αυτόν τον ίδιο (και θα δούμε ακόμα περισσότερο στον οικονομολόγο συνεργάτη του (36)) μια τόσο χοντροκομμένη έλλειψη κατανόησης των στοιχειωδών αληθειών που διαπιστώνονται μ’ αυτή την ανάλυση, ώστε μια παρόμοια δήλωση δεν μπορεί, φυσικά, παρά να προκαλέσει μειδιάματα.

Παραμένει γεγονός αναμφισβήτητο η διάδοση και η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος ακριβώς εκεί όπου αναπτύσσεται και στο βαθμό που αναπτύσσεται η μεγάλη κεφαλαιοκρατική μηχανική βιομηχανία. Παραμένει γεγονός αναμφισβήτητο ότι η σοσιαλιστική διδασκαλία σημειώνει επιτυχίες στην περίπτωση ακριβώς που αφήνει κατά μέρος τις απόψεις για κοινωνικές συνθήκες που ανταποκρίνονται στην ανθρώπινη φύση και καταπιάνεται με την υλιστική ανάλυση των σύγχρονων κοινωνικών σχέσεων, με την εξήγηση της αναγκαιότητας του σημερινού καθεστώτος εκμετάλλευσης.

Αφού δοκίμασε να παρακάμψει τις πραγματικές αιτίες της επιτυχίας του υλισμού ανάμεσα στους εργάτες, χαρακτηρίζοντας τη σχέση ανάμεσα σ’ αυτή τη διδασκαλία και στις «προοπτικές» κατά τρόπο διαμετρικά αντίθετο προς την αλήθεια, ο κ. Μιχαϊλόβσκι αρχίζει τώρα να κοροϊδεύει με τον πιο πρόστυχο, μικροαστικό τρόπο τις ιδέες και την τακτική του εργατικού κινήματος της Δυτικής Ευρώπης.

Όπως είδαμε, δεν μπόρεσε να φέρει κυριολεκτικά ούτε ένα επιχείρημα ενάντια στις αποδείξεις του Μαρξ για το αναπόφευκτο της μετατροπής του κεφαλαιοκρατικού καθεστώτος σε σοσιαλιστικό σα συνέπεια της κοινωνικοποίησης της εργασίας, και όμως αυτό δεν τον εμποδίζει να διατυπώνει ειρωνείες γεμάτες αυθάδεια, ότι δήθεν η «στρατιά των προλετάριων» προετοιμάζει την απαλλοτρίωση των κεφαλαιοκρατών και ότι «ύστερ’ απ’ αυτό θα σταματήσει πια κάθε ταεική πάλη και θα επέλθει επί γης ειρήνη και εν ανθρώποις ευδοκία».

Ο κ. Μιχαιλόβσκι ξέρει ασύγκριτα πιο απλούς και πιο σίγουρους δρόμους για να πραγματοποιήσει ο ίδιος το σοσιαλισμό: χρειάζεται απλώς οι «φίλοι του λαού» να δείξουν πιο λεπτομερειακά τους «ξεκάθαρους και αλάθευτους» δρόμους της «επιθυμητής οικονομικής εξέλιξης» — και τότε «αυτούς τους φίλους του λαού θα τους καλέσουν ασφαλώς» να λύσουν τα «πρακτικά οικονομικά προβλήματα» (βλ. το άρθρο του κ. Γιουζακόφ: «Προβλήματα της οικονομικής ανάπτυξης της Ρωσίας», τεύχος 1 1 του Ρ. Μπ.), για την ώρα όμως… για την ώρα οι εργάτες πρέπει να περιμένουν, να βασίζονται στους «φίλους του λαού» και να μην αρχίσουν με «αβάσιμη αυτοπεποίθηση» ανεξάρτητο αγώνα ενάντια στους εκμεταλλευτές.

Ο συγγραφέας μας, επιθυμώντας να καταφέρει ένα θανάσιμο χτύπημα σ’ αυτή την «αβάσιμη αυτοπεποίθηση», αγανακτεί με πάθος «γι’ αυτή την επιστήμη, που θα χωρούσε σχεδόν ολόκληρη σ’ ένα λεξικό της τσέπης». Πραγματικά, τι φρίκη; Από το ένα μέρος επιστήμη και από το άλλο σοσιαλδημοκρατικές μπροσούρες που αξίζουν μια δεκάρα και χωράνε στην τσέπη! Δεν είναι άραγε ξεκάθαρο πόσο αβάσιμη είναι η αυτοπεποίθηση των ανθρώπων αυτών, οι οποίοι εκτιμούν την επιστήμη μόνο στο μέτρο που διδάσκει στους υφιστάμενους την εκμετάλλευση τον ανεξάρτητο αγώνα για την απελευθέρωσή τους, στο μέτρο που τους διδάσκει ν’ αποφεύγουν τους κάθε λογής «φίλους του λαού», που συγκαλύπτουν τον ανταγωνισμό των τάξεων και θέλουν ν’ αναλάβουν μόνοι τους όλη την υπόθεση, και οι οποίοι γι’ αυτό εκθέτουν την επιστήμη αυτή μέσα σε εκδόσεις της δεκάρας, που τόσο πολύ σοκάρουν τους φιλισταίους; Θα ήταν πολύ διαφορετικά, αν οι εργάτες εμπιστεύονταν την τύχη τους στους «φίλους του λαού»• αυτοί θα τους έδειχναν την αληθινή επιστήμη, την πολύτομη, πανεπιστημιακή και φιλισταϊκή επιστήμη, θα τους μάθαιναν λεπτομερειακά την κοινωνική οργάνωση που ταιριάζει στην ανθρώπινη φύση, αν μόνο… οι εργάτες συμφωνούσαν να περιμένουν και δεν άρχιζαν μόνοι τους τον αγώνα με μια τόσο αβάσιμη αυτοπεποίθηση!

Πριν περάσουμε στο δεύτερο μέρος της «κριτικής» του κ. Μιχαϊλόβσκι, που στρέφεται πια όχι ενάντια στη θεωρία του Μαρξ γενικά, αλλά ενάντια στους Ρώσους σοσιαλδημοκρατές ειδικά, πρέπει να κάνουμε μια μικρή παρέκβαση. Πρόκειται για το γεγονός ότι ο κ. Μιχαϊλόβσκι, — ακριβώς όπως όταν έκανε κριτική στον Μαρξ, όχι μόνο δεν προσπάθησε να εκθέσει με ακρίβεια τη θεωρία του Μαρξ, αλλά απλώς και μόνο τη διαστρέβλωσε, — το ίδιο ακριβώς παραποιεί ασύστολα και τις ιδέες των Ρώσων σοσιαλδημοκρατών. Είναι ανάγκη ν’ αποκαταστήσουμε την αλήθεια.

Ο καλύτερος τρόπος για να το κάνουμε αυτό είναι να συγκρίνουμε τις ιδέες των προηγούμενων Ρώσων σοσιαλιστών με τις ιδέες των σοσιαλδημοκρατών. Παίρνω την ανάλυση των ιδεών των πρώτων από το άρθρο του κ. Μιχαϊλόβσκι στο 60 τεύχος του περιοδικού Ρούσκαγια Μισλ του 1892, όπου ο κ. Μιχαιλόβσκι μιλούσε και για μαρξισμό (και μιλούσε -ας του το πούμε υπό τύπον επίπληξης— με τόνο ευπρεπή, χωρίς να θίγει ζητήματα, που μέσα σ’ ένα λογοκρινόμενο Τύπο μπορεί να τα πραγματευθεί κανείς μόνο αλά Μπουρένιν, χωρίς να ρίχνει στους μαρξιστές κάθε λογής λάσπη) και όπου σαν αντίβαρο στο μαρξισμό —ή αν όχι σαν αντίβαρο, τουλάχιστο σαν παραλληλισμό— εξέθετε τις δικές τους απόψεις. Δεν επιθυμώ φυσικά να προσβάλω και στο ελάχιστο τον κ. Μιχαϊλόβσκι, δηλ. να τον κατατάξω στους σοσιαλιστές, ούτε να προσβάλω τους Ρώσους σοσιαλιστές, εξισώνοντας μ’ αυτούς τον κ. Μιχαϊλόβσκι: νομίζω μόνο ότι η πορεία της επιχειρηματολογίας τους, όπως και του κ. Μιχαιλόβσκι, είναι στην ουσία η ίδια, κι ότι η διαφορά βρίσκεται στο βαθμό της σταθερότητας, της ευθύτητας και της συνέπειας των πεποιθήσεων.

Εκθέτοντας τις ιδέες του Οτέτσεσβενινε Ζαπίσκι, ο κ. Μιχαϊλόβσκι έγραφε: «Στα ηθικο-πολιτικά ιδανικά περιλάβαμε και το ιδανικό ν’ ανήκει η γη στον καλλιεργητή και τα εργαλεία στον παραγωγό». Η αφετηρία, όπως βλέπετε, είναι πολύ καλοπροαίρετη και μαρτυρεί τις πιο αγαθές προθέσεις . . . «Οι μεσαιωνικές μορφές εργασίας*-(* «Όταν λέμε μεσαιωνικές μορφές εργασίας —εξηγούσε ο συγγραφέας σε άλλο μέρος— δεν πρέπει να εννοούμε μόνο την κοινοτική γαιοκτησία, τη βιοτεχνία και τη συνεργατική οργάνωση. Δε χωράει αμφιβολία ότι όλα αυτά είναι μεσαιωνικές μορφές, σ’ αυτά όμως πρέπει να προστεθούν κι όλες οι μορφές όπου η γη ή τα εργαλεία παραγωγής ανήκουν σ’ εκείνον που τα δουλεύει.»)-, που υπάρχουν ακόμα σ’ εμάς, έχουν πολύ κλονιστεί, δε βλέπουμε όμως το λόγο να τελειώνουμε οριστικά μ’ αυτές για το χατίρι οποιωνδήποτε θεωριών, φιλελεύθερων ή μη φιλελεύθερων.»

Παράξενος συλλογισμός! Όποιες κι αν είναι «οι μορφές εργασίας» δεν μπορούν να κλονιστούν παρά μόνο όταν αντικατασταθούν από κάποιες άλλες. Δε βρίσκουμε όμως στο συγγραφέα μας (και δε θα μπορούσαμε να βρούμε σε κανέναν από τους ομοϊδεάτες του) ούτε την ελάχιστη απόπειρα ν’ αναλύσει τις νέες αυτές μορφές και να τις εξηγήσει, καθώς και να διασαφηνίσει για ποιες αιτίες οι νέες αυτές μορφές εκτοπίζουν τις παλιές. Ακόμα πιο παράξενο είναι το δεύτερο μέρος της περικοπής: «Δε βλέπουμε το λόγο να τελειώνουμε οριστικά μ’ αυτές τις μορφές για το χατίρι των θεωριών».

Τι μέσα όμως διαθέτουμε «εμείς» (δηλ. οι σοσιαλιστές — βλ. την παραπάνω επιφύλαξη) για «να τελειώνουμε» με τις μορφές εργασίας, δηλ. να μετασχηματίσουμε τις σχέσεις παραγωγής που υπάρχουν ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας; Δεν είναι άραγε παράλογη η σκέψη να μετασχηματιστούν αυτές οι σχέσεις σύμφωνα με μια ορισμένη διδασκαλία; Ας ακούσουμε παρακάτω: «Το καθήκον μας δεν είναι ν ‘ αναπτύξουμε μέσα από τα ίδια τα σπλάχνα του έθνους έναν οπωσδήποτε “αυτόχθονα” πολιτισμό, αλλά ούτε και να μεταφέρουμε στη χώρα μας ατόφιο το δυτικό πολιτισμό με όλες τις αντιθέσεις που τον σπαράζουν: πρέπει να παίρνουμε το καλό από παντού, απ’ όπου μπορούμε, κι αν αυτό το καλό είναι δικό μας ή ξένο, αυτό πια δεν είναι ζήτημα αρχής αλλά πρακτικής ευκολίας. Όπως φαίνεται, αυτό είναι τόσο απλό, καθαρό και κατανοητό, που κάθε άλλη συζήτηση είναι ανώφελη». Και πραγματικά, τι απλό που είναι! «Να παίρνουμε» το καλό από παντού, και τα πάντα θα είναι εντάξει! Από τις μεσαιωνικές μορφές «να πάρουμε» το γεγονός ότι τα μέσα παραγωγής ανήκουν σ’ εκείνον που τα δουλεύει, και από τις νέες (δηλ. τις κεφαλαιοκρατικές) μορφές «να πάρουμε» την ελευθερία, την ισότητα, τη μόρφωση, τον πολιτισμό. Κάθε άλλη συζήτηση είναι περιττή!

Η υποκειμενική μέθοδος της κοινωνιολογίας είναι εδώ ολοφάνερη: η κοινωνιολογία αρχίζει από την ουτοπία —η γη ν’ ανήκει σ’ εκείνον που τη δουλεύει— και υποδείχνει σε συνέχεια τους όρους για να πραγματοποιηθεί αυτό που επιθυμούμε: «να πάρουμε» το καλό από δω κι από κει. Ο φιλόσοφος αυτός βλέπει εντελώς μεταφυσικά τις κοινωνικές σχέσεις, τις θεωρεί μια απλή μηχανική ένωση τούτων ή εκείνων των θεσμών, μια απλή μηχανική συναρμολόγηση τούτων ή εκείνων των φαινομένων. Αποσπά ένα απ’ αυτά τα φαινόμενα —τη μεσαιωνική μορφή κατά την οποία το έδαφος ανήκει στον καλλιεργητή— και νομίζει ότι το φαινόμενο αυτό μπορεί να μεταφυτευθεί σε κάθε άλλη μορφή, όπως ακριβώς ένα τούβλο μπορεί να μεταφερθεί από μια οικοδομή σε άλλη.

Αυτό όμως δε θα πει ότι μελετάς τις κοινωνικές σχέσεις, αλλά ότι παραμορφώνεις το υλικό που πρόκειται να μελετηθεί: γιατί στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κατοχή γης χωριστή και ανεξάρτητη από τον καλλιεργητή, όπως το νομίζετε εσείς: η κατοχή γης είναι μονάχα ένας από τους κρίκους των παραγωγικών σχέσεων της εποχής εκείνης, που συνίσταντο στο ότι η γη ήταν μοιρασμένη ανάμεσα στους μεγάλους γαιοκτήμονες, στους τσιφλικάδες, στο ότι οι τσιφλικάδες έδιναν αυτή τη γη στους αγρότες για να τους εκμεταλλεύονται, κι έτσι η γη αποτελούσε ένα είδος μεροκάματου σε είδος: η γη έδινε στον αγρότη τα απαραίτητα προϊόντα, για να μπορεί να παράγει υπερπροϊόν για τον τσιφλικά• ήταν η βάση για να εκπληρώνουν οι αγρότες τις υποχρεώσεις τους απέναντι στον τσιφλικά.

Γιατί ο συγγραφέας δεν ερεύνησε αυτό το σύστημα των σχέσεων παραγωγής, αλλά περιορίστηκε μόνο στο ν’ αποσπάσει ένα φαινόμενο και να το παρουσιάσει έτσι κάτω από ένα εντελώς ψεύτικο φως; Επειδή δεν ξέρει να πραγματεύεται τα κοινωνικά ζητήματα: ο κ. Μιχαϊλόβσκι (το ξαναλέω ότι χρησιμοποιώ τους συλλογισμούς του κ. Μιχαϊλόβσκι απλώς σαν παράδειγμα για το πώς κρίνεται όλος ο ρωσικός σοσιαλισμός) δε βάζει καθόλου για σκοπό του να εξηγήσει τις «μορφές εργασίας» εκείνης της εποχής, να τις παρουσιάσει σαν ένα ορισμένο σύστημα σχέσεων παραγωγής, σαν έναν ορισμένο κοινωνικό σχηματισμό. Του είναι ξένη, για να μιλήσουμε με τη γλώσσα του Μαρξ, η διαλεκτική μέθοδος που μας υποχρεώνει να βλέπουμε την κοινωνία σαν ένα ζωντανό οργανισμό στην πορεία της λειτουργίας του και της εξέλιξής του.

Χωρίς να διερωτηθεί καθόλου ποιες είναι οι αιτίες που οι νέες μορφές εργασίας εκτοπίζουν τις παλιές, επαναλαμβάνει το ίδιο ακριβώς λάθος στο συλλογισμό του για τις νέες αυτές μορφές. Ικανοποιείται με το να διαπιστώσει ότι οι μορφές αυτές «κλονίζουν» την κατοχή γης από τον καλλιεργητή, δηλ., μιλώντας γενικά, ότι οι μορφές αυτές βρίσκουν την έκφρασή τους στο χωρισμό του παραγωγού από τα μέσα παραγωγής — για να καταδικάσει αυτό το γεγονός σαν κάτι που δεν ανταποκρίνεται στο ιδανικό. Και πάλι ο συλλογισμός του είναι εντελώς παράλογος: αποσπά ένα φαινόμενο (ότι δηλ. οι αγρότες μένουν χωρίς γη) χωρίς να δοκιμάσει να το παρουσιάσει σα στοιχείο ενός άλλου πια συστήματος σχέσεων παραγωγής, που στηρίζεται στην εμπορευματική οικονομία, που γεννά αναγκαία το συναγωνισμό ανάμεσα στους εμπορευματοπαραγωγούς, την ανισότητα, την καταστροφή ορισμένων και τον πλουτισμό άλλων. Διαπιστώνοντας ένα φαινόμενο, την καταστροφή της μάζας, παρέλειψε ένα άλλο, τον πλουτισμό της μειοψηφίας, κι έτσι βρέθηκε σε αδυναμία να καταλάβει και το ένα και το άλλο.

Και η χρησιμοποίηση τέτοιων μεθόδων σημαίνει, κατά τη γνώμη του, «να ψάχνεις να βρεις την απάντηση στα προβλήματα της ζωής στη μορφή τους καθώς εμφανίζονται στην πραγματικότητα» (Ρ. Μπ., τεύχος 1 του 1894), ενώ αυτός, ακριβώς το αντίθετο, μη μπορώντας και μη θέλοντας να εξηγήσει την πραγματικότητα, να τη δει κατά πρόσωπο, λιποτάχτησε επαίσχυντα από τα προβλήματα αυτά της ζωής, με την πάλη της ανάμεσα στους εύπορους και στους άπορους κι αποτραβήχτηκε στην περιοχή των αθώων ουτοπιών. Κι αυτό σημαίνει, κατά τη γνώμη του, «να ψάχνεις να βρεις απάντηση στα προβλήματα της ζωής έτσι όπως παρουσιάζονται κατά τρόπο ιδανικό από την άμεση και περίπλοκη ζωντανή πραγματικότητα» (Ρ. Μπ., τεύχος 1), ενώ πράγματι ούτε καν επιχείρησε ν’ αναλύσει και να εξηγήσει τη ζωντανή αυτή πραγματικότητα.

Αντί να το κάνει αυτό, μας πρόσφερε μια ουτοπία, που την έπλασε από μεμονωμένα στοιχεία αποσπασμένα κατά τον πιο παράλογο τρόπο από διάφορους κοινωνικούς σχηματισμούς: από το μεσαιωνικό σχηματισμό πήρε τούτο, από τον «νέο» εκείνο, κλπ. Είναι ευνόητο ότι μια θεωρία που στηρίζεται σ’ αυτή τη βάση δεν μπορούσε παρά να μείνει έξω από την πραγματική κοινωνική εξέλιξη, για τον απλούστατο λόγο ότι οι ουτοπιστές μας ήταν υποχρεωμένοι να ζουν και να δρουν όχι μέσα σε κοινωνικές σχέσεις, που αποτελούνται από στοιχεία παρμένα από δω κι από κει, αλλά μέσα στις κοινωνικές σχέσεις που καθορίζονται από τις σχέσεις του αγρότη προς τον κουλάκο (ευκατάστατο μουζίκο), του χειροτέχνη προς τον προαγοραστή έμπορο, του εργάτη προς τον εργοστασιάρχη — σχέσεις που του ήταν εντελώς ακατανόητες. Οι απόπειρες και οι προσπάθειές τους να μεταπλάσουν τούτες τις ακατανόητες γι ‘ αυτούς σχέσεις σύμφωνα με το ιδανικό τους δεν μπορούσαν παρά ν’ αποτύχουν.

Να, σε πολύ γενικές γραμμές, πώς έμπαινε το πρόβλημα του σοσιαλισμού στη Ρωσία τον καιρό που «γεννήθηκαν οι Ρώσοι μαρξιστές».

Οι Ρώσοι μαρξιστές άρχισαν ακριβώς από την κριτική των υποκειμενικών μεθόδων των προγενέστερων σοσιαλιστών. Δεν ικανοποιήθηκαν με τη διαπίστωση της εκμετάλλευσης και με την καταδίκη της, αλλά θέλησαν να την εξηγήσουν.

Βλέποντας ότι όλη η ιστορία της Ρωσίας ύστερα από τη μεταρρύθμιση συνίσταται στην καταστροφή της μάζας και στον πλουτισμό μιας μειοψηφίας, παρακολουθώντας την τεράστια απαλλοτρίωση των μικρών παραγωγών που συντελούνταν παράλληλα με τη γενική τεχνική πρόοδο, διαπιστώνοντας ότι αυτά τα διαμετρικά αντίθετα ρεύματα εμφανίζονται και δυναμώνουν εκεί που αναπτύσσεται και σταθεροποιείται η εμπορευματική οικονομία και στο βαθμό που αναπτύσσεται και σταθεροποιείται, δεν μπορούσαν παρά να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι έχουν να κάνουν με μια αστική (κεφαλαιοκρατική) οργάνωση της κοινωνικής οικονομίας, που γεννά κατ ‘ ανάγκην την απαλλοτρίωση και την καταπίεση των μαζών.

Το πρακτικό τους πρόγραμμα καθοριζόταν πια άμεσα από την πεποίθηση αυτή: το νόημα του προγράμματος ήταν ότι έπρεπε να προσχωρήσουν σ’ αυτόν τον αγώνα του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη, στον αγώνα των άπορων τάξεων ενάντια στις εύπορες τάξεις, που αποτελεί το κύριο περιεχόμενο της οικονομικής πραγματικότητας της Ρωσίας, αρχίζοντας από το πιο απόμερο χωριουδάκι και τελειώνοντας στο πιο σύγχρονο και τελειοποιημένο εργοστάσιο.

Πώς να προσχωρήσουν; Την απάντησή τους την υπαγόρευσε και πάλι η ίδια η πραγματικότητα. Ο καπιταλισμός έφτασε τους κυριότερους κλάδους της βιομηχανίας ως το στάδιο της μεγάλης μηχανικής βιομηχανίας έχοντας κοινωνικοποιήσει έτσι την παραγωγή, δημιούργησε τους υλικούς όρους για τη νέα τάξη πραγμάτων και ταυτόχρονα δημιούργησε μια νέα κοινωνική δύναμη: την τάξη των εργοστασιακών εργατών, το προλεταριάτο των πόλεων. Αν και υποβάλλεται στην ίδια αστική εκμετάλλευση, όπως είναι στην οικονομική της ουσία η εκμετάλλευση όλου του εργαζόμενου πληθυσμού της Ρωσίας, η τάξη αυτή βρίσκεται, ωστόσο, σ’ ό,τι αφορά την απελευθέρωσή της, σε ειδικά ευνοϊκές συνθήκες: δεν τη συνδέει πια τίποτε με την παλιά κοινωνία, που στηρίζεται ολοκληρωτικά στην εκμετάλλευση• οι ίδιοι οι όροι της εργασίας της και οι συνθήκες της ζωής της την οργανώνουν, την αναγκάζουν να σκέφτεται, της δίνουν τη δυνατότητα να βγει στο στίβο της πολιτικής πάλης. Όπως είναι φυσικό, οι σοσιαλδημοκράτες έστρεψαν όλη την προσοχή τους κι όλες τους τις ελπίδες στην τάξη αυτή, έκαναν πρόγραμμά τους την ανάπτυξη της ταξικής της συνείδησης και συγκέντρωσαν όλη τη δραστηριότητά τους στο να τη βοηθήσουν να ορθωθεί στην ανοιχτή πολιτική πάλη ενάντια στο σημερινό καθεστώς και να τραβήξει στην πάλη αυτή όλο το ρωσικό προλεταριάτο.

Ας δούμε τώρα πώς πολεμά ο κ. Μιχαϊλόβσκι τους σοσιαλδημοκράτες. Τι αντιρρήσεις φέρνει στις θεωρητικές τους αντιλήψεις, στην πολιτική σοσιαλιστική τους δράση;

Ο κριτικός εκθέτει τις θεωρητικές αντιλήψεις των μαρξιστών με τον παρακάτω τρόπο:

«Η αλήθεια —κατά τα λεγόμενα δήθεν των μαρξιστών— είναι ότι, σύμφωνα με τους ενυπάρχοντες νόμους της ιστορικής αναγκαιότητας, η Ρωσία θ’ αναπτύξει μια δική της κεφαλαιοκρατική παραγωγή με όλες τις εσωτερικές αντιθέσεις της, με την καταβρόχθιση των μικρών κεφαλαίων από τα μεγάλα, και στο μεταξύ ο αποσπασμένος από τη γη μουζίκος θα μετατραπεί σε προλετάριο, θα ενωθεί, θα κοινωνικοποιηθεί, κι έτσι όλα θα είναι εντάξει και η ανθρωπότητα μπορεί να ζήσει πανευτυχής.»

Κοιτάξτε τι λένε — οι μαρξιστές δε διαφέρουν καθόλου από τους «φίλους του λαού» ως προς τον τρόπο που αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα, αλλά μόνο ως προς τον τρόπο που φαντάζονται το μέλλον: δεν ασχολούνται καθόλου, θα ‘λεγε κανείς, με το παρόν, αλλά μόνο με «προοπτικές». Δε χωράει αμφιβολία ότι αυτή ακριβώς είναι η σκέψη του κ. Μιχαϊλόβσκι: οι μαρξιστές, λέει, «είναι πέρα για πέρα βέβαιοι, ότι στις προβλέψεις τους για το μέλλον δεν υπάρχει τίποτε το ουτοπικό, και ότι όλα είναι ζυγισμένα και μετρημένα σύμφωνα με τις υπαγορεύσεις της αυστηρής επιστήμης». Και τέλος, λέει ακόμα πιο ξεκάθαρα: οι μαρξιστές «πιστεύουν και κηρύχνουν το αναλλοίωτο ενός αφηρημένου ιστορικού σχήματος».

Με λίγα λόγια, έχουμε μπροστά μας την πιο τετριμμένη και την πιο αγοραία κατηγορία σε βάρος των μαρξιστών, κατηγορία που από πολύ καιρό τη χρησιμοποιούν όλοι όσοι δεν μπορούν να φέρουν καμιά ουσιαστική αντίρρηση στις αντιλήψεις των μαρξιστών. «Οι μαρξιστές κηρύχνουν το αναλλοίωτο ενός αφηρημένου ιστορικού σχήματος»!

Μα αυτό δεν είναι παρά ψέμα και επινόηση!

Κανένας μαρξιστής ποτέ και πουθενά δεν έφερε το επιχείρημα ότι στη Ρωσία «θα εμφανιστεί κατ’ ανάγκην» ο καπιταλισμός, «επειδή» υπήρξε στη Δύση κλπ. Κανένας μαρξιστής δεν είδε ποτέ τη θεωρία του Μαρξ σαν κάποιο φιλοσοφικό-ιστορικό σχήμα υποχρεωτικό για όλους, δεν τη θεώρησε ποτέ τίποτε άλλο από την εξήγηση ενός ορισμένου κοινωνικό-οικονομικού σχηματισμού. Μόνο ένας υποκειμενικός φιλόσοφος, ο κ. Μιχαϊλόβσκι, τα κατάφερε να δείξει μια τέτοια έλλειψη κατανόησης του Μαρξ, ώστε να αποδώσει σ’ αυτόν μια γενική φιλοσοφική θεωρία• και σαν απάντηση τα κατάφερε να πάρει από τον Μαρξ την απόλυτα συγκεκριμένη εξήγηση πως έκανε λάθος στη διεύθυνση. Ποτέ κανένας μαρξιστής δε στήριξε τις σοσιαλδημοκρατικές του αντιλήψεις σε τίποτε άλλο, εκτός από την αντιστοιχία της θεωρίας με την πραγματικότητα και με την ιστορία των δοσμένων, δηλαδή των ρωσικών, κοινωνικό-οικονομικών σχέσεων. Και δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, γιατί αυτή την απαίτηση από τη θεωρία την είχε απολύτως καθαρά και συγκεκριμένα διατυπώσει και τοποθετήσει σαν αγκωνάρι όλης της διδασκαλίας ο ίδιος ο ιδρυτής του «μαρξισμού», ο Μαρξ.

Φυσικά, ο κ. Μιχαϊλόβσκι μπορεί όσο του αρέσει να προσπαθεί να διαψεύσει αυτές τις δηλώσεις, λέγοντας ότι άκουσε «με τ’ αφτιά του» να κηρύσσεται αυτό ακριβώς το αφηρημένο ιστορικό σχήμα. Τι μας ενδιαφέρει όμως εμάς τους σοσιαλδημοκράτες ή οποιονδήποτε άλλον, αν του έτυχε του κ. Μιχαϊλόβσκι ν’ ακούσει από τους συνομιλητές του κάθε λογής παραλογισμούς; Μήπως αυτό δεν αποδείχνει μόνο ότι ο κ. Μιχαϊλόβσκι διαλέγει πολύ πετυχημένα τους συνομιλητές του και τίποτε περισσότερο; Φυσικά, είναι πολύ πιθανό οι πνευματώδεις αυτοί συνομιλητές του πνευματώδους φιλοσόφου να αυτονομάζονται μαρξιστές, σοσιαλδημοκράτες κλπ. — αλλά ποιος δεν ξέρει ότι σήμερα (πράγμα που έχει παρατηρηθεί από καιρό) ο κάθε κατεργάρης αγαπάει να εμφανίζεται με «κόκκινη» περιβολή;*- (*- Όλα αυτά γράφτηκαν με την προυπόθεση ότι ο κ. Μιχαιλόβσκι άκουσε πραγματικά να κηρύχνονται αφηρημένα ιστορικά σχήματα και δεν παραποίησε τίποτε. Θεωρώ όμως απόλυτα απαραίτητο με την ευκαιρία αυτή να διατυπώσω μια επιφύλαξη: πουλάω ό,τι αγόρασα).Κι αν ο κ. Μιχαϊλόβσκι είναι τόσο διορατικός, ώστε να μην είναι σε θέση να ξεχωρίσει τους «μεταμφιεσμένους» από τους μαρξιστές, ή αν κατάλαβε τόσο βαθιά τον Μαρξ, ώστε να μην έχει προσέξει το κριτήριο αυτό όλης της διδασκαλίας του, κριτήριο που ο Μαρξ το τονίζει με τόση έμφαση (τη διατύπωση «εκείνου που συντελείται μπροστά στα μάτια μας»), αυτό αποδείχνει ακόμα μια φορά ότι ο κ. Μιχαϊλόβσκι δεν είναι έξυπνος, και τίποτε παραπάνω.

Πάντως, αφού βάλθηκε να κάνει πολεμική από τον Τύπο ενάντια στους σοσιαλδημοκράτες, — θα έπρεπε να έχει υπόψη του την ομάδα εκείνη των σοσιαλιστών, που από καιρό έχουν αυτό το όνομα και το έχουν μόνο αυτοί, έτσι που να μην μπορεί να τους συγχέει κανείς με άλλες ομάδες, και που διαθέτουν τους δικούς τους φιλολογικούς εκπροσώπους — τον Πλεχάνοφ και τον όμιλό του (37). Και αν το είχε κάνει αυτό, —και είναι ολοφάνερο ότι έτσι έπρεπε να ενεργήσει κάθε κάπως αξιοπρεπής άνθρωπος— και είχε ανατρέξει έστω στο πρώτο σοσιαλδημοκρατικό έργο, στο βιβλίο του Πλεχάνοφ: Οι διαφωνίες μας, — θα έβλεπε εκεί, από τις πρώτες σελίδες, την κατηγορηματική δήλωση του συγγραφέα εξ ονόματος όλων των μελών του ομίλου:

«Σε καμιά περίπτωση δε θέλουμε να καλύψουμε το πρόγραμμά μας με το κύρος του μεγάλου αυτού ονόματος» (δηλαδή με το κύρος του Μαρξ). Καταλαβαίνετε τα ρωσικά, κ. Μιχαϊλόβσκι; Καταλαβαίνετε τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο κήρυγμα αφηρημένων σχημάτων και στην άρνηση κάθε κύρους του Μαρξ όταν κρίνονται τα ρωσικά προβλήματα;

Καταλαβαίνετε ότι δε φερθήκατε τίμια, παρουσιάζοντας για μαρξιστική την πρώτη κρίση που έτυχε ν’ ακούσετε από τους συνομιλητές σας, και μη δίνοντας προσοχή στην έντυπη δήλωση που έκανε ένα σημαίνον μέλος της σοσιαλδημοκρατίας εξ ονόματος όλης της ομάδας;

Και παρακάτω η δήλωση γίνεται ακόμα πιο συγκεκριμένη:

«Επαναλαμβάνω —λέει ο Πλεχάνοφ— ότι ανάμεσα στους πιο συνεπείς μαρξιστές είναι δυνατό να υπάρξουν διαφωνίες σ’ ό,τι αφορά την εκτίμηση της σύγχρονης ρωσικής πραγματικότητας». Η διδασκαλία μας είναι «η πρώτη απόπειρα εφαρμογής της επιστημονικής αυτής θεωρίας στην ανάλυση εξαιρετικά περίπλοκων και συγκεχυμένων κοινωνικών σχέσεων».

Νομίζω ότι είναι δύσκολο να εκφραστεί κανείς με μεγαλύτερη σαφήνεια: οι μαρξιστές παίρνουν χωρίς συζήτηση από τη θεωρία του Μαρξ μόνο τις πολύτιμες μεθόδους, χωρίς τις οποίες είναι αδύνατο να εξηγηθούν οι κοινωνικές σχέσεις και, συνεπώς, δεν έχουν καθόλου κριτήριό τους για την εκτίμηση αυτών των σχέσεων τα αφηρημένα σχήματα και άλλες παρόμοιες ανοησίες, αλλά την ορθότητα αυτής της θεωρίας και την αντιστοιχία της με την πραγματικότητα.

Ή ίσως νομίζετε ότι ο συγγραφέας, κάνοντας αυτές τις δηλώσεις, στην πραγματικότητα σκεφτόταν διαφορετικά; Αυτό όμως δεν είναι σωστό. Το ζήτημα που τον απασχολούσε ήταν: «Άραγε η Ρωσία θα περάσει κατ’ ανάγκην από την κεφαλαιοκρατική φάση ανάπτυξης;» Το πρόβλημα δε διατυπώθηκε, συνεπώς, κατά τρόπο μαρξιστικό, αλλά σύμφωνα με τις υποκειμενικές μεθόδους των διάφορων φιλοσόφων της πατρίδας μας, που έβλεπαν το κριτήριο αυτής της δεοντολογίας πότε στην πολιτική των αρχών, πότε στη δράση της «κοινωνίας», πότε στο ιδανικό της κοινωνίας, «που ταιριάζει στην ανθρώπινη φύση», και σε άλλες παρόμοιες παρλαπίπες. Και ρωτάμε τώρα: πώς θα απαντούσε σ’ ένα τέτοιο ερώτημα ένας άνθρωπος που κηρύχνει αφηρημένα σχήματα; Ασφαλώς θ’ άρχιζε να μιλάει για το αδιαφιλονίκητο του διαλεκτικού προτσές, για τη γενική φιλοσοφική σημασία της θεωρίας του Μαρξ, για το ότι κάθε χώρα θα περάσει αναπόφευκτα από τη φάση… κλπ. κλπ.

Και πώς απάντησε ο Πλεχάνοφ;

Έτσι ακριβώς όπως μπορούσε να απαντήσει ένας μαρξιστής:

Άφησε ολότελα κατά μέρος το ζήτημα της δεοντολογίας σαν κάτι το ανώφελο που θα μπορούσε να ενδιαφέρει μόνο τους υποκειμενιστές, κι όλο τον καιρό μιλούσε μόνο για τις πραγματικές κοινωνικό-οικονομικές σχέσεις, για την πραγματική τους εξέλιξη. Γι’ αυτό και δεν έδωσε άμεση απάντηση στο ερώτημα που έμπαινε τόσο λαθεμένα, μα απάντησε διαφορετικά, δηλ. ως εξής: «Η Ρωσία έχει μπει στον κεφαλαιοκρατικό δρόμο».

Ο κ. Μιχαϊλόβσκι όμως δημηγορεί με ύφος ειδήμονα για το κήρυγμα ενός αφηρημένου ιστορικού σχήματος, για τους ενυπάρχοντες νόμους της αναγκαιότητας και άλλες παρόμοιες απίστευτες ανοησίες! Και αυτό το ονομάζει «πολεμική ενάντια στους σοσιαλδημοκράτες» !

Δηλώνω κατηγορηματικά πως τίποτε δεν καταλαβαίνω: αν αυτός κάνει πολεμική, τότε ποιος είναι κύμβαλον αλαλάζον; !

Παίρνοντας αφορμή από τον παραπάνω συλλογισμό του κ. Μιχαϊλόβσκι, δεν μπορώ να μη σημειώσω και το γεγονός ότι εκθέτει τις απόψεις των σοσιαλδημοκρατών ως εξής: ότι τάχα «η Ρωσία θ ‘ αναπτύξει δική της κεφαλαιοκρατική παραγωγή». Προφανώς, κατά τη γνώμη αυτού του φιλοσόφου, η Ρωσία δεν έχει «δική της» κεφαλαιοκρατική παραγωγή. Ίσως ο συγγραφέας να συμμερίζεται τη γνώμη ότι ο ρωσικός καπιταλισμός περιορίζεται στο 1,5 εκατομμύριο εργάτες, —παρακάτω θα συναντήσουμε ξανά αυτή την παιδαριώδη ιδέα των «φίλων του λαού», οι οποίοι κατατάσσουν άγνωστο πού όλους τους υπόλοιπους τρόπους εκμετάλλευσης της ελεύθερης εργασίας. «Η Ρωσία θ’ αναπτύξει δική της κεφαλαιοκρατική παραγωγή μ ‘ όλες τις εσωτερικές της αντιθέσεις, και στο διάστημα αυτό ο μουζίκος, αποσπασμένος από τη γη, θα μετατραπεί σε προλετάριο». Όσο πιο βαθιά μπαίνεις στο δάσος, τόσο πιο πολλά δέντρα βλέπεις! ‘

Ωστε, στη Ρωσία δεν υπάρχουν «εσωτερικές αντιθέσεις»; δηλ. δεν υπάρχει, για να μιλήσουμε καθαρά και ξάστερα, εκμετάλλευση της μάζας του λαού από μια χούφτα κεφαλαιοκράτες; Δεν υπάρχει καταστροφή της τεράστιας πλειοψηφίας του πληθυσμού και πλουτισμός μιας χούφτας ατόμων; Ο μουζίκος μόνο τώρα πρόκειται ν’ αποσπαστεί από τη γη; Και τι είναι όλη η ιστορία της Ρωσίας μετά τη μεταρρύθμιση αν όχι μαζική, πρωτοφανής ως προς την έντασή της, απαλλοτρίωση της αγροτιάς; Πρέπει να έχει κανείς μεγάλο θάρρος για να δηλώνει μπροστά σ’ όλο τον κόσμο τέτοια πράγματα. Και ο κ. Μιχαϊλόβσκι έχει αυτό το θάρρος. «Ο Μαρξ δημιουργούσε θεωρητικά με βάση ένα έτοιμο προλεταριάτο και έναν έτοιμο καπιταλισμό, ενώ εμείς όλ ‘ αυτά πρέπει ακόμα να τα δημιουργήσουμε».

Η Ρωσία έχει ακόμα να δημιουργήσει προλεταριάτο; ! Στη Ρωσία, στη μόνη χώρα όπου μπορείς να βρεις τόσο απελπιστική αθλιότητα των μαζών, τόσο ξεδιάντροπη εκμετάλλευση του εργαζομένου, στη Ρωσία που τη σύγκριναν (και πολύ δικαιολογημένα) με την Αγγλία από την άποψη της κατάστασης της φτωχολογιάς της, στη Ρωσία όπου η πείνα, που δέρνει τα εκατομμύρια του λαού, είναι μόνιμο φαινόμενο δίπλα, λ.χ., στη συνεχώς αυξανόμενη εξαγωγή σιτηρών, — στη Ρωσία δεν υπάρχει προλεταριάτο !

Νομίζω ότι για τα κλασικά αυτά λόγια θα ‘πρεπε να στηθεί ανδριάντας στον κ. Μιχαϊλόβσκι, όσο είναι ακόμα ζωντανός!*-( * Ίσως όμως ο κ. Μιχαϊλόβσκι να δοκιμάσει κι εδώ να ξεφύγει: δεν ήθελα καθόλου –θα μπορούσε να ισχυριστεί— να πω ότι στη Ρωσία δεν υπάρχει γενικά προλεταριάτο, αλλά μόνο ότι δεν υπάρχει κεφαλαιοκρατικό προλεταριάτο. Έτσι; Τότε γιατί δεν το είπατε; Κι όμως αυτό είναι όλο το ζήτημα: το ρωσικό προλεταριάτο είναι άραγε ένα προλεταριάτο που προσιδιάζει στην αστική οργάνωση της κοινωνικής οικονομίας ή άλλου είδους προλεταριάτο; Και ποιος φταίει αν σε δυο ολόκληρα άρθρα δεν είπατε ούτε λέξη γι’ αυτό το μοναδικά σοβαρό και σπουδαίο ζήτημα, αλλά προτιμήσατε να λέτε άλλ’ αντ’ άλλων κι ό,τι σας κατέβει στο κεφάλι;)-

Θα δούμε εξάλλου και παρακάτω ότι έχουμε κι εδώ να κάνουμε με μια μόνιμη και πολύ συνεπή τακτική των «φίλων του λαού», την τακτική να κλείνουν φαρισαϊκά τα μάτια μπροστά στην αφόρητη κατάσταση των εργαζομένων της Ρωσίας, να την παρουσιάζουν απλώς «κλονισμένη», έτσι που ν’ αρκούν οι προσπάθειες της «πολιτισμένης κοινωνίας» και της κυβέρνησης για να μπουν όλα στο σωστό δρόμο. Οι ιππότες αυτοί νομίζουν πως αν κλείσουν τα μάτια μπροστά στο γεγονός ότι η κατάσταση των εργαζόμενων μαζών είναι άσχημη, όχι γιατί «κλονίστηκε», αλλά γιατί οι μάζες υποβάλλονται στην πιο ξεδιάντροπη ληστεία από μια χούφτα εκμεταλλευτές, πως αν κρύψουν σαν τη στρουθοκάμηλο το κεφάλι τους για να μη βλέπουν αυτούς τους εκμεταλλευτές — οι εκμεταλλευτές αυτοί θα εξαφανιστούν. Και όταν οι σοσιαλδημοκράτες τούς λένε ότι είναι επαίσχυντη δειλία να φοβούνται να κοιτάζουν την πραγματικότητα κατά πρόσωπο, όταν οι σοσιαλδημοκράτες ξεκινούν απ’ αυτό το γεγονός της εκμετάλλευσης και λένε ότι η μόνη δυνατή εξήγησή της βρίσκεται στην αστική οργάνωση της ρωσικής κοινωνίας, που χωρίζει τη μάζα του λαού σε προλεταριάτο και σε αστική τάξη, και στον ταξικό χαρακτήρα του ρωσικού κράτους, που δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά όργανο της κυριαρχίας αυτής της αστικής τάξης, ότι γι ‘ αυτό το λόγο η μοναδική διέξοδος βρίσκεται στην ταξική πάλη του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη — τότε αυτοί οι «φίλοι του λαού» ουρλιάζουν ότι οι σοσιαλδημοκράτες θέλουν να πάρουν τη γη από το λαό! Θέλουν να καταστρέψουν την εθνική μας οικονομική οργάνωση!

Ερχόμαστε τώρα στο πιο εξωφρενικό σημείο όλης αυτής της «πολεμικής» που το λιγότερο είναι απρεπής — και συγκεκριμένα στην «κριτική»(;) του κ. Μιχαϊλόβσκι για την πολιτική δράση των σοσιαλδημοκρατών. Ο καθένας καταλαβαίνει ότι η δράση των σοσιαλιστών και των προπαγανδιστών ανάμεσα στους εργάτες δεν μπορεί να συζητηθεί τίμια στο νόμιμο Τύπο μας και ότι το μόνο που μπορεί να κάνει απ’ αυτή την άποψη ένας αξιοπρεπής λογοκρινόμενος Τύπος είναι «να σωπαίνει με τακτ». Ο κ. Μιχαϊλόβσκι ξέχασε αυτόν τον στοιχειωδέστατο κανόνα και δεν ντράπηκε να επωφεληθεί από το μονοπώλιο που έχει ν’ απευθύνεται στο αναγνωστικό κοινό, για να γεμίσει με λάσπη τους σοσιαλιστές.

Θα βρεθούν ωστόσο κι έξω από τη νόμιμη δημοσιογραφία μέσα για να πολεμήσουμε αυτόν τον ξετσίπωτο κριτικό!

«Απ’ ό,τι καταλαβαίνω —λέει κάνοντας τον αφελή ο κ. Μιχαϊλόβσκι— οι Ρώσοι μαρξιστές μπορούν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες: σε μαρξιστές-θεατές (αμέτοχοι παρατηρητές του προτσές), σε μαρξιστές παθητικούς (αυτοί «απλώς ανακουφίζουν τους πόνους της γέννας». «Δεν ενδιαφέρονται για το λαό που είναι προσκολλημένος στη γη και στρέφουν την προσοχή και τις ελπίδες τους σ’ εκείνους που έχουν πια αποχωριστεί από τα μέσα παραγωγής»), και σε δραστήριους μαρξιστές (που επιμένουν ανοιχτά να συνεχιστεί η περαπέρα καταστροφή του χωριού)».

Τι είναι αυτό; ! Ο κ. κριτικός δεν μπορεί να μην ξέρει ότι οι Ρώσοι μαρξιστές είναι σοσιαλιστές, που ξεκινούν από την αντίληψη ότι πραγματ ικότητα είναι ακριβώς η κεφαλαιοκρατική κοινωνία και ότι μόνο μια διέξοδος υπάρχει απ’ αυτήν: η ταξική πάλη του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη. Πώς και με ποιο δικαίωμα συγχέει τις αντιλήψεις τους με προστυχιές χωρίς νόημα; Τι δικαίωμα (ηθικό, φυσικά) έχει να επεκτείνει τον όρο μαρξιστής σε ανθρώπους που ολοφάνερα δεν παραδέχονται ούτε τις πιο στοιχειώδεις και θεμελιακές θέσεις του μαρξισμού, σε ανθρώπους που ποτέ και πουθενά δεν παρουσιάστηκαν σαν ιδιαίτερη ομάδα, ποτέ και πουθενά δε διακήρυξαν κάποιο ιδιαίτερο δικό τους πρόγραμμα;

Ο κ. Μιχαϊλόβσκι άφησε μια ολόκληρη σειρά παραθυράκια για να δικαιολογήσει αυτές τις σκανδαλώδεις μεθόδους.

«Ίσως —λέει, πουλώντας πνεύμα με ελαφρότητα κοσμικού δανδή— αυτοί και να μην είναι πραγματικοί μαρξιστές, νομίζουν όμως και διακηρύχνουν ότι είναι μαρξιστές». Πού το διακήρυξαν και πότε; Στα φιλελεύθερα και ριζοσπαστικά σαλόνια της Πετρούπολης; Σε ιδιωτικά γράμματα; Ας είναι κι έτσι. Τότε όμως να κουβεντιάζετε μαζί τους στα σαλόνια σας και στην αλληλογραφία σας! Εσείς όμως παρουσιάζεστε στον Τύπο και μιλάτε δημόσια ενάντια σε ανθρώπους που ποτέ και πουθενά δεν παρουσιάστηκαν δημόσια (κάτω από τη σημαία του μαρξισμού). Κι έπειτα τολμάτε να δηλώνετε ότι κάνετε πολεμική ενάντια στους σοσιαλδημοκράτες, ενώ ξέρετε πως το όνομα αυτό το έχει μόνο μια ομάδα σοσιαλιστές επαναστάτες και πως κανέναν άλλο δεν μπορείτε να συγχέετε με την ομάδα αυτή! *-(* Θα σταματήσω έστω σε μια μόνη συγκεκριμένη παρατήρηση του κ. Μιχαιλόβσκι. Ο καθένας που έχει διαβάσει το άρθρο του δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει πως κατατάσσει και τον κ. Σκβορτσόφ (το συγγραφέα του έργου Οι οικονομικές αιτίες τωνλιμών) στους «μαρξιστές».

Ο κύριος αυτός όμως δεν αυτοτιτλοφορείται έτσι, και αρκεί η πιο στοιχειώδης ‘Νώση των συγγραμμάτων των σοσιαλδημοκρατών, για να δει κανείς ότι, κατά την άποψή τους, πρόκειται για έναν πολύ αγοραίο αστό και τίποτε παραπάνω. Τι μαρξιστής είναι όταν δεν καταλαβαίνει ότι το κοινωνικό περιβάλλον, για το οποίο διατυπώνει τα σχέδιά του, είναι περιβάλλον αστικό, και ότι συνεπώς όλες οι «βελτιώσεις πολιτισμού», που παρατηρούνται πραγματικά ακόμα και στην αγροτική οικονομία, αποτελούν αστική πρόοδο, που βελτιώνει τη θέση της μειοψηφίας και προλεταριοποιεί τις μάξες! Τι μαρξιστής είναι όταν δεν καταλαβαίνει ότι το κράτος, στο οποίο απευθύνεται με τα σχέδιά του, είναι κράτος ταξικό, ικανό μόνο να υποστηρίζει την αστική τάξη και να καταπιέζει το προλεταριάτο!)-

Ο κ. Μιχαιλόβσκι όλο και στριφογυρίζει σα γυμνασιόπαιδο που το τσάκωσαν επ’ αυτοφώρω: εγώ δε φταίω καθόλου γι’ αυτά, λέει, προσπαθώντας να πείσει τον αναγνώστη, «τ’ άκουσα με τ’ αφτιά μου και τα είδα με τα μάτια μου». Πολύ καλά! Πιστεύουμε ευχαρίστως ότι μπροστά σας δεν υπάρχουν παρά πρόστυχοι και παλιάνθρωποι, τι σχέση όμως έχουν όλα αυτά με μας, τους σοδιαλδημοκράτες; Ποιος δεν ξέρει ότι «σήμερα, που» όχι μόνο η σοσιαλιστική αλλά και κάθε έστω και λίγο ανεξάρτητη και τίμια δημόσια δράση προκαλεί πολιτικές διώξεις στον καθένα, που δουλεύει πραγματικά κάτω από τούτη ή εκείνη τη σημαία — της «Ναρόντναγια Βόλια», του μαρξισμού ή έστω και του συνταγματισμού, — αναλογούν μερικές δεκάδες φρασεολόγοι, που κάτω απ ‘ αυτό το όνομα κρύβουν τη φιλελεύθερη δειλία τους, και ίσως ακόμα και μερικοί αληθινοί παλιάνθρωποι που κοιτάζουν τη δουλίτσα τους;

Μήπως δεν είναι φανερό ότι μόνο ο πιο πρόστυχος από τους πρόστυχους θα μπορούσε να κατηγορήσει οποιαδήποτε απ’ αυτές τις κατευθύνσεις για το γεγονός ότι το κάθε σκυλολόι λερώνει (κι αυτό όχι δημόσια και όχι ανοιχτά) τη σημαία της; Όλη η έκθεση του κ. Μιχαϊλόβσκι είναι μια συνεχής αλυσίδα από παραποιήσεις, διαστρεβλώσεις και λαθροχειρίες. Πιο πάνω είδαμε ότι ο κ. Μιχαϊλόβσκι διαστρέβλωσε τελείως όλες τις «αλήθειες», που αποτελούν τα σημεία αφετηρίας των σοσιαλδημοκρατών, τις διαστρέβλωσε εκθέτοντάς τες με τρόπο που κανένας μαρξιστής ποτέ και πουθενά δεν τις έχει εκθέσει και δεν μπορούσε να τις εκθέσει. Κι αν είχε εκθέσει τις πραγματικές αντιλήψεις που έχουν οι σοσιαλδημοκράτες για τη ρωσική πραγματικότητα, δε θα μπορούσε να μη δει ότι υπάρχει μόνο ένας τρόπος «να συμφωνήσει» κανείς μ’ αυτές, και συγκεκριμένα όταν βοηθά την ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης του προλεταριάτου, όταν το οργανώνει και το συσπειρώνει για τον πολιτικό αγώνα ενάντια στο σημερινό καθεστώς. Του έμεινε, άλλωστε, ακόμα ένα κόλπο. Με ύφος προσβλημένης αθωότητας σηκώνει φαρισαϊκά τα μάτια του στον ουρανό και αναφωνεί με μελιστάλαχτο ύφος: «Χαίρομαι πολύ που το ακούω, δεν καταλαβαίνω όμως γιατί διαμαρτύρεστε» (αυτό ακριβώς λέει στο τεύχος 2 του Ρ. Μπ.). «Διαβάστε πιο προσεκτικά τη γνώμη μου για τους παθητικούς μαρξιστές και θα δείτε ότι λέω: από ηθική άποψη δεν μπορεί να υπάρχει καμιά αντίρρηση».

Όλα αυτά δεν είναι, βέβαια, τίποτ’ άλλο από αναμάσημα των προηγούμενων αξιοθρήνητων υπεκφυγών.

Πέστε μου, σας παρακαλώ, πώς θα χαρακτηρίζατε τη διαγωγή ενός ανθρώπου που ενώ θα δήλωνε ότι κριτικάρει το σοσιαλεπαναστατικό ναροντνικισμό (παίρνω την περίοδο όπου δεν είχε ακόμα εμφανιστεί άλλο κίνημα), θ’ άρχιζε ν’ αραδιάζει πάνω κάτω τέτοια πράγματα:

«Απ’ ό,τι καταλαβαίνω, οι ναρόντνικοι χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: σε συνεπείς ναρόντνικους, που αποδέχονται πέρα για πέρα τις ιδέες του μουζίκου και που, ανταποκρινόμενοι με ακρίβεια στις επιθυμίες του, γενικεύουν το βούρδουλα, τον ξυλοδαρμό της γυναίκας και γενικά εφαρμόζουν τη σιχαμερή εκείνη κυβερνητική πολιτική του κνούτου και του ξύλου, που ωστόσο ονομαζόταν λαϊκή πολιτική’ έπειτα, ακολουθούν οι δειλοί ναρόντνικοι, που δεν ενδιαφέρονται για τις γνώμες του μουζίκου και προσπαθούν απλώς να μεταφέρουν στη Ρωσία ένα ξένο προς αυτήν επαναστατικό κίνημα, χρησιμοποιώντας γι’ αυτό τους συλλόγους κλπ. — κανένας, άλλωστε, δε θα μπορούσε να φέρει αντιρρήσεις σ’ αυτό από ηθική άποψη, αν ο δρόμος δεν ήταν τόσο γλιστερός, που εύκολα μπορεί το δειλό ναρόντνικο να τον κάνει συνεπή ή τολμηρό• και, τέλος, έρχονται οι τολμηροί ναρόντνικοι, που πραγματοποιούν πέρα για πέρα τα λαϊκά ιδανικά του ευκατάστατου μουζίκου και γι ‘ αυτό προσκολλούνται στη γη, για να γίνουν πέρα για πέρα κουλάκοι».

Όλα αυτά ο κάθε καθώς πρέπει άνθρωπος θα τα ονόμαζε βέβαια αισχρή και ποταπή κοροϊδία. Και αν, κοντά σ’ αυτά, τον άνθρωπο που θα ‘λεγε τέτοια πράγματα δεν μπορούσαν να τον διαψεύσουν οι ναρόντνικοι στον ίδιο Τύπο, αν κοντά σ’ αυτά, οι ιδέες αυτών των ναρόντνικων είχαν εκτεθεί ως τότε μόνο παράνομα, και γι’ αυτό ο πολύς κόσμος δεν είχε ακριβή ιδέα γι’ αυτές και μπορούσε εύκολα να πιστέψει σε ό,τι θα του έλεγαν για τους ναρόντνικους, τότε όλοι θα συμφωνούσατε πως ένας τέτοιος άνθρωπος είναι…

Ίσως ο κ. Μιχαϊλόβσκι να μην έχει ξεχάσει ακόμα ολότελα τη λέξη που θα ‘πρεπε να χρησιμοποιηθεί εδώ.

Αρκετά όμως! Θα βρούμε πολλές ακόμα μπηχτές αυτού του είδους στον κ. Μιχαϊλόβσκι, αλλά δεν ξέρω δουλειά πιο κουραστική, πιο άχαρη και πιο ανυπόφορη από το να τσαλαβουτά κανείς μέσα σ’ αυτή τη βρομιά, να μαζεύει τους σκόρπιους εδώ και εκεί υπαινιγμούς, να τους συγκρίνει, για να βρει έστω και μια κάπως σοβαρή αντίρρηση. Αρκετά!

 

Απρίλης 1894

 

 

Σημείωση του εκδότη (38)

 

 

Στο κείμενο του άρθρου ο αναγνώστης θα συναντήσει υποσημειώσεις που λένε ότι ορισμένα ζητήματα θα αναλυθούν πιο κάτω, ενώ στην πραγματικότητα δε γίνεται αυτή η ανάλυση.

Η αιτία είναι ότι το άρθρο αυτό δεν αποτελεί παρά το πρώτο μέρος της απάντησης στα άρθρα για το μαρξισμό που δημοσιεύτηκαν στο Ρούσκογε Μπογκάτστβο. Από μεγάλη έλλειψη χρόνου, το άρθρο αυτό δεν μπόρεσε να δημοσιευτεί έγκαιρα, έχουμε όμως τη γνώμη ότι η έκδοση αυτή δεν μπορεί πια να καθυστερήσει περισσότερο: έτσι κι έτσι αργήσαμε 2 μήνες. Αυτός είναι ο λόγος που αποφασίσαμε να εκδώσουμε για την ώρα την ανάλυση της «κριτικής» του κ. Ν. Μιχαιλόβσκι, χωρίς να περιμένουμε να τελειώσει το τύπωμα όλου του άρθρου.

Στη 2η και στην 3η έκδοση που ετοιμάζονται, ο αναγνώστης θα βρει, εκτός από την ανάλυση αυτή, και την ανάλυση των κοινωνικό-οικονομικών αντιλήψεων των άλλων σημαινόντων προσώπων του Ρούσκογε Μπογκάτστβο, των κ. κ. Σ. Γιουζακόφ και Σ. Κριβένκο, σε σχέση με τη μελέτη της οικονομικής πραγματικότητας της Ρωσίας και «τις ιδέες και την τακτική των σοσιαλδημοκρατών» που απορρέουν απ’ αυτήν.

 

 

Σχετικά με τούτη την έκδοση (39)

 

 

Τούτη η έκδοση είναι μια ακριβής ανατύπωση της πρώτης. Επειδή δεν έχουμε καμιά απολύτως ανάμειξη στη σύνταξη του κειμένου, δε νομίσαμε ότι έχουμε το δικαίωμα να επιφέρουμε οποιεσδήποτε τροποποιήσεις και περιοριστήκαμε μόνο στην εκδοτική δουλειά. Αναλάβαμε αυτή την έκδοση γιατί έχουμε την πεποίθηση ότι το έργο θα δώσει ώθηση για μια ορισμένη αναζωογόννηση της σοσιαλδημοκρατικής μας προπαγάνδας.

Έχοντας τη γνώμη ότι η επιθυμία να εξυπηρετηθεί το έργο αυτό της προπαγάνδας πρέπει να είναι το απαραίτητο επακόλουθο των σοσιαλδημοκρατικών πεποιθήσεων, απευθυνόμαστε προς όλους τους ομοϊδεάτες του συγγραφέα της μπροσούρας αυτής με την πρόταση να συμβάλλουν με όλα τα μέσα (ιδιαίτερα, βέβαια, με την επανέκδοση) στην όσο το δυνατό πιο πλατιά διάδοση του έργου, όπως και όλων γενικά των εκδόσεων της μαρξιστικής προπαγάνδας. Η σημερινή στιγμή είναι πολύ κατάλληλη για να δοθεί μια τέτοια βοήθεια. Η δράση του Ρούσκογε Μπογκάτστβο παίρνει όλο και πιο προκλητικό χαρακτήρα απέναντί μας. Το περιοδικό αυτό, επιδιώκοντας να παραλύσει τη διάδοση των σοσιαλδημοκρατικών ιδεών στην κοινωνία, έφθασε ως το σημείο να μας κατηγορεί απροκάλυπτα, ότι δείχνουμε αδιαφορία για τα συμφέροντα του προλεταριάτου και ότι επιμένουμε στην καταστροφή των μαζών. Τολμούμε να πιστεύουμε ότι με τέτοιες μεθόδους το περιοδικό ζημιώνει μόνο τον εαυτό του και προετοιμάζει τη νίκη μας. Ωστόσο δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι συκοφάντες διαθέτουν όλα τα υλικά μέσα για να διαδίδουν πλατιά τις συκοφαντίες τους. Στη διάθεσή τους βρίσκονται αρκετές χιλιάδες αντίτυπα του περιοδικού, στη διάθεσή τους βρίσκονται αναγνωστήρια και βιβλιοθήκες. Γι ‘ αυτό το λόγο πρέπει να καταβάλουμε όλες μας τις προσπάθειες για ν’ αποδείξουμε στους εχθρούς μας ότι και τα πλεονεκτήματα μιας προνομιακής θέσης δεν εξασφαλίζουν πάντα την επιτυχία των υπαινιγμών. Είμαστε απόλυτα πεπεισμένοι ότι θα καταβληθούν αυτές οι προσπάθειες.

Ιούλης 1894

 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

 

1.Tο βιβλίο του Λένιν Τι είναι «οι φίλοι του λαού» και πώς πολεμούν’ τους σοσιαλδημοκράτες; (Απάντηση στα άρθρα του Ρούσκογε Μπογκάτστβο ενάντια στους μαρξιστές) γράφτηκε το 1894 (το πρώτο μέρος τέλειωσε τον Απρίλη, το δεύτερο και το τρίτο το καλοκαίρι). Ο Λένιν άρχισε να δουλεύει το βιβλίο αυτό στη Σαμάρα το 1892-1893. Στις διαλέξεις του στον κύκλο των μαρξιστών της Σαμάρας έκανε δριμεία κριτική στους αντιπάλους του μαρξισμού —στους φιλελεύθερους ναρόντνικους: Β. Β. (Βοροντσόφ), Μιχαιλόβσκι, Γιουζακόφ και Κριβένκο. Οι διαλέξεις αυτές αποτέλεσαν το προπαρασκευαστικό υλικό για το βιβλίο τι είναι οι «φίλοι του λαού» και πώς πολεμούν τους σοσιαλδημοκράτες;.

Το φθινόπωρο του 1894, ο Λένιν διάβασε την εργασία του Τι είναι οι «φίλοι του λαού» και πώς πολεμούν τους σοσιαλδημοκράτες; στο μαρξιστικό κύκλο της Πετρούπολης. “Θυμάμαι πόσο μας συνάρπασε όλους το βιβλίο αυτό” — έγραφε στις αναμνήσεις της η Ν. Κ. Κρούπσκαγια. Στο βιβλίο διατυπωνόταν με ασυνήθιστη σαφήνεια ο σκοπός της πάλης. Αργότερα οι “φίλοι του λαού” κυκλοφορούσαν πολυγραφημένοι από χέρι σε χέρι με τον τίτλο Κίτρινα τετράδια. Ήταν ανυπόγραφα. Τα διάβασε ένας αρκετά μεγάλος αριθμός προσώπων και δε χωρεί καμιά αμφιβολία ότι άσκησαν μεγάλη επίδραση πάνω στη μαρξιστική νεολαία κείνου του καιρού». (Ν. Κ. Κρούπσκαγια, Αναμνήσεις για τον Λένιν. Μόσχα, 1957, σελ. 12).

Το βιβλίο του Λένιν εκδόθηκε τμηματικά. Το πρώτο μέρος σε πολύγραφο τον Ιούνη του 1894 στην Πετρούπολη και κυκλοφόρησε παράνομα στην Πετρούπολη και σ’ άλλες πόλεις. Τον Ιούλη του 1894 κυκλοφόρησε η δεύτερη έκδοση του πρώτου μέρους, τυπωμένη κατά τον ίδιο τρόπο. Εκατό περίπου αντίτυπα του πρώτου και του δεύτερου μέρους τυπώθηκαν από τον Α.Α Γκάνσιν τον Αύγουστο στο Γκόρκι (κυβερνείο Βλαντιμίρ) και τον Σεπτέμβρη στη Μόσχα.

Το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου ο Α.Α Βανέεφ έβγαλε στην Πετρούπολη άλλα 50 αντίτυπα του πρώτου μέρους σε πολύγραφο (αυτή ήταν η τέταρτη έκδοση) και σχεδόν άλλα τόσα αντίτυπα του τρίτου μέρους. Η έκδοση είχε στο εξώφυλλο την σημείωση: «Έκδοση μιας επαρχιακής ομάδας σοσιαλδημοκρατών». Η σημείωση μπήκε για συνωμοτικούς λόγους. Οι τοπικές οργανώσεις ανατύπωναν το έργο του Λένιν με διάφορους τρόπους: αντέγραφαν διάφορα μέρη με το χέρι, τα δακτυλογραφούσαν κλπ.  Η ομάδα των σοσιαλδημοκρατών του νομού Μπροζνά του κυβερνείου Τσερνίκοφ έβγαλε το 1894 το βιβλίο «τι είναι οι φίλοι του λαού και πως πολεμούν τους σοσιαλδημοκράτες;» σε πολύγραφο. Αντίτυπα της έκδοσης αυτής κυκλοφόρησαν στο Τσερνίκοφ, στο Κίεβο και στην Πετρούπολη. Στα τέλη του 1894 διάβασαν το βιβλίο στη Βίλνα, το 1895 στην Πένζα και τον ίδιο περίπου καιρό στο Βλαντιμίρ. Στην περίοδο 1895-1896 το βιβλίο κυκλοφόρησε ανάμεσα στους μαρξιστές φοιτητές του Τόμσκ. Τον ίδιο καιρό διαβάστηκε στο Ροστόβ πάνω στο Ντόν και το 1896 στην Πολτάβα και σε άλλες πόλεις.

Η πολυγραφημένη έκδοση του πρώτου και του τρίτου μέρους του βιβλίου «τι είναι οι «φίλοι του λαού» και πώς πολεμούν τους σοσιαλδημοκράτες;» βρέθηκε στις αρχές του 1923 στα σοσιαλδημοκρατικά αρχεία του Βερολίνου και σχεδόν ταυτόχρονα στην Κρατική Δημόσια Βιβλιοθήκη Μ. Ε. Σαλτικόφ-Στσεντρίν του Λένινγκραντ.

Στην πρώτη, δεύτερη και Τρίτη έκδοση των Απάντων του Β.Ι Λένιν αυτή την πολυγραφημένη έκδοση του 1894, που βρέθηκε το 1923. Το 1936 έφτασε στο ινστιτούτο Μαρξισμού-Λενινισμού της ΚΕ του ΚΚΣΕ ένα νέο αντίτυπο της πολυγραφημένης έκδοσης του 1894 του βιβλίου του Λένιν Στο αντίτυπο αυτό υπάρχουν πολλές διορθώσεις, που τις έκανε, όπως φαίνεται, ο Λένιν, προετοιμάζοντας μια έκδοση του βιβλίου που επρόκειτο να γίνει στο εξωτερικό.

Στον πρώτο τόμο της τέταρτης έκδοσης των Απάντων του Β.Ι Λένιν η εργασία «τι είναι οι «φίλοι του λαού» και πώς πολεμούν τους σοσιαλδημοκράτες;» δημοσιεύτηκε σύμφωνα με το αντίτυπο της πολυγραφημένης έκδοσης που έφθασε στο Ινστιτούτο το 1936-πάρθηκαν υπόψη οι διορθώσεις που υπήρχαν σε αυτό. Σύμφωνα με το αυθεντικό αυτό  αντίτυπο  τα εισαγωγικά στα αντίστοιχα σημεία αντικαθιστούνται  με πλάγια στοιχεία και μια σειρά σημειώσεις που στο αρχικό κείμενο δίνονται σε παρενθέσεις, μεταφέρονται κάτω, στο τέλος της σελίδας. Δημοσιεύτηκε επίσης και η επεξήγηση του Λένιν στον πίνακα (Παράρτημα Ι του βιβλίου), που είχε παραλειφθεί στις προηγούμενες εκδόσεις. Σε τούτη την έκδοση το πρώτο και το τρίτο μέρος δημοσιεύονται από την ίδια πηγή, που χρησιμοποιήθηκε και στην τέταρτη έκδοση. Το δεύτερο μέρος του βιβλίου δεν βρέθηκε ακόμα

2.Ρούσκογε Μπογκάτστβο (Ρωσικός Πλούτος), μηνιάτικο περιοδικό που έβγαινε στην Πετρούπολη από το 1876 ως τα μέσα του 1918. Από τις αρχές της δεκαετίας 1890-1900 το περιοδικό έγινε όργανο των φιλελεύθερων ναρόντνικων και διευθυνόταν από τους Σ. Ν. και Ν. Κ. Μιχαιλόβσκι. Το περιοδικό κήρυχνε τη συμφιλίωση με την τσαρική κυβέρνηση και έκανε λυσσασμένη πάλη ενάντια στο μαρξισμό και στους Ρώσους μαρξιστές. Στη φιλολογική στήλη του περιοδικού έγραφαν οι προοδευτικοί συγγραφείς: Β. Β. Βερεσάεφ, Β. Μ. Γκάρσιν, Α. Μ. Γκόρκι, Β. Γ. Κορολένκο, Α. Ι. Κουπρίν, Ντ. Ν. Μάμιν-Σιμπιριάκ, Γ. Ι. Ουσπένσκι και άλλοι.

Από το 1906 έγινε όργανο του μισοκαντέτικου κόμματος των ενέσων («λαϊκών σοσιαλιστών»).

3.Ο Λένιν έχει υπόψη του το άρθρο του Ν. Κ. Μιχαιλόβσκι «Λογοτεχνία και ζωή», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ρούσκογε Μπογκάτστβο, τεύχος 10 του 1893. Οι μαρξιστές απάντησαν με μια σειρά γράμματα στο συγγραφέα, και πήραν θέση απέναντι στο άρθρο. Ένα μέρος από τα γράμματα αυτά δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Μπιλόγε, τεύχος 23 του 1924.

4.Έχει υπόψη το άρθρο του Ν. Κ. Μιχαιλόβσκι «Ο Καρλ Μαρξ δικαζόμενος από τον κ. Γ. Ζουκόβσκι», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Οτέτσεστβενιγε Ζαπίσκι, τεύχ. 10, Οκτώβρης 1877.

5.Βλ. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμ. Ι, ρωσ. έκδ„ 1955. Πρόλογος στην πρώτη γερμανική έκδοση, σελ. 8.

6.Ο Λένιν έχει υπόψη του την εργασία του Κ. Μαρξ Κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας του δικαίου, που γράφτηκε από τον Μαρξ στο Κρόιτσναχ το καλοκαίρι του 1843. Στο Ινστιτούτο μαρξισμού-λενινισμού της ΚΕ του ΚΚΣΕ φυλάγεται το μισοτελειωμένο χειρόγραφο της εργασίας αυτής, όπου γίνεται πλατιά κριτική ανάλυση των παρ. 261-313 της εργασίας του Χέγκελ Οι βάσεις της φιλοσοφίας του δικαίου. Ο Μαρξ σχεδίαζε να ετοιμάσει για εκτύπωση και να δημοσιεύσει το εκτενές έργο του Κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας του δικαίου αμέσως μετά τη δημοσίευση στο Jahrbiicher (Γερμανογαλλικά χρονικά) το 1844 της «Εισαγωγής» στο έργο αυτό. Ο Μαρξ όμως δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει το σχέδιό του. Το χειρόγραφο του Μαρξ  πρωτοδημοσιεύτηκε στη γλώσσα του πρωτοτύπου το 1927 από το Ινστιτούτο μαρξισμού-λενινισμού (βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. Ιος, σελ. 219-368, 414-429).

7.Ο Β. Ι. Λένιν παραθέτει απόσπασμα από τον πρόλογο της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας. Στο άρθρο «Καρλ Μαρξ» ( 1914), ο Β. Ι. Λένιν δίνει νέα μετάφραση του αποσπάσματος αυτού (βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Διαλεχτά έργα σε δυο τόμους, ρωσ. έκδ. τόμ. Ι, 1955, σελ. 321-323).

8.ContratSocial (Κοινωνικό συμβόλαιο) — ένα τα βασικά έργα του Ζαν-Ζακ Ρουσσώ. Ο πλήρης τίτλος του έργου είναι: DuContractSocial; ou, Principlesdudroitpolitique (Για το κοινωνικό συμβόλαιο• ή Αρχές του πολιτικού δικαίου) εκδόθηκε στο Άμστερνταμ το 1762. Μεταφράστηκε στα ρωσικά το 1906. Η βασική Ιδέα αυτού του έργου είναι ότι κάθε κοινωνικό σύστημα πρέπει να είναι το αποτέλεσμα ελεύθερης συμφωνίας, συμβολαίου ανάμεσα στους ανθρώπους. Παρά την ιδεαλιστική της βάση, η θεωρία του «κοινωνικού συμβολαίου», που διατυπώθηκε στις παραμονές της γαλλικής αστικής επανάστασης του XVIII αιώνα, έπαιξε επαναστατικό ρόλο. Ήταν η έκφραση των αιτημάτων της αστικής ισότητας, προσκλητήριο για την εξάλειψη των φεουδαρχικών προνομίων της κάστας και την εγκαθίδρυση της αστικής δημοκρατίας.

9.Βλ. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, ρωσ. έκδ., τόμ. Ι, 1955, σελ. 378.

10Το γράμμα του Κ. Μαρξ προς τη σύνταξη του περιοδικού Οτέτσεστβενιγε Ζαπίσκι γράφτηκε στα τέλη του 1877 απ’ αφορμή το άρθρο του Ν. Κ. Μιχαϊλόβσκι «Ο Καρλ Μαρξ δικαζόμενος από τον κ. Γ. Ζουκόβσγι». Το γράμμα αντιγράφτηκε από τον Ένγκελς και στάλθηκε στη Ρωσία μετά το θάνατο του Μαρξ. Όπως λέει ο Ένγκελς, το γράμμα αυτό «πολύ καιρό κυκλοφορούσε στη Ρωσία σε αντίγραφα καμωμένα με το χέρι από το γαλλικό πρωτότυπο, και σε συνέχεια δημοσιεύτηκε σε ρωσική μετάφραση στο Βέστνικ Ναρόντνοϊ Βόλι (τεύχος 5. — Η Σύντ.), το 1886, στη Γενεύη, αργότερα και στην ίδια τη Ρωσία. Το γράμμα αυτό, όπως και καθετί που προερχόταν από την πένα του Μαρξ, τράβηξε πολύ την προσοχή των ρωσικών κύκλων» (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Άπαντα, ρωσ. έκδ., τόμ. XVI, μέρος ΙΙ, 1936, σελ. 396). Στη Ρωσία, το γράμμα του Μαρξ πρώτο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γιουριντίτσεσκι Βέστνικ, τεύχος 10, του 1888 (βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Διαλεχτά γράμματα, ρωσ. έκδ., 1953, σελ. 313-316).

11.Βλ. Φ. Ένγκελς, Αντι-Ντίρινγκ. Η ανατροπή της επιστήμης από τον κύριο Ευγένιο Ντίρινγκ (Μέρος δεύτερο. Η πολιτική οικονομία. Κεφάλαιο πρώτο. Αντικείμενο και μέθοδος), ρωσ. έκδ., 1957, σελ. 140.

12.Το έργο που αναφέρεται εδώ —Η Γερμανική ιδεολογία— το έγραψαν από κοινού ο Κ. Μαρξ και ο Φ. Ένγκελς στα χρόνια 1845-1846.

Το χειρόγραφο, —πενήντα περίπου τυπογραφικά φύλλα— αποτελούνταν από δυο τόμους. Ο πρώτος περιείχε, κυρίως, την επεξεργασία των βασικών θέσεων του ιστορικού υλισμού και την κριτική των φιλοσοφικών απόψεων του Λ. Φόιερμπαχ, του Μπ. Μπάουερ και του Μ. Στίρνερ, και ο δεύτερος την κριτική των απόψεων των διάφορων εκπροσώπων του «αληθινού σοσιαλισμού».

Στα 1846-1847, ο Μαρξ και ο Ένγκελς έκαναν επανειλημμένες προσπάθειες να βρουν στη Γερμανία εκδότη για το έργο τους. Ωστόσο, λόγω των εμποδίων που τους έβαζε η αστυνομία και λόγω της άρνησης των εκδοτών, που ήταν ενδιαφερόμενοι εκπρόσωποι των κατευθύνσεων που πολεμούσαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς, οι προσπάθειες αυτές έμειναν χωρίς αποτέλεσμα. Όσο ζούσαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς δημοσιεύτηκε μόνο ένα κεφάλαιο, το IV του ΙΙ τόμου της Γερμανικής ιδεολογίας στο περιοδικό Das Westphalische Dampfboot (Το καράβι της Βεστφαλίας) τον Αύγουστο και το Σεπτέμβρη του 1847. Το χειρόγραφο έμεινε επί δεκαετίες στα συρτάρια των αρχείων της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας. Το έργο η Γερμανική ιδεολογία τυπώθηκε ολόκληρο για πρώτη φορά το 1932 στα γερμανικά, σε έκδοση του Ινστιτούτου μαρξισμού-λενινισμού της ΚΕ του ΚΚΣΕ. Η ρωσική μετάφραση του έργου αυτού κυκλοφόρησε το 1933 (βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 3ος).

Ο χαρακτηρισμός που δίνει ο Ένγκελς για το έργο Η Γερμανική ιδεολογία παίρνεται από τον πρόλογο στο έργο του Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας, βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Διαλεχτά έργα σε δύο τόμους, ρωσ. έκδ. τόμ. ΙΙ, 1955, σελ. 340).

13.Βλ. Φ. Ένγκελς, Πρόλογος στην πρώτη γερμανική έκδοση του έργου Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Διαλεχτά έργα σε δυο τόμους, ρωσ. έκδ., τόμ. ΙΙ, 1955, σελ. 161).

14.Οργάνωση της κοινωνίας κατά γένη — το πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα ή ο πρώτος στην ιστορία της ανθρωπότητας κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός. Η εμφάνιση του συστήματος των γενών χρονολογικά συνέπεσε με την ολοκλήρωση της διαμόρφωσης του τύπου του σύγχρονου ανθρώπου. Η κοινότητα των γενών αποτελούσε ομάδα ανθρώπων συγγενών εξ αίματος, ενωμένων με οικονομικούς και κοινωνικούς δεσμούς. Το σύστημα των γενών στην ανάπτυξή του πέρασε δυο περιόδους: τη μητριαρχία και την πατριαρχία. Η περίοδος της πατριαρχίας έκλεισε με τη μετατροπή της πρωτόγονης κοινωνίας σε ταξική κοινωνία και την εμφάνιση του κράτους. Βάση των σχέσεων παραγωγής του πρωτόγονου κοινοτικού συστήματος ήταν η κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και η εξισωτική κατανομή των προϊόντων. Αυτό ανταποκρινόταν βασικά στο χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης και στο χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων εκείνης της περιόδου. Τα πέτρινα εργαλεία και αργότερα το τόξο και τα βέλη δεν έδιναν τη δυνατότητα στους να παλεύουν ένας ένας με τις δυνάμεις της φύσης και τα άγρια θηρία.

Για το πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα, βλ. Κ. Μαρξ “Περίληψη του βιβλίου του Λούις Γ. Μόργκαν Η αρχαία κοινωνία” (Αρχείο Μαρξ και Ένγκελς, τόμ. 9ος, 1941) και το έργο του Φ. Ένγκελς Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους.

15.Τιμαριωτικό σύστημα— ιδιαίτερο σύστημα φεουδαρχικής γαιοκτησίας, που εμφανίστηκε και επικράτησε στη Ρωσία το XV και ιδιαίτερα το XVI αιώνα. Το τιμαριωτικό σύστημα συνδέεται αναπόσπαστα με την με την διαμόρφωση του συγκεντρωτικού κράτους και τη δημιουργία συγκεντροποιημένου στρατού. Η τιμαριωτική γη που θεωρείται ιδιοκτησία του φεουδάρχη άρχοντα, παραχωρούνταν από την κυβέρνηση στους ευγενείς  με την υποχρέωση να υπηρετούν στο στρατό η στην αυλή. Οι υποχρεώσεις του κατόχου ήταν ανάλογες με τον κλήρο. Σε αντίθεση με το πατρογονικό κτήμα  (βότσινα) που αποτελούσε πλήρη και κληρονομική ιδιοκτησία  του άρχοντα, το τιμάριο (πομεστιέ-τσιφλίκι) δινόταν συμβατικά και προσωρινά  στην κατοχή των ευγενών σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών τους.

Από τα μέσα του XVI αιώνα άρχισε η βαθμιαία μετατροπή του τιμαρίου σε κληρονομική ιδιοκτησία και το τιμάριο προσεγγίζει όλο και περισσότερο στο πατρογονικό τμήμα. Το XVIΙΙ αιώνα η διαφορά ανάμεσα  στις δύο μορφές της φεουδαρχικής ιδιοκτησίας-το πατρογονικό κτήμα και το τιμάριο- εξαλείφεται* τά φεουδαρχικό δικαιώματα των κατόχων τού πατρογονικού κτήματος καί τού καιρών έξισώνονται. “Ύστερα από το διάταγμα τού Πέτρου I το 1714, για την κληρονομιά κατά πρεσ6υτερίαν, το τιμάριο Έγινε οριστικά ότοµική Ιδιοκτησία των ευγενών-τσιφλικάδων. ‘Ο όρος «τιμάριο» εξακολουθούσε νά χρησιμοποιείται  στη Ρωσία σ’ ύλη τή φεουδαρχική εποχή.- 32.

16.Ι Διεθνής —Διεθνής Ένωση των Εργατών, είναι η πρώτη διεθνής οργάνωση του προλεταριάτου ιδρύθηκε από τον Κ. Μαρξ το 18Μ στη διεθνή εργατική σύσκεψη του Λονδίνου, που συγκλήθηκε από Άπλους και Γάλλους εργάτες. Η δημιουργία της Ι Διεθνούς είναι αποτέλεσμα επίμονης και πολύχρονης πάλης του Κ. Μαρξ και του Φ. Ένγκελς για τη δημιουργία επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης. Όπως τόνιζε ο Β. Ι. Λένιν, η Ι Διεθνής «έβαλε τα θεμέλια της διεθνούς οργάνωσης των εργατών για την προετοιμασία της επαναστατικής τους εφόδου ενάντια στο κεφάλαιο», «έβαλε τα θεμέλια της διεθνούς πάλης του προλεταριάτου για το σοσιαλισμό» (Άπαντα, 4η ρωσ. έκδ., τόμ. 29ος, σελ. 280, 281).

Κεντρικό καθοδηγητικό όργανο της Ι Διεθνούς ήταν το Γενικό συμβούλιο της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών, που είχε μόνιμο μέλος τον Κ. Μαρξ. Υπερνικώντας τις μικροαστικές επιδράσεις και τις σεχταριστικές τάσεις, που κυριαρχούσαν τότε στο εργατικό κίνημα (τρεϊντγιουνιονισμός) στην Αγγλία, προυντονισμός και αναρχισμός στις λατινικές χώρες), ο Μαρξ συσπείρωσε γύρω του τα πιο συνειδητά μέλη του Γενικού Συμβουλίου (Φ. Λέσνερ, Ε. Ντιπόν, Γ. Γιούνοι κ.ά.). Η Ι Διεθνής καθοδηγούσε την οικονομική και πολιτική πάλη των εργατών των διάφορων χωρών και στερέωνε τη διεθνή τους αλληλεγγύη. Η Ι Διεθνής έπαιξε τεράστιο ρόλο στη διάδοση του μαρξισμού, στη συνένωση του σοσιαλισμού με το εργατικό κίνημα.

Ύστερα από την ήττα της Κομμούνας του Παρισιού, μπροστά στην εργατική τάξη μπήκε το καθήκον της δημιουργίας μαζικών εθνικών κομμάτων πάνω στις αρχές που είχε διατυπώσει η Ι Διεθνής. «Παίρνοντας υπόψη την κατάσταση που υπάρχει στην Ευρώπη —έγραφε το 1873 ο Κ. Μαρξ,— θεωρώ  τα ωφέλιμο να τεθεί προσωρινά σε δεύτερη μοίρα η τυπική οργάνωση της Διεθνούς» (βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Διαλεχτά γράμματα, ρωσ. έκδ., 1953, σελ. 288). Το 1876, η συνδιάσκεψη] της Φιλαδέλφειας διέλυσε επίσημα την Ι Διεθνή.

17.Ο Β. Ι. Λένιν χρησιμοποιεί το όνομα του Β. Μπουρένιν, συνεργάτη της αντιδραστικής εφημερίδας Νόβογε Βρέμια σαν προσηγορικό ουσιαστικό για να υποδηλώσει τις άτιμες μεθόδους πολεμικής.

18.Βρέμια (Νέοι Καιροί, καθημερινή εφημερίδα, που έβγαινε στην Πετρούπολη από το 1868 ως το 1917. Ανήκε σε διάφορους εκδότες και άλλαζε συνεχώς την πολιτική της κατεύθυνση. Στην αρχή ήταν μετριοπαθής, φιλελεύθερη, από το 1876 μετατράπηκε σε όργανο των αντιδραστικών αριστοκρατικών και υπάλληλο-γραφειοκρατικών κύκλων. Από το 1905 ήταν όργανο των μαυροεκατονταρχιτών. Ύστερα από την αστικοδημοκρατική επανάσταση του Φλεβάρη, η εφημερίδα υποστήριζε πέρα για πέρα την αντεπαναστατική πολιτική της Προσωρινής αστικής κυβέρνησης και κατέτρεχε με λύσσα τους μπολσεβίκους. Κλείστηκε από τη Στρατιωτική-επαναστατική επιτροπή του Σοβιέτ της Πετρούπολης στις 26 του Οκτώβρη (8 του Νοέμβρη) 1917. O Β. Ι. Λένιν αποκαλούσε τη Βρέμια πρότυπο πουλημένης φυλλάδας.

Στην επιφυλλίδα του Κριτικές σημειώσεις, που δημοσιεύτηκε στις 4 του Φλεβάρη 1894, ο Β. Μπουρένιν επαινούσε τον Ν. Κ. Μιχαιλόβσκι για την πάλη του ενάντια στους μαρξιστές.

19.Βλ. Φ. Ένγκελς, Πρόλογος στην πρώτη έκδοση του έργου Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Διαλεχτά έργα σε δυο τόμους, ρωσ. έκδ., τόμ. ΙΙ, 1955, σελ. 160).

20. Βλ. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, ρωσ. έκδ., τόμ. Ι, 1955, σελ. 1140.

21.Ο Λένιν έχει υπόψη του το περιοδικό JahrbUcher (Γερμανογαλλικά χρονικά), που έβγαινε στα γερμανικά στο Παρίσι κάτω από τη διεύθυνση του Κ. Μαρξ και του Α. Ρούγκε. Βγήκε μόνο το πρώτο, διπλό, τεύχος του περιοδικού το Φλεβάρη του 1844. Η κύρια αιτία της διακοπής της έκδοσης του περιοδικού ήταν οι διαφωνίες πάνω σε ζητήματα αρχών ανάμεσα στον Μαρξ και στο ριζοσπάστη αστό Ρούγκε.

22.Βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. Ιος, σελ. 379380.

23.Τριάδα στη φιλοσοφία είναι το σχήμα της τριαδικής εξέλιξης. Για πρώτη φορά η ιδέα της τριαδικής εξέλιξης διατυπώθηκε από τους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους της αρχαίας Ελλάδας και ιδιαίτερα από τον Πρόκλο. Βρήκε την έκφρασή της στις εργασίες των Γερμανών ιδεαλιστών-φιλοσόφων Φίχτε και Σέλινγκ. Η τριάδα αναπτύχθηκε περισσότερο ολόπλευρα στην ιδεαλιστική φιλοσοφία του Χέγκελ, που θεωρούσε ότι κάθε προτσές εξέλιξης περνάει τρία στάδια: τη θέση, την αντίθεση και τη σύνθεση. Το δεύτερο στάδιο σημαίνει άρνηση του πρώτου, και το πέρασμα σ’ αυτό είναι μετατροπή στο αντίθετο• το τρίτο στάδιο σημαίνει άρνηση του δεύτερου, δηλαδή άρνηση της άρνησης αυτό στην ουσία σημαίνει επιστροφή στην αρχική μορφή, πλουτισμένη όμως με νέο περιεχόμενο πάνω σε καινούργια, ανώτερη βάση. Η τριάδα του Χέγκελ είναι ένα σχήμα, στο οποίο προσαρμόζεται τεχνητά η πραγματικότητα• το αυθαίρετο κατασκεύασμα του σχήματος της τριάδας διαστρέβλωνε την πραγματική εξέλιξη της φύσης και της κοινωνίας. Ο Κ. Μαρξ, ο Φ. Ενγκελς και ο Β. Ι. Λένιν, εκτιμώντας πολύ τα ορθολογιστικά στοιχεία της διαλεκτικής του Χέγκελ, επεξεργάστηκαν κριτικά τη διαλεκτική του μέθοδο και δημιούργησαν την υλιστική διαλεκτική, που αντανακλά τους πιο γενικούς νόμους ανάπτυξης του αντικειμενικού κόσμου και της ανθρώπινης σκέψης.

24.Βλ. Φ. Ένγκελς, Αντι-Ντίρινγκ. (Μέρος πρώτο. Φιλοσοφία, Κεφάλαιο δέκατο τρίτο. Διαλεκτική. Η άρνηση της άρνησης).

25.Η συστηματική διατύπωση και η παραπέρα ανάπτυξη της μαρξιστικής διαλεκτικής μεθόδου δίνεται στα έργα του Β. Ι. Λένιν Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός, Φιλοσοφικά τετράδια, Καρλ Μαρξ και άλλα.

26.Το σημείωμα αιπό το έγραψε ο Ι. Ι. Κάουφμαν (Ι. Κ. -ν), καθηγητής του Πανεπιστημίου της Πετρούπολης. Το σχόλιο εκτιμήθηκε από τον Μαρξ σα μια από τις πιο διατυπώσεις της διαλεκτικής μεθόδου (βλ. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, ρωσ. έκδ., τόμ. Ι, 1955. Επίλογος στη δεύτερη έκδοση, σελ. 17-19).

27.Ο Β. Ι. Λένιν παραθέτει παρακάτω στο κείμενο (σελ. 161-167 του τόμου τούτου) σε δική του μετάφραση αποσπάσματα από το έργο του Φ. Ένγκελς Αντι-Ντίρινγκ (Μέρος πρώτο, Φιλοσοφία. Κεφάλαιο δέκατο τρίτο. Διαλεκτική. Άρνηση της άρνησης). Βλ. έκδοση του Ινστιτούτου μαρξισμού-λενινισμού της ΚΕ του ΚΚΣΕ, 1957, σελ. 121-126.

28.Βλ. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, ρωσ. έκδ., τόμ. Ι, 1955, σελ. 84-85.

29Βλ. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, ρωσ. έκδ., τόμ. Ι, 1955, σελ. 764.

30.Πρόκειται για τον επίλογο στη δεύτερη έκδοση του πρώτου τόμου του του Κ. Μαρξ.

31.Οτέτσεστβενιγε Ζαπίσκι (Χρονικά της Πατρίδας) — λογοτεχνικό-πολιτικό περιοδικό, που άρχισε να βγαίνει στην Πετρούπολη το 1820. Από το 1839 έγινε το καλύτερο προοδευτικό περιοδικό εκείνης της εποχής. Στο περιοδικό συνεργάζονταν ο Β. Γ. Μπελίνσκι, ο Α. Ι. Χέρτσεν, ο Τ. Ν. Γκρανόβσκι, ο Ν. Π. Ογκαριόφ κ.ά. Από το 1846 μετά την αποχώρηση του Μπελίνσκι από τη σύνταξη, το περιοδικό άρχισε να χάνει τη σημασία του. Από το 1868, όταν το περιοδικό πέρασε στα χέρια του Ν. Α. Νεκράσοφ και του Μ. Ε. Σαλτικόφ-Στσεντρίν, άρχισε μια περίοδος καινούργιας άνθησης του Οτέτσεστβενιγε Ζατίσκι. Στην περίοδο αιπή, το περιοδικό συγκέντρωνε γύρω του την επαναστατική-δημοκρατική διανόηση. Ύστερα από το θάνατο του Νεκράσοφ ( 1877) επικράτησε στο περιοδικό η επιρροή των ναρόντνικων.

Το περιοδικό το κατεδίωκε συνεχώς η λογοκρισία, και τον Απρίλη του 1884 το έκλεισε η τσαρική κυβέρνηση.

32.Πρόκειται για τις παρακάτω θέσεις, που διατυπώθηκαν από τον Κ. Μαρξ και τον Φ. Ένγκελς στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος:

«οι θεωρητικές θέσεις των κομμουνιστών δε στηρίζονται καθόλου σε ιδέες, σε αρχές, που εφευρέθηκαν ή ανακαλύφθηκαν από τούτον ή εκείνον τον αναμορφωτή του κόσμου.

Οι θέσεις αυτές αποτελούν μονάχα τη γενική έκφραση πραγματικών σχέσεων της πάλης των τάξεων, που υπάρχει στην πραγματικότητα, της ιστορικής κίνησης που συντελείται μπρος στα μάτια μας» (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. 4ος, σελ. 438).

33.Βλ. Φ. Ένγκελς, Αντι-Ντίριγκ (Μέρος πρώτο. Φιλοσοφία. Κεφάλαιο ένατο. Ηθική και δίκαιο. Αιώνιες αλήθειες), ρωσ. έκδ., 1957, σελ. 88.

34.Πρόκειται για τα άρθρα του Ν. Κ. Μιχαιλόβσκι: «Απ’ αφορμή τη ρωσική έκδοση του βιβλίου του Καρλ Μαρξ» (Οτέτσεστβενιγε Ζαπίσκι, τεύχος 4, Απρίλης 1872) και «Ο Καρλ Μαρξ δικαζόμενος από τον κ. Γ. Ζουκόβσκι» (Οτέτσεστβενιγε Ζαπίσκι, τεύχος 10, Οκτώβρης 1877).

35.Ο Β. Ι. Λένιν παραθέτει απόσπασμα από το γράμμα του Κ. Μαρξ προς τον Α. Ρούγκιε (Σεπτέμβρης 1843) (βλ. Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, Άπαντα, 2η ρωσ. έκδ., τόμ. Ιος, σελ. 381).

36.Ο Β. Ι. Λένιν έχει υπόψη του τον Σ. Ν. Γιουζακόφ, στις πολιτικό-οικονομικές αντιλήψεις του οποίου γίνεται κριτική στο δεύτερο μέρος του βιβλίου Τι είναι οι «φίλοι του λαού» και πώς πολεμούν τους σοσιαλδημοκράτες;. Δε βρέθηκε ούτε το χειρόγραφο, ούτε η πολυγραφημένη έκδοση του δεύτερου μέρους αυτού του βιβλίου.

37.Πρόκειται για την ομάδα «Απελευθέρωση της εργασίας» — την πρώτη ρωσική μαρξιστική ομάδα, που ιδρύθηκε από τον Γκ. Β. Πλεχάνοφ στη Γενεύη (Ελβετία) το 1883. Εκτός από τον Πλεχάνοφ στην ομάδα ανήκαν ο Π. Μπ. Αξελρόντ, ο Λ. Γ. Ντέιτς, η Β. Ι. ο Β. Ν. Ι’Νάτοφ. Η ομάδα «Απελευθέρωση της εργασίας» έκανε μεγάλη δουλειά  για τη διάδοση του Μαρξισμού στην Ρωσία. Μετέφραζε στα ρώσικά, τύπωνε στο εξωτερικό και κυκλοφορούσε στη Ρωσία τα έργα των θεμελιωτών του μαρξισμού: « Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού κόμματος» του Μάρξ και Ένγκελς, «Μισθωτή εργασία και κεφάλαιο» του Μάρξ, “Η ανάπτυξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη” και άλλα, Ο Πλεχάνοφ και η ομάδα του έδωσαν ένα σοβαρό χτύπημα στο ναροντνικισμό. Τα δύο σχέδια προγράμματος των ρώσων σοσιαλδημοκρατών, που έγραψε ο Πλεχάνοφ το 1883 και το 1885 και εξέδοσε η ομάδα «Απελευθέρωση της εργασίας» ήταν ένα σοβαρό βήμα για την προετοιμασία  και τη δημιουργία σοσιαλδημοκρατικού κόμματος στη Ρωσία.

Μεγάλο ρόλο στη διάδοση των μαρξιστικών αντιλήψεων έπαιξαν οι εργασίες του Πλεχάνοφ «ο σοσιαλισμός και η πολιτική πάλη» (1883), «Οι διαφωνίες μας» (1885), «Σχετικά με το ζήτημα της ανάπτυξης της μονιστικής αντίληψης της ιστορίας» (1895). Ωστόσο η ομάδα «Απελευθέρωση της εργασίας» είχε και σοβαρά  λάθη: υπολείμματα ναροντνικίστικων απόψεων υποτίμηση της επαναστατικότητας της αγροτιάς, υπερεκτίμηση του ρόλου της φιλελεύθερης αστικής τάξης. Τα λάθη αυτά αποτέλεσαν το έμβρυο των μελλοντικών μενσεβίκικων απόψεων του Πλεχάνοφ και των άλλων μελών της ομάδας. Η ομάδα «Απελευθέρωση της εργασίας» δε συνδεόταν πρακτικά με το εργατικό κίνημα. Ο Β.Ι Λένιν τόνιζε ότι η ομάδα «Απελευθέρωση της εργασίας» «έβαλε μόνο το θεωρητικό θεμέλιο της σοσιαλδημοκρατίας  και έκανε το πρώτο βήμα προς το εργατικό κίνημα» (Άπαντα, 4η ρως.εκδ, τομ 20ος, σελ 255)

Στο δεύτερο συνέδριο του ΣΔΕΚΡ τον Αύγουστο του 1903 η ομάδα «Απελευθέρωση της εργασίας» δήλωσε ότι αυτοδιαλύεται.

38.«Σημείωση του εκδότη»— επίλογος στην πρώτη έκδοση του πρώτου μέρους της εργασίας του Β. Ι. Λένιν Τι είναι οι «φίλοι του λαού» και πώς πολεμούν τους σοσιαλδημοκράτες;.

39.«Σχετικά με τούτη έκδοση»— επίλογος στη δεύτερη έκδοση του πρώτου μέρους της εργασίας Τι είναι οι «φίλοι του λαού» και πώς πολεμούν τους σοσιαλδημοκράτες; γράφτηκε τον Ιούλη του 1894.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.