4ο Συνέδριο του ΝΑΡ: Η επιβεβαίωση της γραμμής που επηρεάζεται και γίνεται ευάλωτη από το ρεφορμισμό

 

 

Οι θέσεις του 4ου Συνεδρίου του ΝΑΡ δείχνουν μια γραμμή που επηρεάζεται και γίνεται ευάλωτη από το ρεφορμισμό

 

 

 

Σχόλιο Praxis: Αναδημοσιεύουμε μια κριτική στα “επηρεασμένα απο τον ρεφορμισμό” (όπως διατυπώνεται στο άρθρο) ρεύματα της αυτοαποκαλούμενης “αντικαπιταλιστικής” αριστεράς προερχόμενη από τον Μ-Λ χώρο. Ανεξάρτητα από διαφορετικές προσεγγίσεις με τον χώρο των συντακτών της κριτικής ή και επιμέρους διατυπώσεις στο κείμενο, πρόκειται για μια εύστοχή κριτική σε όλα τα βασικά της σημεία.

Η ιστορία της μετατροπής μεγάλων τμημάτων της “ριζοσπαστικής” και “αντικαπιταλιστικής” αριστεράς σε πολιτικό “συνεχές” και ουρά της σοσιαλδημοκρατίας του ΣΥΡΙΖΑ είναι γνωστή και έχει καταγραφεί εδώ και χρόνια από τα γεγονότα και τις πολιτικές θέσεις.  Η πορεία αυτή είχε ξεκινήσει με την ίδρυση του ΣΥΡΙΖΑ στα μέσα της δεκαετίας του 2000 (το “πρώτο κύμα”) ο οποίος ενσωμάτωσε μια σειρά οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς (και φυσικά τις ξεφορτώθηκε όταν πια ήταν σχεδόν διαλυμένες και άχρηστες για την κυβερνητική του πρακτική)και συνεχίστηκε, με διαφορετικό τρόπο, με την δημιουργία πολιτικού μορφώματος-γέφυρα “πολιτικής παρέμβασης” (ΑΝΤΑΡΣΥΑ) στο (ανερχόμενο τότε) ρεύμα της “ριζοσπαστικής” αριστεράς.

Φυσικά, δεν ήταν η πρώτη φορά που υπήρχαν τέτοια φαινόμενα. Υπήρχε και υπάρχει μεγάλη εμπειρία, στην Ελλάδα και αλλού απο παρόμοια εγχειρήματα (μόνο το ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα να θυμηθεί κανείς αρκεί). Και αυτή τη φορά οι δικαιολογίες αναζητήθηκαν στις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις. Η κρίση και η όξυνση της ταξικής πάλης υποτίθεται ότι δικαιολογούσαν μια τέτοια στροφή και μετάλλαξη, μέσα απο την οποία οι χώροι αυτοί θα έβγαζαν τα εκλογικά τους ποσοστά από το περιθώριο και έτσι θα άνοιγε ο δρόμος για να “ηγεμονεύσει” ή “αντικαπιταλιστική” γραμμή. Αντί δηλαδή η κρίση και οι αντίστοιχες εξελίξεις να οδηγήσουν σε μια παραπέρα ισχυροποιήση της ταξικής και κομμουνιστικής κατεύθυνσης σε αυτά τα ρεύματα, έστρεψαν τα πράγματα στην αντίθετη πλευρά.

Βασικό όχημα για όλα αυτά στα τέλη της δεκαετίας του 2000 ήταν η συγκρότηση της γραμμής της “αντικαπιταλιστικής ανατροπής” και του “μεταβατικού προγράμματος” του ΝΑΡ που οδήγησε αργότερα στην συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.  Όπως αποδείχθηκε, δεν ήταν μια συγκυριακή επιλογή αλλά μια αλλαγή με δομικά χαρακτηριστικά, που είχέ τις βάσεις της σε χρόνιες αντιφάσεις και χαρακτηριστικά του χώρου αυτού αλλά και στις εξελίξεις στην ταξική πάλη. Ήταν ένα οργανωμένο πολιτικό σχέδιο, που το έζησαν σε όλες τις πλευρές και την εξέλιξη του και όσοι απο τους συντάκτες αυτού του ιστολογίου συμμετείχαν τότε στις οργανώσεις και τα πολιτικά όργανα του ΝΑΡ.

Τα αποτελέσματα αυτού του πολιτικού σχεδίου είναι σήμερα γνωστά και ορισμένα (μόνο) απο αυτά αναφέρονται στο παρακάτω κείμενο. Υπάρχουν φυσικά και πλευρές που δεν έχουν δημοσιοποιηθεί και ανήκουν στην ιστορική συζήτηση του μέλλοντος. Το ζήτημα όμως δεν είναι μόνο (ή κυρίως) επιλογές  όπως ή  ανακοίνωση, σε πανελλαδικό δίκτυο, απο την ηγεσία του ΝΑΡ ότι η εκλογή του Τσίπρα, του Φλαμπουράρη, του Τσακαλώτου κλπ (η οποία έγινε, αντικειμενικά και με τις δικές τους πολιτικές πλάτες) στην αξιωματική αντιπολίτευση το 2012 αποτελεί “νίκη του λαού” και………βήμα για αντικαπιταλιστική πολιτική. Αυτές ήταν αποτέλεσμα και όχι αιτία μιας διαδικασίας που είναι βαθύτερη και έχει ρίζες στην ιστορική πορεία της αριστεράς στην Ελλάδα (και των κομμουνιστικών ρευμάτων μέσα σε αυτήν), την σχέση της με το ταξικό εργατικό κίνημα (αλλά και τα ριζοσπαστικά ρεύματα στην εργατική νεολαία), την μαρξιστική θεωρία και με τις γενικότερες δυσμενείς εξελίξεις, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, μετά το 90. Όλα αυτά ναρκοθετούσαν (και το κάνουν ακόμα) οποιαδήποτε προσπάθεια ταξικής και κομμουνιστικής ανασυγκρότησης, μετατρέποντας σε δύσκολο και άνισο αγώνα  κάθε παρόμοια απόπειρα. Φυσικά, την τελική ευθύνη για την μορφή που πήραν (ή δεν πήραν) τα παραπάνω φέρουν οι πολιτικές κατευθύνσεις και όσοι τις υλοποιήσαν.

Η γραμμή της “αντικαπιταλιστικής ανατροπής”, του “μεταβατικού προγράμματος” και της συγκρότησης των αντίστοιχων μορφωμάτων έγινε αντικείμενο κριτικής αρκετά νωρίς (φυσικά όταν πρωτοεμφανίστηκε δεν παρουσιάστηκε στην ολοκληρωμένη της μορφή), αρχικά απο την αριστερή αντιπολίτευση στο εσωτερικό του ίδιου του ΝΑΡ-με όλα τα όρια και τις αντιφάσεις της- και σύντομα απο το ΚΚΕ, από τον Μ-Λ χώρο αλλά ακόμα και από ορισμένες εκδοχές του Τροτσκισμού. Το γεγονός ότι χώροι με τόσο διαφορετικές αφετηρίες εντόπιζαν αυτά τα σημεία και ασκούσαν-ο καθένας με τον δικό του τρόπο προφανώς- κριτική δεν άλλαξε φυσικά κάτι, όμως ήταν (και είναι) ένα δείγμα για το μέγεθος της (αυτ)απάτης αλλά και τον πολιτικό τυχοδιωκτισμό όσων-συνειδητά-συνέχιζαν να βαφτίζουν το κρέας ψάρι……

Όταν πια ο ΣΥΡΙΖΑ ψήφισε νέο μνημόνιο και αποδείχθηκε ότι τελικά η άνοδος του δεν ήταν “νίκη του λαού”, ούτε βήμα για αντικαπιταλιστική πολιτική (όπως δεν ήταν και του ΠΑΣΟΚ το 81), ο χώρος αυτός δεν μπορούσε να αρνηθεί την οδυνηρή πραγματικότητα. Προχώρησε έτσι σε μια γραμμή πολιτικού στρουθοκαμηλισμού, προσπαθώντας να διαγράψει την προηγούμενη πορεία, ασκώντας οξύτερη κριτική στην κυβέρνηση αλλά διατηρώντας ουσιαστικά άθικτη και όλη την προηγούμενη πολιτική γραμμή. Επιβεβαιώθηκε έτσι ότι αυτή δεν είναι συγκυριακή αλλά αντανακλά βαθύτερα χαρακτηριστικά. Χαρακτηριστικά τα οποία εκφράζονται και στο ότι η οργάνωση και  υλοποίηση της πραγματοποιήθηκε από το σύνολο της “ιστορικής” αλλά και της σημερινής ηγεσίας του ΝΑΡ (ανεξαρτήτως αποχρώσεων), ή οποία φυσικά ούτε μπορεί, ούτε θέλει να προχωρήσει σε οποιαδήποτε πραγματική αποτίμηση και αυτοκριτική. 

Έτσι, παρά τις αντικυβερνητικές κορώνες, τα αδιέξοδα συνεχίζουν να αναπαράγονται και να επανεμφανίζονται σε νέες μορφές: Την θέση του ΣΥΡΙΖΑ παίρνει τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ ν.2, η ΛΑΕ και αρχίζουν νέες αντιπαραθέσεις για την μια την άλλη εκδοχή και ερμηνεία της “αντικαπιταλιστικής ανατροπής” και για τα διάφορα “μέτωπα”, δηλαδή τις εκλογικές καθόδους. Ενώ βγαίνουν και τα γνωστά απο το παρελθόν του κομμουνιστικού κινήματος εργαλεία “αντιμετώπισης κρίσεων” (φυγή στα οργανωτικά, επίκληση της κομματικής συγκρότησης, αντιπαραθέσεις “υπευθύνων”, αποχωρήσεις μελών και στελεχών, οργανωτικά μέτρα κατά των διαφορετικών απόψεων κ.α). Και ο κύκλος ανοίγει και κλείνει ξανά και ξανά…….

Δείγμα και όλων των παραπάνω αποτελούν και οι θέσεις στις οποίες αναφέρεται και η κριτική που αναδημοσιεύουμε. Με το κριτήριο ότι μπορεί αυτές οι αντιλήψεις και οι χώροι που τις εκφράζουν να έχουν σταματήσει εδώ και πολύ καιρό να αποτελούν ελπίδα για την εργατική τάξη και το κομμουνιστικό κίνημα (πέρα από μεμονωμένες στάσεις και απόψεις), όμως ή ιστορική τους πορεία και εξέλιξη είναι χρήσιμη παρακαταθήκη για τις εξελίξεις και τις προκλήσεις που είναι μπροστά μας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι θέσεις του 4ου Συνεδρίου του ΝΑΡ δείχνουν μια γραμμή που επηρεάζεται και γίνεται ευάλωτη από το ρεφορμισμό

 

 

 

 

Στις Θέσεις του 4ου Συνεδρίου του, το ΝΑΡ συμπεριέλαβε και κεφάλαια που επιχειρούν έναν απολογισμό της πολιτικής του στα χρόνια των μνημονίων (“Συμπεράσματα από τον πρώτο γύρο των αγώνων ενάντια στη μεγάλη καπιταλιστική αναδιάρθρωση”), καθώς και της 27χρονης πορείας του (“η συμβολή και τα όρια του ΝΑΡ για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση”). Θα σταθούμε εδώ μόνο στα “συμπεράσματα” που εξάγει για τη γραμμή που ακολούθησε την τελευταία επταετία, όπου ξεχωριστή θέση καταλαμβάνει η αποτίμηση της “στάσης απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ”.

Οι Θέσεις του 4ου Συνεδρίου του ΝΑΡ προσπαθούν να υποστηρίξουν τη “λογική του άλλου δρόμου, της αντικαπιταλιστικής α­να­τροπής, που έθετε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ”, η οποία, όπως γράφουν, “κατηγορήθηκε και ως διαχειριστική από το ΚΚΕ αλλά και από τον μ-λ χώρο”. Εννοώντας, προφανώς, άδικη αυτή την κατηγορία, υπογραμμίζουν πως “το ΝΑΡ για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση έ­δω­σε σταθερά την μάχη για την ανεξαρτησία της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς από το ρεφορμιστικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ” και προσθέτουν “πως η επαναστατική τακτική που διαμορφώσαμε και με την οποία προσπαθήσαμε να παρέμβουμε έδρασε συνολικά θετικά”.

Έχουν, έτσι,όμως τα πράγματα;

Κατ’ αρχήν, να σημειώσουμε πως και στις ίδιες τις Θέσεις του Συνεδρίου του, το ΝΑΡ νοιώθει αναγκασμένο, από τα όσα έχουν γίνει, να κάνει τις επισημάνσεις:

■ Πως “η τάση για “αριστερή ενότητα”, κατά βάση εκλογικού χαρακτήρα, η λογική πως αρκεί η προβολή ενός προγράμματος (“πλατιού ” ή “στενού”) στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο για να αλλάξει ο συσχετισμός” είχε “αποτέλεσμα” που “επηρέασε και τη δουλειά της ΑΝΤΑΡΣΥΑ”.

■ Πως “εκδηλώθηκαν και στις δικές μας γραμμές απόψεις και πρακτικές που υποβάθμιζαν τη διαχειριστική λογική του ΣΥΡΙΖΑ και προσδοκούσαν σε μετωπικές προοπτικές με το όλο ή μέρος του”.

■ Πως “μεγάλο κομμάτι της Αριστεράς (και της αντικαπιταλιστικής) συνειδητά ή αυθόρμητα, προσδοκούσε διαφορετική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ”.

■ Πως υπήρξε “απαίτηση (και από τμήματα εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ) για ταύτιση της τακτικής μας με εκλογικές συνεργασίες χωρίς αρχές με ριζοσπαστικά ρεφορμιστικά ρεύματα”.

■ Και τέλος πως “μας επηρέασαν αρνητικά οι ταλαντεύσεις του ευρύτερου αγωνιστικού και αντικαπιταλιστικού ρεύματος”.

Όλες αυτές οι αυτοκριτικές επισημάνσεις δεν πιστοποιούν “την ανεξαρτησία της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς από το ρεφορμιστικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ” αλλά το αντίθετο. Ομολογούν, έστω και “μασημένα”, πως ταλαντεύτηκε, επηρεάστηκε και “τραβήχθηκε” η “αντικαπιταλιστική αριστερά” από το ρεφορμιστικό ρεύμα του ΣΥΡΙΖΑ. Και λέμε “μασημένα” γιατί τα πραγματικά γεγονότα είναι πιο σκληρά, όσο κι αν επιχειρεί απολογιστικά το ΝΑΡ να τα αμβλύνει ή και να τα κρύψει. Γιατί είναι καταγεγραμμένα:

✓ η εκτίμηση του Πανελλαδικού Συντονιστικού της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που μιλούσε για “ενίσχυση της Αριστεράς, τη μεγαλύτερη από το 1958”(!), την επαύριο των εκλογών του 2012, που “φούσκωσαν” το εκλογικό ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ (η εν λόγω εκτίμηση προφανώς βγήκε με συμφωνία του ΝΑΡ που είναι η βασική συνιστώσα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ).

✓ η απόφαση της Π.Ε. του ΝΑΡ, την επαύριο των εκλογών του 2015, που χαρακτήριζε “αλλαγή σελίδας” την ανάδειξη κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και έγραφε πως “η ευρεία εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ….εκφράζει την ελπίδα για μια πολιτική με φιλολαϊκό προσανατολισμό”.

✓ ότι το ΝΑΡ συμμετείχε μαζί με δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ σε “πρωτοβουλίες” και “επιτροπές” που έριχναν νερό στο μύλο του ρεφορμιστικού ρεύματος ΣΥΡΙΖΑ και των αυταπατών που αυτός καλλιεργούσε. Σε επιτροπές και πρωτοβουλίες, όπως η ΕΛΕ (“Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου του χρέ­ους”), η “Πρωτοβουλία Οικονομολόγων”, ακόμα και στην “Επιτροπή Αλήθειας” για το χρέος που έφτιαξε η Κωνσταντοπούλου, ως πρόεδρος της Βουλής στην πρώτη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

✓ ότι το ΝΑΡ συμμετείχε στις διαδηλώσεις στήριξης της “διαπραγμάτευσης” της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ με την ΕΕ την Άνοιξη του 2015.

✓ ότι το ΝΑΡ συμμετείχε στις κινητοποιήσεις και στη συγκρότηση επιτροπών του “ΟΧΙ” από κοινού με τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ στο δημοψήφισμα του Ιούλη 2015, ακολουθώντας πολιτική ουράς και συμβάλλοντας στην καλλιέργεια ολέθριων αυταπατών για την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ.

Ας σταματήσουμε εδώ, για να πούμε ότι όλα αυτά δεν έδειξαν, βέβαια, “ανεξαρτησία” απέναντι στο “ρεφορμιστικό σχέδιο” του ΣΥΡΙΖΑ αλλά, αντίστροφα, αποτέλεσαν βοήθεια προς αυτό. Την οποία ο Τσίπρας αξιοποίησε “δεόντως ”, όπως φάνηκε και από την συνάντησή του με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όταν πήρε διερευνητική εντολή το 2012 για να φτιάξει κυβέρνηση, στην οποία η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έσπευσε να ανταποκριθεί….

Αυτά δεν ξεχνιούνται. Κι αν συνέβησαν, ήταν, όχι γιατί, όπως γράφουν οι Θέσεις του 4ου Συνεδρίου, “εμφανίστηκαν ανεπάρκει­ες, αντιφάσεις και λάθη κυρίως στην ενοποίηση, την επεξεργασία και στην υλοποίηση της επαναστατικής τακτικής” αλλά γιατί η “επαναστατική τακτική” του ΝΑΡ και της “αντικαπιταλιστικής αριστεράς” στηρίχθηκε στο λεγόμενο “αντικαπιταλιστικό πρό­γραμμα πάλης”. Ένα “ μεταβατικό πρόγραμμα” διαποτισμένο από ρεφορμιστική αντίληψη που “επικοινωνούσε” με το “ρεφορμιστικό σχέδιο” του ΣΥΡΙΖΑ και τις αυ­ταπάτες που έσπειρε. Και ως τέτοιο, βέβαια, καθόλου δεν “έ­δρασε συνολικά θετικά”. Αποτέλεσε πολιτική βάση για την ανάπτυξη “ενωτικών πρωτοβουλιών” με τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ και για την εκτροφή “προσδοκιών” στις δυνάμεις του ΝΑΡ, της “αντικαπιταλιστικής αριστεράς” και ευρύτερα ενός αριστερού κόσμου για το τι θα μπορούσε να γίνει με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Κάτι λέει γι’ αυτό και το ότι οι Θέσεις αποφεύγουν την ονομασία “μεταβατικό πρόγραμμα ”, που λάνσαραν με φούρια τα πρώτα χρόνια των μνημονίων το ΝΑΡ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Μια ονομασία που ήταν παρόμοια με το “ριζοσπαστικό μεταβατικό πρόγραμμα”, που πρόβαλαν εκείνα τα χρό­νια και οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ. Ο λόγος της αποφυγής είναι μάλλον ευνόητος .

Ωστόσο, πίσω από τις ονομασίες που χρησιμοποιούνται, εκείνο που έχει σημασία είναι το ποια είναι η ουσία της πολιτικής που εκφέρεται με αυτές. Το “μεταβατικό πρόγραμμα αντικαπιταλιστικής πάλης” ή το σκέτο “αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα”, ως συρραφή διεκδικήσεων, που ξεκινάνε από την αύξηση μισθού και φτάνουν ως τις “εθνικοποιήσεις τραπεζών” και την “διαγραφή χρέους” και “την παύση των πληρωμών”, αποτελεί μια πολιτική σύγχυσης, όπου άμεσα αιτήματα διεκδικήσιμα μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα, μπερδεύονται και ισοπεδώνονται με αιτήματα που μπορούν να είναι υλοποιήσιμα ως μέτρα ενάντια στον καπιταλισμό, μόνο αν υπάρξει μια επαναστατική εξουσία. Όταν δεν γίνεται αυτή η διάκριση και προβάλλεται ως άμεσο σημερινό αίτημα η εθνικοποίηση των τραπεζών και θεωρείται, έτσι, ότι μια “επιβολή εθνικοποίησης τραπεζών” μπορεί και μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος να είναι “αντικαπιταλιστική”, σκορπίζονται αυταπάτες και καλλιεργείται ο ρεφορμισμός της “μετάβασης”, μέσα από τέτοια μέτρα, προς την “αντικαπιταλιστική ανατροπή”.

Όμως, επειδή μέτρα όπως η “διαγραφή χρέους” (κούρεμα) ή το πέρασμα του ελέγχου τραπεζών στο κράτος, λήφθηκαν κάποιο φεγγάρι στα χρόνια των μνημονίων και αποδείχθηκε ότι στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος μπορούν να ληφθούν τέτοια μέτρα και να λειτουργούν κάλλιστα προς όφελός του και σε βάρος της εργατικής τάξης και του λαού, το ρεφορμιστικό περιεχόμενο του “αντικαπιταλιστικού προγράμματος” βρέθηκε αντιμέτωπο με ένα πρόβλημα, το οποίο το ΝΑΡ προσπαθεί να το προσπεράσει με την προσθήκη της διατύπωσης πως “το πρόγραμμα αυτό στο σύνολο του μπορεί να υλοποιηθεί μόνο από την εργατική εξουσία και την κυβέρνησή της που θα προκύψουν από επανάσταση”.

Με αυτό τον τρόπο, οι Θέσεις του 4ου Συνεδρίου του, κάνοντας την προαναφερόμενη δήθεν “διόρθωση”, ξαναεπικυρώνουν το “αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα”. Όμως δεν κάνουν τίποτα περισσότερο από το να προσθέτουν περισσότερη σύγχυση, αφού το ερώτημα, ποιο μέρος από το “σύνολο του προγράμματος” υλοποιείται από την “εργατική εξουσία που θα προκύψει απο την επανάσταση” και ποιο είναι για υλοποίηση πριν απ’ αυτήν, παραμένει αναπάντητο. Στην πραγματικότητα, αντί να μιλήσουν καθαρά, ελίσσονται οππορτουνιστικά για να συγκαλύψουν την προσήλωσή τους στη γραμμή του “αντικαπιταλιστικού προγράμματος” και την προσκόλλησή τους σε μια αντίληψη που επιδιώκει μια ρεφορμιστική “γέφυρα μετάβασης στην αντικαπιταλιστική επανάσταση”.

Άλλωστε, όλες οι αντιφάσεις αυτού του “προγράμματος” και οι ρεφορμιστικές τους θέσεις επαναλαμβάνονται αναλυτικά στο σχετικό υποκεφάλαιο των Θέσεων του 4ου Συνεδρίου (“Αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα πάλης”). Εκεί, το “αντικαπιταλιστικό πρό­γραμμα πάλης” περιγράφεται αλλού ως “ένα πλαίσιο πολιτικών στόχων και διεκδικήσεων κοινωνικά ώριμων”. Αλλού ως “πρό­γραμμα άμεσων διεκδικήσεων υπέρ των εργαζομένων” και “με στόχο την απόσπαση κατακτήσεων από οποιαδήποτε κυβέρνηση και εργοδότες”. Αλλού ως “ γέφυρα σύνδεσης και μετάβασης στο πρόγραμμα της αντικαπιταλιστικής επανάστασης και της κομμουνιστικής διεθνιστικής απελευθέρωσης”. Αλλού ότι “δεν αφορά ένα κυβερνητικό πρόγραμμα εντός του καπιταλισμού”.

Όσον αφορά δε τους “κόμβους από τους οποίους συγκροτείται στις σημερινές συνθήκες”, σ’ αυτούς συμπεριλαμβάνονται μια πρώτη κατηγορία αιτημάτων όπως “οι αυξήσεις στους μισθούς και τις συντάξεις”, η “μείωση των ωρών εργασίας”, τα “μέτρα για τους ανέργους”, κ.α. αλλά και μια δεύτερη κατηγορία αιτημάτων, όπως τα αιτήματα της “παύσης πληρωμών και διαγραφής του κρατικού χρέους”, του “περάσματος στο Δημόσιο χωρίς αποζημίωση με εργατικό και κοινωνικό έλεγχο όλων των τραπεζών και όλων των μονάδων στρατηγικής σημασίας”, η δημιουργία “Δημόσιας Αγροτικής Τράπεζας και φορέα τροφίμων, κεντρικός σχεδιασμός της αγροτικής παραγωγής” κ.α.

Το “αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα” του ΝΑΡ εκφράζει μια γραμμή που θολώνει τις διαφορετικές προϋποθέσεις που απαιτούν τα αιτήματα που αθροίζει, για να υλοποιηθούν ως μέτρα υπέρ της εργατικής τάξης και του λαού. Μια γραμμή που ενσωματώνει τον ρεφορμισμό, με την δεύτερη κατηγορία αιτημάτων που προαναφέραμε. Δεν μπορεί να μην παρατηρήσει κανείς ότι αρκετά από αυτά τα αιτήματα, είτε σαν διατύπωση είτε σαν λογική, έλκουν την καταγωγή τους από την ρεφορμιστική αιτηματολογία που πρόβαλε μετά την μεταπολίτευση το ΚΚΕ, απο την ο­ποία δεν έχει απογαλακτισθεί, όπως συνεχίζουμε να δια­­πιστώνουμε, το ΝΑΡ, παρά την αποχώρησή του εδώ και πολλά χρόνια από το ΚΚΕ.

Αυτή η γραμμή το έκανε ευάλωτο στο ρεφορμιστικό ρεύμα του ΣΥΡΙΖΑ και καθώς το 4ο Συνέδριό του την είδε πάλι “θετική”, θα εξακολουθήσει να επηρεάζει τη πολιτική δράση του και να το κάνει επιρρεπές σε ρεφορμιστικές επιρροές που θα το πιέζουν και στο μέλλον.

 

 

 

Λαϊκός Δρόμος – http://www.m-lkke.gr/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.