Eric Hobsbawm:Η Πολιτική των Ταυτοτήτων και η Αριστερά

 

 

Institute of Education, London 2 May 1996.

 Eric Hobsbawm

 

 

 

«Η Πολιτική των Ταυτοτήτων και η Αριστερά» (Μέρος 1ο)

 

 

 

Η εισήγησή μου είναι πάνω σε ένα απροσδόκητα καινούριο θέμα. Έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ όρους όπως «συλλογική ταυτότητα», «ομάδες ταυτοτήτων», «πολιτική των ταυτοτήτων» ή εκείνο το θέμα της «εθνότητας», που μας είναι δύσκολο να θυμηθούμε το πόσο πρόσφατα έχουν αναδυθεί ως κομμάτι του τρέχοντος λεξιλογίου μας, ή στην αργκό ή στον πολιτικό λόγο. Για παράδειγμα αν κοιτάξουμε στην Διεθνή Εγκυκλοπαίδεια των Κοινωνικών Επιστημών που δημοσιεύτηκε το 1968 – που σημαίνει ότι γράφτηκε στα μέσα του 1960 – δε θα βρούμε κανένα λήμμα για τον όρο «Ταυτότητα» εκτός από ένα για την «ψυχολογική ταυτότητα», από τον Erik Erikson, που αναφέρεται κυρίως σε έννοιες όπως η λεγόμενη «κρίση ταυτότητας» των εφήβων που προσπαθούν να ανακαλύψουν τι είναι, και ένα γενικό κομμάτι για την εξακρίβωση της ταυτότητας των ψηφοφόρων. Και όσον αφορά την «εθνότητα», στο Αγγλικό λεξικό της Οξφόρδης, στα 1970 αναφέρεται μόνο σαν μια σπάνια λέξη που υποδηλώνει την ειδωλολατρία και στην ειδωλολατρική δεισιδαιμονία, και τεκμηριώνεται με αποσπάσματα από τον 18ο αιώνα.

Εν συντομία, έχουμε να κάνουμε με όρους και έννοιες που αρχίζουν να χρησιμοποιούνται στο λόγο μόνο την δεκαετία του 1960. Η εμφάνισή τους παρακολουθείται πιο εύκολα στης ΗΠΑ, εν μέρει επειδή ήταν ανέκαθεν μια κοινωνία που δείχνει ασυνήθιστο ενδιαφέρον στην παρακολούθηση της δικής της κοινωνικής και ψυχολογικής κατάστασης, και κυρίως επειδή η πιο προφανής μορφή πολιτικής ταυτότητας – αλλά όχι η μοναδική – δηλαδή η εθνότητα, ήταν πάντα κεντρική στην αμερικάνικη πολιτική από τότε που έγινε μια χώρα μαζικής μετανάστευσης από κάθε γωνιά της Ευρώπης.

Χονδρικά ο νέος όρος «εθνότητα» κάνει την πρώτη της εμφάνιση με το «Beyond the Melting Pot» των Glazer και Moyihan το 1963 και βγαίνει δυναμικά στο προσκήνιο με το The Rise of the Unmeltable Ethnics του Michael Novak το 1972. Το πρώτο, δε χρειάζεται να σας το πω, ήταν το έργο ενός Εβραίου καθηγητή και ενός Ιρλανδού που τώρα είναι ανώτερος γερουσιαστής (στέλεχος των δημοκρατικών) της Νέας Υόρκης. Το δεύτερο βιβλίο μας έρχεται από έναν καθολικό Σλοβάκικής καταγωγής. Προς το παρόν δε θα μας απασχολήσει τόσο πολύ το γιατί όλα αυτά έγιναν τη δεκαετία του 1960, αλλά επιτρέψτε μου να σας υπενθυμίσω ότι σε αυτή τη δεκαετία έγινε επίσης η εμφάνιση δύο άλλων παραλλαγών της πολιτικής των ταυτοτήτων – τουλάχιστον στις ΗΠΑ: Το σύγχρονο (δηλαδή μετά τις σουφραζέτες) φεμινιστικό κίνημα και το κίνημα των ομοφυλόφιλων.

Δεν ισχυρίζομαι ότι πριν τη δεκαετία του 1960 κανείς δεν προβληματιζόταν σχετικά με τη δημόσια ταυτότητά του· σε καταστάσεις αβεβαιότητας μερικές φορές το έκαναν: για παράδειγμα στη βιομηχανική ζώνη της Λωραίνης στη Γαλλία, στην οποία η επίσημη γλώσσα και η εθνικότητα άλλαξε πέντε φορές μέσα σε έναν αιώνα, και η αγροτική ζωή έγινε βιομηχανική, ημί-αστική, και στην οποία τα σύνορα επαναχαράχθηκαν επτά φορές τον προηγούμενο ενάμιση αιώνα. Δεν είναι άξιο απορίας ότι οι άνθρωποι έλεγαν: «Οι βερολινέζοι ξέρουν ότι είναι Βερολινέζοι, οι Παριζιάνοι ξέρουν ότι είναι Παριζιάνοι, αλλά εμείς ποιοι είμαστε;»

Ή για να παραθέσω μια άλλη συνέντευξη: «Κατάγομαι από τη Λωραίνη, η κουλτούρα μου είναι γερμανική, η εθνικότητά μου είναι γαλλική, και σκέφτομαι στη διάλεκτο της επαρχίας μας.» Πράγματι, αυτές οι καταστάσεις οδήγησαν μόνο σε πραγματικά προβλήματα ταυτότητας, όταν οι άνθρωποι εμποδίζονταν από το να έχουν πολλαπλές και συνδυασμένες ταυτότητες, που είναι φυσικές σε πολλούς από εμάς. Ή ακόμα περισσότερο, όταν αποσπώνται από το παρελθόν και από όλες τις πολιτισμικές πρακτικές. Όμως μέχρι τη δεκαετία του 1960, αυτά τα προβλήματα της αβέβαιης ταυτότητας περιορίζονταν σε ειδικές συνοριακές ζώνες της πολιτικής. Δεν είχαν ακόμα κεντρική θέση.

Απ’ ότι φαίνεται, έχουν αποκτήσει πολύ πιο κεντρική θέση μετά τη δεκαετία του 1960. Γιατί; Αναμφίβολα, υπάρχουν ιδιαίτεροι λόγοι (που εντοπίζονται) στην πολιτική ή στους θεσμούς της μίας ή της άλλης χώρας: Για παράδειγμα, στις ιδιόρρυθμες διαδικασίες που επιβάλλονται στις ΗΠΑ από το σύνταγμά τους – λόγου χάρη οι αποφάσεις για τα πολιτικά δικαιώματα της δεκαετίας του 1950, που πρώτα εφαρμόστηκαν για τους μαύρους και ύστερα για τις γυναίκες, παρέχοντας ένα μοντέλο και για άλλες ομάδες ταυτοτήτων. Επομένως ειδικά σε χώρες που τα κόμματα ανταγωνίζονται για ψήφους, το να αυτοπροσδιορίζεται ως μέλος μίας ομάδας ταυτοτήτων, μπορεί να παρέχει συγκεκριμένα πολιτικά πλεονεκτήματα: για παράδειγμα η θετική διάκριση για χάρη των μελών τέτοιων ομάδων, ή οι ποσοστώσεις για θέσεις εργασίας και ούτω καθεξής. Αυτό συναντάται στις ΗΠΑ αλλά δεν περιορίζεται μόνο εκεί. Για παράδειγμα στην Ινδία που η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί για τη θεμελίωση της κοινωνικής ισότητας, μπορεί πράγματι να συμφέρει το να αυτοπροσδιορίζεσαι ως άνθρωπος κατώτερης κοινωνικής τάξης ή που ανήκει σε μια ομάδα αυτόχθονων φυλών, με σκοπό να αποκτήσεις πρόσβαση σε θέσεις εργασίας που η κυβέρνηση εγγυάται σε άτομα τέτοιων ομάδων.

 

 

Η άρνηση των πολλαπλών ταυτοτήτων

 

 

 

Αλλά κατά την άποψή μου, η εμφάνιση της πολιτικής των ταυτοτήτων είναι μια συνέπεια των εξαιρετικά ραγδαίων και βαθιών αναταραχών και μετασχηματισμών της ανθρώπινης κοινωνίας, κατά το τρίτο τέταρτο του αιώνα μας, το οποίο έχω προσπαθήσει να περιγράψω και να κατανοήσω στο δεύτερο μέρος της ιστορίας του έργου μου «Ο σύντομος 20ος αιώνας Η εποχή των άκρων». Αυτό δεν είναι μόνο η δική μου άποψη. Για παράδειγμα ο Αμερικάνος κοινωνιολόγος Daniel Bell, υποστήριξε το 1975 ότι : «η διάλυση των παραδοσιακών δομών εξουσίας και των προηγούμενων κυρίαρχων κοινωνικών μονάδων –ιστορικά του έθνους και της τάξης…κάνει την εθνοτική προσήλωση πιο εμφανή.»

Στην πραγματικότητα, ξέρουμε ότι και το έθνος-κράτος όσο και τα παλιά ταξικά πολιτικά κόμματα και κινήματα έχουν αποδυναμωθεί ως αποτέλεσμα τέτοιων μετασχηματισμών. Εκτός από αυτό, έχουμε ζήσει – και ζούμε – μία γιγάντια «πολιτιστική επανάσταση» μια εντυπωσιακή διάλυση των παραδοσιακών κοινωνικών νορμών, της κοινωνικής υφής και των αξιών, που συντάραξε συθέμελα τόσους πολλούς κατοίκους του ανεπτυγμένου κόσμου. Αν μου επιτρέπεται να συνεχίσω παραθέτοντας τον εαυτό μου: «Ποτέ ο όρος κοινότητα δεν χρησιμοποιήθηκε με τόση γενικότητα και κενότητα παρά στις δεκαετίες που οι κοινότητες, με την κοινωνιολογική έννοια, έγιναν δυσεύρετες στην πραγματική ζωή».

Οι άνδρες και οι γυναίκες ψάχνουν για ομάδες στις οποίες μπορούν να ενταχθούν με σιγουριά και για πάντα, μέσα σε έναν κόσμο στον οποίο όλα τα υπόλοιπα κινούνται και μεταβάλλονται, στον οποίο τίποτα άλλο δεν είναι σταθερό. Και αυτό το βρίσκουν σε μια ομάδα ταυτοτήτων. Εξ ου και η παραδοξότητα, την οποία τυχαία ο εξέχων Τζαμαϊκανός Κοινωνιολόγος του Harvard, Orlando Patterson είχε εντοπίσει: Οι άνθρωποι επιλέγουν να ανήκουν σε μία ομάδα ταυτοτήτων αλλά «είναι μια επιλογή που βασίζεται στην εδραιωμένη και ισχυρή πεποίθηση ότι το υποκείμενο δεν έχει απολύτως καμία άλλη επιλογή, από το να ανήκει στη συγκεκριμένη ομάδα». Αυτό είναι μια επιλογή που μπορεί μερικές φορές να αποδειχθεί. Ο αριθμός των Αμερικάνων που αναφέρονται στον εαυτό τους σαν Ινδιάνοι (American Indians) ή ιθαγενείς Ινδιάνοι (native Indians) σχεδόν τετραπλασιάστηκαν μεταξύ 1960 και 1990, από περίπου μισό εκατομμύριο σε περίπου δύο εκατομμύρια, το οποίο απέχει πάρα πολύ από το να μπορέσει να εξηγηθεί με φυσιολογικούς δημογραφικούς όρους· Και παρεμπιπτόντως, δεδομένου ότι το 70% των ιθαγενών Αμερικανών έχουν παντρευτεί με άτομα εκτός της φυλής τους, δεν είναι καθόλου σαφές το ποιος είναι εθνολογικά ιθαγενής Αμερικανός.

Άρα τι καταλαβαίνουμε με αυτό τον όρο συλλογική ταυτότητα, αυτό το αίσθημα του ανήκειν σε μια πρωταρχική ομάδα η οποία αποτελεί η βάση του; Θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σας σε τέσσερα σημεία.

Κατ’ αρχάς οι συλλογικές ταυτότητες προσδιορίζονται αρνητικά· δηλαδή (ετεροπροσδιορίζονται) απέναντι σε άλλους. «Εμείς» αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας ως «εμείς», ακριβώς επειδή είμαστε διαφορετικοί από «εκείνους» (τους άλλους). Αν δεν υπήρχε το «εκείνοι» από τους οποίους είμαστε διαφορετικοί, δε θα χρειαζόταν να ρωτήσουμε τους εαυτούς μας ποιοι είμαστε «εμείς». Χωρίς τους «εκτός της ομάδας», δεν υπάρχουν οι «εντός της ομάδας», με άλλα λόγια οι συλλογικές ταυτότητες δε βασίζονται στα κοινά που υπάρχουν μεταξύ των μελών τους – για την ακρίβεια μπορεί να έχουν πολύ λίγα κοινά εκτός από το «να μην είναι οι άλλοι».

Οι υπέρμαχοι της ένωσης με την Μ. Βρετανία (Unionists) και Οι εθνικιστές (Nationalists) στο Belfast, ή οι Σέρβοι, οι Κροάτες και οι μουσουλμάνοι Βόσνιοι που σε κάθε άλλη περίπτωση θα ήταν αδιαχώριστοι – μιλούν την ίδια γλώσσα, έχουν τον ίδιο τρόπο ζωής, είναι ίδιοι στην εμφάνιση και στις συνήθειές τους – επιμένουν στο ένα πράγμα που τους χωρίζει, και αυτό τυχαίνει να είναι η θρησκεία. Αντίστροφα, τι είναι αυτό που προσφέρει ενότητα στους Παλαιστίνιους, σε έναν ετερογενή πληθυσμό από μουσουλμάνους διαφόρων ειδών, Ρωμαιοκαθολικούς και Έλληνες καθολικούς, Έλληνες ορθόδοξους και άλλους που μπορεί να μοιάζουν πολύ – όπως τους Λιβανέζους γείτονές τους, που, κάτω από διαφορετικές συνθήκες, πολεμούν μεταξύ τους; Απλά το ότι δεν είναι οι Ισραηλινοί, όπως συνεχώς τους υπενθυμίζει η ισραηλινή πολιτική.

Φυσικά υπάρχουν συλλογικότητες που βασίζονται σε αντικειμενικά χαρακτηριστικά που τα μέλη τους έχουν ως κοινά, συμπεριλαμβανομένου και του βιολογικού φύλου ή τέτοια, πολιτικά ευαίσθητα, φυσικά χαρακτηριστικά όπως το χρώμα του δέρματος και ούτω καθεξής. Ωστόσο οι περισσότερες συλλογικές ταυτότητες μοιάζουν περισσότερο με μπλούζες παρά με το δέρμα, είναι δηλαδή, τουλάχιστον θεωρητικά, περισσότερο προαιρετικές και όχι αναπόφευκτες. Παρά την τρέχουσα μόδα που επικρατεί, για τον χειρισμό του σώματος μας, είναι και πάλι ευκολότερο να αλλάξεις μπλούζα παρά να αλλάξεις χέρι! Οι περισσότερες ομάδες ταυτοτήτων δεν στηρίζονται σε αντικειμενικές φυσικές ομοιότητες και διαφορές, αν και όλες θα ήθελαν να ισχυριστούν ότι είναι «φυσικές» παρά κοινωνικά κατασκευασμένες, κάτι που βεβαίως όλες οι εθνοτικές ομάδες κάνουν.

Δεύτερον προκύπτει ότι στην πραγματικότητα ταυτότητες, όπως και τα ρούχα, είναι εναλλάξιμες ή ότι συνυπάρχουν ταυτόχρονα (σε έναν άνθρωπο) παρά το ότι είναι μοναδικές σαν να ήταν κολλημένες με το σώμα. Διότι όπως μας επιβεβαιώνουν και οι δημοσκοπήσεις, κανείς δεν έχει μόνο μία ταυτότητα. Τα ανθρώπινα όντα δε μπορούν να περιγραφούν (ακόμα και για γραφειοκρατικούς λόγους) ως κάτι άλλο εκτός από ένα συνδυασμό πολλών χαρακτηριστικών. Όμως οι πολιτική των ταυτοτήτων συμπεραίνει ότι μία απ’ όλες τις ταυτότητες που όλοι έχουμε είναι αυτή που μας καθορίζει ή έστω κυριαρχεί: το να είσαι γυναίκα αν είσαι φεμινίστρια, το να είσαι προτεστάντης αν είσαι «Ενωτικός» από το Άντριμ, το να είσαι κατάγεσαι απ’ την Καταλονία άμα είσαι Καταλανός εθνικιστής, το να είσαι ομοφυλόφιλος άμα εντάσσεσαι σε ένα gay κίνημα. Και φυσικά πρέπει να ξεφορτωθείς όλες τις υπόλοιπες ταυτότητες γιατί είναι ασυμβίβαστες με τον «αληθινό» εαυτό σου.

Έτσι, ο David Selbourne, ένας ιδεολόγος που ασκεί γενικώς κριτική, καλεί τον «Εβραίο στην Αγγλία» να «σταματήσει να προσποιείται ότι είναι Άγγλος» και να αναγνωρίσει ότι η «πραγματική» του ταυτότητά είναι η Εβραϊκή. Αυτό είναι ταυτόχρονα επικίνδυνο και παράλογο. Πρακτικά, δεν υπάρχει ασυμβατότητα εκτός αν μια εξωτερική αρχή σου υπαγορεύει ότι δεν μπορείς να είσαι και τα δύο ή εκτός αν είναι φυσικά αδύνατο να είναι και οι δύο. Αν ήθελα να είμαι

ταυτόχρονα και οικουμενικά, ένας ευσεβής καθολικός, ένας ευσεβής Εβραίος και ένας πιστός Βουδιστής γιατί δεν θα έπρεπε να είμαι; Ο μόνος λόγους που με εμποδίζει φυσικά είναι ότι οι αντίστοιχες θρησκευτικές αρχές μπορεί να μου πουν ότι δε μπορώ να τα συνδυάσω ή ότι μπορεί να μην γίνεται να εκτελέσω όλες τις τελετουργίες επειδή κάποιες εμποδίζουν τις τελετουργίες των άλλων (θρησκειών).

Συνήθως οι άνθρωποι δεν έχουν πρόβλημα να συνδυάζουν ταυτότητες και αυτή είναι η βάση της καθολικής πολιτικής σε αντίθεση με την επιμέρους πολιτική των ταυτοτήτων. Συχνά τους ανθρώπους δεν τους ενδιαφέρει να κάνουν μια επιλογή μεταξύ των ταυτοτήτων, είτε επειδή κανένας δε τους το ζήτησε, είτε επειδή είναι πολύ περίπλοκο. Όταν ζητείται από τους κατοίκους των ΗΠΑ να δηλώσουν την εθνοτική τους προέλευση, το 54% αρνείται ή αδυνατεί να δώσει μια απάντηση. Εν συντομία, η κατ’ αποκλειστικότητα, πολιτική ταυτότητας δεν υφίσταται με φυσικό τρόπο στους ανθρώπους. Είναι πιο πιθανό να εξαναγκαστούν (βίαια) από «εξωτερικές δυνάμεις» με τον ίδιο τρόπο που οι Σέρβοι, Κροάτες και Μουσουλμάνοι κάτοικοι της Βοσνίας οι οποίοι ζούσαν, συναναστρέφονταν, και παντρεύονταν μεταξύ τους, εξαναγκάστηκαν να χωριστούν, είτε να το κάνουν με λιγότερο βίαιους τρόπους.

Το τρίτο σημείο που πρέπει να αναφέρουμε είναι πως οι ταυτότητες ή η έκφρασή τους δεν είναι σταθερές, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι έχετε επιλέξει έναν από τους πολλούς πιθανούς εαυτούς σας, με τον ίδιο τρόπο που ο Michael Portillo επέλεξε να είναι Βρετανός παρά Ισπανός. (Οι ταυτότητες) μεταβάλλονται συνεχώς και μπορεί να αλλάξουν, αν χρειαστεί, περισσότερο από μία φορά. Για παράδειγμα οι μη-εθνοτικές ομάδες των οποίων όλα, ή τα περισσότερα μέλη τυχαίνει να είναι μαύροι ή Εβραίοι μπορεί να μετατραπούν σε συνειδητά εθνοτικές ομάδες. Αυτό συνέβη στην Νότια Χριστιανική Εκκλησία των βαπτιστών του Martin Luther King. Πιθανό είναι επίσης και το αντίθετο: όπως όταν ο επίσημος IRA μετατράπηκε από μια εθνικιστική οργάνωση σε μία ταξική οργάνωση η οποία σήμερα είναι το Εργατικό Κόμμα και μέρος του κυβερνητικού συνασπισμού της Ιρλανδικής Δημοκρατίας.

Το τέταρτο και τελευταίο πράγμα που πρέπει να ειπωθεί σχετικά με την ταυτότητα είναι ότι εξαρτάται από το γενικό πλαίσιο το οποίο μπορεί να αλλάξει. Όλοι μπορούμε να σκεφτούμε τα, με συνδρομή, ενεργά μέλη της gay κοινότητας των πανεπιστημίων της Οξφόρδης και του Κέμπριτζ, του 1920 που μετά την κρίση του 1929 και την άνοδο του Χίτλερ, μετατοπίστηκαν, (όπως τους άρεσε να λένε) από την «Homintern» στην «Comintern». Οι G. Burgess και A. Blunt, όπως συνέβη, μετέφεραν την ομοφυλοφιλία τους από τη δημόσια στην ιδιωτική σφαίρα. Ακόμα, σκεφτείτε την περίπτωση του προτεστάντη Γερμανού κλασικού λόγιου, του Pater, ενός καθηγητή κλασικών σπουδών στο Λονδίνο, που ξαφνικά ανακάλυψε μετά τον Χίτλερ, ότι θα έπρεπε να μεταναστεύσει διότι, για τα δεδομένα των Ναζί, ήταν στην πραγματικότητα Εβραίος – ένα γεγονός που μέχρι εκείνη τη στιγμή αγνοούσε. Με όποιο τρόπο κι αν είχε ορίσει τον εαυτό του, προηγουμένως, έπρεπε τώρα να βρει μια διαφορετική ταυτότητα.

 

 

 

 

Μετάφραση: Γιάννης Παπαδημητρακόπουλος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *