John Reed: Το τέλος της προσωρινής κυβέρνησης και η επανάσταση του Οκτώβρη

Το κείμενο είναι το τέταρτο μέρος του έργου του Τ.Ρίντ «Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο».  Τους προλόγους μπορείτε να τους βρείτε εδώ , το πρώτο μέρος εδώ ,το δεύτερο εδώ και το τρίτο εδώ.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

 

 

Το τέλος της προσωρινής κυβέρνησης

 

 

 

Την Τετάρτη στις 7 του Νοέμβρη (25 του Οχτώβρη) σηκώθηκα πολύ αργά. Οταν βγήκα στη λεωφόρο Νέβσκι στο φρούριο του Πετροπάβλοφσκ βρόντηξε μεσημεριάτικα το κανόνι. Η μέρα ήταν υγρή και κρύα… Απέναντι στις κλειδωμένες πόρτες της κρατικής τράπεζας στέκονταν κάμποσοι στρατιώτες με εφ’ όπλου λόγχη.

Ποιοι είστε σεις;” ρώτησα. “Με την κυβέρνηση είστε;“, “Δεν υπάρχει πια κυβέρνηση!” απάντησε με χαμόγελο ένας στρατιώτης. “Δόξα τω Θεώ!” Αυτό ήταν όλο που κατάφερα να μάθω απ’ αυτόν.

Στη λεωφόρο Νέβσκι, όπως πάντα, κινούνταν τα τραμ. Απέξω κρέμονταν άντρες, γυναίκες και παιδιά. Τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά και γενικά ο δρόμος σαν να είχε πιο ήρεμη όψη, παρά στις παραμονές. Τη νύχτα οι τοίχοι γέμισαν με καινούριες προκηρύξεις και εκκλήσεις που καλούσαν ενάντια στην εξέγερση. Απευθύνονταν στους αγρότες, στους στρατιώτες του μετώπου, στους εργάτες της Πετρούπολης. Μια από τις προκηρύξεις έγραφε:

Από το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης της Πετρούπολης

Το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης πληροφορεί τους πολίτες, ότι στην έκτακτη συνεδρίασή του της 24 του Οχτώβρη, σχηματίστηκε επιτροπή κοινωνικής ασφάλειας, στην οποία μετέχουν το κεντρικό Δημοτικό Συμβούλιο και τα δημοτικά συμβούλια των αχτίδων και αντιπρόσωποι των επαναστατικών δημοκρατικών οργανώσεων: της Κεντρικής εκτελεστικής επιτροπής των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών, της Πανρωσικής Εκτελεστικής Επιτροπής των αγροτών βουλευτών, των στρατιωτικών οργανώσεων, του κεντρικού στόλου, του Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών της Πετρούπολης, του Σοβιέτ των επαγγελματικών συνδικάτων κ.ά.

Η έδρα των μελών της επιτροπής της κοινωνικής ασφάλειας βρίσκεται στο κτίριο του Δημοτικού Συμβουλίου της πόλης.

Αριθμοί τηλεφώνων για πληροφορίες 15-40, 223-77, 138-36“.

Ως εκείνη τη στιγμή δεν είχα καταλάβει ακόμα, ότι η προκήρυξη του Δημοτικού Συμβουλίου της πόλης ήταν η τυπική κήρυξη του πολέμου ενάντια στους μπολσεβίκους.

Αγόρασα ένα φύλλο του “Εργατικού Δρόμου”, της μοναδικής, όπως φαίνεται, εφημερίδας που κυκλοφορούσε. Λίγο αργότερα μπόρεσα ν’ αγοράσω από έναν στρατιώτη για πενήντα καπίκια μια “Ημέρα” που την είχε διαβάσει πια. Η μπολσεβίκικη εφημερίδα, τυπωμένη σε μεγάλο σχήμα, στο κατασχεμένο τυπογραφείο της “Ρωσικής Θέλησης” άρχιζε με τον πολύστηλο τίτλο “Ολη η εξουσία στα Σοβιέτ των εργατών, των στρατιωτών και των αγροτών! Ειρήνη! Ψωμί! Γη!“.

Το κύριο άρθρο ήταν υπογραμμένο από τον Ζινόβιεφ (1), που κρυβόταν, όπως κι ο Λένιν. Να η αρχή του:

Κάθε στρατιώτης, κάθε εργάτης, κάθε αληθινός σοσιαλιστής, κάθε τίμιος δημοκράτης δεν μπορούν να μη δουν πως η επαναστατική σύγκρουση που ωρίμασε, τραβάει για άμεση λύση.

 Είτε – είτε.

Είτε η εξουσία θα περάσει στα χέρια της αστοτσιφλικάδικης συμμορίας και τότε αυτό σημαίνει… αιματηρή πανρωσική εκκαθαριστική εκστρατεία… που με το αίμα των στρατιωτών και των ναυτών, των αγροτών και των εργατών θα ποτιστεί όλη η χώρα. Τότε αυτό θα σημαίνει συνέχιση του βρωμερού πολέμου, τότε αυτό θα σημαίνει αναπόφευκτα πείνα και θάνατο.

Είτε η εξουσία θα περάσει στα χέρια των επαναστατών εργατών, στρατιωτών και αγροτών και τότε αυτό θα σημαίνει την πλήρη εκμηδένιση της τσιφλικάδικης σκλαβιάς, τη γρήγορη χαλιναγώγηση των καπιταλιστών, την άμεση πρόταση δίκαιης ειρήνης. Τότε η γη θα είναι εξασφαλισμένη για τους αγρότες, τότε θα εξασφαλιστεί έλεγχος στα εργοστάσια, τότε το ψωμί θα εξασφαλιστεί για τους πεινασμένους, τότε θα μπει τέρμα στον παράλογο πόλεμο...”.

Η “Ημέρα” έδινε συνοπτικές πληροφορίες για τα γεγονότα της θυελλώδους νύχτας. Οι μπολσεβίκοι κατέλαβαν το τηλεφωνικό κέντρο, το σιδηροδρομικό σταθμό της Βαλτικής και το τηλεγραφείο, οι ευέλπιδες του Πέτερχοφ δεν μπορούν να περάσουν στην Πετρούπολη, οι κοζάκοι ταλαντεύονται, πιάστηκαν μερικοί υπουργοί, σκοτώθηκε ο διοικητής της αστυνομίας της πόλης Μέγιερ, συλλήψεις, κόντρα συλλήψεις, συμπλοκές ανάμεσα στις στρατιωτικές περιπολίες, στους ευέλπιδες και τους κοκκινοφρουρούς…

Στη γωνιά της λεωφόρου Μορσκάγια συνάντησα το μενσεβίκο – αμυνίτη λοχαγό Χόμπεργκ, γραμματέα του στρατιωτικού τμήματος του κόμματός του. Οταν τον ρώτησα αν έγινε στην πραγματικότητα εξέγερση, σήκωσε κουρασμένα τους ώμους: “ο διάβολος ξέρει!.. Μπορεί κιόλας οι μπολσεβίκοι να καταλάβουν την εξουσία, αλλά περισσότερο από τρεις μέρες δεν μπορούν να την κρατήσουν. Δεν υπάρχουν ανάμεσά τους άνθρωποι που να μπορούν να διευθύνουν τη χώρα. Ισως το καλύτερο θα ‘ναι να τους αφήσουμε να δοκιμάσουν. Πάνω σ’ αυτό θα σπάσουν τα μούτρα τους...”.

Το στρατιωτικό ξενοδοχείο στη γωνιά της πλατείας Ισαακίεφ ήταν κυκλωμένο από ένοπλους ναύτες. Στο προαύλιο μαζεύτηκαν αρκετοί κομψοί αξιωματικοί. Εκοβαν βόλτες εμπρός – πίσω και σιγοκουβέντιαζαν μεταξύ τους. Οι ναύτες δεν τους επέτρεπαν να βγουν στο δρόμο.

Αξαφνα έπεσε ένας πυροβολισμός κι άρχισε ανταλλαγή πυρών. Πετάχτηκα έξω. Τριγύρω στο μέγαρο Μαρίνσκι, όπου συνεδρίαζε το Συμβούλιο της Ρωσικής Δημοκρατίας, συνέβαινε κάτι το ασυνήθιστο. Μια αλυσίδα από στρατιώτες διέσχιζε διαγώνια τη φαρδιά πλατεία. Οι στρατιώτες κρατούσαν έτοιμα τα όπλα και κοίταζαν προς τη σκεπή του ξενοδοχείου.

Προβοκάτσια! Μας πυροβολούν“, φώναξε ένας απ’ αυτούς. Ενας άλλος έτρεξε προς την είσοδο.

Στη δυτική γωνιά του μεγάρου στεκόταν ένα μεγάλο θωρακισμένο αυτοκίνητο με κόκκινη σημαία και με μια φρέσκια επιγραφή “Σ.Ε.Σ.Β”, (Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών). Ολα τα πολυβόλα του ήταν στραμμένα προς την εκκλησία του Ισαακίεφσκι. Η έξοδος προς τη Νόβαγια ήταν κλεισμένη με οδοφράγματα φτιαγμένα με βαρέλια, κιβώτια, παλιά στρώματα, αναποδογυρισμένα βαγόνια. Στο τέλος της ακτής Μόικ ήταν οδοφράγματα από σωρούς ξύλων. Κοντά κούτσουρα από τη γειτονική αποθήκη ήταν τοποθετημένα κατά μήκος του κτιρίου και σχημάτιζαν προκάλυμμα.

Λοιπόν, εδώ θα γίνει μάχη;“,ρώτησα.

Γρήγορα, γρήγορα”, απάντησε ανήσυχα ένας στρατιώτης. “Πέρνα, σύντροφε, να μη σου ‘ρθει καμιά! Να, από κείνη την πλευρά θα ‘ρθουν…” κι έδειξε προς την πλευρά του Ναυαρχείου.

Και ποιοι θα ‘ρθουν;

Αυτό, αδερφάκι, δεν μπορώ να σ’ το πω“, απάντησε φτύνοντας.

Στην είσοδο του μεγάρου στεκόταν μια μάζα από στρατιώτες και ναύτες. Ενας ναύτης διηγούνταν για το τέλος του Συμβουλίου της Ρωσικής Δημοκρατίας.”Μπήκαμε, έλεγε, και πιάσαμε όλες τις πόρτες με τους συντρόφους μας. Εγώ τράβηξα προς τον αντεπαναστάτη – κορνιλοφικό που καθόταν στην προεδρική θέση. Δεν υπάρχει πια το συμβούλιό σας, του είπα. Πήγαινε σπίτι!“.

Ολοι γέλασαν. Παίρνοντας όλα τα χαρτιά και τα ντοκουμέντα μου, έφτασα ως την πόρτα των γραφείων τύπου. Εδώ με σταμάτησε ένας πελώριος χαμογελαστός ναύτης. Του έδειξα την άδεια, μα εκείνος απάντησε: “Ακόμα, κι ο αρχάγγελος Μιχαήλ να είστε, η είσοδος απαγορεύεται, σύντροφε“. Από το τζάμι της πόρτας κοίταξα προσεχτικά το στενοχωρημένο πρόσωπο και τις χειρονομίες ενός Γάλλου ανταποκριτή, που ήταν κλεισμένος μέσα.

Δίπλα του στεκόταν ένας κοντός, ασπρομούστακος άνθρωπος, με στολή στρατηγού, κυκλωμένος από μια ομάδα στρατιωτών. Το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο.

Είμαι ο στρατηγός Αλεξέγιεφ”, φώναξε. “Σαν διοικητής σας και σαν μέλος του Συμβουλίου της δημοκρατίας, σας διατάσσω να μ’ αφήσετε!“.

Ο σκοπός έξυνε το σβέρκο του και λοξοκοίταξε ανήσυχα προς όλες τις κατευθύνσεις. Τέλος έγνεψε σ’ έναν αξιωματικό που πλησίαζε και που ταράχτηκε πάρα πολύ, αναγνωρίζοντας ποιος μιλάει μαζί του κι άρχισε να χαιρετάει σε στάση προσοχής.

Εξοχότατε“, ψιθύρισε, σαν να βρισκόταν στο παλιό καθεστώς, “η είσοδος στο κτίριο απαγορεύεται αυστηρά… Δεν έχω το δικαίωμα…“.

Πλησίασε ένα αυτοκίνητο στο οποίο πρόσεξα τον Γκοτς, που γελούσε. Φαινόταν πως όλα όσα συνέβαιναν τον διασκέδαζαν πολύ. Μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας σταμάτησε άλλο αυτοκίνητο. Στο μπροστινό κάθισμα ήταν ένοπλοι στρατιώτες και πίσω τους τα μέλη της προσωρινής κυβέρνησης που είχαν συλληφθεί. Ο Λιθουανός Πέτερς, μέλος της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής, διέσχισε βιαστικά την πλατεία.

Εγώ νόμισα, ότι θα τους ψαρεύατε όλους αυτούς τους κυρίους απόψε τη νύχτα“, του είπα, δείχνοντας τους κρατούμενους.

Εχ!“, κι η φωνή του έδειχνε απογοήτευση. “Αυτοί οι ανόητοι απόλυσαν παραπάνω από τους μισούς, πριν αποφασίσουμε τι θα γίνει με αυτούς…“.

Κάτω, προς τη λεωφόρο Βοζνεσένσκι, συγκεντρωνόταν μεγάλη μάζα ναυτών και πίσω τους, μέχρι κει που έφτανε το μάτι, φαίνονταν να κινούνται φάλαγγες στρατιωτών.

Πήγαμε κατά τη λεωφόρο του Ναυαρχείου προς τα Χειμερινά Ανάκτορα. Ολες οι διαβάσεις προς την πλατεία των Ανακτόρων φυλάγονταν από σκοπούς κι η δυτική άκρη της πλατείας φραζόταν από μια σειρά ενόπλων που πιέζονταν από το τεράστιο πλήθος. Ολοι κοιτούσαν με ανησυχία, εκτός από μερικούς στρατιώτες που μετέφερναν από τις εξώπορτες των ανακτόρων ξύλα και τα στοίβαζαν από την κύρια είσοδο.

Δεν μπορέσαμε να μάθουμε με κανένα τρόπο, τίνος ήταν αυτοί οι σκοποί εδώ, κυβερνητικοί ή σοβιετικοί. Τα πιστοποιητικά μας από το Σμόλνι δεν τους έκαναν καμιά εντύπωση. Τότε μπήκαμε από την άλλη μεριά και δείχνοντας τα αμερικάνικα διαβατήριά μας δηλώσαμε σοβαρά: “Για επίσημη δουλιά“, και τρυπώσαμε μέσα.

Στην είσοδο των ανακτόρων μας πήραν τα παλτά και τα καπέλα ευγενικά οι ίδιοι οι παλιοί θυρωροί με τις μπλε λιβρέες, με τα χάλκινα κουμπιά και τους κόκκινους γιακάδες με τις χρυσές κορδέλες. Ανεβήκαμε τη σκάλα. Στο σκοτεινό μελαγχολικό διάδρομο, όπου δεν υπήρχαν πια οι χρωματιστές μπάντες στους τοίχους, τριγύριζαν άσκοπα μερικοί παλιοί υπηρέτες. Στην πόρτα του γραφείου του Κερένσκι βημάτιζε, δαγκώνοντας τα μουστάκια, ένας νεαρός αξιωματικός. Τον ρωτήσαμε αν μπορούμε να πάρουμε συνέντευξη με τον πρωθυπουργό. Εκείνος υποκλίθηκε και χτύπησε τα σπιρούνια.”Δυστυχώς!” απάντησε στα γαλλικά. “Ο Αλεξάντρ Φιοντόροβιτς είναι πολύ απασχολημένος…”. Κι αφού έριξε μια ματιά πάνω μας, πρόσθεσε: “Να σας πω την αλήθεια, δεν είναι δω…“.

Πού είναι;

Πήγε στο μέτωπο. Και, ξέρετε, δεν του έφτασε η βενζίνη για το αυτοκίνητο. Αναγκάστηκε να δανειστεί από το αγγλικό στρατιωτικό νοσοκομείο”.”Οι υπουργοί είναι εδώ;

Ναι, συνεδριάζουν σε κάποιο δωμάτιο, δεν ξέρω ακριβώς“.

Τι γίνεται, θα ‘ρθουν οι μπολσεβίκοι;

Βέβαια! Οπωσδήποτε θα ‘ρθουν! Εγώ περιμένω ώρα με την ώρα τηλεφώνημα ότι έρχονται. Ομως είμαστε έτοιμοι! Το παλάτι φρουρείται από ευέλπιδες. Είναι έξω, πίσω απ’ αυτή την πόρτα“.

Μπορούμε να πάμε κατά κει;

Οχι, βέβαια, όχι! Απαγορεύεται…“. Ξαφνικά μας έσφιξε τα χέρια κι έφυγε. Γυρίσαμε προς την επίσημη είσοδο που ήταν στον προσωρινό μεσότοιχο, που χώριζε το δωμάτιο. Ηταν κλειδωμένη από τη δικιά μας τη μεριά. Πίσω από τον τοίχο ακούγονταν φωνές και κάποιο γέλιο, που αντήχησε παράξενα στη φοβερή ησυχία του πελώριου και παλιού παλατιού.

Μας πλησίασε ένας γέρος θυρωρός.

Δεν επιτρέπεται, κύριε, κατά κει! Δεν επιτρέπεται!

Γιατί είναι κλειδωμένη η πόρτα;

Για να μη φύγουν οι στρατιώτες“, απάντησε. Υστερα από λίγα λεπτά είπε πως θέλει να πιει κανένα ποτήρι κι έφυγε.

Ανοίξαμε την πόρτα. Στο κατώφλι φάνηκαν δύο σκοποί, μα δε μας είπαν τίποτε. Ο διάδρομος οδηγούσε σ’ ένα μεγάλο και φανταχτερά διακοσμημένο δωμάτιο, με χρυσές κορνίζες και με μεγάλους κρυστάλλινους πολυέλαιους. Πιο πέρα ήταν ολόκληρη σειρά από μικρότερα δωμάτια, φτιαγμένα από σκούρο ξύλο. Στις δύο πλευρές κάτω στο παρκετένιο πάτωμα, ήταν στρωμένα χοντροκομμένα και λερωμένα στρώματα και κουβέρτες, που πάνω τους ξάπλωναν στρατιώτες.

 Παντού σωροί αποτσίγαρα, κομμάτια ψωμιού, πεταμένα ρούχα κι άδεια μπουκάλια από ακριβά γαλλικά κρασιά. Τριγύρω μας συγκεντρώνονταν όλο και περισσότεροι στρατιώτες με τις χρυσοκόκκινες επωμίδες των ευελπίδων. Η αποπνιχτική ατμόσφαιρα από τον καπνό των τσιγάρων και των βρώμικων ανθρώπινων σωμάτων μάς έπιανε την αναπνοή.

Ενας από τους ευέλπιδες κρατούσε στα χέρια μια μπουκάλα άσπρου κρασιού Βουργουνδίας, που το ‘χε κλέψει ασφαλώς από τα υπόγεια των ανακτόρων. Ολοι μάς κοίταζαν με περιέργεια, εμείς όμως περνούσαμε από δωμάτιο σε δωμάτιο ώσπου φτάσαμε ως τα συνεχόμενα επίσημα δωμάτια, που τα ψηλά και ακάθαρτα παράθυρά τους βλέπανε προς την πλατεία.

Στους τοίχους κρέμονταν τεράστιοι πίνακες με βαριές χρυσές κορνίζες και απεικόνιζαν ιστορικά και πολεμικά γεγονότα:

12 του Οχτώβρη 1812“, “6 του Νοέμβρη 1812“, “16/28 του Αυγούστου 1813“. Σ’ έναν απ’ αυτούς τους πίνακες ήταν σχισμένη όλη η απάνω δεξιά γωνιά.

Ολο το κτίριο είχε μετατραπεί σε μεγάλο στρατώνα και κρίνοντας από την κατάσταση των τοίχων και των πατωμάτων, η δουλιά αυτή είχε γίνει πριν από μερικές βδομάδες. Στα περβάζια των παραθυριών ήταν τοποθετημένα πολυβόλα, ανάμεσα στα στρώματα ήταν όπλα, ακουμπισμένα στα κλινοδίποδα.

Περιεργαζόμασταν τους πίνακες, όταν άξαφνα απ’ τ’ αριστερά με χτύπησε μυρουδιά οινοπνεύματος και κάποιος ακούστηκε να λέει σε άσχημα, μα γρήγορα γαλλικά: “Με τον τρόπο που περιεργάζεστε τους πίνακες βλέπω ότι είσαστε ξένοι…“. Μπροστά μας στεκόταν ένας κοντόχοντρος άνθρωπος. Οταν σήκωσε το πηλήκιο είδαμε φαλάκρα.

Αμερικανοί; Χαίρω πολύ!… Λοχαγός του επιτελείου Βλαντιμίρ Αρτσιμπάσεφ. Στη διάθεσή σας...”. Εδειχνε πως δεν έβλεπε τίποτε το φοβερό, που τέσσερις ξένοι, μαζί και μια γυναίκα, πηγαινοέρχονται στη διάταξη τμήματος, που περιμένει επίθεση. Αρχισε να παραπονείται για την κατάσταση των πραγμάτων στη Ρωσία.

Η υπόθεση δε βρίσκεται μόνο στους μπολσεβίκους“, έλεγε. “Το ατύχημα βρίσκεται στο ότι χάθηκαν οι ευγενικές παραδόσεις του ρωσικού στρατού. Κοιτάξτε τριγύρω: ορίστε, αυτοί όλοι είναι ευέλπιδες, μελλοντικοί αξιωματικοί…

Μήπως όμως είναι τζέντλεμεν; Ο Κερένσκι άνοιξε τις πόρτες των στρατιωτικών σχολών σ’ όσους θέλαν, στον κάθε στρατιώτη που μπορεί να τα βγάλει πέρα στις εξετάσεις. Εννοείται, εδώ υπάρχουν πολλοί, πάρα πολλοί τέτοιοι, που είναι μολυσμένοι από επαναστατικό πνεύμα...”.

Κι έξαφνα, χωρίς καμιά συνοχή, άρχισε να μιλάει για άλλο πράγμα.

Θα ‘θελα πολύ να φύγω από τη Ρωσία. Αποφάσισα να καταταγώ στον αμερικάνικο στρατό… Δε θα είχατε την καλοσύνη να με βοηθήσετε σ’ αυτή τη δουλιά με τον πρόξενό σας; Θα σας δώσω τη διεύθυνσή μου“.

Παρά τις αντιρρήσεις μας, έγραψε μερικές λέξεις σ’ ένα κομματάκι χαρτί και όπως φαίνεται, αισθάνθηκε αμέσως τον εαυτό του πιο εύθυμο. Το σημείωμά του το φύλαξα: “2η σχολή ανθυπολοχαγών του Οράνιενμπάουμ. Παλιό Πέτερχοφ“.

Σήμερα το πρωί είχαμε επιθεώρηση“, συνέχισε, οδηγώντας μας στα δωμάτια και δίνοντάς μας εξηγήσεις: “Το γυναικείο τάγμα αποφάσισε να μείνει πιστό στην κυβέρνηση...”.

Ωστε στα ανάκτορα υπάρχουν γυναίκες στρατιώτες;

Μάλιστα, είναι στα πίσω δωμάτια. Αν συμβεί τίποτε, εκεί θα είστε σε ασφάλεια”. Αναστέναξε. “Τι βαριά ευθύνη“!

Σταθήκαμε για λίγο στο παράθυρο, κοιτάζοντας την πλατεία των ανακτόρων, όπου συντάσσονταν τρεις λόχοι ευελπίδων με γκρίζες μακριές χλαίνες. Τους διοικούσε ένας ψηλός, που φαινόταν πολύ ενεργητικός και που δεν ήταν άλλος από το γενικό στρατιωτικό κομισάριο της προσωρινής κυβέρνησης, τον Στανκέβιτς. Μέσα σε λίγα λεπτά δύο απ’ αυτούς τους τρεις λόχους, μ’ ένα κοφτό χτύπο έκαναν επ’ ώμου, και οι κυματιστές γραμμές τους, με σταθερό βήμα διέσχισαν την πλατεία, πέρασαν κάτω από την κόκκινη αψίδα (2) και χάθηκαν, τραβώντας προς την κατεύθυνση της σιωπηλής πόλης.

Πάνε να καταλάβουν το τηλεφωνικό κέντρο!“, είπε κάποια φωνή. Δίπλα μας στέκονταν τρεις ευέλπιδες. Αρχίσαμε τη συζήτηση μαζί τους. Μας είπαν πως ήταν πριν στρατιώτες κι είπαν τα ονόματά τους. Ρόμπερτ Ολεφ, Αλεξέι Βασιλένκο και ο Εσθονός Ερνι Σακς. Τώρα δεν ήθελαν πια να ‘ναι αξιωματικοί, γιατί το σώμα των αξιωματικών δεν ήταν καθόλου δημοφιλές. Κατά τα φαινόμενα δεν ήξεραν τι να κάνουν. Ηταν ολοφάνερο πως δεν ήταν στα καλά τους.

Γρήγορα, όμως, άρχισαν να καυχιούνται: “Να κινηθούν μονάχα οι μπολσεβίκοι και θα τους δείξουμε πώς πολεμούν! Δεν τολμούν να μας επιτεθούν, είναι όλοι τους δειλοί… Ομως κι αν μας συντρίψουν, τι να γίνει, ο καθένας θ’ αφήσει την τελευταία σφαίρα για τον εαυτό του...”.

Εκείνη τη στιγμή, κάπου εκεί κοντά, άρχισαν να πέφτουν πυροβολισμοί. Ολοι, όσοι ήταν στην πλατεία, σκόρπισαν άταχτα.

Πολλοί έπεσαν στη γη μπρούμυτα. Οι αμαξάδες, που βρίσκονταν στις γωνίες, σκόρπισαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Εγινε φοβερή ταραχή. Οι στρατιώτες έτρεχαν πίσω – μπρος, άρπαζαν τα όπλα και φώναζαν: “Ερχονται, Ερχονται!“. Μα μέσα σε λίγα λεπτά όλα ηρέμησαν. Οι αμαξάδες γύρισαν στις θέσεις τους, οι άνθρωποι που είχαν ξαπλώσει καταγής σηκώθηκαν ορθοί. Κάτω από την κόκκινη αψίδα πρόβαλαν ευέλπιδες. Πήγαιναν χωρίς βήμα και έναν απ’ αυτούς τον κρατούσαν από τις μασχάλες δύο σύντροφοί του.

Ηταν πια πολύ αργά, όταν φύγαμε από τ’ ανάκτορα. Από την πλατεία τραβήχτηκαν όλοι οι σκοποί. Το τεράστιο ημικύκλιο των κρατικών κτιρίων φαινόταν έρημο. Μπήκαμε να φάμε στο “Hotel de France”. Μόλις είχαμε αρχίσει τη σούπα, ήρθε τρέχοντας κοντά μας ένα κατάχλομο γκαρσόνι και μας παρακάλεσε να περάσουμε στη μεγάλη αίθουσα που τα παράθυρά της βλέπαν προς την αυλή: στο καφέ μπαρ, που έβλεπε προς το δρόμο, έπρεπε να σβήσουν τα φώτα: “Θ’ αρχίσει τουφεκίδι!“, είπε.

Βγήκαμε και πάλι στη λεωφόρο Μορσκάγια. Είχε πια εντελώς σκοτεινιάσει και μόνο στη γωνιά της λεωφόρου τρεμόσβηνε ένα φανάρι του δρόμου. Κάτω απ’ αυτό στεκόταν ένα μεγάλο θωρακισμένο αυτοκίνητο. Η μηχανή του δούλευε και

πετούσε τούφες καπνού. Δίπλα του στεκόταν κάποιος μικρός και περιεργαζόταν την κάννη του πολυβόλου. Τριγύρω στριμώχνονταν στρατιώτες και ναύτες. Φαίνεται κάτι περίμεναν. Πήγαμε προς την αψίδα του γενικού επιτελείου. Μια ομαδούλα από στρατιώτες κοίταζαν τα ολόφωτα Χειμερινά Ανάκτορα και συζητούσαν δυνατά:

Οχι, σύντροφοι“, έλεγε ένας απ’ αυτούς. “Πώς μπορούμε να πυροβολήσουμε ενάντιά τους. Αφού εκεί είναι το γυναικείο τάγμα! Θα πουν πως σκοτώνουμε τις Ρωσίδες...”.

Οταν βγήκαμε στη λεωφόρο Νέβσκι, από τη γωνιά πρόβαλε ακόμα ένα θωρακισμένο αυτοκίνητο. Από τους πυργίσκους του φάνηκε το κεφάλι κάποιου ανθρώπου.

Εμπρός!” φώναξε. “Περνούμε στην επίθεση“.

Πλησίασε ο σοφέρ του άλλου θωρακισμένου και φώναξε, σκεπάζοντας τον κρότο των μηχανών:

Η επιτροπή διέταξε να περιμένουμε. Πίσω από τους σωρούς των ξύλων έχουν καλυμμένο το πυροβολικό!…“.

Εδώ τα τραμ δεν κινούνταν. Οι περαστικοί ήταν σπάνιοι και δεν υπήρχαν καθόλου φώτα. Περνώντας όμως μερικά σπίτια, μπορούσε να δει κανείς πάλι τραμ, μάζες ανθρώπων, πολύφωτες βιτρίνες και τις ηλεκτρικές ταμπέλες των κινηματογράφων. Η ζωή συνεχιζόταν κανονικά. Είχαμε εισιτήρια για το θέατρο “Μαρένσκι”, για το μπαλέτο (όλα τα θέατρα ήταν ανοιχτά). Ομως οι δρόμοι παρουσίαζαν αρκετό ενδιαφέρον.

Μέσα στο σκοτάδι πέσαμε πάνω στους σωρούς των ξύλων που έφραζαν τη γέφυρα της Αστυνομίας και στο μέγαρο Στρογκάνοφσκι είδαμε μερικούς στρατιώτες να τοποθετούν ένα πυροβόλο των τριών δακτύλων. Αλλοι στρατιώτες, ντυμένοι με στολές διαφόρων μονάδων, γύριζαν άσκοπα εδώ κι εκεί, κάνοντας μεταξύ τους ατέλειωτες συζητήσεις.

Στη λεωφόρο Νέβσκι είχε ξεχυθεί όλη η πόλη. Σε κάθε γωνία στέκονταν τεράστια πλήθη που περικύκλωναν τους μανιώδεις συζητητές. Ομάδες από δώδεκα στρατιώτες με εφ’ όπλου λόγχη, περιπολούσαν στα σταυροδρόμια κι οι κοκκινοπρόσωποι γέροντες, με τις πλούσιες γούνες τους έδειχναν τις γροθιές, ενώ κομψοντυμένες γυναίκες τους έλουζαν με βρισιές. Οι στρατιώτες απαντούσαν πολύ ανόρεχτα και χαμογελούσαν ταραγμένα. Στο δρόμο πηγαινοέρχονταν θωρακισμένα αυτοκίνητα, στα οποία ακόμα διακρίνονταν οι παλιές ονομασίες: “Ολέγκ”, “Ριούρικ”, “Σβιατοσλάβ”, όλα ονόματα παλιών Ρώσων πριγκίπων. Ομως πάνω από τις παλιές επιγραφές κοκκίνιζαν ήδη τα μεγάλα γράμματα “ΣΔΕΚΡ” (“Σοσιαλδημοκρατικό – Εργατικό Κόμμα της Ρωσίας”).

 Στη λεωφόρο Μιχαϊλόβσκι φάνηκε ένας εφημεριδοπώλης. Το πλήθος ρίχτηκε απάνω του, δίνοντας από ένα ρούβλι, από 5, από 10 ρούβλια για κάθε εφημερίδα, αρπάζοντας ο ένας απ’ τον άλλο τις εφημερίδες. Ηταν η εφημερίδα “Στρατιώτης και Εργάτης”, που ανάγγελνε τη νίκη της προλεταριακής επανάστασης, την απελευθέρωση των συλληφθέντων μπολσεβίκων και καλούσε τις στρατιωτικές μονάδες του μετώπου και των μετόπισθεν να υποστηρίξουν την εξέγερση… το φλογερό αυτό φύλλο είχε μόνο τέσσερις σελίδες, τυπωμένες με μεγάλα γράμματα. Νέα δεν υπήρχαν καθόλου.

Στη γωνιά της Σαντόβαγια συγκεντρώθηκαν δύο χιλιάδες περίπου πολίτες. Το πλήθος κοίταζε στη στέγη ενός ψηλού σπιτιού, όπου πότε έσβηνε, πότε άναβε μια μικρή κόκκινη σπιθίτσα.

Κοίτα“, έλεγε ένας ψηλός αγρότης, δείχνοντας προς τη στέγη. “Εκεί είναι προβοκάτορας, τώρα θα πυροβολήσει στο λαό…“. Οπως φαίνεται κανένας δεν ήθελε να πάει να μάθει τι συμβαίνει.

Οταν πλησιάσαμε στο Σμόλνι, η ογκώδικη φάτσα του έλαμπε από τις φωτιές. Απ’ όλους τους δρόμους έφταναν εκεί όλο και καινούριοι άνθρωποι, που ανακατεύονταν μέσα στο σκοτάδι με το πλήθος. Ερχονταν κι έφευγαν αυτοκίνητα με  μοτοσικλέτες. Ενα πελώριο γκρίζο θωρακισμένο αυτοκίνητο, που πάνω στον πυργίσκο κυμάτιζαν δύο κόκκινες σημαίες, βγήκε κορνάροντας από την αυλόπορτα. Ηταν κρύο, κι οι κοκκινοφρουροί που φρουρούσαν την είσοδο, ζεσταίνονταν στη φωτιά.

Στην εσωτερική αυλόπορτα ήταν επίσης αναμμένη φωτιά και στο φως της οι σκοποί διάβαζαν αργά τις άδειές μας και μας εξέταζαν από τα νύχια ως την κορφή. Κι από τις δύο πλευρές της εισόδου ήταν τοποθετημένα πολυβόλα, με βγαλμένα τα καλύμματα και στο πίσω μέρος τους, κουλουριασμένες σαν φίδια, κρέμονταν οι ταινίες με τα φυσίγγια.

Στην αυλή, κάτω από τα δέντρα του κήπου, ήταν πολλά θωρακισμένα. Οι μηχανές τους ήταν αναμμένες και δούλευαν. Οι τεράστιες, άδειες και κακοφωτισμένες αίθουσες αντηχούσαν από τα πατήματα των βαριών αρβυλών, από τις φωνές και τις κουβέντες… Η ψυχική διάθεση ήταν ανεβασμένη. Ολες οι σκάλες ήταν πλημμυρισμένες από πλήθος: εκεί βρίσκονταν εργάτες με μαύρες φόρμες και με μαύρα γούνινα καλπάκια, πολλοί με τα όπλα περασμένα στον ώμο, στρατιώτες με κακοραμμένες χλαίνες σκούρου χρώματος και με γκρίζα καπέλα.

 Ανάμεσα σ’ όλο το λαό βιάζονταν να περάσουν, σπρώχνοντας, οι πολύ γνωστοί Λουνατσάρσκι, Κάμενεφ… Κι οι δύο μιλούσαν ταυτόχρονα, τα πρόσωπά τους ήταν σκεφτικά κι ο καθένας κάτω από τη μασχάλη είχε την τσάντα γεμάτη με χαρτιά. Είχε τελειώσει η συνεδρίαση του Σοβιέτ της Πετρούπολης. Σταμάτησα τον Κάμενεφ (3), έναν κοντό άνθρωπο, με γρήγορες κινήσεις, με ζωηρό πλατύ πρόσωπο και με κατεβασμένο κεφάλι. Δίχως κανενός είδους εισαγωγές μου μετέφρασε στα γαλλικά την απόφαση που μόλις είχε παρθεί:

Το Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών της Πετρούπολης χαιρετίζει τη νικηφόρα επανάσταση του προλεταριάτου και της φρουράς της Πετρούπολης. Το Σοβιέτ υπογραμμίζει ιδιαίτερα τη συνοχή, την οργάνωση, την πειθαρχία, την πλήρη ομοφωνία που έδειξαν οι μάζες σε αυτή την εξαιρετικά αναίμαχτη και εξαιρετικά πετυχημένη εξέγερση.

Το Σοβιέτ εκφράζει την ατράνταχτη πεποίθηση ότι η εργατοαγροτική κυβέρνηση, που θα δημιουργηθεί από την επανάσταση σαν Σοβιετική Κυβέρνηση και που θα εξασφαλίσει στο προλεταριάτο της πόλης την υποστήριξη όλης της μάζας της φτωχής αγροτιάς, θα βαδίσει σταθερά προς το σοσιαλισμό, που είναι το μόνο μέσο για να σωθεί η χώρα από τις πρωτάκουστες συμφορές και φρίκες του πολέμου.

Η νέα εργατοαγροτική κυβέρνηση θα προτείνει αμέσως δίκαιη δημοκρατική ειρήνη σ’ όλους τους εμπόλεμους λαούς. Θα καταργήσει αμέσως την τσιφλικάδικη ιδιοκτησία στη γη και θα παραδώσει τη γη στην αγροτιά. Θα εγκαθιδρύσει εργατικό έλεγχο στην παραγωγή και την κατανομή των προϊόντων και θα καθιερώσει παλλαϊκό έλεγχο στις τράπεζες, τις οποίες θα μετατρέψει σε ενιαία κρατική επιχείρηση.

Το Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών της Πετρούπολης καλεί όλους τους εργάτες και όλη την αγροτιά να υποστηρίξουν με όλη τους τη δραστηριότητα και με απεριόριστη αφοσίωση την εργατοαγροτική επανάσταση. Το Σοβιέτ εκφράζει την πεποίθηση ότι οι εργάτες των πόλεων, σε συμμαχία με τη φτωχή αγροτιά, θα δείξουν ακλόνητη συντροφική

πειθαρχία, θα επιβάλουν την πιο αυστηρή επαναστατική τάξη που είναι απαραίτητη για τη νίκη του σοσιαλισμού.

Το Σοβιέτ είναι πεπεισμένο ότι το προλεταριάτο των χωρών της Δυτικής Ευρώπης θα μας βοηθήσει να φέρουμε το έργο του σοσιαλισμού ως την πλήρη και σταθερή νίκη“.

Ωστε νομίζετε, ότι η υπόθεση κερδήθηκε;..”.

Σήκωσε τους ώμους: “Πρέπει να κάνουμε ακόμα πάρα πολλά. Αφάνταστα πολλά… το έργο μόλις τώρα αρχίζει…“.

Στο κεφαλόσκαλο είδα τον σύντροφο πρόεδρο του Σοβιέτ των επαγγελματικών συνδικάτων Ριαζάνοφ. Κοίταζε μελαγχολικά μπροστά του, μασουλώντας την άσπρη γενειάδα του. “Αυτό είναι τρέλα, τρέλα!” φώναξε. “Το προλεταριάτο της Ευρώπης δε θα ξεσηκωθεί! Ολη η Ρωσία…“. Κούνησε αφηρημένα το χέρι και τράβηξε πιο πέρα.

Ο Ριαζάνοφ κι ο Κάμενεφ ήταν ενάντια στην εξέγερση και δοκίμασαν πάνω τους όλη τη φοβερή δύναμη της λενινιστικής πολεμικής.

Η συνεδρίαση εκείνη ήταν πολύ σοβαρή. Ο Τρότσκι από μέρους της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής δήλωσε ότι η προσωρινή κυβέρνηση δεν υπάρχει πια.

Το χαρακτηριστικό γνώρισμα των αστικών και μικροαστικών κυβερνήσεων, είπε, είναι η εξαπάτηση των μαζών.

Σ’ εμάς τη στιγμή αυτή, σ’ εμάς, στα Σοβιέτ των στρατιωτών, των εργατών και των αγροτών βουλευτών, μπαίνει για πρώτη φορά στην ιστορία το καθήκον να δημιουργήσουμε εξουσία, που δε θα ‘χει άλλο σκοπό, παρά μόνο την εξυπηρέτηση των αναγκών των στρατιωτών, των εργατών και των αγροτών“.

Στο βήμα ανέβηκε ο Λένιν. Τον υποδέχτηκαν με θυελλώδεις επευφημίες. Ο Λένιν πρόβλεψε την παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση…

Μετά απ’ αυτόν μίλησε ο Ζινόβιεφ, που τόνισε: “Σήμερα κάναμε το καθήκον μας απέναντι στο διεθνές προλεταριάτο και δώσαμε ένα ισχυρό χτύπημα στον πόλεμο, χτύπημα στα στήθη όλων των ιμπεριαλιστών και ιδιαίτερα, στο δήμιο Γουλιέλμο“.

Μετά απ’ αυτό ο Τρότσκι δήλωσε ότι “στο μέτωπο στάλθηκαν κιόλας τηλεγραφήματα, που αναγγέλλουν τη νίκη της εξέγερσης, όμως απάντηση δεν ήρθε ακόμα. Υπάρχουν φήμες ότι ενάντια στην Πετρούπολη κινούνται στρατεύματα. Είναι απαραίτητο να στείλουμε σ’ αυτά αντιπροσώπους για να τους πουν όλη την αλήθεια“. Φωνή από τις θέσεις: “Εσείς προαποφασίζετε τη θέληση του Πανρωσικού συνεδρίου των Σοβιέτ!“.

Ο Τρότσκι (κρύα): “Η θέληση του Πανρωσικού συνεδρίου των Σοβιέτ προαποφασίστηκε από το μεγάλο γεγονός της εξέγερσης των εργατών και στρατιωτών της Πετρούπολης“.

Μπήκαμε στην τεράστια αίθουσα των συνεδριάσεων, διασχίζοντας το ανήσυχο πλήθος, που συνωστιζόταν στις πόρτες.

Στους πάγκους και στις καρέκλες, στους διαδρόμους, στα περβάζια των παραθυριών, ακόμα και στις άκρες της εξέδρας του προεδρείου, κάτω από το φως των μεγάλων άσπρων πολυέλαιων, κάθονταν οι αντιπρόσωποι των εργατών και των στρατιωτών όλης της Ρωσίας. Πότε με ανήσυχη ηρεμία, πότε με άγριο θόρυβο, περίμεναν να χτυπήσει το κουδούνι του προεδρείου. Το διαμέρισμα δεν είχε θέρμανση, μα ήταν ζέστη από την αποφορά των άπλυτων ανθρώπινων σωμάτων.

Ο αποπνιχτικός γαλάζιος καπνός των τσιγάρων υψωνόταν και αιωρούνταν στο βρώμικο αέρα. Κατά διαστήματα ανέβαινε κάποιο από τα καθοδηγητικά πρόσωπα στο βήμα και παρακαλούσε τους συντρόφους να σταματήσουν το κάπνισμα. Τότε όλοι μαζί, ακόμα και κείνοι που κάπνιζαν, φώναζαν: “Σύντροφοι, μην καπνίζετε!” και το κάπνισμα συνεχιζόταν. Ο αντιπρόσωπος του εργοστασίου Ομπουχοφ, ο αναρχικός Πετρόβσκι, με έβαλε και κάθισα δίπλα του. Λερωμένος και αξύριστος, μόλις κρατιόταν στα πόδια από την αϋπνία: δούλευε στη Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή τρία μερόνυχτα χωρίς διακοπή.

Στο προεδρείο κάθονταν οι ηγέτες της παλιάς ΚΕΕ. Τελευταία φορά τους δόθηκε ευκαιρία να διευθύνουν τη συνεδρίαση των ανυπόταχτων Σοβιέτ, που τα διοικούσαν από τις πρώτες μέρες της επανάστασης. Τώρα τα Σοβιέτ ξεσηκώθηκαν ενάντιά τους. Τέλειωσε η πρώτη περίοδος της ρωσικής επανάστασης την οποία οι ηγέτες αυτοί προσπαθούσαν να φρενάρουν.

Οι τρεις πιο επιφανείς δεν ήταν στο προεδρείο: δεν ήταν ο Κερένσκι, που το ‘σκασε για το μέτωπο, περνώντας πόλεις και χωριά, που ‘χαν αρχίσει κιόλας να ξεσηκώνονται, έλειπε ο γέρικος αετός Τσχέιτζε, που με αποστροφή αποσύρθηκε στα πατρικά βουνά της Γεωργίας κι εκεί πέθανε από χτικιό, απουσίαζε κι ο γαλαντόμος Τσερετέλι, που ήταν βαριά άρρωστος. Αυτός όμως γύρισε αργότερα και κατανάλωσε όλη τη ραφινάτη ευγλωττία του για την υπεράσπιση της χαμένης υπόθεσης.

Στο βήμα κάθονταν ο Γκοτς, ο Νταν, ο Λίμπερ, ο Μπογκντάνοφ, ο Μπρόιντο, ο Φιλιπόφσκι, όλοι χλομοί και οργισμένοι, με βαθουλωμένα μάτια. Κάτω απ’ αυτούς έβραζε και βούιζε το 2ο Πανρωσικό συνέδριο των Σοβιέτ, και πάνω απ’ τα κεφάλια τους δούλευε πυρετώδικα η Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή, που κρατούσε στα χέρια της όλα τα νήματα της εξέγερσης και που κατάφερνε εύστοχα και ισχυρά χτυπήματα… Η ώρα ήταν 10 και 40 το βράδυ.

Ο Νταν, ένας ανθρωπάκος με πλαδαρό πρόσωπο, με μια ασουλούπωτη στολή στρατιωτικού γιατρού, χτύπησε το κουδούνι. Επακολούθησε αμέσως απόλυτη ησυχία που διακοπτόταν μονάχα από τις λογομαχίες και τις βρισιές των ανθρώπων που στριμώχνονταν στην είσοδο…

Η εξουσία είναι στα χέρια μας“, άρχισε θλιμμένα ο Νταν. Σταμάτησε για μια στιγμή και συνέχισε αργά. “Σύντροφοι, το συνέδριο των Σοβιέτ συνέρχεται σε τέτοια εξαιρετική στιγμή και κάτω από τέτοια εξαιρετικά περιστατικά, που νομίζω, ότι θα καταλαβαίνετε, γιατί η ΚΕΕ θεωρεί περιττή την έναρξη της σημερινής συνεδρίασης με πολιτικό λόγο. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα κατανοητό, αν σκεφτείτε ότι είμαι μέλος του προεδρείου της ΚΕΕ κι ότι αυτή τη στιγμή οι κομματικοί μας σύντροφοι βρίσκονται στα Χειμερινά Ανάκτορα κάτω από τα πυρά, εκπληρώνοντας σαν υπουργοί με αυταπάρνηση το καθήκον που τους ανέθεσε η ΚΕΕ(ανήσυχος θόρυβος). Κηρύσσω την έναρξη της πρώτης συνεδρίασης του 2ου συνεδρίου των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών“.

Το προεδρείο εκλέχτηκε μέσα σε γενικό θόρυβο και κίνηση. Ο Αβανέσοφ δήλωσε, ότι έπειτα από συμφωνία ανάμεσα στους μπολσεβίκους, τους αριστερούς εσέρους και τους μενσεβίκους – διεθνιστές αποφασίστηκε να σχηματιστεί το προεδρείο με βάση την αναλογική αντιπροσώπευση.

 Μερικοί μενσεβίκοι, διαμαρτυρόμενοι έντονα, έφυγαν από τη θέση τους. “Θυμάστε, τους φώναξε κάποιος γενειοφόρος στρατιώτης, θυμάστε τι μας κάνατε εμάς τους μπολσεβίκους, όταν ήμασταν μειοψηφία!” Το αποτελέσματα των εκλογών: δεκατέσσερις μπολσεβίκοι, εφτά εσέροι, τρεις μενσεβίκοι και ένας διεθνιστής(από την ομάδα του Γκόρκι).

Ο Χέντελμαν δηλώνει από μέρους των δεξιών εσέρων και των εσέρων του κέντρου ότι παραιτούνται από τη συμμετοχή στο προεδρείο. Ο Χεντσούκ κάνει παρόμοια ακριβώς δήλωση από μέρους των μενσεβίκων. Κι οι μενσεβίκοι διεθνιστές δηλώνουν ότι δεν μπορούν να πάρουν μέρος στο προεδρείο, αν δεν ξεκαθαριστούν προηγούμενα ορισμένα γεγονότα (χλιαρά χειροκροτήματα και φωνές). Φωνή από κάτω: “Αποστάτες! Και αποκαλείτε τον εαυτό σας σοσιαλιστή!“.

Ο εκπρόσωπος των αντιπροσώπων της Ουκρανίας ζητάει και παίρνει θέση στο προεδρείο. Μετά απ’ αυτό η παλιά ΚΕΕ εγκαταλείπει το βήμα και τη θέση της την παίρνουν ο Τρότσκι, ο Κάμενεφ, ο Λουνατσάρσκι, η Κολοντάι, ο Νόγκιν… Ολοι σηκώνονται και η αίθουσα τραντάζεται από τα χειροκροτήματα. Πόσο ψηλά πέταξαν αυτοί οι μπολσεβίκοι! Από μια αποκηρυγμένη και καταδιωκόμενη ομάδα που ήταν πριν τέσσερις μήνες, έφτασαν ως τη λαμπρή θέση των τιμονιέρηδων της μεγάλης Ρωσίας, που την είχε αγκαλιάσει η θύελλα της εξέγερσης.

Ο Κάμενεφ ανακοινώνει ότι στην ημερήσια διάταξη μπαίνουν: πρώτο, το ζήτημα της οργάνωσης της εξουσίας, δεύτερο, το ζήτημα του πολέμου και της ειρήνης και τρίτο, το ζήτημα της Συντακτικής Συνέλευσης. Ο Λοζόβσκι σηκώνεται και δηλώνει  πως ύστερα από συμφωνία ανάμεσα στα γραφεία όλων των ομάδων προτείνεται να γίνει πρώτα απολογισμός της δουλιάς του Σοβιέτ της Πετρούπολης, κατόπιν να δοθεί ο λόγος στα μέλη της ΚΕΕ και στους εκπροσώπους των κομμάτων και τελευταία, να περάσουμε στην ημερήσια διάταξη.

Ξαφνικά, όμως, ακούστηκε νέος θόρυβος πιο ισχυρός από το θόρυβο του πλήθους. Ενας επίμονος, ανησυχαστικός θόρυβος: η υπόκωφη βροντή των κανονιών. Ολοι κοίταζαν νευρικά προς τα σκοτεινά παράθυρα και το συνέδριο το διέτρεξε κάποιο ρίγος. Ο Μάρτοφ παρακάλεσε να του δοθεί ο λόγος και τσίριξε:”Ο εμφύλιος πόλεμος άρχισε, σύντροφοι! Το πρώτο ζήτημά μας πρέπει να είναι η ειρηνική λύση της κρίσης. Κι από άποψη αρχής κι από άποψη ταχτικής είμαστε υποχρεωμένοι να συζητήσουμε έκτακτα με ποιον τρόπο θα προληφθεί ο εμφύλιος πόλεμος. Στο δρόμο πυροβολούν ενάντια στ’ αδέλφια μας! Πριν αρχίσει το συνέδριο των Σοβιέτ λύνεται το ζήτημα της εξουσίας με στρατιωτικό πραξικόπημα, που οργάνωσε ένα από τα επαναστατικά κόμματα!..“. Φωνές και θόρυβος σκέπασαν το λόγο του στη στιγμή.

Ολα τα επαναστατικά κόμματα είναι υποχρεωμένα να κοιτάξουν τα γεγονότα κατάματα! Το συνέδριο έχει καθήκον, πρώτ’ απ’ όλα, να λύσει το ζήτημα της εξουσίας και ήδη αυτό το ζήτημα κατέβηκε στους δρόμους, λύνεται με τα όπλα!

Πρέπει να δημιουργήσουμε εξουσία που θα την αναγνωρίζει όλη η δημοκρατία. Το συνέδριο, αν θέλει να ‘ναι η φωνή της επαναστατικής δημοκρατίας, δεν πρέπει να καθίσει με σταυρωμένα τα χέρια μπροστά στο άναμμα του εμφύλιου πολέμου, αποτέλεσμα του οποίου, πιθανόν να είναι η έκρηξη αντεπανάστασης. Τη δυνατότητα της ειρηνικής διεξόδου πρέπει να την αναζητήσουμε με τη δημιουργία ενιαίας δημοκρατικής εξουσίας… Είναι ανάγκη να εκλέξουμε μια αντιπροσωπεία για διαπραγματεύσεις με τα άλλα σοσιαλιστικά κόμματα και οργανώσεις…“.

Αδιάκοπες μακρινές ομοβροντίες των πυροβόλων, αδιάκοπες διενέξεις των αντιπροσώπων…

 Ετσι, κάτω από τις ομοβροντίες των πυροβόλων σε ατμόσφαιρα σκοταδιού και μίσους, άγριου τρόμου και απεριόριστης τόλμης, γεννήθηκε η νέα Ρωσία.

Οι αριστεροί εσέροι και οι ενωμένοι σοσιαλδημοκράτες υποστήριξαν την πρόταση του Μάρτοφ. Η πρόταση ψηφίστηκε. Κάποιος στρατιώτης δήλωσε ότι η Πανρωσική εκτελεστική επιτροπή των Σοβιέτ των αγροτών αρνήθηκε να στείλει στο συνέδριο τους αντιπροσώπους της. Γι’ αυτό προτείνει να στείλουν σ’ αυτή μια επιτροπή και να την καλέσουν και τυπικά.

Εδώ είναι παρόντες μερικοί αγρότες βουλευτές, είπε. Προτείνω να τους δοθεί δικαίωμα ψήφου”. Η πρόταση έγινε δεκτή. Πήρε το λόγο ο λοχαγός Χαράς. “Οι πολιτικοί υποκριτές, που είναι επικεφαλής σ’ αυτό το συνέδριο”, ούρλιαξε με πάθος από τη θέση του, “μας μιλούν πως πρέπει να συζητήσουμε το ζήτημα της εξουσίας και στο μεταξύ αυτό το ζήτημα μπήκε πια πίσω από τις πλάτες μας, πριν ακόμα αρχίσει το συνέδριο. Κανονιοβολούνται τα Χειμερινά Ανάκτορα, μα τα χτυπήματα που δίνονται σ’ αυτό, μπήγουν καρφιά στο καπάκι της νεκρόκασας του πολιτικού κόμματος, που αποφάσισε έναν τέτοιο τυχοδιωκτισμό!“. Γενική αγανάχτηση.

Παίρνει το λόγο ο Γκαρά (4). “Ενώ εδώ γίνεται πρόταση για τον ειρηνικό διακανονισμό της σύρραξης, στους δρόμους γίνεται μάχη… Οι εσέροι και οι μενσεβίκοι θεωρούν αναγκαίο να διαχωρίσουν τις ευθύνες τους απ’ όλα όσα γίνονται εδώ, και καλούν όλες τις κοινωνικές δυνάμεις ν’ αντισταθούν στις απόπειρες κατάληψης της εξουσίας…“.

Ο τρουντοβίκος Κούτσιν, αντιπρόσωπος της 12ης Στρατιάς: “Εμένα μ’ έστειλαν εδώ μόνο για κατατόπιση. Θα γυρίσω αμέσως στο μέτωπο, όπου όλες οι στρατιωτικές επιτροπές πιστεύουν απόλυτα ότι η κατάληψη της εξουσίας από τα Σοβιέτ, τρεις βδομάδες πριν την έναρξη της Συντακτικής Συνέλευσης, είναι μαχαίρι στην πλάτη του στρατού και έγκλημα απέναντι στο λαό!“. Μανιασμένες φωνές: “Ψέμα! Ψεύδεστε!“.

Η φωνή του ομιλητή ακούστηκε πάλι: “Είναι ανάγκη να τελειώσουμε μ’ αυτό τον τυχοδιωκτισμό της Πετρούπολης! Στο όνομα της σωτηρίας της πατρίδας και της επανάστασης καλώ όλους τους αντιπροσώπους να εγκαταλείψουν την αίθουσα!“. Αποσύρθηκε από το βήμα. Ουρλιαχτά αγανάχτησης. Πολλοί με απειλητικές διαθέσεις σηκώνονται να τον βρουν…

Μιλάει ο Χιντσούκ, ένας αξιωματικός με κόκκινο μυτερό γένι, με μαλακή και πειστική ομιλία: “Μιλώ από μέρους των αντιπροσώπων του μετώπου. Ο στρατός δεν αντιπροσωπεύεται αρκετά σ’ αυτό το συνέδριο κι εκτός από αυτού, δε θεωρεί απαραίτητο το συνέδριο των Σοβιέτ αυτή τη στιγμή, δηλαδή τρεις βδομάδες πριν την έναρξη της Συντακτικής Συνέλευσης…“. Αποδοκιμασίες που όλο μεγαλώνουν και ποδοκροτήματα. “Ο στρατός θεωρεί, ότι το συνέδριο των Σοβιέτ δεν έχει την απαραίτητη εξουσία…“. Οι στρατιώτες που βρίσκονταν στην αίθουσα πήδηξαν από τη θέση τους.

Από ποιανού μέρος μιλάτε: Ποιον εκπροσωπείτε;” φώναξαν.

Την κεντρική εκτελεστική επιτροπή της 5ης Στρατιάς, το δεύτερο σύνταγμα του τομέα Φ., το πρώτο σύνταγμα του τομέα Ν., το 3ο σύνταγμα πεζικού του τομέα Σ…“.

Πότε σας εξέλεξαν; Εσείς δεν αντιπροσωπεύετε τους στρατιώτες, αλλά τους αξιωματικούς! Κι οι στρατιώτες τι λένε;“.

Συνεχίστηκαν οι φωνές διαμαρτυρίας.

Εμείς, η ομάδα του μετώπου δεν παίρνουμε καμιά ευθύνη γι’ αυτό που γίνεται τώρα και που θα γίνει αργότερα και θεωρούμε αναγκαίο να επιστρατεύσουμε όλες τις συνειδητές επαναστατικές δυνάμεις για τη σωτηρία της επανάστασης!

Η ομάδα του μετώπου εγκαταλείπει το συνέδριο… Η θέση για μάχη είναι στους δρόμους“.

Δυνατή φωνή: “Εσείς μιλάτε από μέρους του επιτελείου κι όχι από μέρους του στρατού“.

“Καλώ όλους τους στρατιώτες που σκέφτονται σωστά να εγκαταλείψουν το συνέδριο!”.

“Κορνιλοφικέ! Αντεπαναστάτη! Προβοκάτορα!” ακούστηκε από την αίθουσα.

Κατόπιν (5) ο Χιντσούκ από μέρους των μενσεβίκων δηλώνει: “Η μοναδική δυνατότητα για ειρηνική διέξοδο είναι ν’ αρχίσει το συνέδριο διαπραγματεύσεις με την προσωρινή κυβέρνηση για το σχηματισμό καινούριας κυβέρνησης, που θα  στηρίζεται σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας“. Για μερικά λεπτά ένας φοβερός θόρυβος δεν τον άφηνε να μιλήσει.

Δυναμώνοντας τη φωνή του και τσιρίζοντας διάβασε τη διακήρυξη των μενσεβίκων.

Μια και οι μπολσεβίκοι οργάνωσαν στρατιωτική συνωμοσία, στηριζόμενοι στο Σοβιέτ της Πετρούπολης και δε συμβουλεύτηκαν τις άλλες παρατάξεις και κόμματα, δε θεωρούμε σκόπιμο να παραμείνουμε στο συνέδριο και γι’ αυτό το εγκαταλείπουμε, καλώντας όλες τις άλλες ομάδες και κόμματα να μας ακολουθήσουν και να συγκεντρωθούμε για να συζητήσουμε την κατάσταση που δημιουργήθηκε“.

Λιποτάχτες!“.

Ο Χέντελμαν, που διακοπτόταν κάθε λεπτό από γενικό θόρυβο και φωνές, με φωνή που μόλις ακουγόταν διαμαρτύρεται από μέρους των σοσιαλιστών – επαναστατών ενάντια στο βομβαρδισμό των Χειμερινών Ανακτόρων. “Εμείς δεν αναγνωρίζουμε τέτοιου είδους αναρχία...”.

Δεν πρόφτασε να τελειώσει και στο βήμα ανεβαίνει ένας νεαρός στρατιώτης, με ισχνό πρόσωπο και με ζωηρά μάτια. Με μια δραματική χειρονομία σήκωσε το χέρι:

Σύντροφοι!” φώναξε και επικράτησε ησυχία. “Ονομάζομαι Πέτερσον. Μιλώ από μέρους του δεύτερου λιθουανικού συντάγματος πεζικού. Ακούσατε τη δήλωση των δύο εκπροσώπων στρατιωτικών επιτροπών. Κι αυτές οι δηλώσεις θα είχαν κάποια αξία αν αυτοί που τις κάνουν ήταν πραγματικοί εκπρόσωποι του στρατού…“. (Θυελλώδη χειροκροτήματα)

Αυτοί δεν εκπροσωπούν τους στρατιώτες…”. Ο ομιλητής κουνάει τη γροθιά. “Η 12η Στρατιά από καιρό βάζει ζήτημα επανεκλογής του Σοβιέτ και της Ισκολός (3), όμως η δική μας επιτροπή, ακριβώς όπως και η δική σας ΚΕΕ, αρνήθηκε να συγκαλέσει τους αντιπροσώπους των στρατιωτών μέχρι τα τέλη (τα μέσα) του Σεπτέμβρη, για να μπορέσουν οι αντιδραστικοί να στείλουν στο σημερινό συνέδριο τους δικούς ψευτοαντιπροσώπους. Κι εγώ σας λέω πως τα λιθουανικά συντάγματα επανειλημμένα δήλωσαν: “Ούτε μια απόφαση πια! Φτάνουν τα λόγια: Χρειάζονται έργα. Πρέπει να πάρουμε την εξουσία στα χέρια μας!” Ας φύγουν αυτοί οι αυτοαποκαλούμενοι αντιπρόσωποι! Ο στρατός δεν είναι μ’ αυτούς!“.

Η αίθουσα τραντάχτηκε από θυελλώδη χειροκροτήματα. Στα πρώτα λεπτά της συνεδρίασης, οι αντιπρόσωποι, ζαλισμένοι από τη θύελλα των γεγονότων, ξεκουφαμένοι από το κανονίδι, ταλαντεύονταν. Μια ολόκληρη ώρα από τούτο το βήμα πέφταν απάνω τους το ένα μετά το άλλο τα σφυροκοπήματα, τους έσμιγαν σε μια ενιαία μάζα και ταυτόχρονα τους πίεζαν. Μήπως μείνουν απομονωμένοι. Δε θα ξεσηκωθεί άραγε ενάντιά τους η Ρωσία; Είναι σωστό άραγε, πως ενάντια στην Πετρούπολη έρχονται στρατεύματα;

Μόλις όμως μίλησε αυτός ο γαλανομάτης νεαρός στρατιώτης, αμέσως κατάλαβαν όλοι ότι μέσα στα λόγια του, που έλαμψαν σαν αστραπή, κρυβόταν η αλήθεια… Η φωνή του ήταν η φωνή των στρατιωτών, των εκατομμυρίων εργατών και αγροτών που ήταν ντυμένοι στο χακί, που ήταν συνεπαρμένοι από τον ίδιο παροξυσμό, από τις ίδιες ιδέες και αισθήματα, όπως κι αυτοί οι ίδιοι οι αντιπρόσωποι…

Στο βήμα ανέβηκαν πάλι στρατιώτες… Ο Γκζελσάκ δηλώνει από μέρους των αντιπροσώπων του μετώπου, πως το ζήτημα της αποχώρησης από το συνέδριο αποφασίστηκε μόνο από μια πολύ ασήμαντη πλειοψηφία και μάλιστα οι μπολσεβίκοι αντιπρόσωποι δεν πήραν μέρος στην ψηφοφορία, θεωρώντας, ότι η απόφαση πρέπει να παρθεί κατά παρατάξεις και όχι κατά ομάδες. “Εκατοντάδες αντιπρόσωποι από το μέτωπο”, είπε, “εκλέχτηκαν χωρίς τη συμμετοχή των στρατιωτών, γιατί οι στρατιωτικές επιτροπές έπαψαν από πολύν καιρό να είναι πια οι πραγματικοί εκπρόσωποι της μάζας των απλών στρατιωτών…“. Ο Λουκιάνοφ φωνάζει, πως οι αξιωματικοί του είδους Χαράς ή Χιντσούκ δεν εκπροσωπούν στο συνέδριο τους στρατιώτες, αλλά την ανώτερη διοίκηση. “Αυτοί που ζουν στα χαρακώματα περιμένουν με ανυπομονησία τη μεταβίβαση της εξουσίας στα χέρια των Σοβιέτ“. Οι διαθέσεις άρχισαν να αλλάζουν…

Κατόπιν από μέρους του Μπουντ (του εβραϊκού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος) μίλησε ο Αμπράμοβιτς. Ετρεμε από οργή, τα μάτια του έλαμπαν κάτω από τα χοντρά γυαλιά (6):

Τα γεγονότα που διαδραματίζονται αυτή τη στιγμή στην Πετρούπολη είναι μεγάλο ατύχημα! Η ομάδα του Μπουντ προσχώρησε στη διακήρυξη των μενσεβίκων και των σοσιαλιστών – επαναστατών και εγκαταλείπει το συνέδριο!“.

Δυνάμωσε τη φωνή και σήκωσε το χέρι: “Το καθήκον μας απέναντι στο ρωσικό προλεταριάτο δε μας επιτρέπει να παραμείνουμε εδώ και να πάρουμε πάνω μας την ευθύνη γι’ αυτό το έγκλημα. Επειδή ο κανονιοβολισμός των Χειμερινών Ανακτόρων δε σταματάει, το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης, μαζί με τους μενσεβίκους, τους εσέρους και την Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ των αγροτών αποφάσισε να χαθεί μαζί με την προσωρινή κυβέρνηση. Εμείς προσχωρούμε σ’ αυτούς!

Αοπλοι, ανοίγουμε τα στήθη μας στα πολυβόλα των τρομοκρατών… Καλούμε όλους τους αντιπροσώπους του συνεδρίου…“.

Το υπόλοιπο της ομιλίας πνίγηκε μέσα σε θύελλα από κραυγές, απειλές και κατάρες που μοιάζανε σαν υποχθόνιος κρότος, καθώς πενήντα αντιπρόσωποι σηκώθηκαν από τις θέσεις τους κι άρχισαν να τραβούν προς την έξοδο.

Ο Κάμενεφ, φώναζε χτυπώντας το κουδούνι του προεδρείου: “Καθίστε στις θέσεις σας! Θα περάσουμε στην ημερήσια διάταξη!“. Ο Τρότσκι σηκώθηκε από τη θέση του. Το πρόσωπό του ήταν χλομό και σκληρό. Στη δυνατή φωνή του κυριαρχούσε μια παγερή περιφρόνηση. “Ολοι οι λεγόμενοι σοσιαλσυμβιβαστές, όλοι αυτοί οι κατατρομαγμένοι μενσεβίκοι, εσέροι κι οι μπουντιστές ας φύγουν! Ολοι αυτοί είναι απλώς σκουπίδια που θα μπουν στο καλάθι των αχρήστων της ιστορίας!..“.

Ο Ριαζάνοφ ανακοίνωσε από μέρους των μπολσεβίκων ότι η Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή, ύστερα από παράκληση του Δημοτικού Συμβουλίου της πόλης έστειλε αντιπροσωπεία για διαπραγματεύσεις με τα Χειμερινά Ανάκτορα. “Ετσι, λοιπόν, εμείς κάνουμε το καθετί για ν’ αποφύγουμε την αιματοχυσία…“.

Ηταν καιρός πια να φύγουμε από δω. Καθυστερήσαμε για ένα λεπτό στο δωμάτιο, όπου δούλευε πυρετώδικα η Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή, δεχόταν και ξεπροβόδιζε τους λαχανιασμένους συνδέσμους, ξαπόστελνε προς όλα τα σημεία της πόλης κομισάριους εξουσιοδοτημένους με δικαίωμα ζωής και θανάτου. Τα τηλέφωνα βούιζαν αδιάκοπα.

Οταν άνοιξε η πόρτα, μας χτύπησε ένας αποπνιχτικός αέρας γεμάτος καπνό κι είδαμε αναμαλλιασμένους ανθρώπους, σκυμμένους πάνω στο χάρτη που λουζόταν με το κατακάθαρο φως μιας ηλεκτρικής λάμπας με αμπαζούρ…

Ο σύντροφος Γιοζέφοφ – Ντουχβίνσκι, ένας καλόκαρδος νέος με ολόκληρη θημωνιά από χρυσοκίτρινα μαλλιά μας έδωσε τις άδειες. Βγήκαμε μέσα στην κρύα νύχτα. Μπροστά στο Σμόλνι ήταν συγκεντρωμένα πάρα πολλά αυτοκίνητα, που άλλα σταματούσαν κι άλλα έφευγαν. Μέσα από το θόρυβό τους ξεχώριζαν τα υπόκωφα βουητά των μακρινών κανονιοβολισμών. Ενα τεράστιο φορτηγό τρανταζόταν ολόκληρο από το δούλεμα της μηχανής. Μερικοί άνθρωποι φόρτωναν πάνω σ’ αυτό δέματα προκηρύξεων, ενώ άλλοι τα έπαιρναν και τα ταχτοποιούσαν, κρατώντας στο χέρι τα ντουφέκια.

Πού πηγαίνετε;” τους ρώτησα.

Σ’ όλη την πόλη!” μου απάντησε χαμογελώντας ένας μικρός εργάτης κι έκανε μια ενθουσιώδη κίνηση με το χέρι.

Τους δείξαμε τα πιστοποιητικά μας. “Ελάτε μαζί μας!” μας προσκάλεσαν. “Μπορεί όμως να μας πυροβολήσουν κιόλας...”.

Σκαρφαλώσαμε στο φορτηγό. Μ’ ένα διαπεραστικό τρίξιμο του μοχλού σύνδεσης, η τεράστια μηχανή κινήθηκε προς τα μπρος κι όλοι πέσαμε προς τα πίσω, πατώντας τους ανθρώπους που σκαρφάλωναν ακόμα στο φορτηγό μας. Το αυτοκίνητο τρέχοντας δίπλα από τις φωτιές, που ήταν αναμμένες στην εσωτερική και εξωτερική πόρτα και φώτιζαν με την κόκκινη ανταύγεια τους, τους μαζεμένους γύρω τους εργάτες, πηδώντας και ταλαντευόμενο δεξιά – αριστερά, τράβηξε για τη λεωφόρο Σουβόροφ. Ενας από τους συνεπιβάτες μας ξέσχισε το περιτύλιγμα ενός δέματος κι άρχισε να σκορπίζει στον αέρα κάτι προκηρύξεις. Τον βοηθήσαμε κι εμείς.

Ετσι τρέχαμε μέσα στους σκοτεινούς δρόμους, αφήνοντας ολόκληρη ουρά από άσπρα χαρτιά που πετούσαν. Οι αργοπορημένοι διαβάτες σταματούσαν και τα μάζευαν. Στα σταυροδρόμια οι περιπολίες άφηναν τις φωτιές και, σηκώνοντας τα χέρια, έπιαναν τις προκηρύξεις. Κάπου – κάπου μας σταματούσαν οπλισμένοι άνθρωποι. Πρότειναν τα όπλα και φώναζαν: “Στάσου“. Ο σοφέρ μας, όμως, πετούσε μερικές ακατάληπτες λέξεις και τραβούσαμε πιο πέρα.

Πήρα μια από τις εκκλήσεις και στο φως που σκορπούσαν τα αριά φανάρια των δρόμων, κατόρθωσα να τη διαβάσω όπως – όπως:

Προς τους πολίτες της Ρωσίας!

Η προσωρινή κυβέρνηση ανατράπηκε. Η κρατική εξουσία πέρασε στα χέρια του οργάνου του Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών της Πετρούπολης, της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής, που βρίσκεται επικεφαλής του προλεταριάτου και της φρουράς της Πετρούπολης.

Η υπόθεση για την οποία αγωνιζόταν ο λαός: άμεση πρόταση δημοκρατικής ειρήνης, κατάργηση της τσιφλικάδικης ιδιοκτησίας στη γη, εργατικός έλεγχος στην παραγωγή, δημιουργία σοβιετικής κυβέρνησης – είναι εξασφαλισμένη!

Ζήτω η επανάσταση των εργατών, των στρατιωτών και των αγροτών!

Η Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή

του Σοβιέτ της Πετρούπολης

των εργατών και στρατιωτών βουλευτών“.

Ο γείτονάς μου, ένας αλλήθωρος, με μογγολική φάτσα, με καυκασιανό καλπάκι από τραγίσια γούνα, ψιθύρισε:

Προσέξτε! Οι προβοκάτορες πάντα πυροβολούν από τα παράθυρα!..”. Στρίψαμε στη σκοτεινή και σχεδόν έρημη πλατεία Ζναμιόνσκαγια, παρακάμψαμε το ανόητο άγαλμα που έφτιαξε ο Τρουμπέτσκι (7) και τραβήξαμε προς την πλατιά λεωφόρο Νέβσκι. Τρεις από μας στέκονταν με τα όπλα έτοιμα, κοιτώντας προς τα παράθυρα. Ο δρόμος είχε μεγάλη κίνηση. Μάζες λαού έτρεχαν σκυφτά προς διάφορες κατευθύνσεις. Κανόνια δεν ακούγαμε πια, κι όσο πλησιάζαμε προς τα Χειμερινά Ανάκτορα, τόσο πιο ήσυχοι κι έρημοι ήταν οι δρόμοι. Τα παράθυρα του Δημαρχείου έλαμπαν όλα. Πιο πέρα διακρινόταν πυκνή μάζα λαού και μια αλυσίδα από ναύτες που φώναζαν άγρια να σταματήσουμε. Η μηχανή έκοψε ταχύτητα και κατεβήκαμε στη γέφυρα.

Ηταν ένα υπέροχο θέαμα. Εκείνη τη στιγμή στη γωνία του καναλιού της Αικατερίνης, κάτω από τα φανάρια των δρόμων, μια αλυσίδα από ένοπλους ναύτες έζωνε τη λεωφόρο Νέβσκι, φράζοντας το δρόμο σε ένα πλήθος ανθρώπων, που συντάσσονταν κατά τετράδες.

Ηταν τριακόσιοι – τετρακόσιοι άνθρωποι: Αντρες με ωραία παλτά, κομψά ντυμένες γυναίκες, αξιωματικοί, το πιο παρδαλό κοινό. Ανάμεσά τους αναγνωρίσαμε πολλούς αντιπροσώπους του συνεδρίου, αρχηγούς των μενσεβίκων και των εσέρων.

Εδώ ήταν και ο ισχνός κοκκινογένης πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής των Σοβιέτ των αγροτών Αυξέντιεφ κι ο οπαδός του Κερένσκι Σορόκιν κι ο Χιντσούκ κι ο Αμπράμοβιτς και – μπροστά από όλους – ο ασπρογένης δήμαρχος της Πετρούπολης, ο γερο – Σρέιντερ κι ο υπουργός Επισιτισμού της προσωρινής κυβέρνησης Προκοπόβιτς, που είχε συλληφθεί το ίδιο πρωί και αφέθηκε πια ελεύθερος. Είδα και το ρεπόρτερ της εφημερίδας “Russian  Daily News” (8) Μάλκιν. “Πάμε να πεθάνουμε στα Χειμερινά Ανάκτορα“, φώναξε ενθουσιώδικα. Η φάλαγγα στεκόταν ακίνητη, όμως από τις μπροστινές γραμμές της ακούγονταν δυνατές κραυγές. Ο Σρέιντερ κι ο Προκοπόβιτς λογομαχούσαν με ένα μεγαλόσωμο ναύτη που, όπως φαίνεται, ήταν ο διοικητής του τμήματος.

Απαιτούμε να μας αφήσετε να περάσουμε!“, φώναζαν. “Να, αυτοί οι σύντροφοι ήρθαν από το συνέδριο των Σοβιέτ.Δέστε τα πληρεξούσιά τους! Πηγαίνουμε στα Χειμερινά Ανάκτορα!...”.

Ο ναύτης βρέθηκε σε αμηχανία. Κατσουφιασμένα έξυνε με τη χερούκλα του το σβέρκο. “Εχω διαταγή από την επιτροπή, να μην αφήσω κανέναν να περάσει προς τα ανάκτορα“, μουρμούρισε. “Ωστόσο, θα στείλω ένα σύντροφο να τηλεφωνήσει στο Σμόλνι...”.

Εμείς επιμένουμε. Αφήστε μας! Δεν έχουμε όπλα! Μας αφήσετε – δε μας αφήσετε, θα πάμε οπωσδήποτε“, τσίριζε ταραγμένα ο γερο – Σρέιντερ.

Εγώ έχω διαταγή...”, επέμενε σκυθρωπά ο ναύτης.

Πυροβολήστε, αν θέλετε! Εμείς θα πάμε! Εμπρός!“, ακούστηκε απ’ όλες τις μεριές. “Αν είστε τόσο άκαρδοι για να πυροβολήσετε σε Ρώσους και σε συντρόφους, τότε είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε! Ανοίγουμε τα στήθια μας μπροστά στα πολυβόλα σας!“.

Οχι“, είπε ο ναύτης πεισματάρικα. “Δεν μπορώ να σας αφήσω“.

Και τι θα κάνετε, αν πάμε; Θα πυροβολήσετε;“.

Οχι, δεν πρόκειται να πυροβολήσω σε άοπλους. Δεν μπορούμε να πυροβολήσουμε σε άοπλους Ρώσους...”.

Εμείς πηγαίνουμε! Τι μπορείτε να κάνετε;“.

Κάτι μπορεί να κάνουμε“, απάντησε ο ναύτης, που βρέθηκε σε αδιέξοδο. “Δεν μπορούμε να σας αφήσουμε. Κάτι μπορεί να κάνουμε…“.

Τι θα κάνετε; Τι θα κάνετε;“.

Εδώ επενέβη ένας άλλος ναύτης, πολύ νευριασμένος. “Θα σας αρχίσουμε με τους υποκόπανους!“, φώναξε αποφασιστικά.

Κι αν χρειασθεί θα πυροβολήσουμε. Αντε στα σπίτια σας κι αφήστε μας ήσυχους!“.

Ξέσπασαν άγρια ουρλιαχτά οργής και αγανάχτησης. Ο Προκοπόβιτς ανέβηκε σε κάποια κάσα και κουνώντας την ομπρέλα, άρχισε να βγάζει λόγο:

Σύντροφοι και πολίτες!“, είπε. “Χρησιμοποιούν ενάντιά μας σκληρή βία! Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε να λερωθούν από το αθώο μας αίμα τα χέρια αυτών των σκοτεινών ανθρώπων! Δεν ταιριάζει στην αξιοπρέπειά μας να μας πυροβολήσουν αυτοί οι κλειδούχοι. (Τι εννοούσε αυτός με τη λέξη “κλειδούχος” δεν κατάλαβα). Θα γυρίσουμε στη Δημαρχία και θα καταπιαστούμε με τη συζήτηση των πιο κατάλληλων τρόπων σωτηρίας της χώρας και της επανάστασης!“.

Υστερα απ’ αυτό, το πλήθος γύρισε σιωπηλά και κινήθηκε προς τα πάνω, προς τη λεωφόρο Νέβσκι, πάλι κατά τετράδες.

Εκμεταλλευτήκαμε τη σύγχυση, γλιστρήσαμε δίπλα από την αλυσίδα των ναυτών και κατευθυνθήκαμε προς τα Χειμερινά Ανάκτορα.

Εδώ ήταν εντελώς σκοτάδι. Καμιά κίνηση. Συναντούσαμε μόνο περιπολίες στρατιωτών και κοκκινοφρουρών που βρίσκονταν σε υπερβολική ένταση. Απέναντι από τον καθεδρικό ναό του Καζάν, στη μέση του δρόμου, ήταν ένα πεδινό πυροβόλο των τριών δαχτύλων, γυρισμένο λίγο στο πλευρό από την τελευταία βολή, που έκανε πάνω από τις στέγες των σπιτιών.

Σ’ όλες τις πόρτες στέκονταν στρατιώτες. Κουβέντιαζαν ψιθυριστά, κοιτάζοντας πότε – πότε προς τη μεριά της γέφυρας της Αστυνομίας. Ξεχώρισα τις λέξεις: “Μπορεί να κάνουν λάθος…“. Σ’ όλες τις γωνιές τα περίπολα σταματούσαν τους διαβάτες. Χαρακτηριστική ήταν η σύνθεση αυτών των περιπόλων: Τους στρατιώτες παντού τους διοικούσαν κοκκινοφρουροί…

Τα πυρά σταμάτησαν. Τη στιγμή που βγαίναμε στη λεωφόρο Μορσκάγια, κάποιος φώναξε: “Οι ευέλπιδες στείλαν να μας πουν πως περιμένουν να πάμε για να τους διώξουμε!“. Ακούστηκαν οι λέξεις της διαταγής και στο βαθύ σκοτάδι είδαμε τη σκοτεινή μάζα που κινούνταν μπροστά σιωπηλά. Ακούγονταν μόνο ο θόρυβος των βημάτων τους κι οι χτύποι των όπλων. Χωθήκαμε στις πρώτες γραμμές.

Σαν ένα μαύρο ποτάμι που κατακλύζει όλο το δρόμο, χωρίς τραγούδια και κραυγές, περάσαμε κάτω από την κόκκινη αψίδα. Ο άνθρωπος που ήταν μπροστά μου, είπε χαμηλόφωνα: “Προσέξτε σύντροφοι! Μην τους πιστεύετε! Ασφαλώς θ’ αρχίσουν να πυροβολούν…“. Βγαίνοντας στην πλατεία, τρέχαμε, σκύβοντας χαμηλά και κολλώντας ο ένας δίπλα στον άλλο. Τόσο τρέχαμε, που παραλίγο να πέφταμε στο βάθρο της κολόνας του Αλέξανδρου.

Σκοτώθηκαν πολλοί δικοί σας;“, ρώτησα.

Δεν ξέρω, ίσως καμιά δεκαριά...”.

Σταματώντας εδώ μερικά λεπτά, το τμήμα, που αποτελούνταν από μερικές εκατοντάδες ανθρώπους, πήρε θάρρος κι, άξαφνα, χωρίς καμιά διαταγή, κινήθηκε πάλι προς τα μπρος. Αυτή τη στιγμή, κάτω από το δυνατό φως που ξεχυνόταν απ’ όλα τα παράθυρα των Χειμερινών Ανακτόρων, παρατήρησα πως οι πρώτοι διακόσιοι – τριακόσιοι άνθρωποι ήταν όλοι κοκκινοφρουροί. Ανάμεσά τους, οι στρατιώτες ήταν ελάχιστοι. Καβαλήσαμε τα οδοφράγματα που ήταν φτιαγμένα από ξύλα και, πηδώντας κάτω, ξεσπάσαμε σ’ ενθουσιώδη επιφωνήματα: Κάτω από τα πόδια μας ήταν σωροί τα ντουφέκια που  τα είχαν πετάξει οι ευέλπιδες. Οι πόρτες κι από τις δυο πλευρές των κεντρικών εισόδων ήταν διάπλατα ανοιχτές. Από κει ερχόταν το φως. Από το πελώριο όμως μέγαρο, δεν ακουγόταν ούτε ψίθυρος.

Παρασυρμένοι από το ορμητικό ανθρώπινο κύμα, ορμήσαμε στα ανάκτορα από τη δεξιά είσοδο, που οδηγούσε σ’ ένα μεγάλο και άδειο θολωτό δωμάτιο, στο υπόγειο της ανατολικής πλευράς, απ’ όπου άρχιζε ολόκληρος λαβύρινθος από διαδρόμους και σκάλες. Εδώ υπήρχαν πολλά κιβώτια. Οι κοκκινοφρουροί κι οι στρατιώτες ρίχτηκαν απάνω τους με μανία, τα ‘σπαζαν με τους υποκόπανους κι έσερναν προς τα έξω χαλιά, κουρτίνες, εσώρουχα, πορσελάνινα και γυάλινα σκεύη.

Ενας φορτώθηκε στην πλάτη ένα μπρούτζινο ρολόι. Κάποιος άλλος βρήκε ένα φτερό στρουθοκαμήλου και το έμπηξε στο καπέλο του. Μόλις άρχισε όμως η λεηλασία, κάποιος φώναξε: “Σύντροφοι! Μην πειράζετε τίποτα! Μην παίρνετε τίποτα! Αυτά είναι λαϊκή περιουσία!”. Τον υποστήριξαν αμέσως το λιγότερο είκοσι φωνές: “Στάσου! Γυρίστε τα όλα πίσω. Να μην παρθεί τίποτα! Είναι λαϊκή περιουσία!“.

Δεκάδες χέρια απλώθηκαν προς τους άρπαγες! Τους πήραν πίσω ένα χρυσοϋφαντο ύφασμα και τις μπάντες. Δύο άνθρωποι ξανάφεραν πίσω το μπρούντζινο ρολόι. Τα πράγματα τοποθετήθηκαν ξανά βιαστικά, όπως – όπως, στα κιβώτια και πλάι τους μπήκαν εθελοντικά σκοποί. Ολ’ αυτά έγιναν εντελώς αυθόρμητα. Στους διαδρόμους και στις σκάλες ακούγονταν όλο και πιο βαθιά οι αδυνατισμένες από την απόσταση κραυγές:

Επαναστατική πειθαρχία. Λαϊκή περιουσία!“.

Πήγαμε προς την αριστερή είσοδο, δηλαδή προς τη δυτική πλευρά των ανακτόρων. Κι εδώ είχε αποκατασταθεί η τάξη.

Να αδειάσουν τα ανάκτορα!” φώναζαν οι κοκκινοφρουροί, ανεβαίνοντας από τις εσωτερικές πόρτες. “Πάμε, σύντροφοι, ας μάθουν όλοι ότι δεν είμαστε κλέφτες και ληστές! Ολοι έξω από το μέγαρο, εκτός από τους κομισάριους! Να μπουν παντού σκοποί!..”.

Δύο κοκκινοφρουροί, ένας μαχητής κι ένας αξιωματικός – στέκονταν με τα πιστόλια στα χέρια. Πίσω τους, σ’ ένα τραπέζι καθόταν άλλος μαχητής, που κρατούσε πένα και χαρτί. Από παντού ακούγονταν κραυγές: “Ολοι έξω!”. Κι όλος ο στρατός άρχισε να βγαίνει από τις πόρτες, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον, παραπονούμενοι και λογομαχώντας.

 Η αυτοεκλεγμένη επιτροπή σταματούσε τον καθένα που ‘βγαινε, αναποδογύριζε τις τσέπες του, ψαχούλευε τα ρούχα του. Κάθε πράγμα που ήταν φανερό ότι δεν ανήκε σ’ αυτόν που ερευνούσαν, κατασχόταν κι ένας στρατιώτης που καθόταν στο τραπέζι, κατέγραφε τα κατασχεμένα πράγματα, ενώ άλλοι τα μετάφερναν στο γειτονικό δωμάτιο. Εδώ ήταν κατασχεμένα κάθε λογής αντικείμενα: αγαλματάκια, κηροπήγια, μινιατούρες ζωγραφισμένες με λαδομπογιές, μελανοδοχεία, ξίφη με χρυσές λαβές, κομμάτια σαπούνι, κάθε λογής φορέματα, κουβέρτες.

 Ενας κοκκινοφρουρός έφερε τρία τουφέκια και δήλωσε ότι τα δύο απ’ αυτά τα πήρε από τους ευέλπιδες. Ενας άλλος έφερε τέσσερις τσάντες γεμάτες με ντοκουμέντα. Οι φταίχτες, είτε σώπαιναν στενοχωρημένοι, είτε δικαιολογούνταν σαν παιδιά. Τα μέλη της επιτροπής εξηγούσαν πως η κλεψιά δεν αρμόζει στους λαϊκούς αγωνιστές. Πολλοί από τους κατηγορούμενους βοηθούσαν κι οι ίδιοι στην έρευνα των υπόλοιπων συντρόφων.

Αρχισαν να παρουσιάζονται ευέλπιδες κατά ομαδούλες, ανά τρεις, ανά τέσσερις. Η επιτροπή ρίχτηκε πάνω τους με ιδιαίτερο ζήλο, συνοδεύοντας την έρευνα με επιφωνήματα: “Προβοκάτορες! Κορνιλοφικοί! Αντεπαναστάτες! Δήμιοι του λαού!“. Αν και δεν τους κακοποίησαν καθόλου, οι ευέλπιδες φαίνονταν πολύ φοβισμένοι. Οι τσέπες τους ήταν γεμάτες από κλεμμένα πράγματα. Η επιτροπή κατέγραφε με επιμέλεια όλα αυτά τα πράγματα και τα έστελνε στο διπλανό δωμάτιο… Τους ευέλπιδες τους αφόπλισαν. “Λοιπόν, θα σηκώσετε ξανά τα όπλα ενάντια στο λαό;” τους ρωτούσαν φωναχτά.

Οχι!” απαντούσαν οι ευέλπιδες ο ένας μετά τον άλλο. Υστερ’ απ’ αυτό τους άφηναν ελεύθερους.

Ρωτήσαμε αν μπορούμε να πάμε στα εσωτερικά δωμάτια. Η επιτροπή ταλαντεύτηκε, κάποιος όμως κοκκινοφρουρός με επιβλητικό παρουσιαστικό δήλωσε πως αυτό απαγορεύεται. “Και δε μας λέτε, ποιοι είστε σεις;” είπε. “Απ’ ό,τι καταλαβαίνω δεν είστε με τον Κερένσκι“. (Ημασταν πέντε άτομα, απ’ τα οποία δύο γυναίκες).

Παρακαλώ, σύντροφοι! Ανοίξτε δρόμο, σύντροφοι!“. Στις πόρτες εμφανίστηκαν ένας στρατιώτης κι ένας κοκκινοφρουρός που απομάκρυναν το πλήθος κι άνοιγαν δρόμο κι ακολουθούσαν ακόμα μερικοί εργάτες με εφ’ όπλου λόγχη. Πίσω τους πήγαινε συνταγμένη μισή ντουζίνα ανθρώπων με πολιτικά. Ηταν τα μέλη της προσωρινής κυβέρνησης. Μπροστά ήταν ο Κίσκιν, χλομός, με τραβηγμένο πρόσωπο, πιο πέρα ο Ρούντεμπεργκ, που κοιτούσε μελαγχολικά τα πόδια του, ο Τερεσένκο, που κοιτούσε νευριασμένα προς όλες τις κατευθύνσεις. Το κρύο βλέμμα του σταμάτησε στην ομάδα μας…

Περνούσαν σιωπηλοί. Οι νικητές συνωστίζονταν να τους δουν, οι κραυγές όμως αγανάχτησης ήταν πολύ λίγες. Αργότερα μάθαμε πως στο δρόμο ο λαός ήθελε να τους λιντσάρει και ότι μάλιστα τους πυροβόλησαν, αλλά οι στρατιώτες τους οδήγησαν σώους στο φρούριο του Πετροπάβλοφσκ…

Στο μεταξύ περάσαμε ανεμπόδιστα στο εσωτερικό των ανακτόρων. Πολλοί έμπαιναν κι έβγαιναν, ερευνώντας όλο και νέα δωμάτια του τεράστιου κτιρίου, ζητώντας κρυμμένους ευέλπιδες, που στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν. Ανεβήκαμε από τη σκάλα στο απάνω πάτωμα κι αρχίσαμε να γυρίζουμε από δωμάτιο σε δωμάτιο.

 Αυτό το τμήμα των ανακτόρων είχε καταληφθεί από άλλο τάγμα, που επιτέθηκε από την πλευρά του Νέβα. Οι πίνακες, τα αγάλματα, οι κουρτίνες και τα χαλιά των τεράστιων επίσημων διαμερισμάτων ήταν απείραχτα. Αντίθετα, στα διαμερίσματα των υπηρεσιών όλα τα τραπέζια και τα γραφεία είχαν αναποδογυριστεί και στο πάτωμα ήταν σκορπισμένα χαρτιά. Τα υπνοδωμάτια είχαν ερευνηθεί. Τα κλινοσκεπάσματα ήταν σχισμένα κι οι ντουλάπες ορθάνοιχτες. Το πιο πολύτιμο λάφυρο ήταν τα ρούχα από τα οποία είχε τόση ανάγκη ο εργαζόμενος λαός. Σ’ ένα δωμάτιο, όπου υπήρχαν πολλά έπιπλα, βρήκαμε δύο στρατιώτες  που έσχιζαν από τις πολυθρόνες το ισπανικό δέρμα με το οποίο ήταν ντυμένες. Μας είπαν ότι θέλουν να φκιάξουν απ’ αυτό μπότες…

Οι παλιοί υπηρέτες του παλατιού, με τις μπλε στολές, με τα κόκκινα και χρυσά σιρίτια, έστεκαν εκεί κι επαναλάβαιναν μηχανικά από παλιά συνήθεια: “Εδώ, κύριε, δεν επιτρέπεται… απαγορεύεται…“. Τέλος, φτάσαμε στο πράσινο δωμάτιο, με τη χρυσή γαρνιτούρα και με τις κόκκινες χρυσοϋφαντες κουρτίνες, όπου το τελευταίο εικοσιτετράωρο συνεδρίαζε αδιάκοπα το υπουργικό συμβούλιο.

Στη διάρκεια της επίθεσης οδήγησαν τους κοκκινοφρουρούς στο δωμάτιο αυτό οι ίδιοι οι θυρωροί. Το μακρύ τραπέζι, που ήταν σκεπασμένο με πράσινη τσόχα, παρέμεινε στην ίδια θέση όπως ήταν και πριν τη σύλληψη της κυβέρνησης. Μπροστά στην κάθε αδειανή καρέκλα, πάνω στο τραπέζι, βρίσκονταν μελανοδοχείο, πένα και χαρτί. Σε διάφορα φύλλα χαρτιού ήταν γραμμένα διάφορα σχέδια δράσης, πρόχειρα σχέδια εκκλήσεων και προκηρύξεων. Σχεδόν όλα ήταν σβησμένα, θαρρείς και οι ίδιοι οι συγγραφείς τους είχαν σιγά – σιγά πειστεί ότι όλα αυτά ήταν πια ανώφελα…

 Στα διάκενα ήταν σχεδιασμένα διάφορα άσκοπα γεωμετρικά σχήματα. Φαίνεται πως αυτοί που συνεδρίαζαν τα σχεδίαζαν μηχανικά, ακούγοντας απελπισμένα τους ομιλητές να προτείνουν όλο και καινούρια χιμαιρικά σχέδια. Πήρα για ενθύμιο ένα απ’ αυτά τα φύλλα. Ηταν γραμμένο από τον Κονοβάλοφ. “Η προσωρινή κυβέρνηση – διάβασα – απευθύνεται προς όλες τις τάξεις του πληθυσμού και τους προτείνει να την υποστηρίξουν…“.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι αν και τα Χειμερινά Ανάκτορα ήταν κυκλωμένα, η προσωρινή κυβέρνηση δεν έχασε ούτε λεπτό τη σύνδεση με το μέτωπο και τα επαρχιακά κέντρα. Οι μπολσεβίκοι κατέλαβαν το υπουργείο των Στρατιωτικών από το πρωί, αλλά δεν ήξεραν ότι στη σοφίτα βρίσκεται τηλέγραφος, δεν ήξεραν ακόμη ότι το κτίριο του υπουργείου συνδεόταν με μυστικό αγωγό με τα Χειμερινά Ανάκτορα. Κι όλη τη μέρα καθόταν στη σοφίτα ένας νεαρός αξιωματικός κι έστελνε σ’ όλη τη χώρα ολόκληρο χείμαρρο από εκκλήσεις και προκηρύξεις. Μαθαίνοντας όμως πως έπεσαν τα Χειμερινά Ανάκτορα, φόρεσε το πηλήκιό του και ήσυχα εγκατέλειψε το κτίριο…

Απορροφημένοι από το περιβάλλον δεν προσέξαμε τους στρατιώτες και τους κοκκινοφρουρούς που η συμπεριφορά τους είχε αλλάξει στο μεταξύ περίεργα. Μια μικρή ομάδα μας ακολουθούσε από πολλή ώρα, από δωμάτιο σε δωμάτιο. Τέλος, όταν μπήκαμε στη μεγάλη πινακοθήκη, που την ίδια μέρα συνομιλούσαμε με τους ευέλπιδες, τριγύρω μας μαζεύτηκαν εκατό περίπου άνθρωποι. Μπροστά μας στεκόταν ένας πελώριος στρατιώτης. Το πρόσωπό του ήταν σκοτεινό κι έδειχνε δυσπιστία.

Ποιοι είστε σεις;” φώναξε. “Τι κάνετε εδωπέρα;“. Τριγύρω μας μαζεύονταν όλο και περισσότερα άτομα. Μας κοιτούσαν με διαπεραστικό βλέμμα. Αρχισε η μουρμούρα. Στ’ αφτί μου έφτασε: “Προβοκάτορες!”. “Διαρρήχτες!“. Τους έδειξα τα πιστοποιητικά μας, που τα είχε εκδώσει η Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή. Ο στρατιώτης τ’ άρπαξε, τα γύρισε από την ανάποδη μεριά και τα κοίταζε με ένα ακατανόητο βλέμμα. Ηταν φανερό πως δεν ήξερε να διαβάζει. Αφού τα περιεργάστηκε, μου τα επέστρεψε κι έφτυσε στο πάτωμα. “Χαρτιά“, είπε περιφρονητικά. Το πλήθος άρχισε να περισφίγγει τον κλοιό γύρω μας, όπως τα άγρια άλογα μαζεύονται γύρω στο δαμαστή. Πιο πέρα πήρε το μάτι μου έναν αξιωματικό, που μας κοιτούσε σαστισμένος και τον φώναξα. Εκείνος πλησίασε.

Είμαι κομισάριος“, μου είπε. “Ποιοι είστε, τι τρέχει;“.

Το πλήθος αποτραβήχθηκε και πήρε θέση αναμονής. Εδειξα πάλι τα χαρτιά.

Είστε ξένοι;” ρώτησε γρήγορα ο αξιωματικός στα γαλλικά. “Ασχημη υπόθεση...”. Γύρισε προς το πλήθος και κούνησε στον αέρα τα ντοκουμέντα μας. “Σύντροφοι“, φώναξε, “αυτοί οι άνθρωποι είναι δικοί μας, σύντροφοι του εξωτερικού, Αμερικανοί! Ηρθαν εδώ για να διηγηθούν μετά στους συμπατριώτες τους για τη γενναιότητα και την επαναστατική πειθαρχία του προλεταριακού στρατού...”.

Και πού το ξέρετε σεις;” απάντησε ο ψηλός στρατιώτης. “Σας λέω είναι προβοκάτορες. Λένε πως ήρθαν εδώ να δουν την επαναστατική πειθαρχία του προλεταριακού στρατού κι οι ίδιοι πηγαινοέρχονται σ’ όλο το κτίριο. Από πού ξέρουμε, αν δε γέμισαν κιόλας τις τσέπες με κλεμμένα;“.

Σωστά“, φώναξε το πλήθος, πλησιάζοντάς μας.

Στο μέτωπο του αξιωματικού έτρεχε ιδρώτας. “Σύντροφοι, σύντροφοι!” φώναξε. “Εγώ είμαι κομισάριος της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής. Με πιστεύετε εμένα; Αφού με πιστεύετε σας λέω, πως αυτά τα πληρεξούσια είναι υπογραμμένα από τα ίδια πρόσωπα, που υπόγραψαν και το δικό μου!“.

Μας συνόδεψε μέσα από τα ανάκτορα και μας άνοιξε την πόρτα που έβγαινε στις όχθες του Νέβα. Μπροστά σ’ αυτή την πόρτα βρισκόταν εκείνη η επιτροπή, που ερευνούσε τις τσέπες.

Αντε, φτηνά τη γλιτώσατε“, ψιθύρισε ο κομισάριος σκουπίζοντας το πρόσωπο.

Τι γίνεται με το γυναικείο τάγμα;” τον ρωτήσαμε.

Αχ, αυτές οι γυναίκες!...” και χαμογέλασε. “Ξεχάστηκαν όλες στα πίσω δωμάτια. Μας ήταν δύσκολο ώσπου ν’ αποφασίσουμε τι θα γίνει μ’ αυτές. Τις είχε πιάσει υστερία. Στο τέλος τις στείλαμε στο σταθμό της Φιλανδίας και τις ανεβάσαμε στο τρένο για το Λεβάσεβο. Εκεί θα είναι το στρατόπεδό τους...”.

Βγήκαμε ξανά στην κρύα ανήσυχη νύχτα, που ήταν γεμάτη από το υπόκωφο βουητό των τμημάτων που κινούνταν, ηλεκτρισμένη από τα περίπολα. Πέρα από το ποτάμι, όπου μαυρολογούσε θαμπά ο τεράστιος όγκος του φρουρίου του Πετροπάβλοφσκ, έφταναν βραχνά ξεφωνητά… Το πεζοδρόμιο κάτω από τα πόδια μας ήταν γεμάτο από ασβέστες που ‘χαν  πέσει από τους σουβάδες των ανακτόρων, όπου χτύπησαν δύο οβίδες από την “Αβρόρα”. Ο βομβαρδισμός δεν προξένησε άλλες βλάβες.

Η ώρα ήταν τέσσερις το πρωί. Στη λεωφόρο Νέβσκι ήταν αναμμένα όλα τα φανάρια, είχαν αποσύρει πια το πυροβόλο και το μόνο που έδειχνε τις πολεμικές επιχειρήσεις ήταν οι κοκκινοφρουροί κι οι στρατιώτες που ήταν μαζεμένοι γύρω στις φωτιές. Η πόλη ήταν ήσυχη, ίσως πιο ήσυχη από κάθε άλλη φορά. Αυτή τη νύχτα δεν έγινε ούτε μια λεηλασία, ούτε μια διάρρηξη.

Το κτίριο του Δημαρχείου ήταν κατάφωτο. Μπήκαμε στην αίθουσα Αλεξαντρόφ, που έχει γύρω – γύρω μπαλκόνια και τα πορτρέτα των τσάρων σε βαριές χρυσές κορνίζες καλυμμένες με κόκκινο ύφασμα. Γύρω από το βήμα ήταν μαζεμένοι εκατό περίπου άνθρωποι.

 Μιλούσε ο Σκόμπελεφ. Επέμενε ότι η επιτροπή κοινωνικής ασφάλειας πρέπει να διευρυνθεί και να συνενώσει όλα τα αντιμπολσεβίκικα στοιχεία σε μια οργάνωση: στην επιτροπή σωτηρίας της πατρίδας και της επανάστασης. Βρισκόμασταν ακόμα στην αίθουσα όταν η επιτροπή συγκροτήθηκε. Ηταν η επιτροπή, που κατόπιν έγινε ο πιο δυναμικός αντίπαλος των μπολσεβίκων, δρώντας από την επόμενη βδομάδα, πότε με το δικό της όνομα, πότε με την ιδιότητα της αυστηρά εξωκομματικής επιτροπής κοινωνικής ασφάλειας.

Ηταν εκεί ο Νταν, ο Γκοτς, ο Αυξέντιεφ, μερικοί αντιπρόσωποι που αποχώρησαν από το συνέδριο, μέλη της εκτελεστικής επιτροπής του Σοβιέτ των αγροτών, ο γερο – Προκοπόβιτς καθώς και μέλη του Συμβουλίου της δημοκρατίας, μαζί κι ο Βίναβερ κι άλλοι καντέ. Ο Λίμπερ φώναζε πως το συνέδριο των Σοβιέτ είναι παράνομο, πως η παλιά ΚΕΕ διατηρεί ακόμα την πληρεξουσιότητά της…

Αυτή την ώρα ακριβώς γραφόταν η έκκληση προς τη χώρα.

Βγήκαμε και καλέσαμε έναν αμαξά… “Για πού;“. Οταν είπαμε: “Στο Σμόλνι” ο αμαξάς κούνησε αρνητικά το κεφάλι. “Οχι!” είπε. “Εκεί είναι αυτοί οι διάβολοι...”. Μόνον ύστερα από πολλή και κουραστική περιπλάνηση, μπορέσαμε να βρούμε αμαξά που συμφώνησε να μας μεταφέρει. Ηθελε όμως τριάντα ρούβλια και σταμάτησε δύο τετράγωνα μακριά από το Σμόλνι.

Τα παράθυρα του ινστιτούτου έλαμπαν ακόμα. Ερχονταν κι έφευγαν αυτοκίνητα. Γύρω στις φωτιές, που εξακολουθούσαν να καίνε με δυνατή φλόγα, συνωστίζονταν οι άντρες της φρουράς και με εξαιρετική περιέργεια ρωτούσαν όλους για τα τελευταία νέα. Οι διάδρομοι ήταν γεμάτοι από ανθρώπους με ξαγρυπνισμένα μάτια, που βιάζονταν να πάνε κάπου. Σε μερικά δωμάτια των επιτροπών, οι άνθρωποι κοιμούνταν στο πάτωμα. Δίπλα στον καθένα βρισκόταν το ντουφέκι του.

Παρά την αποχώρηση των αντιπροσώπων που έφυγαν από το συνέδριο, η αίθουσα ήταν γεμάτη από λαό και βούιζε σαν θάλασσα. Οταν μπήκαμε, ο Κάμενεφ διάβαζε τον κατάλογο των υπουργών που πιάστηκαν. Το όνομα του Τερεσένκο καλύφθηκε από θυελλώδη χειροκροτήματα, χαρούμενες κραυγές και γέλια. Ο Ρούντεμπεργκ έκανε μικρότερη εντύπωση, όμως όταν διαβάστηκε το όνομα του Παλτζίνσκι ξέσπασε θύελλα κραυγών και χειροκροτημάτων…

Ανακοινώθηκε πως κομισάριος των Χειμερινών Ανακτόρων διορίστηκε ο Τσουντνόβσκι. Τότε συνέβη ένα πραγματικά δραματικό επεισόδιο. Στο βήμα ανέβηκε τρέχοντας ένας ψηλός αγρότης. Το αξύριστο πρόσωπό του ήταν παραμορφωμένο από οργή. Χτύπησε τη γροθιά στο τραπέζι του προεδρείου:

Εμείς, οι σοσιαλιστές επαναστάτες, επιμένουμε στην άμεση απελευθέρωση των υπουργών – σοσιαλιστών, που πιάστηκαν στα Χειμερινά Ανάκτορα! Σύντροφοι. Ξέρετε ότι τέσσερις από τους συντρόφους μας που θυσίασαν τη ζωή και τη λευτεριά τους στην πάλη με την τσαρική τυραννία, ρίχτηκαν στο φρούριο του Πετροπάβλοφσκ, στον ιστορικό τάφο της ρωσικής ελευθερίας;!“.

Ξεσηκώθηκε γενικό πανδαιμόνιο. Ο αγρότης συνέχιζε να φωνάζει και να χτυπάει τις γροθιές. Στο βήμα ανέβηκε άλλος αντιπρόσωπος, στάθηκε δίπλα του και δείχνοντας με το χέρι προς την πλευρά του προεδρείου φώναξε:

Μπορούν, άραγε, οι αντιπρόσωποι των επαναστατικών μαζών να συνεδριάζουν ήρεμα εδώ, τη στιγμή που η μπολσεβίκικη ασφάλεια βασανίζει τους αρχηγούς της;“.

Ο Τρότσκι ζήτησε με χειρονομίες να γίνει ησυχία. “Πιάσαμε αυτούς τους συντρόφους, τη στιγμή που αυτοί μαζί με τον τυχοδιώκτη Κερένσκι οργάνωναν συνωμοσία με σκοπό να διαλύσουν τα Σοβιέτ. Για ποιο λόγο πρέπει να στενοχωριόμαστε γι’ αυτούς; Μήπως επειδή κράτησαν τους τύπους μαζί μας μετά τις 3-5 του Ιούλη;“.

Στη φωνή του φαίνονταν θριαμβευτικές νότες. “Τώρα, που οι αμυνίτες κι οι λιγόψυχοι έφυγαν και το καθήκον της υπεράσπισης και της σωτηρίας της επανάστασης έπεσε ολοκληρωτικά στις πλάτες μας, είναι μεγαλύτερη ανάγκη να δουλέψουμε, να δουλέψουμε και να δουλέψουμε! Αποφασίσαμε να πεθάνουμε καλύτερα, παρά να παραδοθούμε!..”.

Στο βήμα ανέβηκε λαχανιασμένος, γεμάτος λάσπη από το δρόμο, ο κομισάριος από το Τσάρσκογιε Σελό: “Η φρουρά του Τσάρσκογιε Σελό βρίσκεται στα πρόθυρα της Πετρούπολης, πανέτοιμη να υπερασπίσει το συνέδριο των Σοβιέτ και τη Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή!“. Θύελλα χειροκροτημάτων. “Το σώμα των ποδηλατιστών που στάλθηκε από το μέτωπο, έφτασε στο Τσάρσκογιε Σελό και πέρασε με το μέρος μας. Αναγνωρίζει την εξουσία των Σοβιέτ, αναγνωρίζει την ανάγκη της άμεσης παραχώρησης της γης στους αγρότες και τον έλεγχο στην παραγωγή από τους εργάτες. Το πέμπτο τάγμα των ποδηλατιστών, που έχει διάταξη στο Τσάρσκογιε Σελό είναι δικό μας...”.

Μίλησε ο αντιπρόσωπος από το τρίτο τάγμα των ποδηλατιστών. Μέσα σε αδιάκοπες εκδηλώσεις ενθουσιασμού διηγήθηκε πως το σώμα των ποδηλατιστών, μόλις τρεις μέρες πριν πήρε διαταγή να κινηθεί από το νοτιοδυτικό μέτωπο για την “υπεράσπιση της Πετρούπολης“. Ωστόσο, οι στρατιώτες υποψιάστηκαν, ότι η ουσία της διαταγής είναι πολύ διαφορετική. Στο σταθμό του Περεντόλσκ τους συνάντησαν οι αντιπρόσωποι του πέμπτου τάγματος από το Τσάρσκογιε  Σελό. Εγινε κοινό συλλαλητήριο κι αποδείχτηκε πως “ανάμεσα στους ποδηλατιστές δεν υπήρχε ούτε ένας που να συμφωνούσε να χύσει αδερφικό αίμα ή να υποστηρίξει την κυβέρνηση των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών“.

Ο Καπελίνσκι πρότεινε από μέρους των μενσεβίκων – διεθνιστών να δημιουργηθεί μία επιτροπή για την εξεύρεση ειρηνικής διεξόδου κι αποφυγής του εμφύλιου πολέμου. “Δεν υπάρχει καμιά ειρηνική διέξοδος!” αντήχησε όλη η αίθουσα. “Μοναδική διέξοδος είναι η νίκη!“. Η πρόταση απορρίφθηκε με συντριπτική πλειοψηφία κι οι μενσεβίκοι διεθνιστές μέσα σε βροχή από κοροϊδίες και βρισιές εγκατέλειψαν το συνέδριο.

 Ανάμεσα στους αντιπροσώπους δεν υπήρχε ούτε ίχνος φόβου. Ο Κάμενεφ φώναζε από το βήμα σ’ αυτούς που αποχωρούσαν: “Οι μενσεβίκοι – διεθνιστές έκαναν την πρότασή τους για ειρηνική διέξοδο, έξω από το θέμα της ημερήσιας διάταξης. Μήπως όμως αυτοί δεν ήταν που ψήφιζαν πάντα για την παραβίαση της ημερήσιας διάταξης, χάρη των διακηρύξεων εκείνων των παρατάξεων που ήθελαν να φύγουν από το συνέδριο; Είναι ολοφάνερο, πως η αποχώρηση όλων αυτών των αποστατών είχε αποφασιστεί από νωρίτερα!..“. Η συνέλευση αποφάσισε να μην πάρει υπόψη την αποχώρηση μιας σειράς παρατάξεων κι άκουσε την έκκληση προς τους εργάτες, στρατιώτες και τους αγρότες όλης της Ρωσίας:

Προς τους εργάτες, τους στρατιώτες

και τους αγρότες!

Το δεύτερο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών άρχισε τις εργασίες του. Στο συνέδριο αυτό αντιπροσωπεύεται η τεράστια πλειοψηφία των Σοβιέτ. Στο συνέδριο παραβρίσκονται και πολλοί βουλευτές από το Σοβιέτ των αγροτών… Στηριζόμενο στη θέληση της τεράστιας πλειοψηφίας των εργατών, των στρατιωτών και της φρουράς της Πετρούπολης, το συνέδριο παίρνει στα χέρια του την εξουσία.

Η προσωρινή κυβέρνηση ανατράπηκε. Τα περισσότερα μέλη της προσωρινής κυβέρνησης έχουν κιόλας συλληφθεί. Η σοβιετική εξουσία θα προτείνει άμεση δημοκρατική ειρήνη σε όλους τους λαούς και άμεση ανακωχή σε όλα τα μέτωπα. Θα εξασφαλίσει τη χωρίς αποζημίωση παράδοση της γης των τσιφλικάδων, της αυτοκρατορικής οικογένειας και των μοναστηριών στη διάθεση των επιτροπών των αγροτών, θα υπερασπίσει τα δικαιώματα του στρατιώτη, πραγματοποιώντας τον πλήρη εκδημοκρατισμό του στρατού, θα εγκαθιδρύσει τον εργατικό έλεγχο στην παραγωγή, θα εξασφαλίσει την έγκαιρη σύγκληση της Συντακτικής Συνέλευσης, θα φροντίσει να προμηθεύσει ψωμί στις πόλεις και είδη πρώτης ανάγκης στο χωριό, θα εξασφαλίσει σ’ όλα τα έθνη που κατοικούν στη Ρωσία πραγματικό δικαίωμα αυτοδιάθεσης.

Το συνέδριο αποφασίζει: όλη η εξουσία κατά τόπους περνά στα Σοβιέτ των εργατών, στρατιωτών και αγροτών βουλευτών, που πρέπει να εξασφαλίσουν μια πραγματική επαναστατική τάξη.

Το συνέδριο καλεί τους στρατιώτες που βρίσκονται στο χαράκωμα να δείξουν επαγρύπνηση και σταθερότητα. Το συνέδριο των Σοβιέτ είναι βέβαιο, ότι ο επαναστατικός στρατός θα μπορέσει να υπερασπίσει την επανάσταση από κάθε επιβολή του ιμπεριαλισμού ωσότου η νέα κυβέρνηση πετύχει να κλείσει δημοκρατική ειρήνη, που θα την προτείνει άμεσα σε όλους τους λαούς. Η νέα κυβέρνηση θα πάρει όλα τα μέτρα για να εξασφαλίσει στον επαναστατικό στρατό όλα τα απαραίτητα, ακολουθώντας αποφασιστική πολιτική επιτάξεων και φορολογίας των εύπορων τάξεων και θα βελτιώσει, επίσης, την κατάσταση των οικογενειών και των στρατιωτών.

Οι κορνιλοφικοί – Κερένσκι, Καλέντιν και άλλοι – κάνουν απόπειρα να ρίξουν τα στρατεύματα ενάντια στην Πετρούπολη.

Μερικά τμήματα που τα ξεγέλασε και τα κίνησε ο Κερένσκι, πέρασαν με το μέρος του εξεγερμένου λαού. Στρατιώτες, προβάλλετε ενεργητική αντίσταση στον κορνιλοφικό Κερένσκι! Να βρίσκεστε σε επιφυλακή. Σιδηροδρομικοί, σταματάτε όλα τα τρένα με στρατό που στέλνει ο Κερένσκι ενάντια στην Πετρούπολη. Στρατιώτες, εργάτες, υπάλληλοι, στα χέρια σας βρίσκεται η τύχη της δημοκρατικής ειρήνης!

Ζήτω η επανάσταση!

Το Πανρωσικό συνέδριο των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών

Οι αντιπρόσωποι των Σοβιέτ των αγροτών“. (9)

Η ώρα ήταν 5 και 17 το πρωί, όταν ο Κριλένκο, ζαλισμένος από την κούραση, ανέβηκε στο βήμα και διάβασε στη συνέλευση κάποιο τηλεγράφημα.

Σύντροφοι! Από το Βόρειο Μέτωπο! Η 12η Στρατιά χαιρετίζει το συνέδριο των Σοβιέτ και ανακοινώνει τη δημιουργία Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής, που πήρε τη διοίκηση του Βόρειου Μετώπου!..”.

Τότε επακολούθησε κάτι που δεν περιγράφεται. Οι άνθρωποι έκλαιγαν κι αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο. “Ο στρατηγός Τσερεμίσκοφ αναγνώρισε την επιτροπή. Ο κομισάριος της προσωρινής κυβέρνησης Βοϊτίνσκι παραιτήθηκε!“.

Τέλειωσε…

Ο Λένιν κι οι εργάτες της Πετρούπολης αποφάσισαν να κάνουν εξέγερση. Το Σοβιέτ της Πετρούπολης ανέτρεψε την προσωρινή κυβέρνηση κι έφερε το συνέδριο των Σοβιέτ μπροστά στο γεγονός της κρατικής ανατροπής. Τώρα έπρεπε να καταχτήσουν με το μέρος τους όλη την απέραντη Ρωσία και μετά κι όλο τον κόσμο. Θ’ απαντήσει άραγε όλη η Ρωσία; Θα  ξεσηκωθεί; Κι η υφήλιος; Τι θα πει η υφήλιος; Θα ξεσηκωθούν άραγε οι λαοί στο κάλεσμα της Ρωσίας; Θα φουσκώσει η παγκόσμια κόκκινη παλίρροια;

Η ώρα ήταν έξι. Ηταν μια βαριά και κρύα νύχτα. Μόνο ένα αδύνατο και χλομό, σαν ανέσπερο, φως κοκκίνιζε δειλά στους σιωπηλούς δρόμους, κάνοντας τις φωτιές των φρουρών να θαμπώνουν. Το χάραμα μιας τρομερής αυγής υψωνόταν πάνω από τη Ρωσία.

.

 

 

 

 

 

 

(1)Αυτό δεν είναι σωστό. Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύτηκε στον “Εργατικό Δρόμο” στις 7 του Νοέμβρη (25 Οχτώβρη) 1917 χωρίς υπογραφή. Ο συγγραφέας του δεν είναι εξακριβωμένος. Σύντ.

(2)Κάτω από την αψίδα του γενικού επιτελείου

(3) Κάμενεφ Λ. Μπ. (Ρόζενφελντ). Εκανε επανειλημμένες υποχωρήσεις από τον μπολσεβικισμό και στο τέλος ξέκοψε από το μαρξισμό -λενινισμό. Στα χρόνια της αντίδρασης του Στολίπιν και της νέας ανόδου του εργατικού κινήματος ενεργούσε σαν συμφιλιωτής απέναντι στους μενσεβίκους – λικβινταριστές και τροτσκιστές. Μετά την επανάσταση του Φλεβάρη ήταν υπέρ της υποστήριξης της προσωρινής κυβέρνησης και της αμυνίτικης πολιτικής της, τασσόταν ενάντια στη γραμμή του κόμματος για τη μετεξέλιξη της αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε σοσιαλιστική. Τον Οχτώβρη του 1917 μαζί με τον Ζινόβιεφ, έκανε προδοσία, γράφοντας στη μενσεβίκικη εφημερίδα “Νέα Ζωή”, ενάντια στην απόφαση της ΚΕ των μπολσεβίκων για την ένοπλη εξέγερση, κι έτσι αποκάλυψε το σχέδιο της εξέγερσης στον εχθρό. Μετά τη νίκη της Οχτωβριανής Επανάστασης ήταν υπέρ της δημιουργίας κυβέρνησης συνασπισμού με τη συμμετοχή εκπροσώπων των μενσεβίκων, των εσέρων και των “λαϊκών σοσιαλιστών”. Το 1925 μαζί με τον Ζινόβιεφ υπήρξε ο οργανωτής της λεγόμενης “νέας αντιπολίτευσης”, κάνοντας μπλοκ με τον Τρότσκι. Το 1927 για την ασταμάτητη αντικομματική φραξιονιστική πάλη του διαγράφηκε από τις γραμμές του ΠΚΚ (μπ). Πετυχαίνοντας αργότερα την αποκατάσταση στο κόμμα, συνέχισε την αντικομματική και αντισοβιετική του δράση και διαγράφηκε ξανά.

(4) Σύμφωνα με τα γραφόμενα της “Πράβντα”, αυτό το είπε ο Χαράς.

(5) Η επόμενη ομιλία αποδίδεται από τον Τζον Ριντ στον Χιντσούκ. Σύμφωνα με όλα τα γραφόμενα των εφημερίδων, αυτή είναι η συνέχεια του λόγου του Κούτσιν.

(6) Πιο κάτω, φαίνεται, ότι ο Τζον Ριντ συνένωσε δυο ομιλίες του Αμπράμοβιτς και του Ερλιχ. Σύντ.

(7) Εχει υπόψη του το άγαλμα του Τσάρου Αλέξανδρου του 3ου. Σύντ.

8)”Ρωσικά Καθημερινά Νέα”, εφημερίδα που έβγαινε στα αγγλικά το 1917 στην Πετρούπολη. Σύντ.

(9) Η υπογραφή “Αντιπρόσωποι των Σοβιέτ των αγροτών” μπήκε ύστερα από αντίστοιχη δήλωση ενός εκπροσώπου των αγροτών. Σύντ

 

 

 

http://revmarx.blogspot.gr/2011/12/blog-post_8609.html

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.